Κυπριακό: πρόβλημα των λαών κι όχι της διπλωματίας; Εκτύπωση
Τεύχος 9, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1984


Κυπριακό: Πρόβλημα των λαών και όχι της διπλωματίας;
του Murat Avdin

Η γραμμή της διχοτόμησης από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50 μέχρι τις μέρες μας δεσπόζει πάντα στην τουρκική πολιτική σκηνή άλλοτε φανερά και άμμεσα κι άλλοτε έμμεσα, είτε στη διάρκεια των αστικών κυβερνήσεων της Τουρκίας είτε στη διάρκεια της αρχηγίας Kucuk - Denktas. H διχοτόμηση που έμπρακτα πραγματοποιήθηκε στο νησί με την επέμβαση του τουρκικού στρατού τον Ιούλη του 1974, ανακηρύχτηκε πλέον επίσημα και σε διεθνές επίπεδο, στις 15 Νοέμβρη 1983 με την απόφαση για ανεξαρτησία της Βουλής του Τουρκοκυπριακού Ομοσπονδιακού Κράτους. Αυτή η απόφαση είναι καρπός των τελευταίων εξελίξεων σε κάθε μια από τις κορυφές του τριγώνου Τουρκία - Κύπρος - Ελλάδα. Αυτή η απόφαση επίσης θα δημιουργήσει καινούργια προβλήματα και στις τρεις αυτές χώρες αλλά και στην περιοχή της Μ. Ανατολής - Ανατολικής Μεσογείου όπου η ένταση αυξάνεται συνεχώς.

1. Η κατάσταση στην Κύπρο
Τα αποτελέσματα των εκλογών που έγιναν το 1981 και το 1982, πρώτα στον τουρκικό τομέα και αμέσως μετά στον ελληνικό και οι εξελίξεις που ακολούθησαν, ήταν αρνητικές τόσο για το NATO όσο και για την αμερικανική κυβέρνηση. Ενώ στις πρώτες προεδρικές εκλογές που διεξάχθηκαν στον τουρκοκυπριακό τομέα, ο Ντενκτάς που για χρόνια θεωρείτο «εθνικός ήρωας», κατάφερε να πάρει το 51% των ψήφων, λίγο διάστημα μετά, το φθινόπωρο του '81, στις βου λευτικές εκλογές, το κόμμα του UBP (Κόμμα Εθνικής Ένωσης) δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία στη Βουλή. Τα αριστερά κόμματα της αντιπολίτευσης, από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο, Τ.Κ.Ρ. (Μαζικό Απελευθερωτικό Κόμμα), C.T.P. (Δημοκρατικό Τουρκικό Κόμμα), D.H.P. (Δημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα), συζητούσαν για την δημιουργία κυβέρνησης συνασπισμού, αλλά μετά από «επίσκεψη» στην Κύπρο του Νουρεττίν Ερσίν μέλους του Τουρκικού Εθνικού Συμβούλιου Ασφαλείας, ιδρύεται κυβέρνηση συνασπισμού από τα U.B.P. - D.H.P. Η αδέσμευτη πολιτική που ιστορικά επικρατεί στον ελληνικό τομέα της Κύπρου όσο και η αντίστοιχη τάση που αναπτύχθηκε στις πρώτες κιόλας εκλογές που έγιναν στον τουρκικό τομέα, ανησύχησε τις ιμπεριαλιστικές χώρες που επιδιώκουν να καταστήσουν την Κύπρο «αβύθιστο αεροπλανοφόρο του NATO» στην Ανατολική Μεσόγειο. Γιατί και τα τουρκοκυπριακά κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και της ελληνοκυπριακής πλευράς, το ΑΚΕΛ και το σοσιαλιστικό ΕΔΕΚ, διεκδικούσαν μια Κύπρο απαλλαγμένη από βάσεις τελείως ανεξάρτητη και δημοκρατική. Οι επιτυχίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν πολύ πιεστικές για τον Ντενκτάς και την κλίκα του που υποστήριζαν τη διχοτομική πολιτική καθώς και για τους φασιστικούς πυρήνες όπως την «Οργάνωση Τουρκικής Αντίστασης» (Τ.Μ.Τ.) που από την δεκαετία του '50 και του '60 δολοφόνησαν ή υποχρέωσαν όλους τους προοδευτικούς τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν το νησί, μόλις άρχισαν να εμφανίζονται προοδευτικές ιδέες. Από την άλλη τα προβλήματα μέσα στο Τουρκοκυπριακό Ομοσπονδιακό Κράτος αυξάνουν και η κυβέρνηση Ντενκτάς U.B.P. αδύναμη να βρει λύση στα προβλήματα αυτά άρχισε να χάνει τη λαϊκή συναίνεση. Κατά την «ειρηνευτική» επιχείρηση του '74 κάνοντας ένα άλμα προς τη δικιά της πολιτική κατεύθυνση εξασφάλισε μια διέξοδο για το σύνολο της τουρκοκυπριακής κοινωνίας. (Η διασπαστική πολιτική της τουρκοκυπριακής ηγεσίας καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '60 αποδείχτηκε αδιέξοδη οδηγώντας τη λύση σε συνεχείς αναβολές). Κατόρθωσε έτσι (ο Ντενκτάς) να γίνει η μοναδική πολιτική επιλογή. Τον τελευταίο καιρό αυτή η επιλογή είχε αρχίσει να αμφισβητείται. Γιατί οι διακοινοτικές συνομιλίες που συνεχίζονται από το '75 δεν κατάληξαν σε μόνιμες λύσεις και ειδικά το 1983 με την πολιτική της ελληνοκυπριακής διοίκησης και της κυβέρνησης του Παπανδρέου οδηγήθηκαν σε στασιμότητα. Στο διεθνές επίπεδο πάρθηκαν αποφάσεις που αναιρούσαν όσα οι τουρκοκύπριοι είχαν κερδίσει τα προηγούμενα χρόνια και άφηναν έτσι τον Ντενκτάς σε δύσκολη θέση. Ο Ντενκτάς ήταν υποχρεωμένος να κάνει ένα πολιτικό άλμα για να αποφύγει την δυσμενή θέση στην οποία βρισκόταν τόσο έναντι της ελληνοκυπριακής κυβέρνησης όσο και έναντι της αντιπολίτευσης, αλλιώς ήταν πολύ πιθανή η πτώση του κόμματος του στις εκλογές που θα γινόταν μετά 2 χρόνια (αυτή η πιθανότητα δεν συνέφερε στην αναπτυσσόμενη στο νησί τουρκοκυπριακή μπουρζουαζία, ούτε στις τουρκικές άρχουσες τάξεις ούτε στις χώρες του NATO με επικεφαλής τις ΗΠΑ). Στο μεταξύ η αντιπολιτευτική στάση των τουρκοκυπριακών αντιπολιτευόμενων κομμάτων αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα για την τουρκική χούντα των στρατηγών. Η χούντα που παρεμπόδιζε στην Τουρκία κάθε είδους δημοκρατική, προοδευτική δράση και συστηματοποιούσε φασιστικού τύπου καταστολή γίνεται «εγγυήτρια» για την αριστερή αντιπολίτευση του Τουρκικού Ομοσπονδιακού Κράτους στην Κύπρο. Ενώ στην Τουρκία δικάζονται τα μέλη της Επιτροπής Ειρήνης και της DISK (Συνομοσπονδία Επαναστατικών Εργατικών Συνδικάτων), με την κατηγορία ότι προβάλλουν απόψεις για το Κυπριακό θέμα παράλληλες μ' αυτές της Σοβ. Ένωσης, και καταδικάζονται, στον τουρκοκυπριακό τομέα το C.T.P. (Δημοκρατικό Τουρκικό Κόμμα), που υπερασπίζει παρόμοιες απόψεις, βρίσκεται υπό την προστασία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, απόδειξη ότι η χούντα προσπαθεί να γεφυρώσει αυτές τις αντιθέσεις. (Στη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, μεταξύ 19671-974, ο ελληνοκυπριακός τομέας έζησε αντίστοιχες πολιτικές καταστάσεις. Η πολιτική της χούντας για την εξάλειψη αυτής της διαμάχης οδήγησε μέχρι το πραξικόπημα του Σαμψών, με τη συγκατάβαση των ΗΠΑ, ενάντια στην κυβέρνηση του Μακαρίου). Το μόνο όμως που απέμενε για τον Νενκτάς ήταν η κήρυξη της ανεξαρτησίας. Σίγουρα αν η χούντα δε συναινούσε ο Ντενκτάς δεν θα έκανε κανένα βήμα κι η χούντα είχε ήδη συμφωνήσει γι' αυτό απ' τις αρχές του καλοκαιριού του '83. Το μόνο που απέμενε ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για την ανακοίνωση. Ο Ντενκτάς με τη σιγουριά που του πρόσφερε η συναίνεση της χούντας άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματα για την «ανεξαρτησία» το καλοκαίρι του '83. Το νομοσχέδιο που καθιστούσε αρμόδιο το συμβούλιο του Τουρκικού Κυπριακού Ομοσπονδιακού Κράτους στο θέμα να καθορίζει τη μοίρα του μόνος του ο τουρκοκυπριακός τομέας, ήταν μέρος αυτού του σχεδίου της «ανεξαρτησίας». Μετά τα αποτελέσματα και την «έκπληξη» των εκλογών στην Τουρκία, με το φόβο μήπως χάσει την ευκαιρία που παρουσιαζόταν, ο Ντενκτάς θεώρησε καλό να μην περιμένει άλλο για να προχωρήσει στην κήρυξη του «ανεξάρτητου» κράτους. Με την ανακήρυξη του ανεξάρτητου κράτους, ο Ντενκτάς και με τη συμπαράσταση της χούντας της Τουρκίας, προχώρησε σε μια εσωτερική επιχείρηση που όπως απεδείχθει εκ των υστέρων, είχε σχεδιαστεί από πολύ πιο πριν. Το Τ.Κ.Ρ. (Μαζικό Απελευθερωτικό Κόμμα) και το C.T.P. (Δημοκρατικό Τουρκικό Κόμμα), με την ίδρυση του Βόρειου Τουρκικού Κυπριακού Κράτους, αντιμετώπισαν την διάλυση. Ο Ντενκτάς την ημέρα της ανακοίνωσης της απόφασης για το «ανεξάρτητο κράτος» χαιρέτησε τα μέλη της Βουλής του Τουρκικού Κυπριακού Ομοσπονδιακού Κράτους σαν βασικά μέλη της ιδρυτικής βουλής του νέου κράτους και ανακοίνωσε ότι η ιδρυτική Βουλή θα προχωρούσε στην σύνταξη νέου Συντάγματος. Ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιδρούσαν στην πολιτική του Ντενκτάς να χρησιμοποιήσει την κήρυξη του ανεξάρτητου κράτους για τους δικούς του δικτατορικούς σκοπούς, ο ίδιος επωφελούμενος από την σωβινιστική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε και το κλίμα εθνικής ομοψυχίας άρχισε να πραγματοποιεί τα σχέδια του. Στις 2 Δεκέμβρη η Βουλή του Β.Τ.Κ.Κ. (Βόρειο Τουρκικό Κυπριακό Κράτος) συνέρχεται εκτάκτως για να συζητήσει το σχετικό με την ιδρυτική βουλή νομοσχέδιο. Σύμφωνα μ' αυτό θα δημιουργηθεί ιδρυτική βουλή με την πρόσθεση 30 ακόμη μελών στην σαρανταμελή ήδη υπάρχουσα βουλή. Από αυτά, τα δέκα μέλη θα διορίζονται από τον ίδιο τον Ντενκτάς, ενώ τα υπόλοιπα είκοσι από επαγγελματικές οργανώσεις, συλλόγους και κόμματα που είχε την υποστήριξη τους. Παράδειγμα, δεν αναγνωρίστηκε τέτοιο δικαίωμα στα κόμματα Τ.Κ.Ρ. και C.T.P. που στις εκλογές του '81 πήραν το 48% των ψήφων, ενώ αναγνωρίστηκε στο κόμμα Τ.Β.Ρ. (Κόμμα Τουρκικής Ένωσης), που είναι η συνέχεια του κόμματος Μ.Η.Ρ. (Εθνικιστικό Λαϊκό Κόμμα) της Τουρκίας, του οποίου την αρχηγία έχει κάποιος απόστρατος αξιωματικός που έλαβε μέρος στην επιχείρηση του 1974, έχει εξασφαλίσει ψήφους από μετανάστες του Μ.Η.Ρ, που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο και έχει βγάλει μόνο ένα βουλευτή. Το νομοσχέδιο, παρ' όλη την αντίδραση της αντιπολίτευσης ψηφίστηκε με 24 ψήφους έναντι 16. Αμέσως μετά διορίζονται τα μέλη της ιδρυτικής βουλής η οποία στις 7 Δεκέμβρη αναλαμβάνει τα καθήκοντα της. Το πρώτο προς συζήτηση θέμα της ιδρυτικής βουλής είναι η τροποποίηση στο Σύνταγμα που ετοίμασε ο σύμβουλος του Ντενκτάς, Τουράν Φεγζίογλου (άνθρωπος της τουρκικής μονοπωλιακής αστικής τάξης), και που θυμίζει το σύστημα προεδρίας που εφαρμόστηκε στην Τουρκία με το Σύνταγμα του 1982. Ο Ντενκτάς μετά από αυτή τη τροποποίηση στο Σύνταγμα ετοιμάζεται να παραιτηθεί και επωφελούμενος απ' το κλίμα εθνικής ομοψυχίας να επιβάλλει και τον εαυτό του στη θέση του Προέδρου και το νέο Σύνταγμα. Μ' αυτό τον τρόπο θα εκμηδενίσει την επιρροή της αντιπολίτευσης και θ' αναλάβει τη διακυβέρνηση με ισχυρή υποστήριξη. Με λίγα λόγια ο Ντενκτάς, με την απόφαση για «ανεξαρτησία» όπως δήλωσε και το Τ.Κ.Ρ. έκανε πραξικόπημα. Αποσκοπεί να δημιουργήσει ένα αυταρχικό σύστημα προεδρίας, να περιορίσει τις πολιτικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα, να έχει μια βουλή κάτω από τον έλεγχο του και μια ανίσχυρη αντιπολίτευση. Έτσι θα εξασφαλιστούν οι κατάλληλες συνθήκες για τους πολιτικούς ελιγμούς των Η.Π.Α., του NATO, της τουρκικής χούντας και των τουρκοκυπριακό αντιδραστικών φασιστικών εστιών στο νησί. Στον ελληνοκυπριακό δε τομέα, στις εκλογές του 1982, η συμμαχία Κυπριανού - ΑΚΕΛ διατήρησε την ισχύ της, εξασφαλίζοντας μια συντριπτική πλειοψηφία έναντι στο δεξιό μέτωπο του Κληρίδη. Ο Κυπριανού συνεχίζοντας την αδέσμευτη και ανεξάρτητη πολιτική που άσκησε ο Μακάριος μετά το 1960, αναπτύσσει τις σχέσεις του με το ΑΚΕΛ. Ταυτόχρονα με την ανακήρυξη ανεξαρτησίας στον τουρκοκυπριακό τομέα, ο Κληρίδης αντέδρασε μεν ενάντια στην απόφαση αυτή, δεν παρέλειψε όμως να προσθέσει ότι ήταν και δημιούργημα της ασυμβίβαστης στάσης που κρατούσε ο Κυπριανού. Αν θυμηθούμε ότι και ο προηγούμενος αρχηγός του κόμματος της Ν. Δημοκρατίας, Ε. Αβέρωφ άσκησε ανάλογη κριτική στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, γίνεται φανερό ότι οι φιλοαμερικανικές δεξιές αντιπολιτεύσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο εμφανίζονται περισσότερο συμβιβαστικές και διαλλακτικές απέναντι στο NATO και τις ΗΠΑ.

2. Η κατάσταση στην Ελλάδα
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακολουθεί, παρ' όλο που η Ελλάδα είναι μέλος του NATO, μια γραμμή στην εξωτερική της πολιτική «ανεξαρτησιακή». Ακολουθεί επίσης μια τακτική που υποδαυλίζει την αντιΝατοϊκή και αντιαμερικανική διάθεση του λαού που δημιούργησε η χούντα των συνταγματαρχών, χρησιμοποιώντας την σαν χαρτί στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται. Παράλληλα όμως, για να αμβλύνει την όποια δυσφορία στους κόλπους του στρατού και να διατηρήσει τη συναίνεση των κεντροδεξιών ψηφοφόρων του δεν διστάζει να συντηρεί μια αρκετά σοβινιστική στάση και στα προβλήματα με την Τουρκία και στο Κυπριακό ζήτημα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να νομιμοποιήσει την πολιτική της απέναντι στο NATO και τις ΗΠΑ δημιουργώντας την εντύπωση ότι και το NATO και οι ΗΠΑ, συμπεριφέρονται με τρόπο αντίθετο προς τα συμφέροντα της Ελλάδας, στην διαμάχη Ελλάδας - Τουρκίας (κάπως έτσι συμπεριφερόταν στην Τουρκία ορισμένοι «αριστεροί» πολιτικοί κύκλοι την περίοδο της κυβέρνησης του Έτζεβιτ). Αυτή η στάση γίνεται αποδεκτή από το ΚΚΕ και πολλές φορές υποστηρίζεται. Τελικά ηγεμονεύει ένα κύμα σωβινισμού, που επιβάλλει ιδεολογικά τον συντηρητισμό και αυξάνει την ένταση στις σχέσεις Τουρκίας - Ελλάδας. Η σύμπλευση του ΠΑΣΟΚ με την ασυμβίβαστη πολιτική του Κυπριανού απέναντι στο Β.Τ.Κ.Κ. δεν αποθαρρύνει βέβαια τη διχοτομική πολιτική του Ντενκτάς και της κλίκας του. Η ανακήρυξη του ανεξάρτητου κράτους άφησε σε δύσκολη θέση και την κυβέρνηση Παπανδρέου, η οποία φαίνεται να μη διάθετα κανένα μέσο για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση των πραγμάτων, παρά μόνο να πετύχει την απομόνωση και μη αναγνώριση του Β.Τ.Κ.Κ. σε διεθνές επίπεδο. Αυτό όμως θα βοηθήσει μακροπρόθεσμα στην μονιμοποίηση της διχοτόμησης στο νησί.

3. Η κατάσταση στην Τουρκία
Ανάμεσα στα πρόσωπα της χούντας υπάρχουν άτομα που στις εξελίξεις του Κυπριακού τα τελευταία 20 χρόνια ήταν απ' ευθείας αναμιγμένοι. Αλλά και ο αρχηγός του κόμματος M.D.P. (Εθνικιστικό Δημοκρατικό Κόμμα), Σουνάλη, στη δεκαετία του '60, την περίοδο εξουσίας Ινονού - Ντεμιρέλ, υπήρξε στρατιωτικός σύμβουλος στις αντιπροσωπείες που στάλθηκαν στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό (ο Σουνάλη, από τον Ιούλη του 1964 είχε δηλώσει στον Αμερικανό διαπραγματευτή Acheson, σε συνάντηση τους στην Τουρκία, ότι από στρατιωτική άποψη η ανάγκη της Τουρκίας απαιτούσε περισσότερες από μια βάσεις στο νησί. Κατά τον Σουνάλπ, η σημασία του νησιού, οφειλόταν στο ότι η Τουρκία ήταν εκτεθειμένη στο κομμουνιστικό μπλοκ και στη δυνατότητα της Ελλάδας να ελέγχει τις τουρκικές ακτές από το Τσανάκαλε μέχρι το νησί Μεης. Στις συγκρούσεις που συνέβησαν τον Αύγουστο του 1964 στην Κύπρο, με απόφαση του Οργανισμού Εθνικής Άμυνας βομβαρδίζονται στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί και αποφασίζεται επίσης να πραγματοποιηθεί απόβαση. Με την ακύρωση του σχεδίου αυτού ο στρατιωτικός σύμβουλος συνταγματάρχης είπε: «αφού αρχίσαμε, έπρεπε να συνεχίσουμε». Επίσης την περίοδο της εξορίας του Ντενκτάς στην Άγκυρα ο Σουνάλπ υπήρξε ο στενότερος φίλος του). Με τη στενή συνεργασία λοιπόν που διακρίνει τις σχέσεις χούντας - Ντενκτάς αποφασίστηκε η προώθηση του κυπριακού πραξικοπήματος. Ειδικά οι τελευταίες εξελίξεις (οι «διευκολύνσεις» αμερικανικών μονάδων του Λιβάνου), η στροφή της πολιτικής της Τουρκίας στη Μ. Ανατολή προς την πλευρά των Αμερικάνων, φαίνεται πως σχεδιαζόταν να νομιμοποιήσει τ' αποτελέσματα που θα δημιουργούσε στη Δύση η ανακήρυξη του Β.Τ.Κ.Κ. Το πρόβλημα ήταν ο προσδιορισμός του κατάλληλου χρόνου γι' αυτά τα βήματα. Οι εκλογές της 6 Νοέμβρη (και η πίεση του Ντενκτάς) συντόμευσαν αυτό το χρόνο. Οι στρατηγοί, με τη βοήθεια του τύπου, χρησιμοποίησαν την πολιτική και ιδεολογική κατάσταση που δημιούργησε το Κυπριακό για να επισκιάσουν τα αποτελέσματα των εκλογών και να προσανατολίσουν τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση που οι ίδιοι ήθελαν. Η χούντα για ν' αποκρούσει τις διεθνείς αντιδράσεις κατά της Τουρκίας έδειξε πώς η ανακήρυξη του νέου κράτους ήταν και για την ίδια μια έκπληξη και ισχυρίστηκε πως η απόφαση πάρθηκε μόνο από τους τουρκοκύπριους (το '74 η χούντα των συνταγματαρχών μετά το πραξικόπημα του Σαμψών ενάντια στον Μακάριο, δήλωσε κάτι παρόμοιο). Παρ' όλους όμως τους ισχυρισμούς της και τη στάση της η Τουρκία έσπευσε αμέσως ν' αναγνωρίσει το Β.Τ.Κ.Κ. και η δήλωση της ότι θα παραχωρήσει κάθε είδους βοήθεια σ' αυτό, διέψευσε τους στρατηγούς. Η ιδέα της ένωσης, μετά τη στρατιωτική επέμβαση του '74, άρχισε να διαδίδεται στους κύκλους του μεγάλου κεφαλαίου. Τα μονοπωλιακά γκρουπ βλέπουν την βορ. Κύπρο με «οικονομική όρεξη». Το Αραβικό κεφάλαιο που μετά το '76 έχασε το Λίβανο, έχει στρέψει το βλέμα του στην Κύπρο. Την τάση της μεγάλης μπουρζουαζίας για «οικονομική εισβολή» εξέφρασε με τον καλύτερο και σαφέστερο τρόπο ο Οζάλ. Ο Οζάλ κατέκρινε τον τρόπο και το χρόνο της απόφασης για το ανεξάρτητο κράτος, επειδή μειώθηκε εξ αιτίας του σημαντικά η πολιτική και ειδικά η οικονομική ενίσχυση απ' τις χώρες της Δύσης. Αν όμως λάβουμε υπόψη τη συνέντευξη που έδωσε αμέσως μετά τις 6 Νοέμβρη στον τουρκοκυπριακό ραδιοφωνικό σταθμό «Μπαϊράκ» (Σημαία) όπου έλεγε: «θα ανακηρύξουμε ελεύθερη εμπορική ζώνη όλον τον τουρκοκυπριακό τομέα», φαίνεται ότι αυτή είναι και η έκφραση των συμφερόντων των τουρκικών μονοπωλιακών κεφαλαίων, και ότι θα δημιουργήθηκαν καλύτερες προϋποθέσεις που βιάζεται να τις αξιοποιήσει. Αυτή η τάση που αναπτύσσεται στην τουρκική μονοπωλιακή αστική τάξη είναι και η τάση της τουρκικής μπουρζουαζίας που αναπτύσσεται στην Κύπρο. Με την ανακήρυξη του Β.Τ.Κ.Κ. η τουρκοκυπριακή αστική τάξη, που απόκτησε τις προϋποθέσεις που δεν είχε πριν λόγω της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης και της θέσης της εκκλησίας, θέλει να ανελιχθεί με τη συμπαράσταση της τουρκικής αστικής τάξης. Ο πολιτικός εκπρόσωπος της υπό εξέλιξη τουρκοκυπριακής αστικής τάξης, αρχηγός του κόμματος U.B.P., Ντενκτάς, σε κάποια ομιλία του είπε: «δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την Τουρκία». Εκτός τούτου ο Εβρέν, που προσδοκεί να γίνει ένας δεύτερος Κεμάλ, δεν θα διστάσει ν' ανακηρύξει την Κύπρο 68η επαρχία της Τουρκίας, αν δημιουργηθούν κατάλληλες συνθήκες σαν αυτές που χάρισαν την επαρχία Χατάι (της Συρίας) στην Τουρκία. Ο Ντενκτάς προβάλλοντας σαν αιτία τις οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές δυσκολίες που θ' αντιμετωπίσει το νέο κράτος, μπορεί να καταφύγει στο δημοψήφισμα για «ένωση με την Τουρκία» όπως ο πρόεδρος της Δημοκρατίας του Χατάι το 1938. Στο μεταξύ ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι της αντιπολίτευσης και μάλιστα «αριστεροί» εμφανίζονται περισσότερο εθνικιστές ακόμα και από την χούντα διεκδικώντας «εθνική ενότητα ενάντια στους ενωμένους εξωτερικούς εχθρούς». Μερικοί ελπίζοντας στην ηπιότερη στάση της χούντας στο εσωτερικό πρότειναν «συμμαχία στο εσωτερικό για εθνική ομοψυχία ενάντια στα εξωτερικά εμπόδια». Υπήρχαν κι αυτοί που προχώρησαν περισσότερο λέγοντας «το πρόβλημα της ανεξαρτησίας της Β. Κύπρου είναι ζήτημα ανεξαρτησίας της Τουρκίας». Άλλοι μέσα στη σύγχυση τους δεν αρκέστηκαν μονάχα σ' αυτά, αλλά διατύπωσαν απόψεις όπως «η ανεξαρτησία είναι δικαίωμα» ή «τι καλά που μείναμε μόνοι μας» (!), χωρίς καν να τους απασχολήσει η απάντηση στο ερώτημα «με ποιους; προς τα πού;». Δεν είναι μακρυά η στιγμή που οι κύκλοι αυτοί θα δηλώσουν και τον αντιιμπεριαλισμό της χούντας...

4. Η σύγκρουση ΗΠΑ - ΕΣΣΔ στην περιοχή
Σήμερα αν ρίξουμε μια ματιά στα προβλήματα της Μ. Ανατολής και της Μεσογείου, απ' την άποψη των συγκρούσεων ΗΠΑ Σοβ. Ένωσης που επικαθορίζουν τις εξελίξεις σ' οποιοδήποτε σημείο της γης, εύκολα διακρίνουμε ότι οι ΗΠΑ είναι η επιθετική πλευρά κι αυτή που αυξάνει την ένταση και τις διαμάχες στην περιοχή, ενώ η Σ. Ένωση κάνει προσπάθειες να διατηρήσει τις ήδη υπάρχουσες θέσεις της. Ειδικά στο θέμα της Κύπρου η Σ. Ένωση αποφεύγει να δημιουργήσει ένταση και κρατά μια στάση που δείχνει ότι αρκείται σ' ότι υπάρχει. Από το 1960 μέχρι σήμερα υπερασπίστηκε την ανεξαρτησία της Κύπρου για την οποία εγγυήτριες είναι τρεις δυνάμεις του NATO (Τουρκία, Ελλάδα, Αγγλία). Η Σ. Ένωση ακολούθησε πολιτική που θα παρεμπόδιζε εξελίξεις οι οποίες θα οδηγούσαν στη μετατροπή του νησιού σε βάση του NATO. Αυτή η «σοβαρή» πολιτική της Σ. Ένωσης έσπρωξε πολλές φορές το ΑΚΕΛ σε υπερβολική παθητικότητα, (το ΑΚΕΛ παρ' όλη τη δυνατότητα του να κυβερνήσει μόνο του, με φόβο μήπως γίνει αιτία ν' αυξηθεί η ένταση στην περιοχή, δεν κατεβαίνει ανεξάρτητο στις εκλογές παρά υποστηρίζοντας αρχικά τον Μακάριο και αργότερα τον Κυπριανού. Την δεκαετία του '70 με τη δικαιολογία «να μην αυξηθεί η εσωτερική ένταση» κράτησε μια αρκετά παθητική στάση κατά της πολιτικής τρομοκρατίας της ΕΟΚΑ - Β που είχε οργανωθεί από οπλισμένους Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες που είχαν στείλει οι χουντικοί συνταγματάρχες. Αυτή η συμπεριφορά του ΑΚΕΛ και των λοιπών προοδευτικών και δημοκρατικών ελληνοκυπρίων ενθάρρυνε την επιθετικότητα της χούντας και τη δράση της ΕΟΚΑ - Β). Η αντίδραση της κυβέρνησης των ΗΠΑ, ήταν αρκετά ήπια μετά την ανακήρυξη του ανεξάρτητου κράτους και προς αυτό και προς την Τουρκία. Η κυβέρνηση Reagan ζήτησε βέβαια την ανάκληση της απόφασης για το νέο κράτος και ζήτησε από τις χώρες που έχουν σχέσεις με τις ΗΠΑ να μην το αναγνωρίσουν, θέλησε όμως ν' αρχίσουν οι συνομιλίες το συντομότερο. Υπάρχουν και αριστεροί κύκλοι στην Τουρκία που παρασυρόμενοι από την συμπεριφορά των ΗΠΑ θεωρούν ότι η ανακήρυξη του Β.Τ.Κ.Κ. είναι ενάντια στα συμφέροντα τους (των ΗΠΑ). Είναι όμως αδιανόητη κάποια άλλη στάση των ΗΠΑ σήμερα. Γιατί με τη διαρκώς αυξανόμενη αντιαμερικανική ατμόσφαιρα στην Ελλάδα και με ισχυρή επιρροή των σοσιαλιστικών - κομμουνιστικών κομμάτων, η κυβέρνηση Reagan έχοντας υπόψη της τις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν στην Αμερική τον προσεχή Νοέμβριο δεν θα μπορούσε να δώσει αφορμές υπερασπίζοντας φανερά την Τουρκία και αφήνοντας σε δύσκολη θέση την ελληνική Δεξιά. Ανακοίνωσε δε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα επιτρέψει την εφαρμογή εμπάργκο στην Τουρκία ή παρόμοιων άλλων μέτρων. Ακόμα για να μην αναγνωριστεί το Β.Τ.Κ.Κ. θα ασκήσει πίεση μ' αποτέλεσμα την απομόνωση του. Μ' αυτόν τον τρόπο το «ανεξάρτητο» τουρκικό κράτος της Κύπρου στην αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα που αντιμετωπίζει (ειδικά στα οικονομικά του προβλήματα), θα συνδεθεί περισσότερο με την Τουρκία και αυτή η κατάσταση θα μεγαλώσει τη ροπή για ένωση του τουρκοκυπριακού τομέα με την Τουρκία. Σίγουρα μια τέτοια εξέλιξη θα είναι αρκετά θετική για τις ΗΠΑ που υποστηρίζουν τη συντομότερη και με κάθε τρόπο ένταξη της περιοχής της Κύπρου στο πεδίο επιρροής του NATO. Παράλληλα η πίεση που ασκεί η κυβέρνηση Reagan για την διεξαγωγή των διακοινοτικών συνομιλιών είναι υπέρ των Τουρκοκυπρίων. Παρ' όλο που η ελληνοκυπριακή και ελληνική κυβέρνηση δεν δέχονται συνομιλίες με το τουρκοκυπριακό κράτος πριν αναιρεθεί η απόφαση «ανεξαρτησίας» (γιατί στην αντίθετη περίπτωση θα είναι σα ν' αναγνωρίζουν το Β.Τ.Κ.Κ.), κάτω από τις διεθνείς πιέσεις για τη διεξαγωγή των συνομιλιών οι Κυπριανού - Παπανδρέου μένουν σε δύσκολη θέση. Εκτός τούτου είναι ολοφάνερη η ήπια συμπεριφορά του NATO απέναντι στο δίδυμο χούντα - Ντενκτάς. To NATO που από χρόνια έχει βλέψεις στο νησί, δεν αντέδρασε καθόλου στην απόφαση για «ανεξαρτησία» ούτε εξέφρασε γνώμη. Η δήλωση του Γεν. Γραμματέα του NATO, Λουνς: «η κατάσταση δεν μας αφορά», χαροποίησε περισσότερο την χούντα. Η αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου και της Τουρκίας σε διπλωματικό επίπεδο με την ανταλλαγή πρεσβευτών αντιμετωπίστηκε με ομόφωνο ενθουσιασμό από τον τουρκικό τύπο και από την τουρκική κυβέρνηση. «Γέμισε το κενό», «το αναμενόμενο βήμα», «η ποθητή ημέρα» και παρόμοιες επικεφαλίδες «στόλισαν» τις πρώτες σελίδες και τις στήλες των τουρκικών εφημερίδων. Αντίθετα στην Ελλάδα και στον ελληνικό τομέα της Κύπρου το γεγονός χαρακτηρίστηκε σαν πραξικόπημα. Η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε ότι «η Ελλάδα δεν θα δεχτεί την πραξικοπηματική παρέμβαση στην Κύπρο». Και φυσικά ο Γεν. Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Ferez de Guellar σύμφωνα με την θέση των Ην. Εθνών στο θέμα (και με την ιδιότητα του μεσολαβητή) όπως γίνεται κάθε φορά δήλωσε την λύπη του. Αποτέλεσμα, το γεγονός ξεχάστηκε μαζί με τις αντιδράσεις. Όμως ούτε η Ελλάδα αποδέχτηκε την κατάσταση, ούτε η Τουρκία έκανε το τελευταίο βήμα για την πραγματοποίηση των σχεδίων της στην Κύπρο. Αυτό το γεγονός δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο που έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια των λαών των δυο χωρών και σκόρπισε τις ελπίδες τους για μια ειρηνική συνύπαρξη. Η Κύπρος και στο μέλλον, θα συνεχίσει να είναι πρόβλημα μέχρι να αναλάβουν την ηγεμονία οι πολιτικές δυνάμεις που αντικρίζουν το πρόβλημα όχι από την άποψη των κύκλων που έχουν συμφέροντα, αλλά από την σκοπιά των λαών που ζουν στην περιοχή, μέχρι που να γίνει κατανοητό ότι οι λαοί είναι αυτοί που έχουν άμεση και πρωταρχική σχέση με το πρόβλημα.

5. Το κυπριακό σαν πρόβλημα των λαών και όχι της διπλωματίας.
Τι βλέπει κάποιος που δεν κοιτάει τα γεγονότα από την σκοπιά του τουρκικού ή του ελληνικού κράτους ή των τούρκων και ελληνοκυπρίων αρχηγών του νησιού; Παράδειγμα τι θα βλέπαμε αν λαβαίναμε υπόψη τις επιθυμίες και τις σκέψεις των λαών; Α) Οι Τούρκοι που ζουν σήμερα στο νησί (εκτός από τους εποίκους) είναι σοβαρά δυσαρεστημένοι από τον τουρκικό στρατό. Αυτό που γράφουμε μπορεί να φαίνεται περίεργο σε πολλούς αλλά αυτή η δυσαρέσκεια αναφέρεται από πολλούς και δεξιούς και αριστερούς δημοσιογράφους. Ωστόσο ένας λόγος που δεν εκφράζουν ανοιχτά τα παράπονα τους οι Τουρκοκύπριοι είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης που νοιώθουν για τις δυνάμεις με τις οποίες θα μπορούσαν να συμμαχήσουν ενάντια στον τουρκικό στρατό (την Ελλάδα, τους ελληνοκύπριους και τις πολιτικές οργανώσεις τους). Για την τουρκοκυπριακή κοινωνία ο τουρκικός στρατός είναι το μικρότερο κακό. Δηλαδή σήμερα υπάρχει για τον τουρκοκυπριακό λαό θέμα «υπεράσπισης του δικαιώματος ύπαρξης του» και σ' αυτό του το πρόβλημα ούτε η Ελλάδα ούτε οι ελληνοκύπριοι ηγέτες αλλά ούτε και ο τουρκικός στρατός δεν δίνει καμιά ικανοποιητική απάντηση. Ο εποικισμός του νησιού από Τούρκους που έρχονται από την Τουρκία δίνει άλλη διάσταση στο πρόβλημα. Ένα πρόβλημα σοβαρό γιατί μ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η παρέμβαση στην κοινωνική ζωή της τουρκοκυπριακής κοινωνίας και φέρνει μαζί πολλά αρνητικά για τους Τούρκους κατοίκους του νησιού. Πρέπει λοιπόν να εξεταστούν τα αίτια που έφεραν αυτούς τους ανθρώπους στο νησί. Να διαχωριστούν οι στόχοι του τουρκικού κράτους που τους έστειλε στην Κύπρο, από τις επιθυμίες των ανθρώπων αυτών για «ψωμί» και «ανθρώπινη ζωή» που τους έσπρωξαν να έρθουν στο νησί. Οι Τουρκοκύπριοι επίσης έχουν παράπονα από αυτούς τους μετανάστες αλλά το τουρκικό κράτος μη έχοντας άλλο τρόπο για να γεμίσει το 35% της Κύπρου αψηφόντας τις διαμαρτυρίες των Τουρκοκυπρίων θα συνεχίσει να στέλνει Τούρκους και Κούρδους μετανάστες. α) Οι Τουρκοκύπριοι είναι μόνοι στο νησί. β) Έχουν να αντιμετωπίσουν την Ελλάδα, τον Κληρίδη, τον τουρκικό στρατό, τους Τούρκους μετανάστες και τα οικονομικά προβλήματα που μετά το 1974 μεταπήδησαν στο νησί. γ) Ο τουκροκυπριακός λαός είναι στο έλεος του τουρκικού κράτους στον διεθνή και εθνικό στίβο για την προάσπιση των δικών του συμφερόντων. Β) Και η ελληνοκυπριακή κοινωνία (είτε στον εσωτερικό είτε στον διεθνή στίβο) διαμορφώνεται ανάλογα με την πολιτική του ελληνικού κράτους. Η Αθήνα με την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή της μετά το 1960, το 1974 επωμίσθηκε τα «προβλήματα» του νότιου τμήματος του νησιού με μια νέα μορφή. Ο ελληνοκυπριακός λαός έχει βρει βέβαια το ρυθμό της ζωής του και η νότια Κύπρος εξελίσσεται ραγδαία και στον οικονομικό και στον κοινωνικό τομέα. Το πρόβλημα της ηγεσίας του μοιάζει να είναι πλέον μόνο «η αδικία» που έγινε όταν κατέλαβαν οι Τούρκοι ένα μεγάλο μέρος του νησιού. Είναι αυτό το 35% που δεν κατάφεραν να δεχτούν οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι ηγέτες. Η αποτυχία της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων που αποσκοπούσε στον έλεγχο του 100% του νησιού είναι αυτό που δεν μπορούν να το χωνέψουν. Όμως τα πράγματα είναι φανερά, ο μόνος δρόμος να μην δεχτούν την παρούσα κατάσταση και να την αλλάξουν είναι ο πόλεμος. Ο Denktas, η χούντα και οι προηγούμενοι (συμπεριλαμβανόμενου και του Ecevit) απέδειξαν πόσο επιτήδειοι είναι στη διαφύλαξη των συμφερόντων του τουρκικού κράτους. Σήμερα βήμα - βήμα τείνει να προστεθεί η Β. Κύπρος στα τουρκικά σύνορα. Η λύση λοιπόν του προβλήματος με διπλωματικό τρόπο ουσιαστικά είναι υπέρ του τουρκικού κράτους. Αν γίνει απολογισμός των τελευταίων δέκα χρόνων, ούτε ο τουρκικός λαός, ούτε οι Έλληνες της Κύπρου αλλά ούτε και η Ελλάδα έχουν κερδίσει τίποτε. Και πολύ περισσότερο η Β. Κύπρος που κινδυνεύει να συμπεριληφθεί στην Τουρκία. Γϊ αυτό το λόγο η μόνη εκλογή για ανατροπή των τετελεσμένων γεγονότων που θα είχαν οι έλληνες πολιτικοί και σήμερα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που έχει επωμισθεί την υπεράσπιση του ελληνοκυπριακού λαού, είναι «να διωχτεί ο τουρκικός στρατός από την Κύπρο», γεγονός αδιανόητο βέβαια αφού δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για πόλεμο. Στο μεταξύ μια σύντομη σημείωση: Οι τουρκικές εφημερίδες τον Μάιο του 1984 ανέφεραν μια αναμενόμενη επιχείρηση ελλήνων κομάντος στην Αμμόχωστο, που και το γόητρο της Ελλάδας θα διασώσει, και θα δημιουργήσει εντυπώσεις που θα χρησιμοποιηθούν στην εσωτερική πολιτική, («απελευθερώσαμε την Κύπρο»). Αν αυτό δεν είναι μια από τις καινούργιες φτηνές προβλέψεις των τουρκικών εφημερίδων και αν πράγματι «απελευθερωθεί η Αμμόχωστος» με μια στρατιωτική επιχείρηση, το πρώτο πράγμα που θα σκεφθούμε είναι κάποια «άτυπη» συμφωνία Παπανδρέου - χούντας για ένα «σόου» στην Αμμόχωστο σαν ένα χαρτί. Συμπερασματικά, όσο οι σχέσεις Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου συνεχίζουν να είναι σχέσεις μεταξύ κυβερνήσεων και πολιτικών και όχι των ίδιων των λαών, θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν και οι διαστάσεις του προβλήματος. Αναφέραμε τις «σχέσεις των λαών». Μια έκφραση που τόσο συχνά χρησιμοποιείται σήμερα, που την υποστηρίζει ο καθένας και που ωστόσο δεν την εφαρμόζει κανείς γιατί δεν είναι κάτι που μπορεί να το κάνει οποιοσδήποτε παρά οι ίδιοι οι λαοί. Χθες ήταν η ελληνοκυπριακή ηγεσία που με τη συμπαράσταση της Ελλάδας δημιουργούσε τα προβλήματα για τους Τουρκοκύπριους. Σήμερα είναι η ωμή επέμβαση της Τουρκίας και η στήριξη του Denktas, που παραβιάζει τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων, χωρίς φυσικά να επιλύσει τα προβλήματα των Τουρκοκυπρίων. Τόσο η ελληνοκυπριακή όσο και η τουρκοκυπριακή αστική πολιτική εξουσία προσπαθεί να αποκρύψει τον κοινωνικό της χαρακτήρα και να νομιμοποιηθεί στα μάτια του «δικού της» λαού, μέσα από την καταπίεση της άλλης κυπριακής εθνότητας. Όσο κυβερνάει η χούντα στην Τουρκία είναι αδύνατη η λύση του προβλήματος για το καλό βέβαια των δυο λαών. Δεν μπορεί να δοθεί κάποια λύση στο πρόβλημα, τουλάχιστον στο επίπεδο δημοκρατικότητας που έφθασαν οι δυο λαοί, χωρίς να αλλάξει το καθεστώς της Τουρκίας. Την αντίδραση της τουρκικής πολιτικής απέναντι στην στάση της ελληνικής κυβέρνησης το 1974, σήμερα μπορεί να την επαναλάβει η ελληνική κυβέρνηση έναντι στην τουρκική; Είναι πολύ εύκολα μέσα από την απάντηση της ερώτησης αυτής να διακρίνουμε πόση αστάθεια δημιουργεί η Κύπρος στην περιοχή.

6. Η στάση της Αριστεράς: υπόκλιση στον εθνικισμό;
Στον ελληνοκυπριακό τομέα και στην Ελλάδα όπως και στην Τουρκία, οι αριστερές δυνάμεις πολλές φορές είτε με μια «πραγματιστική» πολιτική συμπεριφορά, είτε χάρη βραχυπρόθεσμων κερδών, ακολούθησαν μια σοβινιστική πολιτική που εξυπηρετούσε τη δική τους άρχουσα τάξη, τις δεξιές πολιτικές δυνάμεις και τον ιμπεριαλισμό. Άλλοτε πάλι έμεναν αμέτοχες απέναντι σε παρόμοιες πολιτικές. Στην Τουρκία πολλοί αριστεροί κύκλοι, με επικεφαλής τον Ετζεβίτ αποδύθηκαν σ' έναν ανταγωνισμό με τη Δεξιά, προσπαθώντας φαίνεται να αποδείξουν πως είναι πιο εθνικιστές απ' αυτούς και άσκησαν μια σοβινιστική πολιτική τόσο στο θέμα της Κύπρου όσο και ως προς τα προβλήματα με την Ελλάδα, υποστηρίζοντας απόψεις που ως τότε πρόβαλλαν και χρησιμοποιούσαν μόνο φασιστικές οργανώσεις. Στη διάρκεια της εισβολής του τουρκικού στρατού στην Κύπρο το '74, η Αριστερά έμεινε αμέτοχη, εκτός από αυτούς που συμφώνησαν με την εισβολή. Παράδειγμα η DISK (Συνομοσπ. Επαναστατικών Εργατικών Συνδικάτων) εκείνη την περίοδο, με σκοπό να συμβάλλει στην «ειρηνευτική επιχείρηση», συγκέντρωσε 3 ημερομίσθια από κάθε μέλος της σαν δωρεά στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Τελικά η Κύπρος έχει μετατραπεί σ' ένα πεδίο μάχης, όπου όλες οι πλευρές έχουν χάσει την ικανότητα τους για την αποκατάσταση της ειρήνης. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν σ' ορισμένα συμπεράσματα: Οι δημοκρατικές, αδέσμευτες, σοσιαλιστικές δυνάμεις, σε κάθε βήμα τους σχετικό με τα μεταξύ των τριών χωρών προβλήματα, δεν πρέπει να παρασυρθούν από τους σωβινιστικούς, φιλοπολεμικούς ανέμους που πνέουν αλλά να υιοθετήσουν μια πολιτική που θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της ισότητας, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης μεταξύ των λαών και να την υποστηρίξουν με θάρρος. Η πραγματική ειρήνη μεταξύ των εθνών της Κύπρου θα εξασφαλιστεί όταν πραγματοποιηθεί η απομάκρυνση όλων των ξένων βάσεων και στρατευμάτων από το νησί, με μια Κύπρο τελείως ανεξάρτητη, ελεύθερη και δημοκρατική όπου οι δυο κοινωνίες θα ζουν αδελφωμένες. Τόσο η τουρκική Αριστερά όσο και η ελληνική αν θέλουν βέβαια να είναι Αριστερά, πρέπει να αντιταχθούν σ' όλες τις ενέργειες, απ' όπου και αν προέρχονται που θα εμπόδιζαν την πραγματοποίηση αυτού του στόχου. Και σήμερα, ειδικά οι Τούρκοι και τουρκοκύπριοι δημοκράτες είναι αντιμέτωποι με το ιστορικό καθήκον να υψώσουν τη φωνή τους ενάντια στη διχοτομική πολιτική της τουρκικής αστικής τάξης και της χούντας, την τάση του Ντενκτάς και της κλίκας του για μονιμοποίηση της διχοτόμησης και ένωσης με την Τουρκία, που δίνει τέλος στις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα στον τουρκοκυπριακό τομέα.
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή