Μίσος για τη δημοκρατία Εκτύπωση
Τεύχος 105, περίοδος Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2008


ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ1
του Jacques Ranciere
μετάφραση Μωυσής Α. Μπουντουρίδης

Δεν πρέπει να αντιτάσσουμε στα προτερήματα της άμεσης δημοκρατίας τις διαμεσολαβήσεις και τους σφετερισμούς της αντιπροσώπευσης ή να εγκαλούμε τις παραπλανητικές εμφανίσεις της τυπικής δημοκρατίας σε σύγκριση με την αποτελεσματικότητα της πραγματικής δημοκρατίας. Είναι το ίδιο λάθος τόσο να ταυτίζουμε τη δημοκρατία με την αντιπροσώπευση, όσο και να κάνουμε τη μια την ανασκευή της άλλης. Το τι σημαίνει δημοκρατία είναι αυτό ακριβώς: οι νομικο-πολιτικές μορφές των συνταγμάτων και των κρατικών νόμων ποτέ δεν εξαρτώνται από μια και την ίδια λογική. Αυτό που ονομάζεται «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» και το οποίο είναι ακριβέστερο να το λέμε κοινοβουλευτικό σύστημα, ή, σύμφωνα με τον Raymond Aron, «πλουραλιστικό συνταγματικό καθεστώς», αποτελεί μια μεικτή μορφή: μια μορφή λειτουργίας του κράτους, που αρχικά θεμελιώνεται πάνω στα προνόμια των «φυσικών» ελίτ και μετά τροποποιεί την λειτουργία της, λίγο-λίγο, σαν αποτέλεσμα των δημοκρατικών αγώνων. Η αιματηρή ιστορία των αγώνων για την εκλογική μεταρρύθμιση στη Μεγάλη Βρετανία είναι αναμφίβολα η καλύτερη μαρτυρία γι’ αυτό, ένα γεγονός που περίτεχνα έχει σβηστεί από την ειδυλλιακή εικόνα της αγγλικής παράδοσης της «φιλελεύθερης» δημοκρατίας. Το καθολικό δικαίωμα ψήφου δεν αποτελεί, για τίποτε, μια φυσική συνέπεια της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν έχει καμιά φυσική συνέπεια, ακριβώς γιατί είναι η διαίρεση της «φύσης», η διάρρηξη του δεσμού μεταξύ φυσικών ιδιοτήτων και μορφών διακυβέρνησης. Το καθολικό δικαίωμα ψήφου είναι μια μεικτή μορφή, γεννημένη από την ολιγαρχία, τροποποιημένη από δημοκρατικούς αγώνες και διαρκώς ξανακατακτημένη από την ολιγαρχία, η οποία είναι αυτή που προτείνει τους υποψήφιούς της και κάποτε και τις αποφάσεις της σε ψηφοφορία του εκλογικού σώματος, χωρίς ποτέ να μπορεί να αποκλείσει το ρίσκο ότι το εκλογικό σώμα θα συμπεριφερθεί σαν ένας πληθυσμός που τραβά κλήρο. Η δημοκρατία ποτέ δεν μπορεί να ταυτιστεί με μια νομικο-πολιτική μορφή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αδιάφορη προς τέτοιες μορφές. Σημαίνει ότι η δύναμη του λαού πάντοτε βρίσκεται κάτω και πέρα από αυτές τις μορφές. Κάτω, γιατί οι μορφές αυτές δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς, σε τελευταία ανάλυση, να αναφέρονται σ’ εκείνη τη δύναμη των ανήμπορων, αυτών που συγκροτούν τη βάση της κι αρνούνται τη δύναμη των ικανών, στο πλαίσιο της ισότητας, η οποία είναι αναγκαία για την ίδια τη λειτουργία της μηχανής των ανισότητων. Πέρα, γιατί οι ίδιες οι μορφές, που καταγράφουν αυτή τη δύναμη, σταθερά επαναφομοιώνονται, δια μέσου του ίδιου του έργου της κυβερνητικής μηχανής, μέσα στη «φυσική» λογική των τίτλων για εξουσία, η οποία είναι μια λογική της συσκότισης της διαφοράς μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού. Μόλις όμως κοπεί ο δεσμός με τη φύση κι αναγκαστούν οι κυβερνήσεις να παρουσιασθούν σαν παραδείγματα του κοινού χαρακτήρα της κοινότητας, αποκομμένες από τη μοναδική λογική των σχέσεων εξουσίας, που είναι έμφυτες μέσα στις διαδικασίες αναπαραγωγής του κοινωνικού ιστού, τότε αναδύεται η ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, η οποία αποτελεί μια σφαίρα συναντήσεων και συγκρούσεων μεταξύ δυο αντίθετων λογικών, αφενός της «αστυ-νομίας»2 κι αφετέρου της πολιτικής, αφενός της φυσικής διακυβέρνησης των κοινωνικών ικανοτήτων κι αφετέρου της διακυβέρνησης από τον οποιοδήποτε άνθρωπο. Οι αυθόρμητες πρακτικές κάθε κυβέρνησης τείνουν να συρρικνώνουν τη δημόσια σφαίρα, κάνοντάς τη δική τους ιδιωτική υπόθεση και, με τον τρόπο αυτό, παραπέμποντας στην επικράτεια του ιδιωτικού τις παρεμβάσεις και τους τόπους παρεμβάσεων των μη κρατικών δρώντων. Η δημοκρατία, τότε, μακριά από το να αποτελεί μια μορφή ζωής των ατόμων, που είναι αφοσιωμένα στην ιδιωτική τους ευτυχία, γίνεται μια διαδικασία αγώνων εναντίον της ιδιωτικοποίησης, μια διαδικασία διεύρυνσης της δημόσιας σφαίρας. Η διεύρυνση της δημόσιας σφαίρας δεν συνεπάγεται, όπως δήθεν ισχυρίζονται οι φιλελεύθερες λογικές, την απαίτηση για έναν αυξανόμενο κρατικό σφετερισμό της κοινωνίας. Συνεπάγεται τους αγώνες εναντίον εκείνης της κατανομής του δημόσιου και του ιδιωτικού, που στηρίζει τη διπλή επικυριαρχία της ολιγαρχίας πάνω στο κράτος και την κοινωνία. Η διεύρυνση αυτή, ιστορικά, σήμαινε δυο πράγματα: την αναγνώριση ως ίσων κι ως πολιτικών υποκείμενων όλων εκείνων, που ο κρατικός νόμος υποβίβαζε στο επίπεδο του ιδιωτικού βίου των κατώτερων όντων, και την αναγνώριση του δημόσιου χαρακτήρα όλων εκείνων των χώρων και των σχέσεων, που ήσαν αφημένες στην διακριτική διάθεση της πλουτοκρατίας. Αυτό καταρχήν σήμαινε τους αγώνες για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων της ψηφοφορίας και της κατοχής αξιώματος για όλους εκείνους, που η λογική της «αστυ-νομίας», με φυσικό τρόπο, απέκλειε: όλους εκείνους που δεν είχαν τους τίτλους για να συμμετέχουν στο δημόσιο βίο, επειδή δεν ανήκαν στην «κοινωνία», αλλά μόνο στον οικιακό και στον αναπαραγωγικό βίο, επειδή η δουλειά τους ήταν κτήμα κάποιου αφέντη ή κάποιου άνδρα-σύζυγου: οι μισθωτοί εργάτες, για πολύ καιρό, θεωρούνταν υπηρέτες εξαρτώμενοι από τα αφεντικά τους κι ανήμποροι να έχουν τη δική τους βούληση κι οι γυναίκες ήσαν υποταγμένες στην βούληση των ανδρών-συζύγων τους κι επιφορτισμένες με την φροντίδα της οικογένειας και με τον οικιακό βίο. Σήμαινε επίσης και τους αγώνες εναντίον της φυσικής λογικής του εκλογικού συστήματος, η οποία μετατρέπει την αντιπροσώπευση σ’ αντιπροσώπευση των κυρίαρχων συμφερόντων και τις εκλογές σε μηχανισμό, που αφιερώνεται στην επίτευξη της συναίνεσης: επίσημες υποψηφιότητες, εκλογικές νοθείες, πραγματικά μονοπώλια υποψηφιοτήτων. Όμως η διεύρυνση αυτή περιλαμβάνει ακόμη κι όλους τους αγώνες για τη διεκδίκηση του δημόσιου χαρακτήρα των χώρων, των σχέσεων και των θεσμών, που θεωρούνται ιδιωτικοί. Οι αγώνες αυτοί, λόγω των τόπων διεξαγωγής τους και των θεμάτων που εμπλέκουν, γενικώς, περιγράφονται σαν κοινωνικά κινήματα: διαμάχες για τους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες κι αγώνες για τα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά ο χαρακτηρισμός αυτός είναι διφορούμενος. Στην πραγματικότητα, προϋποθέτει ότι είναι δεδομένη μια κάποια κατανομή του πολιτικού και του κοινωνικού, ή του δημόσιου και του ιδιωτικού, η οποία όμως, στην πραγματικότητα, αποτελεί το πολιτικό διακύβευμα για τη ισότητα ή την ανισότητα. Οι διαμάχες για τους μισθούς ήσαν, πάνω απ’ όλα, διαμάχες για την απο-ιδιωτικοποίηση της μισθωτής σχέσης, για την ανάδειξη του γεγονότος ότι η μισθωτή σχέση δεν αποτελούσε ούτε μια σχέση αφέντη-υπηρέτη, ούτε ένα απλό συμβόλαιο, συμφωνημένο περιπτωσιακά μεταξύ δυο ατόμων-ιδιωτών, αλλά μια δημόσια υπόθεση, που επηρέαζε τη συλλογικότητα κι έπαιρνε, κατά συνέπεια, τη μορφή της συλλογικής δράσης, των δημόσιων συζητήσεων και των νομοθετικών ρυθμίσεων. Το «δικαίωμα για την εργασία», διεκδικούμενο από τα εργατικά κινήματα του δεκάτου ενάτου αιώνα, πρώτα σήμαινε το εξής: όχι στο αίτημα της βοήθειας από ένα «Κράτος Πρόνοιας», την ενσωμάτωση με το οποίο κάποιοι επεδίωκαν, αλλά καταρχήν το αίτημα της συγκρότησης της εργασίας ως δομής του συλλογικού βίου, που θα ήταν αποκομμένη από τη μοναδική κυριαρχία του νόμου του ιδιωτικού συμφέροντος και θα επέβαλε κάποιους περιορισμούς στην απεριόριστη, από τη φύση της, διαδικασία συσσώρευσης του πλούτου. Διότι, μετά το αρχικό σβήσιμο της ειδοποιού διαφοράς της, η εξουσία ασκείται δια μέσου της λογικής της κατανομής των σφαιρών, η οποία έχει δύο διεξόδους. Από τη μια μεριά, αξιώνει τον διαχωρισμό της επικράτειας των δημόσιων υποθέσεων από τα ιδιωτικά συμφέροντα της κοινωνίας. Απ’ αυτή την άποψη, διακηρύσσει ότι, ακόμη κι εκεί όπου αναγνωρίζεται, η ισότητα των «ανθρώπων» και των «πολιτών» αφορά μόνο τη σχέση τους με τη συγκροτημένη νομικο-πολιτική σφαίρα κι, ακόμη όπου ο λαός είναι κυρίαρχος, αυτό επιτυγχάνεται μόνο δια μέσου των δράσεων των αντιπροσώπων του και των κυβερνώντων. Η εξουσία λειτουργεί με το σβήσιμο της διαφοράς μεταξύ του δημόσιου, το οποίο ανήκει σ’ όλους, και του ιδιωτικού, στο οποίο επικρατεί η ελευθερία του καθενός. Αλλά αυτή η ελευθερία του καθενός είναι η ελευθερία, δηλαδή, η εξουσία, αυτών που κατέχουν τις εγγενείς (εμμενείς) δυνάμεις της κοινωνίας. Είναι η αυτοκρατορία του νόμου της συσσώρευσης του πλούτου. Από την άλλη μεριά, η δημόσια σφαίρα, δήθεν εξαγνισμένη από τα ιδιωτικά συμφέροντα, είναι οπωσδήποτε μια ιδιωτικοποιημένη περιορισμένη δημόσια σφαίρα, κρατημένη για τα διακυβεύματα των θεσμών και για το μονοπώλιο αυτών που τους χρησιμοποιούν για το δικό τους όφελος. Οι δυο σφαίρες αυτές είναι διαχωρισμένες καταρχήν, μόνο για να μπορέσουν να ενωθούν καλύτερα κάτω από τον ολιγαρχικό νόμο. Οι Αμερικάνοι ιδρυτές κι οι Γάλλοι θιασώτες του καθεστώτος των κολίγων (regime censitaire), στην πραγματικότητα, δεν έβλεπαν τίποτε το κακό στην ταύτιση της μορφής του ιδιοκτήτη μ’ εκείνη του δημόσιου ανθρώπου, που είναι ικανός να ανυψώνεται υπεράνω των μικροσυμφερόντων του οικονομικού και του κοινωνικού βίου. Επομένως, το δημοκρατικό κίνημα, στην πραγματικότητα, αποτελεί ένα διπλό κίνημα υπέρβασης ορίων. Αφενός είναι ένα κίνημα επέκτασης της ισότητας του δημόσιου ανθρώπου και σ’ άλλες περιοχές του κοινού βίου κι ιδιαίτερα πάνω στον έλεγχο της απεριόριστης συσσώρευσης του πλούτου στον καπιταλισμό. Αφετέρου είναι ένα κίνημα για την επαναβεβαίωση του γεγονότος ότι όλοι κι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος περιέχονται μέσα σ’ αυτή τη δημόσια σφαίρα, που είναι ακατάπαυστα ιδιωτικοποιημένη.
[...]
Να λοιπόν τι συνεπάγεται η δημοκρατική διαδικασία: τη δράση των υποκείμενων, τα οποία, καθώς λειτουργούν μέσα στα διάκενα μεταξύ των ταυτότητων, αναπλάθουν τις κατανομές του ιδιωτικού και του δημόσιου, του καθολικού και του ιδιαίτερου. Η δημοκρατία ποτέ δεν μπορεί να ταυτιστεί με την απλή επικυριαρχία του καθολικού πάνω στο ιδιαίτερο. Διότι, σύμφωνα με τη λογική της «αστυ-νομίας», το καθολικό είναι ακατάπαυστα ιδιωτικοποιημένο, είναι ακατάπαυστα επαναφερόμενο σ’ έναν καταμερισμό της εξουσίας μεταξύ των κριτηρίων της γέννησης, του πλούτου και των «ικανοτήτων», κάτι που λειτουργεί τόσο στο κράτος, όσο και στην κοινωνία. Μια τέτοια ιδιωτικοποίηση υλοποιείται μετά βουλιμίας στο όνομα της καθαρότητας του δημόσιου βίου, σ’ αντίθεση με τις ιδιαιτερότητες του ιδιωτικού βίου ή του κοινωνικού κόσμου. Όμως αυτή η δήθεν καθαρότητα του πολιτικού δεν είναι παρά η καθαρότητα μιας κατανομής των όρων, μιας δεδομένης κατάστασης των σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών μορφών της εξουσίας του πλούτου και των μορφών της κρατικής ιδιωτικοποίησης της εξουσίας, που μπορούν να έχουν οι πάντες. Το θέμα επιβεβαιώνει αυτά που προϋποθέτει: τον διαχωρισμό μεταξύ αυτών που είναι ή που δεν είναι «προορισμένοι» να ασχολούνται με τον δημόσιο βίο και την κατανομή του δημόσιου και του ιδιωτικού. Επομένως, η δημοκρατική διαδικασία θα πρέπει σταθερά να θέτει το διακύβευμα του καθολικού κάτω από μια αντιθετική μορφή. Γιατί η δημοκρατική διαδικασία είναι μια τέτοια διαδικασία, που θέτει διαρκώς αυτό το διακύβευμα, αυτή την επινόηση των μορφών της υποκειμενικοποίησης και των περιπτώσεων επαλήθευσης, όλα αυτά που αντιτάσσονται στην αιώνια ιδιωτικοποίηση του δημόσιου βίου. Στην πραγματικότητα τότε, μ’ αυτήν την έννοια, δημοκρατία σημαίνει έλλειψη καθαρότητας της πολιτικής, αμφισβήτηση των αξιώσεων των κυβερνώντων να εφαρμόζουν μια και μόνο μια αρχή πολιτικού βίου κι, έτσι, να καθορίζουν τους τρόπους κατανόησης κι επέκτασης του δημόσιου βίου. Αν υπάρχει κάτι το χαρακτηριστικά «απεριόριστο» για τη δημοκρατία, τότε βρίσκεται εδώ: όχι στον εκθετικό πολλαπλασιασμό των αναγκών ή των επιθυμιών, που πηγάζουν από τα άτομα, αλλά στην κίνηση, που ακατάπαυστα μετατοπίζει τα όρια μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού, του πολιτικού και του κοινωνικού.
[...]
Συνήθως, η ύπαρξη ενός αντιπροσωπευτικού συστήματος θεωρείται το κρίσιμο κριτήριο για τον ορισμό της δημοκρατίας. Όμως, το ίδιο το σύστημα αποτελεί έναν ασταθή συμβιβασμό, μια συνισταμένη αντίθετων δυνάμεων. Τείνει προς τη δημοκρατία μόνο στον βαθμό που πλησιάζει προς την εξουσία, που μπορεί και πρέπει να ασκεί ο οποιοσδήποτε άνθρωπος. Απ’ αυτή την άποψη, μπορεί να απαριθμήσει κανείς τους κανόνες, που ορίζουν το ελάχιστο όριο, για να επιτραπεί σ’ ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα να παρουσιαστεί ως δημοκρατικό: εκλογικές εντολές μικρής διάρκειας και μη ανανεώσιμες, ανυπαρξία ταυτόχρονων κατοχών πολλαπλών αξιωμάτων, μονοπώληση μόνο από τους αντιπρόσωπους του λαού του δικαιώματος εκπόνησης νόμων, απαγόρευση των κρατικών λειτουργών να γίνονται αντιπρόσωποι του λαού, μείωση στο ελάχιστο των κρατικών πολιτικών εκστρατειών και των εξόδων τους κι έλεγχος των αναμείξεων των οικονομικών δυνάμεων και παραγόντων στην εκλογική διαδικασία. Τέτοιοι κανόνες δεν έχουν τίποτε το παράλογο και, στο παρελθόν, πολλοί στοχαστές ή νομοθέτες, που ήσαν ελάχιστα υποκινούμενοι από μια αλόγιστη αγάπη προς τον λαό, τους έχουν μελετήσει με μεγάλη προσοχή σαν τα μέσα για την εξασφάλιση της ισορροπίας των εξουσιών, για το διαχωρισμό της αντιπροσώπευσης της γενικής βούλησης από την αντιπροσώπευση των ιδιαίτερων συμφερόντων και για την αποφυγή αυτής που θεωρούσαν σαν τη χειρότερη διακυβέρνηση: τη διακυβέρνηση απ’ αυτούς που αγαπούν την εξουσία κι είναι επιδέξιοι να την αρπάζουν. Αρκεί όμως, σήμερα, απλώς να τους απαριθμήσουμε, για να δημιουργηθεί ένα κλίμα ιλαρότητας. Δικαίως λοιπόν, αυτό που ονομάζουμε δημοκρατία αποτελεί μια κρατική και κυβερνητική λειτουργία, που είναι ακριβώς το αντίθετο από τους προηγούμενους κανόνες: αιώνια εκλεγμένα πρόσωπα, τα οποία κατέχουν ταυτόχρονα ή εναλλάσσονται σε πολλαπλά, δημοτικά, περιφερειακά, νομοθετικά ή διοικητικά αξιώματα και των οποίων ο μόνος ουσιαστικός δεσμός με τον λαό είναι η αντιπροσώπευση των τοπικών συμφερόντων, κυβερνήσεις που νομοθετούν για τους εαυτούς τους, αντιπρόσωποι του λαού που μαζικά προέρχονται από μια μοναδική ανώτερη σχολή διοίκησης, υπουργοί ή συνεργάτες τους που, επιπλέον, κατέχουν θέσεις και σ’ άλλους δημόσιους ή ημι-δημόσιους οργανισμούς, κόμματα που χρηματοδοτούνται από τις απάτες και τις μίζες των συμβόλαιων των δημόσιων έργων, επιχειρηματίες που επενδύουν κολοσσιαία ποσά για να κερδίσουν τις εκλογές, ιδιοκτήτες μεγάλων συγκροτημάτων ιδιωτικών εταιριών μέσων επικοινωνίας που εκμεταλλεύονται τους δημόσιους ρόλους τους, για να μονοπωλούν στα δημόσια μήντια. Με λίγα λόγια: μονοπώληση των δημόσιων πραγμάτων (la chose publique) από μια στιβαρή συμμαχία της κρατικής ολιγαρχίας με την οικονομική ολιγαρχία. Βλέπουμε λοιπόν, γιατί εκείνοι που περιφρονούν το «δημοκρατικό ατομικισμό» δεν έχουν τίποτε να προσάψουν σ’ αυτό το σύστημα της αρπαγής του δημόσιου συμφέροντος και των δημόσιων αγαθών. Στην πραγματικότητα, αυτές οι μορφές της υπερ-κατανάλωσης των δημόσιων υπηρεσιών δεν προέρχονται από τον χώρο της δημοκρατίας. Τα δεινά, από τα οποία υποφέρουν οι «δημοκρατίες» μας, είναι κατεξοχήν δεινά, που έχουν να κάνουν με τις άπληστες ορέξεις της ολιγαρχίας. Δεν ζούμε μέσα σε δημοκρατίες. Ούτε ζούμε πια μέσα σε στρατόπεδα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι συγγραφείς, που μας βλέπουν όλους υποταγμένους κάτω από το νόμο της εξαίρεσης (των εκτάκτων αναγκών) της βιοπολιτικής διακυβέρνησης. Ζούμε μέσα σε κράτη ολιγαρχικού δικαίου, δηλαδή, μέσα σε κράτη, στα οποία η δύναμη της ολιγαρχίας περιορίζεται από τη διπλή αναγνώριση της λαϊκής κυριαρχίας και των ατομικών ελευθεριών. Γνωρίζουμε καλά τόσο τα πλεονεκτήματα αυτού του τύπου των κρατών, όσο και τους περιορισμούς τους. Οι εκλογές σ’ αυτά είναι ελεύθερες. Αυτές, ουσιαστικά, διασφαλίζουν την αναπαραγωγή, κάτω από εναλλασσόμενες ταμπέλες, των ίδιων κυρίαρχων ατόμων, ενώ, γενικώς, οι κάλπες δεν είναι νοθευμένες, παρά το τι θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, χωρίς όμως να διακινδυνεύει τη ζωή του. Η δημόσια διοίκηση δεν είναι διεφθαρμένη, εκτός απ’ εκείνες τις υποθέσεις των δημόσιων αγορών και συναλλαγών, στις οποίες αυτή διαπλέκεται με τα συμφέροντα των ισχυρών παραγόντων. Οι ατομικές ελευθερίες γίνονται σεβαστές, παρά τις σημαντικές εξαιρέσεις, που έχουν να κάνουν με τη φύλαξη των σύνορων και την ασφάλεια της χώρας. Ο τύπος είναι ελεύθερος: όποιος θέλει να ξεκινήσει μια εφημερίδα ή έναν τηλεοπτικό σταθμό, χωρίς να έχει κάποια στήριξη από οικονομικές δυνάμεις, θα συναντήσει μεν σοβαρές δυσκολίες, αλλά τουλάχιστον δεν θα ριχτεί σε καμιά φυλακή. Τα δικαιώματα της ίδρυσης συλλογικών φορέων και της διεξαγωγής συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων επιτρέπουν την οργάνωση του δημοκρατικού βίου, δηλαδή, ενός πολιτικού βίου, που είναι ανεξάρτητος από την κρατική σφαίρα. Το «επιτρέπουν» είναι προφανώς μια διφορούμενη λέξη. Τέτοιες ελευθερίες δεν αποτελούν, βέβαια, δώρα της ολιγαρχίας. Κερδίστηκαν με δημοκρατικές δράσεις κι η εγγύηση της δραστικότητάς τους έχει δοθεί μέσα από τέτοιες δράσεις. Τα «δικαιώματα των ανθρώπων και των πολιτών» είναι τα δικαιώματα αυτών που δίνουν σ’ αυτά την πραγματική τους διάσταση.
[...]
Να τι κάποτε σήμαινε ο «σοσιαλισμός»: ένα όραμα της ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο οι καπιταλιστικές μορφές της παραγωγής και της ανταλλαγής ήδη συγκροτούσαν τις υλικές συνθήκες για μια ισόνομη κοινωνία και για την παγκόσμια επέκτασή της. Είναι το ίδιο όραμα που ακόμη και σήμερα συντηρεί τις ελπίδες για έναν κομουνισμό ή για μια δημοκρατία του πλήθους: η ιδέα ότι οι ολοένα κι αυξανόμενες άυλες μορφές της καπιταλιστικής παραγωγής, που είναι συγκεντρωμένες στον κόσμο της επικοινωνίας, μπορούν, σήμερα, να σχηματίσουν ένα νομαδικό πληθυσμό «παραγωγών» ενός νέου τύπου, να συγκροτήσουν ένα νέο συλλογικό νου, μια συλλογική δύναμη της νόησης, των αισθημάτων και των σωματικών κινήσεων, η οποία θα τείνει να ανατινάξει τους φραγμούς της αυτοκρατορίας. Αλλά, αν πράγματι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει δημοκρατία, πρέπει να αποκηρύξουμε μια τέτοια πεποίθηση. Ο συλλογικός νους, που παράγεται από ένα εξουσιαστικό σύστημα, ποτέ δεν μπορεί παρά να είναι ο νους του ίδιου του συστήματος. Στη μήτρα μιας κοινωνίας των ανισοτήτων δεν μπορεί να αναδυθεί μια κοινωνία της ισότητας. Μάλλον, η ισόνομη κοινωνία αποτελείται από ένα σύνολο σχέσεων ισότητας, οι οποίες ανιχνεύονται εδώ και τώρα μέσα από συγκεκριμένες, ιδιόμορφες κι επισφαλείς πράξεις. Η δημοκρατία στέκεται γυμνή τόσο απέναντι στην εξουσία του πλούτου, όσο κι απέναντι στην εξουσία των δεσμών αίματος, η οποία έρχεται σήμερα είτε να την υποστηρίξει ή να την αμφισβητήσει. Η δημοκρατία δεν είναι θεμελιωμένη πάνω σε καμιά φύση των πραγμάτων, ούτε είναι εγγυημένη από καμιά θεσμική μορφή. Δεν στηρίζεται σε καμιά ιστορική αναγκαιότητα και δεν στηρίζει καμιά τέτοια αναγκαιότητα. Η εμπιστοσύνη σ’ αυτήν απορρέει μόνο από τη σταθερότητα των ιδιαίτερων πράξεών της. Αυτό μπορεί να προκαλέσει τον φόβο, κι, άρα, και το μίσος, μεταξύ εκείνων που έχουν συνηθίσει να ασκούν την αυθεντία του νου τους. Αλλά μεταξύ εκείνων, που ξέρουν πώς να μοιράζονται με τον οποιοδήποτε άνθρωπο την ίση δύναμη του νου, μπορεί, αντίθετα, να εμπνεύσει το θάρρος κι, επομένως, και τη χαρά.

1 Αποσπάσματα από το βιβλίο Jacques Ranciere, La haine de la democratie (Paris: La Fabrique, 2005), σσ. 61-65, 69-70, 80-82 και 105-106. [Στα αγγλικά: Jacques Ranciere, Hatred of Democracy, μετάφραση Steve Corcoran (London: Verso, 2006)].
2 Εδώ, με τον όρο «police», ο συγγραφές αναφέρεται στην «πολιτική τάξη». Σημείωση μεταφραστή.
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή