Το αστάθμητο κατά τη μετάβαση σ’ ένα νέο τρόπο παραγωγής Εκτύπωση
Τεύχος 102, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2008


ΤΟ ΑΣΤΑΘΜΗΤΟ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ1
του Χρήστου Βαλλιάνου

Το κείμενο του Γιώργου Φουρτούνη (ΓΦ), και μόνο για το ότι προσεγγίζει μια θεμελιώδη έννοια της μαρξιστικής θεωρίας για την οποία θα έλεγε κανείς ότι έχουν λεχθεί περίπου τα πάντα, από μια νέα και πρωτότυπη οπτική, είναι ενδιαφέρον. Και γίνεται περισσότερο ενδιαφέρον καθώς, ανατρέχοντας και αξιοποιώντας το φιλοσοφικό στοχασμό του ύστερου Αλτουσέρ σχετικά με τον υλισμό της αστάθμητης συνάντησης, καταλήγει άλλοτε να επιβεβαιώσει ορισμένες θέσεις που έχουν κατοχυρωθεί ως ακρογωνιαίοι λίθοι της μαρξιστικής θεωρίας, τουλάχιστον στην αλτουσεριανή της εκδοχή, φωτίζοντάς τις από μια διαφορετική οπτική γωνία, και άλλοτε να προτείνει κάποιες άλλες θέσεις σε μια πιο αιρετική κατεύθυνση.

Βρίσκω π.χ. ιδιαίτερα ενδιαφέρον το ότι από την παρακαμπτήριο του υλισμού της αστάθμητης συνάντησης καταλήγει κανείς στην αναδιατύπωση - επιβεβαίωση της θέσης σύμφωνα με την οποία οι παραγωγικές σχέσεις που συναντάμε στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν είναι σχέσεις μεταξύ οικονομικών μεγεθών, δεν ορίζονται αποκλειστικά στην οικονομική βαθμίδα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά εμπλέκουν το σύνολο των βαθμίδων της κοινωνικής δομής (οικονομική, πολιτική, ιδεολογική) και για την κατανόησή τους θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το βαθιά συγκρουσιακό τους χαρακτήρα.

Πράγματι, ο μισθωτός εργάτης δεν προσέρχεται στην αγορά εργασίας ως αντικείμενο - εμπόρευμα (εργασιακή δύναμη) αλλά ως υποκείμενο - κάτοχος αυτού του εμπορεύματος το οποίο ανταλλάσσει στην αγορά εργασίας υπό συνθήκες οι οποίες διασφαλίζουν την ανάπτυξη μιας σχέσης εκμετάλλευσης. Η σχέση εκμετάλλευσης με την ιδιοποίηση της υπεραξίας είναι συστατικό στοιχείο της παραγωγικής σχέσης του κεφαλαίου και αποτελεί το έδαφος στο οποίο αναπτύσσονται οι συγκρούσεις που συνοδεύουν ιστορικά τους σχηματισμούς όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Οι αγώνες αυτοί αναπτύσσονται είτε από τη μεριά της εργασίας (συνδικαλιστικοί αγώνες, αλλά και άτυπες, ακόμα και μη συνειδητές ή και ελάχιστα «πολιτικές» αντιστάσεις, όπως π.χ. απειθαρχία, «λούφα» κλπ.) είτε, και κυρίως, από τη μεριά του κεφαλαίου, το οποίο έχει τον έλεγχο και την ευθύνη της οργάνωσης της όλης παραγωγικής διαδικασίας που γίνεται με πρωταρχικό στόχο τη μεγιστοποίηση της οικειοποιούμενης υπεραξίας, στόχο που περιλαμβάνει την καθυπόταξη της δεδομένης ατομικής ή συλλογικής, συνειδητής ή όχι αντίστασης της εργασίας στην εκμετάλλευσή της.

Η παραγωγική διαδικασία δεν οργανώνεται στον ιδανικό κόσμο των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνικής αλλά οργανώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τους στόχους αυτούς, γι΄ αυτό και η ταξική πάλη, κατ’ αρχήν η ταξική πάλη του κεφαλαίου και εν συνεχεία (με την έννοια της ανισότητας, και όχι βέβαια με τη χρονική έννοια του όρου) η ταξική πάλη του μισθωτού εργάτη ως «άμυνα», βρίσκεται στον πυρήνα των παραγωγικών σχέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Μια δεύτερη σειρά οριοθετήσεων που κατορθώνει να θεμελιώσει ο ΓΦ με την προσφυγή στις κατηγορίες του υλισμού της αστάθμητης συνάντησης αναφέρεται στον εξελικτισμό (και από μια άποψη σε μια ορισμένη τελεολογία) που χαρακτηρίζει ορισμένες διατυπώσεις του έργου του Μαρξ (ιδίως αυτές που είναι επηρεασμένες από τις ιδέες του Ένγκελς) και πολύ περισσότερο των θεωρητικών του σοβιετικού μαρξισμού. Με την αντίληψη της ανάδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως αστάθμητης (μη προβλέψιμης ως προς το χρόνο, τον τρόπο και το αποτέλεσμα) συνάντησης των στοιχείων εκείνων που ενδέχεται να εμφανιστούν στον προϋπάρχοντα τρόπο παραγωγής (ο «άνθρωπος των σκούδων» και ο χωρίς γη και μέσα εργασίας προλετάριος) πράγματι ξεκόβουμε από την αντίληψη της ιστορίας ως διαδοχής διακριτών τρόπων παραγωγής, κατά την οποία τα στοιχεία που θα συγκροτήσουν τη δομή τού ενός αναδύονται κατά τρόπο ιστορικά αναπόδραστο μέσα από τους κόλπους του προηγούμενου.

Στο σημείο όμως αυτό θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις που πιστεύω ότι θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του στο θεωρητικό σχήμα της ανάδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως αστάθμητης συνάντησης (και δεσίματος) των στοιχείων μιας μελλοντικής δομής, χωρίς αυτές οι παρατηρήσεις να υπαινίσσονται ότι το σχήμα αυτό δεν είναι πρόσφορο για την προσέγγιση των ιστορικών μορφών της ανάδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η πρώτη (μεθοδολογική) παρατήρησή μου, την οποία ο ΓΦ πιστεύω ότι συμμερίζεται2 χωρίς όμως να την ακολουθεί με συνέπεια, είναι ότι η μετάβαση από ένα προκαπιταλιστικό (ποιον;) στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ως αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, δεν (πρέπει να) τίθεται στο επίπεδο του εν γένει (αφηρημένου) καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά μόνο στο επίπεδο του συγκεκριμένου, ιστορικά δεδομένου κοινωνικού σχηματισμού, όπου οι προκαπιταλιστικές κοινωνικές δομές διαβρώνονται (στο βαθμό που διαβρώνονται) από τις αναδυόμενες καπιταλιστικές και στη συνέχεια επιβιώνουν (στο βαθμό που επιβιώνουν) δίπλα σ’ αυτές υπό την κυριαρχία τους, με ένα μοναδικό κάθε φορά τρόπο, που δεν υπακούει σε κανένα γενικής ισχύος θεωρητικό σχήμα.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την ίδια την κριτική του ιστορικού εξελικτισμού στην οποία θέλει να συμβάλει και η παρέμβαση του ΓΦ. Πιστεύω λοιπόν ότι η κριτική αυτή θα μένει πάντα ημιτελής αν δεν ανατρέξουμε στις έννοιες των άλλων προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής που επεξεργάστηκε ο ίδιος ο Μαρξ: της φεουδαρχίας, και (κυρίως) του ασιατικού τρόπου παραγωγής, η ιστορική ιδιαιτερότητα του οποίου διαψεύδει κάθε ισχυρισμό περί προδιαγεγραμμένης διαδοχής τρόπων παραγωγής που αποφασίζεται από την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων», σε σημείο που ανάγκασε τους θεωρητικούς του σοβιετικού μαρξισμού να αποκηρύξουν τον ασιατικό τρόπο παραγωγής ως αντιεπιστημονική και αντιμαρξιστική έννοια.3

Αυτό που έχει σημασία να τονιστεί εδώ είναι ότι η ανάπτυξη «θυλάκων καπιταλιστικών σχέσεων» στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών4 που κυριαρχούνταν από τη φεουδαρχία, ιστορικά προσέλαβε διαφορετικές μορφές σε σχέση με τους αντίστοιχους θύλακες που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό των κοινωνιών που κυριαρχούνταν από τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Δεν είχαμε δηλαδή πάντα τα ίδια «συγκροτητικά στοιχεία» της νέας δομής. Και, το σπουδαιότερο, αν ανατρέξουμε στις απαρχές της εμφάνισης των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν την κυριαρχία του κεφαλαίου, θα πρέπει να πάμε πολύ πιο πίσω από την εποχή της συνάντησης του κατόχου ενός παραγωγικού κεφαλαίου (μιας οικιακής βιοτεχνίας) και του απαλλαγμένου από κάθε μέσο εργασίας προλετάριου, και να φτάσουμε σε εκείνην την εποχή της κυριαρχίας του εμπορικού και τοκογλυφικού κεφαλαίου, που με φορέα τον προαγοραστή ή τον τραπεζίτη είχε κατορθώσει να υπαγάγει την εργασία στις προτεραιότητες του κεφαλαίου (στη μορφή ενός «αρχαϊκού» φασόν, ή μισθού με το κομμάτι) παρ’ όλον ότι δεν είχε «απελευθερώσει» ακόμα τον χειροτέχνη-εργάτη ή τον αγρότη από τα «δεσμά» των μέσων εργασίας που παρέμεναν ακόμα στην κατοχή του. 5 Είναι γνωστό ότι ο Μαρξ αλλά και ο Λένιν περιέγραψαν την εποχή της κυριαρχίας του προαγοραστή και του τραπεζίτη με τον όρο πρώιμος ή προβιομηχανικός καπιταλισμός, αποδίδοντας πολύ μεγαλύτερη σημασία στο γεγονός της έμμεσης υπαγωγής του οικοτέχνη-εργάτη στο κεφάλαιο από το γεγονός ότι αυτός τυπικά εξακολουθούσε να είναι κάτοχος του εργαστηρίου του και όχι εξαρτημένος από μια τυπική μισθωτή σχέση εργασίας.

Αν τώρα αναζητήσουμε τις συνθήκες εκείνες που ευνόησαν την εμφάνιση του προαγοραστή-εμπόρου ή του τραπεζίτη-τοκογλύφου, αναλύοντας τα ιστορικά δεδομένα ενός συγκεκριμένου σχηματισμού, θα βρεθούμε μπροστά σε φαινόμενα όπως ο προοδευτικός εκχρηματισμός της αγοράς, η έκλειψη του αυτοκαταναλωτικού χαρακτήρα της βασικής οικονομικής μονάδας (οικογένεια, κοινότητα), η διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των παραγωγών που ευνοεί την έμμεση ή και άμεση υπαγωγή των ασθενέστερων στους ισχυρότερους, κλπ.6

Θα σταθώ σε ένα τελευταίο σημείο περιφερειακό ως προς τη βασική προβληματική που αναπτύσσει ο ΓΦ, αλλά που μου φαίνεται ενδιαφέρον. Με τα λόγια του ΓΦ, και σαν συμπέρασμα της ανάλυσής του, «πολιτικές μορφές όπως το κράτος (…) δεν ήταν εκ γενετής και εκ κατασκευής καπιταλιστικά, αλλά μετασχηματίστηκαν σε καπιταλιστικά στοιχεία (αστικό κράτος) υπό τη συγκροτητική επίδραση της δομής». Δεν ξέρω ποια ιστορικά δεδομένα, που τεκμηριώνουν αυτή τη θέση, έχει υπ’ όψη του ο ΓΦ. Είναι όμως γνωστό ότι σε κάποιες περιπτώσεις, όπως π.χ. με την αγροτική μεταρρύθμιση που προώθησε το ρωσικό κράτος το 1860 (κατάργηση της δουλοπαροικίας, κλπ.), ακόμα και όταν η πολιτική εξουσία δεν βρισκόταν στα χέρια αστικών πολιτικών δυνάμεων, οι θεσμικές παρεμβάσεις του κράτους κινήθηκαν στην κατεύθυνση της επιτάχυνσης της κυριαρχίας των καπιταλιστικών μορφών οικονομίας, προφανώς γιατί τις υπαγόρευε η ίδια η κοινωνική δυναμική.7 Αντίθετα, σε περιπτώσεις όπου απουσίαζε αυτή η κοινωνική δυναμική, η «από τα πάνω» προώθηση της δημιουργίας καπιταλιστικών μορφών έπεσε στο κενό.

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω και πάλι ότι οι παρατηρήσεις αυτές δεν αμφισβητούν το εγχείρημα του ΓΦ να φωτίσει την προβληματική του τρόπου παραγωγής υπό το πρίσμα των φιλοσοφικών κατηγοριών του υλισμού της αστάθμητης συνάντησης.8 Πιστεύω όμως ότι δείχνουν μια κατεύθυνση: Την ανάγκη μιας πιο συστηματικής γείωσης (και ανατροφοδότησης) των γενικών προτάσεων που μπορεί να προκύπτουν από την υλιστική προσέγγιση του αστάθμητου στα δεδομένα της συγκεκριμένης ιστορικής ανάλυσης.


Βιβλιογραφία

Rubin Isaac Ilych (1994), Ιστορία οικονομικών θεωριών, Αθήνα: Κριτική.

Κατρή Χρ. (2007), «Ξαναδιαβάζοντας τον Φελίξ Μποζούρ: Προβιομηχανικός καπιταλισμός και μορφές διαμεσολάβησης της κεφαλαιακής σχέσεις», Θέσεις 98: 119-132

Μηλιός Γ. (1992), «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893 – 1990)», Θέσεις 38: 93-126 και www.theseis.com

Μηλιός Γ. (1997), Τρόποι παραγωγής και μαρξιστική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός Γ., Δημούλης Δ., Οικονομάκης Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Αθήνα: Νήσος.



1.Σύντομος σχολιασμός της εισήγησης του Γ. Φουρτούνη «Δομή, αστάθμητο και βία στην έννοια του τρόπου παραγωγής», Συνέδριο Θέσεων, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007, ΕΜΠ.

2.Χαρακτηριστικά, ο ΓΦ παραθέτει ένα απόσπασμα από τα Φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα του 1982, όπου ο Αλτουσέρ μιλώντας για τη «θεωρία» της «μετάβασης ή μορφής περάσματος από έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλον» χρησιμοποιεί τη λέξη σε εισαγωγικά, υπονοώντας ότι με την αυστηρή έννοια του όρου μια τέτοια θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει.

3.Για την κριτική στις εξελικτικές αντιλήψεις της ιστορίας μέσω της συγκρότησης της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής βλ. Μηλιός 1997.

4.Από την ανάλυση του ΓΦ απουσιάζει η έννοια του κοινωνικού σχηματισμού ως ιστορικής συνάντησης (ή συνάρθρωσης) διαφορετικών τρόπων παραγωγής, με αποτέλεσμα να μην είναι πολύ σαφές το καθεστώς της έννοιας του τρόπου παραγωγής ως κατ’ εξοχήν θεωρητικού εργαλείου που «αναφέρεται στον αιτιακό πυρήνα των συνολικών καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας (και όχι στις κοινωνικές σχέσεις καθαυτές» (Γ. Μηλιός κ.ά., 2005).

5.Για την ανάπτυξη του πρώιμου (εμπορικού) καπιταλισμού μέσω της μορφής του προαγοραστή (byer up) και τις διαδοχικές φάσεις από τις οποίες πέρασε η υπαγωγή της άμεσης εργασίας στο εμπορικό κεφάλαιο βλ. Isaac I. Rubin, 1994, και Χρ. Κατρή, 2007.

6.Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση της διαδικασίας μετασχηματισμού κατά την οποία οι μορφές του προβιομηχανικού καπιταλισμού αναδύθηκαν μέσα από τις δομές του ασιατικού τρόπου παραγωγής, αποσαθρώνοντας προοδευτικά αυτές τις τελευταίες, και το θεωρητικό διάλογο που συνδέθηκε με αυτή τη διαδικασία, βλ. Γ. Μηλιός, 1997, και κυρίως, το κεφ. IV: Για μια μαρξιστική θεωρία του προβιομηχανικού καπιταλισμού, βλ. Μηλιός, «Η συμβολή του Λένιν…», όπ. π.

7.Βλ. Γ. Μηλιός, 1997. Σε κάθε περίπτωση, οι μετασχηματισμοί και η υπονόμευση των προκαπιταλιστικών μορφών της οικονομίας δεν προέκυπταν μόνο από τη μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό της κοινότητας, αλλά και από τις μεταβολές των συσχετισμών δύναμης που αποτυπώνονταν στο κράτος και οι οποίες μετέβαλαν προοδευτικά το χαρακτήρα του από προκαπιταλιστικό (ασιατικό) κράτος σε κράτος εκπρόσωπο της αναδυόμενης καπιταλιστικής τάξης. Από μια ιστορική προοπτική, νομίζω ότι το κράτος ως αστικό κράτος ήταν καθοριστικά παρόν καθ’ όλη τη διαδικασία εμπέδωσης του καπιταλισμού ως κυρίαρχου τρόπου παραγωγής (και από ένα ορισμένο σημείο καθοδήγησε αυτή τη διαδικασία) και δεν προέκυψε ως «συνέπεια» της ολοκλήρωσης αυτής της διαδικασίας, όπως πιθανώς αφήνει να εννοηθεί η ακόλουθη διατύπωση του ΓΦ: «πολιτικές μορφές όπως το κράτος (…) δεν ήταν εκ γενετής και εκ κατασκευής καπιταλιστικά, αλλά μετασχηματίστηκαν σε καπιταλιστικά στοιχεία (αστικό κράτος) υπό τη συγκροτητική επίδραση της δομής». Βεβαίως, ο ΓΦ θα μπορούσε να επικαλεστεί από την πλευρά του τη γαλλική επανάσταση, ωστόσο και πάλι, παραμένει αμφίβολο αν μπορούμε να θεωρήσουμε τον αστικό επαναστατικό μετασχηματισμό του γαλλικού κράτους ως αποτέλεσμα της «συγκροτητικής επίδρασης της δομής» και όχι μιας δεδομένης ιστορικής στιγμής κοινωνικών συγκρούσεων γύρω από δεδομένες κοινωνικές συμμαχίες, κλπ.

8.Θα τολμήσω ωστόσο να παρουσιάσω μια «παράλληλη» ιδέα προς διερεύνηση: Έχοντας υπ’ όψη την ιστορική ποικιλομορφία των μορφών «διαδοχής» τρόπων παραγωγής, ότι δηλαδή σε κάποιες περιπτώσεις ο ασιατικός τρόπος παραγωγής εκτοπίστηκε από το φεουδαρχικό, σε κάποιες άλλες από τον καπιταλιστικό, ενώ δεν λείπουν και τα παραδείγματα όπου ο η φεουδαρχία υποχωρεί υπέρ του ασιατικού τρόπου παραγωγής (η περίπτωση της οθωμανικής κατάκτησης ευρωπαϊκών εδαφών), θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε για το εάν υπό το πρίσμα της αστάθμητης συνάντησης είναι δυνατόν να φωτίσουμε τις ιστορικές μορφές μετάβασης ενός δεδομένου σχηματισμού. Στην περίπτωση αυτή το αστάθμητο θα εκπροσωπείται π.χ. από την επέκταση μιας αυτοκρατορίας εις βάρος μιας άλλης, την εξάπλωση της αποικιοκρατίας, κλπ.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή