Το εργατικό δίκαιο σε απορρύθμιση Εκτύπωση
Τεύχος 105, περίοδος Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2008


ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΕ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗ
του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Ώρα ολοσχερούς κατεδάφισης των εργασιακών σχέσεων;

Οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις της κυβερνητικής εξουσίας της ΝΔ, σε χρόνια σύμπλευση με τη συναινετική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, εμφανίζονται να μην έχουν τέλος. Δεν έφτανε η κατάργηση του ιστορικού 8ωρου, η ιδιωτικοποίηση του εργασιακού καθεστώτος των ΔΕΚΟ, η αποψίλωση του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος κλπ. Σήμερα προωθείται η ίδια η αποδιάρθρωση θεμελιωδών ρυθμίσεων του Εργατικού Δικαίου, μιας νομοθεσίας που ούτως ή άλλως είχε «αναιμικά» χαρακτηριστικά (λ.χ. απουσία Εργατικού Κώδικα, εργοδοτική ελευθερία «αναιτιολόγητων» απολύσεων κλπ.). Το πόρισμα της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που είχε συσταθεί τον Μάρτιο 2007 με επικεφαλής τον Ι. Κουκιάδη παραδόθηκε στην κυβέρνηση και άρχισε να δίνεται τμηματικά στη δημοσιότητα, μια και η εξ υπαρχής ολοκληρωμένη του δημοσίευση θα προκαλούσε ένα είδος κοινωνικού «σοκ και δέος» για την εργατική τάξη, ιδιαίτερα της ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγής. Προφανώς δεν πρόκειται παρά για την ελληνική εφαρμογή της Πράσινης Βίβλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Νοεμβρίου 2006 με τον τίτλο «Εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα». Πρόκειται για τις κατευθυντήριες γραμμές της επιβολής της «ευελασφάλειας» (flexicurity), οι οποίες σε συνδυασμό με την εισαγωγή της αρχής της «χώρας προέλευσης» στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς υπηρεσιών στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 (αναθεωρημένη Οδηγία Μπολκενστάιν), καθώς και με τη φιλο-εργοδοτική νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (σχετική εκδίκαση των υποθέσεων Viking Line & Laval που αφορούσαν σε εργατικές υποθέσεις στις σκανδιναβικές οικονομίες), οδηγούν σε θεσμικές ρυθμίσεις που αναιρούν πλέον ορισμένες από τις βασικότερες διατάξεις του ισχύοντος Εργατικού Δικαίου [1].

Ήδη οι ρυθμίσεις που προτείνει η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και έχουν γίνει γνωστές αφορούν, μεταξύ των άλλων: Την ουσιαστική απελευθέρωση κάθε περιορισμού στις απολύσεις στο όνομα της ενίσχυσης της κινητικότητας της εργασίας, και μάλιστα σ’ ένα ελληνικό πλαίσιο εργασιακών σχέσεων που ούτως ή άλλως η σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου (μιας και ο έλληνας νομοθέτης απείχε συνειδητά από τέτοιες ρυθμίσεις) αναγνώριζε το απολυταρχικό δικαίωμα της εργοδοσίας για «αναιτιολόγητες» απολύσεις, με το βάρος της απόδειξης για την καταχρηστικότητα της απόλυσης στον ίδιο τον εργαζόμενο (σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του γαλλικού Εργατικού Κώδικα και άλλων ευρωπαϊκών νομοθεσιών) [2]. Έτσι προβλέπει την απόλυση χωρίς αποζημίωση σε περίπτωση «αντισυμβατικής» εργατικής συμπεριφοράς (υποκειμενικό εργοδοτικό κριτήριο), ώθηση των εργαζομένων σε εθελούσια αποχώρηση (με την παροχή του 50% της αποζημίωσης), κατάργηση του δικαιώματος επαναπρόσληψης σε περίπτωση δικαστικής κρίσης της απόλυσης ως παράνομης και καταχρηστικής, και τέλος κατάργηση της «αστυνομικής υφής» … δικαιοδοσίας των δημόσιων αρχών να ελέγχουν τις ομαδικές απολύσεις (αντί αυτού προτείνεται διάλογος των «κοινωνικών εταίρων» με τις ομαδικές απολύσεις να επικρέμονται πάνω από τα κεφάλια τους όπως στα Λιπάσματα, στην ΕΛΒΟ, στη Ζήμενς, στη Βιαμύλ για να αναφερθούν μόνον οι πρόσφατες περιπτώσεις της βιομηχανίας της Θεσσαλονίκης). Αλλά και πέραν αυτών προβλέπεται ακόμη η γενίκευση των ελαστικών ωραρίων απασχόλησης σε επιχειρήσεις, η επέκταση των ευέλικτων συμβάσεων εργασίας μερικής και προσωρινής απασχόλησης, καθώς και από μια γενικότερη άποψη η μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας [3].

Ήδη οι προωθούμενες ρυθμίσεις για την «ελασταφάλεια» έρχονται να συναντήσουν ένα υπαρκτό κοινωνικό έδαφος ανάδειξης και λειτουργίας μορφών της ελαστικής εργασίας από τις αρχές της 10ετίας του 1980 [4]:

Στο πεδίο της προσωρινής εργασίας απασχολούνται 307.600 άτομα, δηλαδή το 11% της συνολικής απασχόλησης, τη στιγμή που στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 το ποσοστό αυτό βρίσκεται ήδη στο 14%, με χώρες όπως η Ισπανία (33%), η Πολωνία (26%) και η Πορτογαλία (20%) να κατέχουν τα πρωτεία.

Σ’ ό,τι αφορά τη μερική απασχόληση αυτή καλύπτει στην ελληνική οικονομία τα 261.200 άτομα, ή το 6% της συνολικής απασχόλησης, πολύ κάτω από το ευρωπαϊκό επίπεδο του 18% για την ΕΕ-25, όπου στην προκειμένη περίπτωση τα πρωτεία κατέχει η Ολλανδία (46%), η Βρετανία (25%) και η Σουηδία (25%) με την Γερμανία (25%).

Εξίσου καταγράφεται η λεγόμενη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ της τυπικής μισθωτής εργασίας και της ελεύθερης επαγγελματικής απασχόλησης με τη μορφή έκδοσης δελτίων παροχής υπηρεσιών (λ.χ. μισθωτοί μηχανικοί και τεχνολόγοι ασφαλισμένοι στο ΤΣΜΕΔΕ και στο ΤΕΒΕ στον κλάδο των τεχνικών μελετών και κατασκευών), όπου σαφέστατα υποκρύπτεται εξαρτημένη εργασία και καταστρατηγείται η ισχύουσα εργατική νομοθεσία. Αυτή η μορφή απασχόλησης μαζί με την αδήλωτη (μαύρη) εργασία σε τομείς όπως ο επισιτισμός, η αγροτική παραγωγή, οι κατασκευές, οι υπηρεσίες καθαριότητας κλπ., φτάνει ποσοστιαία σ’ ένα μέγεθος εξαιρετικά σημαντικό. Στην ΕΕ-27 το ποσοστό της αδήλωτης εργασίας κυμαίνεται μεταξύ του 7% και του 19% της συνολικής δηλωμένης απασχόλησης, πράγμα που αντιστοιχεί στο 7% - 16% του ΑΕΠ των αντίστοιχων ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβάνοντας κυρίως οικονομικούς μετανάστες, αλλά και εγχώριο εργατικό δυναμικό.

Τέλος, σε επισφαλή κοινωνική θέση (που προσομοιάζει οικονομικά με αυτή των μερικά και προσωρινά απασχολουμένων) βρίσκεται εξίσου και το άνεργο εργατικό δυναμικό του οποίου το μέγεθος ανέρχεται στις 427.000 άτομα, και ως ποσοστό στο συνολικό εργατικό δυναμικό στο 9%, στο μέτρο που το επίδομα ανεργίας αντιστοιχεί μετά βίας στο 50% του κατώτερου μισθού της ΕΓΣΣΕ (που και αυτό βρίσκεται στο 50% του μέσου ευρωπαϊκού μισθού της ΕΕ-15).

Κατά συνέπεια, αν αθροίσει κανείς αυτά τα ποσοστά της επισφαλούς εργασίας προκύπτει: Προσωρινή απασχόληση 11% + μερική απασχόληση 6% + άνεργο εργατικό δυναμικό 9% + γκρίζα - αδήλωτη εργασία (ελάχιστο ευρωπαϊκό ποσοστό) 7% = 33% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Δηλαδή ένας στους τρεις εργαζόμενους στη σύγχρονη ελληνική οικονομία απασχολείται με όρους, ή βρίσκεται σε κοινωνική κατάσταση που προσομοιάζει με την ελαστική επισφαλή εργασία. Η κοινωνική αυτή κατάσταση της εργατικής τάξης διαμορφώνει μια εσωτερική ταξική διάρθρωση στη συνολική μισθωτή εργασία εξαιρετικής σημασίας:

α) Ο κόσμος της «εξασφαλισμένης» εργασίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα (22% της μισθωτής εργασίας) με μονιμότητα απασχόλησης και «προνοιακό» εργασιακό καθεστώς.

β) Η εργατική τάξη της καπιταλιστικής παραγωγής (μεταποίηση, κατασκευές, υπηρεσίες κλπ.) με συμβατικούς όρους εργασίας του ιδιωτικού τομέα (45% της μισθωτής εργασίας).

γ) Οι «κάτω από τους κάτω» απασχολούμενοι στην επισφαλή εργασία, εντός της καπιταλιστικής παραγωγής αλλά και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (33% της μισθωτής εργασίας).

Αντιλαμβάνεται κανείς τις ισχυρές ταξικές διαφοροποιήσεις εντός του κόσμου της μισθωτής εργασίας (67% του συνολικού απασχολούμενου δυναμικού της χώρας) και τα συνακόλουθα καίριας σημασίας ζητήματα της διαλεκτικής ενότητας του κόσμου των μισθωτών εργαζομένων για την ταξική εργατική και την αριστερή ριζοσπαστική πολιτική. Ωστόσο αυτό το στρατηγικής σημασίας ζήτημα της διαμόρφωσης των όρων κοινωνικής ενότητας της συνολικής μισθωτής εργασίας αποτελεί αντικείμενο άλλης αναλυτικής αναφοράς.

Η κοινωνική αυτή εξέλιξη και η σταδιακή μετάπτωση ενός σημαντικού τμήματος της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας στο καθεστώς των «κάτω από τους κάτω», υπήρξε προφανώς το αποτέλεσμα των ίδιων των οικονομικών καταναγκασμών που επέβαλε, και έκτοτε μονιμοποίησε, η εκτεταμένη διαδικασία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης (ήδη από τα μέσα της 10ετίας του 1980), και ταυτόχρονα της παραλυτικής επίδρασης του εφεδρικού στρατού των ανέργων που δημιούργησε, όσο και της μαζικής χρησιμοποίησης μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού από τις αρχές της 10ετίας του 1990. Άλλωστε αυτή η εργασιακή απαξίωση ενός σημαντικού τμήματος της εργατικής τάξης (μετάπτωση από το καθεστώς της συμβατικής απασχόλησης στην επισφαλή και ελαστική εργασία) βρίσκεται στην αντικειμενική αφετηρία της αποψίλωσης και παραφθοράς του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Πέραν όμως αυτής της παραμέτρου (κοινωνικές συνέπειες της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης), δεν ήταν παρά και τα ίδια τα νομοθετικά μέτρα της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής διαχείρισης (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), σε σύμπλευση με τις ευρωπαϊκές κοινοτικές οδηγίες, που έδωσαν τη θεσμική δυνατότητα κατάργησης των κανόνων και όρων της συμβατικής εργασίας (8ωρη απασχόληση, συμβάσεις αορίστου χρόνου κ.ά.) και νόμιμης πλέον εισαγωγής των ελαστικών μορφών απασχόλησης. Έτσι, ο νόμος 1892 / 1990 εισήγαγε τη μερική απασχόληση μαζί με τον θεσμό των πρόσθετων ομάδων εργασίας για την κάλυψη των Σαββατοκύριακων (4η βάρδια). Παράλληλα επιβλήθηκε ένα ολόκληρο σύνολο νομοθετικών ρυθμίσεων για την εισαγωγή της μερικής απασχόλησης στον δημόσιο τομέα: Ο νόμος 2639 / 1998 για την εισαγωγή της μερικής απασχόλησης στις δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και ο νόμος 3250 / 2004 για την καθιέρωση της μερικής απασχόλησης στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας ζώνης επισφαλούς εργασίας στις ίδιες τις δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις (κοινωνικές περιοχές της «εξασφαλισμένης» εργασίας), με το ποσοστό της μερικής και προσωρινής απασχόλησης στο δημόσιο τομέα να φτάνει στο 12% των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων [5].


2. Οι θεμελιώδεις τομές ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων του

Πορίσματος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την « ελαστασφάλεια»


1. Απόλυση των εργαζομένων χωρίς αποζημίωση για λόγους «βαριάς και υπαίτιας» αντισυμβατικής συμπεριφοράς έναντι της εργοδοσίας τη στιγμή που η αποζημίωση της απόλυσης, τουλάχιστον στην περίπτωση των υπαλλήλων, αντιπροσώπευε μιαν ορισμένη «προστασία» του εργαζομένου κατά το διάστημα των μερικών μηνών της ανεργίας που συνήθως ακολουθούν.

Πρόκειται για ένα πρωτοφανές μέτρο επιβολής της άτεγκτης εργασιακής πειθαρχίας προκειμένου ο εργαζόμενος να διασφαλίσει την αποζημίωση της απόλυσης κάνοντας τον «χωροφύλακα» στον εαυτό του, εφόσον η «βαριά και υπαίτια» αντισυμβατική συμπεριφορά εναπόκειται στην εργοδοτική και μόνον κρίση (απομένει στον μισθωτό που απολύεται να προσφύγει δικαστικά επιδιώκοντας να αποδείξει ότι «δεν είναι ελέφαντας»).

2. Μέτρα επέκτασης της ήδη διευρυνόμενης μερικής απασχόλησης (μειωμένα ωράρια, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εποχική εργασία) με δυνατότητα μετατροπής των ίδιων των συμβάσεων αορίστου χρόνου σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης.

Κυρίαρχος στόχος του κεφαλαίου είναι ακριβώς να μειωθούν οι «νεκροί χρόνοι» στην καπιταλιστική παραγωγή (πράγμα όμως που η καπιταλιστική ορθολογικοποίηση και ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός δεν μπορούν να το επιτύχουν απόλυτα) για την πλήρη αξιοποίηση των παγίων επενδύσεων των επιχειρηματιών, κι’ έτσι επιχειρούν να προσαρμόσουν την μορφή της απασχόλησης στις ανάγκες της ιδιωτικής επιχειρηματικής παραγωγής.

3. Καθιέρωση του «κλιμακωτού επιδόματος ανεργίας» που ανέρχεται ήδη στο μισό του κατώτατου μισθού του ανειδίκευτου εργάτη, δηλαδή της προοδευτικής μηνιαίας μείωσής του κατά τη διάρκεια του χρόνου επιδότησης, έτσι ώστε να «εξαναγκάζεται» να επιτείνει την αναζήτηση νέας εργασίας και να καθίσταται ευάλωτος στην όποια μορφή μη - συμβατικής (ελαστικής) εργασίας του προκύπτει.

Ακόμη περισσότερη ένταση της αφόρητης πίεσης του εφεδρικού στρατού των ανέργων στην ενεργό εργατική τάξη για την καθυπόταξη της μισθωτής εργασίας στο κεφάλαιο και τελικός εξαναγκασμός των ανέργων να αποδέχονται τις μορφές ελαστικοποιημένης απασχόλησης που ντε φάκτο τους προσφέρονται.

4. Εισαγωγή της θεσμικής μονιμοποίησης του Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών ως τυπικής και σταθερής μορφής παροχής και αμοιβής της εργασίας πράγμα που έχει επεκταθεί σε σημαντικούς τομείς της κοινωνικής παραγωγής (λ.χ. μισθωτοί τεχνικοί στις μελέτες και κατασκευές, εταιρίες παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών κ.ά.).

Σταθεροποίηση μ’ άλλες λέξεις των «σχέσεων συμβάσεων συνεργασίας» που δεν είναι τίποτα άλλο παρά πραγματικές σχέσεις εξαρτημένης μισθωτής εργασίας οι οποίες και δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες που πραγματικά είναι (σταθερό ωράριο εργασίας, υπαγωγή στο άμεσο διευθυντικό δικαίωμα κλπ.), ακριβώς γιατί απαλλάσσουν την εργοδοσία από το μη-μισθολογικό κόστος (ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ, δώρα και επιδόματα, αποζημιώσεις απόλυσης).

5. Και το ανέκδοτο του Πορίσματος Εμπειρογνωμόνων: Πρόβλεψη για την ενίσχυση του παρεμβατικού ρόλου του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας και των ελεγκτικών υπηρεσιών του ΙΚΑ προκειμένου να εντοπίζεται η «αδήλωτη - μαύρη» εργασία, να ελέγχεται και να καταγράφεται. .

Κι’ αυτό τη στιγμή που σ’ ολόκληρη την περίοδο εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού οι Επιθεωρήσεις Εργασίας έχουν «εξαφανισθεί» σαν θεσμός ελέγχου εφαρμογής της Εργατικής Νομοθεσίας από παντού (αν μη τι άλλο με την πλήρη συνειδητή αποψίλωση του τεχνικού και επιστημονικού προσωπικού στελέχωσής τους) και το μόνο που ενισχύεται ατελεύτητα είναι ο παρεμβατικός ρόλος των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών. (Άλλωστε το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε κρίνει τον ρόλο των Επιθεωρήσεων Εργασίας ως διοικητικό πεδίο εμπλεκόμενο στην εργοδοτική συναλλαγή και διαφθορά…).

6. Ακόμη περισσότερα μέτρα για την μείωση του μη - μισθολογικού κόστους της εργασίας, δηλαδή των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, πράγμα που θεωρείται ως παράγοντας «δημιουργίας» νέων θέσεων απασχόλησης, στη λογική τού ότι οι επιχειρήσεις δεν πραγματοποιούν προσλήψεις επειδή ακριβώς το συμβατικά εργαζόμενο προσωπικό (βασικός μισθός, κοινωνική ασφάλιση, δώρα και επιδόματα) έχει «υψηλό» κόστος στην ελληνική αγορά εργασίας.

Πάγιος στόχος του σύγχρονου ελληνικού καπιταλισμού είναι η επιδίωξη της εργοδοσίας να απαλλαγεί από τα «βαρίδια» των ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την ανταγωνιστικότητά της στο περιβάλλον της διεθνοποίησης του κεφαλαίου (παγκοσμιοποίησης), στο μέτρο που οι ασφαλιστικές εισφορές της εργοδοσίας έχουν ανακηρυχθεί (λ.χ. ΔΝΤ) ως το «κύριο» εμπόδιο στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

7. Εισαγωγή παραπέρα ευελιξιών (πέραν της κατάργησης του ιστορικού 8ωρου) για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας και στις επιχειρήσεις σταθερής και συνεχούς λειτουργίας σε ευρύτερη της εβδομαδιαίας ή μηνιαίας βάσης, ειδικά στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών (εμπορικά καταστήματα κλπ.).

Πρόκειται για την κεντρική επιδίωξη της εργοδοσίας στους τομείς εντάσεως εργασίας για την εντατικοποίηση της λειτουργίας των υπηρεσιών και του εμπορίου στις ώρες, μέρες και περιόδους αιχμής, γιατί ακριβώς οι «νεκροί χρόνοι» θεωρούνται ότι συνεργούν στη μείωση της επιχειρηματικής κερδοφορίας [6]. 

Η κύρια επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται γι’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη αποδιάρθρωση του Εργατικού Δικαίου, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι ότι οι εργασιακές αλλαγές έχουν γίνει στην οικονομική πραγματικότητα, ότι οι κοινωνικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει μια νέα γενιά ευέλικτα εργαζομένων μέσα στο αντικειμενικό περιβάλλον του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού, και ως εκ τούτου εκείνο που απομένει είναι η θεσμική αποκρυστάλλωση σε νομοθετικό επίπεδο αυτών των μεταλλάξεων, και προφανώς η γενίκευση αυτών των μέτρων θεσμικής νομιμοποίησης της ελαστικής απασχόλησης [7]. Έτσι έρχεται η νομική «επιστήμη» να προτείνει τις θεσμικές εκείνες μορφές νομοθετικής αναγνώρισης και νομιμοποίησης της επιβεβλημένης πραγματικότητας των ελαστικών μορφών εργασίας, να προσαρμόσει την εργατική νομοθεσία στην υπαρκτή οικονομική πραγματικότητα: Ωστόσο αυτή η μεθοδολογία (που μάλιστα επονομάζεται και «προτάσεις σοφών») δεν είναι παρά ένας αγοραίος νομικός εμπειρισμός, μια «απολογητική» της νομικής επιστήμης στα κοινωνικά αποτελέσματα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Η νομική δηλαδή θεωρία και πρακτική δεν αναλαμβάνει τίποτα άλλο παρά να προσαρμόσει τη νομοθεσία στην υπαρκτή καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα, που δεν είναι παρά το προϊόν της οικονομικής βίας που ασκεί η κυριαρχία των αγορών και του ανταγωνισμού στις εργασιακές σχέσεις: Αυτό όμως όχι μόνον δεν αντιπροσωπεύει «επιστημονικό πόρισμα» αλλά απεναντίας είναι καθαρά ιδεολογική θεσμική «απολογητική» της ισχύουσας νεοφιλελεύθερης κοινωνικής πραγματικότητας και των αντίστοιχων ταξικών συσχετισμών.

Με τις εξαιρέσεις που θεσπίζονται στο ισχύον Εργατικό Δίκαιο (μερική απασχόληση 4ωρου έναντι του κλασικού 8ωρου, προσωρινή εργασία έναντι της σύμβασης αορίστου χρόνου, ρήτρα εξαίρεσης με το 65ωρο της πρόσφατης Συνόδου των Υπουργών Απασχόλησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τοπικά σύμφωνα απασχόλησης κλπ.), επέρχεται μια μετάλλαξη αυτού του ίδιου του χαρακτήρα του δικαίου της εργασίας ως δικαίου θέσπισης κανόνων υποχρεωτικής ισχύος ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των επιμέρους μερών (εργοδοσίας - εργαζομένων). Το ίδιο το Εργατικό Δίκαιο «ιδιωτικοποιείται» στο μέτρο που οι κανόνες του υποχρεωτικής ισχύος (λ.χ. υποχρεωτικότητα εφαρμογής των ΣΣΕ, της 8ωρης εργασίας κ.ά.) παύουν να έχουν αυτή την ισχύ, και υποχωρούν έναντι της εφαρμογής κανόνων του Αστικού και Εμπορικού Δικαίου, που είναι δικαιικές ρυθμίσεις της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Προφανώς και πρόκειται για την αντανάκλαση στο νομικό εποικοδόμημα της μεταλλαγής του κοινωνικού συσχετισμού των δυνάμεων που έχει επιφέρει η καπιταλιστική ανασυγκρότηση και οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις σε συνδυασμό με την αποδιάρθρωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Άλλωστε, ο ισχυρισμός της αστικής επιχειρηματολογίας ότι η θεσμική εισαγωγή μορφών ευελιξίας της εργασίας (flexibility) όπως η απελευθέρωση των απολύσεων και η επέκταση της μερικής απασχόλησης κλπ. θα αντισταθμιστεί από την καθιέρωση μορφών κοινωνικής προστασίας και ασφάλειας (security) είναι εγγενώς αντιφατικός και σε τελική ανάλυση προσχηματικός [8]. Γιατί ακριβώς η «ελαστασφάλεια» προάγεται από το επιχειρηματικό κεφάλαιο προκειμένου να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά του στο διεθνοποιημένο καπιταλιστικό περιβάλλον, μειώνοντας το αντίστοιχο εργατικό κόστος (στην άμεση και έμμεση μορφή του). Έτσι, αν η ευελιξία αντισταθμίζεται από μέτρα κοινωνικής προστασίας (π.χ. μακροχρόνια και υψηλά επιδόματα ανεργίας), αντί να καταλήγει να ενισχύει την επιχειρηματική ανταγωνιστικότητα, θα την επιβαρύνει, στο βαθμό που θα επισωρεύει στις επιχειρήσεις πρόσθετα κοινωνικά βάρη. Στην πραγματικότητα εκείνο που επιδιώκεται είναι η κάρπωση των ωφελειών της ευελιξίας από το κεφάλαιο με τη μεταβίβαση του βάρους κάλυψης της κοινωνικής προστασίας (των ευέλικτα απασχολουμένων) εκτός του πεδίου της ευθύνης του. Απομένει έτσι το αστικό κράτος που καλείται να λειτουργήσει ως αρωγός αυτής της διαδικασίας παροχής κοινωνικής προστασίας. Είναι δεδομένο όμως στη σύγχρονη περίοδο της ολοκλήρωσης των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων ότι η κυβερνητική εξουσία αποποιείται ρητά αυτό τον ρόλο σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες (λ.χ. νοσηλευτικής περίθαλψης, εκπαιδευτικών υπηρεσιών κ.ά.), προχωρεί στη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και στην εφαρμογή των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), κι ακόμη περισσότερο έχει μειώσει το συντελεστή φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών από το 35% στο 25% (με αποτέλεσμα την αύξηση της κερδοφορίας των εισηγμένων επιχειρήσεων στο χρηματιστήριο κατά 2 δισ. ευρώ μόνον στην τελευταία διετία). Κατά συνέπεια η μοναδική οδός χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλειας της ευελιξίας δεν είναι άλλη από την αύξηση της λαϊκής φορολογικής επιβάρυνσης (έμμεση φορολογία της εργατικής τάξης) και το εκ νέου «μοίρασμα της φτώχειας», δηλαδή η εισοδηματική κατανομή εντός της μισθωτής εργασίας.

Βέβαια οι υποστηρικτές της «ευέλικτης ασφάλειας» επικαλούνται το δανέζικο και ολλανδικό μοντέλο εφαρμογής του ήδη από τις αρχές της 10ετίας του 1990, ισχυριζόμενοι ότι με τη γενίκευση της απόλυτης κινητικότητας της εργασίας και της συνεχούς επανακατάρτισης, μέσα από μια γενικευμένη πρακτική κοινωνικής συναίνεσης εργαζομένων - εργοδοσίας, έχει μειωθεί το επίπεδο της ανεργίας από το 12% στο 5%, έχει επέλθει ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων, μέχρι του σημείου να εμφανίζεται ακόμη και έλλειψη εργατικού δυναμικού σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς [9]. Ωστόσο όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι το 30% της εργατικής τάξης αλλάζει απασχόληση κάθε χρόνο, ενώ το 67% των εργαζομένων εργάζονται σε θέσεις προσωρινής και μερικής απασχόλησης. Εξίσου οι αποζημιώσεις απόλυσης βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο (κατά μέσο όρο η αποζημίωση απόλυσης καλύπτει 3 μισθούς, ενώ στην ελληνική περίπτωση, αν και μόνον για τους υπαλλήλους, καλύπτει κατά μέσον όρο 7 μισθούς). Παράλληλα το όριο ομαδικών απολύσεων είναι αρκετά υψηλό φτάνοντας στο 10% σε σχέση με το ισχύον στις ελληνικές επιχειρήσεις 2% (προκειμένου βέβαια για παραγωγικές μονάδες με πάνω από 200 απασχολούμενους).

Αλλά και από την άλλη πλευρά παραλείπεται ολοσχερώς η αναφορά στο γεγονός ότι παράλληλα βρίσκεται ιστορικά σε λειτουργία ένα εκτεταμένο σύστημα αυξημένης κοινωνικής προστασίας της εργασίας (πράγμα που δεν είναι κατά κανέναν τρόπο η ελληνική περίπτωση, τόσο ιστορικά όσο και πρόσφατα) μέσα από μακροχρόνια και υψηλά επιδόματα ανεργίας (τα οποία καλύπτουν στην περίπτωση της Δανίας το 4,4% του ΑΕΠ της χώρας) όσο και από κοινωνικές παροχές που χρηματοδοτούνται από την υψηλή φορολογία που φτάνει μέχρι το 68% (τη στιγμή που στην ελληνική οικονομία πρωταρχικό μέλημα της διακυβέρνησης της ΝΔ στάθηκε η μείωση των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών από το 35% στο 25% οδηγώντας απεναντίας στην ακόμη παραπέρα ενίσχυση της καπιταλιστικής κερδοφορίας). Άλλωστε, η καθολική εφαρμογή της «ελασταφάλειας» στη δανέζικη κοινωνία έχει οδηγήσει στη διάρκεια της τελευταίας 20ετίας στη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ της χώρας από το 62% στο 53%. Η ενίσχυση έτσι των μορφών ευελιξίας που επιχειρείται να προωθηθούν (flexibility) με την παντελή απουσία κοινωνικής ασφάλειας (security), αλλά και την καθολική αποψίλωση των θεσμών του κράτους πρόνοιας που έχει επιφέρει ο 15ετής νεοφιλελεύθερος όλεθρος της κυβερνητικής διαχείρισης του δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), απολήγει να μετατρέψει την ευελιξία με ασφάλεια σε ευελιξία με εκμετάλλευση (flexploitation) όπως έγκαιρα επισήμαναν οι ευρωπαίοι οικονομολόγοι για μια εναλλακτική πολιτική στην Ευρώπη.


3. Αντί επιλόγου


Μια αριστερή εργατική πολιτική που είναι στοιχειωδώς συνεπής με τον εαυτό της δεν μπορεί παρά να εναντιώνεται κατηγορηματικά σε κάθε μορφή θεσμοθέτησης (μονιμοποίησης - επέκτασης) της «ελαστικής ασφάλειας» και να επιζητεί στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο την κατάργηση κάθε μορφής ελαστικής απασχόλησης. Έτσι λειτουργώντας η ριζοσπαστική εργατική αντίληψη αντιπαρατίθεται με τις επιδιώξεις της καπιταλιστικής εργοδοσίας που στοχεύει διαμέσου της «ελαστασφάλειας» στην περαιτέρω μείωση του εργατικού κόστους και στην πειθάρχηση της μισθωτής εργασίας. Μια τέτοια στάση οδηγεί αντικειμενικά στην επιζήτηση:

Καθολικής εργασίας με σταθερό 8ωρο-5μερο-40ωρο γενικευμένου υποχρεωτικού χαρακτήρα για όλους τους τομείς της κοινωνικής παραγωγής, κατάργηση κάθε μορφής υπερεργασίας και υποαπασχόλησης, μερικής και προσωρινής.

Γενικευμένη εφαρμογή χωρίς εξαίρεση της σύμβασης μισθωτής εργασίας αορίστου χρόνου και σε κάθε περίπτωση που η εργασία έχει εξαρτημένα, σταθερά χαρακτηριστικά και υπάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα.

Αμοιβή κάθε μορφής μισθωτής εργασίας (τυπικής ή συγκαλυμμένης) με τις κάθε φορά ισχύουσες ΣΣΕ: εθνικές γενικές, κλαδικές, επιχειρησιακές (κατάργηση των τοπικών συμφώνων απασχόλησης και των νομοθετικών ρυθμίσεων περί μερικής, προσωρινής απασχόλησης).

Λύση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μόνον με την επίκληση από την πλευρά της εργοδοσίας εγγράφως αιτιολογημένου «σπουδαίου λόγου» (περιοριστικά ποινικό αδίκημα στρεφόμενο κατά της επιχείρησης, παρατεταμένη αδικαιολόγητη απουσία), με το βάρος της απόδειξης να βαρύνει την εργοδοσία, υποκείμενη στον αποφασιστικό κοινωνικό έλεγχο (μη επικύρωση της απόλυσης) από την συνέλευση του αντίστοιχου πρωτοβάθμιου σωματείου.

Απ’ αυτή την άποψη η εμπειρία του προ διετίας γαλλικού εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος απέναντι τόσο στη Σύμβαση Νέας Απασχόλησης (Contrat Nouvelle Embauche) όσο και στην Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης (Contrat Premiere Embauche) είναι ενδεικτική και καθοριστική για τον μαζικό, διεκδικητικό και αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος από το ταξικό εργατικό κίνημα, το ριζοσπαστικό κίνημα της νεολαίας και την Αριστερά, με όρους συντονισμένους, ενωτικούς και αποφασιστικούς.



Σημειώσεις - Παραπομπές

[1] Α. Ταρπάγκος «Το κοινωνικό ντάμπινγκ της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Πριν, 30 Οκτωβρίου 2005 και Γ. Τούσσας «Ισχυρό πλήγμα στο Εργατικό Δίκαιο», Ριζοσπάστης 6 Απριλίου 2008.

[2] Άρειος Πάγος «Απόφαση 677 / 2004», Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, τεύχος 1437.

[3] Χ. Κοψίνη «Ανατροπή στο καθεστώς απολύσεων του ιδιωτικού τομέα», Καθημερινή 13 Απριλίου 2008.

[4] Χ. Τριανταφύλλου «Η επισφαλής εργασία στην Ελλάδα», Ενημέρωση, ΙΝΕ / ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ, τεύχος 148.

[5] Γ. Τούσσας «Η αποδιοργάνωση του χρόνου εργασίας», Ριζοσπάστης 22 Ιούνη 2008.

[6] Α. Πετσίνης - Γ. Γάτος «9 ανατροπές στα εργασιακά», Ημερησία, 19/20 Απριλίου 2008.

[7] Ι. Κουκιάδης «Ώρα αλλαγών για τις εργασιακές σχέσεις», Ημερησία, 5,6 Απριλίου 2008.

[8] Γ. Κουζής «Ευελιξία και ασφάλεια (flexicurity): Μύθοι και πραγματικότητα», Ενημέρωση, ΙΝΕ / ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ, τεύχος 149.

[9] Γ. Κιούσης «Η κουλτούρα του κοινωνικού διαλόγου και της προστασίας της εργασίας», Ελευθεροτυπία, 10 Νοεμβρίου 2007.


 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή