Για τον ταξικό προσδιορισμό της εργατικής και της νέας μικροαστικής τάξης: Μια απάντηση Εκτύπωση
Τεύχος 105, περίοδος Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2008


ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΞΙΚΟ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ: ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
των Γιάννη Μηλιού και Γιώργου Οικονομάκη

Στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ 2008, τεύχος 1: 115-139) δημοσιεύτηκε άρθρο του Μάκη Παπαδόπουλου (ΜΠ για τη συνέχεια), υπεύθυνου του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ, με τίτλο «Η Κοινωνική Ρίζα του Οπορτουνισμού: “Εργατική Αριστοκρατία”, Διάσπαση της Ενότητας της Εργατικής Τάξης». Στο άρθρο αυτό ο συγγραφέας, πέραν άλλων, υποβάλλει σε κριτική θεωρητικές θέσεις που διατυπώσαμε στο Γιάννης Μηλιός και Γιώργος Οικονομάκης, «Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση. (Μια κριτική προσέγγιση στη θεωρία των κοινωνικών τάξεων του Νίκου Πουλαντζά)», Θέσεις, τ. 99, Απρίλιος - Ιούνιος 2007: 19-55. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε μια συνολική αποτίμηση των θέσεων που αναπτύσσει ο ΜΠ, νομίζουμε ότι μια κριτική ανταπάντηση στα βασικά σημεία της κριτικής που μας ασκείται θα ήταν χρήσιμη στο μέτρο που βοηθάει στην παραπέρα τεκμηρίωση και διασαφήνιση της προβληματικής που έχουμε εκθέσει.
1. Τα βασικά σημεία της κριτικής του ΜΠ
Τα σημεία κριτικής του ΜΠ είναι τέσσερα, και όλα συνδέονται με το θεωρητικό ερώτημα του προσδιορισμού των κοινωνικών τάξεων. Συγκεκριμένα:
  1. Ο συγγραφέας ξεκινάει παραπέμποντας στη θέση «της λεγόμενης αλτουσεριανής σχολής», ότι «“ένας πλήρης προσδιορισμός των τάξεων πρέπει να διενεργηθεί σε όρους οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων”» (Μ. Παπαδόπουλος, όπ.π.: 134-135) και στην επόμενη παράγραφο συνεχίζει, γράφοντας:
  2. «Το συγκεκριμένο ρεύμα [«αλτουσεριανή σχολή»] αμφισβητεί συνολικά τα λενινιστικά κριτήρια προσδιορισμού των τάξεων. Εξετάζει λαθεμένα τον προσδιορισμό της ταξικής θέσης σε συνάρτηση και με το επίπεδο της ταξικής συνείδησης. Διαιρεί τις σχέσεις παραγωγής σε σχέσεις κυριότητας, κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής, συσκοτίζοντας τη στρατηγική σημασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (π.χ. ένας μεγαλομέτοχος μονοπωλιακού ομίλου που δε μετέχει ενεργά στη διοίκηση της επιχείρησης, θεωρείται ότι δεν έχει “σχέση κατοχής”, αλλά μόνο τυπική-νομική σχέση κυριότητας με την καπιταλιστική επιχείρηση)» (στο ίδιο: 135).
  3. Ο ΜΠ ασκεί κριτική και απορρίπτει (από ορθή οπτική, σύμφωνα τουλάχιστον και με τη δική μας ανάγνωση στις σχετικές μαρξικές αναλύσεις) την προσέγγιση του Πουλαντζά στη μαρξική έννοια της παραγωγικής εργασίας και συνεχίζει: «Οι Γ. Μηλιός - Γ. Οικονομάκης (…) επιχειρούν να αναδιατυπώσουν τη θέση Πουλαντζά [Σημ.: εννοεί την αντίληψη του Πουλαντζά πάνω στην έννοια της παραγωγικής εργασίας υπό καπιταλιστικές συνθήκες και τη χρήση τής, κατά την αντίληψη Πουλαντζά, παραγωγικής εργασίας ως κριτήριο ταξικού προσδιορισμού της εργατικής τάξης] και προτείνουν μια νέα κατηγοριοποίηση (μεσαία αστική τάξη, παραδοσιακή μικροαστική τάξη, νέα μικροαστική τάξη, κ.λπ.), διατηρώντας ουσιαστικά την ίδια λαθεμένη μεθοδολογία. (…) Θα σταθούμε μόνο στον ασαφή ορισμό τους για τη νέα μικροαστική τάξη, στην οποία περιλαμβάνουν τμήματα της εργατικής τάξης με κριτήριο ότι βρίσκονται σε απόσταση από την άμεση χειρωνακτική εργασία και υλοποιούν μορφές διοίκησης - επιτήρησης της εργασίας. Σε αυτούς περιλαμβάνουν επαγγελματικές δραστηριότητες στο σύνολό τους, όπως οι τεχνικοί, μηχανικοί κ.λπ.» Κατά τον ΜΠ «Αν ακολουθήσει κανείς με συνέπεια το συγκεκριμένο κριτήριο μπορεί να περιορίσει την εργατική τάξη στους χειρώνακτες εργάτες της παραγωγής» (στο ίδιο: 135-136).
  4. Ο ΜΠ επισημαίνει «ότι από μόνη της η διάκριση της εργασίας σε πνευματική και χειρωνακτική δεν μπορεί να οδηγήσει σε σαφή ταξικό διαχωρισμό», καθώς «απαιτείται η εφαρμογή των λενινιστικών κριτηρίων στο σύνολό τους» και καταλήγει επισημαίνοντάς μας ότι: «Είναι τουλάχιστον άστοχη και ανιστόρητη η θεώρηση των μηχανικών σαν ενιαίας ταξικής κατηγορίας» (στο ίδιο: 138).

2. Οικονομικός και μη οικονομικός προσδιορισμός των κοινωνικών τάξεων
Ας ξεκινήσουμε και εμείς από την «αλτουσεριανή θέση» της πολλαπλότητας των παραγόντων ταξικού προσδιορισμού. Ο ΜΠ δεν πρόσεξε υπό ποια βασική προϋπόθεση έχουμε αποδεχτεί τη θέση της πολλαπλότητας των παραγόντων ταξικού προσδιορισμού. Την έχουμε αποδεχτεί υπό τη βασική προϋπόθεση ότι ο προσδιορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο δεν έρχεται σε αντίθεση με τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο. Συγκεκριμένα γράφουμε: «Δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο σε αντίθεση προς τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο» (Γ. Μηλιός – Γ. Οικονομάκης, όπ.π.: 42 – η έμφαση στο πρωτότυπο). Και στη βάση αυτής ακριβώς της θέσης ασκούμε κριτική στην έννοια (και εφαρμογή) των «κατάλληλων αποτελεσμάτων» που εισηγείται ο Πουλαντζάς. Στην ίδια μάλιστα σελίδα του κειμένου μας παραθέτουμε σε υποσημείωση σχετικό απόσπασμα της Harnecker, στο οποίο, όπως σημειώνουμε, «ορθώς υποστηρίζει ότι: “Είναι άλλο πράγμα να μιλάμε για τις κοινωνικές τάξεις (…) – [ως] βασικά αποτελέσματα των σχέσεων παραγωγής – και άλλο να μιλάμε για τα αποτελέσματα που μπορούν να παράγουν οι τάξεις στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας: ιδεολογικά, πολιτικά ή οικονομικά αποτελέσματα”». Φτάνουμε έτσι εδώ και στο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην ταξική θέση και την ταξική τοποθέτηση. Η θέση που υποστηρίξαμε είναι ξεκάθαρη: οι «δυνητικές ταξικές τοποθετήσεις» «αναδύονται από και ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες των δομικών ταξικών χαρακτηριστικών» των κοινωνικών τάξεων, δηλαδή στην ταξική τους θέση (βλ. στο ίδιο: 45-51). Υπό αυτήν την προϋπόθεση, η μια διάσταση του πολιτικού και ιδεολογικού προσδιορισμού των κοινωνικών τάξεων αφορά στη δυνητική πολιτική και ιδεολογική τους τοποθέτηση (στάση) σε ανταπόκριση προς την ταξική τους θέση – μέσα στην ταξική συγκυρία ενός ιστορικού κοινωνικού σχηματισμό. Μόνο εντός ενός τέτοιου θεωρητικού πλαισίου, άλλωστε, και οι αναφορές του ΜΠ (και του ΚΚΕ) στο «ρόλο και την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης», στον «αντικειμενικά πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης» κ.λπ., παύουν να είναι «“μεσσιανικός ιστορικισμός”» (ΜΠ, όπ.π.: 139) ή ιδεαλιστικός μεσσιανισμός. Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη διάσταση του πολιτικού και ιδεολογικού προσδιορισμού. Και αυτή αφορά σε εκείνες τις κοινωνικές κατηγορίες που δεν μπορούν να οριστούν στο οικονομικό επίπεδο, δηλαδή στο επίπεδο των σχέσεων παραγωγής ενός τρόπου παραγωγής. Στην ειδική αυτή περίπτωση η προσφυγή στους πολιτικούς και ιδεολογικούς παράγοντες καθίσταται αναγκαία για τον ταξικό προσδιορισμό. Εδώ, ως υποπερίπτωση, βρίσκεται και το ερώτημα του ταξικού προσδιορισμού των μισθωτών εργαζομένων που «στελεχώνουν τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, και έτσι εξασκούν εξουσία στο όνομα του καπιταλιστικού συστήματος κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής του» (Γ. Μηλιός – Γ. Οικονομάκης, όπ.π.: 32). Δηλαδή του τμήματος εκείνου της νέας μικροαστικής τάξης που συγκροτείται εκτός του οικονομικού επιπέδου, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) – στο θεσμικό εποικοδόμημα – με το άλλο τμήμα να αποτελείται από τα μισθωτά στελέχη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Γιατί όμως τμήμα της νέας μικροαστικής τάξης; Ή, με άλλη διατύπωση, «γιατί διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και παράγοντες ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, παρά το γεγονός ότι αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους στην καπιταλιστική διαίρεση της εργασίας (καπιταλιστική παραγωγή έναντι κρατικών μηχανισμών); Η απάντηση είναι διότι ασκούν ίδιου τύπου κοινωνικές λειτουργίες εντός της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, καίτοι σε διαφορετικά κοινωνικά επίπεδα». Ανήκουν στην ίδια τάξη «ακριβώς εξαιτίας της θέσης τους στο πλέγμα των λειτουργιών που εμπλέκονται στην άσκηση της καπιταλιστικής (οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής) εξουσίας» (Μηλιός-Οικονομάκης, στο ίδιο: 32 – η έμφαση στο πρωτότυπο). Η χρήση επομένως των πολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων είναι αναγκαία για τον ταξικό προσδιορισμό των μισθωτών στελεχών των μηχανισμών του καπιταλιστικού κράτους (για την ένταξή τους στην ίδια τάξη – τη νέα μικροαστική – με τα μισθωτά στελέχη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής), και ταυτόχρονα δεν βρίσκεται σε αντίθεση με το οικονομικό κριτήριο. Τα «στοιχεία» αυτά, της νέας μικροαστικής τάξης, δεν ανήκουν στην εργατική τάξη, εφόσον (είτε στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής είτε στο καπιταλιστικό θεσμικό εποικοδόμημα) στελεχώνουν μηχανισμούς και διαδικασίες «άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας» (το ζήτημα αυτό θα μας απασχολήσει βεβαίως και στη συνέχεια) και «δεν είναι τμήμα της καπιταλιστικής τάξης, εφόσον δεν είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (καπιταλιστές)» (στο ίδιο: 32 – η έμφαση στο πρωτότυπο). Το ίδιο θεωρητικό ερώτημα ταξικού προσδιορισμού (ταξικής ένταξης) προκύπτει και για εκείνους τους μισθωτούς εργαζομένους που ανήκουν στις κατώτερες βαθμίδες «κρατικών υπαλλήλων (π.χ. τεχνίτες ή καθαριστές-καθαρίστριες που απασχολούνται ως μόνιμο προσωπικό στις δημόσιες υπηρεσίες, τους ΟΤΑ κ.λπ.), καθώς και των κατώτερων βαθμίδων των μισθωτών που απασχολούνται σε προσωπικές υπηρεσίες (κηπουροί, υπηρέτες-υπηρέτριες, φύλακες, κ.λπ.)». Και αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες δεν μπορούν να οριστούν στο οικονομικό επίπεδο, δηλαδή στο επίπεδο των σχέσεων παραγωγής ενός τρόπου παραγωγής. Η «επίκληση» και ορθή χρήση των «πολιτικο-ιδεολογικών κριτηρίων» δίνει πιθανόν μια απάντηση επί του ταξικού προσδιορισμού ή της ταξικής ένταξης (βλ. στο ίδιο: 33).1 Ωστόσο στη διερεύνηση αυτού του ζητήματος δεν είχαμε υπεισέλθει στο συζητούμενο άρθρο μας, και δεν θα υπεισέλθουμε ούτε εδώ.
3. Οι σχέσεις παραγωγής και τα «λενινιστικά κριτήρια» ταξικού προσδιορισμού: Μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα της διάκρισης εργατικής και νέας μικροαστικής τάξης
Έχουμε υποστηρίξει τη «θέση ότι ο ιδιαίτερος συνδυασμός των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης συνιστά τη “μήτρα” ενός τρόπου παραγωγής». Από τη θέση αυτή «προκύπτει ότι οι (διαφορετικές) κοινωνικές τάξεις σχηματίζονται εντός των (διαφορετικών) τρόπων παραγωγής ως αποτέλεσμα της “μήτρας” τους και “φορείς” αυτών των σχέσεων» (στο ίδιο: 22-23). Μια τέτοια οπτική ακολουθεί τη «Μαρξική ανάλυση, σύμφωνα με την οποία τα μέλη των κοινωνικών τάξεων δεν είναι παρά “απλώς ενσαρκώσεις προσωποποιήσεις (…) καθορισμένοι κοινωνικοί χαρακτήρες, που εγχαράσσει στα άτομα το κοινωνικό προτσές παραγωγής, είναι τα προϊόντα αυτών των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής” – και ως τέτοιοι είναι οι “κύριοι παράγοντες” ενός τρόπου παραγωγής» (στο ίδιο: 23). Έτσι ορίσαμε «τις κοινωνικές τάξεις που συγκροτούνται εντός ενός τρόπου παραγωγής ως “φορείς” των σχέσεων που συνθέτουν τη “μήτρα” του, θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις αυτού του τρόπου παραγωγής» και συνεπώς ορίσαμε «ως μη-θεμελιώδεις ή ίσως ορθότερα ως ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις εκείνες τις κοινωνικές ομάδες ενός τρόπου παραγωγής (εάν υπάρχουν) που δεν είναι “φορείς” συνθετουσών σχέσεων, δηλαδή τις τάξεις που δεν ενσαρκώνουν επαρκώς ένα διακριτό ή “καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα” στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής» (στο ίδιο: 23 – η έμφαση στο πρωτότυπο). Βρίσκονται αυτά τα κριτήρια ταξικού προσδιορισμού σε αντίθεση με τα «λενινιστικά κριτήρια»; Νομίζουμε όχι, και ας δούμε το γιατί. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον ταξικό προσδιορισμό στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου (και σχέσεων) παραγωγής – σε μια πιο απλουστευμένη μορφή για τη διευκόλυνση της συζήτησής μας στο σημείο αυτό. Πιο πριν ας επαναλάβουμε εν συντομία το βασικό περιεχόμενο των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής, που έχουμε δώσει: «Η χρήση των μέσων παραγωγής ορίζεται ως η αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της εργασίας, όπου λειτουργία της εργασίας σημαίνει συμμετοχή – ενός ατόμου ή ενός συλλογικού παράγοντα – στη διαδικασία της εργασίας με σκοπό την παραγωγή αξιών χρήσης (…). Η κυριότητα ως οικονομική σχέση συνίσταται στην εξουσία επί των μέσων, των αντικειμένων και των αποτελεσμάτων της παραγωγικής διαδικασίας. Σε διάκριση από την τυπική-νομική κυριότητα, η κυριότητα ως (πραγματική) οικονομική σχέση προϋποθέτει την κατοχή των μέσων παραγωγής, δηλαδή τη διοίκηση (διεύθυνση) της παραγωγικής διαδικασίας, τη δυνατότητα να τίθενται τα μέσα παραγωγής σε λειτουργία και την οικειοποίηση αποτελεσμάτων εκ της χρήσης των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια η κυριότητα ως οικονομική σχέση υφίσταται σε σχέση ομολογίας (σύμπτωσης-αντιστοιχίας) με τη σχέση κατοχής (διοίκησης). Σε περίπτωση μη-ομολογίας (μη-σύμπτωσης και μη-αντιστοιχίας), η κυριότητα δεν είναι μια οικονομική αλλά είναι (ή μπορεί να είναι) μια εντελώς τυπική ή νομική σχέση» (στο ίδιο: 22). Σύμφωνα με το θεωρητικό σχήμα που εκθέσαμε (αναλυτικότερα στο ίδιο: 25-32) έχουμε λοιπόν τα εξής:
  • Σύμπτωση κυριότητας και κατοχής των μέσων παραγωγής (= πραγματική ή οικονομική κυριότητα) στην αστική τάξη – σε συνθήκες «διπλής ελευθερίας» των άμεσων παραγωγών (απαλλοτρίωση συν ατομική ελευθερία) και πλήρους απαλλαγής του πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από την ανάγκη της άμεσης εργασίας (αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ).2 Η αστική τάξη αποτελεί έτσι το ιστορικό αποτέλεσμα της σύμπτωσης κυριότητας και κατοχής και ταυτόχρονα τον ταξικό φορέα αυτής της σύμπτωσης – σε συνθήκες «διπλής ελευθερίας» των άμεσων παραγωγών και πλήρους απαλλαγής του φορέα πραγματικής κυριότητας από τη χρήση των μέσων παραγωγής. Υπό αυτήν την έννοια το «κεφάλαιο» ως κοινωνική σχέση ενσαρκώνει τη σύμπτωση της λειτουργίας της κατοχής και της κυριότητας των μέσων παραγωγής υπό την αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ.
  • Η εργατική τάξη αποτελεί το ιστορικό αποτέλεσμα της απαλλοτρίωσης των άμεσων παραγωγών από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης (και της ταυτόχρονης απελευθέρωσής τους από εξωοικονομικούς καταναγκασμούς και δεσμεύσεις). Ως εκ τούτου, ως πωλητές μόνο της εργασιακής τους δύναμης, οι εργάτες-άμεσοι παραγωγοί συγκροτούν εκείνο το μέρος του «συλλογικού εργάτη» που αποτελεί τον φορέα της χρήσης των μέσων παραγωγής εντός της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής· όπου η σχέση χρήσης εντός της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής νοείται ως αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της εργασίας.
  • Η αστική τάξη και η εργατική τάξη ως φορείς των σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής αποτελούν συνεπώς τις θεμελιώδεις τάξεις του ΚΤΠ, δηλαδή τις τάξεις που ενσαρκώνουν ένα διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του (καπιταλιστικού) τρόπου παραγωγής. Ο κεφαλαιοκράτης αποτελεί ενσάρκωση και προσωποποίηση του κεφαλαίου (πραγματική κυριότητα σε συνθήκες «διπλής ελευθερίας» των άμεσων παραγωγών και πλήρους απαλλαγής του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από την άμεση εκτέλεση εργασίας εντός της παραγωγικής διαδικασίας) και ο μισθωτός εργάτης ενσάρκωση και προσωποποίηση της μισθωτής εργασίας (χρήση των μέσων παραγωγής ως αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της εργασίας εντός της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής). (Βλ. σχετικά και Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1978: 1080).
  • Η νέα μικροαστική τάξη εντός της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής αποτελεί την τάξη που «γεφυρώνει» την ειδικά καπιταλιστική απόσταση (διάσταση ή απόσπαση ή απο-στοίχιση) της πραγματικής κυριότητας των μέσων παραγωγής από τη χρήση των μέσων παραγωγής. Υπό ποια έννοια «γεφυρώνει»; Υπό την έννοια ότι αποτελεί τον εντολοδόχο της πραγματικής κυριότητας (κεφάλαιο), τον ιμάντα μεταβίβασης της βούλησής της μέσα στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής, ή άλλως το φορέα διοίκησης-επιτήρησης της άμεσης διαδικασίας παραγωγής στο όνομα της εξουσίας της πραγματικής κυριότητας. Η νέα μικροαστική τάξη αποτελεί επομένως εκείνο το τμήμα του «συλλογικού εργάτη» που συγκροτείται απ’ όλους αυτούς τους «αξιωματικούς» και «υπαξιωματικούς» της παραγωγής, για τους οποίους «η δουλειά της επιστασίας εδραιώνεται σαν η αποκλειστική τους λειτουργία», όπως μας λέει ο Μαρξ.3 Αυτή ακριβώς η λειτουργία προκύπτει ως το αποτέλεσμα της πλήρους απο-στοίχισης του φορέα της πραγματικής κυριότητας από τη χρήση των μέσων παραγωγής (αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ). Οι μισθωτοί εργαζόμενοι που ανήκουν σε αυτήν την ειδική κατηγορία της μισθωτής εργασίας δεν εκτελούν επομένως αποκλειστικά τη λειτουργία της εργασίας αλλά εξασκούν επίσης εξουσίες του κεφαλαίου, και άρα δεν αποτελούν φορέα της σχέσης χρήσης και δεν ανήκουν στο φορέα της χρήσης (εργατική τάξη). Ταυτόχρονα, όπως σημειώσαμε και πιο πριν, δεν είναι τμήμα της καπιταλιστικής τάξης, εφόσον δεν είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής – και ως μέρος του συλλογικού εργάτη είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι, δηλαδή εργαζόμενοι άμεσα εκμεταλλευόμενοι από το κεφάλαιο. Καθώς δεν αποτελεί ούτε φορέα της πραγματικής κυριότητας ούτε φορέα της χρήσης των μέσων παραγωγής, η νέα μικροαστική τάξη, που συγκροτείται εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αποτελεί την ενδιάμεση κοινωνική τάξη του τρόπου αυτού παραγωγής.

Ας περάσουμε τώρα στον ορισμό των κοινωνικών τάξεων του Λένιν: «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους»,
  • πρώτο κριτήριο: «από τη θέση που κατέχουν μέσα σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής»·
  • δεύτερο κριτήριο: «από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής»·
  • τρίτο κριτήριο: «από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς»,
  • τέταρτο κριτήριο: «από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας».
  • Επομένως: «Οι τάξεις είναι τέτοιες ομάδες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης, χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ’ ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας» (Β. Ι., Λένιν, χ.χ.έ., «Η Μεγάλη Πρωτοβουλία», Διαλεχτά Έργα, Τόμος Β ΙΙ: Κ.Ε. Κ.Κ.Ε.: 208).
Το τέταρτο κριτήριο δεν θα μας απασχολήσει καθόσον αποτελεί συνέπεια των τριών πρώτων. Ας περάσουμε λοιπόν στα τρία πρώτα κριτήρια, έχοντας ως πεδίο αναφοράς τον ΚΤΠ. Το πρώτο κριτήριο ανάγεται στη διάκριση ανάμεσα σε αμειβόμενους από μεταβλητό κεφάλαιο (μισθωτοί επιχειρηματικού τομέα) και μη αμειβόμενους από μεταβλητό κεφάλαιο. Το δεύτερο κριτήριο ανάγεται στη διάκριση μεταξύ πραγματικής κυριότητας και μη κυριότητας των μέσων παραγωγής (ιδιοκτήτες έναντι μη-ιδιοκτητών – από οικονομική άποψη). Τέλος το τρίτο κριτήριο μπορεί να αναχθεί στον αστικό καταμερισμό εργασίας, στη διάκριση των λειτουργιών πραγματικής κυριότητας και χρήσης των μέσων παραγωγής. Τα δυο πρώτα κριτήρια μας δίνουν τη γενική διάκριση ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους (μη-μισθωτοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έναντι μισθωτών μη-ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής) και από αυτήν την άποψη θα μπορούσαν να ενοποιηθούν. Ωστόσο δεν μας συγκεκριμενοποιούν ότι αυτή η διάκριση αναφέρεται ειδικά στον ΚΤΠ (δηλαδή ότι η σχέση εκμετάλλευσης είναι καπιταλιστική) εφόσον δε μας λένε τίποτα για τη χρήση των μέσων παραγωγής, δηλαδή για το αν ο μη-μισθωτός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής μετέχει ή μη της χρήσης των μέσων παραγωγής (αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ). Χρειάζεται επομένως το τρίτο κριτήριο («ρόλος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας») τόσο για τη συγκεκριμενοποίηση των μη-μισθωτών ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής ως καπιταλιστών (δηλαδή για τον προσδιορισμό της σχέσης εκμετάλλευσης ως καπιταλιστικής) όσο και για τη διάκριση ανάμεσα στην εργατική τάξη και τη νέα μικροαστική τάξη. Πιο συγκεκριμένα:
  • Ο ειδικός – ιδιαίτερος ιστορικά – ρόλος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας της τάξης των καπιταλιστών αναφέρεται στην πραγματική κυριότητα υπό την αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ. «Το προτσές εργασίας υπάγεται στο κεφάλαιο (είναι το δικό του προτσές) και ο καπιταλιστής εμφανίζεται στο προτσές σαν διευθυντής, καθοδηγητής· γι’ αυτόν είναι συγχρόνως άμεσο προτσές εκμετάλλευσης ξένης εργασίας» (Κ. Μαρξ, Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, εκδ. Α/συνέχεια, χ.χ.έ.: 122). Το εισόδημα του καπιταλιστή (δηλαδή το κέρδος) εξαρτάται έτσι από τον όγκο τού προκαταβεβλημένου συνολικού κεφαλαίου και όχι από την εργασία του ως κεφαλαιοκράτη και επομένως η εργασιακή διαδικασία είναι αποκλειστικά υπό την άμεση εκμετάλλευση ταξικών παραγόντων άλλων από εκείνους που συμμετέχουν σε αυτήν (Κ. Μαρξ όπ.π.: 101-102, 105, 123-124).
  • Ο ειδικός ρόλος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας της εργατικής τάξης αναφέρεται, υπό τους όρους της αναγκαίας συνθήκης για τον ΚΤΠ, στην άμεση και μόνο εκτέλεση εργασίας ελεύθερων ατομικών υποκειμένων, υπό την εξουσία (διοίκηση και επιτήρηση) άλλων.
  • Ο ειδικός ρόλος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας της νέας μικροαστικής τάξης προκύπτει ευθέως από την αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ και αναφέρεται στην υλοποίηση της διοίκησης-επιτήρησης της τάξης των εργατών στο όνομα και για λογαριασμό του κεφαλαίου.

Επομένως τα λενινιστικά κριτήρια δεν βρίσκονται σε αντίφαση με τα κριτήρια ταξικού προσδιορισμού της ανάλυσής μας, αντίθετα τα κριτήρια ταξικού προσδιορισμού που χρησιμοποιούμε αξιοποιούν και συγκεκριμενοποιούν τα λενινιστικά – γενικά στο περιεχόμενό τους – κριτήρια, και επιπλέον με μια τέτοια αξιοποίηση και των λενινιστικών κριτηρίων είναι εφικτός ο ταξικός διαχωρισμός εργατικής και νέας μικροαστικής τάξης. Και με τα λενινιστικά λοιπόν κριτήρια δεν δικαιώνεται ο ΜΠ στην κριτική που μας ασκεί αναφορικά με την αφαίρεση από την εργατική τάξη εκείνων των τμημάτων των μισθωτών εργαζομένων που «υλοποιούν μορφές διοίκησης - επιτήρησης της εργασίας». Αυτούς που αφαιρούμε από την εργατική τάξη είναι οι κατά Μαρξ «αξιωματικοί» και «υπαξιωματικοί» της παραγωγής που επιτηρούν τους εργάτες στο όνομα του κεφαλαίου. Αγνοεί ο ΜΠ (και το ΚΚΕ) τη σχετική μαρξική ανάλυση; Δεν είμαστε σίγουροι. Δεν πιστεύουμε, δηλαδή, ότι κυρίως από άγνοια μας ασκείται κριτική όταν υποστηρίζουμε ότι οι εντολοδόχοι του κεφαλαίου δεν έχουν κοινή ταξική θέση με όσους υπόκεινται σε όλο το πλέγμα των εξουσιών του κεφαλαίου· ότι οι ταξικοί επιτηρητές δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη με τους ταξικά επιτηρούμενους. Είναι η κρατικοκαπιταλιστική ταξική φυσιογνωμία του ΚΚΕ που επιβάλλει την αναγκαιότητα εμφάνισης (τμημάτων) της νέας μικροαστικής τάξης ως μέρος της εργατικής τάξης, έτσι που ο κρατικός καπιταλισμός να εμφανίζεται ως εργατική εξουσία. Είναι μάλιστα αρκετά ενδεικτικό ότι σε διάφορα σημεία του άρθρου του ο ΜΠ πασχίζει να «διασώσει» ως τμήμα της εργατικής τάξης τους ολίγον… εποπτεύοντες (βλ. σχετικά Μ. Παπαδόπουλος, όπ.π.: 123-124). Από την άποψη αυτή ο ΜΠ δικαιώνει πλήρως τη σχετική μας ανάλυση, περί της δυνητικής στρατηγικής ταξικής τοποθέτησης των νέων μικροαστών – όπως αυτή προκύπτει από την ταξική τους θέση. Γράφαμε, μεταξύ άλλων, λοιπόν χαρακτηριστικά: «Ανεξάρτητα από ατομικές ή συλλογικές “συνειδήσεις”, η τάση ελέγχου των επιχειρήσεων και των κρατικών μηχανισμών που απορρέει από την ταξική θέση της νέας μικροαστικής τάξης, δυνάμει εμπεριέχει την προοπτική “μετάβασης” προς ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού, κατά το πρότυπο αυτών που διαμορφώθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1945 ή σε χώρες του Τρίτου Κόσμου (…). »Στα καθεστώτα του κρατικού καπιταλισμού της Ανατολικής Ευρώπης μετά το 1945 (“υπαρκτός σοσιαλισμός”), η “αστική τάξη νέου τύπου” που κατείχε την πραγματική ιδιοκτησία (κυριότητα και κατοχή) των “δημόσιων” μέσων παραγωγής (και του παραγόμενου υπερπροϊόντος), προήλθε από το μετασχηματισμό-ανέλιξη στην εξουσία μερίδων της νέας μικροαστικής τάξης. Καίτοι στις περιπτώσεις αυτές η νέα μικροαστική τάξη (ή μάλλον ορισμένες ανώτερες μερίδες της) μετασχηματίζεται σε κρατική αστική τάξη εντούτοις η στρατηγική αυτού του δυνάμει μετασχηματισμού αποτελεί “κατάλληλο αποτέλεσμα”, που μπορεί να εντοπιστεί στην αυθόρμητη καθημερινή πρακτική μερίδων της νέας μικροαστικής τάξης» (Γ. Μηλιός - Γ. Οικονομάκης, όπ.π.: 49-50 – η έμφαση στο πρωτότυπο).
4. Χειρωνακτική εργασία, εργατική τάξη, νέα μικροαστική τάξη και μηχανικοί
Θα παραμείνουμε στο ζήτημα της διάκρισης εργατικής και νέας μικροαστικής τάξης για να εξετάσουμε κάπως πιο συγκεκριμένα ορισμένες άλλες όψεις της ασκούμενης κριτικής: τις αιτιάσεις ότι περιορίζουμε την εργατική τάξη στη χειρωνακτική εργασία, και συνακόλουθα ότι εξαιρούμε συλλήβδην τους μηχανικούς από την εργατική τάξη, θεωρώντας τους ως ενιαία ταξική κατηγορία. Όσον αφορά στα περί του περιορισμού της εργατικής τάξης στη χειρωνακτική εργασία η πρώτη μας παρατήρηση είναι ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι ο ΜΠ φαίνεται να συγχέει (ταυτίζοντας) την «αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της εργασίας» (σχέση χρήσης) με τη χειρωνακτική ειδικά εργασία. Και επειδή ακριβώς συγχέει (ταυτίζοντας) την έννοια της χρήσης με τη χειρωνακτική εργασία, μας καταλογίζει ότι περιορίζουμε την εργατική τάξη στη χειρωνακτική εργασία και επακόλουθα ότι εξαιρούμε ως σύνολο τους μηχανικούς από την εργατική τάξη, αντιμετωπίζοντάς τους μάλιστα ως ενιαία ταξική κατηγορία. Εντούτοις η έννοια της χρήσης («αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της εργασίας») δεν αναφέρεται σε ένα μονοδιάστατο προσδιορισμό (χειρωνακτική εργασία), αλλά ενσωματώνει στο σύνολό τους τούς καθορισμούς του αστικού ιεραρχικού καταμερισμού εργασίας που προσδιορίζουν την ταξική λειτουργία των «από κάτω». Με άλλη διατύπωση, η έννοια της χρήσης αναδεικνύει (και αναδεικνύεται μέσα απ’ αυτούς) ακριβώς τους διαχωρισμούς που θεμελιώνουν το ιεραρχικό «μοντέλο» των διαδικασιών εργασίας στον αστικό κοινωνικό καταμερισμό ενσωματώνοντας (ολικά και ταυτόχρονα) ως ειδικά καπιταλιστική «φύση» της τη μια πλευρά τους. Εκείνη που κάθε φορά αντιπροσωπεύει τις λειτουργίες της θεωρούμενης ή/και κατά κύριο λόγο χειρωνακτικής απέναντι στη θεωρούμενη ή/και κατά κύριο λόγο πνευματική εργασία, της πείρας απέναντι στην επιστήμη, της εκτέλεσης απέναντι στη διοίκηση. Υπό αυτήν την οπτική, και ακολουθώντας τις σχετικές αναλύσεις των Πουλαντζά, Pestieau, Γκράμσι και Μπαλιμπάρ, γράφαμε: «Ωστόσο, “είναι δυνατόν να γίνουν ορισμένοι διαφορισμοί μέσα στους μηχανικούς και τους τεχνικούς, ιδιαίτερα ανάλογα με το αν βρίσκονται σε κλάδους ή βιομηχανίες όπου διευθύνουν ή έχουν υπό τις εντολές τους χειρώνακτες εργάτες, ή σε κλάδους όπου αποτελούν οι ίδιοι το κύριο εργατικό δυναμικό και όπου, επομένως, δεν ασκούν διευθυντικά και εποπτικά καθήκοντα πάνω σε άλλους εργαζόμενους” (…). Στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορούν να αποτελέσουν τον ταξικό “φορέα” της σχέσης χρήσης, και επομένως μπορεί να εμφανιστεί μια διαδικασία “προλεταριοποίησης των διανοητικών εργασιών”». Και επισημαίναμε εμφαντικά: «Σημειώνουμε ακόμη στο σημείο αυτό ότι οι διακρίσεις μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και επιστήμης και εμπειρίας πρέπει να γίνονται κατανοητές μόνο μέσω της αντιθετικότητάς τους και της ιστορικότητάς τους» (στο ίδιο: 31-32). Επομένως ούτε ταύτιση της χειρωνακτικής εργασίας με την εργατική τάξη προτείναμε, ούτε αντιμετωπίσαμε τους μηχανικούς ως ενιαία ταξική κατηγορία, ούτε καν τους εξαιρέσαμε συλλήβδην από την εργατική τάξη, όπως υποστηρίζει ο ΜΠ. Αντιθέτως, απορρίπτοντας την απόλυτη και α-ιστορική πρόσληψη των εννοιών πνευματική-χειρωνακτική εργασία και δίνοντας έμφαση στην κατανόησή τους μέσα από την αντιθετικότητα και ιστορικότητά τους, επιχειρήσαμε να αναδείξουμε τη σημασία της ολότητας των προσδιορισμών που χαρακτηρίζουν τη σχέση χρήσης. Έτσι τονίσαμε ότι πράγματι οι μηχανικοί μπορούν να αποτελέσουν τον ταξικό φορέα της σχέσης χρήσης (εργατική τάξη) σε εκείνες τις διαδικασίες στις οποίες αποτελούν το κατεξοχήν εργατικό δυναμικό υπό τη διοίκηση-επιτήρηση άλλων. Σε εκείνες δηλαδή τις διαδικασίες όπου η επιστήμη στην εργασιακή της εφαρμογή δεν διαιρείται από την εκτέλεση-εμπειρία – παύοντας έτσι να λειτουργεί από ταξική άποψη ως «επιστήμη» στην ειδικά καπιταλιστική διαίρεση επιστήμης-εμπειρίας. Πρόκειται για διαδικασίες «χειρωνακτικοποίησης» της πνευματικής εργασίας, υπό την ταξική και όχι τεχνική έννοια του όρου, ή «προλεταριοποίησης των διανοητικών εργασιών». Στη νέα μικροαστική τάξη δεν ανήκουν, επομένως, οι μηχανικοί γενικά λόγω της «πνευματικής» τους μόρφωσης, αλλά εκείνοι οι μηχανικοί που ασκούν καθήκοντα διοίκησης-επιτήρησης στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής, τα οποία πηγάζουν (και αναπαράγονται) από την ειδικά καπιταλιστική διαίρεση επιστήμης-εμπειρίας. Γράφαμε λοιπόν σχετικά: «Σε αυτήν την τάξη [τη νέα μικροαστική] ανήκουν επίσης οι μηχανικοί και τεχνικοί (τεχνολόγοι), οι οποίοι στην πραγματικότητα εκτελούν ειδικές μορφές της διοίκησης-επιτήρησης της εργασίας, οι οποίες πηγάζουν από την ειδικά καπιταλιστική διαίρεση μεταξύ επιστήμης και εμπειρίας» (στο ίδιο: 31).
5. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας
Αφήσαμε για το τέλος το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ο ΜΠ μας καταλογίζει ότι συσκοτίζουμε «τη στρατηγική σημασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής» και υποστηρίζει ότι εξαιρούμε ένα μεγαλομέτοχο «μονοπωλιακού ομίλου» ο οποίος δεν μετέχει ενεργά στη διοίκηση από τη «σχέση κατοχής» θεωρώντας ότι έχει «μόνο τυπική-νομική σχέση κυριότητας με την καπιταλιστική επιχείρηση». Βέβαια στο συγκεκριμένο μας άρθρο δεν μας απασχόλησε το ερώτημα της σχέσης των μεγαλομετόχων με την κατοχή των μέσων παραγωγής, αλλά το ερώτημα της σχέσης των top managers με την κυριότητα των μέσων παραγωγής. Εντούτοις, και απ’ αυτήν την ανάλυση η απάντηση στο ερώτημα της ταξικής σχέσης των μεγαλομετόχων με τη σχέση κατοχής των μέσων παραγωγής βγαίνει αβίαστα. Ας δούμε πρώτα τι γράφαμε, ακολουθώντας τον Μαρξ και τον Πουλαντζά: «Ο σχηματισμός της πραγματικής καπιταλιστικής κυριότητας προϋποθέτει την πλήρη απαλλαγή του καπιταλιστή από την ανάγκη να δουλέψει ο ίδιος, αλλά δεν έχει ως προϋπόθεση ότι οι καπιταλιστές ως ατομικά υποκείμενα είναι ταυτοχρόνως οι νομικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Το ζήτημα (όπως είναι γνωστό) έχει να κάνει με το χωρισμό της (νομικής) ιδιοκτησίας από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Ο Μαρξ (…) είχε ήδη παρατηρήσει ότι κύριο χαρακτηριστικό των μεγάλων μετοχικών εταιριών είναι πως “έχουν την τάση (...) τη διευθυντική δουλειά σαν λειτουργία να τη χωρίζουν όλο και περισσότερο από την κατοχή του κεφαλαίου”, δηλαδή τη νομική του ιδιοκτησία. Και βεβαίως το θέμα έχει να κάνει με την ταξική θέση των top managers. Γράφει ο Πουλαντζάς (…) αναφορικά με τη Μαρξική ανάλυση: “Οι αναλύσεις του Μαρξ είναι ξεκάθαρες: ενώ οι διάφορες εξουσίες της κυριότητας και της κατοχής ανήκουν στη θέση του κεφαλαίου – είναι ‘λειτουργίες’ του κεφαλαίου – δεν ασκούνται απαραίτητα από τους ίδιους φορείς-ιδιοκτήτες – δεν είναι ‘λειτουργίες’ κεφαλαιούχων ιδιοκτητών”. Επομένως: “Οι ιθύνοντες φορείς που ασκούν άμεσα τις εξουσίες αυτές και που εκπληρώνουν τις ‘λειτουργίες του κεφαλαίου’, καταλαμβάνουν τη θέση του κεφαλαίου, και ανήκουν έτσι στην αστική τάξη, έστω κι αν δεν είναι κάτοχοι της τυπικής νομικής κυριότητας. Έτσι, οι μάνατζερς αποτελούν, οπωσδήποτε, συστατικό μέρος της αστικής τάξης» (στο ίδιο: 27-28 – η έμφαση στο πρωτότυπο). Η θέση λοιπόν που υποστηρίξαμε είναι ότι top managers και κεφαλαιούχοι (μεγαλομέτοχοι) καταλαμβάνουν από κοινού την αδιαίρετη «θέση του κεφαλαίου». Εφόσον οι κεφαλαιούχοι (μεγαλομέτοχοι) καταλαμβάνουν επίσης τη θέση του κεφαλαίου προφανώς μετέχουν και της σχέσης κατοχής (των εξουσιών της σχέσης κατοχής), καίτοι δεν την (τις) ασκούν οι ίδιοι άμεσα – ή δεν ασκούν οι ίδιοι ως φυσικά πρόσωπα άμεσα τις λειτουργίες της (εξουσίας της) σχέσης κατοχής. Αλλά ίσως το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι αυτό της σχέσης των μεγαλομετόχων με τη σχέση κατοχής. Το σημαντικότερο είναι η ιδιαίτερη έμφαση που δίνει ο ΜΠ στη σχέση ιδιοκτησίας (στη «στρατηγική σημασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής», όπως γράφει), έτσι που πραγματικά εξαφανίζει το συνολικό πλέγμα των σχέσεων παραγωγής, εντέλει ανάγοντάς τις (ή υπάγοντας τις) στο ερώτημα της ιδιοκτησίας. Και εδώ μπορεί κανείς να πει πολλά. Θα περιοριστούμε στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου σε δυο μόνο συνοπτικές παρατηρήσεις. α) Ας πάρουμε ως παράδειγμα την κυριότητα στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής (ΦΤΠ) σε σύγκριση με εκείνη στον ΚΤΠ. Ο ΜΠ μας καταλογίζει ότι διαιρώντας τις σχέσεις παραγωγής σε σχέσεις κυριότητας, κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής «συσκοτίζουμε» «τη στρατηγική σημασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής». Ας αφήσουμε έξω τη σχέση χρήσης των μέσων παραγωγής και ας διερωτηθούμε. Ποιο είναι το περιεχόμενο (και η εξ αυτού απορρέουσα «στρατηγική σημασία») της κυριότητας (ιδιοκτησίας) των μέσων παραγωγής υπό φεουδαρχικές συνθήκες; Είναι το ίδιο με εκείνο υπό καπιταλιστικές συνθήκες; Είναι πάντοτε με την ίδια έννοια (περιεχόμενο) «στρατηγική» η «σημασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής», ακόμα και αν υποθέταμε ότι είναι «στρατηγική» η «σημασία» της; Όχι ασφαλώς. Η μεν κυριότητα των μέσων παραγωγής υπό τον ΦΤΠ είναι μόνο τυπική, η δε κυριότητα των μέσων παραγωγής υπό τον ΚΤΠ είναι πραγματική ή οικονομική. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται εξωοικονομικός καταναγκασμός για την απόσπαση πλεονάσματος από τους άμεσους παραγωγούς στη δεύτερη ο καταναγκασμός είναι οικονομικός. Η μετάβαση από το ΦΤΠ στον ΚΤΠ δεν είναι παρά η μετάβαση από την τυπική στην πραγματική κυριότητα, από τον εξωοικονομικό στον οικονομικό καταναγκασμό. Τι έκρινε αυτήν τη μετάβαση ή πού βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά μεταξύ μόνο τυπικής και πραγματικής κυριότητας ή μεταξύ ΦΤΠ και ΚΤΠ; Τη μετάβαση έκρινε η σχέση κατοχής, ή, με άλλη διατύπωση, η σχέση κατοχής συγκροτεί την ειδοποιό διαφορά μεταξύ μόνο τυπικής και πραγματικής κυριότητας ή μεταξύ ΦΤΠ και ΚΤΠ. Η απώλεια της κατοχής των μέσων παραγωγής από τους άμεσους παραγωγούς προς όφελος των «μη-εργαζομένων» αποτελεί τον κρίσιμο κόμβο μετάβασης στην κοινωνία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης: το ουσιώδες περιεχόμενο της κατά Μαρξ «πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου» είναι ακριβώς η ταξική σύγκρουση πάνω στη σχέση κατοχής και η απώλειά της για τους άμεσους παραγωγούς. Η στρατηγική λοιπόν ταξική σχέση είναι η σχέση κατοχής των μέσων παραγωγής και όχι η ιδιοκτησία τους. Είναι η σχέση κατοχής (περιεχόμενο και φορέας που την ασκεί) που προσδίδει το ιδιάζον σε κάθε τρόπο παραγωγής περιεχόμενο της κυριότητας (ιδιοκτησίας). Η μη κατανόηση αυτής της θεωρητικής (και ιστορικής) έννοιας δείχνει μη κατανόηση της θεωρίας της ταξικής πάλης γενικά. Επομένως και της ταξικής πάλης για τον κομμουνισμό. Φτάνουμε έτσι στη δεύτερη παρατήρησή μας. β) Η αναγόρευση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής στη «στρατηγική» σχέση παραγωγής μάς γυρνάει ξανά στο ζήτημα της κρατικοκαπιταλιστικής ταξικής φυσιογνωμίας του ΚΚΕ, και της ταύτισής του ιστορικά με τον κρατικοκαπιταλιστικό «υπαρκτό σοσιαλισμό». Η εξομοίωση της κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (δηλαδή της πραγματικής ιδιοκτησίας – κυριότητας και κατοχής – των «δημόσιων» μέσων παραγωγής από την κρατική αστική τάξη) με τον σοσιαλισμό, προϋποθέτει (ή παράγει) με τη σειρά της ως θεωρητική δικαιολόγηση αυτή ακριβώς την υπαγωγή των σχέσεων παραγωγής στο «στρατηγικό» ερώτημα της νομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ο Ένγκελς εντούτοις τόνιζε: «Η ιδιοκτησία του κράτους στις παραγωγικές δυνάμεις δεν αποτελεί λύση της σύγκρουσης, ωστόσο κλείνει μέσα της το τυπικό μέσο, τον τρόπο για να πλησιάσουμε στη λύση». Και συνέχιζε: «Η λύση αυτή μπορεί να βρίσκεται μονάχα στην αναγνώριση στην πράξη της κοινωνικής φύσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, και ως εκ τούτου στην εναρμόνιση των τρόπων παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής με τον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων παραγωγής. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο όταν η κοινωνία πάρει ανοιχτά και δίχως περιστροφές στην κατοχή της τις παραγωγικές δυνάμεις» (F. Engels, Anti-Duhring, Herr Eugen Dührings Revolution in Science, Progress Publishers, 1947, Transcribed: Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε , August 1996, Part III, σχετικά και σε F. Engels, Socialism: Utopian and Scientific, Publisher: Progress Publishers, Part III. Online Version: Marx/Engels Internet Archive (marxists.org): http://www.marxists.org.4 Η κατοχή λοιπόν από την κοινωνία των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί τον στρατηγικό όρο για τη μετατροπή της τυπικής-νομικής κρατικής ιδιοκτησίας σε πραγματική κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, δηλαδή σε έμπρακτη αναγνώριση της κοινωνικής φύσης των παραγωγικών δυνάμεων (σοσιαλισμός). Έτσι, καίτοι η τυπική-νομική κρατική ιδιοκτησία αποτελεί μια προϋπόθεση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, το αν αυτή η κρατική ιδιοκτησία θα εμπεδωθεί ως προς το ουσιώδες περιεχόμενό της ως σοσιαλιστική (και όχι ως κρατικοκαπιταλιστική), το αν δηλαδή θα υπάρξει (ή όχι) στην πράξη αναγνώριση της κοινωνικής φύσης των παραγωγικών δυνάμεων, θα εξαρτηθεί από τη (στρατηγική) σχέση κατοχής: δηλαδή από τον πραγματικό (και όχι τυπικό) έλεγχο της παραγωγής και διανομής του προϊόντος της εργασίας από τους ίδιους τους παραγωγούς του. Αφήνουμε τον τελευταίο λόγο στον Σαρλ Μπεττελέμ: «Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί ν’ αναπτυχθεί παρά μονάχα χάρη στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Η κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων, υποχρεωτικά βασίζεται στη συλλογική διαδικασία που αποσκοπεί στον έλεγχο της φύσης των παραγωγικών δυνάμεων από το σύνολο της κοινωνίας. (…) Ο Ένγκελς είχε υπογραμμίσει αυτό το γεγονός όταν έλεγε πως η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν είναι παρά ένα τυπικό μέσον για τη λύση της αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και τον ιδιωτικό χαρακτήρα της οικειοποίησης. Η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, κι όταν ακόμη το Κράτος είναι Κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, δεν σημαίνει πραγματική κοινωνικοποίηση γιατί η κρατική ιδιοκτησία είναι νομική σχέση. Δεν είναι ο ίδιος ο μετασχηματισμός του συνόλου των παραγωγικών σχέσεων» (Σ. Μπεττελέμ, Πολιτιστική Επανάσταση και Βιομηχανική Οργάνωση στην Κίνα, εκδ. Γη, Αθήνα, 1975: 134).

1. Μια άλλη απάντηση, όπως σημειώσαμε ακολουθώντας την Harnecker, είναι η αποδοχή της ύπαρξης “οριακών” κοινωνικών στρωμάτων χωρίς ταξική ένταξη» (Γ. Μηλιός - Γ. Οικονομάκης, όπ.π.: 25).
2. «Αυτήν την πλήρη απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από την ανάγκη της άμεσης εργασίας ονομάζουμε αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ» (Γ. Μηλιός - Γ. Οικονομάκης, όπ.π. σελ. 27 – η έμφαση στο πρωτότυπο) .
3. «Όπως ο κεφαλαιοκράτης απαλλάσσεται στην αρχή από τη χειρωνακτική εργασία μόλις το κεφάλαιό του φτάσει το ελάχιστο εκείνο μέγεθος με το οποίο και μόνο αρχίζει η καθαυτό κεφαλαιοκρατική παραγωγή, έτσι παραχωρεί τώρα τη λειτουργία της άμεσης και συνεχούς επίβλεψης των ξεχωριστών εργατών και εργατικών ομάδων σε μια ειδική κατηγορία μισθωτών εργατών. Όπως ένας στρατός χρειάζεται στρατιωτικούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, έτσι και μια μάζα εργατών που συνεργάζονται κάτω από το πρόσταγμα του ίδιου κεφαλαίου χρειάζεται αξιωματικούς (διευθυντές, διαχειριστές) και υπαξιωματικούς της βιομηχανίας (επιστάτες, foremen, overlookers, contremaitres) που στη διάρκεια του προτσές εργασίας διοικούν εξ ονόματος του κεφαλαίου. Η δουλειά της επιστασίας εδραιώνεται σαν αποκλειστική τους λειτουργία» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978: 347).
4. Ελληνικές εκδόσεις: Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, εκδ. Αναγνωστίδης, χ.χ.έ. και Φ. Ένγκελς, Ουτοπικός Σοσιαλισμός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός, εκδ. Θεμέλιο, 1980.
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή