Κατανοώντας τη νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού Εκτύπωση
Τεύχος 106, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2009


ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ:
O ΦΕΤΙΧΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ PROUDHON

του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου

«Εκείνο που διαφοροποιεί αυτούς τους σοσιαλιστές από τους αστούς απολογητές είναι, από τη μια μεριά, η αίσθηση των αντιφάσεων του συστήματος, από την άλλη ο ουτοπισμός να μην κατανοούν την αναγκαία διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και την ιδεατή μορφή της αστικής κοινωνίας, και άρα να αναλαμβάνουν το περιττό εγχείρημα να θέλουν πάλι να πραγματοποιήσουν την ιδεατή έκφραση, το ίδιο το συσκοτισμένο είδωλο που εκπέμπει και ανακλά η ίδια η πραγματικότητα» Μαρξ (1992: 814).


1. Εισαγωγή


Βασική αφορμή για την ανάλυση που ακολουθεί αποτέλεσε τόσο το ίδιο το γεγονός της σύγχρονης και ενεργής κρίσης του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος όσο και οι διάφορες ερμηνείες που δοκιμάστηκαν για αυτήν, κυρίως στο εσωτερικό της πολιτικής οικονομίας.

Η κρίση φαίνεται να έχει φέρει σε μεγάλη αμηχανία τους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού. Ο πάλαι ποτέ «μάγος» των αγορών, Alan Greenspan, θα δηλώσει εμβρόντητος μπροστά στην εξεταστική κυβερνητική επιτροπή ότι όλοι όσοι είχαν πιστέψει στο αλάνθαστο των αγορών «βρίσκονται σε κατάσταση συνταρακτικής δυσπιστίας», συμπληρώνοντας ότι «είμαστε στο μέσο ενός πιστωτικού τσουνάμι που συμβαίνει μία φορά στον αιώνα». Ετούτη η αμηχανία είναι ενδεικτική του συνολικότερου κλίματος που επικρατεί στους κόλπους των golden boys της διανόησης. Άλλωστε, εκείνο που έχει αμφισβητηθεί είναι η ίδια η θεμελιώδης νεοφιλελεύθερη αρχή του αόρατου χεριού: η συστημική αστοχία εκδηλώθηκε στις πλέον απελευθερωμένες αγορές. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, τουλάχιστον προς το παρόν, έχει υποστεί μία σημαντική ρωγμή.

Στο εσωτερικό των κινημάτων, από την άλλη, έχει κατά καιρούς τονιστεί ο έντονα εκμεταλλευτικός χαρακτήρας του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος δεν εξαντλείται μόνο στη συρρίκνωση των λαϊκών εισοδημάτων αλλά επισφραγίζει με σύνθετο τρόπο την ταξική κυριαρχία και μέσα στο ίδιο το «πολιτικό πεδίο» του εργοστασίου (για να μην αναφερθούμε στην τρομακτική κοινωνική καταστολή και στο πλέγμα των σύνθετων και επιτηδευμένων μορφών κοινωνικού ελέγχου). Ωστόσο, παρόλη την πολιτική εμπειρία που έχει «συσσωρευτεί» στους κόλπους της Αριστεράς, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το εξής παράδοξο. Όταν η συζήτηση για το νεοφιλελευθερισμό διεξάγεται με αφορμή τις οικονομικές κρίσεις ή τις επαναλαμβανόμενες αστοχίες του συστήματος, αίφνης η «εικόνα της εκμετάλλευσης» συρρικνώνεται ώστε μετά βίας να χωράνε εντός της το στοιχείο της αστάθειας και το στοιχείο της αναδιανομής. Με άλλα λόγια, αναδεικνύονται θεωρητικές αφηγήσεις που διατηρούν σχέσεις εκλεκτικής συγγένειας όχι με τη μαρξική παράδοση αλλά με την κεϋνσιανή.

Λαμβάνοντας τα παραπάνω ως δεδομένα, η ανάλυση που ακολουθεί έχει σχεδιαστεί ως εξής. Αρχικά, στην ενότητα 2, θα παρουσιάσουμε την προβληματική του Keynes για το νεοφιλελευθερισμό ενώ εν συντομία θα συνοψίσουμε κάποια από τα συμπεράσματα των σύγχρονων οπαδών του. Για τους τελευταίους, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας εισοδηματικά άδικος, ασταθής και αντι-αναπτυξιακός καπιταλισμός που σαν άμεσο αποτέλεσμά του έχει τη συρρίκνωση των εργατικών εισοδημάτων και τη διόγκωση της κερδοσκοπίας. Συνιστά, επομένως, ένα καθεστώς το οποίο θέτει στο επίκεντρο της οικονομικής κίνησης την αναζήτηση κερδών στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Για να το διατυπώσουμε σχηματικά, οι «εισοδηματίες» κάτοχοι χρηματοοικονομικών τίτλων επιβάλλουν πτώση στην «τιμή» της εργασίας ώστε να ενισχύσουν τις τιμές των χρεογράφων τους (ομόλογα και μετοχές) ενώ την ίδια στιγμή επιδίδονται στην κερδοσκοπία ώστε να επωφεληθούν προσωρινά έναντι των αντίπαλων εισοδηματιών.

Αρκετές αναλύσεις πέραν της μετα-κεϋνσιανής βιβλιογραφίας συμμερίζονται σε σημαντικό βαθμό την άποψη ότι ο νεοφιλελευθερισμός ως σύστημα κοινωνικής οργάνωσης θέτει σε πρώτο πλάνο την κερδοφορία στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Ενδεικτικά θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς αρκετούς μηχανισμούς που θα είχαν σαν αποτέλεσμα κάτι τέτοιο: διόγκωση του δανεισμού ως μέσο απατηλής (ψευδο-)πραγματοποίησης της υπεραξίας (Wolff, Brenner), συσσώρευση μέσω διαρκούς υφαρπαγής (Harvey), τραπεζική κερδοφορία εξαιτίας της προνομιακής θέσης των τραπεζών σε σχέση με τα δανειζόμενα νοικοκυριά (Lapavitsas). Εν συντομία στην ενότητα 3 θα αναφερθούμε σε ορισμένες παρεμβάσεις που κινούνται σε μία τέτοια κατεύθυνση.

Στην ενότητα 4, επιστρέφοντας στην ανάλυση του Μαρξ, θα επιχειρήσουμε να έρθουμε σε ρήξη με όλες τις παραπάνω προσεγγίσεις και να δοκιμάσουμε μία εναλλακτική ερμηνεία για το νεοφιλελευθερισμό. Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι, βέβαια, εισοδηματικά άδικος και ασταθής αλλά κυρίως είναι ένας καπιταλισμός ο οποίος έχει οικονομηθεί επάνω στην ήττα της εργασίας παγιώνοντας στρατηγικές εκμετάλλευσης ιδιαίτερα ευνοϊκές για το κεφάλαιο. Με την έννοια αυτή, δύσκολα θα μπορούσε να «καταγγελθεί» ως αντιπαραγωγικός, αναποτελεσματικός ή έστω «απορρυθμισμένος». Η έμφαση της ανάλυσής μας θα μεταφερθεί από τη σφαίρα της κυκλοφορίας σε εκείνη της παραγωγής, υπενθυμίζοντας τη βασική θέση του Μαρξ: η καπιταλιστική παραγωγή είναι μία διαδικασία «παραγωγής» υπεραξίας.


2. Keynesian blues:

η απελευθέρωση των χρηματαγορών και ο παρασιτικός ρόλος του εισοδηματία


2.1 Οι ρίζες του κεϋνσιανού στοχασμού: όταν ο Keynes συνάντησε τον Ricardo


Η στάση του Keynes απέναντι στον Ricardo υπήρξε βαθιά αμφιθυμική. Είναι γνωστό ότι ο Keynes θεωρούσε τον δεύτερο ως γνήσιο πρόγονο των νεοκλασικών οικονομολόγων (Keynes χ.χ.έ: 25). Εντούτοις, ακολουθώντας την παρατήρηση του Mattick (1981: 29), θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η κεϋνσιανή «εξέγερση» απέναντι στη νεοκλασική ανάλυση της πλήρους απασχόλησης «μπορεί να θεωρηθεί καλύτερα σαν μία μερική επιστροφή στην κλασική θεωρία και αυτό παρά την αντίθεση του ίδιου του Keynes προς την κλασική θεωρία». Το παράδοξο ετούτο συμπέρασμα έχει ενδεχομένως μία βάση. Διότι η διαφοροποίηση από το νεοκλασικό πλαίσιο προϋποθέτει εκτός των άλλων και έναν αναστοχασμό της εισοδηματικής διανομής (βλ. Garegnani 1979). Ο αναστοχασμός αυτός στρέφει αναγκαστικά την ανάλυση στα θεσμικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας, δηλαδή σε προβληματικές που είχαν υιοθετηθεί από τον Smith και λιγότερο από τον Ricardo (βλ. Sotiropoulos και Economakis 2008).

Υπάρχει, ωστόσο, και μία άλλη αναλογία ανάμεσα στις αναλύσεις του Ricardo και του Keynes. Συγκεκριμένα, τη θεωρητική και πολιτική στάση, που κράτησε ο πρώτος απέναντι στο γαιοκτήμονα της εποχής του, επεφύλαξε ο δεύτερος στον «εισοδηματία» (rentier), δηλαδή τoν «εξ’ επαγγέλματος επενδυτή» το εισόδημα του οποίου (τόκος) δεν αποτελεί «αμοιβή πραγματικής θυσίας» (Keynes χ.χ.έ: 155, 376). Με τα λόγια του ίδιου του Keynes (ό. π.), «o κάτοχος κεφαλαίου δύναται να αποκτήσει τόκο διότι το κεφάλαιο είναι σπάνιο, όπως ακριβώς ο γαιοκτήμονας δύναται να αποκτήσει πρόσοδο διότι το έδαφος είναι σπάνιο».

Ας θυμηθούμε εν συντομία το επιχείρημα του Ricardo. Στο θεωρητικό του σχήμα υπήρχαν τρεις βασικές κοινωνικές τάξεις: οι εργάτες, οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες. Οι τελευταίοι διατηρούσαν υπό την κατοχή τους το μοναδικό σπάνιο συντελεστή παραγωγής: τη γη. Εξαιτίας της φθίνουσας αποδοτικότητας της τελευταίας, η εξέλιξη της κεφαλαιακής συσσώρευσης καθιστούσε τους γαιοκτήμονες τους μοναδικούς ευνοημένους και αυτό διότι η αυξανόμενη χρήση της «περιορισμένης» γης γινόταν ολοένα και πιο «ακριβή». Οι γαιοκτήμονες απολάμβαναν υψηλά εισοδήματα χωρίς κάτι τέτοιο να αντιστοιχεί σε κάποια «παραγωγική» συνεισφορά. Με τον τρόπο αυτό ο Ricardo εισήγαγε ένα θεμελιώδη διαχωρισμό ανάμεσα στις παραγωγικές (καπιταλιστές και εργάτες) και τις μη-παραγωγικές κοινωνικές τάξεις (γαιοκτήμονες) με σαφέστατα πολιτικά συμπεράσματα για τις ταξικές αντιπαραθέσεις της εποχής του (βλ. Rubin 1994).

Σε ανάλογο πνεύμα ο Keynes (1971: 4), ήδη από το Tract on Monetary Reform, αντιλαμβάνεται τους εισοδηματίες («investing class» ή «financial capitalists») ως ιδιαίτερη κοινωνική τάξη στο πλαίσιο ενός θεωρητικού σχήματος τριπλής ταξικής διαστρωμάτωσης, που περιλαμβάνει επιπροσθέτως τους επιχειρηματίες ή ανώτερους μάνατζερ («business class») και τους εργαζομένους («earning class»). Πρόκειται για μία θέση που δημιουργεί ιδιαίτερη δυναμική στο συνολικότερο επιχείρημά του. Θα πρέπει να σημειώσουμε, επίσης, ότι σε αντίθεση με ό,τι συχνά σπεύδουν να παρατηρήσουν οι διάφοροι οπαδοί του, η αναφορά του Keynes σε κοινωνικές τάξεις δεν θα πρέπει να συγχέεται σε καμία περίπτωση με το πλαίσιο της ταξικής ανάλυσης της μαρξικής θεωρίας (σχετικά βλ. Σωτηρόπουλος 2007).

Σύμφωνα με τη λογική του Keynes (χ.χ.έ.: 336) ο εισοδηματίας είναι ο «παρασιτικός επενδυτής», ο οποίος διατηρεί την «καταπιεστική δύναμη» να εισπράττει εισοδήματα από την κατοχή κεφαλαίου σε ρευστή μορφή εκμεταλλευόμενος την «τεχνική σπανιότητα» του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο εισοδηματίας είναι ως επί το πλείστον ένα νεοεισερχόμενο πρόσωπο στην οικονομική ζωή. Η μεγάλη επιχείρηση, η οποία βασίζεται στο διαχωρισμό της ιδιοκτησίας από τη διοίκηση, προσδίδει τόσο στον εισοδηματία όσο και στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που τον εκπροσωπούν έναν νέο σημαντικότερο ρόλο (ό.π.: 150).

Βέβαια, για εκείνους που είναι εξοικειωμένοι με την ανάλυση του Keynes, τα προηγούμενα σχόλια φαντάζουν ενδεχομένως κάπως παράδοξα. Από τη στιγμή που στο σχήμα του η ποσότητα του χρήματος προσδιορίζεται ενδογενώς από το ύψος της ζήτησης και η επένδυση είναι αυτή που δημιουργεί την αναγκαία αποταμίευση για τη χρηματοδότησή της (π.χ. βλ. Moore 1988, Wray 1998, Lavoie 1996), πώς είναι δυνατό οι ιδιοκτήτες χρηματοοικονομικών τίτλων να παρομοιάζονται με τους γαιοκτήμονες του Ricardo ως κάτοχοι ενός «σπάνιου» και περιορισμένου σε ποσότητα συντελεστή παραγωγής; Η απάντηση είναι απλή. Σε αντίθεση με τη σπανιότητα του εδάφους που είναι δεδομένη, το χρηματιστικό κεφάλαιο μπορεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά σπάνιου συντελεστή όταν οι κάτοχοι και διαχειριστές του επιτύχουν υψηλές αποδόσεις στο συγκρουσιακό πεδίο της διανομής. Σε μία τέτοια κατεύθυνση οι πολιτικές του μονεταρισμού είναι πολύτιμες. Οι πολιτικές «ακριβού» χρήματος (που σηματοδότησαν τη νεοφιλελεύθερη απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου) είναι καλοδεχούμενες από την πλευρά των εισοδηματιών διότι θέτουν σαν κεντρική τους προτεραιότητα τη διατήρηση της αξίας και των αποδόσεων των χρηματοοικονομικών τίτλων.


2.2 Ο παρασιτικός ρόλος του εισοδηματία: η στιγμή της αναδιανομής


Όπως είναι γνωστό, ο Keynes (χ.χ.έ.: 339-340) ήταν πεπεισμένος ότι δεν υπάρχουν αυτόματες και αυτο-διορθωτικές δυνάμεις που να επαναφέρουν τις καπιταλιστικές οικονομίες στο «πολυπόθητο» σημείο της πλήρους απασχόλησης. Βιώνοντας τα γεγονότα της δεκαετίας του 1930 δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να υποστηρίξει τη σμιθιανή προσέγγιση του αόρατου χεριού. Η αστοχία του τελευταίου ήταν ιδιαίτερα εμφανής στη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών της εποχής.

Το επιχείρημα του Keynes για τη σχέση χρηματοπιστωτικού και «πραγματικού» τομέα της οικονομίας μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο σε αναφορά με τον αντιπαραγωγικό ρόλο του εισοδηματία. Το επιχείρημά του έχει δύο στιγμές.

Οι υψηλές χρηματοοικονομικές αποδόσεις και τα υψηλά επιτόκια, δηλαδή τα υψηλά κέρδη για το χρηματιστικό κεφάλαιο, έχουν σαν αποτέλεσμα τη μείωση της ενεργού ζήτησης κυρίως μέσα από τη μείωση της επένδυσης. Πρόκειται για ένα άμεσο συμπέρασμα της επιχειρηματολογίας που προηγήθηκε. Σύμφωνα με την ανάλυση του Keynes, ceteris paribus, εάν το επιτόκιο διαμορφωθεί σε υψηλό επίπεδο, η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου (τα προσδοκώμενα κέρδη) θα προσαρμοστεί σε αυτό προτού επιτευχθεί η πλήρης απασχόληση. Επιπλέον, στην περίπτωση της μετοχικής εταιρίας, υψηλές αποδόσεις για τον εισοδηματία σημαίνουν υψηλές πληρωμές σε τόκους και μετοχικά μερίσματα, δηλαδή χαμηλότερα εισοδήματα για τους εργαζομένους και χαμηλότερα απομένοντα κέρδη για επενδύσεις.

Επομένως, όσο η εισοδηματική διανομή ευνοεί τους εισοδηματίες, τα αποτελέσματα για την καπιταλιστική ανάπτυξη αναμένεται σύμφωνα με την προηγούμενη λογική να είναι αρνητικά: οι επενδύσεις θα αποθαρρυνθούν συμβάλλοντας σε ανεργία και χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης.1


2.3 Ο παρασιτικός ρόλος του εισοδηματία: η στιγμή της αστάθειας


Για τον Keynes ο ρόλος των χρηματοοικονομικών αγορών στις «σύγχρονες» οικονομίες, όπου η ιδιοκτησία των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων έχει διαχωριστεί από τη διοίκηση, είναι εξαιρετικά σύνθετος. Όπως θα παρατηρήσει χαρακτηριστικά, κάτι τέτοιο «κάποτε διευκολύνει την επένδυση, αλλά κάποτε συμβάλλει σημαντικά στην αστάθεια του συστήματος» (Keynes χ.χ.έ.: 150). Προφανώς, εδώ η έμφαση περνάει στον όρο της αστάθειας.

Όσον αφορά την οικονομική συμπεριφορά των εισοδηματιών, ο Keynes (ό. π.: 156) ορίζει ως κερδοσκοπία «την πρόβλεψη της ψυχολογίας της αγοράς» (δηλαδή την αγορά χρεογράφων με σκοπό την επαναπώλησή τους σε υψηλότερη τιμή) και ως επιχειρηματικότητα «την πρόβλεψη της προβλεπόμενης αποδόσεως των περιουσιακών στοιχείων καθ’ όλη τη διάρκειά τους» (δηλαδή την αγορά χρεογράφων με σκοπό το μακροχρόνιο εισόδημα). Ακόμα και εάν αγνοήσουμε προσωρινά την κερδοσκοπία, οι αγορές κεφαλαίου, σύμφωνα πάντα με την επιχειρηματολογία του Keynes, δεν είναι σε θέση να κατανείμουν αποτελεσματικά το κεφάλαιο των εισοδηματιών. Οι τελευταίοι ζουν σε έναν αβέβαιο κόσμο και είναι απόλυτα ενήμεροι γι’ αυτό. Επομένως, δεν περιμένουν ότι τα δεδομένα που έχουν στη διάθεσή τους σήμερα μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο οδηγό για αποτελέσματα που αφορούν το μακρινό μέλλον (Davidson 2002: 187). Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Keynes (χ.χ.έ: 149): «η γνώση μας για τους παράγοντες, από τους οποίους θα εξαρτηθεί η απόδοση μιας επένδυσης σε μερικά έτη είναι συνήθως πολύ ισχνή και συχνά αμελητέα». Επομένως, οι προσδοκίες που ενσωματώνονται στις επενδυτικές αποφάσεις των εισοδηματιών δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές. Εξαρτώνται από τα «animal spirits»:


Εντελώς ανεξάρτητα της αστάθειας που οφείλεται στην κερδοσκοπία, υπάρχει η αστάθεια που οφείλεται στο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσεως σύμφωνα με το οποίο σημαντικό ποσοστό των ενεργειών μας εξαρτάται μάλλον από αυθόρμητη αισιοδοξία παρά από μαθηματικώς υπολογιζόμενη πρόβλεψη στον τομέα της ηθικής, της απολαύσεως ή της παραγωγής. Οι περισσότερες, πιθανώς, από τις αποφάσεις μας να κάνουμε κάτι, οι πλήρεις συνέπειες του οποίου θα φανούν μετά πολλών ημερών, δύνανται να ληφθούν μόνο ως αποτέλεσμα των animal spirits, μιας αυθόρμητης ωθήσεως προς ενέργεια μάλλον παρά προς αδράνεια, και όχι ως αποτέλεσμα σταθμισμένου μέσου όρου ποσοτικών πλεονεκτημάτων πολλαπλασιαζόμενων από ποσοτικές πιθανότητες (Keynes ό. π.: 158-9).


Για μία σειρά από λόγους (κυρίως διότι οι χρηματοοικονομικοί «παίκτες» έχουν υπόψη τους ότι το μακρύ μάλλον δεν μπορεί να προλεχθεί αλλά και διότι «η ανθρώπινη φύση επιθυμεί ταχέα αποτελέσματα») οι περισσότεροι από τους «εξ’ επαγγέλματος κεφαλαιούχους (…) πράγματι (…) απασχολούνται όχι με το να κάνουν καλύτερες μακροπρόθεσμες προβλέψεις περί της πιθανής αποδόσεως μιας επένδυσης καθ’ όλη τη διάρκειά της, αλλά με το να προβλέπουν μεταβολές της συμβατικής βάσης εκτίμησης λίγο πριν τις αντιληφθούν οι πολλοί» (ό. π.: 155, 153). Με άλλα λόγια, οι εισοδηματίες έλκονται αυθόρμητα από την κερδοσκοπία παρά από την επιχειρηματικότητα, ενώ σε καμία περίπτωση «η διαγωγή αυτή δεν είναι απόρροια μιας κακής διαθέσεως» (ό. π.: 153). Είναι μάλλον το «αναπότρεπτο αποτέλεσμα» των οργανωμένων ρευστών αγορών κεφαλαίου (ό. π.).

Επομένως, στην αντίληψη του Keynes, οι ρευστές αγορές κεφαλαίου δεν είναι απλά μη-αποτελεσματικές (με τη νεοκλασική σημασία του όρου) αλλά επιπλέον είναι εγγενώς ασταθείς. Σε ένα καθεστώς πλήρως απελευθερωμένων χρηματαγορών είναι αναμενόμενο να διογκώνεται περισσότερο το χαρακτηριστικό της αστάθειας:


Εφόσον η οργάνωση των αγορών επένδυσης βελτιώνεται, ο κίνδυνος της υπεροχής της κερδοσκοπίας αυξάνει. (…) Οι κερδοσκόποι δεν δύνανται να βλάψουν ως φυσαλίδες επί σταθερού ρεύματος επιχειρηματικότητας. Η κατάσταση καθίσταται όμως σοβαρά, όταν η επιχειρηματικότητα καθίσταται φυσαλίδα εντός κυκεώνα κερδοσκοπίας. Όταν η κεφαλαιουχική ανάπτυξη μιας χώρας καθίσταται υποπροϊόν της δραστηριότητας ενός καζίνο, είναι πιθανόν ότι η εργασία δεν γίνεται καλά (ό. π.: 156-7).


Η παραπάνω επιχειρηματολογία μας οδηγεί αβίαστα σε ένα βασικό ερώτημα: εάν οι αγορές κεφαλαίου είναι τόσο εύθραυστες, ασταθείς και μη-αποτελεσματικές, τότε γιατί δεν τις καταργούμε;

Για να είμαστε ακριβείς, ο Keynes ποτέ δεν αρνήθηκε ότι οι αγορές κεφαλαίου αποτελούν ένα πρόσφορο μέσο για την παροχή πίστης για παραγωγικές επενδύσεις. Επομένως, ο ρόλος τους αναγνωρίζεται ως κρίσιμος για την καπιταλιστική ανάπτυξη: η ρευστότητα των αγορών τις περισσότερες φορές επιταχύνει τη νέα επένδυση (ό. π.: 158). Την ίδια στιγμή, οι μη-ρευστές αγορές θα ήταν ικανές «να εμποδίσουν σοβαρώς τη νέα επένδυση» κάνοντας τους επενδυτές απρόθυμους να αναλαμβάνουν κινδύνους. Οι εισοδηματίες θα ήταν επιφυλακτικοί στην παροχή πίστης προς τις επιχειρήσεις προτιμώντας μάλλον τον «αποθησαυρισμό» των αποταμιεύσεών τους (ό. π.). Οι θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την ορθή λειτουργία των αγορών είναι η ρύθμιση και η εποπτεία, δηλαδή «το χτίσιμο θεσμών που να εξασφαλίζουν σε όσους συμμετέχουν στις αγορές ότι η “σωστή” ψυχολογία είναι εκείνη της εμπιστοσύνης στη διάρκεια και τη σταθερότητα (…) της εξέλιξης των αγοραίων τιμών κατά την πάροδο του χρόνου» (Davidson 2002: 195, για ανάλογα συμπεράσματα βλ. Wray 2008).


2.4 Ο νεοφιλελευθερισμός ως η ηγεμονία του εισοδηματία


Γράφοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Keynes (χ.χ.έ.: 337) προέβλεψε την οριστική εξάλειψη («ευθανασία», όπως την αποκάλεσε) των εισοδηματιών «εντός μιας ή δύο γενεών». Εντούτοις, οι οπαδοί του υποστηρίζουν ότι τρεις γενιές αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1970, οι εισοδηματίες (δηλαδή οι παράγοντες του ηγούνται του «money manager capitalism» για να χρησιμοποιήσουμε μία έννοια από το έργο του Minsky 1993) επέστρεψαν με σκοπό να ηγεμονεύσουν. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο νεοφιλελευθερισμός μάλλον συνιστά την «εκδίκηση των εισοδηματιών».2 Οι τελευταίοι υποτίθεται ότι έχουν κυριαρχήσει σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, διαμορφώνοντας την ατζέντα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων όπως ακριβώς ορίζουν τα συμφέροντά τους.

Όψεις της παραπάνω προβληματικής έχουν «διαχυθεί» ευρύτατα στη βιβλιογραφία, καταλαμβάνοντας πολλές φορές δεσπόζουσα θέση και στο εσωτερικό της Αριστεράς. Αρκεί απλώς να αναρωτηθούμε πόσες παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια έχουν στο επίκεντρο της ανάλυσής τους την ιδέα ότι ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός είναι ένας καπιταλισμός «καζίνο» που ευνοεί αποκλειστικά τα διεθνή funds.

Στην ίδια κατεύθυνση πολλοί κεϋνσιανοί (όπως και στοχαστές που εμπνέονται από αυτούς)3 θεωρούν ότι η σύγχρονη χρηματοοικονομική φιλελευθεροποίηση πρέπει να προσεγγίζεται σαν μία διαδικασία στην οποία οι ελίτ του χρήματος και οι πιστωτικοί ενδιάμεσοι έχουν τον καθοριστικό λόγο στον τρόπο με τον όποιο σχεδιάζονται οι λεπτομέρειες της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού. Όπως εύστοχα συνοψίζει ο Epstein (2001: 1), η «αύξηση της σημασίας των αγορών κεφαλαίου, των χρηματοοικονομικών κινήτρων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ελίτ στη λειτουργία της οικονομίας και των θεσμών διακυβέρνησης, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο» αιχμαλωτίζεται εννοιολογικά στη σχετική βιβλιογραφία κάτω από τον όρο της χρηματοοικονομικοποίησης (financialization). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την κεϋνσιανή λογική, η πολιτική και οικονομική κυριαρχία των εισοδηματιών σημαίνει: (1) αύξηση της οικονομικής σημασίας του χρηματοπιστωτικού τομέα σε σύγκριση με τον «πραγματικό» βιομηχανικό τομέα της οικονομίας, (2) μεταφορά εισοδήματος από τον δεύτερο στον πρώτο, αυξάνοντας τις οικονομικές ανισότητες και συρρικνώνοντας την ενεργό ζήτηση (πρώτη στιγμή του κεϋνσιανού επιχειρήματος), και (3) διόγκωση της χρηματοοικονομικής αστάθειας και μετατροπή της σε κυρίαρχη όψη του σύγχρονου καπιταλισμού (δεύτερη στιγμή του κεϋνσιανού επιχειρήματος). Τελικά, όλα αυτά έχουν μία βασική συνέπεια: τη συνολική επιδείνωση της οικονομικής ανάπτυξης (ότι δηλαδή θα είχε υποστηρίξει και ο ίδιος ο Keynes εάν βρισκόταν στη ζωή).

Δεν σκοπεύουμε, βέβαια, επεκταθούμε διεξοδικά στις επεξεργασίες της κεϋνσιανής βιβλιογραφίας. Οι τελευταίες επιχειρούν να προσεγγίσουν κρίσιμες πλευρές του νεοφιλελευθερισμού όπως π.χ. οι «ριψοκίνδυνες» χρηματοοικονομικές καινοτομίες (τα διάφορά δομημένα πιστωτικά προϊόντα), η χαλάρωση της επίβλεψης και η γενικευμένη «απορύθμιση» των αγορών (Wray 2008: 7). Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το «εκρηκτικό μίγμα» που αποτελείται τόσο από τα νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα όσο και από το Ο&D μοντέλο τραπεζικής λειτουργίας («originate and distribute», βλ. Λαπατσιώρας και Μηλιός 2008-α: 32) ερμηνεύει αρκετά από τα πιο απρόσμενα συμβάντα της σύγχρονης χρηματοοικονομικής κρίσης (Borio 2008: 11). Η νεοφιλελεύθερη «απορύθμιση» τοποθέτησε την τιτλοποίηση στο επίκεντρο της μοντέρνας χρηματοπιστωτικής οργάνωσης επιτρέποντας το μεγάλο μέγεθος του κύματος ακούσιας μεσολάβησης (μόχλευσης) που απειλεί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με την άμεση και επίμονη αποδιοργάνωση της διατραπεζικής αγοράς (ό. π.: 12). Η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος προκάλεσε τη στενή συμβίωση ανάμεσα στους πιστωτικούς οργανισμούς και τις αγορές ενώ σημαδεύτηκε από την καλπάζουσα αύξηση της σχέσης χρέους-εισοδήματος για τα νοικοκυριά και της σχέσης χρέους-μετοχής για τις επιχειρήσεις, γεγονότα δηλαδή που ερμηνεύουν την αυξανόμενη αστάθεια του συστήματος (Palley 2007).

Επιπλέον, πέρα από την αστάθεια, ο νεοφιλελευθερισμός έχει συμβάλει (πάντα για τις μετα-Κεϋνσιανές αναλύσεις) στη ριζική αναδιοργάνωση της συμπεριφοράς των (μεγάλων) επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τις αναλύσεις αυτές,4 οι μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν πάψει να αποτελούν τις ατμομηχανές της οικονομίας, όπως είχαν κατά το παρελθόν υποστηρίξει οι Keynes και Schumpeter. Οι επιχειρήσεις αυτές οργανώνουν τη λειτουργία τους σύμφωνα με τα συμφέροντα των εισοδηματιών, δηλαδή των μεγαλομετόχων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που τους εκπροσωπούν. Υποτίθεται, λοιπόν, ότι έχουμε αύξηση στα εισοδήματα των μετόχων και ενίσχυση της επιρροής τους στη λήψη αποφάσεων της επιχείρησης σε βάρος των υπόλοιπων κοινωνικών «εταίρων» (δηλαδή των εργαζομένων, των καταναλωτών και των μάνατζερ).

Οι παραπάνω αναλύσεις αποτελούν λιγότερο ή περισσότερο παραλλαγές της ίδιας πάντα προβληματικής. Οι ιδιοκτήτες μετοχών και οι μάνατζερ που προσλαμβάνονται από αυτούς θεωρούνται ότι αποτελούν συλλογικούς οικονομικούς παράγοντες με διακριτά οικονομικά συμφέροντα και συμπεριφορές. Οι μάνατζερ υποτίθεται ότι επιδιώκουν την προώθηση της προσωπικής τους εξουσίας και θέσης, κάτι που μόνο μέσα από τη διαρκή επέκταση του μεγέθους της εταιρίας μπορεί να πραγματοποιηθεί. Εντούτοις, η κυριαρχία των εισοδηματιών στο νεοφιλελευθερισμό (σύμφωνα πάντα με την ίδια επιχειρηματολογία) έχει αναγκάσει τους μάνατζερ να ευθυγραμμιστούν με τις απαιτήσεις των ιδιοκτητών. Έχουν «εξωθηθεί» στο να εγκαταλείψουν τη μακροχρόνια πολιτική της «συγκράτησης και επανεπένδυσης» των κερδών προς όφελος της κοντόφθαλμης πρακτικής του περιορισμού του μεγέθους της επιχείρησης και της μεταβίβασης των κερδών προς τους εισοδηματίες. Τελικά, η νεοφιλελεύθερη εταιρική διοίκηση φαίνεται να έρχεται αντιμέτωπη με το ακόλουθο εκβιαστικό δίλημμα: υψηλές μερισματικές πληρωμές προς τους μετόχους ή πτώση της χρηματιστηριακής αξίας, επιθετική εξαγορά και αντικατάσταση των μάνατζερ.

Σύμφωνα πάντα με την ίδια προβληματική, υπάρχουν γενικά δύο θεμελιώδεις διαφοροποιήσεις στην εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων, οι οποίες αφορούν τις εισοδηματικές σχέσεις ανάμεσα στους συλλογικούς παράγοντες που εμπλέκονται με αυτές (σφαίρα της κυκλοφορίας). Πρώτον, οι μετοχικές εταιρίες θεωρούνται πλέον ως ρευστά περιουσιακά στοιχεία χαρτοφυλακίου, η αξία των οποίων πρέπει διαρκώς να μεγιστοποιείται από τη δράση των διοικήσεών τους. Συνεπώς, δεύτερον, υπάρχει μία ουσιαστική μεταβολή στα κίνητρα των μάνατζερ, οι οποίοι τώρα «αναγκάζονται» να μεγιστοποιούν την αξία της επιχείρησης υποτασσόμενοι στις απαιτήσεις και τα συμφέροντα των εισοδηματιών. Ο εν λόγω θεσμικός μετασχηματισμός των μεγάλων επιχειρήσεων αφενός έχει σαφέστατα αποτελέσματα που έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των εργαζομένων και αφετέρου διευκολύνει τη βραχυχρόνια κερδοσκοπική κίνηση των τίτλων και όχι την μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη, σταθερότητα και απασχόληση.


3. Φαντάσματα του Hobson (υποκατανάλωση) και του Bray (υφαρπαγή)


Για ορισμένους θεωρητικούς ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν έχει κατορθώσει (τουλάχιστον μέχρι στιγμής) να επαναφέρει την κερδοφορία του κεφαλαίου (ποσοστό κέρδους) σε υψηλά επίπεδα, δηλαδή σε επίπεδα ικανοποιητικά για μία δυναμική κεφαλαιακή συσσώρευση (ποια είναι αυτά τα επίπεδα, άραγε;). Φαίνεται να είναι εγκλωβισμένος (μετά τα μέσα στης δεκαετίας του 1970) σε μία διαρκή κρίση, το τέλος της οποία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να συσσωρεύονται μεγάλα χρηματικά κεφάλαια τα οποία αδυνατούν να βρουν διεξόδους αξιοποίησης. Δύο, λοιπόν, είναι οι πιθανές συνέπειες. Πρώτον, τα «πλεονάζοντα» αυτά κεφάλαια λιμνάζουν στις χρηματαγορές δημιουργώντας «φούσκες» ή υποστηρίζουν ατελέσφορες πολιτικές «εξαναγκασμένης» συσσώρευσης που έχει ως βάση της το δανεισμό (Brenner, Wolff). Δεύτερον, τα κεφάλαια αυτά κυκλοφορούν διεθνώς επιδιδόμενα σε ένα καθεστώς συσσώρευσης μέσω υφαρπαγής (Harvey), κερδίζοντας όχι από την εκμετάλλευση της εργασίας αλλά από την άμεση απόσπαση εισοδήματος, πολλές φορές από εκείνους που δεν είναι εισοδηματικά ευνοημένοι ή που δεν διαθέτουν κατάλληλη «θέση» στην αγορά πίστης (Lapavitsas). Ας μείνουμε λίγο στα παραπάνω επιχειρήματα (χωρίς να εισέλθουμε στις λεπτομέρειες της σχετικής βιβλιογραφίας).

Ας ξεκινήσουμε πρώτα με την επιχειρηματολογία του Brenner (2001). Σύμφωνα με τον τελευταίο ο καπιταλισμός «πάσχει» από παρατεταμένη υπερπαραγωγή (υποκατανάλωση) και υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα. Ο κρατικός «ιθύνων νους» πίσω από τις ΗΠΑ, το κέντρο του αναπτυγμένου καπιταλισμού, έχει συλλάβει ένα επισφαλές σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η φιλοσοφία του σχεδίου είναι απλή: οικονομική ανάπτυξη μέσα από επέκταση της κατανάλωσης. Με ποιον τρόπο, όμως, θα επεκταθεί η κατανάλωση; Με δανεισμό. Βέβαια, η αύξηση του δανεισμού προϋποθέτει κατάλληλες χρηματοοικονομικές δομές αλλά και εύρωστες χρηματαγορές. Την ίδια στιγμή, οι υψηλές τιμές στους χρηματοοικονομικούς τίτλους επιτρέπουν σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά καλύτερη πρόσβαση στο δανεισμό. Επομένως, σχηματίζεται η ακόλουθη αλυσίδα αιτιοτήτων: μόνιμη κρίση υπερπαραγωγής, σχέδιο εξόδου μέσα από αύξηση της κατανάλωσης, τροφοδότηση της κατανάλωσης με επέκταση του δανεισμού, στήριξη του δανεισμού σε χρηματοοικονομικές «φούσκες». Με άλλα λόγια, οι χρηματοοικονομικές κρίσεις προκύπτουν στην αγωνιώδη προσπάθεια του «ιθύνοντα νου» να οδηγήσει τον καπιταλισμό έξω από τη δομική του κρίση.5

Ανάλογη είναι και η οπτική του Wolff (2008). Γι’ αυτόν, ο φιλελευθερισμός μειώνει τα πραγματικά εισοδήματα της εργασίας αυξάνοντας παράλληλα την παραγωγικότητά της. Από τη μία, κάτι τέτοιο εκτόξευσε τα κέρδη των εταιριών στα ύψη. Από τη άλλη, όμως, οι στάσιμοι μισθοί αποδείχτηκαν ανεπαρκείς για να αγοραστεί το διαρκώς αυξανόμενο προϊόν της εργασίας. Οι καπιταλιστές, ανίκανοι να πουλήσουν ολόκληρη την παραγωγή τους προχωρούσαν σε απολύσεις, επιδεινώνοντας έτσι το πρόβλημα της υποκατανάλωσης. Κατά τον Wolff, ο αμερικανικός καπιταλισμός είχε βρει τη «συνταγή» που του επέτρεπε να μεταθέτει διαρκώς την εκδήλωση της κρίσης. Η συνταγή δεν ήταν άλλη από τη διόγκωση του χρέους. Από τη στιγμή που οι καπιταλιστές είχαν καταφέρει να συρρικνώσουν τους μισθούς, ο μοναδικός τρόπος για να πουλήσουν την παραγωγή τους ήταν να «προσφέρουν» υπό τη μορφή δανείων την απαραίτητη αγοραστική δύναμη στους εργαζόμενους. Χρηματοδοτώντας την κατανάλωση βγαίνουν, συνεπώς, διπλά κερδισμένοι. «Γεμίζουν» το κενό της ζήτησης και κερδίζουν ταυτόχρονα από αυτό εισπράττοντας ροές τοκοπληρωμών από τους εργαζόμενους. Βέβαια, όπως έδειξαν και τα πρόσφατα γεγονότα, μία τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να αποτελεί οριστική απάντηση στα δομικά προβλήματα του καπιταλισμού και δημιουργεί το υπόβαθρο για την εκδήλωση επαναλαμβανόμενων κρίσεων.

Σε διαφορετικό μήκος κύματος κινείται η αντίληψη του Harvey για το σύγχρονο καπιταλισμό, η οποία βέβαια διατηρεί και αυτή την πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε περίοδο κρίσης. Για να ξεπεράσει την κρίση «πρέπει να έχει διαρκώς κάτι “έξω από τον εαυτό του”» (ό. π.: 147)6. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο επιστρέφει στην ανάλυση της Luxemburg με σκοπό να ανασκευάσει τα επιχειρήματά της. Καθώς ο καπιταλισμός έρχεται αντιμέτωπος με μειωμένη ενεργό ζήτηση (και άρα χαρακτηρίζεται, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, από πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα), είναι σε θέση να εξασφαλίσει ικανοποιητικούς ρυθμούς συσσώρευσης όχι μόνο όταν ανακαλύπτει αγοραστική δύναμη στις «μη καπιταλιστικές περιοχές» (όπως λανθασμένα υποστήριξε η Luxemburg) αλλά κυρίως όταν αφαιρεί ή υφαρπάζει αγοραστική δύναμη από αυτές. Από εδώ πηγάζει και η βασική ιδέα της συσσώρευσης μέσω υφαρπαγής (accumulation by dispossession):


Επομένως, για να διατηρούνται ανοιχτές κερδοφόρες ευκαιρίες, η πρόσβαση σε φθηνότερες εισροές είναι εξίσου σημαντική με την πρόσβαση σε διευρυνόμενες αγορές. Η συνέπεια είναι ότι τα μη καπιταλιστικά εδάφη θα πρέπει να υποχρεώνονται να είναι ανοιχτά όχι μόνο στο εμπόριο (που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο), αλλά επίσης να επιτρέπουν στο κεφάλαιο να επενδύει σε κερδοφόρες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας φθηνότερη εργατική δύναμη, φθηνότερες πρώτες ύλες, γη χαμηλού κόστους και τα παρόμοια. (…) Η υπερσυσσώρευση είναι μία κατάσταση στην οποία πλεονάσματα κεφαλαίου (…) αργούν, χωρίς να υπάρχουν στον ορίζοντα κερδοφόρες διέξοδοι. (…) Η συσσώρευση μέσω της αφαίρεσης πόρων από άλλους απελευθερώνει ένα σύνολο περιουσιακών στοιχείων (που περιλαμβάνουν την εργατική δύναμη) σε πολύ χαμηλό (και σε μερικές περιπτώσεις μηδενικό) κόστος (ό. π.: 146, 153).


Για τον Harvey, το «εκτός» που έχει ανάγκη ο καπιταλισμός για την ανάκαμψή του μπορεί είτε να το βρει έτοιμο είτε και να το δημιουργήσει (ό. π.: 147). Στην πρώτη περίπτωση, το προ-υπάρχον «εκτός» εξομοιώνεται κυρίως με το δημόσιο τομέα. Η νεοφιλελεύθερη λογική των ιδιωτικοποιήσεων καθιστά το προ-υπάρχον «εκτός» διαθέσιμο στα πλεονάζοντα κεφάλαια: «περιουσιακά στοιχεία που είτε άνηκαν στο κράτος είτε ήταν κοινά απελευθερώθηκαν στην αγορά, όπου το υπερσυσσωρευόμενο κεφάλαιο μπορούσε να επενδύσει σ’ αυτά, να τα αναβαθμίσει και να κερδοσκοπήσει» (ό.π.: 160-1). Εντούτοις, ο ίδιος ακριβώς στόχος μπορεί να ικανοποιηθεί όταν το «εκτός» του καπιταλισμού δημιουργείται μέσα από οικονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν σαν αποτέλεσμά τους τη δραστική υποτίμηση των κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων αλλά και της εργατικής δύναμης: «περιφερειακές κρίσεις και εξαιρετικά εντοπισμένες τοπικά υποτιμήσεις αναδεικνύονται σε πρωταρχικά μέσα με το οποία ο καπιταλισμός δημιουργεί τον δικό του “άλλο”, προκειμένου να τροφοδοτείται από αυτόν» (ό. π.: 155).

Βλέπουμε, συνεπώς, ότι η λύση στο πρόβλημα της κρίσης δεν είναι άλλη από την υφαρπαγή, η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία συχνά βίαιη μεταφορά εισοδήματος προς όφελος του κεφαλαίου. Έτσι, ο νεοφιλελευθερισμός συνιστά έναν καπιταλισμό της υφαρπαγής εισοδήματος. Στο κείμενο του Harvey εμφανίζονται, λοιπόν, τα «φαντάσματα» των ρικαρδιανών σοσιαλιστών. Εάν η λύση στο πρόβλημα της κερδοφορίας που προκρίνεται για το κεφάλαιο δεν είναι άλλη από την υποτίμηση των παραγωγικών εισροών, τότε ακριβώς αυτή η έννοια της «υποτίμησης» έχει σαν προϋπόθεσή της τη λογική της άνισης ανταλλαγής μέσα από την οποία το κεφάλαιο διαθέτει τη δυνατότητα να υφαρπάζει εισοδήματα προκειμένου να διατηρήσει την κερδοφορία του. Η επιχειρηματολογία αυτή αναπαράγει σε σημαντικό βαθμό το στοχασμό του ρικαρδιανού σοσιαλιστή Bray, ο οποίος πολλά χρόνια νωρίτερα επεσήμανε ότι «είναι μία αναπόφευκτη συνέπεια της ανισότητας της ανταλλαγής – της αγοράς σε μία τιμή και της πούλησης σε μιαν άλλη τιμή – το γεγονός ότι οι καπιταλιστές συνεχίζουν να είναι καπιταλιστές και οι εργάτες να είναι εργάτες, οι πρώτοι μία τάξη τυράννων, οι δεύτεροι μια τάξη σκλάβων» (παρατίθεται σε Μαρξ 1985: 367).7 Τελικά, οι καπιταλιστικές κρίσεις είναι προϋπόθεση αλλά και αποτέλεσμα της εν λόγω συσσώρευσης μέσω υφαρπαγής.

Μία παρόμοια λογική συναντάμε και στην προσέγγιση του Λαπαβίτσα (2008-α, β). Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός της χαμηλής κερδοφορίας οδήγησε τις τράπεζες να επεκτείνουν τις πιστωτικές τους δραστηριότητες αναζητώντας νέες πηγές κερδών σε ένα μεγάλο φάσμα «καθημερινών βασικών συναλλαγών»: στέγαση, ασφάλιση, συνταξιοδότηση, κατανάλωση κλπ. Σε αυτό το πεδίο οι τράπεζες, εκμεταλλευόμενες την κοινωνική τους κυριαρχία, τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε σημαντικές ροές πληροφορίας αλλά και τη δεσπόζουσα θεσμική θέση να διαμορφώνουν το νομικό υπόβαθρο των συμφωνιών, αποκτούν το συστηματικό προνόμιο να «ξεζουμίζουν» και να «αποσπούν τοκογλυφικά έσοδα» από τους δανειολήπτες (Lapavitsas 2008-α: 15). Πρόκειται για μία διαδικασία απόσπασης κερδών από ατομικό εισόδημα την οποία ο Lapavitsas (ό. π.) ονομάζει «άμεση εκμετάλλευση». Η τελευταία είναι και αυτή μία «υφαρπαγή» εισοδήματος, απαραίτητη για να αντιμετωπισθεί η χαμηλή κερδοφορία του κεφαλαίου. Λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στη σφαίρα της κυκλοφορίας και αποτελεί τη βασική αιτία πίσω από τη σύγχρονη χρηματοοικονομική κρίση. Παρότι η έννοια της «εκμετάλλευσης» μάλλον δεν είναι κατάλληλη για την περιγραφή της παραπάνω διαδικασίας, το επιχείρημα του Lapavitsas τοποθετεί στο επίκεντρο του νεοφιλελευθερισμού για μία ακόμη φορά το ζήτημα της υφαρπαγής. Η ανάλυσή του έχει ενδιαφέρον και αναμφίβολα αναπαράγει σημαντικές όψεις του σύγχρονου τραπεζικού συστήματος, αλλά κατά την άποψή μας αδυνατεί να ερμηνεύσει την αιτία των συνολικότερων αλλαγών.

Δεν σκοπεύουμε εδώ να δοκιμάσουμε μία συνολική κριτική των παραπάνω απόψεων. Η βασική τους αδυναμία – και την ίδια στιγμή ο «κρίκος» που τις συνδέει – είναι ότι εμφανίζουν τη νεοφιλελεύθερη συνταγή κερδοφορίας του κεφαλαίου όχι ως ζήτημα παραγωγής υπεραξίας αλλά ως ζήτημα εισοδηματικής αναδιανομής που αφορά κατά βάση τη σφαίρα της κυκλοφορίας. Φαίνεται, επομένως, ότι η αναπτυξιακή «αστοχία»8 και η αστάθεια του σύγχρονου καπιταλισμού είναι αποτελέσματα μιας κάποιας «απληστίας» ή έστω της «κακής» ρύθμισης των εισοδηματικών σχέσεων. Με τον τρόπο αυτό οι παραπάνω αντιλήψεις διατηρούν εκλεκτική συγγένεια με την ευρύτερη κεϋνσιανή επιχειρηματολογία.


4. Επιστροφή στο κείμενο του Μαρξ: προκαταρκτικές θέσεις για μία ανάλυση


Σκοπός μας εδώ δεν είναι μία εκ νέου περιγραφή των αιτιών που κρύβονται πίσω από την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση. Σε γενικές γραμμές η ανάλυση των Λαπατσιώρα και Μηλιού (2008-α, β) έχει τοποθετήσει με αρκετά περιεκτικό και εύστοχο τρόπο τη βάσης της συζήτησης. Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε, ανατρέχοντας στην ανάλυση του Μαρξ, να συγκροτήσουμε μία γενική ερμηνεία των θεσμικών αλλαγών της νεοφιλελεύθερης μορφής καπιταλισμού οι οποίες συνδέονται με τη διόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας.

Παρά τα ενδιαφέροντα σημεία της κεϋνσιανής βιβλιογραφίας, εάν ο Keynes είχε δίκιο θα έπρεπε με «περίσσιο» θάρρος να προχωρήσουμε στις ακόλουθες δύο «πικρές» διαπιστώσεις. Πρώτον, ο Μαρξ δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από έναν προάγγελο του Keynes, ή ακόμα χειρότερα, από έναν θεωρητικό που η χρησιμότητά του εξαντλείται στην ολοκλήρωση της παρέμβασης του Keynes. Δεύτερον, και τούτο συνιστά ένα κρίσιμο πολιτικό συμπέρασμα, το πολιτικό μέτωπο μεταξύ των «παραγωγικών» τάξεων (καπιταλιστές και εργαζόμενοι) θα ήταν εφικτό και απαραίτητο ώστε να ανατραπεί η ηγεμονία των εισοδηματιών.

Από την άλλη, η έμφαση στον υποκαταναλωτικό (στιγμή Hobson) ή το ληστρικό (στιγμή Bray) χαρακτήρα του νεοφιλελευθερισμού δεν μπορεί να εξαντλήσει την ουσία των θεσμικών αλλαγών που συνόδεψαν την παγκόσμια οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες. Πριν κάποια χρόνια, ο φετινός νικητής του βραβείου Nobel οικονομικών Krugman (1997: 155) είχε επισημάνει το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με την «αναβάθμιση» της σημασίας του χρηματοοικονομικού τομέα: γιατί ο χρηματοπιστωτικός κόσμος έχει τόσο φρενήρης;

Μήπως για να διασωθεί τεχνηέντως ένας καταρρέων καπιταλισμός της υποκατανάλωσης; Μήπως για να αντιμετωπιστεί η χαμηλή κερδοφορία μέσω εισοδηματικής υφαρπαγής; Μήπως γιατί οι εισοδηματίες είναι οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού κόβοντας και ράβοντας το σύστημα στα μέτρα τους;

Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσουμε απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα του Krugman απορρίπτοντας τις εκδοχές που έχουμε παρουσιάσει μέχρι στιγμής. Επιστρέφοντας στην ανάλυση του Κεφαλαίου του Μαρξ θα ισχυριστούμε ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μία μορφή καπιταλισμού ιδιαίτερα ευνοϊκή για την αξιοποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή μία ιδιαίτερα ευνοϊκή για το κεφάλαιο (και για την αστική τάξη στο σύνολό της) στρατηγική εκμετάλλευσης και πειθάρχησης της εργασίας.


4.1 Η δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος σύμφωνα με το πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ


Το κεφάλαιο αποτελεί μία ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική σχέση η οποία εμφανίζεται με τη μορφή του «χρήματος που τίκτει χρήμα» (Μαρξ 1996: 168), σύμφωνα με τη φόρμουλα Χ-Ε-Χ΄ (όπου το Χ συμβολίζει το χρήμα και το Ε το εμπόρευμα). Όπως έχει πολλές φορές υποστηρίξει ο Μαρξ, η παραπάνω μορφή κυκλοφορίας αποτελεί τη μορφή εμφάνισης των καπιταλιστικών οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, συμπεριλαμβάνοντας και την ίδια την παραγωγική διαδικασία η οποία τώρα μορφοποιείται σε παραγωγή για την ανταλλαγή ή παραγωγή για το κέρδος. Μία ιστορικά συγκεκριμένη μορφή εκμετάλλευσης αναδύεται: η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο. Το χρήμα γίνεται η γενική μορφή εμφάνισης της αξίας και επομένως του κεφαλαίου.

Σε αυτό το γενικό επίπεδο ανάλυσης, o καπιταλιστής καταλαμβάνει μία συγκεκριμένη θέση-ρόλο: δεν αποτελεί παρά την ενσάρκωση της αυτόνομης κίνησης της αξίας, την ενσάρκωση της «αυτοκίνησης» του κεφαλαίου Χ-Ε-Χ΄. Η θεωρία του κεφαλαίου δεν συνίσταται στην ανάλυση των ενεργειών του καπιταλιστή, δεν είναι προϊόν των ενεργειών ενός Υποκειμένου. Αντίθετα, είναι η κίνηση του κεφαλαίου αυτή που προικίζει με «βούληση» τον κεφαλαιοκράτη. Η εξουσία του κεφαλαίου είναι απρόσωπη, στην πραγματικότητα είναι η εξουσία του ίδιου του χρήματος.9

Περνώντας σε ένα πιο συγκεκριμένο επίπεδο ανάλυσης, ο Μαρξ παραδέχεται ότι η θέση του κεφαλαίου μπορεί να καταλαμβάνεται από περισσότερα του ενός υποκείμενα. Συγκεκριμένα από τον καπιταλιστή του χρήματος και από τον ενεργό καπιταλιστή.10 Τούτο σημαίνει ότι μία αναλυτική περιγραφή τoυ καπιταλισμού δεν μπορεί να αγνοεί την κυκλοφορία του τοκοφόρου κεφαλαίου, η οποία αποδίδει τη δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η επιχειρηματολογία του Μαρξ συνοψίζεται στο παρακάτω σχήμα.

02_Sotiropoulos_106_html_566c6281.png


Κατά την τέλεση του δανεισμού, ο καπιταλιστής του χρήματος Α γίνεται αποδέκτης και κάτοχος ενός χρεογράφου ή αξιογράφου Α, δηλαδή μιας γραπτής υπόσχεσης πληρωμής (που αναγκαστικά έχει ενδεχομενικό χαρακτήρα) από τον ενεργό καπιταλιστή Β. Η υπόσχεση αυτή πιστοποιεί ότι ο Α εξακολουθεί να παραμένει ιδιοκτήτης του χρηματικού κεφαλαίου Χ. Δεν μεταβιβάζει το κεφάλαιό του στον B, αλλά του εκχωρεί τη δυνατότητα να το χρησιμοποιήσει για κάποιο διάστημα. Θα αναγνωρίσουμε δύο γενικούς τύπους χρεογράφων: τα ομόλογα ΑΟ και τις μετοχές ΑΜ. Στην πρώτη περίπτωση η επιχείρηση δεσμεύεται να καταβάλει σταθερές και προσυμφωνημένες χρηματοοικονομικές πληρωμές ανεξάρτητα από την οικονομική της κερδοφορία. Στη δεύτερη περίπτωση εξασφαλίζει δανειακό κεφάλαιο πουλώντας τμήμα της ιδιοκτησίας της, γεγονός που τη δεσμεύει να αποδίδει μερίσματα ανάλογα με τα κέρδη της. Εάν η εταιρία είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο και αναφερόμαστε στην έκδοση μετοχών, ο κεφαλαιοκράτης Β αντιπροσωπεύει τον μάνατζερ ενώ ο κεφαλαιοκράτης Α το νομικό ιδιοκτήτη.

Σε κάθε περίπτωση, στα χέρια του Β η ποσότητα Χ λειτουργεί ως κεφάλαιο. Το χρήμα αποτελώντας την αυτοτελή μορφή εμφάνισης της αξίας των εμπορευμάτων δίνει τη δυνατότητα στον ενεργό καπιταλιστή Β να αγοράσει τα απαραίτητα μέσα παραγωγής Μπ και την αναγκαία εργασιακή δύναμη Εδ ώστε να οργανώσει την παραγωγική διαδικασία. Η τελευταία λαμβάνει χώρα υπό το καθεστώς συγκεκριμένων σχέσεων παραγωγής (που αποτελούν μία ιστορική μορφή σχέσεων εκμετάλλευσης) και με αυτόν τον τρόπο μορφοποιείται σε διαδικασία παραγωγής υπεραξίας. Το χρηματικό απόθεμα που έχει πλέον στη διάθεσή του ο Β αποτελεί υλική έκφραση της κοινωνικής εξουσίας του να θέτει σε κίνηση αλλά και να ελέγχει την παραγωγική διαδικασία.

Η ανάλυση αυτή έχει τέσσερις πολύ βασικές συνέπειες στις οποίες θα αναφερθούμε εν συντομία.

Πρώτον, η θέση του κεφαλαίου (η ενσάρκωση των εξουσιών που ορίζονται από τη δομή των σχέσεων παραγωγής) καταλαμβάνεται από κοινού τόσο από τον καπιταλιστή του χρήματος όσο και από τον ενεργό καπιταλιστή. Με άλλα λόγια, η θέση του κεφαλαίου καταλαμβάνεται από παράγοντες τόσο «εσωτερικούς» της επιχείρησης (μάνατζερ) όσο και «εξωτερικούς» αυτής (κάτοχοι χρεογράφων). Στη γενική αντίληψη του Μαρξ καταργείται ο βασικός διαχωρισμός του Keynes ανάμεσα στις παραγωγικές τάξεις του «εσωτερικού» της επιχείρησης και στην παρασιτική τάξη των «εξωτερικών» εισοδηματιών. Σύμφωνα με τα λόγια του ιδίου: «στο προτσές της αναπαραγωγής ο ενεργός κεφαλαιοκράτης αντιπροσωπεύει απέναντι στους μισθωτούς εργάτες το κεφάλαιο σαν ξένη ιδιοκτησία, ο δε κεφαλαιοκράτης του χρήματος, αντιπροσωπευόμενος από τον ενεργό κεφαλαιοκράτη, συμμετέχει στην εκμετάλλευση της εργασίας» (Μαρξ 1978: 480). Οι δευτερεύουσες αντιφάσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους μάνατζερ και τους μεγάλους επενδυτές είναι υπαρκτές αλλά οπωσδήποτε αφορούν ένα πιο συγκεκριμένο επίπεδο ανάλυσης.

Δεύτερον, η καθαρή μορφή της ιδιοκτησίας κεφαλαίου (είτε πρόκειται για χρήμα είτε για παραγωγικό κεφάλαιο) αποτελεί χρηματοοικονομικό τίτλο. Αντιστοιχεί, δηλαδή, σε μία «φανταστική χρηματική περιουσία» (Μαρξ ό. π.: 602). Ο τίτλος ιδιοκτησίας είναι ένα «χάρτινο διπλότυπο» είτε του εκχωρούμενου χρηματικού κεφαλαίου στην περίπτωση του ομολόγου ΑΟ, είτε του υλικού κεφαλαίου στην περίπτωση της μετοχής ΑΜ. Ωστόσο, η τιμή του χρεογράφου δεν προκύπτει ούτε από την ποσότητα («αξία») του προσφερόμενου χρήματος αλλά ούτε και από την αξία των μέσων παραγωγής. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας τιμολογούνται στη βάση του (μελλοντικού) εισοδήματος που «αναμένεται» να αποφέρουν στον ιδιοκτήτη τους (κεφαλαιοποίηση σύμφωνα με ένα τρέχον επιτόκιο το οποίο ενσωματώνει και το ρίσκο επένδυσης), το οποίο βέβαια αποτελεί τμήμα της παραγόμενης υπεραξίας. Με την έννοια αυτή, γίνονται sui generis εμπορεύματα που διαγράφουν τη δική τους ιδιαίτερη κίνηση (ό. π.: 601-2, 589-91).

Τρίτον, η χρηματοοικονομική «μορφή ύπαρξης» της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας – ως υπόσχεση και την ίδια στιγμή απαίτηση ιδιοποίησης της υπεραξίας που θα παραχθεί στο μέλλον – δημιουργεί ένα συνολικότερο πεδίο εντός του οποίου κάθε ροή εισοδήματος μπορεί να θεωρηθεί ως έσοδο που αντιστοιχεί σε ένα «πλασματικό κεφάλαιο» το οποίο δύναται να πωληθεί στις δευτερογενείς αγορές (ό. π.: 589). Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Μαρξ, η δυνατότητα της τιτλοποίησης είναι εγγενής στην κίνηση του κεφαλαίου. Άλλωστε, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Minsky (1987), «κάθε απόπειρα διερεύνησης της τιτλοποίησης οφείλει να ξεκινά από την εμπορική τραπεζική πίστη στην Βρετανία των αρχών του 19ου αιώνα και από την υπόθεση ότι η αποδοχή των τυχαίων υποχρεώσεων αποτελεί μία θεμελιώδη τραπεζική πράξη».

Τέταρτον, ένα από βασικά χαρακτηριστικά του νεοφιλελεύθερου μοντέλου είναι η αύξηση της εξω-τραπεζικής χρηματοδότησης του χρέους τόσο των κρατών όσο και των επιχειρήσεων. Πέρα των άλλων συνεπειών, κάτι τέτοιο τοποθετεί στο επίκεντρο των χρηματαγορών τη διαχείριση κινδύνου δηλαδή το συνυπολογισμό του ενδεχομένου μη-επίτευξης της προσδοκώμενης απόδοσης (ιδιαίτερα σε μία διεθνή αγορά με πολλαπλές και αποκλίνουσες δυνάμεις καθορισμού των αποδόσεων). Επειδή ο ίδιος ο χαρακτήρας της παραγωγής υπεραξίας αλλά και των συνολικών απαιτήσεων επάνω στην τελευταία είναι ενδεχομενικός, η διαχείριση του ρίσκου συνδέεται οργανικά με την ίδια την κίνηση του κεφαλαίου. Από τη στιγμή που, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, το εσωτερικό της επιχείρησης είναι ένα πολιτικό πεδίο, η παραγωγή υπεραξίας ως διαδικασία «πάλης» που συναντά αντίσταση δεν είναι ποτέ διασφαλισμένη. Οι τεχνικές διαχείρισης ρίσκου, οργανωμένες στην ίδια τη λειτουργία των «απελευθερωμένων» χρηματαγορών, αποτελούν κρίσιμο σημείο στη διαχείριση των αντιστάσεων της εργασίας (σε μία εποχή νεοφιλελεύθερης ρύθμισης των αγορών και της κρατικής παρέμβασης).


4.2 Πειθαρχία στις αγορές ή πειθαρχία στο κεφάλαιο; Η ουσία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής της εκμετάλλευσης.


Το παραπάνω γενικό πλαίσιο ανάλυσης έχει μία σειρά από λιγότερο ορατές αλλά περισσότερο κρίσιμες συνέπειες για την ανάλυση του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι αγορές κεφαλαίου είναι κυρίως δευτερογενείς (ρευστές) αγορές. Τούτο σημαίνει ότι εκτός από την παροχή δανείων, αποτελούν τόπους επαναδιαπραγμάτευσης των χρεωστικών απαιτήσεων επάνω στη μελλοντική παραγωγή υπεραξίας και επομένως τόπους (ατελούς προφανώς) αξιολόγησης και εποπτείας της αποτελεσματικότητας των ατομικών κεφαλαίων.11 Στη συνέχεια θα αναπτύξουμε μία επιχειρηματολογία που θεμελιώνει ακριβώς αυτή τη θέση.


(1) Η επιχείρηση διατρέχεται εξολοκλήρου από την ταξική πάλη. Ο ενεργός κεφαλαιοκράτης (είτε πρόκειται για μικρό καπιταλιστή είτε για τους μάνατζερ των μεγάλων επιχειρήσεων) αποτελεί το σημείο συνάρθρωσης ανάμεσα σε δύο διακριτά πεδία της κίνησης του κεφαλαίου (Balibar 1988). Από τη μία πλευρά, καλείται να οργανώσει με αποτελεσματικό τρόπο την παραγωγή της υπεραξίας στο εσωτερικό της επιχείρησης. Σε γενικές γραμμές μία τέτοια διαδικασία περιλαμβάνει τη διαρκή προσπάθεια εκσυγχρονισμού των μέσων παραγωγής, οικονομιών στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου και μείωσης του μεριδίου της εργασίας στο καθαρό προϊόν (Μηλιός 1997: 183-198). Βέβαια, όλες αυτές οι πρακτικές δεν είναι απλές «τεχνικές» αποφάσεις που πρέπει να παρθούν αλλά το μεταβλητό και αστάθμητο αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. Επομένως, από την άλλη πλευρά, η κεφαλαιοκρατική επιχείρηση αποτελεί τον τόπο της οργανωμένης αναμέτρησης των κοινωνικών δυνάμεων και με την έννοια αυτή συγκροτείται διαρκώς σε κατεξοχήν πολιτικό πεδίο. Είναι εγγενώς σημαδεμένη από την ταξική πάλη, γεγονός που έρχεται σε καθολική ρήξη με τις νεοκλασικές αλλά και τις υπόλοιπες ετερόδοξες προσεγγίσεις (Pinto 1998).


(2) Οι οργανωμένες χρηματαγορές διευκολύνουν τη μετακίνηση των κεφαλαίων και επιτείνουν τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό. Συμβάλλουν, έτσι, στην τάση προς ενιαίο ποσοστό κέρδους ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν ευνοϊκότερες συνθήκες αξιοποίησης (εκμετάλλευσης) για τα ατομικά κεφάλαια.12 Όπως είδαμε προηγουμένως, ο Keynes θεωρούσε ότι μη-ρευστές αγορές θα ήταν αποτελεσματικές με την παραδοσιακή νεοκλασική σημασία του όρου διότι σε αυτή την περίπτωση «άπαξ και πραγματοποιηθεί η επένδυση, οι ιδιοκτήτες της έχουν το κίνητρο να χρησιμοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις υπάρχουσες μονάδες εντελώς ανεξάρτητα από τις αναπάντεχες περιστάσεις που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια ζωής των εγκαταστάσεων και των μηχανημάτων» (Davidson 2002: 188). Εντούτοις, μία τέτοια αντίληψη απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Οι μη-ρευστές χρηματαγορές (ή έστω ισχυρά ρυθμισμένες) σημαίνουν ότι το κεφάλαιο, μην μπορώντας εύκολα να μετακινηθεί σε διαφορετική απασχόληση, μένει «δεμένο» με τις συγκριμένες «εγκαταστάσεις και μηχανήματα» για λόγους που δεν σχετίζονται κατ’ ανάγκη με την αποτελεσματικότητά του στην παραγωγή υπεραξίας (κερδοφορία). Ή για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, η αδυναμία του κεφαλαίου να μετακινηθεί, δημιουργεί στο εσωτερικό του εργοστασίου ευνοϊκότερους όρους διεξαγωγής της πάλης για τις δυνάμεις της εργασίας καθώς οι λιγότερο παραγωγικές επενδύσεις μπορούν να επιβιώνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Το κεφάλαιο δεν είναι αναγκασμένο να παραμένει σε μία απασχόληση για πολύ χρόνο. Δεδομένης της ρευστότητας των χρηματαγορών, μπορεί εύκολα να αποκτήσει τη χρηματική του μορφή και να αναζητήσει πιο αποτελεσματικές περιοχές για την αξιοποίησή του. Το κεφάλαιο ενδιαφέρεται για κερδοφόρες προοπτικές, οι οποίες σαν αιτία τους δεν έχουν την ενεργό ζήτηση αλλά την ένταση της ταξικής εκμετάλλευσης. Το κεφάλαιο «φοβάται» την έλλειψη υπεραξίας και ότι την απουσία ενεργού ζήτησης (Mattick 1980: 92-3). Ο αντικειμενικός στόχος του δεν είναι σε καμία περίπτωση η προσφορά απασχόλησης. Αντίθετα, ένας εφεδρικός στρατός ανέργων είναι πάντα καλοδεχούμενος από τους καπιταλιστές διότι όχι μόνο διατηρεί τους πραγματικούς μισθούς χαμηλά αλλά παράλληλα αναγκάζει τους εργαζομένους να πειθαρχούν στις «εντολές» του κεφαλαίου (Μαρξ 1996: 651-671). Την ίδια στιγμή, η ελαστικοποίηση της εργασίας είναι το πλέον κατάλληλο για το κεφάλαιο μέσο προσαρμογής στις διακυμάνσεις του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου.


(3) Οι χρηματαγορές παρέχουν μία δομή-ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών κεφαλαίων, δηλαδή μία μορφή-εποπτείας της κίνησης του κεφαλαίου. Για όσες επιχειρήσεις δεν έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν στο εσωτερικό τους κατάλληλες προϋποθέσεις για την εκμετάλλευση της εργασίας, η «εμπιστοσύνη» των αγορών, δηλαδή η «εμπιστοσύνη» του κεφαλαίου, πρόκειται γρήγορα να εξανεμιστεί. Οι επιχειρήσεις αυτές είτε θα «συμμορφωθούν» είτε θα οδηγηθούν γρήγορα σε εκφυλισμό. Με τον τρόπο αυτό οι αγορές κεφαλαίου «επιδιώκουν» (όχι πάντα αξιόπιστα) να μετατρέψουν σε ποσοτικά σήματα τα «πολιτικά» συμβάντα του εσωτερικού της επιχείρησης.

Για να κατανοήσουμε το συλλογισμό αυτό θα πρέπει θυμηθούμε ότι η θέση του κεφαλαίου δεν καταλαμβάνεται από ένα και μοναδικό υποκείμενο. Από τη μία πλευρά, ο μάνατζερ αναλαμβάνει μία κρίσιμη διαμεσολάβηση: αποτελεί το σημείο συνάρθρωσης ανάμεσα στο «δεσποτισμό» του εργοστασίου που πρέπει να ανασυγκροτεί ο ίδιος ακατάπαυστα και στην πειθαρχία στις αγορές στην οποία υποτάσσεται διαρκώς και ο ίδιος (Balibar 1988). Από την άλλη, έξω τώρα από το χώρο του εργοστασίου, οι καπιταλιστές του χρήματος κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους ανάλογα με το «χάρτη αποδόσεων» που διαμορφώνεται από τις ίδιες τις αγορές κεφαλαίου και σε σημαντικό βαθμό «απεικονίζει» τις συνθήκες συσσώρευσης και αξιοποίησης που επικρατούν κάθε στιγμή στην παραγωγή (αφορώντας προφανώς διαφορετικά σημεία του κόσμου). Με τον τρόπο αυτό οι αγορές φέρνουν σε πέρας μία κρίσιμη λειτουργία: ανταμείβουν τις κερδοφόρες και ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και την ίδια στιγμή «τιμωρούν» τις μη-επαρκώς κερδοφόρες. Κριτήριο για τη διαδικασία αυτή είναι η ενίσχυση της αξίας των χρεογράφων της επιχείρησης (μετοχών και ομολόγων) όπως αποτιμώνται από τις διεθνείς αγορές (προεξόφληση μελλοντικής κερδοφορίας).

Οι κάτοχοι μετοχών και χρέους ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με την κερδοφορία της επιχείρησης.13 Οι προσδοκίες κερδοφορίας των αγορών μεταφέρουν πιέσεις στα ατομικά κεφάλαια (επιχειρήσεις) για εντατικότερη και αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση της εργασίας, δηλαδή για έμπρακτη επιβεβαίωση των προσδοκιών. Η πίεση αυτή μεταφέρεται μέσω διαφόρων «καναλιών». Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, όταν μία μεγάλη εταιρία είναι εξαρτημένη για τη χρηματοδότησή της από τις αγορές, κάθε «υποψία» μη-επαρκούς αξιοποίησης αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης, μειώνει τις δυνατότητες χρηματοδότησης και ρίχνει τις τιμές των μετοχών. Αντιμέτωπες με ένα τέτοιο κλίμα, οι δυνάμεις της εργασίας στο εσωτερικό της επιχείρησης (πολιτικό πεδίο) βρίσκονται εμπρός στο εξής δίλλημα: είτε να αποδεχτούν τους αρνητικούς όρους της «εργοδοσίας» που προϋποθέτουν απώλεια των διαπραγματευτικών τους θέσεων και εισαγωγή καπιταλιστικών «καινοτομιών» είτε να συμβάλουν με την «άκαμπτη» στάση τους στο κλείσιμο της επιχείρησης (γεγονός που θα οδηγήσει σε μεταφορά των κεφαλαίων σε άλλες σφαίρες παραγωγής ή και άλλες χώρες). Προφανώς το εν λόγω δίλλημα όχι μόνο είναι υποθετικό αλλά διατυπώνεται προκαταβολικά: αποδεχτείτε τους «νόμους του κεφαλαίου» ή ζήστε με την ανασφάλεια της ανεργίας.

Η παραπάνω πίεση που μεταφέρουν οι αγορές αφορά τη συνολικότερη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή τη διαρκή αναδιοργάνωση της μορφής του συλλογικού εργαζομένου αλλά και των εισοδηματικών σχέσεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Αναδιάρθρωση της επιχείρησης, πάνω από όλα, σημαίνει αναδιαμόρφωση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που «εσωκλείει» εντός της με σκοπό την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Είναι, επομένως, μία συνολικότερη στρατηγική η οποία προϋποθέτει, από τη μία πλευρά, την ισχυροποίηση της αστικής εξουσίας στο εσωτερικό του εργοστασίου γεγονός που σημαίνει μεγαλύτερο έλεγχο της εργασιακής διαδικασίας, και από την άλλη, την υποτίμηση των μη-επαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων (συρρίκνωση και εκκαθάριση) και συνεπώς την εξοικονόμηση στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου (πολλές φορές μέσα από επιθετικές εξαγορές, βλ. και Milios 1999: 196).

Η οικονομική αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων είναι συνώνυμη της επιθετικότητας του κεφαλαίου και αποτελεί διαδικασία χωρίς τέλος. Το εκάστοτε «όριο» μπαίνει από τους ταξικούς συσχετισμούς. Επομένως, η πειθαρχία της επιχείρησης στις αγορές θα πρέπει να θεωρείται ως πειθαρχία στις προσταγές του κεφαλαίου. Στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, ο κεντρικός ρόλος των χρηματαγορών δεν είναι μόνο για να παρέχει πιστωτικό χρήμα στις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου μετοχών στις εισηγμένες επιχειρήσεις έχει να κάνει με συναλλαγές ανάμεσα σε μετόχους, γεγονός που δεν προσφέρει καινούργιο κεφάλαιο στις επιχειρήσεις.14 Πίσω από την απαίτηση για μεγιστοποίηση της αξίας των επιχειρήσεων κρύβεται η διαρκής απαίτηση επιβολής στο εσωτερικό τους στρατηγικών εκμετάλλευσης που ευνοούν την αποτελεσματικότερη παραγωγή της υπεραξίας.15


Συμπερασματικά, και σε αντίθεση με ό,τι υποθέτουν οι κεϋνσιανοί, ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μία εξαιρετικά αποτελεσματική στρατηγική ηγεμονίας του κεφαλαίου (και όχι των εισοδηματιών). Εδώ η έννοια της «αποτελεσματικότητας» έχει σαφέστατο ταξικό περιεχόμενο. Αναφέρεται στη δυνατότητα του κεφαλαίου να επιβάλλει τους «νόμους» της κεφαλαιακής συσσώρευσης υπερνικώντας τα εμπόδια και τις αντιστάσεις των εργαζομένων. Η διαπίστωση αυτή εκτός από θεωρητικές έχει και σημαντικές πολιτικές συνέπειες: η ενότητα συμφερόντων των «εσωτερικών» της επιχείρησης (εργατών και μάνατζερ) ενάντια στους «εξωτερικούς» των χρηματοοικονομικών αγορών είναι απλά μία φαντασίωση. Η φαντασίωση αυτή είναι χτισμένη στην εξίσου φανταστική διάκριση ανάμεσα στις παραγωγικές και μη-παραγωγικές τάξεις, αντίληψη που πηγάζει από την προβληματική του Keynes. Μία τέτοια οπτική εγκλωβίζει το στρατηγικό ορίζοντα του εργατικού κινήματος στην υπεράσπιση ενός (υποτιθέμενου) «καλύτερου» καπιταλισμού, δηλαδή ενός «καλύτερου» συστήματος ταξικής κυριαρχίας. Η κεϋνσιανή κριτική στο νεοφιλελευθερισμό, στο βαθμό που γίνει αποδεκτή, οριοθετεί την πρακτική των κινημάτων εντός των πλαισίων της αστικής εκμεταλλευτικής κοινωνίας εξωραΐζοντας την εικόνα του καπιταλισμού.


4.3 Ο κρίσιμος ρόλος των αγορών παραγώγων: εμπέδωση της συμμετροποίησης και διαρκής υπολογισμός της αποτελεσματικότητας του κεφαλαίου16


Για να ολοκληρωθεί το επιχείρημα της προηγούμενης παραγράφου χρειάζεται οπωσδήποτε να αναφερθούμε στο ρόλο των χρηματοοικονομικών παραγώγων, ο οποίος διευρύνει και οργανώνει τον «εποπτικό» ρόλο των χρηματαγορών. Η διαδικασία διαχείρισης ρίσκου, όπως ήδη αναφέραμε, είναι μία διαδικασία η οποία (αναφυόμενη από τις χρηματαγορές) κατά βάση επιχειρεί να «εποπτεύσει» με καθολικό τρόπο την παραγωγή της υπεραξίας (συμβάλλοντας έτσι στην πιο αποτελεσματική εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο).

Ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν κρύβει περισσότερους «κινδύνους» για την κίνηση του κεφαλαίου από τον κόσμο της «κεϋνσιανής» περιόδου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εντούτοις, εκείνο που έχει αλλάξει είναι η μορφή έκθεσης στον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν τα ατομικά κεφάλαια εξαιτίας μίας σειράς θεσμικών μετασχηματισμών που έχουν απελευθερώσει τις αγορές και έχουν επιτείνει τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό σε διεθνές επίπεδο. Πολύ σχηματικά, η περίοδος του κράτους πρόνοιας, των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, των πολιτικών σταθεροποίησης των τιμών των εμπορευμάτων, του βιομηχανικού προστατευτισμού και των ελέγχων στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων κοινωνικοποιούσε τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν τα ατομικά κεφάλαια. Μέσα σε αυτό το πεδίο ελέγχων και παρεμβάσεων, το κράτος διέθετε τη δυνατότητα να απορροφά και να «διαχέει» στο εσωτερικό της εθνικής οικονομίας σημαντικό εύρος από τους κινδύνους αυτούς (Bryan και Rafferty 2006: 7-8).

Μπορούμε να δώσουμε ένα απλό παράδειγμα προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι παραπάνω παρατηρήσεις. Το καθεστώς της συμφωνίας του Bretton Woods που εγκαινιάστηκε με το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου έδινε έμφαση τόσο στη σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών όσο και στη διαχείριση της ενεργού ζήτησης. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι η δημοσιονομική και η νομισματική πολιτική του κράτους πρόνοιας ήταν σε σημαντικό βαθμό «υποταγμένες» στο στόχο της συναλλαγματικής σταθερότητας και της ασφάλειας στην πραγματοποίηση της υπεραξίας. Συνεπώς, μέσω της οικονομικής του παρέμβασης το κράτος πρόνοιας «κοινωνικοποιούσε» αρκετά από τα ρίσκα που αντιμετώπιζαν τα ατομικά κεφάλαια.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία διαδικασία φιλελευθεροποίησης η οποία αφορά σε διαφορετικό βαθμό όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Οι επιχειρήσεις τώρα είναι περισσότερο ελεύθερες στην οργάνωση της κίνησης του κεφαλαίου στο χώρο και το χρόνο, όμως την ίδια στιγμή αντιμετωπίζουν νέους και περισσότερους κινδύνους. Σχηματικά, σε έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενων επιτοκίων, κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών και ασταθών εμπορευματικών αξιών, τα ατομικά κεφάλαια χρειάζονται νέους τρόπους για να διαχειριστούν την αβεβαιότητα που γεννά η απελευθέρωση των αγορών και η διεθνοποίηση της κίνησής τους. Το εμπόριο στις αγορές παραγώγων είναι ακριβώς ένας τρόπος εμπορευματοποίησης του ρίσκου και διαχείρισης της αβεβαιότητας που λειτουργεί συμπληρωματικά με τις χρηματοπιστωτικές αγορές οι οποίες εμπορευματοποιούν την αξίωση στην παραγωγή μελλοντικής υπεραξίας:


Καθώς η έκθεσή τους στον κίνδυνο [αναφέρονται στις επιχειρήσεις, σημ. Δ.Σ.] μεταβάλλεται στις καθημερινές δραστηριότητες, αγοράζουν και πουλούν διαρκώς στις αγορές παραγώγων με σκοπό να διατηρήσουν ανέπαφη την κάλυψή τους στο ρίσκο. Μερικές φορές, επίσης, οι εταιρίες αναλαμβάνουν ένα στοίχημα στην αγορά – αποδεχόμενες το ρίσκο παρά ξεφορτώνοντας το. Κάποιες φορές κερδίζουν, κάποιες φορές τα πράγματα πηγαίνουν πολύ άσχημα καταλήγοντας στις γνωστές περιπτώσεις χρεοκοπίας. (…) Η άμεση αιτία της διόγκωσης των παραγώγων, επομένως, θα μπορούσε να συνοπτικά να αποδοθεί στην διόγκωση της διαχείρισης ρίσκου από τις εταιρίες (…) (Bryan and Rafferty 2006: 8).


Το βασικό, ωστόσο, στοιχείο της παραπάνω διαδικασίας είναι η διόγκωση των χρηματοοικονομικών παραγώγων (ό. π.: 55-60). Τα τελευταία δεν αποτελούν απλά ένα επιπλέον «εργαλείο» διαχείρισης των προβλημάτων ρίσκου. Επειδή, όπως ήδη έχουμε διαπιστώσει, η τιμή των χρεογράφων «αιχμαλωτίζει» μία προεξόφληση της αξιοποίησης του κεφαλαίου, δηλαδή μία ποσοτική εκτίμηση ενός μελλοντικού (και επομένως μη-εξασφαλισμένου) αποτελέσματος εκμετάλλευσης, τα χρηματοοικονομικά παράγωγα, εμπορευματοποιώντας το ρίσκο, διαμορφώνουν ένα πεδίο εμπορευσιμότητας και κυρίως υπολογισμού των προεξοφλήσεων αυτών. Με άλλα λόγια, εκτιμώντας και επαν-εκτιμώντας τις «τιμές» των χρηματοοικονομικών τίτλων, σε τελευταία ανάλυση συμβάλλουν στην περισσότερο ολοκληρωμένη «εποπτεία» της ίδιας της παραγωγής υπεραξίας. Πρόκειται για την αθέατη δραστικότητα ενός χρηματοοικονομικού υπολογισμού ο οποίος επιβάλλει σε περιεκτική παρατήρηση τα εταιρικά χαρτοφυλάκια παρέχοντας τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες στις συναλλαγές να αξιολογούν διαρκώς με πιο αποτελεσματικό και «ασφαλή» τρόπο (όχι όμως πάντα εξασφαλισμένο) τις απαιτήσεις επάνω στην υπεραξία (ό. π.: 97). Επομένως:


με τα παράγωγα, η ικανότητα συμμετροποίησης της αξίας των κεφαλαιακών χρεογράφων εντός και ανάμεσα στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις σε κάθε χρονική στιγμή έχει γενικευτεί ως διαδικασία μέτρησης της επίδοσης του κεφαλαίου παράλληλα και ενδεχομένως πάνω από την ικανότητα παραγωγής υπεραξίας κατά τη διάρκεια του χρόνου (ό. π.: 97).


Συνεχίζοντας, λοιπόν, την επιχειρηματολογία της προηγούμενης παραγράφου μπορούμε σχηματικά να αποδώσουμε ως εξής το ρόλο των χρηματοοικονομικών παραγώγων. Οι αγορές χρεογράφων αξιολογούν (ποσοτικοποιώντας) τα αποτελέσματα της αξιοποίησης των ατομικών κεφαλαίων, ενώ μέσω των χρηματοπιστωτικών παραγώγων αναμειγνύονται, συνδέονται και έτσι συγκρίνονται με πιο καθολικό και αποτελεσματικό τρόπο οι αποδόσεις (τιμές) των χρεογράφων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Σαν αποτέλεσμα, ο διεθνής κεφαλαιακός ανταγωνισμός οξύνεται, ενώ αντίστοιχα εντείνεται η διεθνής κινητικότητα του κεφαλαίου όπως και η πίεση που ασκείται επάνω στην εργασία (σύμφωνα πάντα με την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη παράγραφο).


5. Η διαρκής στιγμή του Proudhon και ο φετιχισμός του κεφαλαίου


Ο Proudhon δεν έβλεπε με καλό μάτι τις τράπεζες. Δεν είχε κάποιο άδικο σε αυτό. Ωστόσο, εδώ προκύπτει ένα βασικό ερώτημα: γιατί η τράπεζα να είναι κάτι χειρότερο από το «εργοστάσιο»; Ο Proudhon εντόπιζε το πρόβλημα στην ουσία της πράξης του δανεισμού. Θεωρούσε ότι ο δανεισμός είναι μία «διαστροφή» της ανταλλαγής διότι το «αντικείμενό» της δεν αλλάζει ιδιοκτήτη και έτσι δεν συνιστά αξία χρήσης για τον κάτοχό της (στην πραγματικότητα πρόκειται για μία μη-ανταλλαγή). Πίστευε, μάλιστα (στο πλαίσιο ενός απλοϊκού συλλογισμού), ότι θεσμικά θα ήταν δυνατό να υπάρξουν μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν σε έναν καπιταλισμό χωρίς τόκο (βλ. Proudhon 1849, Μαρξ 1978: 436-8).

Η κυκλοφορία του τοκοφόρου κεφαλαίου Χ-[Χ-Ε-Χ΄]-Χ΄ αποτελεί την ολοκληρωμένη μορφή κίνησης του κεφαλαίου σε μία καπιταλιστική οικονομία. Ο Μαρξ μας προειδοποιεί ότι η κίνηση αυτή γίνεται άμεσα ορατή από τους παράγοντες της παραγωγής ως μία τυπική συμβολαιακού τύπου συναλλαγή παραχώρησης χρήματος υπό τον όρο της μελλοντικής επιστροφής. Το γεγονός αυτό έχει δύο βασικές συνέπειες. Από τη μία, ο τόκος δεν εμφανίζεται να συνδέεται με την ταξική εκμετάλλευση και να αποτελεί έτσι τμήμα της παραγόμενης υπεραξίας. Εδώ έγκειται και το λάθος του Proudhon. Οι τυπικές κατηγορίες της ανταλλαγής «κεφαλαίου» δεν περιγράφουν αλλά συγκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα της πραγματικής κίνησης. Το κεφάλαιο εμφανίζεται ως εμπόρευμα διότι ο δανεισμός αποκτά την τυπική μορφή της πώλησης ενώ η «τιμή» αποκρύπτει το γεγονός ότι αξιώνει τμήμα της παραγόμενης υπεραξίας (Μαρξ 1978: 438). Από την άλλη, το κεφάλαιο αναπαρίσταται κοινωνικά σαν ένα «απλό πράγμα» που διατηρεί φαινομενικά την «έμφυτη μυστική ιδιότητα» να αποφέρει εισόδημα (τόκο) στον κάτοχό του. Συνεπώς, στη μορφή του τοκοφόρου κεφαλαίου ο ταξικός χαρακτήρας της παραγωγής έχει ολοκληρωτικά χαθεί από τον ορίζοντα των παραγόντων της παραγωγής. Το τοκοφόρο κεφάλαιο:


εμφανίζεται σαν μυστηριώδης και αυτοδημιουργός πηγή του τόκου, της δικής του αύξησης. (…) Το αποτέλεσμα του συνολικού προτσές αναπαραγωγής εμφανίζεται σαν μια ιδιότητα που ανήκει σαν τέτοια σε ένα πράγμα. (…) Το πράγμα (…) σαν απλό πράγμα είναι τώρα κεφάλαιο και το κεφάλαιο εμφανίζεται σαν απλό πράγμα. (…) Η κοινωνική σχέση ολοκληρώθηκε σαν σχέση ενός πράγματος, του χρήματος, προς τον ίδιο του τον εαυτό. (…) Στο τοκοφόρο κεφάλαιο φαίνεται η επιστροφή του σαν κεφάλαιο να εξαρτιέται από την απλή συμφωνία ανάμεσα στο δανειστή και στο δανειζόμενο. (…) Ο τόκος παρασταίνει το κεφάλαιο όχι σε άμεση αντίθεση προς την εργασία, αλλά αντίστροφα, χωρίς καμιά σχέση με την εργασία και σαν απλή σχέση ενός κεφαλαιοκράτη με έναν άλλο. Δηλαδή παρασταίνεται σαν ένας εξωτερικός και χωρίς σημασία για τη σχέση του κεφαλαίου με την εργασία προορισμός (ό. π.: 494, 440, 482-3, η έμφαση δική μου).


Η αντίφαση κεφαλαίου/εργασίας διαγράφεται εντελώς από τη συμβολική δομή που ορίζουν οι παραστάσεις που «αναβλύζουν» από την ίδια την κίνηση του τοκοφόρου κεφαλαίου. Το κεφάλαιο εμφανίζεται σαν ένα sui generis εμπόρευμα που ως τέτοιο διαθέτει αξία χρήσης και τιμή. Όμως, τόσο οι ιδιότητες του «πράγματος» αυτού όσοι και οι ιδεολογικές κοινωνικές παραστάσεις που το «συνοδεύουν» είναι αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης δομής σχέσεων εξουσίας.

Θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι το επιτόκιο (δηλαδή η χρηματοοικονομική απόδοση ως τιμή του κεφαλαίου) αποκτά και αυτό έναν εξωτερικό χαρακτήρα ως προς την παραγωγική διαδικασία. Σε αντίθεση με το ποσοστό κέδρους της επιχείρησης που «εμφανίζεται σα θολή και ομιχλώδης εικόνα» (δηλαδή μέγεθος δύσκολα προσδιορίσιμο), η χρηματοοικονομική απόδοση (το επιτόκιο) αποτελεί για όλους τους δανειστές και τους δανειζόμενους ένα πάγιο και εμπειρικά δοσμένο μέγεθος από τις χρηματαγορές (ό. π.: 465-6). Η εξωτερικότητα αυτή της απόδοσης του τοκοφόρου κεφαλαίου αυτομάτως «παράγει» την αντίληψη ότι αποτελεί ένα εξωτερικό ως προς την παραγωγική διαδικασία εισόδημα που αμείβει τον μη-άμεσα-συμμετέχοντα σε αυτήν δικαιούχο του.

Εξαιτίας της εξωτερικότητας του επιτοκίου και της κοινωνικής διαδικασίας του φετιχισμού που συνοδεύει την κίνηση του τοκοφόρου κεφαλαίου, δημιουργείται αυθόρμητα η λανθασμένη εντύπωση ότι τα εισοδήματα του καπιταλιστή του χρήματος και του ενεργού κεφαλαιοκράτη προέρχονται από «δυο ουσιωδώς διαφορετικές πηγές» (ό. π.: 473), ενώ οι ίδιοι εμφανίζονται στρεβλά ως εκπρόσωποι διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Υπό την έννοια αυτή, το πλάνο της κριτικής του Μαρξ αφορά τον πυρήνα της κεϋνσιανής αφήγησης: οι οικονομικές κατηγορίες της τελευταίας αναπαράγουν την ιδεολογική φαινομενικότητα των καπιταλιστικών δομών εξουσίας. Μάλιστα, η κριτική του Μαρξ υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο Keynes συναντάει τον Proudhon.


6. Επίλογος: ο φόβος της υπερδιόρθωσης


Όπως είθισται να επαναλαμβάνεται συχνά, η ιστορία έχει «γυρίσματα». Για να είμαστε πιο ακριβείς, η ιστορία έχει μπροστά της έναν απέραντο μελλοντικό ορίζοντα. Όσοι, λοιπόν, έσπευσαν κατά καιρούς να πανηγυρίσουν το τέλος της, δεν άργησαν να δοκιμάσουν το αναπόφευκτο της τραγικής και αμήχανης έκπληξης. Είναι κι αυτό ένα γνώρισμα της αλαζονείας που γεννά η οργανική ταύτιση με την εξουσία. Όπως, άλλωστε, είχε προειδοποιήσει ο Machiavelli (1996: 158-9) παλαιότερα, πρόκειται για το κοινότοπο ελάττωμα να μην υπολογίζει κανείς στην «καλοκαιρία» την «κακοκαιρία», δηλαδή να αγνοεί πεισματικά τη δυνατότητα ότι «θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα».

Το καλό με τα «γυρίσματα» είναι ότι απο-φετιχοποιούν – έστω και συγκυριακά – τους μάγους της τελεολογίας. Π.χ. η αμηχανία του Greenspan (βλ. Εισαγωγή) θα εμφανιστεί και στις εκτιμήσεις του φιλελεύθερου Fukuyama (2008), ο οποίος θα διαπιστώσει – είναι αλήθεια, όχι και τόσο ευτυχής – το τέλος της εποχής Reagan! Σοκαρισμένος και αυτός θα παραδεχτεί ότι οι αγορές κεφαλαίου δεν μπορούν τελικά να αυτορυθμίζονται και επομένως, θα συμπληρώσουμε εμείς, είναι εγγενώς ασταθείς. Βέβαια, η ύπαρξη ενός νέου τέλους αποτελεί σχήμα οξύμωρο και καταρρίπτει καταφανώς κάθε «θεωρία τέλους», καθώς φαίνεται ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι οριστικά τελικό και συνεπώς προβλέψιμο ή διαχειρίσιμο.

Ασκώντας κριτική, βέβαια, τους εχθρούς της Αριστεράς θα πρέπει να φροντίσουμε να μην επαναλάβουμε με ευκολία τα ίδια λάθη: να μην προεξοφλήσουμε με ευκολία και υπό την «περιρρέουσα» ατμόσφαιρά ένα ενδεχόμενο τέλος του νεοφιλελευθερισμού. Σε θεσμικό επίπεδο ο τελευταίος αποτελεί την υλική συμπύκνωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων. Μόνο με δραστική μετατόπιση των συσχετισμών αυτών μπορούμε με ασφάλεια να μετακινηθούμε σταδιακά εκτός του.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι αγορές λατρεύτηκαν σε υπερβολικό βαθμό, αλλά όχι μάταια. Προκειμένου να εμπεδωθεί το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης, οι Reagan και Thatcher αλλά και η πληθώρα των μιμητών τους ενδεχομένως να «έστρεψαν το ραβδί» πολύ από τη μία πλευρά, δίνοντας τη μάχη (σε ένα ευνοϊκό πεδίο συσχετισμών) της οριστικής συντριβής των «αντιπάλων». Πριν μπει σε λειτουργία το νεοφιλελεύθερο σύστημα ρύθμισης έπρεπε πρώτα να εμπεδωθεί. Η αναγκαία αυτή «τακτική κίνηση» πιθανώς να ήταν τόσο ισχυρή που σήμερα να χρειάζεται μία μικρή διορθωτική κίνηση για την ίδια την αποτελεσματικότητα του νεοφιλελευθερισμού.

Οι αλαζόνες «παπαγάλοι» του συστήματος, τα golden boys της διανόησης, με περίσσιο θράσος θα διαπιστώσουν την ανάγκη για θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Αυτές προβλέπουν μερική ρύθμιση των χρηματαγορών αλλά και περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς εργασίας (έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε). Ωστόσο, κάθε απόπειρα ρύθμισης σημαίνει ανακατανομή ισχύος, η οποία επιβάλλεται όχι μόνο από το μέγεθος της πρόσφατης «αστοχίας» αλλά και από τη δυναμική των ίδιων των κοινωνικών αντιδράσεων, δηλαδή της ταξικής πάλης. Έτσι, πολλοί είναι εκείνοι, που όπως ο Fukuyama σπεύδουν να διαπιστώσουν ότι εάν πρέπει να γίνουν κάποιες αλλαγές ή ρυθμίσεις, υπάρχει πάντα ο «κίνδυνος της υπερδιόρθωσης» (όπ. π.). Κατανοούν πολύ καλά ότι οι διορθώσεις δεν θα πρέπει να αναιρέσουν τη συνολικότερη λογική του φιλελευθερισμού ώστε να μην κλονιστεί η συγκεκριμένη μορφή ηγεμονίας του κεφαλαίου. Επομένως, η στρατηγική της πολιτικής εξουσίας (των συλλογικών κεφαλαιοκρατών) από εδώ και πέρα θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως εξής: ενσωμάτωση ρυθμίσεων που καθιστούν πιο αποτελεσματικό το νεοφιλελευθερισμό χωρίς να αναιρείται από αυτές ο πυρήνας της λογικής του.

Η συγκεκριμένη μορφή καπιταλισμού έχει δεχτεί τουλάχιστον προς το παρόν ένα ισχυρό ιδεολογικό πλήγμα ενώ σε μία σειρά από χώρες η πολιτική συναίνεση των υποτελών τάξεων στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να οργανωθεί. Οι αντιφάσεις αυτές αναμένεται να ενισχυθούν εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης που έπεται. Σε ένα τέτοιο πεδίο, η πολιτική των κοινωνικών κινημάτων και των αντικαπιταλιστικών πολιτικών συνιστωσών δεν μπορεί να πηγαίνει πιο πίσω από το αίτημα της δραστικής «υπερδιόρθωσης», δηλαδή από την εισαγωγή ταξικών διεκδικήσεων που δεν συνάδουν με τη λογική της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ρύθμισης και που «δείχνουν» προς το στρατηγικό ορίζοντα του «τέλους» του αστικού κράτους και των αγορών. Δεν θα πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε ότι η δυναμική της ταξικής πάλης είναι αστάθμητη, με την αστική εξουσία να «δείχνει την ισχύ της εκεί που δεν έχει οργανωθεί με σύνεση η αντίσταση σ’ αυτήν» (βλ. Machiavelli 1996: 162).



Βιβλιογραφικές αναφορές


Arestis, P. (1997) Money, Pricing, Distribution and Economic Integration, Macmillan Press Ltd.

Balibar, E. (1988) «Ο Μαρξ και η επιχείρηση» (μτφ. Τ. Ουλής), Θέσεις, τ. 23-24.

Borio, C. (2008) “The Financial Turmoil of 2007-? A Preliminary Assessment and Some Policy Considerations”, BIS Working Papers, no. 251.

Brenner, R. (2001) “The world economy at the turn of the millennium toward boom or crisis?”, Review of International Political Economy, vol. 8, no. 1, pp. 6 – 44.

Bryan, D. και Rafferty, M. (2006) Capitalism with Derivatives, A Political Economy of Financial Derivatives, Capital and Class, New York: Palgrave Macmillan.

Busch, K. (1986) Η Κρίση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Αθήνα: Ερατώ.

Crotty, J. (2005) “The Neoliberal Paradox: The Impact of Destructive Product Market Competition and ‘Modern’ Financial Markets on Nonfinancial Corporation Performance in the Neoliberal Era”. In Financialization and the World Economy, ed. G. A. Epstein, pp. 77-110, Edward Elgar.

Davidson, P. (2002) Financial Markets, Money and the Real World, Edward Elgar.

Deakin, D. (2005) “The Coming Transformation of Shareholder Value”, Corporate Governance: An International Review, vol. 13, no. 1, pp. 11-18.

Dumenil, G. και Levy, D. (2004) Capital Resurgent, Harvard University Press.

Epstein, G. (2001) “Financialization, Rentier Interests, and Central Bank Policy”, manuscript, Department of Economics, University of Massachusetts, Amherst.

Epstein, G. και Jayadev, A. (2005) “The Rise of Rentier Incomes in OECD Countries: Finanacialization, Central Bank Policy and Labor Solidarity”. In Financialization and the World Economy, ed. G. A. Epstein, pp. 46-74, Edward Elgar.

Fama, E. F. και Franch, K. R. (2001) “Disappearing dividends: changing firm characteristics or lower propensity to pay?”, Journal of Financial Economics, vol. 60, pp. 3-43.

Froud, J., Leaver, Α. και Williams, K. (2007) “New Actors in a Financialised Economy and the Remaking of Capitalism”, New Political Economy, vol. 12, no. 3, pp. 339-347.

Fukuyama, F. (2008) “The Fall of America, Inc.”, Newsweek, October 13, 2008.

Garegnani, P. (1979) “Notes on Consumption, Investment and Effective Demand: II”, Cambridge Journal of Economics, vol. 3, pp. 63-82.

Grahl, J.και Teague, P. (2000) “The Regulation School, the Employment Relation and Financialization”, Economy and Society, vol, 29, no. 1, pp. 160-178.

Harvey, D. (2003) The New Imperialism, Oxford University Press.

Hegel, G. W. F. (2001) Philosophy of Right (trans. by S. W. Dyde), Batoche Books.

Helleiner, E. (1994) States and the Resurgence of Global Finance: From Bretton Woods to the 1990s, New York: Cornell University Press.

Henry, J. F.( 2001) “Keynes’ Economic Program, Social Institutions, Ideology, and Property Rights”, Journal of Economic Issues, vol. xxxv, no. 3, pp. 633-655.

Herring, R. J. και Chatusripitak, Ν. (2000) “The Case of the Missing Market: the Bond Market and Why It Matters for Financial Development”, Asian Development BankInstitute (ADBI), working paper no. 11, Tokyo.

Hilferding, R. (1985) Finance Capital, A Study of the Latest Phase of Capitalist Development, Routledge & Kegan Paul.

Hirschman, A. O. (1976) “On Hegel, Imperialism, and Structural Stagnation”, Journal of Development Economics, vol. 3, pp. 1-8.

Kalecki, M. (1943) “Political Aspects of Full Employment”. In Selected Essays on the Dymanics of the Capitalist Economy, ed. M. Kalecki, Cambridge University Press.

Keynes, J. M. (1971). The Collected Writings of John Maynard Keynes, Vol. 4, A Tract on Monetary Reform, London: Macmillan for the Royal Economic Society.

Keynes, J. M. (χ.χ.έ) Η Γενική Θεωρία της Απασχολήσεως του Τόκου και του Χρήματος (μτφ. Δ. Ι. Δελιβάνη), Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Kotz, D. M. (2002) “Globalization and Neoliberalism”, Rethinking Marxism, vol. 14, no. 2, pp. 64-79.

Krugman, P. (1997) The Age of Diminished Expectations, Cambridge, Massachusetts and London, England: MIT Press.

Λαπατσιώρας, Σ. και Μηλιός, Γ. (2008-α) «Χρηματοπιστωτική Κρίση και “Οικονομική Ρύθμιση”», Μέρος Α, Θέσεις, τ. 103, σσ. 17-58.

Λαπατσιώρας, Σ. και Μηλιός, Γ. (2008-β) «Χρηματοπιστωτική Κρίση και “Οικονομική Ρύθμιση”», Μέρος Β, Θέσεις, τ. 104, σσ. 15-46.

Lapavitsas, C. (2008-α) “Financialised Capitalism: Direct Exploitation and Periodic Bubbles”, working paper, Department of Economics, SOAS, University of London (internet: http://www.soas.ac.uk/economics/events/crisis/43939.pdf).

Λαπαβίτσας, Κ. (2008-β) συνέντευξη στην εφημερίδα Εποχή (16/11/2008).

Lavoie, M. (1996) “Horizontalism, Structuralism, Liquidity Preference and the Principle of Increasing Risk”, Scottish Journal of Political Economy, vol. 43, no. 3, pp. 275-300.

Lazonick, W. και O’Sullivan, M. (2000) “Maximizing Shareholder Value: a New Ideology for Corporate Governance”, Economy and Society, vol. 29, no. 1, pp. 13-35.

Machiavelli, N. (1996) Ο Ηγεμόνας, Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος.

Μαρξ, K. (1978) Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1985) Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος III, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1992) Grundrisse, τόμος ΙΙΙ, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, K. (1996) Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Mattick, P. (1981) Μαρξ και Κέυνς, Αθήνα: Εκδόσεις Οδυσσέας.

Μηλιός, Γ. (1997) Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Milios, J. (1999) “Diminished Profitability and Welfare Decline (Reflections on the Irreformability of Capitalism in the 1990s)”, in Rethinking Democracy and the Welfare State, edited by J. Milios, L. Katseli, T. Pelagidis, Athens: Ellinika Grammata.

Milios, J., Dimoulis, D. και Economakis, G. (2002) Karl Marx and the Classics, An Essay on Value, Crises and the Capitalist Mode of Production, England: Ashgate Publishing Limited.

Minsky, H. P. (1987) “Securitization”, The Levy Economics Institute of Bard College.

Minsky, H. P. (1993) “Schumpeter and Finance”, in Market and Institutions in Economic Development: Essays in Honor of Sylos Labini, edited by Salvatore Biasco, Alessandro Roncaglia, and Michele Salvati, New York: St. Martin’s Press.

Moore, B. J. (1988) Horizontalists and Verticalists, Cambridge University Press.

Palley, T. I.( 2007) “Finacialization: What It Is and Why It Matters”. Working Paper no. 525, The Levy Economics Institute of Bard College.

Panitch, L. και Gindin, S. (2003) “Global Capitalism and American Empire”, in Leo Panitch and Colin Leys (eds), The Socialist Register 2004, London: Merlin, pp. 1–42.

Pinto, N. P. A. (1998) “Finance Capital Revisited”. In Marxian Economics: A Reappraisal, Vol. 1, ed. R. Bellofiore, pp. 216-232. Macmillan Press Ltd.

Pollin, R. (1996). “‘Socialization of Investment’ and ‘Euthanasia of the Rentier’: the Relevance of Keynesian policy ideas for the contemporary US Economy”, International Review of Applied Economics, vol. 10, no. 1, pp. 49-64.

Proudhon, (1949) “Interest and Principal. A Loan is a Service” (letters addressed to F. Bastiat originally appeared in The Voice of the People, in 1849), internet: http://dwardmac.pitzer.edu:16080/Anarchist_Archives/proudhon/interestletter1.html.

Rubin I. I., (1994) Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Αθήνα: Κριτική.

Smithin, J. (1996) Macroeconomic Policy and the Future of Capitalism, Edward Elgar Publishing Limited.

Sotiropoulos, D. P. and Economakis, G. (2008) “Trade Unions and the Wages Fund Theory: on the Significance of Mill's Recantation and Some Notes on Marx's Theoretical Intervention”, History of Economic Ideas, vol. XVI, no. 3.

Σωτηρόπουλος, Δ. Π. (2007) «Σχόλια στη συζήτηση περί “πλουραλισμού” στην οικονομική σκέψη. Ζητήματα θεωρίας και πολιτικής», Θέσεις, τ. 101, σσ. 97-138.

Williams, K. (2000) “From Shareholder Value to Present-Day Capitalism”, Economy and Society, vol. 29, no. 1, pp. 1-12.

Wolff, R. (2008) “Capitalist Crisis, Marx’s Shadow”, internet: http://www.monthlyreview.org/mrzine/wolff260908.html.

Wray, L. R. (1998) Understanding Modern Money, UK and USA: Edward Elgar.

Wray, L. R. (2007) “A Post-Keynesian View of Central Bank Independence, Policy Targets, and the Rules-versus-Discretion Debate”, working Paper, no. 510, The Levy Economics Institute.

Wray, L. R. (2008), “Financial Markets Meltdown. What Can We Learn From Minsky?”, working paper, no. 94, The Levy Economics Institute.



1 Το συμπέρασμα αυτό είναι άμεση συνεπαγωγή της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη παράγραφο. Για περισσότερα μπορεί κανείς να ανατρέξει σε: Keynes (1993: 336-342), Kalecki (1971), Epstein και Jayadev (2005), Arestis (1997: 149-152), Pollin 1996, Palley 2007.
2 Η έκφραση αυτή ανήκει στον Smithin (1996: 84).
3 Π.χ. βλ. Palley (2007), Crotty (2005), Harvey (2003), Smithin (1996), Henry (2001), Pollin (1996), Wray (2007), Dumenil και Levy 2004, Epstein and Jayadev 2005, Helleiner 1994.
4 Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αναλύσεις του μετα-κεϋνσιανού ρεύματος (Minsky 1993, Palley 2007, Pollin 1996) τέμνονται σε σημαντικό βαθμό με τις θεσμικές οικονομικές προσεγγίσεις (Lazonick και O’Sullivan 2000, Kotz 2002, Froud et. al. 2007, Williams 2000, Crotty 2005) αλλά και με τις παρεμβάσεις των οπαδών της σχολής της ρύθμισης (βλ. Grahl και Teague 2000).
5 Το συνολικό σενάριο υποτίθεται ότι έχει ως εξής. Οι αρχές διακυβέρνησης των ΗΠΑ θεωρούν ότι η βελτίωση της κατανάλωσης στο εσωτερικό της χώρας τους θα υποκινήσει τις εξαγωγές σε ολόκληρο τον κόσμο και θα τροφοδοτήσει το διεθνές εμπόριο. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει στους παραγωγούς των ΗΠΑ να βελτιώσουν εξίσου τις εξαγωγές τους και κατά συνέπεια την κερδοφορία των επιχειρήσεών τους αλλά και το ύψος των τιμών των μετοχών τους διατηρώντας έτσι το προνόμιο πρόσβασης σε φθηνό δανεισμό.
6 Εδώ ο Harvey διατηρεί ως αφετηρία της ανάλυσής του την παραδοσιακή προβληματική του Hobson (ό. π.: 136), πραγματοποιώντας μία παρεκβατική αναφορά και στην παρέμβαση του Hegel. Σε δύο περιεκτικές παραγράφους της Φιλοσοφίας του Δικαίου, ο γερμανός φιλόσοφος σκιαγραφεί την κλασική υποκαταναλωτική θεώρηση του ιμπεριαλισμού. Συγκεκριμένα πιστεύει ότι η αυξανόμενη ανισότητα της διανομής που λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών οδηγεί αναπόφευκτα σε μία προσωρινή ή μόνιμη υστέρηση της κατανάλωσης σε σχέση με την παραγωγή. Ετούτη η εσωτερική αντίφαση της αστικής κοινωνίας την αναγκάζει να αναζητήσει διεξόδους στο εξωτερικό εμπόριο και στις αποικιοκρατικές-ιμπεριαλιστικές πρακτικές (βλ. Hegel 2001, Hirschman 1976, Harvey ό. π.).
7 Σύμφωνα με τον προβληματισμό του Harvey, το θεμελιώδες λάθος του Μαρξ ήταν ότι υποβίβασε την πρωταρχική συσσώρευση – δηλαδή τη συσσώρευση που βασίζεται στην αρπαγή, την κλοπή και τη βία – σε ένα «αρχικό» στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού το οποίο έχει οριστικά παρέλθει (ό. π.: 149). Η αλήθεια είναι, αντίθετα, ότι κάτι τέτοιο δεν αντιστοιχεί σε λάθος αλλά αποτυπώνει το ισχυρό σημείο της ανάλυσης του Μαρξ. Εκείνο που επιχειρεί ο τελευταίος να μας πει στις σελίδες του Κεφαλαίου είναι ότι τα φαινόμενα που αποδίδουν την πρωταρχική συσσώρευση δεν εξαντλούν την ουσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η τελευταία αφορά το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών κάτω από τις οποίες είναι δυνατή η παραγωγή υπεραξίας.
8 Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι παρά τη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης, ιδιαίτερα για τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, κατά την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού, οι ρυθμοί αυτοί παραμένουν σε κάποια «ικανοποιητικά» επίπεδα (Panitch και Gindin 2003).
9 Για το εν λόγω επιχείρημα βλ. Balibar (1988), Milios et al. (2002). Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Μαρξ (1996: 165-6, η έμφαση δική μου) «σαν συνειδητός φορέας αυτής της κίνησης, ο κάτοχος του χρήματος γίνεται κεφαλαιοκράτης. Το πρόσωπό του, ή πιο σωστά η τσέπη του, είναι η αφετηρία και το σημείο επιστροφής του χρήματος. Το αντικειμενικό περιεχόμενο της κυκλοφορίας αυτής – η αξιοποίηση της αξίας – είναι ο δικός του υποκειμενικός σκοπός, και μόνο εφόσον το μοναδικό κίνητρο των επιχειρήσεών του είναι η αυξανόμενη ιδιοποίηση του αφηρημένου πλούτου, λειτουργεί σαν κεφαλαιοκράτης ή σαν κεφάλαιο προσωποποιημένο, προικισμένο με θέληση και συνείδηση. Επομένως δεν πρέπει ποτέ να πραγματευόμαστε την αξία χρήσης σαν άμεσο σκοπό του κεφαλαιοκράτη. Ούτε επίσης το κέρδος για μία μόνο φορά, παρά μόνο την ακατάπαυστη κίνηση του κερδίζειν».
10 Η ανάλυση που ακολουθεί συνοψίζει το βασικό πλαίσιο του μαρξικού επιχειρήματος για την κίνηση του τοκοφόρου κεφαλαίου στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (Μαρξ 1978, κεφ. 21, 22, 23, 24, 29, 30).
11 Η παρατήρηση αυτή γενικεύεται άμεσα και στην περίπτωση των κρατών. Τώρα οι αγορές «εποπτεύουν» τη δυνατότητα «απόσπασης συναινέσεων» στις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού.
12 Η ανάλυση του Μαρξ (1996: 613) είναι κατηγορηματική: «η ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής μετατρέπει σε αναγκαιότητα τη διαρκή αύξηση του κεφαλαίου που είναι τοποθετημένο σε μία βιομηχανική επιχείρηση και ο συναγωνισμός επιβάλλει στον κάθε ατομικό κεφαλαιοκράτη τους εσωτερικούς νόμους του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σαν εξωτερικούς αναγκαστικούς νόμους». Για περισσότερα βλ. Μαρξ (1978: 244-252), Busch (1986: 105-114), Hilferding (1985: 130-150).
13 Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η υψηλή κερδοφορία μιας επιχείρησης μεταφράζεται συνήθως και σε υψηλές τιμές μετοχών, ενώ την ίδια στιγμή το χαμηλό αποτιμούμενο ρίσκο της υγιούς επιχείρησης μειώνει το προεξοφλητικό επιτόκιο αυξάνοντας και την αξία των εκδιδόμενων ομολογιών.
14 Όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί στη σχετική βιβλιογραφία, τα χρηματιστήρια δεν αποτελούν τους βασικούς τόπους χρηματοδότησης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Ακόμα και στις πλέον νεοφιλελεύθερες χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Αγγλία και η Αυστραλία, οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται κυρίως μέσα από παρακρατηθέντα κέρδη, από έκδοση εταιρικών ομολόγων και από τραπεζικά δάνεια (Bryan και Rafferty 2006, Dumenil και Levy 2004, Herring και Chatusripatak 2000, Deakin 2005). Την ίδια στιγμή, είναι χρήσιμο να σημειώσουμε ότι σε αντίθεση με όσα υποστηρίζονται πολλές φορές στην ετερόδοξη βιβλιογραφία, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι μετοχικές εταιρίες γίνονται διαρκώς λιγότερο πρόθυμες στο να διανείμουν μερίσματα (Fama και French 2001).
15 Είναι ακριβώς αυτή η αναδιαμόρφωση του συστήματος που συντελεί τόσο στο μετασχηματισμό της τραπεζικής δραστηριότητας και στην ανάδυση του ρόλου της τιτλοποίησης (που απασχολεί τόσο τη σύγχρονη συζήτηση) όσο και σε μία αυξημένη εξάρτηση των επιχειρήσεων (αλλά και τον κρατών) από τις μη-τραπεζικές κεφαλαιαγορές (αλλαγή του υποδείγματος χρηματοδότησης).
16 Η επιχειρηματολογία της παραγράφου αυτής είναι βασισμένη στην ανάλυση των Bryan και Rafferty (2006), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την αποδεχόμαστε στο σύνολό της.
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή