Ριζοσπαστική Αριστερά και εργατική τάξη Εκτύπωση
Τεύχος 103, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2008


ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Ανάδειξη και κρίση των κλασικών αριστερών μορφών εργατικής οργάνωσης και εκπροσώπησης (1974 – 1989)

Συμπληρώθηκε ήδη, από το 2004, ένας 30ετής κύκλος ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού εργατικού κινήματος και των σχέσεών του με τους σχηματισμούς και τις στρατηγικές της ελληνικής Αριστεράς. Αυτή η πορεία χαρακτηρίστηκε από μια πρώτη περίοδο (1974 – 1989) ανόδου του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και των αριστερών πολιτικών που έφτασε στα όριά της και σηματοδότησε την από εκεί και πέρα πορεία παραφθοράς και αποδιάρθρωσής του (1990-2004). Στην τελευταία 4ετία και ιδιαίτερα στην πρόσφατη περίοδο καταγράφονται ήδη ενδείξεις μεταστροφής (πολιτικό -εκλογική μετατόπιση «προς τα αριστερά», μαζικότητα της απεργιακής κινητοποίησης του Δεκεμβρίου 2007 για την κοινωνική ασφάλιση) που επαναπροσδιορίζουν τους όρους κοινωνικής κίνησης και πολιτικής εκπροσώπησης της σύγχρονης εργατικής τάξης.

Η πρώτη μεταπολιτευτική 15ετία από την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας μέχρι το ορόσημο του 1989 (κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων, συγκυβερνήσεις του ενιαίου ΣΥΝ με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ) χαρακτηρίστηκε κυρίαρχα από την ανάδειξη ενός πλατιού κινήματος εργατικού διεκδικητικού μεταρρυθμισμού. Αυτός στο μεγάλο φάσμα των εκφράσεών του (επιχειρησιακά σωματεία και ομοσπονδίες κοινής ωφέλειας) εκφράστηκε πολιτικά στο πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα της σοσιαλδημοκρατικής αλλαγής και του τότε «κοινωνικού συμβολαίου» του ΠΑΣΟΚ στην πρώτη κυβερνητική του περίοδο (1981 – 85). Δευτερογενώς, με τη μορφή των μαζικών κλαδικών συνδικάτων συνδέθηκε πολιτικά με το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα (ΚΚΕ) που λειτούργησε συμπληρωματικά στο κίνημα του εργατικού συνδικαλιστικού μεταρρυθμισμού. Σε εντελώς περιορισμένο επίπεδο αναδείχθηκε τέλος το αυτόνομο εργατικό ρεύμα του ευρωκομμουνιστικού κινήματος (κυρίως στις εργατικές οργανώσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα) με την αντίστοιχη ποιοτική του συμβολή στο ευρύτερο κίνημα του εργατικού μεταρρυθμισμού.

Η μονεταριστική μεταστροφή που σηματοδότησε την απαρχή της δεύτερης κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ (κλονισμός του «σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου») στα μέσα της 10ετίας του 1980, άνοιξε μια τριετία (1986 – ’89) μεγάλων προκλήσεων για το εργατικό ταξικό κίνημα και την ελληνική Αριστερά και κατέδειξε τα όρια και τη χρεοκοπία και των τριών αριστερών πολιτικών στρατηγικών (σοσιαλδημοκρατικής, ευρωκομμουνιστικής, παραδοσιακής κομμουνιστικής). Η διάσπαση της ΠΑΣΚΕ και η ανάδειξη της ΣΣΕΚ (εργοστασιακά σωματεία και ομοσπονδίες κοινωφελών επιχειρήσεων και δημόσιου τομέα), η αντικειμενική διαμόρφωση ενός διεκδικητικού μαζικού εργατικού ταξικού μετώπου, πλειοψηφικού στην ίδια τη ΓΣΕΕ, αποτέλεσε τη μεγάλη πρόκληση της πρώτης μεταπολιτευτικής 15ετίας. Ωστόσο η απαρχή της συντηρητικής μεταστροφής της σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ συνοδεύτηκε και από τη μεταστροφή του ενιαίου ΣΥΝ (ΕΑΡ και ΚΚΕ) προς τον «εκσυγχρονισμό – αναπτυξιολογία – κυβερνητισμό», με την εγκατάλειψη του εργατικού ταξικού μετώπου (ΣΣΕΚ – ΑΕΜ – ΕΣΑΚ) και τη μετάβαση στις κυβερνήσεις συνεργασίας της Αριστεράς με τη (νεοσυντηρητική) ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (της αρχόμενης νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης). Κατ’ αυτό τον τρόπο το κίνημα του εργατικού ταξικού μεταρρυθμισμού οδηγήθηκε στον παραγκωνισμό και στην ήττα με την επανάκαμψη της ΣΣΕΚ στο ΠΑΣΟΚ και την υπαγωγή των αριστερών συνδικαλιστικών δυνάμεων στον «κυβερνητισμό της κάθαρσης», που ευθέως οδηγούσε στην επικράτηση του μετωπικού νεοφιλελευθερισμού της ΝΔ στο μεταίχμιο του 1990.

Θεμελιακό συμπέρασμα αυτής της πρώτης μεταπολιτευτικής 15ετίας (άνοδος και εμπλοκή του εργατικού ταξικού μεταρρυθμισμού) σ’ ό,τι αφορά τις σχέσεις εργατικής τάξης και αριστερού κινήματος, που έχει μείζονα κοινωνική και πολιτική χρησιμότητα για τη σύγχρονη συγκυρία, αναδεικνύεται το αδιέξοδο, ο άγονος χαρακτήρας και η ανεπάρκεια της πολιτικής εκπροσώπησης και διασύνδεσης της κοινωνικής οργάνωσης, των συνδικαλιστικών πρακτικών και των πολιτικών προσανατολισμών της μισθωτής εργασίας τόσο με τη σοσιαλδημοκρατική όσο και με την παραδοσιακή κομμουνιστική (και την ανανεωτική) αριστερή στρατηγική. Η μεν πολιτική στρατηγική του «κοινωνικού συμβολαίου» οδηγεί σε συνθήκες κρίσης κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης και καπιταλιστικής ανασυγκρότησης στην απονεύρωση του εργατικού μεταρρυθμισμού, η δε πολιτική στρατηγική της ελληνικής Αριστεράς (παραδοσιακής και ανανεωτικής) οδήγησε στην εξουδετέρωση της εργατικής ταξικότητας.

2. Νεοφιλελευθερισμός και αποψίλωση του εργατικού συνδικαλιστικού ιστού (1990-2007)

Η πορεία που ακολούθησε στην επόμενη 15ετία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (1989 – 2004) δεν υπήρξε παρά το αποτέλεσμα αυτής της «χαμένης άνοιξης» της κρίσιμης τριετίας 1986-88 (μονεταριστική στροφή της σοσιαλδημοκρατίας, ανάδειξη ενός ισχυρού εργατικού ταξικού μετώπου, μεταστροφή της Αριστεράς στον κυβερνητισμό και στη «χρηστή αστική διαχείριση»). Η επιβολή του νεοφιλελεύθερου ολέθρου προκάλεσε καταστρεπτικές συνέπειες και σοβαρές μεταλλάξεις στην εργατική τάξη της καπιταλιστικής παραγωγής (75% της μισθωτής εργασίας), ενώ ο μισθωτός εργαζόμενος κόσμος του δημόσιου τομέα (ως επί το πλείστον στρώματα της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης), λόγω του «προνοιακού» εργασιακού καθεστώτος («εξασφαλισμένη εργασία»), τέθηκε εν πολλοίς στο απυρόβλητο της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης και της καπιταλιστικής ανάπτυξης (25% της μισθωτής εργασίας). Η μαζική ανάπτυξη της ανεργίας, η χρησιμοποίηση του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού, η επιβολή της εισοδηματικής αποψίλωσης και της εργοστασιακής εντατικοποίησης - πειθάρχησης, η ελαστικοποίηση των μορφών απασχόλησης κλπ. οδήγησαν στην αποδιάρθρωση του εργατικού κοινωνικού ιστού και στη «συνδικαλιστική έρημο» της σύγχρονης ιδιωτικής καπιταλιστικής οικονομίας.

Στη δεύτερη μεταπολιτευτική 15ετία (1989 - 2004), ο πλειοψηφικός εργατικός συνδικαλιστικός μεταρρυθμισμός, υπό την κυριαρχία της σταδιακής νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ (κυρίως στην οκταετία 1996 - 2004), οδηγήθηκε στη διολίσθηση στον ρόλο του «συναινετικού κυβερνητικού-εργοδοτικού» συνδικαλισμού. Αυτή η παράλληλη μετάλλαξη του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού μεταρρυθμισμού συνέτεινε τα μέγιστα στην αποψίλωση και αποδιάρθρωση του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος σε δύο κυρίαρχες κατευθύνσεις: Αφενός στο επίπεδο του επιχειρησιακού συνδικαλιστικού κινήματος προκάλεσε την παραφθορά, διάλυση και εργοδοτική υπαγωγή των εργοστασιακών σωματείων στη βιομηχανία και την ευρύτερη μεταποίηση. Αφετέρου στις εργατικές ομοσπονδίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα επέφερε μορφές μαζικής «μικροαστικής ενσωμάτωσης» τμημάτων της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης στις κατευθύνσεις της μετοχοποίησης - αποκρατικοποίησης των κοινωφελών επιχειρήσεων με καταστρεπτικά για τη μισθωτή εργασία αποτελέσματα. Η ολοκλήρωση της μετάλλαξης και αποψίλωσής του έγινε πλέον εμφανέστατη και τελεσίδικη (μη ανατάξιμη) στην τετραετία 2004 – 07, ως αποτέλεσμα της εμμονής του ΠΑΣΟΚ στην προάσπιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ακόμη και από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Από την άλλη πλευρά στην ίδια περίοδο το εγχείρημα ανασύστασης του ταξικού συνδικαλιστικού ιστού στο επίπεδο των κλαδικών σωματείων που συνδέθηκαν με την παραδοσιακή κομμουνιστική Αριστερά οδήγησε στα τέλη της 10ετίας του 1990 στην ανάδειξη του ΠΑΜΕ με σχετικά μαζικούς όρους. Ωστόσο ο ασφυκτικός πολιτικός επικαθορισμός αυτού του εργατικού ταξικού εγχειρήματος από την ισχυρή παραδοσιακή μικροαστική ηγεμονία του ΚΚΕ (αντιμονοπωλιακή - αντιμπεριαλιστική πολιτική κατεύθυνση) και τον συνακόλουθο υποκειμενικό απομονωτισμό και περιχαράκωση, απονεύρωσε και περιόρισε τη δυναμική αυτού του ταξικού εργατικού εγχειρήματος. Έτσι, παρ’ όλη την απαρχή και την συνέχιση της ιστορικής κατάρρευσης της νεοφιλελεύθερα μεταλλαγμένης σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ (2004 – 2007), το εργατικό αυτό ταξικό ρεύμα δεν κατόρθωσε να αποτελέσει πόλο ευρύτερης κοινωνικής συσπείρωσης, αν και επέτυχε τη σχετική του σταθεροποίηση (με αντιπροσωπευτικότητα τριπλάσια της εκλογικής εμβέλειας του ΚΚΕ στο οργανωμένο εργατικό κίνημα).

Κατόπιν, στο μέτρο που οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις άρχισαν να θέτουν στο στόχαστρο και τον δημόσιο τομέα, μετά την πρόκληση της ήττας της εργατικής τάξης στην ιδιωτική οικονομία από την καπιταλιστική ανασυγκρότηση, οδήγησαν στρώματα της διανοητικής εργασίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα (νέα μισθωτή μικροαστική τάξη) σε μιαν ορισμένη αντινεοφιλελεύθερη κοινωνική αμυντική συσπείρωση και πολιτική ενεργοποίηση (συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις του ΣΥΝ), που κατέγραψαν μια ενισχυμένη παρουσία στο δημόσιο τομέα (εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, νοσηλευτικό σύστημα κλπ.) και που πολιτικά ενεγράφη στη δυναμική αποτύπωση του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο το ριζοσπαστικό αριστερό εγχείρημα συνέχισε να παραμένει εξαιρετικά αναιμικό στην εργατική τάξη της καπιταλιστικής παραγωγής (αντιπροσωπευτικότητα ίση ή κατώτερη της εκλογικής εμβέλειας των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ), παρ’ όλη τη διεύρυνση της απήχησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς στα στρώματα της διανοητικής εργασίας.

Τέλος το εγχείρημα της πανελλαδικής συσπείρωσης και συντονισμού δυναμικών στρωμάτων της μισθωτής διανοητικής (κυρίως) εργασίας που πήραν τη μορφή των παρεμβάσεων-κινήσεων-συσπειρώσεων (ως απότοκο της Πρωτοβουλίας Αγώνα Θεσσαλονίκη 2003), παρ’ όλα τα ανεξάρτητα ταξικά και αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά που ανέδειξε, τουλάχιστον σε ορισμένους νευραλγικούς τομείς (δημόσια εκπαίδευση, τοπική αυτοδιοίκηση, μισθωτή διανόηση του ιδιωτικού τομέα κ.ά.), οδηγήθηκε στην υποχώρηση εξ αιτίας της παρουσίας φαινομένων περιχαράκωσης, απογείωσης και απομονωτισμού έναντι του υπολοίπου αριστερού εργατικού κινήματος. Άλλωστε η πολύμορφη ανεπάρκεια των πολιτικών σχημάτων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να αναδείξουν ένα στοιχειακό ριζοσπαστικό πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο με όρους εργατικής γείωσης και ενωτικής ταξικής κατεύθυνσης και να διαδραματίσουν έναν γόνιμο ρόλο στη σύγχρονη ελληνική Αριστερά και στο εργατικό κίνημα, επέφερε και τη «χαριστική βολή» στις μορφές αυτές του ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος τμημάτων της μισθωτής διανοητικής εργασίας.

3. Η αμφισημία των μορφών πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης της εργατικής τάξης Προκύπτει έτσι συμπερασματικά ότι η κοινωνική και πολιτική έκφραση της ελληνικής εργατικής τάξης και ευρύτερα της μισθωτής εργασίας (νέα μισθωτή μικροαστική τάξη κυρίως του δημόσιου τομέα) στο επίπεδο της τακτικής (εργατικός ταξικός μεταρρυθμισμός) όσο και της στρατηγικής (γενικευμένη εργατική χειραφέτηση) δεν ευδοκίμησε στη μεταπολιτευτική ιστορική εξέλιξη και οδηγήθηκε σε αλλεπάλληλες ήττες. Απουσίαζε, και συνεχίζει και σήμερα να απουσιάζει από την ελληνική ταξική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα ένας εργατικός ριζοσπαστικός πολιτικός σχηματισμός της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, είτε με όρους αυτοτελούς υπόστασης, είτε με τη μορφή μιας θεμελιακής αυτόνομης οργανικής συνιστώσας ενός ευρύτερου αριστερού πολιτικού σχηματισμού και κοινωνικής παράταξης (λ.χ. στα πλαίσια του ΚΚΕ ή του ΣΥΡΙΖΑ). Τα δύο εγχειρήματα αυτοτελούς εργατικής πολιτικής, ιδεολογικής και κοινωνικής συγκρότησης (ΣΣΕΚ και ΝΑΡ) στα μέσα της 10ετίας του 1980 και του 1990 αντίστοιχα αστόχησαν να ανταποκριθούν σ’ αυτό τον μείζονα στόχο και αναγκαιότητα: Στην πρώτη περίπτωση, όπου καταγράφονταν μια σχετική εργατική στελέχωση ταξικού συνδικαλιστικού χαρακτήρα και ενώ ήταν παρούσα η αντικαπιταλιστική ιδεολογική διάσταση, απουσίαζε η συνιστώσα της πολιτικής ωριμότητας που θα «τσιμεντάριζε» αυτό το εγχείρημα μαζικού εργατικού ριζοσπαστικού κόμματος. Στη δεύτερη περίπτωση, ενώ αναδεικνύονταν έντονα η διάσταση της πολιτικής ανεξαρτησίας και σε έναν ορισμένο βαθμό της ιδεολογικής αντικαπιταλιστικής υπόστασης, απουσίασε παντελώς το κυρίαρχο, η εργατική κοινωνική «πρώτη ύλη», με αποτέλεσμα την απογείωση στον διακηρυκτισμό, την περιχαράκωση και την παραφθορά.

Πέραν αυτών των δύο ατελέσφορων εγχειρημάτων αυτόνομης εργατικής ριζοσπαστικής (πολιτικής, κοινωνικής και ιδεολογικής) σχηματοποίησης, στις τρεις άλλες περιπτώσεις του ελληνικού αριστερού κινήματος (σοσιαλδημοκρατική, παραδοσιακή κομμουνιστική και ανανεωτική-ριζοσπαστική) η εργατική ταξική παρουσία ενεγράφη με όρους ηγεμόνευσής της από τις αντίστοιχες πολιτικές συγκροτήσεις και στρατηγικές, δηλαδή με όρους «στρεβλής εκπροσώπησης» και αστικής ή μικροαστικής ηγεμονίας.

Η σοσιαλδημοκρατική μορφή πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης της εργατικής τάξης αποτυπώθηκε συνδικαλιστικά στο κίνημα των επιχειρησιακών σωματείων και των εργατικών ομοσπονδιών των κοινωφελών επιχειρήσεων, στη βάση της κατεύθυνσης του «εργατικού μεταρρυθμισμού» με πολιτικό εκφραστή το ιστορικό ΠΑΣΟΚ. Η απόπειρα αυτονόμησης αυτού του εργατικού μεταρρυθμιστικού ταξικού ρεύματος που ακολούθησε τη μονεταριστική στροφή της κυβερνητικής πολιτικής (1986 - ’88) αστόχησε και οι εργατικές αυτές δυνάμεις επενενσωματώθηκαν στο ΠΑΣΟΚ του «ήπιου μονεταρισμού» και του «νεοφιλελευθερισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» (1986 - 1996). Ωστόσο από τα μέσα της 10ετίας του 1990 και μέχρι σήμερα η ολοσχερής νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ τόσο στο επίπεδο της κυβερνητικής διαχείρισης (1996 - 2004 του «εκσυγχρονισμού - αναδιάρθρωσης») όσο και σ’ εκείνο της αξιωματικής αντιπολίτευσης από νεοφιλελεύθερες θέσεις (2004 - ’07), οδήγησε στην εργοδοτική μετάλλαξη των γραφειοκρατικών συνδικαλιστικών του εκπροσωπήσεων, στην ενσωμάτωση των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (συνέργειά τους στις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων επιχειρήσεων) και στην αποδιάρθρωση, διάλυση ή εργοδοτική υπαγωγή των εργατικών συνδικαλιστικών του δυνάμεων στην καπιταλιστική παραγωγή. Στην τελευταία περίοδο (2004 - ’07), όσο η αμετάκλητη παραφθορά του σοσιαλφιλελευθερισμού λειτούργησε αντικειμενικά στην κατεύθυνση αποδέσμευσης εργατικών λαϊκών δυνάμεων από την επιρροή του ΠΑΣΟΚ («στροφή προς τα αριστερά»), άλλο τόσο η αποψίλωση του συνδικαλιστικού του ιστού (ΓΣΕΕ – «ασώματος κεφαλή»), με την πλήρη διάλυση, ενσωμάτωση και υποταγή των εργατικών σωματείων που επέφερε, δημιούργησε τη «συνδικαλιστική έρημο» στον πλειοψηφικό τομέα της ιδιωτικής οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά η συνδικαλιστική και πολιτική έκφραση τμημάτων της εργατικής τάξης στο παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα (ΚΚΕ) δια μέσου των κλαδικών συνδικάτων σε σημαντικούς τομείς της κοινωνικής παραγωγής (λ.χ. κατασκευές, εμπόριο, βιομηχανικές επιχειρήσεις, ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα κλπ.) χαρακτηρίστηκε κυρίαρχα από την ηγεμόνευση αυτών των εργατικών στρωμάτων από την «αντιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή» κατεύθυνση, που αποτυπώνει την κυριαρχία των παραδοσιακών μικροαστικών συμφερόντων επί των εργατικών ταξικών αναγκών και επιδιώξεων. Αυτή η μορφή ηγεμονίας παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων (αγρότες, επαγγελματίες, βιοτέχνες, έμποροι, ελεύθεροι επαγγελματίες τεχνοκράτες κλπ.) προκαλεί συνακόλουθα την επιβολή της πολιτικής περιχαράκωσης όσο και την κομματική ιεραρχική υπαγωγή. Παρ’ όλο μάλιστα που από τα τέλη της 10ετίας του 1990 και μέχρι σήμερα η πολιτική οπτική του ΚΚΕ έχει μετασχηματισθεί θετικά στο οικονομικό - κοινωνικό επίπεδο (υιοθέτηση μιας αντικαπιταλιστικής θεώρησης στη θέση της πρότερης αντίληψης για την «ανάπτυξη και την προκοπή του τόπου»), εντούτοις κυρίαρχος παραμένει ο επικαθορισμός των κοινωνικών εργατικών του εκπροσωπήσεων από την παραδοσιακή μικροαστική ηγεμονία (αντιμονοπωλιακή - αντιμπεριαλιστική πολιτική που καταλήγει σε εθνικό-πατριωτικές θέσεις, επιφέρει έναν ασφυκτικό απομονωτισμό και παραπέμπει τη σοσιαλιστική στρατηγική στο «υπερπέραν» της Λαϊκής Εξουσίας - Οικονομίας).

Τέλος, περιθωριακή υπήρξε και συνεχίζει να είναι και σήμερα η σχέση και οι πολιτικές και κοινωνικές εκφράσεις της ελληνικής εργατικής τάξης στο πλαίσιο της ιστορικής ανανεωτικής και της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΝ και ΣΥΡΙΖΑ). Η εργατική κοινωνική παρουσία τόσο με την μορφή του ΑΕΜ στο ιστορικό ΚΚΕ-εσωτερικού, όσο και στον σημερινό ΣΥΝ με τη μορφή της Αυτόνομης Παρέμβασης, παρ’ όλη την αποτύπωση ορισμένων ριζοσπαστικών εργατικών χαρακτηριστικών, εντούτοις αντιπροσωπεύει ένα τριτογενές κοινωνικό και πολιτικό χαρακτηριστικό. Κι αυτό γιατί ιστορικά το ελληνικό ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και το σημερινό αριστερό ριζοσπαστικό σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κατ’ εξοχήν και κυρίαρχα πολιτική και κοινωνική έκφραση δυνάμεων της διανοητικής (πανεπιστημιακής) εργασίας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στη διπλή τους κοινωνική έκφανση: Ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης του ευρύτερου δημόσιου τομέα (καθηγητές, δάσκαλοι, μηχανικοί, γιατροί, πανεπιστημιακοί κλπ.) καθώς και τμήματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης των ελεύθερων επιστημονικών επαγγελμάτων (δικηγόροι, μηχανικοί εργολήπτες και μελετητές, οικονομολόγοι, γιατροί κ.ά.). Τα δύο αυτά τμήματα των μικροαστικών τάξεων, με συνεκτικό ιστό τη διανοητική (επιστημονική) εργασία και στα πλαίσια της σύγχρονης ενότητάς τους αντιπροσωπεύουν την καρδιά της σημερινής ριζοσπαστικής Αριστεράς, που χαρακτηρίζεται τόσο από τον αντινεοφιλελευθερισμό (που ωστόσο απέχει από τον αναγκαίο εργατικό αντικαπιταλισμό), όσο και από την ισχυρή ροπή προς τον κυβερνητισμό (που διαφοροποιείται από την αναγκαία εργατική μετωπική λαϊκή αντιπολίτευση). Μ’ άλλες λέξεις αν ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει πραγματικά και γνήσια τον ένα αναγκαίο πολιτικό σχηματισμό του ελληνικού αριστερού κινήματος (ριζοσπαστικά στρώματα της διανοητικής εργασίας), εντούτοις –τόσο στο επίπεδο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και στην υπόλοιπη Αριστερά– απουσιάζει απελπιστικά η εργατική ριζοσπαστική διάσταση με όρους αυτονομίας και χειραφέτησης, είτε με αυτοτελή μορφή (εργατικό αριστερό ριζοσπαστικό κόμμα) είτε με όρους θεμελιακής κοινωνικής συνιστώσας στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτό γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ συντίθεται από 8 πολιτικές συνιστώσες, από μία όμως και μόνον κοινωνική συνιστώσα (ριζοσπαστικά τμήματα της διανοητικής εργασίας, μισθωτής στο δημόσιο και ελεύθερης επαγγελματικής), ενώ απουσιάζει η οποιαδήποτε αξιόλογη εργατική ριζοσπαστική συνιστώσα. Επόμενο είναι έτσι η πολιτική που επιχειρεί να εκφράσει ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυρίαρχη συνιστώσα του ο ΣΥΝ, να χαρακτηρίζεται από «κοινωνική ανεπάρκεια», αποτύπωση του μερικού (ριζοσπαστικές μικροαστικές μερίδες) και όχι του συνολικού (συμμαχία εργατικής τάξης και ριζοσπαστικών τμημάτων της μικροαστικής τάξης), εγγενή κυβερνητισμό, προάσπιση του «δημόσιου χώρου» (με θέση στο απυρόβλητο της καπιταλιστικής οικονομίας, των δομών και σχέσεων της παραγωγής).

4. Η ριζοσπαστική κοινωνική και πολιτική εργατική έκφραση στην απαρχή της νέας ιστορικής περιόδου Γίνεται έτσι φανερό ότι στη σημερινή νέα ιστορική περίοδο που έχει ανοίξει (κλονισμός του νεοφιλελεύθερου δικομματισμού, τελεσίδικη παραφθορά του σοσιαλφιλελευθερισμού, κίνημα φοιτητικών καταλήψεων 2006 - 07, «εκλογική στροφή προς τα αριστερά», απεργιακή δράση μισθωτής εργασίας απέναντι στο κυβερνητικό εγχείρημα κατεδάφισης των όποιων ασφαλιστικών εργατικών δικαιωμάτων έχουν απομείνει), επανατίθεται εκ νέου το μείζον ζήτημα της κοινωνικής οργάνωσης, της πολιτικής αντιπολιτευτικής έκφρασης, της αντικαπιταλιστικής στρατηγικής χειραφέτησης της ελληνικής εργατικής τάξης. Κι αυτό με όρους πραγματικής αυτοτελούς υπόστασης στο βαθμό που η σοσιαλδημοκρατική της ιστορική έκφραση έχει οριστικά χρεοκοπήσει, η ανάδειξή της μέσα από την παραδοσιακή κομμουνιστική πολιτική (ΚΚΕ) χειραγωγείται, στρεβλώνεται και εξουδετερώνεται από την κυρίαρχη παραδοσιακή μικροαστική ηγεμονία, και η παρουσία της στη ριζοσπαστική αντινεοφιλελεύθερη Αριστερά έχει περιθωριακά χαρακτηριστικά, ενώ η έκφρασή της σε σχήματα της Επαναστατικής Αριστεράς έχει αποδειχθεί ατελέσφορη και άγονη (λόγω του επικρατούντος στις τάξεις της απομονωτισμού και απογείωσης). Και μάλιστα σ’ ένα κοινωνικό πεδίο όπου παρ’ όλα τα νέα στοιχεία της περιόδου, χαρακτηρίζεται από την καταστροφή του συλλογικού συνδικαλιστικού ιστού, από την απουσία συνέχειας και μετάδοσης της ιστορικής εμπειρίας της εργατικής τάξης («μαύρη τρύπα» 1990 - 2007), την ύπαρξη μιας αναιμικής θεσμικής μορφής συνδικαλιστικής οργάνωσης και μάλιστα υπό εργοδοτική ηγεμονία (πλειοψηφίες ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ στη ΓΣΕΕ και στην ΑΔΕΔΥ). Η εργατική τάξη εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο μόνον «εξ αντανακλάσεως» και δευτερογενώς λόγω της ισχυρής 20ετούς κοινωνικής της ήττας (1987 - 2007) και εξ αιτίας της ιστορικής χρεοκοπίας των κλασικών της μορφών πολιτικής έκφρασης (σοσιαλδημοκρατίας και παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος).

Ωστόσο η Αριστερά υπάρχει, πολύ περισσότερο στη ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική της εκδοχή, πρωτίστως και κυρίαρχα για την υπηρέτηση της κοινωνικής οργάνωσης, την προαγωγή της ταξικής αντιπολίτευσης, την προώθηση της οικονομικής απελευθέρωσης, την πραγμάτωση της γενικευμένης χειραφέτησης της εργατικής τάξης (σε συμμαχία προφανώς με το άλλο τμήμα της μισθωτής εργασίας που είναι η νέα μισθωτή μικροαστική τάξη καθώς και με τμήματα των παραδοσιακών μεσαίων στρωμάτων).

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες νεοφιλελεύθερου κοινωνικού ολέθρου και στρεβλωμένων ή ανύπαρκτων εκπροσωπήσεων των άμεσων, μεσοπρόθεσμων και στρατηγικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, ποια τμήματά της μπορούν σήμερα να σηματοδοτήσουν το υπόβαθρο της κοινωνικής και πολιτικής της έκφρασης, κάτω από ποιους όρους, με ποιες μορφές και υπό ποιες προϋποθέσεις; Τα τμήματα αυτά σήμερα δεν είναι άλλα από:

Εργατικά λαϊκά στρώματα με ταξικά αγωνιστικά χαρακτηριστικά που εκφράζονται στο ΠΑΜΕ και χειραγωγούνται από την «αντιμπεριαλιστική -αντιμονοπωλιακή» κυριαρχία του ΚΚΕ.

Πλατιά εργατικά στρώματα της ιστορικής εμβέλειας του ΠΑΣΟΚ που εξ αιτίας της τελεσίδικης νεοφιλελεύθερης μετάλλαξής του στρέφονται «εκλογικά προς τα αριστερά».

Περιορισμένες μερίδες της εργατικής τάξης που καταγράφονται στον ΣΥΡΙΖΑ, στα πεδία της ταξικής ανεξαρτησίας και σε σχήματα της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Η ανάγκη για ανάδειξη ενός είδους εργατικού αντικαπιταλιστικού «ΣΥΡΙΖΑ» είναι πλέον περισσότερο από προφανής. Το αν αυτό θα συμβεί ως μια οργανική και κυρίαρχη εργατική διάσταση στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ, αν θα προκύψει μέσα από τη χειραφέτηση των εργατικών δυνάμεων του ΠΑΜΕ και τη σύγκρουσή τους με την παραδοσιακή μικροαστική ηγεμονία που διαμεσολαβεί η γραφειοκρατική κομματική ιεραρχία του ΚΚΕ, αν θα γίνει από αυτοτελείς διαδικασίες ανάδειξης ενός ριζοσπαστικού εργατικού κόμματος, ή αν θα πραγματοποιηθεί και με τις τρεις διαδικασίες ταυτόχρονα (πράγμα που είναι ευκταίο), εξαρτάται από τον βαθμό συνειδητοποίησης αυτής της αναγκαιότητας, από την ίδια την εξέλιξη της ταξικής πάλης, και από το μέτρο ανταπόκρισης των αντίστοιχων εργατικών, πολιτικών και διανοητικών δυνάμεων. Οι πολιτικές και κοινωνικές παράμετροι που είναι σε θέση σήμερα να θέσουν σε τροχιά μια τέτοια εκρηκτικά αναγκαία κατεύθυνση δεν είναι άλλες από: Την ανάδειξη της πολιτικής ενός Εργατικού Ταξικού Μετώπου. – Την προβολή της κατεύθυνσης μιας Αριστερής Λαϊκής Συμμαχίας. – Τη διαμόρφωση ενός Ριζοσπαστικού Προγράμματος Πάλης.

5. Ορόσημα της εργατικής ριζοσπαστικής ανασύνθεσης Το Εργατικό Ταξικό Μέτωπο αντιπροσωπεύει την οριζόντια ενωτική συνάρθρωση όλων των υπαρκτών εργατικών ταξικών υποκειμένων: Ταξικών συνδικαλιστικών παρατάξεων, αυτόνομων εργατικών παρεμβάσεων και σχημάτων, ανεξάρτητων ριζοσπαστών μισθωτών εργαζομένων στην καπιταλιστική παραγωγή. Ως ενωτικό μετωπικό σχήμα του συνόλου των ταξικών δυνάμεων (πέραν της εργοδοτικής παραφθοράς και μετάλλαξης της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ), χαρακτηρίζεται από την πολυφωνία, τη δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία, την προώθηση ενωτικών πρωτοβουλιών και εργατικών σχημάτων σε επιχειρησιακούς ή κλαδικούς συνδικαλιστικούς χώρους της ιδιωτικής κυρίως οικονομίας, στο πεδίο της κοινωνικής οργάνωσης (για την υπέρβαση της «συνδικαλιστικής ερήμου») όσο και των ζωτικών κοινωνικών ζητημάτων της συγκυρίας της ταξικής πάλης (π.χ. αποτελεσματική υπεράσπιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ριζική αύξηση των εργατικών μισθών κλπ.). Το Εργατικό Ταξικό Μέτωπο στη σημερινή συγκυρία της ταξικής πάλης:

Αναπτύσσει την αντιπαλότητα της εργατικής τάξης στην εργοδοτική δικτατορία στις επιχειρήσεις της καπιταλιστικής παραγωγής σ’ όλα τα ζωτικά καίρια ζητήματα της μισθωτής εργασίας (αντικαπιταλιστική διάσταση).

Εκφράζει την κοινωνική ριζοσπαστική αντιπολίτευση στην αστική κρατική πολιτική των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων σ’ όλους τους οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς (αντινεοφιλελεύθερος ρόλος).

Προωθεί την αντιπαράθεση με την εργοδοτική και συναινετική παραφθορά της πλειοψηφίας του θεσμικού συνδικαλιστικού κινήματος, λειτουργώντας ως ταξική αντιπολίτευση στα όργανα και στις διαδικασίες του, όσο και αυτοτελώς έξω απ’ αυτά σε αναφορά με την εργατική πλειοψηφία της «συνδικαλιστικής ερήμου» (αντιγραφειοκρατικός χαρακτήρας).

Το μέτωπο αυτό ταξικής κατεύθυνσης και εργατικής ενεργοποίησης θέτει κυρίαρχα στο επίκεντρό του τα άμεσα ζωτικά συμφέροντα της μισθωτής εργασίας της καπιταλιστικής παραγωγής, όπου επικρατεί το καθεστώς του εργοδοτικού δεσποτισμού, σε σχέση με τη μισθωτή εργασία του δημόσιου τομέα, η οποία αντιμετωπίζει μεν απειλές αποψίλωσης του εργασιακού της καθεστώτος, ωστόσο όμως το «προνοιακό εργασιακό» της καθεστώς έχει παραμείνει εν πολλοίς στο απυρόβλητο. Επιζητεί την ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής κοινωνικής άμυνας στις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις που επιχειρούνται να ολοκληρωθούν τόσο στην κοινωνική ασφάλιση όσο και στις κοινωφελείς επιχειρήσεις μέσα από τη στρατηγική της ιδιωτικοποίησής τους. Προάγει τη ριζοσπαστική εργατική αντεπίθεση στο επίπεδο της δραστικής διεκδίκησης της ουσιαστικής αύξησης της αμοιβής της μισθωτής εργασίας στην καπιταλιστική παραγωγή. Επιδιώκει την κατάργηση του απολυταρχικού διευθυντικού δικαιώματος των επιχειρήσεων, το οποίο με τις «αναιτιολόγητες» απολύσεις αντιπροσωπεύει τον υπέρτατο βαθμό κοινωνικής δικτατορικής βίας. Επιζητεί την καθιέρωση επιδομάτων ανεργίας αντίστοιχου ύψους με τον τελευταίο πραγματικά καταβαλλόμενο μισθό προκειμένου να εξουδετερώσει την παραλυτική πίεση του εφεδρικού στρατού των ανέργων. Αναδεικνύει το μείζον θέμα της ελεύθερης λειτουργίας των συνταγματικών συλλογικών εργατικών δικαιωμάτων στην καπιταλιστική παραγωγή, ζήτημα των ζητημάτων για τα «δικαιώματα» και ολόκληρο το ελληνικό αριστερό κίνημα. Διεκδικεί την κατάργηση κάθε μορφής υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης καθώς και κάθε τύπου μερικής και ελαστικής εργασίας (κατάργηση του ιστορικού 8ωρου προς τα πάνω και προς τα κάτω).

Αν το Εργατικό Ταξικό Μέτωπο αντιπροσωπεύει την αντικειμενική μετωπική κοινωνική διαδικασία ενίσχυσης της παρουσίας και παρέμβασης της εργατικής τάξης, η Αριστερή Λαϊκή Συμμαχία ως η πολιτική και κοινωνική ριζοσπαστική ενότητα των αριστερών δυνάμεων (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, Επαναστατική Αριστερά) συνιστά τη διαδικασία ισχυροποίησης των μισθωτών εργαζομένων δυνάμεων στους συνολικούς πολιτικούς και οικονομικούς συσχετισμούς. Η Αριστερή Λαϊκή Ενότητα αναφέρεται κατ’ εξοχήν στα μείζονα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της συγκυρίας, αλλά και εξίσου στα καίρια θέματα της μεσοπρόθεσμης τακτικής του κινήματος, με ανοιχτούς τους προσανατολισμούς στο επίπεδο της στρατηγικής, όπου και καταγράφονται αντικειμενικά αποκλίνουσες κατευθύνσεις που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν γόνιμα και να ξεπεραστούν συνθετικά παρά μέσα από τις ίδιες τις αγωνιστικές και δημοκρατικές διαδικασίες του εργατικού λαϊκού κινήματος στην προοπτική του ίδιου του αυτοπροσδιορισμού του.

Κατά συνέπεια η Αριστερή Λαϊκή Συμμαχία, παράλληλα με την Εργατική Ταξική Ενότητα, συγκροτεί κυρίαρχα αντιπολιτευτικό λαϊκό μέτωπο απέναντι στην εργοδοτική εξουσία και πολιτική όσο και σε αντιπαράθεση προς τη νεοφιλελεύθερη κρατική διαχείριση του αστικού δικομματισμού. Μ’ αυτή την έννοια, μακράν οποιουδήποτε άμεσου ή έμμεσου «κυβερνητισμού», χαρακτηρίζεται πρωτίστως από την πολιτική γραμμή της «αποτελεσματικής κοινωνικής άμυνας» (λ.χ. ματαίωση της ψήφισης του τρίτου στη σειρά νόμου για την αποψίλωση των ασφαλιστικών εργατικών δικαιωμάτων, απόκρουση της ιδιωτικοποίησης των κοινωφελών επιχειρήσεων, υπηρεσιών και δικτύων υποδομών κλπ.), όσο και από την κατεύθυνση της «ριζοσπαστικής εργατικής αντεπίθεσης» σε μεσοπρόθεσμο τακτικό επίπεδο (π.χ. κοινωνικό κίνημα διεκδίκησης ριζικών αυξήσεων της αμοιβής της μισθωτής εργασίας, επανακατάκτησης των συνταγματικών εργατικών ελευθεριών στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, κατάργησης των κάθε είδους μορφών ιδιωτικής και φροντιστηριακής εκπαίδευσης κ.ά.). Μόνον μέσα από την ανάπτυξη αυτού του αριστερού λαϊκού μετώπου, σε ολομέτωπη αντιπαλότητα προς την αστική ταξική κυριαρχία (εργοδοτική και κυβερνητική) είναι δυνατή η ανάδειξη των όρων «εναλλακτικής κυβερνητικής εξουσίας» της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί παρά να στοιχειοθετείται από βαθιές σοσιαλιστικές τομές σε συνδυασμό με τον ενεργό και δραστικό ρόλο ενός ισχυρού εργατικού ταξικού κινήματος (το οποίο σήμερα απουσιάζει κατά τρόπο απελπιστικό), απαρέγκλιτη «βάση» και «κορυφή» της όποιας αριστερής δημοκρατικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Αν έτσι άρα έχουν τα πράγματα με την Ταξική Εργατική Ενότητα στο κοινωνικό επίπεδο, κι αντίστοιχα τίθενται τα ζητήματα στο επίπεδο της Αριστερής Λαϊκής Ενότητας, τότε κυρίαρχος ρόλος ανατίθεται στο Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα Πάλης στη συγκυρία και στη μεσοπρόθεσμη τακτική. Είναι αυτό ακριβώς που αντιπαρατίθεται και υπερβαίνει διαλεκτικά και τις δύο «εκτροπές» της αριστερής πολιτικής γραμμής: (α) Τόσο εκείνη του έκδηλου και εγγενούς «κυβερνητισμού» της μιας πλευράς, έκφρασης της μικροαστικής ριζοσπαστικής ηγεμονίας, επιρρεπούς προς την κατεύθυνση της «εναλλακτικής προοδευτικής διακυβέρνησης», που εξαντλείται στην υπεράσπιση του «δημόσιου χώρου», στην ευαισθησία έναντι «ευπαθών ομάδων» του πληθυσμού, στον θεσμικό αστικό δημοκρατισμό, στην «υγιή» διευθέτηση των σχέσεων αστικού κράτους και καπιταλιστικών επιχειρήσεων κλπ., (β) όσο και εκείνη που μεταθέτει τις ριζοσπαστικές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές στο «υπερπέραν» της Λαϊκής Εξουσίας και Οικονομίας, αντιμετωπίζοντας την πραγματοποίησή τους ως αποτέλεσμα του «ατσαλώματος» του κομματικού υποκειμενισμού, ως προϊόν της περιχαράκωσης των «συνεπών» επαναστατικών δυνάμεων, ως «υπερβατική μετατόπιση» που η έκφανσή της στο ιστορικό παρόν δεν είναι άλλη από τον στείρο «κοινωνικό αμυντισμό».

Απεναντίας το Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα Πάλης, υλική κοινωνική προϋπόθεση του στρατηγικού σοσιαλιστικού προγράμματος εξουσίας, απαντά ακριβώς μέσα από την αγωνιστική ενωτική κινητοποίηση του εργατικού λαϊκού παράγοντα σ’ όλο το φάσμα των επίδικων ζητημάτων της ταξικής αντιπαράθεσης κατά τέτοιον τρόπο που να προσδίδει αποτελεσματικότητα και δυναμική στις ζωτικές κοινωνικές ανάγκες και διεκδικήσεις (οικονομικές, εκπαιδευτικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικές κλπ.). Είναι ο συνεκτικός προγραμματικός ιστός ανάμεσα στο Εργατικό Ταξικό Μέτωπο και στην Αριστερή Λαϊκή Συμμαχία, προσλαμβάνοντας ταυτόχρονα αντινεοφιλελεύθερα και εργατικά αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, που στην ίδια τους την αντιπολιτευτική ανάπτυξη αναδεικνύουν προοπτικά, με γειωμένους όρους, τις στρατηγικές κατευθύνσεις της γενικευμένης κοινωνικής απελευθέρωσης και σοσιαλιστικής χειραφέτησης.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή