Ο θερμός Δεκέμβρης Εκτύπωση
Τεύχος 106, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2009


Ο ΘΕΡΜΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ
του Δημήτρη Τζανακόπουλου

Ο Λουί Αλτουσερ στο άρθρο του αντίφαση και επικαθορισμός, σχολιάζοντας θεωρητικά τη θεωρία του αδύναμου κρίκου, επεσήμανε τα στοιχεία εκείνα που συμπυκνώθηκαν με μοναδικό τρόπο στην προεπαναστατική Ρωσία και οδήγησαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Γνώμη μου είναι ότι το θεωρητικό αυτό παράδειγμα μας δίνει τη δυνατότητα να εξετάζουμε και να κατανοούμε όλες τις κοινωνικές εκρήξεις, πάντοτε βεβαίως εκ των υστέρων. Με αυτή την έννοια κάθε προσπάθεια να κατανοήσουμε την εξέγερση με ένα οποιοδήποτε μονολιθικό σχήμα που τη χρεώνει αποκλειστικά στην γενιά της επισφάλειας, στον αντιεξουσιαστικό χώρο, στους μάθετες, στους παπάδες στους Ρώσους, στους προβοκάτορες, ρέπει είτε προς μια ανεπίτρεπτη μονομέρεια, άρα προς τον κακό μαρξισμό, είτε προς την συνωμοσιολογία.

Η εκτέλεση του Αλέξη Γρηγορόπουλου αποτέλεσε το σημείο, το γεγονός που με αστάθμητο, δηλαδή τυχαίο τρόπο, συμπύκνωσε τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας και τα αδιέξοδα της νεολαίας με έναν μοναδικό τρόπο για λόγους που αφορούν τον τρόπο της εκτέλεσής του, το μέρος που έλαβε χώρα, την ηλικία του, την ταξική καταγωγή του. Δεν είναι τώρα η στιγμή όμως για τέτοιου τύπου αναλύσεις. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε σε αυτή τη φάση είναι ότι οι συγκρούσεις και η αναταραχή που ακολούθησαν την εκτέλεση είναι αποτέλεσμα της βίαιης και εκρηκτικής εμφάνισης στο προσκήνιο του γενικευμένου κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού αδιεξόδου των εργαζόμενων τάξεων και της νεολαίας.

Αυτή η κοινωνική έκρηξη / εξέγερση όπως κάθε παρόμοιά της στο παρελθόν παίρνει διάφορες μορφές είτε αυθόρμητες, είτε οργανωμένες ανάλογα με τις δυνάμεις που λειτουργούν και κινούνται στο πλαίσιο - μη πλαίσιο που συγκροτεί η αναταραχή. Με λίγα λόγια όλες οι μορφές καταπίεσης αλλά και αντίστασης που αναπαράγονται στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού οδηγούν σε αντίστοιχες αυθόρμητες ή οργανωμένες πρακτικές. Οι πρώτες προφανώς δεν υπακούουν σε κάποιο πολιτικό σχέδιο, δεν έχουν στόχο και πρόταγμα αλλά δημιουργούν μια κατάσταση ριζοσπαστικοποίησης στην οποία είναι αναγκαία η παρέμβαση της Αριστεράς, που πρέπει να λειτουργήσει με όρους παραδειγματικούς ως προς τον τρόπο που οφείλουν οι υποτελείς τάξεις να οργανωθούν ώστε ο αγώνας τους να είναι αποτελεσματικός.


Οι Εντός


Σε αυτή την γενικευμένη κοινωνική εξέγερση βρίσκει κανείς τους μαθητές που, στη συντριπτική τους πλειονότητα, όποτε προχωρούν σε βίαιες πράξεις αυτές συνήθως στοχεύουν προς αστυνομικά τμήματα και δημόσια κτίρια χωρίς να επιδιώκουν καταστροφές. Ως επί το πλείστον η βία των μαθητών είναι μια «εκδικητική» αντικατασταλτική, μαζική, συμβολική βία (κυρίως νεράτζια αλλά και πέτρες, καταλήψεις και περικυκλώσεις αστυνομικών τμημάτων –ΑΤ).

Το φοιτητικό τμήμα της εξέγερσης είναι πολύ πιο οργανωμένο λόγω της κινηματικής του ιστορίας και της οργανωμένης του δομής που επιτρέπει μια πιο συντονισμένη και συγκροτημένη δράση η οποία εξάλλου σπανίως εκβάλλει σε πράξεις βίας. Η μοναδική βία που οργανωμένα μέχρι στιγμής έχει χρησιμοποιηθεί είναι οι συμβολικές συγκρούσεις με τις δυνάμεις των ΜΑΤ.

Σε ό,τι αφορά το τμήμα εκείνο της εξέγερσης που υιοθετεί και υλοποιεί πρακτικές βίας και καταστροφών πρέπει να γίνουν διαχωρισμοί. Από τη μια μεριά υπάρχει το τμήμα των αντιεξουσιαστών που στοχεύει κυρίως τις τράπεζες, τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα και τα δημόσια κτίρια, αλλά πολλές φορές εκτραχύνεται εντελώς και καταστρέφει - λεηλατεί αυτοκίνητα, μικροκαταστήματα, στάσεις λεωφορείων, πανεπιστημιακές σχολές κ.ο.κ. Η βία των αντιεξουσιαστών δεν χρήζει προφανώς καταδίκης. Χρήζει όμως σφοδρής θεωρητικής αλλά και πολιτικής κριτικής διότι από τη σκοπιά της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική. Σε αντίθεση ακόμη και με την αναρχική και μπλανκιστική βία του 19ου αλλα και του 20ού αιώνα δεν σκοπεύει ούτε σε κοινωνικό σαμποτάζ αλλά ούτε καν στο να αποτελέσει τη σπίθα που θα βάλει στο λιβάδι φωτιά. Είναι μια φετιχοποιημένη βία, η οποία κινείται αποκλειστικά στο πεδίο του συμβολικού και πρακτικά λειτουργεί ως αυτοσκοπός. Η λειτουργία αυτή είναι σύμφυτη με τον θεωρητικό και πολιτικό εκφυλισμό αυτού του χώρου, ο οποίος δύσκολα μπορεί πλέον να διαχωριστεί από μητροπολιτικά φαινόμενα απολίτικου χουλιγκανισμού. Επομένως ακόμη και η κριτική του Λένιν στους αναρχικούς των αρχών του 20ού αιώνα –πρόκειται για φιλελεύθερους που πετάνε πέτρες– σε λίγες περιπτώσεις αντιεξουσιαστικών ομάδων βρίσκει πεδίο εφαρμογής.

Το προηγούμενο τμήμα της εξέγερσης δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τις άκεντρες, ανοργάνωτες και ετερόκλητες ομάδες που αποτελούν τον κύριο φορέα των υπερβίαιων πράξεων, όπως είναι οι λεηλασίες, το πλιάτσικo, οι φωτιές κλπ. Αυτές οι ομάδες που είναι αρκετά μαζικές, αποτελούνται από λογής αποκλεισμένους (μετανάστες, τσιγγάνους, χούλιγκανς κλπ.), αλλά και νέους νέες μικροαστικής ή ακόμη και αστικής καταγωγής. Οι πρώτοι είναι ακριβώς αυτοί που με μια παραδοσιακή μαρξιστική ορολογία θα μπορούσαμε να πούμε ότι συγκροτούν το λούμπεν προλεταριάτο, είναι όλοι όσοι δεν παίζουν κανένα ρόλο στη δομική συγκρότηση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, το κοινωνικό περιθώριο που ο ύστερος καπιταλισμός τείνει διαρκώς να πολλαπλασιάζει. Μέσα στα δύο τελευταία τμήματα που είναι και τα πλέον βίαια δρουν προφανώς και οργανωμένες δυνάμεις της ασφάλειας, προβοκάτορες, μυστικοί πράκτορες που τοποθετημένοι από τον κρατικό μηχανισμό προσπαθούν με ακραίες πράξεις βίας να παρασύρουν σε απονενοημένα διαβήματα ώστε να ενεργοποιήσουν κοινωνικούς αυτοματισμούς και οργισμένες αντιδράσεις από τους «αγανακτισμένους πολίτες», οι οποίοι επίσης είναι ελεγχόμενοι από την ασφάλεια ή άλλες υπηρεσίες και οργανώνονται κυρίως από την Ακροδεξιά, ή και την ΕΥΠ (περίπτωση Κομοτηνής) κλπ.

Μέχρι στιγμής στην εξέγερση, λόγω και της αδυναμίας πολλών κοινωνικών χώρων να λειτουργήσουν μετά την απόφαση του ΥΠΕΠΘ να κλείσει σχολεία και σχολές, δρουν με ενιαίο τρόπο σχεδόν όλες οι οργανωμένες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με κομματικά μπλοκ στις κινητοποιήσεις και με κάποιες όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες προσπάθειες να συντονιστούν (εξ ου και σύγχυση με τα δεκάδες καλέσματα σε πορείες). Σε κάθε περίπτωση ο ρόλος αυτών των δυνάμεων είναι εξαιρετικά σημαντικός, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ, αφού ήταν αυτός ο φορέας που κατάφερε να αλλάξει το κλίμα και να οργανώσει μια τεράστια και πετυχημένη πορεία και συγκέντρωση την ημέρα της απεργίας (περίπου 20.000 άτομα αποτελούσαν το μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ, νούμερο πρωτοφανές αν συνυπολογίσει κανείς τον φόβο που ήταν διάχυτος ως προς το τι μέλλει γενέσθαι).


Οι Εντός / Εκτός


Πλάι σ’ αυτό το πολυκεντρικό κίνημα αναπτύσσεται ένα παράλληλο κίνημα αλληλεγγύης που αποτελείται κυρίως από εργαζόμενους/ες αλλά και συνταξιούχους, οι οποίοι αν και δεν συμμετέχουν ενεργά στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν στην οργή όχι μόνο για την εκτέλεση του 15χρονου μαθητή αλλά και για τα γενικευμένα αδιέξοδα τόσο της νεολαίας όσο και τα δικά τους. Χωρίς τη στήριξη όλων αυτών των δυνάμεων η εξέγερση θα είχε μικρότερη σημασία. Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαία μια τεράστια καμπάνια ενημέρωσης/αντιπληροφόρησης και μια προσπάθεια που θα στοχεύει στην πιο ενεργή συμμετοχή αυτού του τμήματος στις κινητοποιήσεις ώστε η εξέγερση να διατηρήσει την κοινωνική της νομιμοποίηση.


Οι Εκτός


Πέρα από τους πολίτες που συγκροτούν τον πολιορκητικό κριό του κρατικού μηχανισμού, εκτός από αυτή τη διαδικασία της κοινωνικής εξέγερσης δυστυχώς βρίσκονται οι οργανωμένες, συλλογικές εκφράσεις των εργαζομένων. Αν εξαιρέσει κανείς τα συνδικάτα της εκπαίδευσης και κάποια λίγα πρωτοβάθμια σωματεία που παίζουν ενεργό και εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, οι υπόλοιποι φορείς των εργαζόμενων είναι μάλλον απόντες, κάτι που εξασθενίζει την δυναμική της εξέγερσης. Αυτό, βεβαίως, δεν ήταν παρά αναμενόμενο με την έννοια ότι τα περισσότερα συνδικάτα έχουν αποκοπεί από τις κοινωνικές διεργασίες διεκδίκησης και αμφισβήτησης, έχουν ανέβει στο άρμα του δικομματισμού και της πολιτικής εξουσίας και έρχονται σε σύγκρουση με τα αντικειμενικά συμφέροντα των εργαζομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να τραβηχτούν τα συνδικάτα προς μια αγωνιστική κατεύθυνση, όσο αυτό είναι δυνατό. Βεβαίως η συνολική απουσία της γενιάς της επισφάλειας από τα συνδικάτα δυσκολεύει κατά πολύ αυτήν την προσπάθεια. Σε ό,τι αφορά αυτή την τελευταία πρέπει να σημειώσουμε ότι η συμμετοχή της επιτυγχάνεται μέσα από τα οργανωμένα μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων, των οργανώσεων της ΡΑ, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ πολλοί από τους / τις επισφαλείς συμμετέχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στις βίαιες πράξεις με ανοργάνωτο και αυθόρμητο τρόπο.

Σε σχέση με το ΚΚΕ δεν έχουμε αυταπάτες. Το ΚΚΕ βρίσκεται σε πλήρη απόσταση - σύγκρουση από / με την εξεγερσιακή διεργασία, είναι απομονωμένο και δεν μπορεί να οργανώσει επουδενί την κοινωνική οργή. Είναι αποκομμένο από τις διεργασίες στη νεολαία, αδυνατεί να ελέγξει το οτιδήποτε (ευτυχώς) και επιλέγει να πορεύεται έξω από την καρδιά των γεγονότων, να καναλιζάρει όπου μπορεί κάποιες μαθητικές κινητοποιήσεις, να συκοφαντεί την εξέγερση, να χρεώνει τις αυθόρμητες πράξεις βίας συλλήβδην στους κρατικούς μηχανισμούς και ταυτόχρονα παίζει και θα συνεχίζει να παίζει το ρόλο του «μπάτσου του κινήματος», κλείνοντας τις σχολές όπου μπορεί ώστε να μη γίνουν Γενικές Συνελεύσεις και να εκτονωθεί όσο το δυνατόν συντομότερα η εξέγερση. Αν και δεν είναι η ώρα για περαιτέρω θεωρητικές επισημάνσεις, είναι σαφές ότι το πολιτικό σχέδιο της ηγεσίας του ΚΚΕ που βασίζεται στη συνομωσιολογία, τη γραμμική αντίληψη της ιστορίας και σε μια σειρά ιδεοληψίες για την κοινωνική κίνηση έχει πάρει διαζύγιο από την ιστορικοϋλιστική, δηλαδή την ταξική ανάλυση, δεν αφήνει χώρο για να αναλυθεί ορθά η εξέγερση και έχει μετατρέψει το ΚΚΕ σε ένα κόμμα ακραίου συντηρητισμού, εχθρικό προς τα λαϊκά, εργατικά και νεολαιίστικα συμφέροντα. Η κοινωνική εξέγερση που όψιμα και σκόπιμα ταυτίζεται από το ΚΚΕ με την επανάσταση δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση μια σύγκρουση τάξης με τάξη όπως θέλει ένα οικονομίστικο και εκχυδαϊσμένο ψευδο - μαρξιστικό λενινιστικό σχήμα. Η κοινωνική εξέγερση είναι μια σύνθετη και συνήθως αυθόρμητη διαδικασία, που δεν έχει στόχο την κατάληψη της εξουσίας και κατά τη διάρκειά της βγαίνουν στην επιφάνεια όλες οι λανθάνουσες πρακτικές αντίστασης και αμφισβήτησης ενός κοινωνικού σχηματισμού, οι οποίες ενίοτε καταλήγουν και σε υπερβίαιες πράξεις. Αν το ΚΚΕ βέβαια φαντάζεται την εξέγερση σαν αυγουστιάτικο ηλιβασίλεμα στο Αιγαίο, αυτό είναι δικαίωμά του, αλλά μάλλον έχει κάνει κάποιο λάθος. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχει κόσμος του ΚΚΕ που αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του. Αυτός ακριβώς ο γνήσια αριστερός κόσμος δίνει μια ελπίδα για την ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης που μπορούν να αναπτυχθούν στους κοινωνικούς χώρους και είναι μάλλον ανοιχτός στη ζύμωση, εσωτερικεύει και αναλύει την πείρα από τις κινητοποιήσεις, είναι περισσότερο ανοιχτός σε πιθανές προσεγγίσεις και πολιτικές συγκλίσεις με το χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Η κεντρική πολιτική σκηνή


Σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του πολιτικού επιπέδου έχουμε να επισημάνουμε ότι αν και η κατάσταση είναι ακόμη ρευστή αρχίζουν να διαμορφώνονται οι βασικοί άξονες των τοποθετήσεων των πολιτικών κομμάτων, τόσο των αστικών κομμάτων εξουσίας όσο και του ΚΚΕ και του ΛΑΟΣ. Η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ούτως ή άλλως γνωστή και συγκροτημένη από την πρώτη στιγμή της ανάφλεξης.

Η κυβέρνηση, καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, είναι σε πανικό, με αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό της. Χρησιμοποιεί από τη μια μεριά τις απονομιμοποιημένες δυνάμεις καταστολής οι οποίες δεν μπορούν να καταστείλουν την εξέγερση και την ίδια στιγμή προσπαθεί να κινητοποιήσει ως πολιορκητικό κριό δυνάμεις παρακρατικών, ασφαλιτών, φασιστών, πρακτόρων και οννεδιτών που παίζουν το ρόλο των «αγανακτισμένων πολιτών». Η κίνηση αυτή αναδεικνύει τις βρώμικες σχέσεις του κράτους και της διοίκησης με οργανωμένες δυνάμεις που δρουν στα όριά του και φροντίζουν για την επάνοδο στις κανονικές συνθήκες αναπαραγωγής του κοινωνικού σχηματισμού σε περιόδους κρίσης.

Το ΠΑΣΟΚ ακόμη δεν έχει καταλάβει απολύτως τίποτα και όπως τόσο καιρό δεν έχει καμιά συγκροτημένη πολιτική γραμμή και πολιτική πρόταση. Περιορίζεται σε μια κριτική που αφορά το διαχειριστικό - επιχειρησιακό μέρος της υπόθεσης χωρίς να αναφέρεται στα αίτια και τα σιωπηρά αλλά και ρητά αιτήματα της εξέγερσης. Είναι το έτερον ήμισυ της κυβέρνησης, ο άλλος πόλος του αστικού συστήματος εξουσίας ο οποίος έχει αναστατωθεί από το βραχυκύκλωμα της στρατηγικής του ώριμου φρούτου που προκλήθηκε από την εξεγερσιακή διαδικασία. Σε ό,τι αφορά το σκληρό πυρήνα του κομματικού του μηχανισμού (συνδικαλιστικές ηγεσίες, τοπικά στελέχη, στελέχη της νεολαίας του κλπ.), αυτός είναι εντελώς απών από τις κινητοποιήσεις και παίζει το ρόλο της δήθεν υπεύθυνης και ψύχραιμης δύναμης. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνει τις αναλύσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι δεν πρόκειται παρά για μια σοσιαλφιλελεύθερη δύναμη που έχει πάρει διαζύγιο από τις αγωνίες, τις διεκδικήσεις και τα οράματα των εργαζόμενων και της νεολαίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει οργανωμένος κόσμος του ΠΑΣΟΚ τόσο στους εντός της εξέγερσης, όσο και κυρίως σε αυτούς που χωρίς να συμμετέχουν ενεργά στις κινητοποιήσεις τάσσονται αλληλέγγυοι με την εξέγερση και τα αιτήματά της. Αυτός ο κόσμος μέσα από την παρούσα κοινωνική διεργασία μετασχηματίζεται και έρχεται σε επαφή με τις οργανωμένες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, γεγονός που πρέπει να αξιοποιηθεί και να οδηγήσει στη οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μαζί του.

Για το ΚΚΕ ήδη έχουν ειπωθεί κάποια πράγματα σε σχέση με τη μη συμμετοχή του στην εξέγερση. Αυτό που είναι όμως πραγματικά συγκλονιστικό είναι η κεντρική πολιτική του τοποθέτηση. Με τις δηλώσεις της ΓΓ αλλά και άλλων κορυφαίων στελεχών του κατά του ΣΥΡΙΖΑ και της εξέγερσης παίζει το ρόλο του αριστερού ψάλτη της ΝΔ. Στόχος του είναι η συκοφάντηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ, στόχος που εντάσσεται σε μια κοντόφθαλμη πολιτική στρατηγική οχύρωσής του, η οποία δεν δείχνει να λαμβάνει υπόψη της ότι αυτή η κατάσταση δημιουργεί δυνατότητες για μια συνολικότερη αμφισβήτηση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας, για μια αναδιάταξη του πολιτικού πεδίου και των κοινωνικών συσχετισμών προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και της νεολαίας. Αυτή η πολιτική δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι συμπίπτει με τις πιο ακραίες εκδοχές της γραμμής που προωθείται από την κυβέρνηση και την Ακροδεξιά. Τελικά το ΚΚΕ έχει μετασχηματιστεί σε ένα υπερσυντηρητικό κόμμα της τάξης και της ασφάλειας που αδυνατεί να προσφέρει απάντηση και διέξοδο στις διεκδικήσεις των υποτελών τάξεων και των συμμάχων τους. Όχι ότι περιμέναμε τίποτα διαφορετικό από τους εισηγητές του νεοσταλινισμού αλλά είναι χρήσιμο ενίοτε να επαναλαμβάνουμε τα δεδομένα απλώς για να «θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι».

Το ΛΑΟΣ δεν κάνει τίποτα περισσότερο από αυτό που όλοι περίμεναν. Συγκροτεί την ακροδεξιά πτέρυγα της εναντίωσης στις κινητοποιήσεις, καλεί σε δυναμική παρέμβαση των δυνάμεων καταστολής και συμμετέχει στις ομάδες των αγανακτισμένων πολιτών έχοντας μια στρατηγική πυροδότησης της έντασης που θα το βοηθήσει να συσπειρώσει τα πιο ακραία και συντηρητικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας.

Στην άλλη πλευρά της όχθης βρίσκεται, από τις δυνάμεις που είναι εντός κοινοβουλίου, μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αντιμέτωπος με ολόκληρο τον πολιτικό μηχανισμό του κράτους ακριβώς γιατί υλοποιεί μια στρατηγική συνεπή προς τις διακηρύξεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με πρόταγμα την πολιτική διέξοδο προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και της νεολαίας. Ο ρόλος του ήταν σημαντικός από το πρώτο δευτερόλεπτο των κινητοποιήσεων, τις οποίες στήριξε και συνεχίζει να στηρίζει με όλες του τις δυνάμεις. Η γραμμή που υλοποίησε και πρέπει να συνεχίσει να υλοποιεί ήταν αυτή της ανάδειξης του παραδείγματος στη βάση του οποίου πρέπει να οργανωθεί η κοινωνική οργή. Βασικό στοιχείο αυτού του παραδείγματος ήταν η απόρριψη της τυφλής βίας όχι με όρους ηθικούς αλλά με όρους πολιτικής αποτελεσματικότητας, αφού αυτού του τύπου η πρακτική όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τις λαϊκές διεκδικήσεις αλλά αναπαράγει και μια πρακτική ιδεολογία ασυμβίβαστη με αυτήν της αλληλεγγύης και των κοινωνικών συμμαχιών που είναι αναγκαίες για τη ακύρωση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνεχίσει να πρωταγωνιστεί στην οργάνωση των κινητοποιήσεων, να προτείνει το πολιτικό πλαίσιο και να βοηθήσει ώστε η οργάνωση των αγώνων να μεταφερθεί στους επιμέρους κοινωνικούς χώρους, στους φοιτητικούς και σπουδαστικούς συλλόγους, στα σχολεία και στις Γενικές Συνελεύσεις των μαθητών, στα συνδικάτα, στις γειτονιές, διότι μέχρι τώρα το οργανωμένο κομμάτι του κινήματος δεν είχε παρά ελάχιστο συντονισμό αφού τον πρώτο λόγο είχαν οι επιμέρους οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Το πολιτικό πλαίσιο


Η κοινωνική εξέγερση έφερε με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια όλες τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Από τα ζητήματα της παιδείας μέχρι τα κυρίαρχα ζητήματα των μισθών, της υπερχρέωσης στις τράπεζες, την ανυπαρξία κοινωνικού κράτους, την περιθωριοποίηση τεράστιων τμημάτων της κοινωνίας (μετανάστες, λογής αποκλεισμένοι, κλπ.), τα ζητήματα της επισφάλειας και του κοινωνικού αδιεξόδου της νεολαίας και φυσικά το ζήτημα της δομικής ασυδοσίας των κατασταλτικών μηχανισμών και του πολιτικού μηχανισμού που παίζει το ρόλο του συνηγόρου - προστάτη τους. Με αυτή την έννοια το πολιτικό πλαίσιο που θα δώσει την διέξοδο από μια τέτοια κρισιακή κατάσταση δεν μπορεί να περιορίζεται στο άθροισμα των επιμέρους αιτημάτων των κοινωνικών χώρων. Αυτό που χρειάζεται σε αυτή τη φάση είναι να δώσουμε το σύνθημα που συμπυκνώσει τόσο σε συμβολικό όσο και πρακτικό επίπεδο την ανάγκη για την ακύρωση του συνόλου των εξουσιαστικών σχέσεων, το σύνθημα που θα οδηγήσει σε μια πραγματική κοινωνική και πολιτική τομή / ασυνέχεια. Να δώσουμε έμφαση στη δυνατότητα αλλά κυρίως την ανάγκη για μια διαφορετική αντικαπιταλιστική - αντιεμπορευματική κοινωνική οργάνωση. Δεν πρόκειται για ένα απογειωμένο πολιτικό πλαίσιο. Το αντίθετο. Πρόκειται για το πολιτικό πρόγραμμα και πρόταγμα που είναι αντάξιο μιας περίστασης γενικευμένης κρίσης νομιμοποίησης του καπιταλιστικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας. Προφανώς όμως δεν μπορούμε να έχουμε αυταπάτες ότι έχουμε φτάσει στο σημείο εκείνο της ασταθούς ισορροπίας που προαναγγέλλει μια γενικευμένη κρίση του κράτους και οδηγεί στη στιγμή μιας σύγκρουσης σταθμού, σύγκρουσης οιονεί τελικής (οιονεί γιατί τελική σύγκρουση δεν υπάρχει), που πιθανή νίκη των υποτελών τάξεων θα οδηγήσει στην κατάκτηση της κρατικής εξουσίας και στην απόπειρα κατάργησης της κεφαλαιακής σχέσης. Έχουμε φτάσει όμως σε ένα σημείο που το σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό σχέδιο μπορεί να αποκτήσει ξανά βαθιές λαϊκές ρίζες, να γίνει ξανά μαζικό πρόταγμα και η κομμουνιστική ιδεολογία να αποκτήσει ερείσματα στις μάζες.

Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί έχει πλέον ορίσει ένα σημείο μη επιστροφής. Κρίση νομιμοποίησης του καπιταλισμού, κρίση αντιπροσώπευσης, ιδεολογικοί μετασχηματισμοί και μετατοπίσεις των ανθρώπων, κοινωνική πόλωση, κινητοποίηση των υποτελών τάξεων, υλικά ίχνη ανεξίτηλα που αφήνουν τεράστια παρακαταθήκη για το μέλλον. Το εγγύς αλλά και το απώτερο. Εξάλλου, το μέλλον διαρκεί πολύ.


Αθήνα, 12 Δεκέμβρη 2008

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή