Το πρόβλημα της μικροαστικής τάξης στην Ελλάδα Εκτύπωση
Τεύχος 9, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1984


Το πρόβλημα της μικροαστικής τάξης στην Ελλάδα
του Γιάννη Μαύρη
Μέρος Α': Ο μύθος του «τριτογενούς»

Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια κατακτούν όλο και μεγαλύτερο κοινό ποικίλες εκδοχές της αστικής ιδεολογίας επενδυμένες με το κύρος των «κοινωνικών επιστημών». Οι θεωρίες της «καταναλωτικής κοινωνίας», της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας», της τρίτης τεχνολογικής επανάστασης (αλλά και της επιστημονικοτεχνικής), οι απόψεις για την προοδευτική «τριτογενοποίηση» της κοινωνίας (η «επανάσταση των τριτογενών») δεν είναι τίποτε άλλο παρά διάταξη της αστικής ιδεολογίας, απέναντι στο εργατικό και επαναστατικό κίνημα της μεταπολεμικής περιόδου. Αντίθετα, στην Ελλάδα η ανάπτυξη των «κοινωνικών επιστημών» παρέμεινε ασθενική (μέχρι τη μεταπολίτευση παραμένει κυρίαρχη μια ανελαστική μορφή της αστικής ιδεολογίας που δεν «επιτρέπει» την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών ενώ από την άλλη πλευρά οδηγεί σημαντικές μερίδες διανοουμένων σε ριζοσπαστικές θέσεις), ενώ η σχετική άνθηση που γνώρισαν οι κοινωνικές επιστήμες στη μεταπολίτευση σφραγίστηκε από μια ιδιότυπη παρουσία και επιρροή του μαρξισμού πάνω στις αστικές κοινωνιολογικές θεωρίες, δημιουργήθηκε ένα περίεργο θεωρητικό «κράμα» όπου ο μαρξισμός, αν και υποταγμένος, υπήρχε. Η απορρόφηση της κρίσης που συντάραξε την άρχουσα ιδεολογία (εγκατάλειψη του αντικομμουνισμού, ανάδυση νέων μορφών αστικής ιδεολογίας: τεχνοκρατισμός, ευρωπαϊκό όραμα), η άμβλυνση της ριζοσπαστικοποίησης των διανοουμένων, η κρίση της Αριστεράς καθώς και η άνοδος της στην κυβερνητική εξουσία με όλα τα αποτελέσματα που βιώνουμε έντονα σήμερα κατέστησαν δυνατή την υποχώρηση του μαρξισμού (ακόμη και σαν «μεθοδολογία») και την εμφάνιση των «νέων» θεωριών. Το τραγικό βέβαια σ' αυτή τη διαδικασία είναι ότι φορείς αυτών των «νέων» αστικών θεωριών δεν είναι μόνο κάποιοι «αστοί κοινωνιολόγοι» ή τεχνοκράτες αλλά και διανοούμενοι που στην προηγούμενη περίοδο θήτευσαν στην Αριστερά, που είχαν καταγραφεί σαν «μαρξιστές» ή εν πάσει περιπτώσει μαρξίζοντες. Αυτοί οι διανοούμενοι υποστηρίζουν σήμερα στην Ελλάδα το μύθο της «τριτογενοποίησης».

1. Η ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα στην 20ετία 1961-81

1.1 Γενική περιγραφή
1.2 Στα πλαίσια αυτού του μέρους θα επιμείνουμε στην έννοια του τριτογενούς τομέα, γιατί παραπέμπει κατευθείαν στο πρόβλημα της μικροαστικής τάξης που αποτελεί και το αντικείμενο μας. Πρόκειται για μια έννοια που χρησιμοποιήθηκε αρχικά κατά κόρον προκειμένου να αποδειχθεί η «αδυναμία» του μαρξισμού ή η «αμηχανία» του μπροστά στα νέα κοινωνικά φαινόμενα, για να θεωρητικοποιηθεί το «τέλος» του καθοριστικού ρόλου της εργατικής τάξης, της επαναστατικής ικανότητας της, και να αποδειχθεί η «συρρίκνωση» του στη σημερινή φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Σήμερα η «τριτογενοποίηση» χρησιμοποιείται σαν τεκμήριο για την «υπανάπτυξη» του ελληνικού καπιταλισμού. Λέμε εξαρχής ότι πρόκειται για μύθο που εξωραΐζει την καπιταλιστική ανάπτυξη και τη συγκαλύπτει. Δεν υπάρχει κάποιος τριτογενής «τομέας» της οικονομίας, δήθεν αυτόνομος, και οι εργαζόμενοι σ' αυτόν δεν αποτελούν ένα ενιαίο κοινωνικό «στρώμα» η τάξη, (η λεγόμενη τρίτη ή μεσαία τάξη).1 Σ' αυτόν αντίθετα περιλαμβάνονται φίρδην μίγδην εργαζόμενοι που ανήκουν σε τελείως διαφορετικές και ανταγωνιστικές ταξικές θέσεις: έμποροι καπιταλιστές μαζί με τους εμποροϋπάλληλους (που ανήκουν στο ημιπρολεταριάτο), «ελεύθεροι επαγγελματίες» μαζί με δακτυλογράφους και υπαλλήλους γραφείου, εργάτες μεταφορών και καθαρίστριες, μαζί με τους μισθωτούς μικροαστούς δημοσίους υπαλλήλους ή τα μισθωτά στελέχη των τραπεζών, εμπορίου κλπ. που ανήκουν και αυτά στη μικροαστική τάξη. Όλοι αυτοί μαζί υποτίθεται ότι αποτελούν τον τριτογενή, ότι όλοι είναι μη παραγωγικοί, «μικρομεσαίοι» ακόμα και παρασιτικοί! Εντούτοις ως τριτογενής τομέας αναφέρεται το μεγαλύτερο μέρος της μικροαστικής τάξης που μας ενδιαφέρει. Γϊ αυτό και ένας επιστημονικός ορισμός της μικροαστικής τάξης προϋποθέτει την κριτική της έννοιας του «τριτογενούς τομέα». Η εξέλιξη του τριτογενούς, όπως δείχνει ο πίνακας (1), είναι ανοδική. Από 24,3% του ενεργού πληθυσμού το 1961, γίνεται 32,6% το 1971 και 40,3% το 1981. Την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι σε τριτογενείς εργασίες ήταν 1.400.000 περίπου. Στην 20ετία 1961-81 αυξήθηκαν πάνω από 550.000. Ανήκουν αυτοί οι εργαζόμενοι στη μικροαστική τάξη συνολικά; Κάθε άλλο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα την ανάπτυξη των επιμέρους κλάδων του τριτογενούς: [πίνακες 2 και 3]. α) Στον κλάδο μεταφορές Ι αποθηκεύσεις Ι επικοινωνίες, οι εργαζόμενοι αυξήθηκαν κατά 120.000 περίπου μέσα στην 20ετία. Σαν ποσοστό στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού αντιπροσώπευαν το 4,3% το 1961 και το 7,75% το 1981. Η μισθωτή εργασία κυριαρχεί σημαντικά σ' αυτόν τον κλάδο: 72,6% των απασχολούμενων στον κλάδο (111.675 μισθωτοί) το 1961, 73,8% (202.100 μισθωτοί) το 1981 (πίνακας 3). β) Στον κλάδο των «υπηρεσιών». (Το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν οι δημόσιοι υπάλληλοι - πάνω από 50%), οι εργαζόμενοι αυξήθηκαν κατά 64.000 μέσα στην 20ετία. Εδώ η μισθωτή εργασία κυριαρχεί συντριπτικά: από 77,2% των απασχολούμενων του κλάδου (339.209 μισθωτοί) το 1961, σε 89,35% (450.100 μισθωτοί) το 1981 (πίνακας 3). Η αύξηση των απασχολουμένων σαν ποσοστό στο συνολικό οικονομικά ενεργό πληθυσμό (ΟΕΠ) είναι μικρή (2% περίπου). γ) Στους κλάδους εμπόριο / εστιατόρια / ξενοδοχεία (Ε/Ε/Ξ) και τράπεζες Ι ασφάλειες Ι διεκπεραιώσεις υποθέσεων (Τ/Α/Δ), οι εργαζόμενοι αυξάνονται από 266.070. (στις στατιστικές του 1961 υπολογίζονται μαζί) σε 440.548 το 1971 και σε 644.400 το 1981. Αυξάνονται δηλαδή σχεδόν κατά 300.000. Αναλυτικότερα για το 197181: οι εργαζόμενοι στον κλάδο Ε/Ε/Ξ αυξάνονται κατά 165.000 περίπου (αύξηση 45,8% της απασχόλησης του κλάδου), ενώ στον κλάδο Τ/Α/Δ κατά 38.000 (αύξηση 48,5% της απασχόλησης του κλάδου). Η μισθωτή εργασία κυριαρχεί και εδώ αλλά άνισα. Οι μισθωτοί και των δύο τομέων αυξάνονται από 93.664 το 1961 σε 219.000 το 1971 και 261.000 το 1981. Για 100 μισθωτούς στον κλάδο Ε/Ε/Δ το 1971, έχουμε 134 το 1981. (Δηλαδή 35,7% των εργαζομένων του κλάδου (188.300) είναι μισθωτοί). Από την άλλη για 100 μισθωτούς στις Τ/Α/Δ το 1971 υπάρχουν 139 το 1981 (62,3% των εργαζομένων (72.700) είναι μισθωτοί). [Πίνακας 3]. Η μισθωτή εργασία λοιπόν κυριαρχεί συνολικά στον κλάδο Τ/Α/Δ (και συντριπτικά στις τράπεζες, ασφάλειες), ενώ κυριαρχεί λιγότερο στο εμπόριο / ξενοδοχεία / εστιατόρια (όπου και εδώ όπως θα δούμε παρακάτω υπάρχουν διαφοροποιήσεις). Αυτός ο τελευταίος κλάδος, αποτελεί τον πιο σημαντικό του τριτογενούς τόσο από την άποψη της απασχόλησης όσο και λόγω των ρυθμών ανάπτυξης. Από 7,5% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (ΟΕΠ) το 1961 προσέγγισε το 18,25% το 1981. Δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις: 1. Από μια πρώτη επισκόπηση του τριτογενούς μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη του (από 24,3% το 1961 σε 40,3% το 1981), δεν αποτελεί κάποια ελληνική ιδιομορφία ή «ανωμαλία». 2. Δεν χρειάζεται και καμιά ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για το ότι αυτή ή ανάπτυξη δεν έγινε «αυτόνομα», αλλά είναι το αποτέλεσμα της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης ατην Ελλάδα, την τελευταία 25ετία. α) Είναι αυτονόητο ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού σημαίνει ανάπτυξη των μεταφορών, αποθηκεύσεων (η κυκλοφορία των εμπορευμάτων και της εργατικής δύναμης) και των επικοινωνιών. (Ας σημειωθεί ότι το 1981 από τις 273.800, οι 32.000 είναι εργαζόμενοι του ΟΤΕ και 9.000 των ΕΛΤΑ3). β) Το ίδιο προφανώς ισχύει και για την ανάπτυξη των τραπεζών (συγκέντρωση / συγκεντροποίηση του χρηματικού κεφαλαίου), του εμπορίου (πραγματοποίηση όλο και μεγαλύτερου όγκου εμπορευμάτων), των ασφαλειών και του κράτους γ) Ο μόνος κλάδος που θα μπορούσε να αφήσει «ερωτηματικά» είναι ο κλάδος ξενοδοχεία εστιατόρια, που οφείλεται βέβαια στη σημαντική ανάπτυξη του τουρισμού. (Εξετάζεται αναλυτικά παρακάτω).

1.2 «Τριτογενοποίηση» και «υπανάπτυξη»
Ερχόμαστε τώρα στο προσφιλές επιχείρημα των διανοητών που θεωρούν δεδομένο τον «περιφερειακό» χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Γι' αυτούς η ανάπτυξη του «τριτογενούς» δηλώνει αυτήν την καθυστέρηση. Ο βασικός συλλογισμός συνοψίζεται στο εξής: Στους περιφερειακούς σχηματισμούς (άρα και στην Ελλάδα) η υπερανάπτυξη του τριτογενούς οφείλεται στην ατροφική παρουσία της βιομηχανίας. Εκεί ο τριτογενής «απορροφά» το πλεονάζον εργατικό δυναμικό εν είδη πάρκινγκ, αφού δεν μπορεί να απορροφηθεί αλλού και ιδίως στους παραγωγικούς κλάδους. Σε μια τέτοια άποψη φαίνεται να συντάσσεται και ο Β. Καραποστόλης: «Είναι γνωστό ότι η ισχνότητα εγχώριας βιομηχανικής βάσης και η αδυναμία δημιουργίας ευρείας βιομηχανικής απασχόλησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα της «εξαρτημένης εκβιομηχάνισης των περιφερειακών οικονομιών... Η ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα ικανοποιούσε μάλλον την ανάγκη υποδοχής των πλεοναζουσών εργατικών μαζών, πράγμα το οποίο φαίνεται να ισχύει και στην περίπτωση της Ελλάδας».3 Η πραγματικότητα είναι όμως ακριβώς αντίθετη και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Στους περιφερειακούς σχηματισμούς είναι που ο «τριτογενής» παραμένει σε χαμηλό επίπεδο, ενώ αντίθετα στους αναπτυγμένους - μητροπολιτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη, ακριβώς γιατί η ανάπτυξη του τριτογενούς είναι η ίδια η ανάπτυξη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αναπτυχθεί δήθεν αυτόνομα έτσι ώστε να έχουμε κάποια άνιση ανάπτυξη «ισότιμων» κλάδων. Αφού δεν αναπτύσσεται η βιομηχανία (δευτερογενής) πώς μπορεί να αναπτύσσεται π.χ. το εμπόριο (τριτογενής) για να απορροφήσει τους άνεργους; Ανάπτυξη στο εμπόριο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανάπτυξη της βιομηχανίας πουθενά. Αν ίσχυε ο παραλογισμός που προβάλλουν αυτοί οι συγγραφείς τότε οι ΗΠΑ (με 68,4% τριτογενή το 1977), η Ιαπωνία (με 53,9% το 1982), η Γαλλία (με 52,2% το 1982), η Ιταλία (με 46,6%), η Γερμανία (με 48,5%) κλπ. θα ήταν υπανάπτυκτες, ενώ αντίθετα το Πακιστάν (με 25,8%, το 1982), η Τουρκία (με 23,7%) και η Αιθιοπία (με 10,5%) θα ήταν σίγουρα υπεραναπτυγμένες. [Πίνακας 4]. Υπάρχει όμως και μια διαφοροποιημένη εκδοχή αυτής της άποψης: «Από τα πρώτα κιόλας βήματα της, η οικονομική της ανάπτυξη βρέθηκε αντιμέτωπη με το γεγονός ότι αρκετές περιφερειακές χώρες παρουσιάζουν τυπική ομοιότητα με τις αναπτυγμένες βιομηχανικές από την άποψη της σχετικής ως προς το ΑΕΠ και την απασχόληση διόγκωσης του τριτογενούς τομέα». Εδώ το βασικό επιχείρημα για την ανάπτυξη είναι όχι η διεύρυνση του τριτογενούς, αλλά η «ποιοτική διαφορά» στη διάρθρωση.6 Τίποτα όμως δεν μας πείθει ότι η «διάρθρωση» του τριτογενούς στην Ελλάδα παρουσιάζει ομοιότητες με τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Αντίθετα η ελληνική «ποιότητα» προσεγγίζει χωρίς αμφιβολία τη «διάρθρωση» των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Ο Β. Καραποστόλης θεωρεί σαν επιχείρημα τη μεγαλύτερη ανάπτυξη που γνώρισαν το εμπόριο και οι μεταφορές - επικοινωνίες στην 20ετία 1951-71 (σελ. 205-208). Ακόμη κι αν δεχτούμε αυτήν την ανάπτυξη για τη δεκαετία 1950-60, οπωσδήποτε αυτό δεν ισχύει για την 20ετία 1961-81. Αυτή η ανάπτυξη δεν είναι της τάξης του 60% ή 72% (όπως ισχυρίζεται) αλλά 37,5% στις μεταφορές - επικοινωνίες για την περίοδο 1961-71 (57.805 εργαζόμενοι) και 29,3% για το 1971-81 (62.128 εργαζόμενοι), ενώ στο εμπόριο η αύξηση για την περίοδο 1961-71 είναι 22,3% (53.699 εργαζόμενοι). Και βεβαία οι κλάδοι αυτοί αφορούν μικρό ποσοστό του ΟΕΠ. Ενώ το ποσοστό της «μεταποίησης» στην απασχόληση (ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για διακρίσεις της αστικής ιδεολογίας: η υλική παραγωγή διαχωρίζεται στη «μεταποίηση» και στους «μημεταποιητικούς» κλάδους που θεωρούνται οι κατασκευές, η παραγωγή ενέργειας, τα ορυχεία, οι μεταφορές) από 13,4% το 1961 ανεβαίνει στο 19,28% το 1981. Αντίθετα το ποσοστό των μεταφορών - επικοινωνιών από 4,2% το 1961 γίνεται 7,7% το 1981, ενώ του εμπορίου είναι 6,6% το 1961 (για το 1981 δεν υπάρχουν στοιχεία). Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η διαδικασία συγκέντρωσης / συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, η γενίκευση της μισθωτής εργασίας προχωράει σ' αυτούς τους κλάδους ραγδαία, όπως και στη «μεταποίηση». Αντίθετα αναπτύσσονται και όλες εκείνες οι δραστηριότητες που κατά την ίδια άποψη δίνουν την «ποιότητα» των αναπτυγμένων χωρών. «Η έξαρση της τριτογενούς δραστηριότητας (ενν. στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες) ανταποκρίνονταν, σε μεγάλο βαθμό στις ανάγκες οργάνωσης της αγοράς, της εποπτείας και του διευθυντικού ελέγχου των επιχειρήσεων, της προώθησης των τεχνικών διαφήμισης και πωλήσεων» (Β. Καραποστόλης σ. 207). Δεν έχουμε παρά να παρακολουθήσουμε τη ραγδαία ανάπτυξη που παρουσιάζουν στη δεκαετία 1970-80 στην Ελλάδα, οι επιχειρήσεις διαφήμισης, ασφαλειών, marketing, οργάνωσης γραφείου, γραφεία προγραμματισμού, οικονομοτεχνικών μελετών και πλέον οι επιχειρήσεις που σχετίζονται με την εισαγωγή της πληροφορικής στη διαδικασία παραγωγής. Τέλος, στο διάστημα 1960-73, η παραγωγικότητα του τριτογενούς αυξάνει συνεχώς (πίνακας 5) παραμένοντας πάντοτε ψηλότερη της μέσης συνολικής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας (το 1973 υπερέχει κατά 39,6%) ενώ ως προς τις χώρες της ΕΟΚ, η αύξηση της παραγωγικότητας του ελληνικού τριτογενούς είναι πολύ πιο κοντά στους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς ρυθμούς από ότι ισχύει συνολικά για την ελληνική οικονομία (πίνακας 6). Η αναμφισβήτητη λοιπόν δυναμικότητα όλων των κλάδων που δηλώνονται ως «τριτογενής» τομέας, αποδεικνύει τόσο το αστήρικτο της προβληματικής περί «περιφερειακού» χαρακτήρα όσο και την απατηλή αυτονόμηση που έχει εισάγει η αστική ιδεολογία της κοινωνιολογίας, γιατί ακριβώς αυτή η δυναμικότητα δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά σαν σύμφυτη και ταυτόσημη με τη ραγδαία ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού την ιδία περίοδο, σαν παράγωγο της καθ' εαυτό καπιταλιστικής παραγωγής. 1.3 Μια θεωρητική αντιστροφή Προσπαθήσαμε να δείξουμε συνοπτικά ότι η ανάπτυξη του «τριτογενούς» τομέα στην περίοδο 1961-81 δεν είναι τίποτε άλλο παρά προϊόν της ίδιας της διευρυμένης αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στην Ελλάδα. Μια επιπλέον πιστοποίηση αυτής της θέσης μπορεί να δοθεί και από μια σύγκριση που προσφέρει η απατηλή στατιστική ταξινόμηση των επαγγελμάτων που δίνονται από τον πίνακα 7. Η διάρθρωση των επαγγελμάτων που προσιδιάζουν κατεξοχήν σε «τριτογενείς απασχολήσεις» (πωλητές, υπάλληλοι γραφείου κλπ.) στην Ελλάδα εντάσσεται στην πλευρά των αναπτυγμένων χωρών και διαχωρίζεται ριζικά από την αντίστοιχη των υπανάπτυκτων. Υπάρχει όμως και μια ελληνική ιδιομορφία που πρέπει να προσεχθεί. Πρόκειται για μια θεωρητική αντιστροφή. Σ' όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού εμφανίζονται θεωρίες που αμφισβητούν το ρόλο της εργατικής τάξης, προαγγέλουν τη συρρίκνωση της κλπ. Οι θεωρίες αυτές, προϊόντα της αστικής ιδεολογίας και κοινωνιολογίας ισχυρίζονται ότι είναι η ανάπτυξη του καπιταλισμού που αυξάνει το ρόλο των «τριτογενών», τους αναγορεύει σε καίριο κοινωνικό «πρωταγωνιστή ώστε να μιλάμε πλέον για προοδευτική περιθωριοποίηση της εργατικής τάξης που καθιστά άχρηστη την αναγκαιότητα της κοινωνικής ανατροπής. Στην Ελλάδα αντίθετα η «τριτογενοποίηση» παρουσιάζεται σήμερα σαν υπανάπτυξη, σαν καθυστέρηση του ελληνικού καπιταλισμού από την οποία πρέπει προφανώς να απαλλαγούμε, «διοχετεύοντας» κατάλληλα το εργατικό δυναμικό εκεί που πρέπει, στη «μεταποίηση». Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τις πολιτικές θέσεις από τις οποίες εμπνέονται οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, όταν υποστηρίζουν πως το κύριο πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία δεν είναι η καπιταλιστική εκμετάλλευση αλλά η «υπανάπτυξη».

2. Τι περιλάμβανα ο τριτογενής τομέας;7
Μέχρι τώρα έχουμε παραμείνει στο «εσωτερικό» των κατηγοριών της αστικής ιδεολογίας, προσπαθώντας να δείξουμε, στο ίδιο θεωρητικό πεδίο, τις αντιφάσεις ορισμένων θέσεων. Αντίπαλα προς το μαρξισμό, οι θέσεις αυτές επιμένουν στο ότι το θεωρητικό πρόβλημα της ανάπτυξης (ή της υπανάπτυξης) του ελληνικού καπιταλισμού είναι πρόβλημα στατιστικών στοιχείων ή πρόβλημα κάποιων ποσοτικών μεταβολών στους «κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας», ή ανάμεσα στις δομές διαφορετικών χωρών, σύμφωνα με τα κριτήρια που παρέχει κάποιο «πρότυπο ανάπτυξης». Η έννοια της ταξικής πάλης απουσιάζει ολοκληρωτικά. Σε τι συνίσταται όμως ο τριτογενής τομέας; Αναφέρθηκε προηγούμενα ότι αφορά εργασίες που οφείλονται στη διευρυμένη αναπαραγωγή του Κ.Τ.Π.

2.1 Πρόκειται για τις εργασίες που οφείλονται στους μετασχηματισμούς της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής α) Δευτερεύοντα καθήκοντα ως προς την ίδια την παραγωγή (π.χ. συντήρηση, καθαρισμός, επιτήρηση) που ανατίθενται σε ξεχωριστές επιχειρήσεις. Τέτοιες επιχειρήσεις, που υπάρχουν και στην Ελλάδα, είναι π.χ. οι εταιρείες καθαρισμού, που αναλαμβάνουν καθαρισμούς επιχειρήσεων, γραφείων κλπ. Αυτές οι επιχειρήσεις που είναι καθαρά κλάδος της καπιταλιστικής παραγωγής (οι μισθωτοί δηλαδή είναι άμεσα παραγωγικοί, ανήκουν στην εργατική τάξη) θεωρούνται, ως προσφέρουσες «υπηρεσίες»,... ότι ανήκουν στον τριτογενή. β) Ανάθεση σε ξεχωριστές επιχειρήσεις ορισμένων λειτουργιών της οργάνωσης της εργασίας και της χρηματοοικονομικής διαχείρισης που άλλοτε εξασφάλιζαν οι ίδιες οι επιχειρήσεις. Είναι αποτέλεσμα μιας περίπλοκης διαδικασίας που οφείλεται:
1) στην απώλεια του ελέγχου της εργασιακής διαδικασίας από τους άμεσους παραγωγούς,
2) τη συγκρότηση σύνθετων ιεραρχικών και γραφειοκρατικών εξουσιών μέσα στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις,
3) τη διαφοροποίηση, ποικίλων λειτουργιών αρχικά συνενωμένων στον ατομικό καπιταλιστή, οι οποίες είναι συναρτημένες με τις σχέσεις παραγωγής (οικονομική κυριότητα / κατοχή) και οι οποίες μεταβιβάζονται σε διαφορετικούς βαθμούς στα στελέχη των επιχειρήσεων. Τέτοιες λειτουργίες είναι αυτές, που σχετίζονται με την εισαγωγή της πληροφορικής (computers), στην παραγωγή, η παροχή συμβουλών management, λειτουργίες σχεδιασμού, προγραμματισμού, και που γενικά απαιτούν υψηλή διανοητική ειδίκευση. Είναι δηλαδή λειτουργίες που εντάσσονται στο συλλογικό εργάτη, όπως αυτός διαμορφώνεται σήμερα εξαιτίας της όξυνσης της αντίθεσης διανοητικής / χειρωνακτικής εργασίας. Η ανάθεση σε ξεχωριστούς καπιταλιστές (αυτονόμηση) γίνεται γιατί η συγκέντρωση που επιτυγχάνεται επιτρέπει μεγαλύτερη εξοικονόμηση παρόμοιων εξόδων για το βιομηχανικόπαραγωγικό κεφάλαιο.

2.2 Πρόκειται για λειτουργίες της κυκλοφορίας
Δηλαδή πρόκειται για το εμπόριο, τις τράπεζες, τη λογιστική, τη διαφήμιση, μάρκετιγκ, ασφάλειες κλπ. που μέσα στην ιστορική διαδικασία επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έχουν αφαιρεθεί και αυτές από τους βιομηχάνους - καπιταλίστες και έχουν ανατεθεί σε «ειδικευμένους καπιταλιστές» (εμπόρους, τραπεζίτες, διαφημιστές κλπ.) επιφορτισμένους με αυτές τις άδικες λειτουργίες. Η διευρυμένη αναπαραγωγή λοιπόν αυτών των εργαζομένων (είτε εμφανίζονται σαν μισθωτοί είτε σαν ελεύθεροι επαγγελματίες), εμπόρων, εμποροϋπαλλήλων, τραπεζοϋπαλλήλων, υπαλλήλων γραφείου, στελεχών επιχειρήσεων (οικονομικών και τεχνικών) δεν οφείλεται προφανώς σε καμιά ιδιόμορφη καθυστέρηση, αλλά, όπως ήδη επισημάναμε, στη διευρυμένη αναπαραγωγή του ΚΤΠ και στις επιδράσεις όχι μόνο καταστροφής αλλά και αναδόμησης πάνω στις προηγούμενες μορφές παραγωγής και κυκλοφορίας.

2.3 Εργασίες σε σφαίρες της υλικής παραγωγής ή της μη υλικής παραγωγής, όπου ο ΚΤΠ δεν μπορεί να κυριαρχήσει ή έχει διεισδύσει σε μικρό βαθμό Η κυριαρχία του ΚΤΠ είναι τυπική και όχι ουσιαστική. Ένα κομμωτήριο, ένα πλυντήριο ή καθαριστήριο ρούχων, που απασχολεί μισθωτές κομμώτριες ή υπαλλήλους, αν και μπορεί να φανεί παράδοξο, δεν πρόσφερα «υπηρεσίες». (Με το μαρξιστικό ορισμό: δεν ανταλλάσεται ο μισθός των εργαζομένων με εισόδημα αλλά με κεφάλαιο) αλλά αποτελούν μεταβατική μορφή εργοστασίου. Το γεγονός ότι η διάκριση διανοητικής / χειρωνακτικής (δ/χ) εργασίας δεν έχει οξυνθεί, συσκοτίζει εδώ την πραγματικότητα. Επίσης στον. «τριτογενή» εντάσσονται από την αστική κοινωνιολογία και κλάδοι που ανήκουν ακόμα πιο καθαρά στην υλική παραγωγή, που αφορούν τη συντήρηση την επισκευή των καπιταλιστικών εμπορευμάτων (τηλεοράσεις, αυτοκίνητα κλπ.) δηλαδή τα λογής-λογής συνεργεία, βουλκανιζατέρ κλπ. είτε οι μεταφορές εμπορευμάτων (από καπιταλιστικές επιχειρήσεις μεταφορών αλλά και από ιδιώτες «επαγγελματίες» αυτοκινητιστές που ανήκουν στη μικροαστική τάξη) που αποτελούν κλάδο της υλικής καπιταλιστικής παραγωγής. Η διατήρηση της μικρής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής σ' αυτούς τους κλάδους (ή και σε άλλους) δεν αναιρεί τον καπιταλιστικό τους χαρακτήρα. Οι φορείς αυτής της μικρής ιδιοκτησίας (που ανήκουν στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη) οφείλουν την ύπαρξη τους στον καπιταλιστικό κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και όχι στο βιοτεχνικό ή χειροτεχνικό. Το ίδιο ισχύει και για το πλήθος των αυτοκινητιστών - ιδιοκτητών που ανήκουν και αυτοί στη μικροαστική τάξη (ιδιοκτήτες ταξί, πούλμαν, βυτιοφόρων, τρίκυκλων κλπ.). Η ύπαρξη τους οφείλεται σε μια ειδικότερη πλευρά της επέκτασης του ΚΤΠ, τη συγκρότηση των μεγάλων μητροπολιτικών πόλεων.

2.4 Λειτουργίες για την αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος (της καπιταλιστικής κοινωνίας στο σύνολο της). Πρόκειται για όλες εκείνες τις λειτουργίες: διοίκηση, δικαιοσύνη, καταστολή (στρατός - αστυνομία), φορολογία, συλλογική κατανάλωση, διαχείριση της εργατικής δύναμης (εκπαίδευση, υγεία, κοινωνική πρόνοια) που αναλαμβάνει το κράτος.

3. Ο μύθος για την «υπερδιόγκωση» του δημόσιου τομέα

3.1 Ένα ψεύτικο πρόβλημα Μια μερίδα αριστερών διανοουμένων επιμένει να βλέπει την επέκταση των κρατικών λειτουργιών σαν προϊόν της «υπανάπτυξης» της ελληνικής κοινωνίας. Έτσι έχει την ευχέρεια να ταυτίζεται με τις «αντικρατικές» θέσεις του νεοφιλελευθερισμού και να αποδέχεται σαν «αναγκαίες» τις πιο αντιλαϊκές εκσυγχρονιστικές κρατικές παρεμβάσεις. Τέτοια διόγκωση όμως του δημόσιον τομέα δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Το ποσοστό συμμετοχής των εργαζομένων στις δημόσιες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, στο σύνολο του μη αγροτικού πληθυσμού είναι το 1978 8,6% ενώ για τη Γαλλία είναι 10,3%, για το Βέλγιο 10% (επί του συνολικού ΟΕΠ, που σημαίνει μεγαλύτερο επί του μη αγροτικού), για το Ην. Βασίλειο 8,1% (επί του συνολικού ΟΕΠ) ενώ για την Ιταλία μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο δημόσιος τομέας καταλαμβάνει πράγματι γιγαντιαία θέση με 25,4%. Πίνακας 8. Είναι εντυπωσιακό ότι στην Ιταλία ο δημόσιος τομέας απασχολεί 13,1% των εργαζομένων στη μεταποίηση (41,7% της μεταλλουργίας, 30% των μεταφορικών μέσων, 10,6% της μηχανουργίας) ενώ για την Ελλάδα το ποσοστό φτάνει μόλις το 4,3% στη βιομηχανία τροφίμων και 4,5% στις χημικές βιομηχανίες. Μήπως λοιπόν πρέπει να μιλήσουμε και για ιταλικό βροντόσαυρο; Όσο για τον «αντιπαραγωγικό» χαρακτήρα του δημόσιου τομέα πρέπει να πούμε ότι 87,6% της συνολικής απασχόλησης (οπ. ΓΜ.) του δημόσιον τομέα αφορά κλάδους της υλικής παραγωγής οι μισθωτοί αυτοί δηλαδή ανήκουν σε μεγάλο βαθμό στην εργατική τάξη και συγκεκριμένα: ενέργεια / ορυχεία / ύδρευση (οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα αποτελούν 54,8% στον κλάδο), και συγκοινωνίες / επικοινωνίες (54,5%). Τίποτα το εντυπωσιακό δεν υπάρχει, σ' αυτό το σημείο. Είναι γνωστό φαινόμενο ή ανάληψη αυτών των κλάδων, κομβικών για το συνολικό κεφαλαιοκρατικό συμφέρον, από το κράτος για όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Η διόγκωση του αριθμού των εργαζομένων σ' αυτές τις λειτουργίες είναι λοιπόν σύμφυτη με την ταχύρυθμη ανάπτυξη τον καπιταλισμού στη μεταπολεμική περίοδο. Στην Ελλάδα μέχρι σήμερα οι αναπαραγωγικές λειτουργίες του αστικού κράτους ήταν περιορισμένες γι' αυτό ο αριθμός των εργαζομένων σ' αυτές, αντίθετα με τις διαδεδομένες απόψεις για «υπερδιόγκωση» «παρασιτισμό» κλπ., παρέμεινε από τους πιο χαμηλούς στις χώρες της Ευρώπης. Με τη διαχείριση της αστικής εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ και την ενίσχυση τέτοιων αναπαραγωγικών λειτουργιών (Ε.Σ.Υ., εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, χωροταξικός σχεδιασμός κλπ.) αναγκαίων για τα μακροπρόθεσμα αστικά συμφέροντα και. την εξασφάλιση της κοινωνικής γαλήνης, θα πρέπει να υπάρξει γρηγορότερη αύξηση αυτών των εργαζομένων απ' ότι στο παρελθόν. Βέβαια τα τελευταία χρόνια (από την αρχή της οικονομικής κρίσης) ο ρόλος του δημόσιου τομέα για την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σημαντικά, λόγω της στάσης του ιδιωτικού κεφαλαίου, (ιδιαίτερα σημαντική θέση στα πλαίσια του δημόσιου τομέα έχει αποκτήσει και η πολεμική βιομηχανία που αναπτύσσεται ραγδαία), χωρίς όμως το γεγονός αυτό να ανατρέπει τη θέση που αναπτύσσουμε παραπάνω.

3.2 Οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα Είναι αρκετά διαδεδομένο να συγχέονται οι φορείς της κρατικής μηχανής (που ένα σημαντικό μέρος κατέχει θέσεις της μικροαστικής τάξης: μεσαία και ανώτερα στελέχη, ή της αστικής: ορισμένες κορυφές της κρατικής μηχανής) και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα, που πολλές φορές αναφέρονται όλοι σαν «δημόσιοι υπάλληλοι», «κρατικοδίαιτοι» και θεωρούνται «μικροαστοί». Και πρόκειται για σύγχυση γιατί «στο καπιταλιστικό καθεστώς η υπαγωγή στο δημόσιο τομέα δεν εμπεριέχει την κατάληψη μιας καθορισμένης θέσης στη δομή του τρόπου παραγωγής, ούτε την καθιέρωση μιας ιδιαίτερης σχέσης με τα μέσα παραγωγής. Αν οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα χαίρουν μιας σταθερότητας στην απασχόληση, στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει γιατί η αστική τάξη, ελπίζοντας πάντα να παρακινήσει την αφοσίωση και την πίστη τους όσο και να διχάσει τους εργαζόμενους, αρνήθηκε, ως ένα βαθμό, να στρέψει εναντίον τους και εναντίον των διεκδικήσεων τους το όπλο των απολύσεων και ανεργίας. Οι πιέσεις που ασκούνται περιοδικά στις δημόσιες υπηρεσίες με στόχο κάποια επέκταση των συμβάσεων δείχνουν, εξ άλλου, καθαρά τα όρια και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα αυτής της άρνησης. Και εδώ πρόκειται λοιπόν για μια παραχώρηση «πολιτικής» προέλευσης»8 Η ταξική ένταξη των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα αλλά και των δημοσίων υπαλλήλων (των φορέων της κρατικής μηχανής) θα εξεταστεί σε ξεχωριστό άρθρο. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι είναι αδιανόητο να θεωρούνταν «μικροαστοί» το σύνολο των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα. Η «πολιτικής» προέλευσης παραχώρηση που αναφέρθηκε (που υποτίθεται ότι τους ενοποιεί ως «εργαζομένους στο δημόσιο» «υπερπροσδιορίζει» απλά τις διακρίσεις ανάμεσα Ι) στους παραγωγούς εργάτες που είναι άμεσα εκμεταλλευόμενοι (οι εργάτες της ΕΑΒ, της βιομηχανίας ζαχάρεως, στη ΔΕΗ, ΟΤΕ κτλ.), Π) στους υπάλληλους των εθνικοποιημένων τραπεζών, εμπορικών και ασφαλιστικών εταιρειών που είναι έμμεσα εκμεταλλευόμενοι, III) στους κατώτερους μισθωτούς των κρατικών μηχανισμών, νοσοκομείων, λειτουργιών συλλογικής κατανάλωσης κλπ. που είναι και αυτοί έμμεσα εκμεταλλευόμενοι και κατέχουν μια ημιπρολεταριακή θέση, IV) στα μεσαία και ανώτερα στελέχη τόσο της κρατικής μηχανής τόσο και των δημοσίων επιχειρήσεων (βιομηχανικών, εμπορικών, τραπεζών κτλ.), που ανήκουν στη μισθωτή μικροαστική τάξη, V) Στα διευθυντικά στελέχη (managers) που ανήκουν στην αστική τάξη. 3.3 Η μικροαστική μερίδα του κρατικού μηχανισμού Με βάση αυτήν την αναγκαία διευκρίνηση ας προσπαθήσουμε να υπολογίσουμε με μια πρόχειρη και προσωρινή εκτίμηση τη μικροαστική μερίδα του κρατικού μηχανισμού. Σ' αυτήν ανήκουν πρώτα απ' όλα τα μεσαία και ανώτερα στελέχη της κρατικής μηχανής (βλέπε σημείωση παραπάνω IV). Οι κρατικοί υπάλληλοι αυξήθηκαν από 106.072 το 1961 (χωρίς τους στρατιωτικούς) σε 242.000 περίπου το 1983 (με τους στρατιωτικούς). Ένα μεγάλο μέρος της αύξησης οφείλεται στην εκπαίδευση.9 Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι οι κατώτερες βαθμίδες δεν ανήκουν στη μικροαστική τάξη (βλέπε III σημείωσης). Σ' αυτή τη μερίδα ανήκουν ακόμα τα μεσαία και ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΛΤΑ, συγκοινωνίες κλπ.) περίπου 16.000 το 1981,10 της υγείας (περίπου 37.000 το 1980)11, των εθνικοποιημένων τραπεζών για λόγους ιστορικούς και πολιτικούς περίπου 5.000. Καταλήγουμε έτσι στο προσωρινό συμπέρασμα ότι η μικροαστική μερίδα του κρατικού μηχανισμού αριθμεί 300.000 (1981), ποσοστό 8,1% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, οπότε η άποψη της «υπερδιόγκωσης» πρέπει να επανεξεταστεί.

4. Επέκταση του καπιταλισμού και εμπόριο
Ενώ οι μετασχηματισμοί της καπιταλιστικής παραγωγής, που εκτελέστηκαν στην περίοδο της ραγδαίας συσσώρευσης του ελληνικού καπιταλισμού 196075, είναι εύκολα αντιληπτοί και έχουν τύχει σχετικής διερεύνησης, οι μετασχηματισμοί που προκλήθηκαν στη σφαίρα της κυκλοφορίας (εμπόριο κλπ.) σχεδόν αγνοούνται. Γι' αυτό μια συνοπτική αναφορά σ' αυτό το πρόβλημα είναι αναγκαία. Οι απόψεις που επισημάναμε στα προηγούμενα βλέπουν στην ανάπτυξη του εμπορίου μεταπολεμικά μια δήθεν διόγκωση του τριτογενούς, λόγω της «ασθενικότητας» του ελληνικού βιομηχανικού καπιταλισμού. Αντίθετα όμως με αυτές τις φαντασιώσεις, δεν υπάρχει καμία αυτόνομη ανάπτυξη του τριτογενούς, αλλά καπιταλιστική αναδιάρθρωση του εμπορίου.12

4.1 Λιανικό εμπόριο Για 100 εργαζομένους το 1969 έχουμε 122 το 1978 (από 241.285 σε 295.645 δηλαδή αύξηση 54.000 περίπου). Κάτω όμως από αυτήν την αύξηση κρύβονται πολύμορφες και αντιφατικές κινήσεις. 1) Κατά κλάδους υπάρχει αρκετά διαφοροποιημένη εξέλιξη π.χ. ο κλάδος των τροφίμων / ποτών (παντοπωλεία, κρεοπωλεία, οπωροπωλεία κλπ.), που αποτελεί το σημαντικότερο κλάδο του λιανικού εμπορίου (53% των καταστημάτων, 48,2% των εργαζομένων το 1969) συρρικνώνεται αισθητά (στο 39,9% των καταστημάτων στο σύνολο εμπορίου και 36,5% των εργαζομένων). Στον κλάδο αυτό, όπως θα δούμε, παρουσιάζεται και η πιο ραγδαία διείσδυση του καπιταλισμού. Αντίθετα αναπτύσσονται σημαντικά άλλοι κλάδοι, ιδιαίτερα αυτοί που σχετίζονται με τα προϊόντα της καπιταλιστικής παραγωγής: ο κλάδος αυτοκινήτων / μοτοσικλετών / ποδηλάτων (για 100 εργαζομένους το 1960 έχουμε 239 το 1978), ο κλάδος επίπλων / ηλεκτρικών οικιακών συσκευών (πλυντήρια, τηλεοράσεις κλπ.) (στους 100 απασχολούμενους το 1969 αντιστοιχούν 139 το 1978). 2) Αυτό όμως που υποδεικνύει με σαφήνεια τη διείσδυση του καπιταλισμού στο λιανικό εμπόριο είναι η γρηγορότερη ανάπτυξη της μισθωτής εργασίας. Ενώ η γενική αύξηση της απασχόλησης είναι για 100 το 1969, 123 το 1978, για 100 μισθωτούς του 1969 αντιστοιχούν 143 μισθωτοί το 1978. Η μισθωτή εργασία από 18,5% το 1969 ανέρχεται στο 21,7% το 1978, ενώ κατά κλάδους υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Με εξαίρεση τους κλάδους που αποτελούν κατά παράδοση το βασίλειο της μικροαστικής τάξης, όπου η μισθωτή εργασία σχεδόν απουσιάζει (ψιλικά 5,3%, χαρτικά / βιβλία 9,5%, ειδών διατροφής 7,65%) στους υπόλοιπους κλάδους το ποσοστό των μισθωτών είναι υψηλό. Στα φαρμακεία 34,3%, στα αυτοκίνητα κλπ. 45,5%, στα πρατήρια υγρών καυσίμων 40,5% στα παιχνίδια 52,1%. Ακόμη κι αν λάβουμε υπ' όψη τις διαφοροποιήσεις αυτές η εικόνα παραμένει παραπλανητική. Το 60,3% των μισθωτών του λιανικού εμπορίου (συνολικά 64.200 περίπου το 1978) απασχολούνται σε καταστήματα με περισσότερους από 4 εργαζόμενους. Εδώ η μισθωτή εργασία αποτελεί όχι το 21,7% αλλά το 83,63%. Έτσι ενώ η αναλογία μισθωτών ανά κατάστημα στο γενικό σύνολο του λιανικού εμπορίου είναι ασήμαντη (0,4), στο σύνολο καταστημάτων με 5 και άνω εργαζομένους η αναλογία είναι 9,2 μισθωτοί ανά κατάστημα. Σε αρκετούς κλάδους μάλιστα υπερβαίνει κατά πολύ το μέσο όρο: 23,1 στα καταστήματα αθλητικών ειδών, 12,6 στα αυτοκίνητα κλπ., 12,5 στα πρατήρια καυσίμων, (θα μιλήσουμε παρακάτω για τα Σούπερ Μάρκετ και τα μεγάλα καταστήματα ΜΙΝΙΟΝ, Λαμπρόπουλος κλπ. Η αναλογία εδώ είναι 112,7 μισθωτοί ανά κατάστημα).
4.2 Χονδρικό εμπόριο
Εδώ η διείσδυση του καπιταλισμού είναι μεγαλύτερη. Οι διαδικασίες συγκέντρωσης / συγκεντροποίησης του κεφαλαίου έχουν ήδη προχωρήσει. Η μισθωτή εργασία κυριαρχεί συντριπτικά. Από 61% (53.511 μισθωτοί) το 1969 φτάνει το 63,8% το 1978. Και εδώ όπως και στο λιανικό, το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο, 89%, για τις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 4 εργαζομένους. (Σ' αυτές τις επιχειρήσεις εργάζεται το 77,1% των μισθωτών του χονδρικού εμπορίου). Η αναλογία μισθωτών ανά επιχείρηση είναι υψηλή, 11,35 μισθωτοί. Διαφορετικά απ' ότι στο λιανικό, όχι μόνο σε ορισμένους αλλά σ' όλους τους κλάδους του χονδρικού εμπορίου (ιδιαίτερα στους κλάδους μηχανημάτων, μεταλλευμάτων, χημικών προϊόντων βιομηχανίας) έχει προχωρήσει η συσσώρευση του εμπορικού κεφαλαίου.

4.3 Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση του εμπορίου
Οι απόψεις περί «παρασιτικού» χαρακτήρα του εμπορίου που εκφράζονται και από πολλούς αριστερούς διανοούμενους, πηγάζουν από μία βασική σύγχυση ανάμεσα στο σύγχρονο εμπόριο και τις παλιότερες μορφές του εμπορικού κεφαλαίου. Το σύγχρονο εμπόριο όπως δείχνει ο Μαρξ13 είναι αποτέλεσμα της κυριαρχίας - επέκτασης του ΚΤΠ, της κυριαρχίας του βιομηχανικού κεφαλαίου πάνω στο εμπορικό. Δείχνει την «ανάπτυξη» και όχι την «καθυστέρηση». Όταν μιλάμε για εμπόριο, ακόμη και για το μικρεμπόριο (ακόμη δηλαδή και τους μπακάληδες, ψιλικαντζήδες περιπτεράδες που τόσο ερεθίζουν τον ελιτίστικο ρατσισμό ορισμένων «αριστερών» διανοουμένων) εννοούμε καπιταλιστικό και όχι μεταπρατικό εμπόριο. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοιο εμπόριο τουλάχιστο από το μεσοπόλεμο. Άλλο λοιπόν είναι το πρόβλημα. Είναι η διατήρηση της μικρής ιδιοκτησίας στην κυκλοφορία για μια ολόκληρη περίοδο ανάπτυξης του ΚΤΠ. Πράγματι ενώ η κυριαρχία του ΚΤΠ σ' όλους τους κλάδους της υλικής παραγωγής επιφέρει ραγδαία διάλυση / αναδιάρθρωση της μικρής αγροτικής / χειροτεχνικής / βιοτεχνικής παραγωγής, στην κυκλοφορία δεν παρουσιάζεται αυτόματα το ίδιο φαινόμενο. Όπως λένε οι Baudelot, Establet, Malemort, (στο εξής ΒΕΜ) «η διείσδυση του καπιταλισμού στο εμπόριο ακολούθησε τη διείσδυση του καπιταλισμού στη βιομηχανία. Έγινε αναγκαία και δυνατή με την καπιταλιστική επανάσταση στη βιομηχανία. Εφάρμοσε με αρκετή καθυστέρηση τις μορφές οργάνωσης και του καταμερισμού της εργασίας» (στο ίδιο σελ. 122). Η συγκέντρωση / συγκεντροποίηση (σ/σ) του εμπορίου ακολουθεί λοιπόν με κάποια καθυστέρηση τη σ/σ της καπιταλιστικής παραγωγής (οι αιτίες θα αναλυθούν σε ειδικό άρθρο). Είναι ένας κανόνας που ισχύει για όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Το πρόβλημα είναι πότε εμφανίζεται μια τέτοια αλλαγή (επιτάχυνση της διάλυσης, της μικρής ιδιοκτησίας στην κυκλοφορία και όχι διατήρηση). Στη Γαλλία π.χ. όπως δείχνουν οι ΒΕΜ, αρχίζει στη μεταπολεμική περίοδο. Είναι προφανές ότι στην Ελλάδα, όπου η ταχύρρυθμη καπιταλιστική συσσώρευση αρχίζει ουσιαστικά στη δεκαετία του '60, η συγκέντρωση / συγκεντροποίηση του εμπορίου ακολουθεί με την ανάλογη καθυστέρηση. Πρέπει δε να τονίσουμε ότι αυτές οι διαδικασίες προχωρούν με ραγδαίους ρυθμούς κύρια τα τελευταία χρόνια (τελευταία πενταετία) όπου και τα αποτελέσματα είναι περισσότερο εμφανή από ότι δείχνουν τα στοιχεία που παραθέτουμε (που αναφέρονται μέχρι το 1978). Το θέμα αυτό απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση. Για να κατανοήσουμε όμως το μέγεθος των αλλαγών που συντελούνται αρκούμαστε, στα πλαίσια αυτού του άρθρου, σε ένα παράδειγμα από το λιανικό εμπόριο (που είναι περισσότερο «καθυστερημένο»), του κλάδου τροφίμων / ποτών κλπ. (παντοπωλεία, κρεοπωλεία, οπωροπωλεία, οινοπωλεία), που αποτελεί τον πιο σημαντικό κλάδο του λιανικού εμπορίου. Την τελευταία τριετία η συγκέντρωση / συγκεντροποίηση έχει προχωρήσει με πολύ υψηλούς ρυθμούς. Με ένα πολύ πρόχειρο υπολογισμό τα Σούπερ - Μάρκετ (Σ/M) αυξήθηκαν από 78 το 1976 σε 400 το 1980 και σε 800 περίπου το 1983.14 Το 1983 το 2,5% των καταστημάτων του κλάδου πραγματοποιούν το 46,2% του συνολικού τζίρου. Μάλιστα η μεγάλη πλειοψηφία των Σ/M ανήκουν στις γνωστές αλυσίδες (HELLAS SPAR 20 (1983), PRISUNIC MARINOPOULOS 18 (1982), Σκλαβενίτης 12, ΜΕΤΡΟ 8 για να μείνουμε σε τέσσερις από αυτές).15 Το ενδιαφέρον είναι ότι η συγκέντρωση της κατανάλωσης που επιτυγχάνεται δεν αφορά μόνο το κέντρο αλλά και την επαρχία. Δεν είναι λοιπόν κυρίαρχος ο «μπακάλης της γειτονιάς» αλλά το Υπέρ Prisunic Μαρινόπουλος (Θεσσαλονίκη) με 2.600 τμ. χώρους πωλήσεων, 8 τμήματα πωλήσεων, 600 τμ. αποθήκες, 20 ταμεία, πάρκιγκ για 310 αυτοκίνητα και 100 εμποροϋπάλληλους ή το HELLAS SPAR (π.χ. Λάρισσας) με 2.000 τμ. χώρο πωλήσεων, 2.000 τμ. αποθήκη, 8.000 τμ. πάρκινγκ για 350 αυτοκίνητα, 17 ταμεία και 60 εμποροϋπάλληλους (Σελφ / Σέρβις τεύχη 83,88). Βέβαια τέτοια συγκέντρωση παρουσιάζεται μόνο σ' αυτόν τον κλάδο, (που όμως αποτελεί το 40% του λιανικού εμπορίου το 1978). Είναι όμως μια τάση του ΚΤΠ, η σ/σ του εμπορικού κεφαλαίου, η οποία κυριαρχεί. Όπως ήδη φαίνεται και στους άλλους κλάδους του εμπορίου, έχουν αρχίσει τέτοια φαινόμενα. (Τα μεγάλα πολυκαταστήματα συγκεντροποιούν την πώληση ενδυμάτων, υπόδησης, οικιακών σκευών, παιχνιδιών κλπ., στον κλάδο των ηλεκτρικών συσκευών ας θυμηθούμε τις «υπεραγορές» ή στον κλάδο επίπλου τα πρόσφατα παραδείγματα). Μπορούμε να δούμε από τα παραδείγματα άλλων καπιταλιστικών χωρών που μπορεί να φτάσει αυτή η «εξέλιξη». Όπως λέει ο πρόεδρος του ΣΕΣΜΕ κ. Βερόπουλος: «η ανάπτυξη των καταστημάτων μεγάλων επιφανειών ήταν μια ανάγκη σε παγκόσμια κλίμακα, γιατί το «μαζικό λιανεμπόριο» ήταν το φυσιολογικό συμπλήρωμα της μαζικής παραγωγής προϊόντων, ως και των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων της εποχής μας».16

5. Η προλεταριοποίηση, η μικροαστική τάξη και οι εμποροϋπάλληλοι

1. Όταν λέμε λοιπόν διείσδυση του καπιταλισμού στο εμπόριο, δεν εννοούμε ότι πριν δεν κυριαρχούσε ο καπιταλισμός. Εννοούμε, ότι πέρα από τη γενίκευση της μισθωτής εργασίας επιβάλλεται ένας καπιταλιστικός καταμερισμός εργασίας βασισμένος στον ταιυλορισμό, την εκμηχάνιση των εμπορικών λειτουργιών και την εντατικοποίηση. Όπως παρατηρούν οι Β.Ε.Μ., η δομή της απασχόλησης στο εμπόριο τείνει να μοιάζει όλο και περισσότερο σ' αυτήν που ήδη υπάρχει στην καπιταλιστική παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι οι εργασίες στο εμπόριο πολώνονται, η αντίθεση διανοητικής / χειρωνακτικής εργασίας οξύνεται. Έτσι εμφανίζεται στις μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις από τη μια πλευρά α) ένα στελεχικό προσωπικό επιφορτισμένο με καθήκοντα διανοητικής εργασίας διοίκησης και οργάνωσης της εργασίας β) ένα προσωπικό γραφείου επιφορτισμένο με καθήκοντα διανοητικής εργασίας εκτέλεσης (λογιστικής, αλληλογραφίας κλπ.) και από την άλλη γ) ένα προσωπικό εκτέλεσης που όλο και περισσότερο υποβαθμίζεται (εμποροϋπάλληλοι, εργάτες εμπορίου).17 Οι εμποροϋπάλληλοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια διαρκώς μεγαλύτερη ένταση της εκμετάλλευσης τους, συμπίεση των μισθών και εντατικοποίηση. Η εργασία τους διαρκώς απειδικεύεται, εκμηχανίζεται, συνίσταται όλο και περισσότερο σε απλή επανάληψη χειρωνακτικών λειτουργιών (καθαρό παράδειγμα οι εμποροϋπάλληλοι των Σούπερ - Μάρκετ).18 Είναι φανερό ότι οι εμποροϋπάλληλοι ως εκμεταλλευόμενοι (αν και όχι όπως οι εργάτες γιατί είναι παραγωγικοί μόνο για το ατομικό εμπορικό κεφάλαιο, στο οποίο επιτρέπουν με την υπερεργασία τους να οικειοποιηθεί μια μερίδα της συνολικής υπεραξίας, ενώ δεν είναι παραγωγικοί για το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο) δεν ανήκουν στη μικροαστική τάξη όπως υποστηρίζει ο Ν. Πουλαντζάς (στη μερίδα της «νέας μικροαστικής τάξης», έστω και με τη διευκρίνηση της προλεταριακής ταξικής πόλωσης), αλλά στο ημιπρολεταριάτο. (Εδώ θα επανέλθουμε αναλυτικότερα). Σύμφωνα με την απογραφή του 1978 υπάρχουν στην Ελλάδα 123.500 περίπου εμποροϋπάλληλοι. (60.000 στο χονδρικό και 64.000 στο λιανικό εμπόριο).

2. Οι συνέπειες είναι καταλυτικές και για την παραδοσιακή μικροαστική ανεξαρτησία του μικρεμπόρου. α) Πρώτα απ' όλα η τυποποίηση-βιομηχανοποίηση των προϊόντων, π.χ. με τη διείσδυση του ΚΤΠ στον κλάδο των τροφίμων / ποτών κλπ., αφαιρεί όλο και περισσότερες παραγωγικές λειτουργίες από την εργασία του παραδοσιακού μπακάλη, κρεοπώλη κλπ. (Δεν χρειάζεται πλέον να κόψει το κρέας, να τυλίξει τα φρούτα, να κόψει το τυρί, να το συσκευάσει, αφού έχουν ήδη γίνει), η εργασία του απειδικεύεται. Μετατρέπεται τελικά σε απλό πωλητή ή ακόμα σε υπάλληλο κάποιου πρατηρίου της μεγάλης βιομηχανίας διατροφής (π.χ. ΕΒΓΑ, ΔΕΛΤΑ). Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στο λιανικό εμπόριο τροφίμων, αλλά και αλλού π.χ. εμπόριο υγρών καυσίμων (πρατήρια MOBIL, BP κλπ.).19 Χάνει δηλαδή την παραδοσιακή ανεξαρτησία που διέθετε στο παρελθόν. β) Μπορούμε να δεχθούμε ότι υπάρχει μια διαδικασία προλεταριοποίησης στο εμπόριο (διαφορετική από αυτήν των εμποροϋπαλλήλων), στο βαθμό που οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των μικρεμπόρων μικροαστών διαρκώς χειροτερεύουν. Δεν έχουμε παρά να δούμε τις συνέπειες του ανταγωνισμού που αντιμετωπίζουν σε οποιαδήποτε συνοικία ανοίγει νέο Σούπερ - Μάρκετ. Μια μερίδα δηλαδή των μικρεμπόρων χάνει διαρκώς μεγαλύτερο μέρος από το εμπορικό κέρδος της που τείνει να περιοριστεί απλώς στην αξία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης του μικρεμπόρου (ΒΕΜ σελ. 258). Αυστηρά μόνο μ' αυτές τις διευκρινήσεις μπορούμε να δεχτούμε την προλεταριοποίηση, υπενθυμίζοντας πάλι ότι πρόκειται για διαφορετικό φαινόμενο απ' ότι η προλεταριοποίηση της αγροτιάς ή των χειροτεχνών Ι βιοτεχνών. Πάντα το εμπορικό κέρδος, όσο μικρό κι αν είναι, δεν παραμένει παρά μια οικειοποίηση ενός μεριδίου της κοινωνικά παραγμένης υπεραξίας. γ) Μπορούμε τώρα να κάνουμε μια πρώτη εκτίμηση για τη μικροαστική μερίδα του μικρεμπορίου στην Ελλάδα. Το 1978 υπήρχαν στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο (απασχόληση 0-4 άτομα) 190.000 επιχειρηματίες και 62.950 συμβοηθούντα μέλη της οικογενείας (χωρίς μισθό). Συνολικά δηλαδή μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στη μικροαστική τάξη του μικροεμπορίου ανήκουν 253.000 εργαζόμενοι.29 Δεχόμαστε με επιφύλαξη αυτήν την εκτίμηση γιατί προφανώς δεν αρκεί μόνο το κριτήριο της απασχόλησης, ιδιαίτερα για το χονδρικό εμπόριο, όπου μια μικρή επιχείρηση (0-4 άτομα) πιθανώς να ανήκει σε καπιταλιστή ή σε μεταβατική μορφή και όχι στη μικροαστική τάξη. Το ίδιο ισχύει και για τους αντιπροσώπους - μεσίτες.21

3. Τράπεζες, ασφάλειες, γραφεία και καπιταλιστικός καταμερισμός εργασίας.

1. Όπως και στο εμπόριο, η συγκέντρωση της καπιταλιστικής παραγωγής επιβάλλει και εδώ την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Στην Ελλάδα ο κλάδος των τραπεζών είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό συγκεντροποιημένος. Το 1982 υπήρχαν 49 (27 αλλοδαπές) τράπεζες που απασχολούσαν περίπου 40.000 τραπεζοϋπαλλήλους (οι διευθυντές και οι υποδιευθυντές ήταν 5.000 περίπου). 15 τράπεζες απασχολούσαν το 93% των υπαλλήλων (36.640). Η μεγαλύτερη είναι η Εθνική που απασχολεί 12.000 υπαλλήλους (30% των τραπεζοϋπαλλήλων) και πραγματοποιεί 60% περίπου των τραπεζικών συναλλαγών. Ας σημειωθεί ακόμα ότι 90% των ελληνικών τραπεζών είναι εθνικοποιημένες22. Οι ασφάλειες, η διαφήμιση και το μάρκετινγκ είναι λειτουργίες της σφαίρας της κυκλοφορίας του κεφαλαίου αναγκαίες για την πραγματοποίηση της υπεραξίας (ΕΧ') και την αναπαραγωγή του ΚΤΠ. Μάλιστα στα πλαίσια της φορντικής οργάνωσης της εργασίας και της εντατικής εφαρμογής των επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων που οδηγούν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στη μαζική παραγωγή και κατανάλωση εμπορευμάτων, αποκτούν ένα αυξανόμενο βάρος. Άμεση συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι η σημαντική συγκέντρωση συγκεντροποίηση αυτών των κλάδων, ειδικά των ασφαλιστικών εταιρειών που αναπτύσσονται όσο μεγεθύνεται ο όγκος του πάγιου κεφαλαίου και επεκτείνεται η μισθωτή σχέση, φαινόμενα ιδιαίτερα έντονα στην μεταπολεμική περίοδο. Οι ασφαλιστικές εταιρείες το 1982 απασχολούσαν περίπου 10.000 υπαλλήλους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP οι 30 μεγαλύτερες απασχολούσαν το 78% των εργαζομένων (Η Εθνική 900, η INTERAMERICAN 705, ο ΑΣΤΗΡ 485, ο ΦΟΙΝΙΞ 436, Η ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ 250-300 κλπ.). Στις διαφημίσεις οι μεγαλύτερες ήταν το 1982 η ΤΗΛΕΠΟ (150 εργαζόμενοι), η ΝΙΛΣΕΝ (83 εργαζόμενοι), η ΑΛΜΑ (60 υπάλληλοι) κτλ, ενώ στις επιχειρήσεις οργάνωσης/διοίκησης επιχειρήσεων (marketing, μηχανογράφηση, computers, οργάνωση γραφείου κλπ.) που σημειώνουν ταχύτατη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν πολλές που απασχολούν πάνω από 50 υπαλλήλους (συνολικά το 1982 απασχολούσαν περισσότερους από 6.500 υπαλλήλους (ICAP, 1982). Η εισαγωγή μεθόδων της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας σ' αυτούς τους κλάδους έχει ένα πολύ απλό στόχο και εδώ: να συμπιέσει τα λανθάνοντα έξοδα της κυκλοφορίας προς όφελος του βιομηχανικού - παραγωγικού κεφαλαίου. Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται από τις βαρετές εκκλήσεις για «αύξηση της παραγωγικότητας» που δεν σημαίνει παρά περισσότερη εντατικοποίηση και εκμετάλλευση των εργαζομένων. Η τυποποίηση των εργασιών, η μηχανοοργάνωση, ο κατακερματισμός των καθηκόντων, ο έλεγχος των ρυθμών επιφέρει την χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας κύρια στις τράπεζες και τις ασφάλειες. Η τάση και εδώ όπως και στην βιομηχανία είναι η πόλωση των ειδικοτήτων (ΒΕΜ στο ίδιο, σελ. 132). Από τη μια, στελέχη με υψηλή διανοητική κατάρτιση, με καθήκοντα διεύθυνσης. Από την άλλη ένα προσωπικό που ασκεί απλά καθήκοντα εκτέλεσης και που συνεχώς η εργασία του απειδικεύεται. Η εισαγωγή της πληροφορικής στις ελληνικές τράπεζες και αλλού επιτάχυνε σημαντικά αυτές τις διαδικασίες. «Αυτά τα φαινόμενα που επηρεάζουν σε πρώτο επίπεδο τους υπαλλήλους του εμπορίου και αυτούς των ασφαλειών και των τραπεζών, τείνουν να γενικευτούν σ' όλους τους τομείς που εργάζονται υπάλληλοι και αυτό τόσο πιο γρήγορα όσο ο ενδιαφερόμενος τομέας καταλαμβάνει περισσότερο νευραλγική θέση σε σχέση με αυτό που είναι ο κινητήρας της εξέλιξης: η συσσώρευση στο επίπεδο της παραγωγής. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ταιϋλορισμός, που εφαρμόστηκε στην ίδια την παραγωγή, πρώτα απ' όλα εξάχθηκε στην εργασία του γραφείου των τραπεζών και σ' αυτή του εμπορίου. Πρόκειται σ' αυτές τις δυο περιπτώσεις για τους τομείς που συμβάλλουν άμεσα σ' αυτή τη συσσώρευση. Πραγματοποίηση της υπεραξίας, άρα επιτάχυνση της περιστροφής του κεφαλαίου στο εμπόριο. Συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, συμπίεση των λανθανόντων εξόδων στις τράπεζες και ασφάλειες. Δεν έχουμε εδώ καμιά αυταπάτη: κανένας τομέας, κανένας κλάδος κοινωνικής δραστηριότητας δεν θα μπορέσει, αν ο καπιταλισμός συνεχίσει να αναπτύσσεται, να ξεφύγει από τους νόμους του. Διοίκηση, έρευνα, εκπαίδευση....»23.

2. Το ζήτημα της ταξικής υπαγωγής των μισθωτών σ' αυτούς τους τομείς, αποτέλεσμα της σημερινής διευρυμένης αναπαραγωγής του ΚΤΠ, δε μπορεί να τεθεί αναλυτικά χωρίς να απαντηθούν ορισμένα βασικά προβλήματα24. Εδώ θα επισημάνω μόνο το εξής: Είναι λάθος να εντάσσουμε τους μισθωτούς όλων αυτών των κλάδων, τραπεζοϋπαλλήλους, υπαλλήλους ασφαλιστικών, διαφήμισης «γραφείου» αλλά και δημοσίους υπαλλήλους κρατικής διοίκησης, συνολικά στην μικροαστική τάξη (όπως κάνει ο Ν. Πουλαντζάς - νέα μικροαστική τάξη). Μια σημαντική μερίδα αυτών των μισθωτών, τα μεσαία και ανώτερα στελέχη (τραπεζών, εμπορίου, βιομηχανίας, κρατικής μηχανής) ανήκουν στην μικροαστική τάξη (νέα μισθωτή μικροαστική τάξη), ενώ οι κορυφές (managers) στην αστική. Η πλειοψηφία των μισθωτών αυτών των κλάδων δεν ανήκουν στη μικροαστική τάξη. Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε συνοπτικά η διείσδυση του καπιταλισμού σημαίνει γι αυτούς προλεταριοποίηση (απειδίκευση, κατατεμαχισμός και εντατικοποίηση της εργασίας), ένταση της εκμετάλλευσης. Αυτοί οι μισθωτοί, σε γενικές γραμμές, όπως και οι εμποροϋπάλληλοι τείνουν να έχουν μια παρόμοια θέση με αυτή της εργατικής τάξης (ημιπρολεταριάτο). 7. Η διείσδυση του καπιταλισμού στα εστιατόρια 1. Η παρατήρηση που κάναμε προηγουμένως για το αναπόφευκτο της καπιταλιστικής υπαγωγής όλων των τομέων της κοινωνικής δραστηριότητας βρίσκει ενδιαφέρουσα εφαρμογή στα εστιατόρια, σ' αυτόν τον κατεξοχήν «μη - παραγωγικό» κλάδο του τριτογενούς. Μια σημαντική μερίδα της μικροαστικής τάξης (75.500 περίπου μαγαζάτορες και μέλη οικογεναών) συντηρείται και αναπαράγεται χάρη στα κάθε λογής εστιατόρια, ταβέρνες, κέντρα, καφενεία, ουζερί κλπ. Σε κάποιο βαθμό οφείλει την ύπαρξη της και στον τουρισμό (βλέπε παρακάτω). Είναι γεγονός ότι η διείσδυση του ΚΤΠ στον κλάδο είναι μικρή. Στους 100 απασχολούμενους μόνο 21,7 είναι μισθωτοί. Βέβαια το ποσοστό είναι μεγαλύτερο στα εστιατόρια που απασχολούν πάνω από 4 εργαζόμενους (35,9%), η αναλογία είναι εδώ 6,5 μισθωτοί ανά επιχείρηση. (Ας σημειωθεί ότι αφορά το 61,6% των μισθωτών σερβιτόρων, υπαλλήλων κλπ. που το 1978 ήταν συνολικά 23.400". Ας προσθέσουμε επίσης ότι τα καταστήματα που απασχολούν πάνω από 10 εργαζόμενους (είναι δηλαδή σχετικά μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις), ενώ αποτελούν μόνο το 0.9% του συνόλου απασχολούν το 8,14% των εργαζομένων και το 33,8% των μισθωτών (7.900). Δηλαδή αναλογούν 17 μισθωτοί ανά επιχείρηση. Α ν συμπεριλάβουμε και τα μεγάλα εστιατόρια που διαθέτουν τα ξενοδοχεία, καταλαβαίνουμε ότι η πραγματικότητα δεν είναι και τόσο «μικροαστική». Και αυτή η εικόνα όμως ανήκει ως ένα βαθμό στο παρελθόν. Το νέο χαρακτηριστικό όσο κι αν ξενίζει, είναι η ταχύτατη διείσδυση του καπιταλισμού, η προώθηση της συγκέντρωσης/συγκεντροποίησης του «επισιτιστικού» κεφαλαίου. Τι έκανε δυνατή αυτήν την διείσδυση; Ο ίδιος λόγος που παρατηρήσαμε και στο λιανικό εμπόριο τροφίμων. Η ραγδαία υποταγή του κλάδου της διατροφής, ποτών κλπ. στο ΚΤΠ με την τυποποίηση, συσκευασία κλπ. των προϊόντων. Είναι πλέον δυνατό να πωλούνται και «έτοιμα φαγητά» (πίτσες, toast, humburgers κλπ.): «Η αλυσίδα Goody's βοήθησε τη δημιουργία ενός σύγχρονου «εργοστασίου» παραγωγής φαγητών της «Hellenic Catering AE» της οποίας οι εγκαταστάσεις στη Σίνδο της θεσσαλονίκης μπορούν κάθε μέρα να παράγουν 10.000 χάμπουργκερς και 5.000 μερίδες έτοιμα φαγητά. Και τα προϊόντα αυτά μεταφέρονται την ίδια μέρα σ' όλες τις πόλεις όπου υπάρχουν «φαστ - φουντ» Goody's»26. Η οικιακή εργασία (όλες δηλαδή οι εργασίες μιας νοικοκυράς: πλύσιμο, μαγείρεμα, σκούπισμα κλπ.) αποτελεί ίσως το μόνο κλάδο της υλικής παραγωγής που αντιστέκεται σοβαρά στην διείσδυση του ΚΤΠ. Η ανάπτυξη όμως του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας (η τροποποίηση του φυλετικού καταμερισμού με την είσοδο των γυναικών στην παραγωγή) τείνει να περιορίσει τις οικιακές δραστηριότητες εντός του «νοικοκυριού» με την «εξωτερίκευση» τους, που ισοδυναμεί με ανάληψη τους από οργανωμένες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Π.χ. το πλύσιμο,σιδέρωμα «παραδίδεται» στα πλυντήρια, στεγνοκαθαριστήρια,27το καθάρισμα όπως είδαμε στις εταιρείες καθαρισμού, η φύλαξη των παιδιών στους παιδικούς σταθμούς (δημόσιους ή ιδιωτικούς) ενώ το φαγητό «βγαίνει» από το σπίτι, μετατρέπεται σε «φαγητό στο πόδι» ή επί το γνωστότερο fastfood. Η Επιτάχυνση αυτών των διαδικασιών στην Ελλάδα είναι αξιοπρόσεκτη: «Τα δυο τελευταία χρόνια (Στ.Σ. γράφεται το 1981) έχουν δημιουργηθεί στην Ελλάδα αρκετές επιχειρήσεις Φαστ - Φουντ οι οποίες εκμεταλλεύονται 210 περίπου καταστήματα από τα οποία τα 150 και παραπάνω βρίσκονται στην Αθήνα» (σήμερα, 1984, είναι πολύ περισσότερα)26. Η συγκέντρωση/συγκεντροποίηση έχει προχωρήσει και εδώ με το σύστημα της αλυσίδας: «Η πρώτη οργανωμένη αλυσίδα «φαστ - φουντ» στη χώρα μας ξεκίνησε το 1976 στη Θεσσαλονίκη με το GOODY'S, το όνομα του οποίου σήμερα καλύπτει εννιά μονάδες στη συμπρωτεύουσα, μια στη Λάρισα, μια στην Αθήνα και μια στη Βέροια» (στο ίδιο). Μια άλλη αλυσίδα που διαπρέπει στον ελληνικό χώρο είναι αυτή των JAX. Το 1981 είχε προσωπικό 70 άτομα και τροφοδοτούσε 150 JAX στην Αθήνα καθώς και 30 στην επαρχία. Υπάρχουν και πάρα πολλές άλλες όπως το Pick, Quick, κ.ά. Ανάλογο φαινόμενο εμφανίζεται και στις πιτσαρίες. Το 1982 υπήρχαν στην Αθήνα μόνο αρκετές αλυσίδες με μεγαλύτερες το Portofino (τουλάχιστον 12 καταστήματα), «pizza da Napoli) (5), «Zeas Pizza» (4) κλπ.28. Η άνθιση των επιχειρήσεων τέτοιου τύπου τα τελευταία χρόνια αποδεικνύει ακριβώς την επιταχυνόμενη επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σ' αυτόν τον τομέα με καταστροφικές συνέπειες στους παραδοσιακούς μικροαστούς29. Σε άλλες καπιταλιστικές χώρες η συγκέντρωση/συγκεντροποίηση προχώρησε τόσο πολύ ώστε δημιουργήθηκαν στον κλάδο και πολυεθνικές αλυσίδες: «Τον Απρίλιο του 1955 άνοιξε στο Σικάγο για πρώτη φορά το κατάστημα Fast Food με την ονομασία MCDONALD'S. Τον Απρίλιο του 1983 και ύστερα από 40 δισεκατομύρια «χάμπουργκερς» υπήρχαν 7.000 καταστήματα MCDONALD'S σε 31 χώρες..» (στο ίδιο).

2. Και εδώ η διείσδυση του ΚΤΠ επιβάλλει την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Το σελφ - σέρβις, η εκμηχάνιση, ο κατακερματισμός, η απλοποίηση και η τυποποίηση των εργασιών έχει καταλυτικές συνέπειες για τους μισθωτούς. Ας θυμηθούμε τις συνθήκες εργασίας, την ιεραρχική οργάνωση του χώρου (που επενδύεται ιδεολογικά με διαφορετικού χρώματος στολή και καπελάκι!) και την εντατικοποίηση στα γνωστά «φαστφουντάδικα». Η προλεταριοποίηση αυτών των μισθωτών είναι η «υπηρεσία» που τους προσφέρει το καπιταλιστικό εστιατόριο. Μαζί με τους ξενοδοχοϋπαλλήλους, αποτελούν σημαντική μερίδα του ημιπρολεταριάτου ενώ ένα κομμάτι τους εντάσσεται στην εργατική τάξη. Μέρος Β. Ορισμένα χαρακτηριστικά της μεταπολεμικής συσσώρευσης:


Η οικοδομή, ο τουρισμός, η παλιννόστηση

Για πολλούς αριστερούς μελετητές, η μικροαστική τάξη στην μεταπολεμική περίοδο θεωρείται, αναμφισβήτητα, υπερβολικά «διογκωμένη». Εκτός από την «ασθενικότητα» της βιομηχανίας που οδήγησε σε μια «περιφερειακού» τύπου δόμηση του τριτογενούς, θέση το αστήρικτο της οποίας προσπαθήσαμε να αποδείξουμε, προβάλλονται και ορισμένα άλλα επιχειρήματα που χρήζουν προσεκτικότερης ενασχόλησης: α) ο ιδιαίτερος ρόλος του κλάδου των κατασκευών στη μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη (διόγκωση της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης), β) ο τουρισμός και γ) η παλιννόστηση των Ελλήνων μεταναστών που «μικρραστικοποιούνται». Πόσο όμως αληθεύουν αυτές οι θέσεις; Και κυρίως, νομιμοποιείται κανείς να θέτει το πρόβλημα της μικροαστικής τάξης σήμερα στην Ελλάδα (δεκαετία 1980) όπως πιθανά θα ετίθετο για την δεκαετία του '60, ή ακόμη χειρότερα στο μεσοπόλεμο, ή και ανιστορικότερα στον 19ο αιώνα, συνάγοντας μια «διαχρονική» και «αέναη» μικροαστική - παρασιτική δομή της ελληνικής κοινωνίας που, αναπόφευκτα (αν ισχύει), της προσδίδει τον «περιφερειακό» της χαρακτήρα; θα σκιαγραφήσουμε μιαν απάντηση σ' αυτό το πρόβλημα αφού εξετάσουμε τις τρεις «ιδιομορφίες».

1. Ο ρόλος της οικοδομής στη διόγκωση της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης στη μεταπολεμική περίοδο. 1. Μια βασική ιδιομορφία της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού στον μεταπόλεμο υπήρξε το μέγεθος που απόκτησε ένας κλάδος της υλικής παραγωγής, αυτός των οικοδομών. Για ολόκληρη την περίοδο 1951-75, το 30,6% της συνολικής επενδυτικής δραστηριότητας ή 43,3% των ιδιωτικών επενδύσεων, κατευθύνθηκε στις οικοδομικές κατασκευές30 ενώ οι βιομηχανίες παραμένουν στο 14.1%. Ιδιαίτερα στη πρώτη μεταπολεμική φάση 1950-61, «κατά μέσον όρο, οι επενδύσεις εις κατασκευάς ανήρχοντο εις 46,3% του συνόλου «ενώ η συμμετοχή των επενδύσεων εις κατοικίας - εις το σύνολον των ιδιωτικών επενδύσεων ανήρχετο κατά μέσον όρον εις 45,2%»31. Στο διάστημα αυτό η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό επενδύσεων για στέγαση στο σύνολο των επενδύσεων (το 1959 είναι 31% ενώ αντίστοιχα των ΗΠΑ είναι 30%, της Γερμανίας 23%, της Γαλλίας 25% και της Τουρκίας 17%31) . Εκτός από την στέγαση, σημαντικό ποσοστό στο σύνολο των κατασκευών κατέχουν και οι κατασκευές γραφείων όσο και ξενοδοχείων από τη στιγμή που αρχίζει και η τουριστική ανάπτυξη. Η τεράστια διεύρυνση του κλάδου δεν οφείλεται βασικά ούτε στην αποκατάσταση των καταστροφών του πολέμου, του εμφύλιου και των σεισμών που επακολούθησαν (53-54), (οι απώλειες αυτές υπολογίζονται στο 30% του συνόλου των κατοικιών), ούτε στους δημογραφικούς παράγοντες (αύξηση του πληθυσμού και των οικογενειών) ή την. ραγδαία συγκέντρωση του πληθυσμού, (ο πληθυσμός των Αθηνών αυξήθηκε κατά 35% στην δεκαετία [στο ίδιο]). Μια τέτοια άποψη συγκαλύπτει παρά ερμηνεύει το πρόβλημα: «Η καπιταλιστική θεωρία για τις οικοδομές υποστηρίζει ότι η οικοδομική άνοδος στην Ελλάδα στηρίχτηκε στις τεράστιες ελλείψεις σε κατοικίες που διαμορφώθηκαν μετά τον πόλεμο (το 1945 υπολογίζουν ένα έλλειμα 500.000 σπιτιών). Το πρόβλημα που μπαίνει είναι τι σημαίνει ελλείψεις; Μήπως αφηρημένα ότι «λείπουν σπίτια»; Πότε ο καπιταλισμός ενδιαφέρθηκε για τις συνθήκες ζωής των μαζών; Μόνο σε μια περίπτωση: όταν μπορεί να βγει κέρδος. Έτσι βλέπουμε ότι αυτοί που είχαν τη μεγαλύτερη έλλειψη και ζούσαν στις παράγκες, οι πρόσφυγες, έπρεπε να περιμένουν 50 χρόνια για να πάρουν σπίτι, ενώ ενδιάμεσα, έγιναν 2.000.000 σπίτια. Επομένως για τον καπιταλισμό, το σπίτι είναι μια εμπορευματική αξία, όπως οποιαδήποτε άλλη, που παράγεται όταν υπάρχει κέρδος. Αν δεν υπάρχει και μάλιστα ίσο ή μεγαλύτερο από άλλους κλάδους δε χτίζεται. Φυσικά η μετακίνηση του πληθυσμού στις πόλεις και οι ανάγκες εργατικών χεριών δημιούργησαν ανάγκες για στέγαση. Όμως επί 20 χρόνια (μέχρι το 1968-70), οι εργάτες τα ‘βγαζαν πέρα μόνοι τους (τα «αυθαίρετα»), ο καπιταλισμός δεν ασχολιόταν ακόμα μαζί τους. [Το 1945 ήταν 3.850, το 1955 ήταν 48.000 και το 1964 φτάνουν τις 200.000. Δηλαδή περίπου 1.000.000 κόσμος έμενε σ' αυτά]. Η οικοδομική δραστηριότητα στρέφεται κύρια στις μεγάλες πόλεις και απευθύνεται στα ανώτερα και μεσαία στρώματα, μόνα ικανά να προσφέρουν σίγουρο και ψηλό ποσοστό κέρδους στην οικοδομική επιχείρηση που τα ίδια αυτά στρώματα χρηματοδοτούσαν με τα κεφάλαια τους»32. Άλλωστε σ' αυτό το πεδίο (κοινωνικών αναγκών στέγασης) το Κράτος (που εκφράζει το συνολικό και μακροπρόθεσμο συμφέρον της καπιταλιστικής τάξης) αναλαμβάνει σημαντικό μέρος των «αναγκαίων» επενδύσεων μόνο στη πρώτη φάση, για να περιοριστεί κατόπιν σε πολύ μικρό ποσοστό. «Την τριετία 1948-50 η συμμετοχή του δημόσιου στις επενδύσεις στέγης ξεπέρασε το 35% και στη περίοδο 1951-58 διαμορφώθηκε σε 815%... Μετά το 1958 ο ρόλος του δημόσιου περιορίστηκε στο 35%»33. Η ίδια η μελέτη του ΚΕΠΕ παραδέχεται «ότι αϊ ιδιωτικοί κατασκευαί οικιών έχουν ωφελήσει κυρίως τας ανωτέρας εισοδηματικός τάξεις, καίτοι τούτο δεν δύναται να καταδειχτεί επακριβώς βάσει των διαθεσίμων στατιστικών στοιχείων» (σελ. 211). Ούτε λοιπόν οι «ανάγκες» των ανθρώπων ούτε η αποκατάσταση των καταστροφών αλλά το κέρδος τόσο το βιομηχανικό (οικοδομή) όσο - και η γαιοπρόσοδος (μέσω της αντιπαροχής) ήταν η κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη της βιομηχανίας των οικοδομών στη μεταπολεμική Ελλάδα. Θα ξεπεράσουμε έτσι την αστική φιλολογία περί ορθολογικής ανάπτυξης βασισμένης στη βιομηχανία (ει δυνατόν στη βαριά) ή της «αντιπαραγωγικής» βασισμένη στην οικοδομή (το εύκολο κέρδος). Την ανιαρή αυτή συζήτηση η Αριστερά φρόντισε να αναπαράγει για αρκετό καιρό θεωρώντας την ελληνική περίπτωση θύμα κάποιας επιλογής από «ξένα κέντρα» για ένα «εξαρτημένο μοντέλο ανάπτυξης με έμφαση σε μη παραγωγικούς τομείς». Όπως δείχνει ο Δ. Εμμανουήλ δεν υπάρχει καμιά τέτοια επιλογή33. Την αναρχία της παραγωγής, την άνιση ανάπτυξη των κλάδων σε κάθε καπιταλιστικό σχηματισμό (στην συγκεκριμένη περίπτωση η ανάπτυξη των οικοδομών στην Ελλάδα), η ελληνική αριστερά την αντιλαμβάνεται σαν δήθεν προϊόν της «εξάρτησης από τα ξένα κέντρα που δεν επιτρέπουν στον ελληνικό καπιταλισμό να ακολουθήσει το «ορθολογικό, κανονικό μοντέλο ανάπτυξης». Τελικά ο «ορθολογισμός» αυτός δεν είναι άλλος από την αναπαραγωγική λογική του αστικού κράτους. Ιδιαίτερα σήμερα (υπό διακυβέρνηση της Αριστεράς) αποδεικνύεται καθαρά ότι ο «ελληνικός σοσιαλισμός» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τονισμός αυτών ακριβώς των αναπαραγωγικών κρατικών λειτουργιών, αναγκαίων για το συνολικό και μακροπρόθεσμο συμφέρον της αστικής τάξης. Στη δεκαετία του '50 ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται σε φάση προετοιμασίας. Αφού έχει σταθεροποιηθεί η αστική εξουσία μετά την ήττα της ελληνικής επανάστασης μπαίνει το θέμα της «ανασυγκρότησης». Με σημαντικό το ρόλο της αμερικανικής βοήθειας (σχέδιο Μάρσαλ) συγκροτείται η απαραίτητη υποδομή που θα επιτρέψει από τις αρχές της δεκαετίας 1960 να ξεκίνησα μια φάση ραγδαίας συσσώρευσης σε διαπλοκή με το ξένο κεφάλαιο. Είναι πολύ κατανοητό για όσο διάστημα το ποσοστό κέρδους στον κλάδο των κατασκευών παραμένει υψηλότερο το κεφάλαιο να επενδύεται μαζικά. «Ορισμένοι νεόπλουτοι οφείλουν ασφαλώς της περιουσίας των εις το γεγονός ότι το ποσοστόν κέρδους των εργοληπτικών επιχειρήσεων και των βιομηχανιών δομικών υλικών ήτο 12% περίπου κατά την περίοδον 1957-61 καθ' ον χρόνον το αντίστοιχον ποσοστόν εις τους λοιπούς βιομηχανικούς κλάδους ανήρχετο εις 7,6%» (ΚΕΠΕ σ. 230). 2.2. Αυτό όμως που μας ενδιαφέρει περισσότερο, για τις συνέπειες του πάνω στη μικροαστική τάξη, είναι ο χαμηλός βαθμός συγκέντρωσης/συγκεντροποίησης του κλάδου σ' αυτή την περίοδο. Τι συντέλεσε σ' αυτό; Πρώτα απ' όλα ο βιοτεχνικός καταμερισμός εργασίας. «Η οικοδομή και μάλιστα η πολυκατοικία είναι μια κατασκευή που γι' αυτή δουλεύουν πολλές μικρές βιοτεχνίες και όχι μια κατασκευή όπου δουλεύουν εργάτες μιας και μόνης επιχείρησης. Και τελικά το μέγεθος των οικοδομών είναι μικρό. Αυτό φαίνεται και από το μέσο αριθμό ορόφων των οικοδομών» (ομάδα εργασίας, σελ. 21). Έτσι στις κατασκευές απουσίαζαν οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες. Εκτός όμως απ' αυτές απουσίαζε και το συγκεντροποιημένο κεφάλαιο - χρήμα. Ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που επενδύεται, προέρχεται από οικογενειακές αποταμιεύσεις. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Δ. Εμμανουήλ: «Η τάση για οικιστική συσσώρευση εξάλλου, ενισχύεται από την έντονα «δημοκρατική» κατανομή της ιδιοκτησίας κατοικιών στον ελληνικό αστικό χώρο. Το 1974 πάνω από 50% σε κάθε επαγγελματικό στρώμα στις πόλεις στεγάζονταν με ιδιοκατοίκηση»34. Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι «Στην Ελλάδα, όμως η παρουσία σημαντικών επενδυτών - ιδιοκτητών στο χώρο της στέγης είναι αμελητέα.... Αν σκεφτούμε ότι αυτή η μειονότητα σημαντικών ιδιοκτητών θα πρέπει να συγκεντρώνεται κατά κύριο λόγο στα κτίρια γραφείων και καταστημάτων και στις σημαντικές περιουσίες που διαμορφώθηκαν με αντιπαροχή στο κέντρο της Αθήνας και της θεσσαλονίκης, γίνεται φανερό ότι για τον κύριο όγκο των επενδύσεων σε ακίνητα κατοικίας ο ρόλος μιας τάξης εισοδηματιών - καπιταλιστών είναι ασήμαντος» (υπογρ. δική μου ΓΜ, στο ίδιο). Τέλος ένα σημαντικό μερίδιο των κεφαλαίων που επενδύονται προέρχεται από την αστική τάξη της ομογένειας που επιστρέφει (κύρια Κωνσταντινοπολίτες, Αιγυπτιώτες). Ο Δ. Εμμανουήλ υπολογίζει αυτή τη ροή σε 2025%, ενώ η μελέτη του ΚΕΠΕ αναφέρει ότι το 1962 43,7% και 10,7% (συνολικά 54,4%) των ξένων κεφαλαίων διοχετεύτηκε στην αγορά στέγης και οικοπέδων (ΚΕΠΕ, σελ. 226). Εκτός λοιπόν από την συγκρότηση ενός ισχυρού οικοδομικού προλεταριάτου (1951: 68.700, 1961: 125.000, 1971: 260.000), οι ιδιομορφίες του κλάδου που περιγράψαμε, η κυριαρχική θέση στην πρώτη μεταπολεμική φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης, ο χαμηλός βαθμός συγκέντρωσης του κεφαλαίου, επέτρεψε να ανθίσει ένα μη ευκαταφρόνητο μικροκαπιταλιστικό - βιοτεχνικό κύκλωμα (μικροεργολαβίες με μορφή μικρών βιοτεχνικών επιχειρήσεων, μαστόροι, πλακάδες, μαρμαράδες, σοβατζήδες κλπ., βιοτεχνίες οικοδομικών υλικών, μικρέμποροι ολικών οικοδομής, κλπ)35. Ταυτόχρονα η διατήρηση του κατακερματισμού στην έγγεια ιδιοκτησία (η «δημοκρατική» κατανομή της ιδιοκτησίας της κατοικίας) και η απουσία μιας αστικής μερίδας γαιοκτημόνων επέτρεψε την οικειοποίηση ενός σημαντικού μεριδίου της γαιοπροσόδου (ενοίκια) από τη μικροαστική τάξη στο σύνολο της ως μικροϊδιοκτήτες ενοικιαζομένων κατοικιών, μεσίτες κλπ. Έτσι στις δεκαετίες 19501960 μια σημαντική διόγκωση της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης προκλήθηκε από την διόγκωση ενός κλάδου της υλικής παραγωγής (δηλαδή των οικοδομών) και από την διατήρηση του καθεστώτος της μικρής ιδιοκτησίας στη κατοικία. Όσο όμως πραγματικό είναι αυτό άλλο τόσο πραγματικό είναι ότι στην τελευταία 15ετία αυτή η πραγματικότητα μετασχηματίστηκε ανεπίστρεπτα. Πρώτα εξ αιτίας της ίδιας της καπιταλιστικής επέκτασης (η ανάπτυξη άλλων κλάδων οδήγησε εν μέρει σε κρίση της οικοδομής) όσο και κύρια μέσα από τη ραγδαία συγκέντρωση/συγκεντροποίηση στον κλάδο, με την εμφάνιση των μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών και των μεγάλων βιομηχανικών δομικών υλικών36. «...Η εικόνα του κατασκευαστικού μικροκαπιταλισμού της δεκαετίας του '50 και του '60 με τις εκατοντάδες των μικροκαπιταλιστών εργολάβων, την πληθώρα των τεχνικών γραφείων και τις δεκάδες χιλιάδες των οικοδομών με τα τυπικά παραδοσιακά προβλήματα της διανομής των υπέρ αγνώστων ενσήμων και της διασφάλισης του χειμερινού επιδόματος... .έχοντας μπει σε διαδοχικές κρίσεις ήδη απ' τα μέσα της δεκαετίας του '60, έχει θρυματιστεί πια σήμερα, καταναλώθηκε και ξεπεράστηκε....Τόσο ο περιορισμός του κατασκευαστικού τομέα που απορροφούσε το μεγαλύτερο τμήμα των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου παλιότερα και η αντίστοιχη ανάπτυξη της μεταποίησης... όσο και η βαθμιαία ανάπτυξη και κυριαρχία των δεκάδων μεγάλων και εκατοντάδων μεσαίων τεχνικών εταιρειών, με την αντίστοιχη συγκέντρωση κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού, τυπικό χαρακτηριστικό και λογική συνέπεια της σύγχρονης ανάπτυξης του ελληνικού κατασκευαστικού καπιταλισμού διαμόρφωσαν μια εντελώς καινούργια κατάσταση στον κλάδο»37. Αυτές οι διαδικασίες άσκησαν συντριπτικές - διαλυτικές επιδράσεις πάνω σ' αυτήν τη μερίδα της μικροαστικής τάξης οδηγώντας την στην προλεταριοποίηση. Είναι λοιπόν προφανές ότι στη σημερινή συγκυρία δε μπορεί να τίθεται θέμα διόγκωσης της μικροαστικής τάξης εξ αιτίας του κατασκευαστικού τομέα.

3. Εκείνο όμως που δε δείχνει να τροποποιείται είναι το καθεστώς της ιδιοκτησίας κατοικιών. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι το 74,7% των ελληνικών οικογενειών διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία (ιδιοκατοίκηση), ποσοστό που πρέπει να αυξάνει σ' όλη τη μεταπολεμική περίοδο και μόνο 25,3% διαμένουν σε κατοικίες ενοικιασμένες38. Παράλληλα δεν εμφανίζεται συγκεντροποίηση της αστικής γης (urbain) όπως συμβαίνει αντίθετα με την ύπαιθρο όπου η συγκεντροποίηση έχει σχετικά προχωρήσει39. Είναι ολοφάνερο ότι η «ανισότητα στη διανομή του οικιστικού κεφαλαίου στηνΕλλάδα είναι μικρότερη απ' ότι σε ορισμένες τουλάχιστον, άλλες χώρες. Αν κρίνουμε από το ποσοστό του πληθυσμού που ιδιοκατοικεί, αυτό φθάνει το 75% περίπου στην Ελλάδα (1971), έναντι 35,4% στην Ολλανδία (1971), 33% στο Ηνωμένο Βασίλειο (1976), 48,5% στη Δανία (1970) και 45,5% στη Γαλλία (1973). Τα ποσοστά αυτά είναι κατά πολύ μικρότερα, όχι μόνο από το αντίστοιχο ποσοστό για όλη τη χώρα, που επηρεάζεται από το γεγονός ότι στις αγροτικές περιοχές σχεδόν όλοι μένουν σε ιδιόκτητα σπίτια, αλλά και από το αντίστοιχο ποσοστό στις αστικές μόνο περιοχές στην Ελλάδα, που ήταν 60% περίπου.»40, (υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.). Οι κυρίαρχες αστικές μερίδες (βιομηχανική, τραπεζική) δεν επέτρεψαν στην Ελλάδα, να αναπτυχτεί η μερίδα των τσιφλικάδων - γαιοκτημόνων προωθώντας την ενσωμάτωση της γεωργίας μέσω της διατήρησης της μικρής ιδιοκτησίας. Αντίστοιχα δεν πραγματο. ποιήθηκε κάποια αξιοσημείωτη συγκεντροποίηση της αστικής (urbain) έγγειας ιδιοκτησίας. Το γιατί παραμένει ένα πρόβλημα προς διερεύνηση. Εκείνο που μας ενδιαφέρει πιο άμεσα είναι ότι αυτή η «δημοκρατική» διασπορά της' έγγειας ιδιοκτησίας επιτρέπει σε μια μερίδα των μικροαστικών στρωμάτων να συμμετέχουν στην οικειοποίηση της κοινωνικής υπεραξίας με τη μορφή της γαιοπροσόδου (ενοίκια). Ο κύριος μηχανισμός που εξασφαλίζει αυτή τη συμμετοχή είναι η αντιπαροχή, ιδιαίτερα σημαντική σ' ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο. Η δυνατότητα επένδυσης σε ακίνητα, η ιδιοκατοίκηση, η πρόσοδος από ενοίκια δημιούργησαν και αναπαράγουν κατά καθόλου φθίνοντα τρόπο μικροαστικά σύνολα σε αντίθεση με τη διάλυση του μικροκαπιταλιστικού - βιοτεχνικού κυκλώματος στον κλάδο των οικοδομών που επέφερε η συγκέντρωση συγκεντροποίηση της παραγωγής, αποτέλεσμα της επέκτασης των τεχνικών εταιρειών. Υπάρχει δηλαδή μια σχετική διόγκωση των μικροαστών ιδιοκτητών κατοικίας στην Ελλάδα μεγαλύτερη από ότι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που δεν πρέπει να αγνοηθεί. (Η διόγκωση αυτή είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης μορφής συμμαχίας που προώθησε η ελληνική αστική τάξη με τα μικροαστικά στρώματα στη μεταπολεμική περίοδο). Εξίσου σημαντικά είναι τα ιδεολογικά επακόλουθα αυτής της πραγματικότητας. Το όραμα της κοινωνικής εξασφάλισης, η συμβολοποίηση της κοινωνικής ανόδου μέσω της απόκτησης κατοικίας, κατέχει βασική θέση στην ιεραρχία της μαζικής μικροαστικής μεταπολεμικής ιδεολογίας, συμβάλλει σημαντικά στη χορήγηση, από την πλευρά των μικροαστικών στρωμάτων, της κοινωνικής συναίνεσης στο αστικό μπλοκ εξουσίας. Μ' άλλα λόγια η ιδιοκτησία κατοικίας μετατρέπεται σε στοιχείο που εμπεδώνει την συμμαχία της αστικής τάξης όχι μόνο με τους συγκεκριμένους μικροϊδιοκτήτες αλλά με το σύνολο των μικροαστικών στρωμάτων στη μεταπολεμική περίοδο. Τη συμμαχία αυτή μπορούμε να αντιληφθούμε στην ανεκτικότατη οικιστική πολιτική του μετεμφυλιακού κράτους απέναντι στο σύνολο της «αυθαίρετης» δόμησης. 2. Η ανάπτυξη του τουρισμού Η ανάπτυξη του τουρισμού στην Ελλάδα, θεωρείται από αρκετούς σαν απόδειξη του ελληνικού «μικρομεσαίου» θαύματος αφού αποτελεί τον κατεξοχήν μη - παραγωγικό και παρασιτικό τομέα. Αποτελεί μάλιστα επιχείρημα για να συσταθεί η θέση περί του μεταπρατικού (;) - παρασιτικού - εισοδηματικού χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης!41 θα προσπαθήσουμε να διατυπώσουμε ορισμένες πρώτες θέσεις πάνω σ' αυτό το τόσο μυθοποιημένο πρόβλημα. 2.1. Η ανάπτυξη του τουρισμού δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία ή «ανωμαλία». Μάλιστα η Ελλάδα κατέχει μια από τις χαμηλότερες θέσεις στο σύνολο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών (αλλά και «σοσιαλιστικών») χωρών που αφορά ο τουρισμός. Έτσι η Ελλάδα κατέχει την 14η θέση στις χώρες - μέλη του ΟΜΤ (παγκόσμιου οργανισμού τουρισμού) κατά την περίοδο 1981-82. Το 1981 ήρθαν στην Ελλάδα 5,5 εκατ. τουρίστες (που αποτελεί 2% του συνόλου των αφίξεων), ενώ το 1982 5,4 εκατ. τουρίστες (1,9% των συνολικών αφίξεων). Αντίθετα το 1982 η Ιταλία κατέχει την πρώτη θέση με 48,3 εκατ. τουρίστες (17,3%), η Ισπανία τη δεύτερη (42,3 εκατ. ή 15,1%), η Γαλλία την τρίτη (11,9% ή 33,2 εκατ.), οι ΗΠΑ την τετάρτη (21,9 εκατ. ή 7,8%) η Ουγγαρία την όγδοη (6,5 εκατ. ή 2,3%), η Ρουμανία την ενδέκατη (5,9 εκατ. ή 2,1%), η Γιουγκοσλαβία την δωδέκατη (5,6 εκατ., ή 2%) κλπ.42. Άρα δεν ευσταθεί στο ελάχιστο η θέση του Τζ. Πέτρας ότι η Ελλάδα κατέχει στα πλαίσια του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, θέση τουριστικής αναψυχής για τους εργαζόμενους των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών! (βλέπε σημ. 34). Αλλά και η αναλογία των τουριστών στο συνολικό πληθυσμό της χώρας δεν αποτελεί στοιχείο που ανατρέπει αυτή την εικόνα. Για την Ελλάδα οι τουρίστες αντιπροσωπεύουν 57,9% του πληθυσμού της ενώ για την Ιταλία το 85,8%, την Ισπανία το 111,6% την Ουγγαρία το 60,7% (για τις υπόλοιπες χώρες: Γιουγκοσλαβία το 24,7%, Ρουμανία το 26,2%, ΗΠΑ το 9,4%, Γαλλία το 21,9% κλπ.). Οι «τριτογενοποιητικές» συνέπειες λοιπόν του τουρισμού είναι πολλαπλάσιες, απ' ότι στην Ελλάδα, για το σύνολο των καπιταλιστικών χωρών. Η ανάπτυξη του τουρισμού συνοδεύει την αύξηση της αξίας της εργατικής δύναμης και του ιστορικού στοιχείου των αναγκών που παρατηρήθηκε στην περίοδο 19501980. Είναι δηλαδή αποκλειστικά φαινόμενο της καπιταλιστικής μεγέθυνσης. «Ο τουρισμός είναι πολύ συγκεντρωμένος στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, που είναι επίσης και τα κέντρα δημιουργίας τουρισμού. Δεν είναι βέβαια τυχαίο το ότι τα κέντρα αυτά είναι επίσης οι περιοχές των πλούσιων χωρών. Φτωχές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής σημείωσαν μικρή πρόοδο στον τουρισμό»43 Και αυτό γιατί ο τουρισμός σήμερα εντάσσεται στο μέσο επίπεδο κοινωνικών αναγκών (στις καπιταλιστικές χώρες) και περιλαμβάνεται στα έξοδα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (έξοδα αναψυχής). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν γιατί ο τουρισμός τυγχάνει κρατικής διαχείρισης όπως και η περίθαλψη η κοινωνική πρόνοια κλπ. Τώρα πλέον και στην Ελλάδα με πρωτοπορία το ΠΑΣΟΚ αρχίζει να εφαρμόζεται ο «κοινωνικός τουρισμός»... 2.3. Ο τουρισμός πρέπει να θεωρείται σαν κλάδος που υπόκειται στους νόμους της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Μάλιστα στην Ελλάδα οι διαδικασίες συγκέντρωσης - συγκεντροποίησης του (τουριστικού) κεφαλαίου έχουν προχωρήσει ραγδαία με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα πολλές σημαντικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Π.χ. ο ΑΣΤΗΡ Α.Ε.Ε. («ξενοδοχεία, Μοτέλ, μπάγκαλόουζ απασχολεί από 3701.150 εργαζόμενους), ΠΟΡΤΟ - KAPPΑΣ ΑΕ (απασχολεί από 200-800 εργαζόμενους) CLUB MEDITERRANEE (η γνωστή αλυσίδα απασχολεί μέχρι 800 εργαζόμενους) η ΚΑΨΗΣ ΑΕ (όμιλος ξενοδοχείων κλπ. με 170-700 εργαζόμενους, ΛΑΜΨΑΣ ΑΕ (Μεγάλη Βρετανία, 600 εργαζόμενοι) κ.α. Σύμφωνα με τον οδηγό της ICAP του 1980 τα 32 μεγαλύτερα ξενοδοχεία, (πάνω από 200 υπάλληλους) απασχολούν σε περίοδο αιχμής 12.100 ξενοδοχοϋπάλληλους. Η βασική δραστηριότητα που αναπτύσσει το ξενοδοχείο σαν επιχείρηση είναι η «παροχή χρήσης στέγης». Δημιουργεί κάποια νέα αξία αυτή η δραστηριότητα; Ας δούμε τον τομέα «παροχή χρήσης στέγης» (ενοικίασης). Το ακαθάριστο προϊόν του τομέα αυτού, τα ενοίκια, αποτελείται από αποσβέσεις, έξοδα για επιδιορθώσεις και κέρδη που προέρχονται από την πραγματοποίηση του εμπορεύματος «ξενοδοχείο» (η οικοδόμηση) καθώς επίσης και από γαιοπρόσοδο. «Συνιστά το εισόδημα των ιδιοκτητών των ενοικιαζόμενων κατοικιών μια αξία, που παρήχθη σ' άλλους τομείς και μεταβιβάστηκε με τις πληρωμές ενοικίων στον τομέα της «παροχής χρήσης στέγης»44. Το καθαρά τουριστικό κέρδος λοιπόν προκύπτει από την οικειοποίηση μιας μερίδας της κοινωνικής υπεραξίας που έχει παραχθεί αλλού (Ευρωπαϊκές χώρες, ΗΠΑ κλπ.) με τη μορφή αστικής προσόδου (ενοίκια ξενοδοχείου). Η απόσπαση αυτή είναι απαράλλακτη με την απόσπαση ενός μεριδίου της κοινωνικής υπεραξίας από το εμπορικό κεφάλαιο (εμπορικό κέρδος), το τραπεζικό κεφάλαιο (τόκος), το διαφημιστικό, ασφαλιστικό κλπ. 2.4 Η μισθωτή εργασία έχει γενικευτεί στον τουρισμό: Το 1978, 87,23% των εργαζομένων στον κλάδο είναι μισθωτοί (απογραφή). Αυτή η επέκταση της μισθωτής εργασίας «διευκολύνει» την προλεταριοποίηση των αγροτών, που απασχολούνται εποχιακά και στις τουριστικές επιχειρήσεις. (Η κατηγορία αυτή των «αγρεργατών» είναι χαρακτηριστική μορφή μετάβασης από την «μικρή αγροτική ιδιοκτησία» στη μισθωτή εργασία και στην εργατική τάξη: είτε σαν οικοδόμοι, είτε σαν βιομηχανικοί εργάτες σε αγροτικές βιομηχανίες). Στην απογραφή του 1978 αναφέρονται περίπου 44.000 ξενοδοχοϋπάλληλοι. Με βάση κάποιες εκτιμήσεις μπορούμε να υποθέσουμε ότι στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εργάζονται σα μισθωτοί την τουριστική σαιζόν γύρω στις 50.000 - 70.000 εργαζόμενοι45. Βέβαια δεν έχουν όλοι την ίδια ταξική θέση: Διακρίνουμε σ' αυτούς: α) Το διευθυντικό προσωπικό, στελέχη, οικονομικοί - νομικοί σύμβουλοι, που ανήκει είτε στην αστική τάξη (κορυφές - managers) είτε στη μισθωτή μικροαστική τάξη. β) Το προσωπικό που εκτελεί καθήκοντα εκτέλεσης διανοητικής εργασίας (υπάλληλοι ρεσεψιόν, γραφείου, λογιστές κλπ.). γ) Το «υπηρετικό προσωπικό» (σερβιτόροι, καμαριέρες, καθαρίστριες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, οδηγοί πούλμαν, εργάτες μεταφορών, οικοδόμοι, υπάλληλοι αποθηκών, υπάλληλοι πλυντηρίων - καθαριστηρίων, επιστάτες, φύλακες κλπ.). Ανάλογα δε και με το μέγεθος της επιχείρησης βαθαίνει και ο καταμερισμός της εργασίας. Ενώ μια μερίδα των μισθωτών του κατώτερου προσωπικού ανήκει στην εργατική τάξη (γιατί είναι άμεσα παραγωγικοί, επιτελούν εργασίες της υλικής παραγωγής που δημιουργούν νέα αξία), η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των μισθωτών είναι παραγωγικοί μόνο γι' αυτό το κεφάλαιο (ξενοδοχειακό) γιατί του επιτρέπουν μόνο να οικειοποιηθεί ένα μερίδιο της κοινωνικής υπεραξίας. Η επίθεση του κεφαλαίου στοχεύει στην μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση υπερεργασίας, ώστε να μειωθούν τα λανθάνοντα έξοδα του. Οι μισθωτοί αυτοί ανήκουν στο ημιπρολεταριάτο. Ο χαμηλός βαθμός οργάνωσης λόγω της εποχιακότητας της απασχόλησης έχει σαν αποτέλεσμα να είναι από τα πιο κακοπληρωμένα κομμάτια των μισθωτών. Ενώ σύμφωνα με την ΕΓΣΣΕ 1984, ο κατώτερος μισθός (χωρίς ΑΤΑ, χωρίς προϋπηρεσία, άγαμοι) ήταν για τους υπάλληλους 27.012 για τους εργάτες 31.252 (1.202x26), για τους ξενοδοχοϋπάλληλους Δ' κατηγορίας (καμαριέρες, πλύντριες, καθαρίστριες, λαντζέρηδες κλπ.) ήταν 22.050 ενώ Α' κατηγορίας (ρεσεψιονίστ, θυρωροί Α' μαιτρ κλπ.) 24.200 για εβδομάδα 40 ωρών εργασίας46. 2.5 Η ανάπτυξη του - τουρισμού δεν «εμποδίζει» την ανάπτυξη του καπιταλισμού, της βιομηχανίας, αλλά αντίθετα την επιταχύνει. α) Η συγκράτηση πληθυσμών στις προηγούμενες ασχολίες τους (μείωση του λανθάνοντος εφεδρικού στρατού) δεν είναι σημαντική. Οι κυριότερες περιοχές που αναπτύσσεται ο τουρισμός είναι περιοχές με περιορισμένο πληθυσμό. β) Με την ζήτηση μισθωτής εργασίας (η περίπτωση των αγρεργατών που περιγράψαμε) επιταχύνεται η συγκρότηση εφεδρικού βιομηχανικού στρατού. γ) Ο τουρισμός διευρύνει την εσωτερική αγορά, άρα συντελεί στην ανάπτυξη της βιομηχανίας π.χ. ειδών διατροφής, ένδυσης, ή της βιομηχανίας μεταφορών. Ακόμα η συσσώρευση του τουριστικού κεφαλαίου συντέλεσε στη συγκέντρωση / συγκεντροποίηση του κατασκευαστικού κεφαλαίου (την ανοικοδόμηση των γιγαντιαίων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων δεν μπορούν προφανώς να την αναλάβουν μικροεργολάβοι). δ) Το σημαντικό όμως είναι ότι το τουριστικό κεφάλαιο είναι στενά διαπλεγμένο με το βιομηχανικό, τραπεζικό, κατασκευαστικό και εφοπλιστικό κεφάλαιο. Τα κέρδη από τα ξενοδοχεία επενδύονται σε κλάδους της υλικής παραγωγής (βιομηχανία, ναυτιλία κλπ.). Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ανήκουν σε ομίλους καπιταλιστών. 2.6. Οι τουριστικές δραστηριότητες συγκεντρώνονται σε ορισμένες περιοχές Στην περιοχή της πρωτεύουσας συγκεντρώνεται το 14,1% των ξενοδοχείων (με 18,1% των κλινών), στα νησιά του Αιγαίου το 17,5% (με 18,6% των κλινών), στην Κρήτη το 9,8% (με 11,3% των κλινών) στη Φθιώτιδα - Εύβοια (περίπου 14,5%), ενώ δεν αφορά καθόλου ο τουρισμός την Ήπειρο, Θράκη και σχετικά τη Θεσσαλία, την Πελοπόννησο, τη Μακεδονία47. Αντίστοιχη κατανομή παρουσιάζουν και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην περιοχή της πρωτεύουσας το ποσοστό των ενοικιαζόμενων δωματίων είναι μηδαμινό, ενώ στα νησιά του Αιγαίου παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ποσοστό (23,6% των δωματίων, 23,9% των κλινών). Άλλες περιοχές με υψηλά ποσοστά είναι η τουριστική ζώνη της Στερεάς (Καμ. Βούρλα, Αγ. Κων/νος κλπ.) και Ευβοίας (18% των δωματίων με 17,7% των κλινών), η Θεσσαλία.(10.3% με 10,2%) η Κρήτη (6.9% με 7.1%). Σε αντίθεση με τα ξενοδοχεία όπου κυριαρχεί η μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση και που συγκεντρώνεται ο τζίρος, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια αποτελούν κατά κύριο λόγο τον πιο σημαντικό τρόπο εξασφάλισης πρόσθετου εισοδήματος στις οικογένειες της νησιωτικής Ελλάδας και των υπολοίπων περιοχών. Αποτελεί δηλαδή την κλασική μορφή της «μικροαστικοποίησης» (με την οικειοποίηση μέρους της συνολικής κοινωνικής υπεραξίας), που επιφέρει ο τουρισμός. Όπως παρατηρεί σωστά ο Φ. Λουκίσσας: «Μελέτες έχουν δείξει ότι τα κέρδη από επιχειρήσεις ενοικιασμένων και μικρών ξενοδοχειακών μονάδων που ανήκαν σε ντόπιους, τείνουν να ξοδεύονται μέσα στην τοπική οικονομία και να κατανέμονται πιο ίσα»48. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πουθενά στοιχεία για το πόσες οικογένειες ζουν απ' αυτήν την δραστηριότητα (αποκλειστικά ή δευτερευόντως). Διατηρώντας μεγάλη επιφύλαξη μπορούμε να τις υπολογίσουμε σε 20.000. Πρέπει να σημειωθεί ότι το μερίδιο από το τουριστικό κέρδος που αποσπούν οι νησιωτικές οικογένειες πρέπει να είναι ασήμαντο συγκριτικά με τα κέρδη των ξενοδοχείων. Όσο για την περίφημη «στρέβλωση» που επιφέρει ο τουρισμός στις επιμέρους περιοχές, μπορούμε να πούμε ότι οι επιπτώσεις του τουρισμού διαφέρουν ανάλογα με την κοινωνική δομή της περιοχής ή του νησιού, δηλαδή από τις δυνατότητες που υπάρχουν σε τοπικό επίπεδο για τη διείσδυση του ΚΤΠ. (τοπική βιομηχανία). Όπως αποδεικνύει η μελέτη που αναφέραμε (Φ.Λ.) καταλυτική επίδραση (τουριστικοποίηση) παρατηρείται μόνο σε νησιά όπου διατηρούνται οι παραδοσιακές προκαπιταλιστικές σχέσεις, ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας δεν έχει βαθύνει, δεν υπάρχουν δυνατότητες καπιταλιστικής ανάπτυξης, οπότε η μόνη προοπτική για τον ντόπιο πληθυσμό είναι είτε η μετανάστευση είτε η ναυτιλία. «Τα νησιά που έχουν λιγότερη διαφοροποίηση (εννοεί κοινωνική, ΓΜ) και μετρημένες άλλες δυνατότητες για ανάπτυξη, είναι περισσότερο διατεθειμένα να αναπτύξουν τον τομέα της τουριστικής οικονομίας από τα αναπτυγμένα νησιά.» Και αλλού «ο τουρισμός μπορεί να αποδειχτεί ωφέλιμος ή καταστρεπτικός για μια κοινότητα ανάλογα με την διαφοροποίηση της δομής της, το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της τουριστικής κίνησης» (στο ίδιο σελ. 75), Και παρακάτω: «Ο τουρισμός είναι αναπόφευκτο, αναγκαίο και σε ορισμένες περιπτώσεις, μοναδικό μέσο για την ανάπτυξη περιοχών με περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης... Ο τουρισμός είναι σχετικά εύκολος δρόμος ανάπτυξης, δεν απαιτεί μεγάλες επενδύσεις και μπορεί γρήγορα να προωθηθεί» (σ. 75). Αυτή είναι η εξήγηση για το γεγονός ότι τα μεγάλα αναπτυγμένα (οικονομικά) νησιά (Μυτιλήνη, Χίος κ.α.) δεν παρουσιάζουν σημαντική τουριστική κίνηση. Βασική εξαίρεση αποτελούν η Ρόδος, η Κέρκυρα και πολύ λιγότερο η Κρήτη, που κυριολεκτικά μεταμορφώθηκαν. Έτσι οι περισσότερο «εξαρθρωτικές» επιπτώσεις (αποκλειστική σχεδόν ενασχόληση με τουριστικές δραστηριότητες) παρουσιάζεται σε μια μερίδα νησιών με την κοινωνική δομή που περιγράψαμε (Μύκονος, Ίος, Τήνος, Σπέτσες, Σκιάθος, Πόρος, Αίγινα κλπ.) με πληθυσμό 37.575 κατ. το 1981 (απογραφή). Τα νησιά με αναπτυγμένο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη τουριστική ανάπτυξη. «Ο τουρισμός στην περίπτωση αυτή δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία για την κοινότητα, επειδή υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ τουρισμού και άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων». Παρόμοιες επιδράσεις έχει ο τουρισμός και στα αστικά κέντρα. Χαρακτηριστικά νησιά είναι: Σύρος, Χίος, Κεφαλληνία, Μυτιλήνη, Κως, Ζάκυνθος, Σάμος, Λευκάδα με πληθυσμό 318.196 το 1981. Τέλος υπάρχει και μια ενδιάμεση κατηγορία (Πάρος, Άνδρος, Νάξος, Πάτμος θήρα, Σκύρος κα) με συνολικό πληθυσμό περίπου 122.000, με χαμηλή ανάπτυξη κοινωνικού καταμερισμού εργασίας αλλά και χωρίς ιδιαίτερο τουρισμό «επειδή ο τοπικός πληθυσμός είχε άλλους, ανεξάρτητους πόρους ζωής, όπως γεωργία και ναυτιλία και δεν είχε ανάγκη του τουρισμού» 2.7 Η συνολική εικόνα Ο τουρισμός αποτελεί λοιπόν έναν ολόκληρο κλάδο που περιλαμβάνει ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, γραφεία ενοικίασης αυτοκινήτων, τουριστικά λεωφορεία, εταιρείες οργανώσεων κρουαζιέρων, τουριστικά γραφεία - πρακτορεία, κάθε λογής εστιατόρια (βέβαια τα εστιατόρια υπάρχουν και χωρίς τον τουρισμό όμως από την άποψη των κοινωνικών επιδράσεων δεν διαφέρουν και γι' αυτό τα εξετάζουμε μαζί). Η συντριπτική δραστηριότητα των τουριστικών «υπηρεσιών» συγκεντρώνεται στις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις (μεγάλα ξενοδοχεία, μεγάλα τουριστικά γραφεία50) . Πλάι όμως σ' αυτές τις επιχειρήσεις υπάρχει και αναπτύσσεται διαρκώς μια σημαντική μερίδα της μικροαστικής τάξης: ιδιοκτήτες μικρών ξενοδοχείων χωρίς μισθωτούς ξενοδοχοϋπάλληλους, ιδιοκτήτες κάθε λογής εστιατορίων: ταβερνών, καφέ - μπαρ, μπαρ - ουζερί, ιδιοκτήτες τουριστικών γραφείων, πράκτορες, αυτοκινητιστές (ιδιοκτήτες τουριστικών λεωφορείων) κλπ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής 1978, οι ιδιοκτήτες μικρών ξενοδοχείων (με απασχόληση 04 μέχρι 1 μισθωτό) μαζί με τα μέλη της οικογένειας ανέρχονται σε 5.150. Οι ιδιοκτήτες κάθε λογής μικρού εστιατόριο, καφενείου κλπ. γύρω στις 78.460. Ακόμα το 1978 υπήρχαν 2.700 τουριστικά λεωφορεία, που ένα μέρος ανήκει στα μεγάλα τουριστικά γραφεία, ενώ την ίδια περίοδο υπήρχαν και 1.345 τουριστικά γραφεία, από τα οποία 349 εσωτερικού τουρισμού και 12 πρακτορεία ταξιδιών Εξωτερικού. Επίσης πρέπει να υπολογίζουμε γύρω στα 400 γραφεία ενοικιάσεις αυτοκινήτων με 4.184 αυτοκίνητα το 1977 ενώ υπήρχαν και 22 κρουαζιερόπλοια χωρητικότητας 109.310 κ.51. Χωρίς να συνυπολογίζουμε τις οικογένειες που συντηρούνται από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια (δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, δεν πρέπει όμως να ξεπερνούν τις 20.000) μπορούμε να υπολογίσουμε την μερίδα της μικροαστικής τάξης που απασχολείται με δραστηριότητες σχετικές με τον τουρισμό και τα εστιατόρια σε 88.000 περίπου. Υπενθυμίζουμε ότι οι μισθωτοί του κλάδου (ξενοδοχοϋπάλληλοι, σερβιτόροι κλπ.) δεν είναι μικροαστοί άλλε ανήκουν στο ημιπρολεταριάτο ή στην εργατική τάξη. Υπολογίζεται ακόμη ότι η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό καθαρό συναλλαγματικό όφελος από τον τουρισμό σ' ολόκληρη την τελευταία 15ετία. Από 169,98 εκατ. δολ. το 1970 έφθασε στα 1.185,89 εκατ. δολ. το 197852. Πρόκειται δηλαδή για ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Όπως αναφέραμε προηγούμενα το μεγαλύτερο μερίδιο από αυτό το τουριστικό κέρδος καρπώνεται το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στον κλάδο. Ένα μικρότερο μερίδιο είναι αυτό στο οποίο οφείλει την ύπαρξη της η μικροαστική μερίδα που περιγράψαμε. Το πλαίσιο ανάλυσης που ακολουθήσαμε προσπάθησε χωρίς να υποτιμήσει τις συνολικές συνέπειες που επιφέρει ο τουρισμός (κοινωνικές αλλά και ιδεολογικές) να εντοπίσει το ειδικό του βάρος στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής μεταπολεμικής κοινωνίας. Μια σειρά από ερμηνείες που η ίδια η Αριστερά καλλιέργησε, εθελοτυφλώντας (όχι βέβαια ανεξήγητα) πρέπει να απορριφθούν σαν φαντασιώσεις. Η αναπαραγωγή μιας μερίδας της μικροαστικής τάξης γύρω από τον τουρισμό δεν αποδεικνύει διόλου ούτε τον παρασιτικό - μικρομεσαίο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας (όπως άλλωστε δείξαμε και για τον τουρισμό συνολικά) ούτε βέβαια τη θέση: «η Ελλάδα θέρετρο» των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε επίσης μια άκρως ιδεαλιστική προβληματική που ισχυρίζεται ότι «οι ταξικές αντιθέσεις θα ήταν στην Ελλάδα πιο καθαρές αν απουσίαζε ο τουρισμός». Αυτή η προβληματική χάνει από το οπτικό της πεδίο τον ίδιο τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του τουρισμού, τις ίδιες τις διαδικασίες συγκέντρωσης/συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σ' αυτόν τον κλάδο, την όξυνση τέλος των ταξικών αντιθέσεων που επιφέρει αυτή η διαδικασία (προλεταριοποίηση των μισθωτών, διάλυση της μικροαστικής τάξης). 3. Η παλιννόστηση των Ελλήνων μεταναστών Ερχόμαστε να εξετάσουμε τώρα τις συνέπειες που έχει πάνω στην ταξική δομή της ελληνικής κοινωνίας η παλιννόστηση των Ελλήνων μεταναστών. 3.1. Στην προπολεμική περίοδο Από τα τέλη του 19ου αιώνα ως το 1940, μετανάστευσαν συνολικά 511.000 άτομα. Η προπολεμική μετανάστευση ήταν υπερπόντια και σχεδόν αποκλειστικός τόπος προορισμού των μεταναστών οι ΗΠΑ (90.5% ή 463.000 περίπου μετανάστες).53

3.2 Στη μεταπολεμική περίοδο Μετά τον πόλεμο εγκατέλειψαν τη χώρα54 περισσότεροι από 1.200.000 Έλληνες. Η μεταπολεμική μετανάστευση διαφέρει αρκετά από την προπολεμική. Πρώτο, το σημαντικότερο μέρος των μεταναστών δεν κατευθύνεται πλέον προς τις υπερπόντιες χώρες αλλά προς τις χώρες της Δ. Ευρώπης. Στην περίοδο 195576 προς τις υπερπόντιες χώρες κατευθύνθηκαν 434.350 μετανάστες (ποσοστό 35,6%) ενώ προς τις χώρες της Δ. Ευρώπης 752.700 περίπου (ποσοστό 61.8%). Λεύτερο υπάρχει αλλαγή και ως προς τις υπερπόντιες χώρες. Ο ρόλος των ΗΠΑ, σαν χώρας προορισμού, περιορίζεται αισθητά σε σύγκριση με τα προπολεμικά δεδομένα (140.500 στην περίοδο 1955-76 που αποτελεί το 11,5% της μεταπολεμικής μετανάστευσης και το 33% της υπερπόντιας55, ενώ αυξάνει ο ρόλος της Αυστραλίας (176.300 μετανάστες σ' αυτή την περίοδο) και του Καναδά (86.000). Οι ανακατατάξεις αυτές οφείλονται και στους περιορισμούς που επέβαλαν οι ΗΠΑ (1948) στην μετανάστευση αν και μετά το 1965 άρχισαν να δέχονται ξανά μετανάστες. Τρίτο, στις χώρες της Δ. Ευρώπης, ο συντριπτικός όγκος των μεταναστών κατευθύνεται στη Δ. Γερμανία (631.350 δηλαδή το 83,8% των Ελλήνων μεταναστών) ένα μικρότερο ποσοστό στο Βέλγιο (30.072 ή 4%) και στην Ιταλία (27.775 ή 3,7%, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι φοιτητές55) .56

3.3 Η ταξική ένταξη των μεταναστών. Ως προς την ταξική ένταξη υπάρχει μια ριζική τομή ανάμεσα στους μετανάστες σε υπερπόντιες χώρες και στους μετανάστες προς τις χώρες της Δ. Ευρώπης. α) Οι Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ τόσο προπολεμικά (από τις αρχές του αιώνα) όσο και μεταπολεμικά, εντάσσονται κατά κύριο λόγο σε μικροαστικές θέσεις (εμπόριο, εστιατόρια, υπηρεσίες κλπ)57 και όχι στο προλεταριάτο, ενώ βαθμιαία καταλαμβάνουν και διευθυντικές θέσεις κατά κύριο λόγο στην μεταπολεμική περίοδο, όταν πια η ελληνική «ομογένεια» έχει όχι μόνο σημαντικό οικονομικό - κοινωνικό βάρος, αλλά και ισχυρή πολιτική επιρροή και παρουσία στα ανώτερα κλιμάκια του πολιτικού προσωπικού του αμερικάνικου κράτους. Ξένοι εργάτες στις ΗΠΑ δεν είναι οι Έλληνες αλλά οι πολυπληθείς μειονότητες των Μεξικανών, Πορτορικανών και των άλλων λαών της Λατινικής Αμερικής. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, η ελληνική ομογένεια αριθμεί σήμερα στις ΗΠΑ περίπου 2,5 εκατομμύρια58. β) Παρόμοια σχετικά κοινωνική ένταξη πετυχαίνουν και οι μετανάστες στον Καναδά και στην Αυστραλία. (Αυτό ισχύει περισσότερο για τον Καναδά και λιγότερο για την Αυστραλία). Ένα μεγαλύτερο μέρος από ότι στις ΗΠΑ πιθανά καταλαμβάνει θέσεις της εργατικής τάξης (λόγω της σημαντικής μεταπολεμικής συσσώρευσης που πραγματοποιήθηκε), ενώ δεν είναι πιθανό να καταλαμβάνουν στον ίδιο βαθμό όπως στις ΗΠΑ διευθυντικές θέσεις και να διαθέτουν κάποια αξιόλογη πολιτική παρουσία. Σύμφωνα με το ΒΗΜΑ στον Καναδά ζουν 250.000 και στην Αυστραλία 750.000 Έλληνες (ανεπίσημα 1 εκατ.)59. Είναι γενικά παραδεκτό ότι «Από τις εκατοντάδες χιλιάδες των υπερπόντιων μεταναστών, οι περισσότεροι παραμένουν στον τόπο εγκατάστασης τους. Εκεί η κοινωνική και οικονομική αφομοίωση προς τον πληθυσμό της χώρας υποδοχής ολοκληρώνεται κατά ένα μεγάλο τουλάχιστον μέρος με την πολιτιστική αφομοίωση (acculturation) των απογόνων τους, που συνίσταται στην παραδοχή των εθίμων, πνευματικών αξιών κλπ.»60. Αυτή η αφομοίωση είναι ακριβώς αποτέλεσμα της «ικανοποίησης» των μεταναστών από τη νέα και κοινωνικά πιο ανυψωμένη θέση από την θέση που κατείχαν προτύτερα (μικροαστική ένταξη). «Σε άλλες περιπτώσεις, και αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ελληνική μετανάστευση, οι μετανάστες καλύπτουν κοινωνικούς χώρους που οι ντόπιοι δεν μπορούν να καλύψουν: π.χ. εμπόριο, υπηρεσίες κλπ. Σ' αυτή την περίπτωση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για οργανική τους ένταξη στην κοινωνία. Η ενσωμάτωση τους αποκλείει κατά κάποιο τρόπο την άμεση αποπομπή τους για λόγους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας»61. Σημείωση: Μέσα στα πλαίσια της αναβάθμισης της θέσης της Ελλάδας στην παγκόσμια πολιτική σκηνή και τον αυξανόμενο ρόλο της, παρατηρούμε μια εντεινόμενη σύσφιξη των πολιτικοιδεολογικών δεσμών της «Μητέρας - Πατρίδας» με τον απόδημο ελληνισμό, ιδιαίτερα με το ελληνοαμερικανικό «λόμπυ» που διαθέτει σημαντική κοινωνική και πολιτική θέση. Αυτή ακριβώς τη θέση εκμεταλλεύεται η αστική πολιτική στην Ελλάδα για την προώθηση των στρατηγικών της επιλογών. γ) Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τους Έλληνες μετανάστες στη Δ. Ευρώπη. Εδώ η συντριπτική πλειοψηφία εντάσσεται στην εργατική τάξη και μάλιστα στις πιο σκληρές επαναληπτικές μονότονες και κακοπληρωμένες εργασίες. Το 1969 στη Δ. Γερμανία 83,4% των ανδρών και 84,4% των γυναικών εργάζεται στη βιομηχανία (και οικοδομές). Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι το 42% των ανδρών και 27.4% των γυναικών εργάζεται στην «καρδιά» του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, την γερμανική σιδηρομεταλλοβιομηχανία62. Πάνω από 250.000 Έλληνες εργάτες πέρασαν απ' αυτό το «σχολείο» διαπαιδαγωγήθηκαν στην ακραία πειθαρχία του καπιταλισμού, απέκτησαν την πιο καθαρή μορφή εργατικού ενστίκτου που μπορεί να πηγάσει από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

3.4. Ταξική ένταξη και παλιννόστηση
Σύμφωνα με όσα έχουμε πει ως εδώ, η ταξική ένταξη στη χώρα υποδοχής (που συνεπάγεται είτε την αφομοίωση είτε την διατήρηση της προσωρινότητας) παίζει σημαντικό ρόλο στην παλιννόστηση. Ι) Στις χώρες όπου οι Έλληνες μετανάστες (στην πλειοψηφία τους αγρότες και εργάτες στην καταγωγή63 μικροαστικοποιήθηκαν φαινόμενο που ισχύει για τις υπερπόντιες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία), η παλιννόστηση είναι πολύ μικρή. Έτσι για την περίοδο 1968-197764 από τους 237.500 που παλιννόστησαν μόνο 24% (57.500) προέρχονται από υπερπόντιες χώρες65. Από τις ΗΠΑ παλιννόστησαν περίπου 16.000 (ποσοστό 6,7%). Για τις άλλες υπερπόντιες χώρες (Καναδάς, Αυστραλία) η παλιννόστηση είναι μεγαλύτερη περίπου 41.500 (17,5%). «Από αυτούς που παλιννοστούν ένα μέρος ευρίσκεται ακόμη σε ενεργό ηλικία, ενώ άλλοι έχουν αποσυρθεί από την αγορά εργασίας και αποσκοπούν να περάσουν το τελευταίο στάδιο του βίου τους στη γενέτειρα τους»66. Είναι πιο πιθανό στις 16.000 που παλιννοστούν από τις ΗΠΑ η πλειοψηφία να είναι συνταξιούχοι ενώ στις 41.500 από τις υπόλοιπες υπερπόντιες χώρες να υπάρχει ένα μεγαλύτερο ποσοστό που να επιστρέφει παραμένοντας οικονομικά ενεργό. II) Αντίθετα η ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση διαφέρει ριζικά. Η ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση, που σημειώθηκε μετά τη δεκαετία του 1950, διαφέρει ριζικά από την υπερπόντια, γιατί για τους περισσότερους που μεταναστεύουν σε ευρωπαϊκές χώρες, η μετακίνηση αποτελεί προσωρινό εγχείρημα. Σε τούτο συντελεί και το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές χώρες υποδοχής των μεταναστών δεν διευκολύνουν την αφομοίωση αυτών, όπως γίνεται στις υπερπόντιες χώρες (Αμερική, Καναδά, Αυστραλία κλπ.)... οι συνθήκες αβεβαιότητας που υπάρχουν από την αρχή για την μελλοντική εξέλιξη των μεταναστών στις χώρες προορισμού τους, ενισχύουν την εκδοχή ότι οι περισσότεροι από αυτούς, αργά ή γρήγορα, θα παλιννοστήσουν»60. Άρα πρόβλημα παλιννόστησης υπάρχει κύρια για τους Έλληνες μετανάστες στη Δ. Ευρώπη. Πράγματι 75,8% όσων παλιννοστούν, περίπου 180.000 προέρχονται από αυτές τις χώρες65. 3.5. Οι παραδοσιακοί «ομογενείς» Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα πρέπει να προσθέσουμε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τους «παραδοσιακούς ομογενείς» των ελληνικών παροικιών που έχουν απομείνει. Είναι γνωστό ότι ο ελληνισμός της διασποράς μπαίνει σε κρίση μετά το 1922 [βλέπε σημ. 57]. Σχετική εξαίρεση αποτελεί ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης (που διατηρείται με την συνθήκη της Λοζάννης), της Αιγύπτου καθώς και οι όχι πολυπληθείς παροικίες της Αφρικής και της Ν. Αμερικής. Και αυτό το κομμάτι του ελληνισμού της διασποράς δέχεται το τελειωτικό χτύπημα στην μεταπολεμική φάση: τα γεγονότα του '55 στην Κωνσταντινούπολη, η άνοδος νέων μερίδων της αστικής τάξης (ο Νασερισμός στην Αίγυπτο), η άνοδος των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Έτσι σήμερα ελάχιστοι «παραδοσιακοί ομογενείς» παραμένουν εκτός εθνικού κορμού66. Ένα σημαντικό μέρος των ομογενών της Πόλης, της Αιγύπτου κλπ. μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία67. Στην μεταπολεμική φάση το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ελληνισμού εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα68 και αποτέλεσε μια σημαντική μερίδα τόσο της ελληνικής ενδογενούς (τοπικής) αστικής τάξης όσο και των ανώτερων μικροαστικών στρωμάτων. «Η τότε ανερχόμενη ελληνική οικονομία (ΣτΣ εννοεί μετά το 1955) είχε ανάγκη από έτοιμα στελέχη, για να επανδρώσει τις αναπτυσσόμενες βιομηχανικές, ναυτιλιακές, τουριστικές, τραπεζικές κ.ά. οικονομικές επιχειρήσεις και δραστηριότητες. Οι Αιγυπτιώτες Έλληνες ήταν ότι χρειαζόταν η Ελλάδα εκείνη τη στιγμή. Μόλις έφταναν, έβρισκαν δουλειά και απασχόληση, ενώ πολλοί άνοιγαν δικές τους επιχειρήσεις. Έφερναν τις οικονομίες τους στην πατρίδα και βοήθησαν επαγγελματικά και υλικά με τις δυνάμεις που διέθεταν στην οικονομική ανόρθωση της χώρας»69. Οι προνομιακές διασυνδέσεις με τις χώρες καταγωγής (ισχύει κυρίως για την Αίγυπτο και άλλες χώρες της Αφρικής) διευκολύνουν στο έπακρο τις «επιχειρηματικές» τους δραστηριότητες (εξαγωγικό εμπόριο, τεχνικές εταιρείες) που ανθούν εξ αιτίας της στρατηγικής διείσδυσης στην περιοχή της Μ. Ανατολής - Β. Αφρικής του ελληνικού καπιταλισμού. 3.6. Οι παλιννοστούντες πολιτικοί πρόσφυγες Ιδιαίτερη παρατήρηση μπορεί να γίνει επίσης και για τους επαναπατριζόμενους πολιτικούς πρόσφυγες, οι οποίοι στο τέλος του εμφύλιου υπολογίζονται γύρω στις 60.000 (43% στη Σοβιετική Ένωση, 19% στην Τσεχοσλοβακία, 12,7% στην Πολωνία κλπ.). Το 45% των παλιννοστούντων ανήκει στη β' γενιά των πολιτικών προσφύγων δηλαδή έχει γεννηθεί στη χώρα υποδοχής. Στην περίοδο 1972-77 8%, των συνολικά παλιννοστούντων πολιτικών προσφύγων είναι επιστήμονες, στελέχη και υπάλληλοι, ενώ το 77% του συνόλου είναι εργάτες. Το ενδιαφέρον είναι ότι ανάμεσα στην ταξική ένταξη της πρώτης και της δεύτερης γενιάς υπάρχει ριζική διαφοροποίηση. Έχει υπολογιστεί ότι στους πολιτικούς πρόσφυγες ηλικίας 44-65 χρόνων η συντριπτική πλειοψηφία είναι εργάτες, έμποροι κλπ. ενώ στις ηλικίες από 15-44 κυριαρχούν οι επιστήμονες, τεχνικοί υπάλληλοι φοιτητές και πολύ λίγοι εργάτες. Αυτό το γεγονός ερμηνεύει και την διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική σύνθεση των πολιτικών προσφύγων που εργάζονται στις ανατολικές χώρες. (Τα στοιχεία που διαθέτουμε αναφέρουν 33% επιστήμονες, τεχνικοί, υπάλληλοι 2% έμποροι, νοικοκυρές, 46% εργάτες) και την αντίστοιχη των παλινοστούντων που αναφέρεται παραπάνω. Η πρώτη γενιά των πολιτικών προσφύγων δεν έφερε μόνο το βάρος της ήττας του εμφυλίου. Έμελλε να υποστεί και μια πολιτική και κοινωνική καταπίεση στις «σοσιαλιστικές πατρίδες». Ελάχιστοι από αυτούς ξέφυγαν από την προοπτική του εργοστασίου (που κι αυτή ακόμα ήταν δύσκολο να κρατήσουν χωρίς συμβιβασμούς). Η νοσταλγία της πατρίδας απέμεινε η μόνη ελπίδα γι' αυτούς. Αντίθετα η δεύτερη γενιά πέτυχε περισσότερο να ανέβει κοινωνικά χάρη στον «σοσιαλιστικό καταμερισμό εργασίας» και να καταλάβει θέσεις που στις καπιταλιστικές χώρες προσδιορίζονται σαν μικροαστικές. Χωρίς την πολιτική εμπειρία και την αριστερή συνείδηση των γονιών τους, ίσως και χωρίς κάποια ιδιαίτερη σχέση με την πολιτική είναι περισσότερο εύκολο να ενσωματωθούν και να σταδιοδρομήσουν στις κοινωνίες αυτές70. 3.7. Μικροαστικοποίηση ή εφεδρικός στρατός; Η μεταναστευτική φυγή που συγκλόνισε την μεταπολεμική ελληνική κοινωνία έχει αναχαιτιστεί. Η μαζική απορρόφηση ελληνικής εργατικής δύναμης από τις καπιταλιστικές χώρες της Δ. Ευρώπης για την τροφοδοσία της ραγδαίας μεταπολεμικής συσσώρευσης έχει λήξει. Η σημερινή γενικευμένη οικονομική κρίση έχει καταστήσει ανεπιθύμητους αυτούς που με τα χέρια τους δημιούργησαν το γερμανικό θαύμα. Δε μένει άλλη λύση πια παρά η επιστροφή στην χώρα προέλευσης τους. Και ερχόμαστε τώρα στο ουσιαστικό πρόβλημα. Από πολλούς συγγραφείς υποστηρίζεται ότι η παλιννόστηση των Ελλήνων μεταναστών (που αφορά όπως δείξαμε κατά κύριο λόγο την ενδοευρωπαϊκή μορφή της μετανάστευσης και όχι την υπερπόντια) υποτίθεται ότι έχει τροφοδοτήσει την διόγκωση της μικροαστικής τάξης στην μεταπολεμική περίοδο. Πόσο όμως ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός; Υπάρχει πληθώρα ενδείξεων που πιστοποιεί το αντίθετο. Πρώτα απ' όλα οι Έλληνες μετανάστες στην Δ. Ευρώπη δεν μπόρεσαν να ανέλθουν κοινωνικά. Το 84% απασχολείται σε βαρείες δουλειές στη βιομηχανία. «Ελάχιστοι εργάστηκαν σε ειδικευμένη εργασία. Οι περισσότεροι έγιναν όργανα της τυποποίησης και του αυτοματισμού έμειναν δηλαδή ανειδίκευτοι εργάτες χωρίς να αποκτήσουν γνώσεις ή δεξιότητες71». Ούτε όμως τα παιδιά τους έχουν καλύτερη τύχη: «Το σχολικό έτος 1975/76 51.000 περίπου ελληνόπουλα φοιτούσαν σε σχολεία βασικής εκπαίδευσης στη Δ. Γερμανία και άλλες 7.000 στις διάφορες τεχνικές σχολές, μόνο όμως 40% περίπου παίρνουν ενδεικτικό και μπορούν έτσι να φοιτήσουν σε μια τεχνική σχολή. Οι υπόλοιποι (60%) καθώς δεν μπορούν να προχωρήσουν, προορίζονται να απασχοληθούν στη βιομηχανία σαν ανειδίκευτο βοηθητικό εργατικό δυναμικό όπως οι γονείς τους με περισσότερη όμως απογοήτευση και πίκρα, γιατί βλέπουν τις δυνατότητες που έχουν οι ντόπιοι για μόρφωση και προαγωγή ενώ αυτοί είναι παρίες στο σύστημα χωρίς γράμματα ή τέχνη... Αυτά τα παιδιά ούτε αν επαναπατριστούν θα βρεθούν σε καλύτερη μοίρα στην Ελλάδα, αφού στερούνται βασικές γνώσεις και τεχνικές δεξιότητες»72. Για τους Έλληνες εργάτες δεν υπάρχει καμιά αυταπάτη ως προς την μελλοντική τους προοπτική: «από τους μετανάστες που ρωτήθηκαν, ποσοστό 81% των αρρένων και 82% των θηλέων εδήλωσαν ότι επιθυμούν να επιστρέψουν για να εργαστούν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι από αυτούς (80%) περίπου προτιμούν να εργαστούν στη βιομηχανία, σαν μισθωτοί, έστω και αν έχουν μικρότερες αποδοχές από εκείνες που παρέχουν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Εκείνο που τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι η σταθερότητα και η διάρκεια της απασχόλησης τους»73. Όχι λοιπόν η «μικροαστικοποίηση» αλλά η μισθωτή σκλαβιά είναι η μόνη προοπτική τους. Ούτε πάλι κατόρθωσαν να σχηματίσουν κάποια περιουσία (κάποιο «κεφάλαιο») που να τους επιτρέψει, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, να γίνουν «επιχειρηματίες». Από μια άλλη έρευνα των Κολλάρου - Μουσούρου, συνάγεται πως από τους αγρότες - μετανάστες που επιστρέφουν το 7% δεν είχε καθόλου αποταμιεύσεις, το 3% σχεδίαζε να δημιουργήσει δική του επιχείρηση, το 28% να αγοράσει εξοπλισμό για αγροτική εκμετάλλευση, το 13% να αγοράσει σπίτι ή κάποιο άλλο καταναλωτικό αγαθό, το 3% να χρηματοδοτήσει τις σπουδές των παιδιών, το 7% δεν είχε αποφασίσει, το 3% σχεδίαζε να κάνει κάτι άλλο, ενώ το 5% δεν έδωσε απάντηση. Αν βασιστεί κανείς στην αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος και δεχτεί ότι το 43% των αγροτών που παλιννοστούν έχει πρόθεση να αγοράσει σπίτι ή άλλο καταναλωτικό αγαθό, ενώ μόνο το 28% σκοπεύει να προχωρήσει σε κάποιου είδους αγροτική επένδυση, τότε θα ήταν κάπως δύσκολο να δεχτεί ότι, στο διάστημα όπου αυτό το 43% των αγροτών βρισκόταν στο εξωτερικό αποστέλλοντας εμβάσματα, θα ενθάρρυνε ή θα είχε κύριο μέλημα του τη δημιουργία μιας παραγωγικής και επενδυτικής υποδομής στην οικογενειακή εκμετάλλευση»74. Στο ίδιο συμπέρασμα ότι δηλαδή οι αποταμιεύσεις των μεταναστών χρησιμεύουν κατά κύριο λόγο για την καλυτέρευση της οικογενειακής διαβίωσης, καταλήγει και μια έρευνας της Ιωάννας Μαγκανάρα, όπως και του Ε. Καβουριάρη75. Το μόνο δηλαδή που διαθέτει ουσιαστικά η πλειοψηφία των μεταναστών είναι πάλι η εργατική τους δύναμη αλλά πλέον και αυτή φθαρμένη: «Η φθορά του εργάτη έχει άμεση σχέση με τον βαθμό εκμετάλλευσης του. Με την μετανάστευση έχουμε επιτάχυνση της φθοράς του εργάτη εξ αιτίας α) του είδους των εργασιών που εκτελούν οι μετανάστες (βαριά και επικίνδυνα επαγγέλματα) και β) της εντατικής εκμετάλλευσης (επιταχυνόμενοι ρυθμοί εργασίας και αύξηση των ωρών εργασίας με το σύστημα των υπερωριών) (Ε. Καβουριάρης ο.π.). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ακόμα ότι η εργατική δύναμη των μεταναστών πληρώνεται κατά κανόνα κάτω από την αξία της, όχι μόνο γιατί το επίπεδο του συνδικαλισμού είναι χαμηλό, επικρατεί τρομοκρατία, φόβος απέλασης, αλλά και γιατί η χώρα υποδοχής κατά κανόνα δεν αναλαμβάνει τα έμμεσα έξοδα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης των μεταναστών (περίθαλψη, πρόνοια, κατοικία κλπ.) Συμπερασματικά Οι πιθανότητες για τους Έλληνες μετανάστες στις χώρες της Δ. Ευρώπης που επιστρέφουν, να καταλάβουν κάποια μικροαστική θέση είναι ελάχιστες. Ακόμη κι αν κατορθώσουν να στήσουν «δική τους επιχείρηση» (κάποιο μαγαζί, κατά κανόνα καφετέρια, μπαρ, μεταφορές - ταξί, μικρό βιοτεχνία κλπ.) το πιθανότερο είναι να την εγκαταλείψουν σε μικρό χρονικό διάστημα. «Οι λίγες περιπτώσεις στο δείγμα μας που έκτισαν κατάστημα με την πρόθεση να ανοίξουν μια μικρή επιχείρηση, το έπραξαν στο χωριό της καταγωγής τους που τις περισσότερες φορές έχει φθίνοντα πληθυσμό και συνεπώς φθίνουσα πιθανότητα επιβίωσης»76. Το ίδιο το χαμηλό αριθμητικό βάρος των εν λόγω κλάδων φαίνεται να συνηγορεί σ' αυτήν την εκτίμηση77. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τέτοιες πιθανότητες υπάρχουν περισσότερες για τους Έλληνες του Καναδά, Αυστραλίας και όσων επιστρέφουν για να εργαστούν από τις ΗΠΑ, οι οποίοι κατά κανόνα ήταν απασχολημένοι σε ανάλογες εργασίες (εστιατόρια, υπηρεσίες κλπ.) τις οποίες στο βαθμό που παραμένουν ακόμη οικονομικά ενεργοί, ξαναρχίζουν (υπενθυμίζουμε ότι στην περίοδο 19681977 παλιννόστησαν συνολικά από υπερπόντιες χώρες γύρω στις 57.500 μετανάστες). Η άποψη περί «μικροαστικοποίησης» των μεταναστών που επιστρέφουν δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί έγκυρη. Το πραγματικό γεγονός είναι ότι οι Έλληνες που όντως μικροαστικοπονήθηκαν στις υπερπόντιες χώρες απορροφήθηκαν εκεί. Αντίθετα προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι οι μετανάστες που επιστρέφουν αν δε βρουν δουλεία στη βιομηχανία, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άμεσα διαθέσιμοι (εφεδρικός στρατός σε ρευστή μορφή) ή στην «καλύτερη» περίπτωση έμμεσα διαθέσιμοι (εφεδρικός στρατός σε στάσιμη μορφή).









1. Αντίστροφα με τις προαναφερθείσες προβληματικές, δεν είναι η καθυστέρηση του ελληνικού καπιταλισμού αλλά η επέκταση του που διευρύνει τη μικροαστική τάξη (τις νέες μισθωτές μερίδες) ή που τη διαλύει - αναδομεί (παραδοσιακή μερίδα). Αυτή η ανικανότητα σύλληψης της επέκτασης του καπιταλισμού στην Ελλάδα, τόσο των ρυθμών που ακολούθησε μετά το '60, όσο και της σημερινής δυναμικής του, είναι ο λόγος για τη συσκότιση του προβλήματος και τη σύγχυση που κυριαρχεί. Κομβική σημασία σ' αυτή τη σύγχυση κατέχει η απουσία της μαρξιστικής κατηγορίας του εφεδρικού στρατού, αποτέλεσμα της διαδικασίας της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης (που ο Μαρξ αναπτύσσει στο 7ο μέρος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου). Πράγματι, αν εξετάσουμε τους εργαζόμενους που κατ' εξοχήν θεωρούνται «μεταπράτες» ή «αυτοαπασχολούμενοι» θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι άλλοι από αυτούς που όπως έδειξε ο Μαρξ διαρκώς δημιουργούν τον εφεδρικό στρατό (με τρεις ξεχωριστές μορφές) και που είναι αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης: υποταγή άμεση ή έμμεση όλο και μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού στο κεφάλαιο. Η ύπαρξη τους λοιπόν δεν δηλώνει «καθυστέρηση»... αλλά αντίθετα υποβοηθά τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.79 Όπως έδειξε ο Κ. Busch: «H πίεση του εφεδρικού στρατού πάνω στην αγωνιστικότητα της εργατικής τάξης είναι στις πιο αναπτυγμένες χώρες, με ψηλότερο επίπεδο απασχόλησης, τις περισσότερες φορές μικρότερη απ' ότι στις λιγότερο παραγωγικές όπου προλεταριοποιημένοι αγρότες, χειροτέχνες και έμποροι, τροφοδοτούν με σχετική περίσσεια την αγορά εργασίας ως προς τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στη διευρυμένη διαδικασία βιομηχανικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου».80

2. Σαν γενικό συμπέρασμα προτείνουμε να απορριφθούν οι θεωρητικές προβληματικές που επίμονα και επαναληπτικά διατυμπανίζουν την «υπανάπτυξη» της ελληνικής κοινωνίας με θεωρητικό βάθρο α) την «αυτονομία - διόγκωση» του «τριτογενούς τομέα», β) τον περιφερειακό χαρακτήρα του τριτογενούς, γ) την «ιδιόρρυθμη διόγκωση» της μικροαστικής τάξης στην Ελλάδα. Στο θεωρητικό επίπεδο οι προβληματικές αυτές βρίσκονται κυριολεκτικά εκτός της σύγχρονης πραγματικότητας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, αδυνατούν να συλλάβουν τη δυναμική του. Στο πολιτικό επίπεδο, θέσεις που συνάγονται από αυτές τις απόψεις, νομιμοποιούν και εξωραΐζουν την καπιταλιστική εκμετάλλευση, συντηρώντας το εκφυλιστικό τέλμα της κρίσης της Αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο γι' αυτό ότι σε παρόμοιες απόψεις συγκλίνουν και συγγραφείς με δηλωμένη δεξιά τοποθέτηση.

3. Ταυτόχρονα οι απόψεις αυτές εμποδίζουν να τεθεί ένα πραγματικό και σημαντικό πρόβλημα για κάθε καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, άρα και τον ελληνικό. Και αυτό είναι η συγκεκριμένη θέση (το ειδικό βάρος) της μικροαστικής τάξης. Αντί λοιπόν από την ύπαρξη της μικροαστικής τάξης, πολλές φορές και μόνο απ' αυτήν, να συνάγεται ο «μικροαστικός» χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας, αντίστροφα, με κλειδί τη διευρυμένη αναπαραγωγή του Κ.Τ.Π. στη μεταπολεμική περίοδο, θα πρέπει να εντοπίσουμε την ανάδυση των νέων ή τη διάλυση - αναδόμηση των παραδοσιακών μερίδων της μικροαστικής τάξης καθώς και τη συγκεκριμένη μορφή ταξικών συμμαχιών που επέβαλε. Αυτήν την κατεύθυνση σκοπεύουμε να ακολουθήσουμε στη συνέχεια αυτής της εργασίας. 1. Βλέπε εδώ τις εισαγωγικές παρατηρήσεις του· Ν. Πουλαντζά στο «Κοινωνικές τάξης στον σύγχρονο καπιταλισμό», μέρος τρίτο: παραδοσιακή και νέα μικροαστική τάξη, σελ. 239-244, θεμέλιο 1981. 2. Το βάθος της σύγχυσης φαίνεται από την ταξινόμηση που κάνει η ΕΣΥΕ. Στις «υπηρεσίες» εκτός από τις κυβερνητικές, την παιδεία, τα ιδρύματα ερευνών, τα νοσοκομεία κλπ. περιλαμβάνει και γραφεία κινηματογραφικών ταινιών, θέατρα, κινηματογράφους, πλυντήρια, ινστιτούτα καλλονής, φωτογραφεία κ.ά. ΕΣΥΕ: Στατιστική ταξινόμηση των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας, Αθήνα 1980.

4. Απάντηση για τη δήθεν απόσταση της «οικονομικής» ανάπτυξης από την ξεχαρβαλωμένη κρατική μηχανή βλέπε: Γ. Μηλιού: «Εκσυγχρονισμός ή (και) οικονομική ανάπτυξη» θέσεις 1, σελ. 13.

5. Βασίλη Καραποστόλη: «Η καταναλωτική συμπεριφορά στην ελληνική κοινωνία 19601975» εκδ. ΕΚΚΕ, Αθήνα, 1983, σελ. 206-208. 6. Β. Καραποστόλης σ. 207. Παρόμοια άποψη διατυπώνει και ο Ν. Μουζέλης. Βλέπε «Νεοελληνική κοινωνία όψεις υπανάπτυξης» εκδ. Εξάντας, κεφ. 1.

6 «Η περίοδος μετά το 1960», κεφ. 22Β «η υπανάπτυξη παραμένει», θεωρητικός πατέρας αυτής της θέσης φέρεται ο Baran.

7. Βλέπε για το τμήμα αυτό 1. C. Baudelot, R. Establet, S. Malemort (ε.ε. Β.Ε.M.): «La petite bourgeoisie en France» P.C. Maspero, Paris 1981 μέρος 2ο. 2. Alain Lipietz: «Le tertiaire, arborescence de l' accumulation capitaliste: proliferation et polarisation» Critique de l' economie politique n. 12. 3. Erik Olin Wright: «Class, Crisis & the state» δεύτερο μέρος, NLB, London 1981.

8. Ε. Terray: «Proletaire, salarie, travailleur productif», CONTRADICTIONS, τ. 2, Ιούλιος - Σεπτέμβρης 1972. Όσο για το τελευταίο δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε το άρθρο 4.

9. Στατιστικές Δημοσίων Οικονομικών 1961 - 1979/80, για το 1983 εκτίμηση. Για τον αριθμό των αξιωματικών βλέπε το γνωστό περιοδικό Άμυνα τεύχος 6 (1981), σελ. 15.

10. Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος 1981, «Στατιστική Συγκοινωνιών και επικοινωνιών» 1979, ΕΣΥΕ. Οικονομικός Ταχυδρόμος 12.11.1981 σελ. 54.

11. Στατιστική Κοιν. Προνοίας και Υγιεινής έτους 1980, πίνακας 6. Στατιστική επετηρίς της Ελλάδος 1981, σ. 93, ετήσια έρευνα δραστηριότητος των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως 1978, πίνακας Α:1, ΕΣΥΕ. Από τους εργαζόμενους στο χώρο της υγιείας (νοσοκομεία, οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης) μπορούμε να εντάξουμε στη μικροαστική τάξη τη μεγαλύτερη μερίδα των γιατρών, το ανώτερο νοσηλευτικό προσωπικό και τα μεσαία και ανώτερα διοικητικά στελέχη. Η πλειοψηφία των μισθωτών βάσης κατέχει είτε μη προλεταριακή θέση, είτε εντάσσεται στην εργατική τάξη («τεχνικό, βοηθητικό προσωπικό» κλπ.).

12. Τα στοιχεία που παραθέτουμε προέρχονται α) ΕΣΥΕ, απογραφή εμπορίου 1969, αποτελέσματα απογραφής βιομηχανίας - βιοτεχνίας - εμπορίου και άλλων υπηρεσιών τις 30 Σεπτ. 1978, τόμος II, Αθήνα 1981 πίνακας 3. β) ΚΕΠΕ: Εμπόριο - Διακίνηση, Ομάδας εργασίας, Πρόγραμμα ανάπτυξης 197680 αρ. 21.

13. Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος 3, τμήμα τέταρτο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

14. Έρευνα της εταιρείας Nielsen, περιοδικό Σελφ/Σέρβις τ. 46. Ενώ η απασχόληση παρουσιάζει στην περίοδο 1969-78 απόλυτη και σχετική πτώση (οφείλεται στην καταστροφή των παραδοσιακών μικροαστών επιχειρηματιών), οι μισθωτοί παρουσιάζουν εκτός από σχετική και απόλυτη αύξηση.

15. Σελφ-Σέρβις, (Σ/Σ), Χρυσός Οδηγός 1983.

16. Σ/Σ τ. 80, σ. 33. 17. Β.Ε.Μ. σελ. 121. Σύμφωνα με τον ΟΑΕΔ όπ. το 1981 στον κλάδο εμπόριο / εστιατόρια / ξενοδοχεία η διάρθρωση ανάλογα με το επίπεδο σπουδών ήταν: 58,5% είχαν το πολύ αποφοίτηση από δημοτικό, 9,6% από τριτάξιο γυμνάσιο (το 30,8% είχαν απολυτήριο Μέσης Εκπαίδευσης ενώ μόνο 4,7% ήταν απόφοιτοι ΑΕΙ. Είναι φανερό (αν λάβει κανείς και τις διαφοροποιήσεις στον κλάδο, ότι η πλειοψηφία των εμποροϋπάλληλων δεν εντάσσεται στη διανοητική(!) αλλά στο στρατόπεδο της χειρωνακτικής εργασίας).

18. Βλέπε τις παρατηρήσεις του Ν. Πουλαντζά, ο.π.

19. ΚΟΜΕΠ: «Η σημασία και ο ρόλος των επαγγελματοβιοτεχνών και μικρεμπόρων (ΕΒΕ) στην ελληνική κοινωνία» (Ντοκουμέντο της ΚΕ του ΚΚΕ) τ. 78/1980, σελ 122 123

20. Αποτελέσματα απογραφής 1978 σ. 117, 120.

21. Ο ρόλος του εμπορικού κεφαλαίου, η σημερινή κατάσταση του μικρεμπορίου στην Ελλάδα (το πολιτικό και κοινωνικό βάρος της μικροαστικής μερίδας του εμπορίου - πολιτική τοποθέτηση, συμμετοχή στο

28. Χρυσός οδηγός Αθηνών.

29. «Μικρά "τοστάδικα" ή σουβλατζίδικα κλείνουν, ενώ καφετέριες μετατρέπονται σε μαγαζιά "γρήγορης τροφής"... κανείς δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει ότι τα Fast Food αποτελούν και για τη χώρα μας, μια ειδική κατηγορία εστιατορίων». Ολυμπία Τσιπήρα, Το ΒΗΜΑ.

30. Τάσος Γιαννίτσης: «προβλήματα της ελληνικής ανάπτυξης» Οικονομία και Κοινωνία τ. 1 σελ. 26. Αναδημοσιεύεται στο Τ. Γιαννίτσης: «Η ελληνική βιομηχανία, ανάπτυξη και κρίση» Gutemberg, Αθήνα, 1983.

31. ΚΕΠΕ: «Το βιομηχανικό κεφάλαιο εις την ανάπτυξιν της ελληνικής οικονομίας» 1965, Αθήνα, σελ. 206.

32. «Οι οικοδόμοι και η οικοδομή στη μεταπολεμική Ελλάδα» Ομάδα μελέτης, Εκδοτική ομάδα Εργασία, Αθήνα 1975, σελ. 20. 33. Δημ. Εμμανουήλ: «Οι επενδύσεις κατοικίας στην Ελλάδα» Οικονομία και Κοινωνία τ. 13 67/1980, σελ. 33. Σ' αυτήν την εκτίμηση συμφωνεί και η Ομάδα Εργασίας. Βλ. ο.π. σελ. 12, π. 2. Ενώ η μελέτη του ΚΕΠΕ αναφέρει: «Κατά την περίοδον 1954-61 _η συμμετοχή του κράτους εις τον τομέα τη; στεγάσεως δεν υπερέβη το 9% του συνόλου. Εκ του ποσοστού τούτου, η στέγασις των θυμάτων πολέμου και σεισμοπλήκτων απερρόφη* σε το μεγαλύτερο τμήμα, ενώ η κατασκευή οικιών δι εργάτας δεν υπερέβη το 6% του συνόλου των κρατικών κατασκευών εις τον υπ' όψιν τομέα» (σελ. 219).

34. Στο ίδιο σελ, 30. Επίσης: «Η επικράτησις της ιδιωτικής επιχειρήσεως εις τας κατασκευής οικιών, η ανέγερσις οικιών δ' ιδιοκατοίκησιν και η έλλειψις αναπτυγμένης κεφαλαιαγοράς αποτελούν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του τομέως της στεγάσεως εν Ελλάδι», ΚΕΠΕ, σελ. 224.

35. Βλέπε Γ. Καραμπελιά: «Η μικρομεσαία δημοκρατία» Εκδ. Κομμούνα 1982, σελ. 159. Επίσης Ομάδα Εργασίας σ. 21.

36. Βλέπε αναλυτικότερα για τη συγκεντροποίηση του κλάδου, Ανέστη Ταρπάγκου: α. «Μπροστά στο 12ο Συνέδριο της Ομοσπονδίας Οικοδόμων» Αυγή 21/8/83. β. «Εργατικό κίνημα και τεχνικές εταιρείες» Αυγή 1431982. Για τη διεθνοποίηση του κατασκευαστικού κεφαλαίου: Γ. Μαύρη - θ. Τσεκούρα: «Το ξένο κεφάλαιο και η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, παράρτημα Γ: το κεφάλαιο των τεχνικών εταιρειών, θέσεις 2.

37. Α. Ταρπάγκου ό.π. στο β.

38. Στοιχεία της έρευνας οικογενειακού προϋπολογισμού που διενεργήθηκε από τη Στατιστική Υπηρεσία στο διάστημα Νοέμβρη 1981 - Οκτώβρη 1982. Ελευθεροτυπία 25/7/84.

39. Για τις αλλαγές στο καθεστώς της γαιοκτησίας: Γιώργου Πανιτσίδη. «Ο Μαρξισμός και το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα», ΚΜΕ 4, εκδ. ΣΕ, Αθήνα 1984, κεφ. πρώτο, 1.

40. Λουκή Αθανασίου: Η διανομή του εισοδήματος στην Ελλάδα. Επιστημονικές μελέτες 6, ΚΕΠΕ, Αθήνα 1984, σελ. 155. Τα ποσοστά για τις άλλες χώρες προέρχονται από τα statistical Yearbook Ολλανδίας, 1977, σελ. 87, Ην. Βασιλείου, 1977, σελ. 88, Δανίας, 1977, σελ. 44, Γαλλίας, 1977, σελ. 133.

41. Για την πιρ ακραία εκδοχή αυτής της άποψης βλέπε Τζ. Πέτρας: «Στο εισοδηματικό κεφάλαιο οφείλεται η δυναμική ανάπτυξη της Ελλάδας και η βιομηχανική της υπανάπτυξη» Οικονομικός Ταχυδρόμος 8/3/84.

42. «Tourist departures and main destinations» έκδοση ΟΜΤ, 1983. Αναφέρεται στην εισήγηση του κ. Ν. Σκουλά, γ. γραμματέα EOT στην Α' διάσκεψη: τουρισμός 84» έκδοση EOT, 1984.

43. Singh Brij Pal: «Επιπτώσεις του τουρισμού στο ισοζύγιο πληρωμών της Ελλάδας». Διδακτορική διατριβή, ΑΣΟΕΕ, 1980, σελ. 34. Αυτή η μελέτη, πέρα από τον εξαντλητικό χαρακτήρα της, παραμένει από όσο ξέρουμε μοναδική στο είδος της. Εκδόθηκε πρόσφατα από το ΚΕΠΕ. 2.2. Η ανάπτυξη του τουρισμού πραγματοποιείται στον αναπτυγμένο καπιταλισμό.

44. Γ. Σταμάτης: «Το ποσοστό υπεραξίας και ο λόγος κερδών προς μισθούς» Αντιθέσεις τεύχος 8, σ. 64. 45. Πίνακες απογραφής 1978, οδηγοί ICAP.

46. Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας τεύχος 975/1984 σελ. 500.

47. Στατιστική του τουρισμού, έτους 1981, ΕΧΥΕ 1983.

48. Φ. Λουκίσσα: «Κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της τουριστικής ανάπτυξης στα ελληνικά νησιά», Οικονομία και Κοινωνία, τεύχος 12, σελ. 76.

49. Στο ίδιο. Βέβαια η κατάταξη αυτή αναφέρεται στην πραγματικότητα των αρχών της δεκαετίας 1970. Σήμερα με τη ραγδαία τουριστική ανάπτυξη, δεν ισχύει αυτή η εκτίμηση τουλάχιστον για την Πάρο και τη θήρα.

50. Αρκετά από τα μεγάλα τουριστικά γραφεία απασχολούν πάνω από 10 εργαζόμενους, διαθέτουν ιδιόκτητα πούλμαν, αποτελούν δηλαδή καπιταλιστικές επιχειρήσεις και οι ιδιοκτήτες τους δεν ανήκουν προφανώς στη μικροαστική τάξη αλλά στην αστική. Το 1980, τα μεγαλύτερα τουριστικά γραφεία ήταν: Ερμής (με 130 εργαζόμενους), Ηρωική Μεγαλόνησος (με 120150 εργαζόμενους), Ελληνικοί περιηγήσεις (με 80 εργ.), GOLDAIR (70), AMERICAN EXPRESS (60), MANOS TRAVEL SYSTEM (60), ΚΡΕΤΑ (6080), ΟΡΙΖΩΝ (4555) κ.ά. Πηγή: οδηγός ICAP 1980.

51. Είναι τα πιο αναλυτικά στοιχεία που κατορθώσαμε να βρούμε για την περί τον τουρισμό οικονομία. Πληρέστερα στοιχεία δεν διατίθενται ούτε από την ΕΣΥΕ, ούτε από τον EOT ή άλλη αρμόδια κρατική υπηρεσία. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται κύρια από τη μελέτη του Singh Brij Pal, βλέπε σημ. 36: σελίδες 176, 184 - π. V III - 4, 1286, 198. 52. Ό.τ. πίνακας ΙΧ1 σελ. 214.

53. Στατιστική επετηρίς 1982, II: 35, σελ. 52, ΕΣΥΕ Αθήνα 1983. 54. ΕΣΥΕ ό.π. Επίσης Δίον. Φράγκου: «ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός της Ελλάδος», ΕΚΚΕ, Αθήνα 1980 και Κ. Κασιμάτη: «Η μετανάστευση σύνδρομο του καπιταλισμού», Οικονομία και Κοινωνία τεύχος 2 1979. Ο Δ. Φράγκος υπολογίζει τους μετανάστες στην περίοδο 1951-1976 σε 1.267.243, σελ. 53 και η Κούλα Κασιμάτη για την περίοδο 1955-1976 σε 1.217.417, πιν. 3.

55. Κούλας Κασιμάτη, ό.π. 56. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ υπήρχαν το 1973/74 21.358 Έλληνες σπουδαστές σε ξένες χώρες ενώ το 1976/77 30.945. Από αυτούς: στην Ιταλία από 11.959 (73/74) έφτασαν στις 15.398 (76/77), στη Γερμανία από 2.082 σε 4.143, στις ΗΠΑ από 1.827 σε 2.490, στην Αγγλία από 1.080 σε 2.461, στη Γαλλία από 1.761 σε 4.039, ό.π. πίνακας 77.

57. Κ. Τσουκαλά: Εξάρτηση και αναπαραγωγή, εκδ. θεμέλιο, Αθήνα 1977, μέρος VIII, η υπερπόντια μετανάστευση και η αναπαραγωγή μιας παραδοσιακής συμπεριφοράς, βλ. ιδιαίτερα 5.

58. Ν. Χασαπόπουλου: «Μια μέρα νωρίτερα θα ψηφίσουν πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες», ΒΗΜΑ 18/3/84.

59. Πιο ρεαλιστική εκτίμηση φαίνεται αυτή στην οποία καταλήγει η μελέτη του ΕΚΚΕ: «Απόδημοι Έλληνες» Αθήναι 1972. Σύμφωνα με αυτή στον Καναδά (1972) ζούσαν 125.000 (από τους οποίους 15.000 εγκαταστάθηκαν προπολεμικά) κυρίως σε δυο πόλεις: Μόντρεαλ, Τορόντο. Πιο πρόσφατα με αφορμή την ελληνοκαναδική προσέγγιση αναφέρθηκε στον τύπο ότι «500.000 Έλληνες στον Καναδά ευημερούν» (Ακρόπολις 17/8/84). Για την Αυστραλία αναφέρεται ότι στην περίοδο 19551968 μετανάστευσαν 140.000, ενώ νια το 1966 αναφέρεται από Αυστραλιανές υπηρεσίες του υπ. εξωτερικών 185.000 Έλληνες από τους οποίους 50.000 έχουν αποκτήσει αυστραλιανή υπηκοότητα, ένδειξη μόνιμης εγκατάστασης (σελ. 118, 97). 60. Δ. Φράγκου ό.π., σελ. 54.

61. Ε. Καβουριάρης: «Μερικές σκέψεις για τις αιτίες και τις συνέπειες της μετανάστευσης» στο «Οικονομική ανάπτυξη και μετανάστευση στην Ελλάδα» επιμέλεια Ν. Νικολινάκος, εκδ. Κάλβος, Αθήνα 1974, σελ. 59.

62. Castles 5 and Kosack G, «Immigrant Workers and Class Structure in Western Europe», Oxford University Press. 1973. σελ. 72, αναφέρεται στο Κ. Κασιμάτη ό.π., σελ. 51.

63. Δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε στην εξήγηση της μετανάστευσης. Πολύ γενικά μπορούμε να πούμε η κύρια πηγή της είναι ο εφεδρικός στρατός κυρίως στη λανθάνουσα και στάσιμη μορφή του και λιγότερο στη ρευστή μορφή του. Για μια μαρξιστική προσέγγιση βλέπε Ε. Καβουριάρη ό.π. Βλέπε επίσης Κ. Κασιμάτη ό.π. πίνακα 5, σελ. 49. Για ολόκληρη την περίοδο 1960-74, στο σύνολο της ενδοευρωπαϊκής μετανάστευσης το ποσοστό των μεταναστών με καταγωγή αγροτική - εργατική παραμένει πάνω από 84%.

64. Μόνο για αυτήν διαθέτει στοιχεία η ΕΣΥΕ. 65. Στατιστική επετερίς 1982, σ. 53. 66. 3.000 - 4.000 στην Κωνσταντινούπολη, γύρω στις 10.000 - 15.000 στην Αίγυπτο (το 1963 ήταν 27.500 και το 1967 17.000), σε διάφορες χώρες της Αφρικής: π.χ. Ζιμπάμπουε γύρω στις 45.000 (Ελευθεροτυπία 4/7/84), Αφρική 33.100 το 1972 (από τους οποίους 8.640 στην περίοδο 1955-1968), Ζαϊρ 7.000, Αιθιοπία 2.000 (1972, στο ίδιο), ενώ υπήρχαν επίσης 4.000 ομογενείς στο Λίβανο που εγκατέλειψαν τη χώρα όταν άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος. Στη Ν. Αμερική: Στη Βραζιλία υπήρχαν εγκατεστημένοι 25.000 το 1972 (από τους όποιους 5.000 μεταπολεμικά), στην Αργεντινή 23.000, στη Βενεζουέλα 4.000 και στην Ουραγουάη 2.000 (στο ίδιο). Σ' αυτές τις χώρες ένα μέρος αποτελείται από μετανάστες της μεταπολεμικής φάσης.

67. Υπολογίζεται ότι 50.000 Αιγυπτιώτες βρίσκονται εκτός Ελλάδος. Ανακοίνωση στο Α' Παγκόσμιο συνέδριο Αιγυπτιωτών Ελλήνων. 1922 Ιουλίου 1984. (Λεύκωμα Συνεδρίου σελ. 36).

68. Οι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα Κωνσταντινουπολίτες υπολογίζονται σε 60.000 ενώ οι Αιγυπτιώτες σε 100.000. 69. Σταύρου Δελβερούδη: «Η συμβολή του Συνδέσμου Αιγυπτιωτών Ελλήνων στην κατάκτηση του δικαιώματος της Κοινωνικής Ασφάλισης των Αιγυπτιωτών Ελλήνων και των άλλων ομογενών». Λεύκωμα, σελ. 36.

70. Τα στοιχεία που παραθέτουμε προέρχονται από ανακοινώσεις στην ημερίδα για το ειδικό πρόγραμμα έρευνας σε θέματα αποδημίας - παλιννόστησης που οργάνωσε το ΚΕΠΕ στις 10/7/84. υς κοινωνικούς αγώνες, ιδεολογία κλπ.), η ταξική θέση και η πολιτική τοποθέτηση των εμποροϋπάλληλων, θα αναπτυχθούν σε ξεχωριστό άρθρο σε προσεχές τεύχος του περιοδικού. 22. Οδηγός ICAP 1982, τράπεζες σ. 3. Το γεγονός της εθνικοποίησης του μεγαλύτερου μέρους των τραπεζών δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξομοιώνουμε τους τραπεζοϋπαλλήλους με τους δημόσιους υπάλληλους της κρατική? μηχανής (δημόσιοι και οι μεν και οι δε). Έχουν εντελώς διαφορετική θέση στις σχέσεις παραγωγής. Συνιστά άλλο πρόβλημα η «δημοσιοϋπαλληλική» ιδεολογία και πολιτική οργάνωση που έχουν αναπτύξει οι τραπεζοϋπάλληλοι στην Ελλάδα. 23. Baudelot..., σελ. 132. 24. Είναι α) το πρόβλημα της παραγωγικής / μηπαραγωγικής εργασίας στον ΚΤΠ, β) το πρόβλημα που θέτει η όξυνση της αντίθεσης διανοητικής / χειρωνακτικής εργασίας, στη σημερινή φάση του ΚΤΠ. Τα προβλήματα αυτά θα τεθούν σε ξεχωριστό άρθρο για τη μικροαστική τάξη τον οικονομικού μηχανισμού, (δηλαδή μεσαία και ανώτερα μισθωτά στελέχη βιομηχανικών επιχειρήσεων, τραπεζών, εμπορίου) τους managers (που ανήκουν στην αστική τάξη) καθώς και την ταξική θέση όλων των «υπαλλήλων γραφείου». 25. Αποτελέσματα απογραφής 1978 σελ. 122, 123 πίνακας 3. θα πρέπει να εντάξουμε σ' αυτήν την κατηγορία των μισθωτών, τοος μάγειρες, σερβιτόρους, λαντζέρηδες κλπ. που εργάζονται στα πλοία της εμπορικής ναυτιλίας. Κατά την ΕΣΥΕ, το 1978 ήταν 6.350 περίπου. (Στατιστική εμπορικής ναυτιλίας 1979, Αθήνα 1982, π. 2., σ. 34). Χωρίς τους μισθωτούς υπαλλήλους εστιατορίων που εργάζονται στα ξενοδοχεία υπάρχουν συνολικά 30.000 μισθωτοί στον κλάδο. 26. Α. Παπανδρόπουλου: «Φαστ Φουντ: νέα μορφή εστιατορίου» Οικονομικός Ταχυδρόμος 17.12.1981. 27. Στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετές μεγάλες επιχειρήσεις τέτοιου τύπου όπως η Φοίνιξ ΑΕ που απασχολεί 7085 μισθωτούς, η γνωστή αλυσίδα καθαριστηρίων REX με 65 μισθωτούς, η Λέμη πλυντήρια ΑΕ με 40, ενώ γνωστές εταιρείες καθαρισμού είναι: ISS ΑΕ (που αναλαμβάνει καθαρισμούς γραφείων, σχολείων, νοσοκομείων, δημοσίων κτιρίων κλπ.) με 120 μισθωτούς, η COWA HELLAS ΑΕ με 55 μισθωτούς κ.α. Πηγή οδηγός ICAP 1980. 68. Οι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα Κωνσταντινουπολίτες υπολογίζονται σε 60.000 ενώ οι Αιγυπτιώτες σε 100.000. 69. Σταύρου Δελβερούδη: «Η συμβολή του Συνδέσμου Αιγυπτιωτών Ελλήνων στην κατάκτηση του δικαιώματος της Κοινωνικής Ασφάλισης των Αιγυπτιωτών Ελλήνων και των άλλων ομογενών». Λεύκωμα, σελ. 36. 70. Τα στοιχεία που παραθέτουμε προέρχονται από ανακοινώσεις στην ημερίδα για το ειδικό πρόγραμμα έρευνας σε θέματα αποδημίας - παλιννόστησης που οργάνωσε το ΚΕΠΕ στις 10/7/84. 71. Κ. Κασιμάτη, σελ. 48.

72. Ο.π. σελ. 52. Επίσης Π. Νικητόπουλος: «Εκπαιδευτικά προβλήματα των ελληνόπουλων στη Δ Γερμανία» ΠοΛίτης, τ. 22, Νοέμβριος 1978. Βλ. επίσης Κούλας Κασιμάτη: «Η πολιτισμική ταυτότητα της δεύτερης γενιάς των Ελλήνων μεταναστών της Δ. Γερμανίας». Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών, τ. 48, 1983, σελ. 10.

73. Δ. Φράγκος, ό.π. σελ. 55. 74. Βασίλη Καραποστόλη, ό.π., σελ. 114. Η μελέτη που αναφέρεται είναι Τ. Collarou, L. Mousourou, The Return Home: Socioeconomic Aspects of Reintegration of Greek Migrant Workers returning from Germany, Athens, 1978.

75. Joanna Manganara: «Some social aspects of the return movement of Greek migrant workers from West Germany to rural Greece» Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών α τετραμήνου 1977. Σύμφωνα μ' αυτή άλλες σημαντικές χρήσεις των αποταμιεύσεων των μεταναστών είναι α) Να μεγαλώσουν, εκσυγχρονίσουν, να κτίσουν ή να αγοράσουν κατοικία μερικές φορές σε αστική περιοχή και πιο συχνά στον τόπο καταγωγής τους, β) να αγοράσουν γη, γ) να αγοράσουν αγροτικό εξοπλισμό, δ) να ανοίξουν μια μικρή επιχείρηση ή εμπορικό κατάστημα (μαγαζί, μπαρ, εστιατόριο), ε) να αγοράσουν αυτοκίνητο και μηχανές για ιδιωτική ή επαγγελματική χρήση, σελ. 68. Ο Ε. Καβουριάρης γράφει: «Οι Έλληνες αποδέχονται τις υπερωρίες ακόμα και τις διπλές βάρδιες προσπαθώντας να μαζέψουν στο συντομότερο δυνατό διάστημα ένα ποσό χρημάτων νια την αγορά στην Ελλάδα ενός σπιτιού, ενός κτήματος, μιας γεωργικής μηχανής κλπ.» (ό.π. σελ. 55). 76. Ι. Μαγκανάρα ό.π. Επίσης ΚΟΜΕΠ 78/1980 ό.π. «Μερικοί απ' αυτούς (ενν. μετανάστες που παλιννοστούν, Γ.Μ.) έχουν συγκεντρώσει ένα κάποιο χρηματικό ποσό, με το οποίο ανοίγουν μικρές επιχειρήσεις, συνήθως όχι μακρόχρονα βιώσιμες» σελ. 125.

77. Σύμφωνα με την απογραφή του 1978 (π. 3) υπήρχαν συνολικά περίπου 50.000 εστιατόρια κάθε είδους (ταβέρνες, κέντρα διασκεδάσεως, ψησταριές περίπου 9.700 / μπαρ, καφέ ουζερί - περίπου 6.000 / καφενεία - περίπου 25.600 / ζαχαροπλαστεία - 1.150 κλπ.). Δεδομένου α) ότι ο αριθμός είναι και διογκωμένος λόγω εποχιακής τουριστικής κίνησης (Σεπτέμβρης), β) των όσων είπαμε για την διείσδυση του καπιταλισμού στα εστιατόρια, δεν διαφαίνεται κάποια «προβληματική διόγκωση». Στις μεταφορές αναφέρονται 5.000 επιχειρηματίες (04), ενώ τα ταξί που υπάρχουν στην Ελλάδα σήμερα είναι γύρω στις 20.000.

78. «Ο σχετικός υπερπληθυσμός σε στάσιμη μορφή αποτελεί κατά τον Μαρξ «τμήμα του εν ενεργεία εργατικού στρατού με τελείως ασταθή απασχόληση». Η κατηγορία αυτή προσφέρει στο κεφάλαιο μια ανεξάντλητη παρακαταθήκη διαθέσιμης εργατικής δύναμης» Ε. Καβουριάρης, σελ. 48. Βλ. επίσης Κ. Busch: «Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε κρίση» Θέσεις τ. 8. 79. Βλέπε για το θέμα αυτό Γ. Μηλιού «Νέοι μύθοι για την ελληνική υπανάπτυξη» Σχολιαστής τ. 18. 80. Klaus Busch: «H Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε κρίση» Θέσεις 8.
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή