Ποιος θυμάται την 10η Μαΐου 1981; Εκτύπωση
Τεύχος 106, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2009


ΠΟΙΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΗΝ 10Η ΜΑΪΟΥ 1981;
(ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ «ΑΛΛΑΓΗ»)

Μέρος II
του Χρήστου Βαλλιάνου

1. Η περίοδος των μεταρρυθμίσεων



Η εκλογή Μιτεράν στην Προεδρία της Δημοκρατίας στις 10 Μαΐου και η εκλογική νίκη της Αριστεράς στις βουλευτικές εκλογές της 22ας Ιουνίου με την απρόσμενα άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΣΚ), αλλά και η ίδια η ανασύσταση της ενότητας της Αριστεράς μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια άγονων αντιπαραθέσεων κινητοποίησε χιλιάδες μέχρι τότε παροπλισμένους πολίτες από τον κόσμο της Αριστεράς, και ευρύτερα δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες για μια ριζική αλλαγή πορείας της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό (και πρωτόγνωρο) το ότι η ορκωμοσία Μιτεράν συνοδεύτηκε από μαζικές διαδηλώσεις υποστήριξης στο πρόσωπό του, ενώ σε πολλές πόλεις σχηματίζονταν επιτροπές υποστήριξης της Αλλαγής με καθοριστική τη συμμετοχή ανένταχτων αριστερών. Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να θεωρούν ότι η κυβερνητική αλλαγή ήταν η (καθυστερημένη κατά 13 χρόνια) δικαίωση των αγώνων του Μάη του ’68 (εξηγήσιμο, αν σκεφτούμε ότι αρκετοί από τους ηγέτες εκείνης της εξέγερσης είχαν περάσει πλέον είτε στο ΣΚ είτε σε συγγενείς πολιτικούς χώρους).

Πρέπει να πούμε ότι οι λαϊκές προσδοκίες φαίνονταν να δικαιώνονται από τις πρωτοβουλίες της νέας διακυβέρνησης, ήδη από την επαύριο της μεταβίβασης της εξουσίας, που έδιναν ένα νέο δείγμα γραφής, τόσο σε συμβολικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο «εναλλακτικής διαχείρισης». Αξίζει να αναφέρουμε, κατά χρονολογική σειρά τις κυριότερες από αυτές τις πρωτοβουλίες της πρώτης κυβερνητικής περιόδου:1

Στις 25/5 ο Μιτεράν, εν αναμονή της δια νόμου κατάργησης της θανατικής ποινής, απονέμει χάρη σ’ ένα θανατοποινίτη και προαναγγέλλει την απονομή χάριτος και σε όσους θα γνωρίσουν αυτή την ποινή μέχρι την κατάργησή της. Ο σχετικός νόμος ψηφίστηκε στις 18/9.

Στις 26/5 ο υπουργός εσωτερικών Γκ. Ντεφέρ ανακοινώνει την (προσωρινή) απαγόρευση των απελάσεων μεταναστών (μέτρο στο οποίο επέδειχναν ιδιαίτερο ζήλο οι κυβερνήσεις του Ζισκάρ) πλην των περιπτώσεων απειλής κατά της εθνικής ασφάλειας, και την πρόθεσή του να περιορίσει δραστικά την προσφυγή σε τέτοια μέτρα.

Είχε προηγηθεί (21/5) μια αποφασιστική κίνηση με την οποία η κυβέρνηση ανέβαζε από το 17 στο 22% τα επιτόκια της Τράπεζας της Γαλλίας, με την οποία έμπαινε ένα φρένο στην αιμορραγία συναλλάγματος που είχε ξεκινήσει ήδη από την 11η Μαΐου, που έφτανε μέχρι τα 600 εκ. δολάρια ημερησίως.

Στις 3/6 το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει γενναίες αναπροσαρμογές των επιδομάτων κοινωνικής προστασίας, που υπερβαίνουν κατά πολύ τον τρέχοντα πληθωρισμό του 14%. Κατά 25% αυξάνονται τα οικογενειακά επιδόματα και κατά 20% τα ελάχιστα εισοδήματα γήρατος.2 Ο ελάχιστος εργατικός μισθός (SMIC) αυξάνεται (σε πρώτη φάση) κατά 10%. Με μεταγενέστερες κυβερνητικές αποφάσεις η συνολική αύξηση του ελάχιστου μισθού μέσα στο 1981 θα ανέλθει στο 20%, ποσοστό που μεταφράζεται σε μια καθαρή αύξηση της αγοραστικής δύναμης των αμειβόμενων με το βασικό μισθό σε περίπου 5%. Την ίδια μέρα, ο Μιτεράν ανακοίνωνε την οριστική ματαίωση του προγράμματος επέκτασης της στρατιωτικής βάσης του Larzac.

Μια βδομάδα αργότερα, ο υπουργός παιδείας A. Savary παρουσίαζε μια διυπουργική απόφαση που αφορούσε μια ριζοσπαστική παρέμβαση στο χώρο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης: την ίδρυση των ZEP (Ζώνες εκπαίδευσης κατά προτεραιότητα). Στα σχολεία που υπάγονται στις ZEP, σχολεία αυξημένης σχολικής αποτυχίας, προσφέρονται πρόσθετα υλικά μέσα και ανθρώπινο δυναμικό με σκοπό να ανταπεξέλθουν στο ρόλο τους. Παρέμβαση ιδιαίτερης σημασίας, για τον επί πλέον λόγο ότι έσπαγε μια παράδοση ενός άκαμπτου εξισωτισμού που χαρακτήριζε το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα και τους κρατικούς θεσμούς γενικά.3

Στις 18/7, η δολοφονία του J. Massié, ενός αστυνομικού στη Μασσαλία, τοπικού υπεύθυνου της παρα-αστυνομικής οργάνωσης SAC, με όλα τα μέλη της οικογένειάς του, από την ίδια την οργάνωσή του, μόνο με την υποψία ότι ο Massié ήταν συνομιλητής της Αριστεράς, αποκαλύπτει όλη την έκταση της διάβρωσης της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών από ακροδεξιές αντικομμουνιστικές παρακρατικές οργανώσεις που επί δυο και πλέον δεκαετίες δρούσαν ανεξέλεγκτες με την ανοχή των επίσημων αρχών. Η SAC – δημιούργημα του ίδιου του Ντε Γκωλ από έμπιστούς του αστυνομικούς – επισήμως διαλύθηκε ένα χρόνο αργότερα, ωστόσο η ύπαρξη ακροδεξιών θυλάκων στους κόλπους της αστυνομίας συνεχίστηκε.

Στις 29/7 καταργείται το δικαστήριο ασφαλείας του κράτους (Cour de Sûreté de l’ Etat).

Λίγες μέρες αργότερα εκδηλώνεται η εξέγερση των νέων μεταναστών στα λαϊκά προάστια της Λυών. Παρά την έκταση των επεισοδίων και τις ακρότητες της διαμαρτυρίας (εκατοντάδες καμένα αυτοκίνητα, κλπ.), η αστυνομία αποφεύγει τις προκλήσεις. Η Κυβέρνηση, αρνούμενη τη λογική της καταστολής, οδηγείται στην εκπόνηση των προγραμμάτων DSQ (κοινωνική ανάπτυξη των προαστίων).

Στις 4/8 ψηφίζεται νόμος για την αμνήστευση ειδικών αδικημάτων. Με βάση τις εξαγγελίες απονομής χάριτος από τον ίδιο τον Πρόεδρο, 6.200 κρατούμενοι σε σύνολο 42.000 απολύονται από τις φυλακές.

Στις 11/8 ψηφίζεται νόμος που προβλέπει (υπό προϋποθέσεις) τη νομιμοποίηση των «παράνομων» μεταναστών. Στους μήνες που ακολουθούν θα μπορέσουν να ζήσουν χωρίς τον κίνδυνο της απέλασης περισσότεροι από 130 χιλιάδες μετανάστες. Λίγο αργότερα (9/10) οι μετανάστες αποκτούν και επισήμως το δικαίωμα της ίδρυσης ενώσεων και προώθησης μέσω αυτών των ιδιαίτερων αιτημάτων τους. Στην αναμόρφωση του νομικού πλαισίου που ορίζει τη ζωή των μεταναστών περιλαμβάνεται η ψήφιση νόμου που επιβάλλει αυστηρές ποινές στους εργοδότες που καταφεύγουν στην απασχόληση (εκμετάλλευση) μαύρης εργασίας, και η κατάργηση του νόμου Bonnet (1980) που προέβλεπε την άμεση απέλαση (χωρίς δίκη) ή εγκλεισμό όλων των μεταναστών που συλλαμβάνονταν χωρίς νόμιμη άδεια παραμονής. Τέλος, παρέχονται πρόσθετες εγγυήσεις κατά της αυθαίρετης απέλασης ενός μετανάστη καθώς αυτή συνδέεται με την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερης του ενός έτους, προβλέπεται ειδική μέριμνα για τους ανήλικους, κλπ.

Στις 30/9 το υπουργικό συμβούλιο υιοθετεί τον προϋπολογισμό του 1982. Πρόκειται για ένα προϋπολογισμό ανάκαμψης, που στηρίζεται στην πρόβλεψη μιας ισχυρής αύξησης των δημοσίων δαπανών κατά 27,6%. Ωστόσο, προκειμένου να συγκρατηθεί το δημόσιο έλλειμμα κάτω από τα 100 δις FF, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, ένας έκτακτος φόρος επί της μεγάλης περιουσίας από 0,5% έως 1,5%, αύξηση των τελών κυκλοφορίας ΙΧ, της βενζίνης, του καπνού και του αλκοόλ, όπως και ένταση της μάχης κατά της φοροδιαφυγής.

Στις 9/11 θεσμοθετείται το δικαίωμα της ίδρυσης (τοπικών) ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών και στις 26/11 καταργείται η έκτακτη νομοθεσία (loi anticasseurs, 1970) που ποινικοποιούσε τον ακτιβισμό των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.4 Η κατάργηση της νομοθεσίας αυτής σε συνδυασμό με την ακύρωση των προγενέστερων σχεδίων που αφορούν το Larzac και το Plogoff (βλ. σχετικά στο Α΄ μέρος του παρόντος άρθρου), λόγω ακριβώς της έκτασης των λαϊκών αντιδράσεων που είχαν συναντήσει, ανάγονται σε σύμβολα της πολιτικής βούλησης της αριστερής διακυβέρνησης να έρθει σε ρήξη με το «καθεστώς» Ζισκάρ.5

Στην ίδια κατεύθυνση αποκατάστασης των ατομικών ελευθεριών εντάσσεται και η ψήφιση μεταγενέστερου νόμου (24/7/1982) που καταργούσε το νόμο Securité et Liberté του 1980, που παρείχε στις αστυνομικές αρχές την απεριόριστη ευχέρεια να πραγματοποιούν προληπτικούς ελέγχους και προσαγωγές, εν ονόματι της πάταξης της εγκληματικότητας. Ο νέος νόμος ορίζει ότι οι έλεγχοι ταυτότητας θα γίνονται μόνο σε συγκεκριμένους χώρους, και μόνον σε περίπτωση που η «απειλή» είναι «άμεση».

Στις 8/10 ψηφίζεται η κατά 100% εθνικοποίηση των δύο μεγάλων επιχειρήσεων της γαλλικής χαλυβουργίας, Usinor και Sacilor, μέσω της μετοχοποίησης των πιστώσεων του κράτους. Μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις, η αεροναυπηγική Dassault παραχωρεί το 26% των μετοχών της στο δημόσιο, και στις 12/10 υπογράφεται ένα πρωτόκολλο συνεργασίας με τον όμιλο Matra (αυτοκίνητα αγώνων, αεροναυπηγική, οπλικά συστήματα, κλπ.)6. Με τις συμφωνίες αυτές το κράτος αποκτά το 51% των μετοχών και των δύο ομίλων.

Στις 18/12, μετά από μαραθώνιες συνεδριάσεις και τη συζήτηση εκατοντάδων τροπολογιών από την αντιπολίτευση που εξαντλεί όλα τα συνταγματικά μέσα για να αποτρέψει τη «σοβιετοποίηση» της χώρας, και τη διελκυστίνδα μεταξύ Βουλής και Γερουσίας, ψηφίζεται το νομοσχέδιο για τις εθνικοποιήσεις. Επτά βιομηχανικοί όμιλοι (CGE, Péchiney-Ugine-Kuhlmann, Rhône-Poulenc, Thomson-Brandt, Saint-Gobain, συμπεριλαμβανομένων των Usinor και Sacilor,) 36 τράπεζες (το σύνολο του τραπεζικού τομέα) και δύο επενδυτικές επιχειρήσεις (Indosuez και Paribas) περνούν κατά 100% στο δημόσιο έλεγχο, μέσω της υποχρεωτικής πώλησης των μετοχών τους στο κράτος. Ωστόσο, μέχρι την τελική επίσημη δημοσίευσή του σχετικού νόμου (13/2/82), θα ακολουθήσει νέα καθυστέρηση με την εμπλοκή του συνταγματικού δικαστηρίου που θα κρίνει αντισυνταγματικές κάποιες από τις διατάξεις σχετικά με την αποζημίωση των μετόχων και θα αξιώσει την επαναδιατύπωσή τους.

Μετά από μια αντίστοιχη διελκυστίνδα, στις 19/12, το κοινοβούλιο απορρίπτει τις τροπολογίες που είχε εισαγάγει η Γερουσία και ψηφίζει την τελική μορφή του νόμου για την αποκέντρωση. Μετά και από τις λογοκριτικές παρεμβάσεις του Συνταγματικού δικαστηρίου, ο νόμος δημοσιεύεται στις 3/3/1982. Με τη μεταρρύθμιση αυτή παραχωρούνταν στην τοπική αυτοδιοίκηση, για πρώτη φορά μετά από την εποχή του Ναπολέοντα, σημαντικές διοικητικές και σε κάποιο βαθμό εκτελεστικές αρμοδιότητες που μέχρι τότε ασκούνταν από τους δοτούς νομάρχες.

Στις 13/1/82 με κυβερνητικό διάταγμα (έχει προηγηθεί ψήφιση νόμου [23/12] με τον οποίο η Κυβέρνηση αποκτά το δικαίωμα έκδοσης διαταγμάτων κοινωνικού χαρακτήρα για την υλοποίηση του προγράμματός της) μειώνεται ο εβδομαδιαίος εργάσιμος χρόνος στις 39 ώρες χωρίς μείωση των αποδοχών. Παράλληλα, καθιερώνεται η 5η εβδομάδα κανονικής άδειας για όλους τους εργαζόμενους.

Στις 25/3 με νέο διάταγμα καθιερώνεται, μεταξύ άλλων, η ηλικία των 60 ετών ως καθολικό όριο για συνταξιοδότηση. Ειδικά για τους δημόσιους υπαλλήλους το όριο αυτό ορίζεται στα 57 χρόνια.

Τέλος, στις 20/4 ψηφίζεται ο «λαϊκός καταθετικός λογαριασμός», με τον οποίο κάθε λαϊκή οικογένεια δικαιούται να αποταμιεύει το περίσσευμά της (μέχρι του ύψους των 30 χιλιάδων FF) με ένα προνομιακό επιτόκιο τουλάχιστον ίσο με τον επίσημο πληθωρισμό. Οι τόκοι αυτού των καταθέσεων απαλλάσσονται από τη φορολογία και άλλες επιβαρύνσεις.

Παράλληλα, προωθείται μια εκκαθάριση της νομοθεσίας από νόμους - απολιθώματα, όπως το πλημμέλημα της ομοφυλοφιλίας.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι στη διάρκεια της πρώτης αυτής περιόδου, έχουμε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων σε δύο κατευθύνσεις:

Α) Σε επίπεδο θεσμικού πλαισίου προωθούνται κάποιες ώριμες μεταρρυθμίσεις εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα, αλλά και σημαντικές δημοκρατικές - φιλελεύθερες τομές, εκεί όπου το προϋπάρχον πλαίσιο είχε συναντήσει την καθολική αμφισβήτηση.

Β) Όσον αφορά τη διαχείριση της απασχόλησης και την οικονομική πολιτική, έχουμε μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην αύξηση των άμεσων και έμμεσων εργατικών αμοιβών, και τελικά σε μια σοσιαλδημοκρατική μερική αναδιανομή του προϊόντος προς όφελος της εργασίας. Στην ίδια αυτή κατεύθυνση έχουμε μια έντονα παρεμβατική κρατική πολιτική μέσω των εθνικοποιήσεων και της επεξεργασίας εθνικών πολιτικών για τη χρηματοδότηση της έρευνας, κλπ.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι πέρα από τις οξείες αντιπαραθέσεις του Κοινοβουλίου, οι μεταρρυθμίσεις της πρώτης αυτής φάσης ψηφίζονται χωρίς να συναντήσουν κάποιες κοινωνικές αντιστάσεις7, προφανώς γιατί γύρω από αυτές αναπτύσσεται μια ευρεία κοινωνική συναίνεση8.

Ωστόσο, παρά το διόλου ευκαταφρόνητο όγκο του παραγόμενου έργου στο επίπεδο της μεταρρύθμισης των θεσμών, τα πρώτα σοβαρά προβλήματα έχουν κάνει ήδη αισθητή την παρουσία τους από τους πρώτους μήνες της αριστερής διακυβέρνησης. Η δημιουργία 55 χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας από το δημόσιο δεν είναι αρκετή για να ανακόψει την άνοδο των ποσοστών της ανεργίας. Το Δεκέμβριο του 1981 ανακοινώνεται και επίσημα ότι ο αριθμός των ανέργων ξεπέρασε, για πρώτη φορά, το όριο των 2 εκατομμυρίων. Παράλληλα, τα δημόσια ελλείμματα για τη χρηματοδότηση των νέων θέσεων εργασίας αλλά και του γενικότερου αναπτυξιακού σχεδίου με μοχλό το κράτος, όπως και τα ελλείμματα των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης9 αυξάνονται με απρόβλεπτους ρυθμούς. Τα δεδομένα αυτά ωθούν τον υπουργό Οικονομίας J. Delors, να δηλώσει στις 30/11 ότι θα επιθυμούσε μια «προσωρινή ανάπαυλα στις μεταρρυθμίσεις». Ωστόσο, ο πρωθυπουργός σπεύδει να διευκρινίσει ότι «οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να προωθηθούν χωρίς επιτάχυνση ή σπουδή, αλλά με τρόπο σταθερό και συνεχή».

Στις 6/1/82 ο J. Delors καλεί τους εμπόρους να συναινέσουν σε μια τρίμηνη «ανακωχή τιμών» με στόχο τη συγκράτηση του κόστους ζωής που για το 1981 κατέγραψε αύξηση 14%.

Στις 16/4, εν όψει μιας παρατεινόμενης επενδυτικής άπνοιας, ο Πρωθυπουργός εξαγγέλλει μέτρα για την ελάφρυνση των βαρών των επιχειρήσεων. Το ΚΚΓ εκφράζει ανοιχτά τη δυσφορία του μέσω του Ζ. Μαρσαί που κάνει λόγο για «δώρα προς την εργοδοσία».

Στις 12/5 το Υπ. Συμβούλιο εγκρίνει μια τροποποίηση του προϋπολογισμού του 1982, που προβλέπει υπέρβαση δαπανών κατά 11,9 δις FF, τα οποία φιλοδοξεί ωστόσο να καλύψει κυρίως μέσω της αύξησης του γενικού συντελεστή ΦΠΑ κατά μια μονάδα.

Στις 13/6, επαύριον μιας αναδιάρθρωσης των ευρωπαϊκών ισοτιμιών στο πλαίσιο του ΕΝΣ, με την οποία το γαλλικό φράγκο υποτιμήθηκε κατά 5,75% (ενώ αντίστοιχα το μάρκο υπερτιμήθηκε κατά 4,25%), ανακοινώνεται πάγωμα τιμών και μισθών μέχρι 31/10, εξαιρουμένων των κατώτατων μισθών, αποφασίζεται ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα τόσο του 1982 όσο και του 1983 θα πρέπει να περιοριστούν στο 3% του ΑΕΠ, και ότι θα ισοσκελιστούν οι προϋπολογισμοί των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης και των άλλων κοινωνικών παροχών. Είναι το τέλος της «περιόδου χάριτος» της κυβέρνησης Μωρουά, ένα τέλος που είχε προαναγγελθεί πολλούς μήνες νωρίτερα.

Προκειμένου τώρα να δούμε γιατί, και σε ποιο βαθμό, δώδεκα μόλις μήνες μετά την ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών από την Αριστερά το πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης με βασικό βραχίονα την τόνωση της ζήτησης χοντρικά ναυαγεί και εγκαταλείπεται, θα πρέπει να αφήσουμε το νήμα της χρονολογικής παράθεσης γεγονότων και να εστιάσουμε πιο συγκεκριμένα στη λογική και τις παραδοχές του ίδιου του σχεδίου ανάκαμψης.


2. Οι προσδοκίες της ανάκαμψης …


Ας ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχήν ότι η αποτυχία της οικονομικής διαχείρισης της περιόδου αυτής είναι μια αποτυχία σχετική: τα αποτελέσματά της σε καμιά περίπτωση δεν δικαιώνουν τις προβλέψεις απόλυτης καταστροφής που μονότονα επαναλαμβάνονταν επί μήνες από τις Κασσάνδρες της αντιπολίτευσης και τον ίδιο τον Ρ. Μπαρ. Πέραν αυτού, τα απτά αποτελέσματα της πρώτης αυτής περιόδου (απασχόληση, λαϊκή κατανάλωση, επενδύσεις, κλπ.) δεν είναι χειρότερα από τα αντίστοιχα της περιόδου Μπαρ και είναι μακράν υπέρτερα αυτών των γειτονικών χωρών στη διάρκεια της ίδιας περιόδου.

Έχουμε επομένως, μια σχετική αποτυχία από την άποψη ότι τα αποτελέσματα απείχαν σημαντικά από τους στόχους που είχαν τεθεί. Αντί της βιομηχανικής ανάκαμψης, είχαμε μια χοντρικά μηδενική ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής για το 1981 και μια κάμψη για το α΄ εξάμηνο του 1982. Αντί της υποχώρησης της ανεργίας είχαμε απλά μια κάμψη του ρυθμού αύξησής της. Αντί της ανάκτησης της εσωτερικής αγοράς είχαμε μια άνευ προηγουμένου αύξηση του ποσοστού των εισαγωγών στο σύνολο της αγοράς. Βεβαίως, η Αριστερά έφερε το βαρύ φορτίο μιας οικονομίας που τα τελευταία χρόνια είχε υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με τους βασικούς ανταγωνιστές της, ωστόσο τα στοιχεία αυτά υποτίθεται ότι ήταν γνωστά και είχαν συνεκτιμηθεί στην κατάρτιση του σχεδίου της ανάκαμψης.

Ας θυμηθούμε πολύ συνοπτικά, τα βασικά στοιχεία της διεθνούς συγκυρίας στην οποία τοποθετείται η γαλλική αλλαγή του Ιουνίου του 1981: Πρόκειται για τις απαρχές του μεγάλου μονεταριστικού «σοκ» της διακυβέρνησης Ρέιγκαν, που διάρκεσε μέχρι το φθινόπωρο του 1982: Δραστική περικοπή των πιστώσεων στήριξης της κοινωνικής κατανάλωσης στις ΗΠΑ, που οδήγησε σε πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 10%.10 Η Αγγλία της Θάτσερ βρίσκεται στην κλίνη της θεραπείας «σοκ» ήδη από τα τέλη του 1980. Αλλά και στη Γερμανία η βιομηχανική παραγωγή μειώνεται κατά 6% σε σχέση με το 1980. Ο περιορισμός της ζήτησης των λαϊκών τάξεων παρέσυρε στην πτώση του και τα κέρδη του κεφαλαίου.

Σε αντίθεση με τους μονεταριστές, η γαλλική Αριστερά, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου, θεωρεί ότι η στασιμότητα οφείλεται στην συμπίεση των μισθών και την εξ αυτής ανεπάρκεια της λαϊκής ζήτησης. Η ιδέα ότι η κρίση ενδεχομένως να οφείλεται στο ότι για λόγους ιστορικούς και άλλους, τα κέρδη δεν είναι επαρκή ώστε να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη συσσώρευση είναι έξω από το θεωρητικό ορίζοντα της παραδοσιακής Αριστεράς. Το σχέδιο λοιπόν της Αριστεράς για τη Γαλλία συμπυκνώνεται σε δύο βασικές προτάσεις: α) Η προώθηση της λαϊκής ζήτησης είναι η πρώτη προϋπόθεση για την αναθέρμανση της οικονομίας, και β) για τη διασφάλιση αυτής της ανάκαμψης απαιτούνται ακόμα βαθιές μεταρρυθμίσεις με τη χάραξη μιας εθνικής βιομηχανικής πολιτικής που θα έχει ως βασικό μοχλό το διευρυμένο εθνικοποιημένο τομέα.

Τα μέτρα του Ιουλίου, όπως και ο προϋπολογισμός του 1981, υπηρετούν αυτήν ακριβώς την πολιτική. Κατά τις εκτιμήσεις του ίδιου του προϋπολογισμού, η καθαρή αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών κατά 2,5%, σε συνδυασμό με μια αύξηση των δημοσίων δαπανών κατά 4,5%, θα προκαλέσουν μια αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών τέτοια ώστε η συνολική ανάπτυξη να υπερκαλύψει την αύξηση της παραγωγικότητας και να απορροφήσει μέρος της ανεργίας.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου ο προϋπολογισμός του 1981 δεν κάνει «τσιγγουνιές»: προβλέπει μια κατά 27% αύξηση των δημοσίων δαπανών, και μια κατά 30% αύξηση των δημόσιων επενδύσεων με βασικούς αποδέκτες την κατασκευή λαϊκής κατοικίας και την έρευνα. Έχουμε δηλαδή δαπάνες που δημιουργούν θέσεις εργασίας χρήσιμες κοινωνικά αλλά και παραγωγικά. Για την περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης ως πρώτης συνέπειας της ανάκαμψης, ο προϋπολογισμός προβλέπει την άμεση πρόσληψη 84.000 εργαζομένων στο δημόσιο, στους τομείς της παιδείας και της υγείας, και επιδότηση άλλων 22.000 προσλήψεων στον πολιτισμό κλπ.

Μάλιστα, ο προϋπολογισμός του 1981 προχωράει ένα βήμα παραπέρα, προβλέποντας μια γενναία αύξηση κατά 50% των διαφόρων επιδοτήσεων (του ιδιωτικού τομέα) της βιομηχανίας, ώστε ο ιδιωτικός τομέας να επενδύσει και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, και ένα τριπλασιασμό των δαπανών για την έρευνα, που βεβαίως στοχεύει στις βιομηχανικές καινοτομίες.

Ως προς τη χρηματοδότηση των δαπανών του προϋπολογισμού, προβλέπονται κατ’ αρχήν εισπράξεις που με το συνδυασμό ανάπτυξης και πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα είναι αυξημένες κατά 17%. Ένα δεύτερο μέρος των δαπανών θα καλυφθεί από τη θέσπιση μιας πρόσθετης φορολογίας. Εδώ συμπεριλαμβάνεται η αύξηση της φορολογίας του καπνού, του αλκοόλ, των τελών κυκλοφορίας των ΙΧ, η επιβολή φόρου στα υπερκέρδη των τραπεζών λόγω αύξησης των επιτοκίων δανεισμού, η μείωση των φοροαπαλλαγών γαιοπροσόδων και των εισοδημάτων από ακίνητα, η φορολογία της εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου επί γαλλικού εδάφους, η επέκταση των «κρατήσεων αλληλεγγύης» (που χρηματοδοτούν τα επιδόματα ανεργίας) και στους εργαζομένους του δημοσίου, η θέσπιση ενός ανώτατου ορίου φοροαπαλλαγών του οικογενειακού εισοδήματος, και τέλος, η φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας. Για το υπόλοιπο μέρος των δαπανών το κράτος θα πρέπει να προβεί σε δανεισμό, ελπίζοντας στην ανάπτυξη και βελτίωση των δημοσιονομικών του στα επόμενα χρόνια.

Αν υπάρχει κάτι που αξίζει να προσεχθεί σ’ αυτή την ανάλυση της κατανομής των εσόδων και των δαπανών του δημοσίου είναι μάλλον το γεγονός ότι άρρητα ομολογείται μια άλλη προσέγγιση της κρίσης, μια προσέγγιση που δεν μπορεί να παραβλέψει τη διάσταση της χαμηλής κερδοφορίας:11 Ενώ για πρώτη φορά οι επιδοτήσεις της ιδιωτικής βιομηχανίας είναι τόσο γενναιόδωρες, το προσδοκώμενο αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά πενιχρό: μόλις 3,3% αύξηση του ΑΕΠ, έναντι 5-8% για την προ της κρίσης περίοδο. Οι ελπίδες για πιο φιλόδοξους ρυθμούς ανάπτυξης μετατίθενται για τα επόμενα χρόνια, όταν θα τεθεί σε κίνηση ο τομέας των υπό εθνικοποίηση επιχειρήσεων…


3. …και η διάψευσή τους


Όπως είναι γνωστό, οι προσδοκίες της ανάκαμψης που έτρεφε η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν επαληθεύτηκαν. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αν σκεφτούμε ότι η διεθνής ύφεση του 1980 παρατάθηκε πέρα από κάθε πρόβλεψη που τοποθετούσε την ανάκαμψη το αργότερο στο 1982. Στις συνθήκες αυτές, η τόνωση της εγχώριας ζήτησης λειτούργησε σαν ατμομηχανή …των εισαγωγών από τις βασικές ευρωπαϊκές οικονομίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το παγκόσμιο εμπόριο καταγράφει μηδενική αύξηση στο 1980, και μειώνεται κατά 3% στο 1982, οι εξαγωγές της Ομ. Γερμανίας προς τη Γαλλία το α΄ εξάμηνο του 1982 αυξάνονται κατά 29%!

Όσον αφορά την αύξηση της λαϊκής κατανάλωσης στο διάστημα που εξετάζουμε, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι σχετικά μεγάλες αυξήσεις των βασικών μισθών δεν επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την ιεραρχία των μισθών, εξ ου και οι συνολικά μετριασμένες αυξήσεις της: 2,2% για το 1981, και 2,2% για το α΄ εξάμηνο του 1982. Τα μεγέθη αυτά δεν μπορούσαν βέβαια να οδηγήσουν σε κάποια σοβαρή αύξηση των επενδύσεων. Και πράγματι, μετά από μια πτώση των επενδύσεων που καταγράφεται για τα τρία πρώτα τρίμηνα του 1981, έχουμε μια μέση αύξηση για τα τρία επόμενα τρίμηνα (μέχρι τα μέσα του 1982) που μόλις φθάνει το 3,5%. Το απογοητευτικά στοιχεία εδώ αφορούν τις ίδιες τις μεγάλες κρατικές εταιρείες, οι επενδύσεις των οποίων μειώνονται κατά 5% το 1981 ενώ δεν ξεπερνούν το 3% το 1982 (έναντι 9% για το 1979). Ελλείψει αυξημένης ζήτησης, τα κονδύλια των ενισχύσεων των κρατικών επιχειρήσεων κατευθύνονται κυρίως στην κάλυψη των λειτουργικών τους ζημιών.

Αυτό ωστόσο που χαρακτήρισε την παταγώδη αστοχία του σχεδίου της κυβέρνησης της Αριστεράς είναι το εξωτερικό εμπόριο. Γιατί, όχι μόνο δεν αυξήθηκαν οι εξαγωγές στο μέτρο των προσδοκιών (για την ακρίβεια, ο όγκος τους μειώνεται από το β΄ εξάμηνο του 1981), αλλά κυρίως οι εισαγωγές αυξάνονται εντυπωσιακά: 14% (σε όγκο) στο διάστημα Ιουνίου - Ιουνίου.

Το αποτέλεσμα αυτό σχετίζεται κατ’ αρχήν με την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγικής δομής και την πολιτική του υπερτιμημένου γαλλικού νομίσματος που ακολουθήθηκε με ιδιαίτερη επιμονή κατά την περίοδο των κυβερνήσεων Μπαρ. Συνολικά, τα εισαγόμενα βιομηχανικά αγαθά ως ποσοστό της συνολικής ζήτησης, περνούν από το 31% το 1978 στο 39% το 1982.12 Το οδυνηρό εδώ δεν είναι τόσο η αύξηση των εισαγωγών οικιακού εξοπλισμού, που λογικά μπορεί να αποδοθεί στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, αλλά η αύξηση των εισαγωγών παραγωγικού εξοπλισμού, παρά τη γενική επενδυτική στασιμότητα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σοβαρή υποχώρηση του μεριδίου της εγχώριας παραγωγής στην αγορά αυτοκινήτου. Πέρα από τα θέματα των συναλλαγματικών ισοτιμιών, η υποχώρηση αυτή σχετίζεται με δομικές αδυναμίες: την επιλογή των επενδύσεων σε ξένες αγορές αντί του εκσυγχρονισμού των εγχώριων γραμμών συναρμολόγησης, όπως και στην εμμονή (όμιλος PSA) σ’ ένα ιδιαίτερα δεσποτικό, και ιστορικά καταδικασμένο στυλ οργάνωσης και διοίκησης, το οποίο ωστόσο δεν μπόρεσε να αποτρέψει ούτε τα άσχημα οικονομικά αποτελέσματα, ούτε τη γενικευμένη απεργιακή εξέγερση του 1983-84, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Με αυτά τα δεδομένα, η ανάκαμψη μέσω της προώθησης της λαϊκής κατανάλωσης, ή, ακόμα χειρότερα (με δεδομένη τη διάρθρωση του εξωτερικού εμπορίου) μέσω της προώθησης των επενδύσεων, προσκρούει σε ένα ανυπέρβλητο εξωτερικό εμπόδιο: το μηνιαίο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου που από τα 5 δις FF το 1980 φτάνει τα 9 δις FF το β΄ τρίμηνο του 1982, τροφοδοτώντας σενάρια καταστροφολογίας από τη μεριά του αντιπολιτευόμενου τύπου.

Η πολιτική ενίσχυσης της λαϊκής κατανάλωσης είχε λοιπόν μια πολύ μικρή επίδραση πάνω στην αύξηση της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής και τελικά της απασχόλησης. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της ενίσχυσης οδήγησε στην αύξηση (ή έστω τη μικρότερη μείωση) της απασχόλησης στις χώρες που αύξησαν τις εξαγωγές τους προς τη Γαλλία: τη Γερμανία, την Ιταλία, κ.ά. Βέβαια, η εγχώρια βιομηχανική παραγωγή θα βρισκόταν σε ακόμα χειρότερη θέση χωρίς την πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης. Ωστόσο, στις συγκεκριμένες συνθήκες, η πολιτική αυτή οδήγησε στη διόγκωση του ελλείμματος του εξωτερικού εμπορίου σε σημείο που η υποτίμηση του γαλλικού νομίσματος τον Ιούνιο του 1982 να είναι αναπόφευκτη, όπως αναπόφευκτη ήταν και η προηγούμενη απ’ αυτήν, λίγους μόλις μήνες νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1981.

Μήπως όλα αυτά σημαίνουν ότι το σχέδιο ανάκαμψης μέσω της τόνωσης της ζήτησης ήταν ευθύς εξ αρχής καταδικασμένο εξ αιτίας της διεθνούς ύφεσης και της υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας στην επταετία του Ζισκάρ; Όχι ακριβώς. Τα «αντικειμενικά» αυτά δεδομένα δεν μπορούν να αποκρύψουν τη σημασία μιας συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής της κυβέρνησης Μωρουά, που συνίστατο στη συνέχιση της πολιτικής του υπερτιμημένου εθνικού νομίσματος που είχε υιοθετήσει ο Ρ. Μπαρ. Ας θυμίσουμε εδώ ότι η τελευταία προ της 10ης Μαΐου υποτίμηση του φράγκου είχε αποφασιστεί από την κυβέρνηση Μπαρ το 1978. Στο διάστημα αυτό, η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας (μεγαλύτερη από 6 εκατοστιαίες μονάδες) είχε σαν αποτέλεσμα τον Μάιο του 1981 το γαλλικό φράγκο να είναι υπερτιμημένο ως προς το μάρκο (σημείο αναφοράς για τις συναλλαγματικές ισοδυναμίες στην Ευρώπη) περίπου κατά 20% (ή ίσως λίγο λιγότερο, αν το 1978 ήταν αλαφρά υποτιμημένο). Η κυβέρνηση της Αριστεράς όχι μόνο δεν αποτόλμησε μια μονομερή απόφαση υποτίμησης του εθνικού νομίσματος κατά ένα τέτοιο ποσοστό, ενέργεια που θα υποχρέωνε σε μια προσωρινή έξοδο του φράγκου από το σύστημα των ευρωπαϊκών νομισματικών ισοδυναμιών (που ωστόσο θα τερμάτιζε την έκθεση των γαλλικών επιχειρήσεων σ’ ένα άνισο ανταγωνισμό), αλλά συνέχισε την πολιτική του υπερτιμημένου φράγκου, αρνούμενη οποιοδήποτε συζήτηση περί υποτίμησης, με το επιχείρημα ότι η Αριστερά δεν πρέπει να ταυτιστεί με τέτοιου τύπου «εύκολες λύσεις». Είναι πιθανό ότι οι ηγέτες της Αριστεράς υπερεκτίμησαν τις δυνατότητες της εθνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στην πρόκληση ενός άνισου ανταγωνισμού με τις γειτονικές ευρωπαϊκές χώρες. Εν πάση περιπτώσει, η συνεχιζόμενη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας ανέβαζε «αυθόρμητα» την πραγματική αντιστοιχία του φράγκου με το μάρκο και απαιτούσε μια ισόποση ονομαστική υποτίμηση. Η γαλλική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να συναινέσει σε μια πρώτη υποτίμηση του φράγκου τον Οκτώβριο του 1981, σε μια δεύτερη τον Ιούνιο του 1982, και σε μια τρίτη το Μάρτιο του 1983. Ωστόσο, οι υποτιμήσεις αυτές, πάντα εκ των υστέρων δεν κάλυπταν ποτέ συνολικά το «χαμένο έδαφος» και δεν αναιρούσαν ποτέ το 100% του άνισου ανταγωνισμού των γαλλικών προϊόντων με τα αντίστοιχα γερμανικά κλπ., τόσο στην εγχώρια όσο και στις διεθνείς αγορές.

Όλη αυτή η ανάλυση για την αποτυχία του σχεδίου ανάκαμψης μέσω της ζήτησης και την πρόσκρουσή του στο εμπόδιο του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και της δυσμενούς διεθνούς συγκυρίας, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα καθώς αφήνει αναπάντητα δύο υποθετικά ερωτήματα, που ωστόσο απασχόλησαν την Αριστερά που στοχάστηκε την αποτυχία του συγκεκριμένου εγχειρήματος.

Πραγματικά, θα μπορούσε κανείς να συλλογιστεί ως εξής: «Αποτύχαμε εξ αιτίας του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Αυτό οφείλεται στο ότι ο υπόλοιπος κόσμος υιοθέτησε τη μονεταριστική πολιτική λιτότητας των Ρέιγκαν και Θάτσερ. Αν όλοι ακολουθούσαν το δικό μας σχέδιο εξόδου από την κρίση θα είχαμε πετύχει». Είναι η αντίδραση των κλασικών οπαδών του κεϋνσιασμού.13 Η δεύτερη εκδοχή θα ήταν η ακόλουθη σκέψη: «Η αποτυχία μας οφείλεται στο ότι δεν μπορέσαμε να απομονωθούμε σε επαρκή βαθμό από την ανατροφοδοτούμενη μονεταριστική ύφεση που έπληξε τις άλλες δυτικές οικονομίες». Είναι χοντρικά η άποψη που υποστήριξε το ΚΚΓ και η μαρξίζουσα αριστερή συνιστώσα του ΣΚ (Σεβενεμάν).

Το πρόβλημα με τις απόψεις αυτές είναι ότι αντιλαμβάνονται την κρίση που την εποχή εκείνη βρίσκεται στο απόγειό της, ως μια κρίση ζήτησης. Ωστόσο, αν εξαιρέσουμε την περίοδο των υπερβολών του ρηγκανισμού, το βασικό χαρακτηριστικό της που εντοπίζεται σ’ όλη την περίοδο από το 1973 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν ακριβώς η χαμηλή κερδοφορία – χαμηλή σε σχέση πάντα με τον απαιτούμενο όγκο νέων επενδύσεων για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, ή, με άλλη διατύπωση, το ολοένα υψηλότερο κόστος εκμηχάνισης που κατέληγε σε μια συνεχώς επιβραδυνόμενη παραγωγικότητα. Επομένως, ακόμα και αν είχε αποτραπεί το σοκ της μονεταριστικής περιόδου 1980-82, ακόμα και αν είχαν με κάποιο τρόπο αποφευχθεί όλες οι πολιτικές «αποπληθωρισμού», ακόμα και αν είχε υιοθετηθεί η ιδέα της ενίσχυσης των αναπτυσσόμενων οικονομιών του τρίτου κόσμου με ένα «νέο σχέδιο Μάρσαλ», στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε να παραταθεί για κάποια χρόνια η περίοδος της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης της κρίσης. Για αντίστοιχους λόγους δεν είναι πειστική και η δεύτερη άποψη. Ας προσθέσουμε εδώ ότι όπως η πολιτική του υπερτιμημένου εθνικού νομίσματος δεν είναι αυτή που ευθύνεται για την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας οικονομίας, αλλά απλά υπό συγκεκριμένες συνθήκες την ενισχύει, αντίστοιχα η προστατευτική πολιτική μέσω των υποτιμήσεων δεν εγγυάται από μόνη της την κατάκτηση της εσωτερικής αγοράς.


4. Η φάση της «σταθεροποίησης» – σε αναζήτηση εναλλακτικού σχεδίου


Η κυβερνητική απόφαση του τετράμηνου παγώματος τιμών και μισθών του Ιουνίου 1982, παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις του Μωρουά,14 σήμανε πρακτικά την εγκατάλειψη του κεϋνσιανού σχεδίου ανάκαμψης της οικονομίας μέσω της αναθέρμανσης της αγοραστικής ζήτησης (αυξήσεις μισθών και δημόσιες επενδύσεις). Εγκαταλείποντας το κεϋνσιανό της σχέδιο, χωρίς να αντιπροτείνει κάποιο εναλλακτικό τρόπο προώθησης των στόχων με τους οποίους είχε συνδέσει τη δημοφιλία της (αυξήσεις διαθέσιμου εισοδήματος ιδίως των οικονομικά ασθενέστερων, προώθηση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, και βεβαίως, δραστική μείωση της ανεργίας), η κυβέρνηση της Αριστεράς χάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων και μια γενικότερη ηγεμονία στο πολιτικό σκηνικό που διατηρούσε από τον Ιούνιο του 1981. Τα κόμματα της Αριστεράς πειθαναγκάζονται να στηρίξουν δημόσια τις κυβερνητικές επιλογές, τονίζοντας παράλληλα ότι οι αποφάσεις αυτές «δεν πρέπει να ακυρώσουν τον υπέρτατο στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης» (ΣΚ). Το ΚΚΓ,15 δια στόματος Ζ. Μαρσαί, προχωρά λίγο παραπάνω, δηλώνοντας ότι «το πάγωμα των μισθών δεν είναι από οικονομική άποψη απαραίτητο».

Στις συνθήκες αυτές της γενικότερης συναίνεσης στον πραγματισμό των τεχνοκρατών περί τον J. Delors, αξίζει να μνημονευτεί η περίπτωση της υπουργού εθνικής αλληλεγγύης (κοινωνικών ασφαλίσεων) Nicole Questieux, που υποστήριξε με πείσμα, αλλά και απελπιστικά μόνη, την ιδέα ότι η κοινωνική ασφάλιση είναι και πρέπει να ανακηρυχθεί σε δημόσιο αγαθό που δεν υποτάσσεται στις επιταγές του ισοσκελισμού των ισολογισμών των ασφαλιστικών ταμείων, προτιμώντας να αποχωρήσει από την κυβέρνηση (29/6), παρά να εκτελεί «χρέη λογιστή», όπως είχε δηλώσει.

Η ίδια η απόφαση για το πάγωμα των μισθών και των τιμών προβλήθηκε σαν μια αναγκαιότητα που επιβαλλόταν από το ίδιο το εμπόδιο του ελλείμματος του εξωτερικού εμπορίου: Εφ’ όσον (δηλώνεται ότι) δεν θα υπάρξει νέα υποτίμηση, και η διαφορά πληθωρισμού με τη Γερμανία διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας, η κατανομή του εθνικού προϊόντος μεταξύ επιχειρήσεων και μισθωτών σε σταθερά μερίδια για τους δύο εταίρους, αλλά σε χαμηλότερο ονομαστικό επίπεδο, μέσω του παγώματος μισθών και τιμών, δεν ζημιώνει κανένα. Εξ άλλου, από την απόφαση εξαιρέθηκε η αναπροσαρμογή των κατώτατων αμοιβών της 1/7, ενώ προβλεπόταν επίσης μια μικρή (σε αποπληθωρισμένες τιμές) αύξηση των κοινωνικών επιδομάτων.

Επισήμως, το πάγωμα μισθών και τιμών δεν σήμαινε την αντικατάσταση του κεϋνσιανού δόγματος από κάποιο άλλο. Απλά, υπό το βάρος του ελλείμματος του εξωτερικού εμπορίου, η ανάκαμψη της εγχώριας οικονομίας δεν μπορούσε πλέον να στηριχτεί στην αναθέρμανση της λαϊκής κατανάλωσης. Το ρόλο αυτό θα μπορούσε πλέον να παίξει η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας στην οποία εναποτίθεντο οι ελπίδες για την ανάκαμψη και των γαλλικών εξαγωγών.

Υπό την πίεση των κομμάτων της Αριστεράς που χρεώθηκαν την υπεράσπιση της κυβερνητικής στροφής προς την «αυστηρότητα», όπως τη χαρακτήρισε ο Delors, τα συνδικάτα συναίνεσαν σε υπογραφή συμφωνιών που προέβλεπαν αυξήσεις 10% για το 1982 και 8% για το 1983, με την προοπτική ο πληθωρισμός των δύο ετών να κινηθεί σ’ αυτά τα επίπεδα. Ωστόσο, ο απολογισμός όλου αυτού του πειράματος δεν ήταν τόσο «ουδέτερος» όσο είχε αρχικά εξαγγελθεί για τους μισθωτούς. Η διαπιστωμένη αύξηση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών κατά 1,5% κατά την περίοδο του παγώματος των τιμών (λόγω εισαγόμενου πληθωρισμού), η αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών εισφορών και η επιβολή κάποιων νέων φόρων είχαν σαν αποτέλεσμα την (προσωρινή) συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών μέχρι το τέλος του 1982.

Αυτή η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών είναι τελικά το ημιεπίσημο, ανομολόγητο δόγμα των οικονομικών επιτελείων της Κυβέρνησης που έχουν πλέον προσχωρήσει στη γραμμή Delors. Είναι απολύτως ενδεικτική εδώ η σχετική αρθογραφία του ίδιου του υπουργού Οικονομίας αλλά και άλλων στελεχών του επιτελείου του υπέρ της κατάργησης του συστήματος τιμαριθμοποίησης των μισθών με τη λογική ότι απλά ενισχύει τον πληθωρισμό. Η εφαρμογή της πρότασης αυτής αναβάλλεται προσωρινά λόγω της οργισμένης διαμαρτυρίας των δημόσιων υπαλλήλων στην οποία προσέκρουσε.

Τα αποτελέσματα της γραμμής της «αυστηρότητας» ήταν ιδιαίτερα πενιχρά. Βεβαίως, και πάλι δεν ήρθε η καταστροφή της έκρηξης τιμών και μισθών που προέβλεπαν οι Κασσάνδρες της Δεξιάς, αμέσως μετά την τετράμηνη «κατάψυξή» τους. Ο πληθωρισμός στο τέλος του έτους έκλεισε κάτω από το 10% που ήταν ο στόχος, στα επίπεδα δηλαδή που κινείτο στη δεκαετία του 1970.16

Από την άλλη, η κάμψη της διαθέσιμης αγοραστικής δύναμης στη διάρκεια του 1982 προκαλεί μια σχετική ύφεση της εσωτερικής ζήτησης. Οι επιχειρήσεις διαβλέποντας ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει την ιδέα της αναθέρμανσης της ζήτησης περικόπτουν τις επενδύσεις. Συνολικά, στη διάρκεια του 1982 έχουμε ρυθμό ανάπτυξης στα όρια του μηδενός.

Ένα τελευταίο ενδιαφέρον στοιχείο αφορά το ποσοστό κέρδους που καταγράφουν οι επιχειρήσεις για το 1982. Λόγω του ότι οι εργοδότες δεν μπορούν να αποκριθούν άμεσα στις μειώσεις της ζήτησης (π.χ. απολύοντας το πλεονάζον προσωπικό), μεσολαβεί μια περίοδος υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού και των μέσων παραγωγής και τελικά, παρά το πάγωμα των μισθών, το εργασιακό κόστος ανά μονάδα προϊόντος αυξάνει. Αν τώρα συνεκτιμήσουμε και το αυξημένο κόστος των εισαγόμενων υλικών λόγω της υποτίμησης, μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί το συνολικό ποσοστό κέρδους πέφτει και πάλι στα επίπεδα της ζοφερής τριετίας 1978-1980.17

Όπως αναφέραμε στην αρχή αυτής της ενότητας, η στροφή του Ιουνίου 1982 δεν σήμανε απλά κάποια καμπή στην οικονομική πολιτική ή μια αλλαγή δόγματος σχετικά με τη διαχείριση των οικονομικών δεικτών. Η στροφή αυτή (οι λεπτομέρειες της οποίας φωτίζονται προοδευτικά σ’ όλο το επόμενο διάστημα), δώδεκα μόλις μήνες μετά την εκλογική νίκη της Αριστεράς, βαρύνει αποφασιστικά στις εξελίξεις, καθώς με τον τρόπο που έγινε, με την εμφανή διάσταση μεταξύ διακηρύξεων και πράξης, τραυματίζει σοβαρά την αξιοπιστία της κυβέρνησης. Οι κοινωνικές ομάδες που αποτελούσαν τα βασικά στηρίγματα της Αριστεράς (μισθωτοί, δημόσιος τομέας, εκπαιδευτικοί, τεχνικοί, κλπ.) αποστασιοποιούνται, ενώ οι κοινωνικές ομάδες που παραδοσιακά στήριζαν τη Δεξιά (επαγγελματίες, έμποροι, διοικητικά στελέχη, αγρότες) αρχίζουν να εκφράζουν την αντίθεσή τους στην κυβέρνηση της Αριστεράς με τρόπο που αγγίζει τα όρια της πρόκλησης: από το καλοκαίρι του 1982 καθημερινά στους δρόμους του Παρισιού διαδηλώνουν οι πιο απίθανες ομάδες επαγγελματιών, ιδιοκτητών ακινήτων, φοροτεχνικών, γονέων μαθητών ιδιωτικών σχολείων, αλλά και αγροτών, μόνο με την υποψία ότι η Κυβέρνηση στην προσπάθεια να εξοικονομήσει πόρους μελετά την περικοπή κάποιων κεκτημένων τους. Κάποιες φορές (Σεπτ. 1982) βλέπουμε μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά της οικνομικής πολιτικής της κυβέρνησης που οργανώνονται από το σύνδεσμο μικρομεσαίων βιομηχνιών (!). Από την άλλη, ο κόσμος της Αριστεράς το τελευταίο δεκαοκτάμηνο έχει περιοριστεί σε συλλαλητήρια υπέρ της ειρήνης, κατά των …ευρωπυραύλων κλπ.18 Η ατολμία της κυβέρνησης να πάρει πρωτοβουλίες που θα αναδιατάξουν τις κοινωνικές συμμαχίες, συγκρουόμενη με ομάδες «παρασιτικών» συμφερόντων (ιδιοκτήτες γης κ.ά.) προκειμένου να ανακουφίσει τις ομάδες που πιέζονται από την παρατεινόμενη στασιμότητα, έχει σαν αποτέλεσμα να δυσαρεστήσει τους πάντες. Οι ίδιες οι κοινωνικές διεκδικήσεις μετατρέπονται σε μια θάλασσα αλληλοαποκλειόμενων μικρο- και μακρο-συντεχνιακών αιτημάτων, στην οποία η κυβέρνηση πελαγοδρομεί χωρίς πυξίδα.

Έχουμε δηλαδή με την παραίτηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας από το κεϋνσιανό της σχέδιο, μια διπλή μετατόπιση: κατ’ αρχήν, μια μετατόπιση των συσχετισμών εντός της κυβερνητικής συμμαχίας από τους «αριστερούς» σοσιαλσημοκράτες προς την ομάδα των σοσιαλ-φιλελεύθερων εκσυγχρονιστών, και μια δεύτερη, πολύ σοβαρότερη, μετατόπιση των κοινωνικών συσχετισμών και των ανίστοιχων της πολιτικής σκηνής προς τις δυνάμεις - στηρίγματα του γκωλισμού και τις πολιτικές τους εκπροσωπήσεις.19

Στις συνθήκες αυτές, ακόμα και η προώθηση κάποιων ώριμων θεσμικών αλλαγών με μικρή επιβάρυνση των δημόσιων δαπανών ανακόπτεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η θεσμοθέτηση της κάλυψης των δαπανών της έκτρωσης από την κοινωνική ασφάλιση, που περιλαμβανόταν στο κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΚ κινδύνευσε να ματαιωθεί, με την πρόφαση ότι δεν συναντά την υποστήριξη της πλειοψηφίας.

Οι δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 1983 απλά πιστοποιούν αυτό που καταγράφεται καθημερινά όλη αυτή την περίοδο: Ένας μεγάλος αριθμός δήμων (31 πόλεις με πληθυσμό άνω των 30 χιλιάδων κατοίκων) αλλάζει «χέρια» και περνάει στον έλεγχο της αντιπολίτευσης. Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ταπεινωτικά για πολλά κυβερνητικά στελέχη.20


5. Η φάση της λιτότητας (Μάρτιος 1983 - Ιούλιος 1984)


Τα πενιχρά αποτελέσματα του προγράμματος σταθεροποίησης του Ιουνίου, τα συνεχιζόμενα «ανοίγματα» του εξωτερικού εμπορίου, η συνεχιζόμενη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, αλλά και κάποιες εξωγενείς συγκυρίες, όπως η καθοδική τροχιά του δολαρίου από τις αρχές του 1983, παρενέργεια μιας σύντομης περιόδου «διόρθωσης» των ακροτήτων του μονεταρισμού,21 και η αντίστοιχη – κερδοσκοπική – άνοδος του μάρκου, οδήγησαν αναπόφευκτα στην απόφαση υποτίμησης του φράγκου στο πλαίσιο του ΕΝΣ: Στις 21/3 με τις σχετικές αναπροσαρμογές ισοτιμιών, το φράγκο γνωρίζει την τρίτη, μέσα σε 18 μήνες, υποτίμηση σε σχέση με το μάρκο, κατά 8%. Η υποτίμηση αυτή, όπως και οι προηγούμενες, συνοδεύεται από την ανακοίνωση, στις 25/3, δέσμης διορθωτικών μέτρων περιστολής δαπανών και αύξησης των δημοσίων φορολογικών εσόδων, με σκοπό τον περιορισμό των δημοσίων ελλειμμάτων. Έτσι λοιπόν, αποφασίζεται η περιστολή των δημοσίων δαπανών κατά 15 δις FF, η αύξηση της φορολογίας της βενζίνης (με προβλεπόμενα έσοδα 5 δις FF), ο περιορισμός της ετήσιας εξαγωγής τουριστικού συναλλάγματος, μέτρα για την ενθάρρυνση της αποταμίευσης, το 10% της οποίας δεσμεύεται από το δημόσιο υπό τη μορφή ενός υποχρεωτικού τριετούς δανεισμού, νέες περικοπές επιδομάτων για τον ισοσκελισμό των ελλειμμάτων της κοινωνικής ασφάλισης, και έκτακτη επιπλέον φορολόγηση των φορολογητέων εισοδημάτων κατά 1% (με πρόβλεψη 11 δις FF πρόσθετα έσοδα).Τέλος, εγκαταλείπεται οριστικά το πρόγραμμα της μείωσης της εβδομαδιαίας εργασίας κατά μια ώρα το χρόνο, στην προοπτική του 35ωρου.

03_Vallianos_106_html_3afc5ba2.jpg
(Source : la documentation française)

Figure 4 : La réduction du différentiel 'inflation

Διαχρονική εξέλιξη του πληθωρισμού μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας, Ισπανίας και Ιταλίας. Η διαφορά Γαλλίας - Γερμανίας, που είχε αγγίξει τις 8 μονάδες το 1980, μειώνεται σταδιακά και πρακτικά εκμηδενίζεται το 1989.


Αυτό ωστόσο που νοηματοδοετί τα μέτρα αυτά, είναι οι υπουργικές δηλώσεις και η σχετική αρθρογραφία που τα προετοίμασαν και τα «τεκμηριώνουν». Πράγματι, αντικειμενικός στόχος των μέτρων παραμένει ο ισοσκελισμός (ή έστω ο περιορισμός του ελλείμματος) του εξωτερικού εμπορίου. Ωστόσο, ενώ πριν από δάκα μήνες προβαλλόταν ως αιτία του προβλήματος η χαμηλή ανταγωνιστικότητα των γαλλικών εξαγωγών λόγω του τεχνητά υπερτιμημένου φράγκου, τώρα προβάλλεται η ιδέα ότι η χώρα (δηλαδή τα νοικοκυριά...) εισάγει υπερβολικά μεγάλες ποσότητες αγαθών από το εξωτερικό.

Και επειδή δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν οι εισαγωγές με μέτρα προστατευτισμού, η μόνη επιλογή είναι ο περιορισμός της λαϊκής κατανάλωσης συνολικά. Ήδη, οι πιο τολμηροί τεχνοκράτες - συνομιλητές του οικονομικού επιτελείου της Κυβέρνησης (Α. Minc, P. Rosanvallon, από τους πρωτεργάτες του ιδρύματος Saint Simon) είχαν εκφραστεί με τον πιο ευθύ τρόπο: «Πρέπει να προχωρήσουμε σε άμεσο περιορισμό της αγοραστικής δύναμης κατά 5%». Σε όλο τον φιλελεύθερο - εκσυγχρονιστικό τύπο αναπτύσσεται μια φιλολογία υπέρ του περιορισμού μιας δήθεν υπερβολικής λαϊκής κατανάλωσης και της ανάγκης ενθάρρυνσης της αποταμίευσης ως κατ’ εξοχήν αναπτυξιακής πολιτικής, αφού απ’ αυτήν χρηματοδοτούνται οι επενδύσεις. Εξ ου και η ιδέα (την οποία υποστήριξε και ο ίδιος ο πρόεδρος του συνδικάτου CFDT, Ε. Maire), της υποχρεωτικής δέσμευσης ενός μέρους των καταθέσεων των μισθωτών υπό τη μορφή ενός αναπτυξιακού δανείου του δημοσίου.

Η πραγματικότητα είναι βέβαια πολύ διαφορετική από τη φιλολογία που ενοχοποιεί τη λαϊκή κατανάλωση για τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης Μωρουά. Ο περιορισμός της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών δεν μπορεί παρά να επιβραδύνει και τις επενδύσεις, ανεξάρτητα από το ύψος των λαϊκών καταθέσεων. Και πράγματι, οι εθνικές στατιστικές κατέγραψαν μια πτώση των επενδύσεων περί το 2% για το 1983 και 1% για το 1984, μια αντίστοιχη πτώση της παραγωγής κατά 0,6% για το 1983 και 0,4% για το 1984, όπως και μια απόλυτα αναμενόμενη υποχώρηση της απασχόλησης κατά 43.000 θέσεις το 1983 και 80.000 θέσεις το 1984. Εξ άλλου, αν ο στόχος ήταν πράγματι το κλείσιμο του ανοίγματος του εμπορικού ισοζυγίου, βραχυπρόθεσμα, θα μπορούσε να υπηρετηθεί μόνο με ένα ταυτόχρονο περιορισμό της λαϊκής κατανάλωσης και των επενδύσεων, αφού, όπως είδαμε, το ποσοστό των εισαγωγών στα επενδυτικά αγαθά ήταν πολύ μεγαλύτερο από το ποσοστό των εισαγωγών στα είδη λαϊκής κατανάλωσης (47% έναντι 25%).

Σε σχέση με την κεϋνσιανή προβληματική, βλέπουμε λοιπόν να κλείνει ένας πλήρης κύκλος: Από την ιδέα της μάχης κατά της ανεργίας μέσω (διαδοχικά) της ενίσχυσης της ζήτησης, της αναθέρμανσης της παραγωγής και των επενδύσεων, φτάσαμε στη «ρεαλιστική» ομολογία ότι η ενίσχυση της ζήτησης είναι ανεπιθύμητη, και επομένως οι επενδύσεις μπορούν να περιοριστούν στους κλάδους που είναι προσανατολισμένοι στην εξωτερική αγορά, και με τη στήριξη των κρατικών ενισχύσεων. Όσο για το στόχο της μάχης κατά της ανεργίας, που και στη διετία 1983-84 δεν παύει να αυξάνεται, έστω και με βραδύτερους ρυθμούς, πολύ απλά παραπέμπεται σ’ ένα ευνοϊκότερο μέλλον.

Το γεγονός ότι στο διάστημα του δεκαοκταμήνου Ιούν. 1982 - Δεκ. 1983 τελικά οι απώλειες των μισθωτών περιορίστηκαν στο 1,0-1,5% (επισήμως δεν προβλεπόταν μείωση εισοδήματος) δεν αλλάζει σε τίποτα την ουσία της κυβερνητικής στροφής της 25/3/83. Έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική ήπιας λιτότητας για τους μισθωτούς και πολύ πιο έντονης για τα δημόσια οικονομικά που (έστω οριακά) ανακατανέμει το κοινωνικό προϊόν εις βάρος της εργασίας, ως αναπόφευκτη θυσία υπέρ της μελλοντικής ανάπτυξης. Από την άποψη αυτή, η διαφορά της πολιτικής αυτής από την πολιτική των κυβερνήσεων Μπαρ της τριετίας 1978-81 εντοπίζεται στις λεπτομέρειες: κυρίως στην ύπαρξη ενός ευρύτερου εθνικοποιημένου τομέα της οικονομίας, για την αναγκαιότητα και το στρατηγικό ρόλο του οποίου ήδη αρχίζουν να διατυπώνονται οι πρώτες επιφυλάξεις.

Συγκρινόμενα τώρα με τους στόχους, τα αποτελέσματα της πολιτικής στροφής προς τη λιτότητα, ήταν μάλλον ευτυχέστερα των προβλέψεων, για λόγους συμμετρικούς με αυτούς της αποτυχίας της πρώτης φάσης. Φρόντισε γι’ αυτό η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία, και κυρίως η ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας μετά τον Αύγουστο του 1982: Επί 12 μήνες, η κυβέρνηση Ρέιγκαν προωθεί εκτεταμένα προγράμματα δημοσίων δαπανών, ενθαρρύνει το δανεισμό των επιχειρήσεων, μειώνει τη φορολογία τους, και κατορθώνει τελικά να αναστρέψει το φαύλο κύκλο της ύφεσης, με τίμημα την κατακόρρυφη άνοδο του δημοσίου χρέους, αλλά και του εμπορικού ελλείμματος που φτάνει τα 70 τρις δολάρια. Αντίστοιχη ήταν η ανάκαμψη της ιαπωνικής οικονομίας, στο ίδιο διάστημα, ενώ και η Ομ. Γερμανία κατάγραψε μια μικρή ανάκαμψη. Τα δεδομένα αυτά (και βεβαίως η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των γαλλικών προϊόντων μετά και την τρίτη υποτίμηση) ερμηνεύουν την άνοδο κατά 4,2% των γαλλικών εξαγωγών στο β΄ εξάμηνο του 1983. Από την άλλη μεριά, ελέω λιτότητας, οι εισαγωγές έμειναν στάσιμες. Σε διάστημα λίγων μόλις μηνών το μηνιαίο έλλειμμα εμπορικών συναλλαγών σχεδόν μηδενίστηκε, περιορίζοντας το συνολικό ετήσιο έλλειμμα για το 1983 κάτω από το ήμισυ του ελλείμματος του 1982. Συνολικά, επομένως, τα αποτελέσματα ήταν αντιφατικά, και θα ήταν πολύ χειρότερα αν δεν παρεμβαλόταν η ευνοϊκή διεθνής οικνομική συγκυρία. Για τη μερική αυτή επιτυχία, η Αριστερά υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει δυο βασικές συνιστώσες της στρατηγικής της: την ιδέα της ανάκαμψης της οικονομίας μέσω της τόνωσης της ζήτησης, και το στόχο της μάχης κατά της ανεργίας μέσω μια εθνικής πολιτικής για την απασχόληση.


6. Η διαχείριση της ανεργίας και οι αναδιαρθρώσεις


Όπως είδαμε στα προηγούμενα, η Αριστερά ανέλαβε τις ευθύνες της διακυβέρνησης σε μια χρονική στιγμή όπου η κρίση εμφανιζόταν με την πιο οξυμένη μορφή: η ανεργία όχι μόνο βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της (περί το 8%), αλλά και αυξανόταν με τους ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη στιγμή στο παρελθόν. Οι προσλήψεις προσωπικού στην τοπική αυτοδιοίκηση, και η όποια τόνωση των δημοσίων επενδύσεων δεν ήταν δυνατόν να ανασχέσουν την αυξητική τάση της ανεργίας. ‘Όταν μάλιστα από τους πρώτους μήνες έγινε φανερό ότι η απορρόφηση των δύο εκατομμυρίων ανέργων τοποθετούνταν σ’ έναν ορίζοντα που ολοένα απομακρυνόταν μαζί με το στόχο της κατάκτησης της εσωτερικής αγοράς, η Κυβέρνηση προσανατολίστηκε σε μια διαχείριση της ανεργίας με περισσότερο συμβατικά μέσα: κατανομή του όγκου της απασχόλησης σε περισσότερους εργαζόμενους με τη μείωση του εβδομαδιαίου εργάσιμου χρόνου, την αύξηση της κανονικής άδειας, κλπ., μείωση του αριθμού των «απασχολήσιμων» με τη γενική μείωση του ορίου συνταξιοδότησης στα 60 χρόνια, την εφαρμογή προγραμμάτων πρόωρης συνταξιοδότησης σε κλάδους που πλήττονταν ιδιαίτερα από την κρίση,22 μαζική ένταξη ανέργων σε προγράμματα επιδοτούμενης επανακατάρτισης, οικονομική βοήθεια σε όσους μετανάστες επιθυμούν να επιστρέψουν οριστικά στον τόπο καταγωγής τους,23 κ.ά. Σ’ αυτή την πολιτική διαχείρισης της ανεργίας μπορεί να ενταχθεί και η μη μείωση της στρατιωτικής θητείας (παρά τις προγραμματικές δεσμεύσεις) και η επιμήκυνσή της για τους εθελοντές, αφού ο αρμόδιος υπουργός Άμυνας επικαλέστηκε την «παρούσα κατάσταση της αγοράς εργασίας».

Η πολιτική αυτή, ιδιαίτερα δημοφιλής στους χειρονακτικά εργαζόμενους που συνταξιοδοτούνταν νωρίτερα από τα 60 τους χρόνια, είχε ένα σοβαρό διαχειριστικό κόστος για την κοινωνική ασφάλιση, η χρηματοδότηση του οποίου σε συνθήκες μιας παρατεινόμενης ύφεσης καθίστατο απαγορευτική. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τα αποτελέσματά της ήταν εξαιρετικά πενιχρά σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργούσε η μαζική απαξίωση ολόκληρων κλάδων παραγωγικού εξοπλισμού (κλωστοϋφαντουργία, ναυπηγεία, ανθρακωρυχεία) και οι τεχνολογικές αναδιαρθρώσεις που επιβάλλονταν σε κρίσιμους κλάδους υπό το βάρος του διεθνούς ανταγωνισμού (χαλυβουργία, αυτοκινητοβιομηχανία, κ.ά.).

Στις συνθήκες αυτές, η πολιτική διαχείρισης της ανεργίας επεκτάθηκε στην επιδότηση των πιο τεχνολογικά παρακμασμένων κλάδων προκειμένου να προχωρήσουν στον απαιτούμενο τεχνολογικό τους εκσυγχρονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προβούν σε περικοπές θέσεων εργασίας. Μάλιστα, όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, οι επιδοτήσεις αυτές στην τριετία 1981-84 ήταν μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες της περιόδου Μπαρ, τις οποίες τα συνδικάτα και η Αριστερά κατήγγειλαν ως σκανδαλώδεις χαριστικές παροχές προς μια ανίκανη και ιστορικά καταδικασμένη εργοδοσία.

Όσον αφορά το δημόσιο τομέα, τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Είτε για λόγους συγκυριακούς, είτε εξ αιτίας λαθεμένων εκτιμήσεων του σχεδιασμού,24 οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τόσο οι εθνικοποιημένες του 1982, όσο και αυτές που ήταν εξ αρχής δημόσιες, ή περιήλθαν στο δημόσιο σε κάποια προηγούμενη φάση, στην περίοδο 1981-84 αποδεικνύονται ζημιογόνες. Μόνο οι εθνικοποιημένες του 1982 επιδοτούνται με κάπου 10 δις FF κάθε χρόνο, ποσό που κατά το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται στην κάλυψη των αρνητικών τους αποτελεσμάτων, με αποτέλεσμα τα διαθέσιμα για επενδύσεις να υστερούν σημαντικά σε σχέση με τους σχεδιασμούς.25 Πολλές από τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις συνεχίζουν να υπάρχουν χάριν της διατήρησης των θέσεων εργασίας, απορροφώντας τεράστιους εθνικούς πόρους, ενώ από την άλλη μεριά, οι πόροι αυτοί επειδή κατανέμονται αδιακρίτως σε όλες τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις, είναι ανεπαρκείς προκειμένου να χρηματοδοτήσουν το όποιο αναπτυξιακό σχέδιο διεξόδου, ή, πολύ περισσότερο, την ένταξη των επιχειρήσεων αυτών στο σχέδιο των κλαδικών εθνικών πολιτικών που οραματίζεται το επιτελείο του (υπουργού Βιομηχανίας) Σεβενεμάν.


6.1 Η «θεωρητική» στροφή: η επιχείρηση δημιουργός πλούτου και απασχόλησης


Εδώ παρατηρούμε το εξής παράδοξο: Όσο οι δείκτες της ανεργίας επιμένουν να κινούνται ανοδικά, τόσο η Κυβέρνηση της Αριστεράς προσκολλάται σε μια γραμμή επιδοτήσεων και άλλων κινήτρων προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να προχωρήσουν σε επενδύσεις και μέσω αυτών στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η γραμμή αυτή είναι πλέον ασύμβατη με την παραδοσιακή αντίληψη της Αριστεράς που θεωρούσε την επιχείρηση πρωτίστως ως πηγή (υπερ)κέρδους και περίπου συνώνυμο της εκμετάλλευσης. Η πολιτική στροφή του Μαρτίου του 1983 πρέπει να συνδυαστεί με μια αντίστοιχη θεωρητική στροφή, και αυτό ακριβώς αναλαμβάνει ο ίδιος ο Μιτεράν με το κύρος του ηγέτη και εγγυητή της «αλλαγής». Μιλώντας σχετικά με την παρατεινόμενη κρίση, σε μια συνέντευξη στο Challenge (Ιανουάριος 1984), δήλωνε:


«Οι Γάλλοι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αυτός που δημιουργεί τον πλούτο, αυτός που δημιουργεί την απασχόληση είναι ακριβώς η επιχείρηση: Αυτή προσδιορίζει το επίπεδο της διαβίωσής μας και τη θέση μας στην παγκόσμια ιεραρχία. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για το λόγο αυτό ακριβώς, η επιχείρηση είναι όλοι όσοι εργάζονται σ’ αυτήν26».

Για τον Γάλλο Πρόεδρο και το ρεύμα του σοσιαλφιλελευθερισμού στο οποίο προσχώρησε, η επιχείρηση είναι «ένας ιδιωτικός χώρος δημοσίου συμφέροντος»,27 επιφορτισμένος με την αποστολή να παράγει πλούτο και να δημιουργεί θέσεις εργασίας. Για να ανταποκριθεί σ’ αυτή την αποστολή, η επιχείρηση γίνεται το πεδίο όπου αναπτύσσονται η συνεργασία (στο εσωτερικό της επιχείρησης για την παραγωγή του πλούτου) και η αλληλεγγύη (στο εξωτερικό της, για τη διανομή του πλούτου μεταξύ των πολιτών, με απώτερο στόχο την υψηλή θέση του συνόλου στην «παγκόσμια ιεραρχία»). Αυτό που αξίζει να προσέξουμε εδώ είναι ότι από τη νέα αυτή θεώρηση της επιχείρησης δεν απουσιάζει μόνο η οποιαδήποτε αναφορά στον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της διαδικασίας παραγωγής κέρδους (κάτι που θα ήταν ίσως κατανοητό, σε μια συγκυρία όπου πολλές και μεγάλες επιχειρήσεις όχι μόνο δεν είναι κερδοφόρες, αλλά αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, με το επιπλέον «ελαφρυντικό» ότι για τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις «δεν τίθεται θέμα εκμετάλλευσης», αφού αφεντικά θεωρούνται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μέσω της νόμιμης εκπροσώπησής τους…), αλλά έχει χαθεί κάθε ιδέα σχετικά με το ιδανικό του δημοκρατικού ελέγχου της επιχείρησης από τους ίδιους τους παραγωγούς (η αυτοδιαχείριση του νεαρού Ροκάρ) ή από την οργανωμένη κοινωνία (μαρξίζουσες και μαρξιστικές εκδοχές). Στην καλύτερη περίπτωση, η κατοχύρωση της ελεύθερης δημοκρατικής έκφρασης των εργαζομένων στο εσωτερικό της επιχείρησης, ενδεχομένως και η συμμετοχή τους στη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά συνθήκη που εξυπηρετεί τον πρώτιστο στόχο: τη συνεργασία για την παραγωγή του πλούτου. Σε μια άλλη περίπτωση, τα αιτήματα αυτά θα μπορούσαν να είναι απλά μια περιττή πολυτέλεια.28 Και βέβαια, αν η επιχείρηση είναι επιφορτισμένη με αυτή τη διπλή αποστολή, ο ρόλος του κράτους περιορίζεται στην υποβοήθησή της να φέρει σε πέρας την αποστολή της: επιδοτήσεις, κίνητρα, διευκολύνσεις, οργάνωση της συναίνεσης. Οι απόψεις αυτές, μετά από 25 χρόνια κυριαρχίας των δογμάτων του νεοφιλελευθερισμού, ακούγονται σήμερα μάλλον κοινότυπες, όμως την εποχή που πρωτοδιατυπώνονταν προκαλούσαν την αμηχανία αλλά και την απογοήτευση όσων συνέχιζαν να παίρνουν στα σοβαρά τις επαγγελίες της 10ης Μαΐου. Τον Οκτώβριο του 1983 η δημοτικότητα της κυβέρνησης της Αριστεράς θα φτάσει στο ιστορικό χαμηλό της: 32%, όσο και το ποσοστό δημοτικότητας του Νίξον την εποχή του Γουώτεργκαιητ.

Πολύ γρήγορα έγινε φανερό ότι, όπως η συντήρηση μιας διευρυμένης λαϊκής κατανάλωσης προσκρούει στο εμπόδιο του αυξανόμενου εμπορικού ελλείμματος, έτσι και η συγκεκριμένη πολιτική διαχείρισης της ανεργίας μέσω κυρίως των βιομηχανικών επιδοτήσεων προσκρούει στο εμπόδιο ενός αυξανόμενου δημοσιονομικού ελλείμματος. Το αδιέξοδο αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές με την έκρηξη των αναδιαρθρώσεων ήδη από το 1983. Οι αναδιαρθρώσεις, που είχαν ξεκινήσει ήδη από την επαύριον της κρίσης του 1973, περιλαμβάνουν μια μεγάλη γκάμα οργανωτικών και τεχνολογικών μετασχηματισμών των μεγάλων επιχειρήσεων, με σκοπό την υπέρβαση της κρίσης κερδοφορίας. Οι τεχνολογικές αλλαγές εντοπίζονται στην αντικατάσταση της κλασικής «γραμμής συναρμολόγησης», ή του «φορντικού προτύπου» οργάνωσης με τους χιλιάδες ανειδίκευτους εργάτες, από παραγωγικές μονάδες με υψηλό βαθμό αυτοματισμού, με εφαρμογές της πληροφορικής και της ρομποτικής. Σε πολλές περιπτώσεις, αναδιάρθρωση σήμαινε απλά το κλείσιμο μιας παραγωγικής μονάδας, τα προϊόντα της οποίας – ελέω διεθνούς ανταγωνισμού – ήταν οικονομικά ασύμφορα. Οι αλλαγές αυτές είχαν ανασταλεί σε μεγάλο βαθμό κατά το πρώτο δεκαοκτάμηνο της κυβέρνησης της Αριστεράς, καθώς η πολιτική διαχείρισης της ανεργίας μέσω των επιδοτήσεων, των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, κλπ., όπως και η αντίθεση των συνδικάτων σε μαζικές απολύσεις ανακούφιζαν εν μέρει τις πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, μεταθέτοντας τις όποιες αποφάσεις στο μέλλον.

Πριν από το τέλος του 1982 έγινε φανερό ότι, με τον τρόπο που ασκούνταν, η πολιτική των επιδοτήσεων ήταν αδιέξοδη. Οι μεγάλες εθνικοποιημένες επιχειρήσεις καταβρόχθιζαν τεράστια ποσά για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους, χωρίς προοπτική ανατροπής της κατάστασης. Από παντού έρχονταν εκθέσεις που μιλούσαν για το «πλεονάζον προσωπικό» που δεν μπορούσε να απορροφηθεί από τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, και την ανάγκη ενός ριζικού τεχνολογικού εκσυγχρονισμού. Η Κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας το αδιέξοδο της πολιτικής των επιδοτήσεων, υποχρεώθηκε τελικά να εγκρίνει τις μαζικές απολύσεις, στον ιδιωτικό αλλά και στον εθνικοποιημένο τομέα, προσπαθώντας να τις περιορίσει όσο ήταν δυνατόν, και χρηματοδοτώντας παράλληλα μεγάλης έκτασης προγράμματα επανακατάρτισης, κλπ.

Ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η αδυναμία απόκρουσης των αναδιαρθρώσεων και των μαζικών απολύσεων που τις συνόδευαν, είναι μια αποτυχία πριν απ’ όλα των ίδιων των εργατικών συνδικάτων. Στα κόμματα της Αριστεράς θα πρέπει να χρεώσουμε όχι το ότι δεν συνέχισαν, ως κυβερνητική πλειοψηφία την πολιτική της στήριξης των παρηκμασμένων παραγωγικών μονάδων μέσω των επιδοτήσεων, αλλά το ότι δεν καθοδήγησαν το εργατικό κίνημα στο να διεκδικήσει μια άλλη κατεύθυνση στο σχέδιο της αναδιάρθρωσης, αφήνοντας την απόλυτη πρωτοβουλία των κινήσεων στα χέρια του κεφαλαίου.

Πράγματι, τα βασικά εργατικά συνδικάτα υιοθέτησαν μια αμφίσημη στάση απέναντι στις απολύσεις των αναδιαρθρώσεων. Η μεν CFDT σε πολλές περιπτώσεις αποδέχτηκε τις απολύσεις σαν μια αδήριτη αναγκαιότητα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τη ρετσινιά του συνδικάτου «της λιτότητας και των απολύσεων», ενώ και η CGT που σε πολλές περιπτώσεις οργάνωσε μαζικές απεργίες και κινητοποιήσεις κατά των απολύσεων, απέφυγε να τραβήξει τα πράγματα στα άκρα, ιδίως όταν οι θιγόμενοι ήταν στην πλειοψηφία τους αλγερινοί και μαροκινοί μετανάστες…

Τολμώ ωστόσο να πω ότι, ακόμα και όταν τα αριστερά συνδικάτα πρόβαλαν το αδιαπραγμάτευτο αίτημα «ούτε μια απόλυση», χωρίς να αναζητήσουν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις, με την αξιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας του συλλογικού εργάτη, στην ουσία αποδέχονταν ότι οι προτεινόμενες από την εργοδοσία αναδιαρθρώσεις ήταν μονόδρομος, και η εναντίωσή τους σ’ αυτές αποσκοπούσε στην πραγματοποίησή τους με τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους για τους απολυόμενους. Είχαμε δηλαδή από τη μεριά των συνδικάτων μια ακόμα διαχείριση της ανεργίας. Από την άποψη αυτή, ακόμα και αν σε αρκετές περιπτώσεις οι απολύσεις έγιναν με όρους που απέτρεπαν την κοινωνική περιθωριοποίηση των απολυόμενων, η συνολική εξέλιξη της διαδικασίας των αναδιαρθρώσεων της διετίας 1983-84 πρέπει να θεωρηθεί μια σοβαρή πολιτική ήττα του εργατικού κινήματος: σε μια συγκυρία που αντικειμενικά επέτρεπε να τεθεί το αίτημα του ελέγχου των άμεσων εργαζομένων πάνω στις συνθήκες και τα μέσα της εργασίας τους, η μάχη χάθηκε χωρίς καν να δοθεί.


6.2. Η χαλυβουργία της Λωρραίνης


Η εξαγορά των μετοχών των δύο μεγάλων εταιρειών χαλυβουργίας της Λωρραίνης από το δημόσιο και η μετατροπή τους σε 100% κρατικές επιχειρήσεις δεν άλλαξε σε τίποτα τη δυσχερή θέση των εταιρειών στο διεθνή ανταγωνισμό. Η συγκυριακή πτώση των τιμών του χάλυβα (λόγω της ύφεσης) και η υποχώρηση της θέσης των εταιρειών στην ίδια την εγχώρια αγορά (για λόγους ανταγωνιστικότητας, αλλά και της επιλογής της εξειδίκευσης στα χαλυβδόφυλλα, και της απόσυρσης από τα προϊόντα τύπου κυλινδρικής διατομής) είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή πτώση της ετήσιας παραγωγής που στο τέλος του 1982 έφτασε στο κατώτατο σημείο της, τα 18 εκατ. τόνους, σημειώνοντας μια πτώση της τάξης του 50% σε σχέση με τα μέσα του 1970.29 Μια προσωρινή διέξοδος προσφέρεται από την αμερικανική αγορά, στην οποία οι γαλλικοί χάλυβες είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικοί λόγω της ανόδου του δολαρίου. Η διέξοδος αυτή είναι προσωρινή γιατί από τα τέλη του 1982 οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ περιορίζονται, μετά από τις πιέσεις της αμερικανικής χαλυβουργίας προς την κυβέρνηση για λήψη μέτρων προστατευτικού χαρακτήρα. Την εποχή αυτή ο αριθμός των εργαζομένων στη χαλυβουργία της Λωρραίνης φτάνει τις 42.000 (από 90.000 το 1973). Η διοίκηση των δυο εταιρειών υποβάλλει στην κυβέρνηση ένα νέο σχέδιο σωτηρίας, σύμφωνα με το οποίο η αναγκαία κρατική επιχορήγηση για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων εκσυγχρονισμού με σκοπό την ανάκτηση της εσωτερικής αγοράς και των προβλεπόμενων ζημιών χρήσης για το 1984 φτάνει τα 10 δις FF, δηλαδή όσο είναι το ύψος των προβλεπόμενων κρατικών επιδοτήσεων για το σύνολο των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων! Μπροστά στο οικονομικό αυτό αδιέξοδο, η κυβέρνηση (στις 29/3/84) συγκατατίθεται στην επιχορήγηση ενός ποσού 4 δις FF και παράλληλα δίνει το πράσινο φως για ένα νέο κύκλο συρρίκνωσης, κλείσιμο επιλεγμένων παραγωγικών μονάδων, και απολύσεων που αρχικά υπολογίζονται σε 15-20.000.30 Η αντίδραση είναι άμεση: στη Λωρραίνη κηρύσσεται γενική απεργία. Λίγες μέρες αργότερα, 35 χιλιάδες απεργοί από τη Λωρραίνη διαδηλώνουν στους δρόμους του Παρισιού. Ωστόσο, τελικά, τα εργατικά συνδικάτα, που προέρχονται από μακρόχρονους και σκληρούς (ωστόσο όχι νικηφόρους) αγώνες στην περίοδο 1978-80, υποχρεώνονται να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, απ’ όπου αποκομίζουν κάποια επιπλέον «ανταλλάγματα»: κυρίως τη χρηματοδότηση της ίδρυσης στην περιοχή της Λωρραίνης, που μαστίζεται από την ανεργία και την παρακμή, νέων μικρών επιχειρήσεων μεταποίησης του χάλυβα, τη χρηματοδότηση της έναρξης επαγγελματικής δραστηριότητας από τους ίδιους τους πρώην εργαζόμενους, κλπ. Παράλληλα, με τον περιορισμό του εβδομαδιαίου εργάσιμου χρόνου κατόρθωσαν να περιορίσουν τον αριθμό των απολυόμενων κάτω από τις 15.000.31 Παρ’ όλα αυτά, το νέο πλήγμα που δέχεται η γαλλική αυτή επαρχία, η οικονομική ζωή της οποίας στηριζόταν αποκλειστικά στα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και τις υψικαμίνους, θα είναι οδυνηρό.

Το σχέδιο αυτό αναδιάρθρωσης θα είναι και το τελευταίο για τη Λωρραίνη. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν η γαλλική χαλυβουργία θα ανακάμψει και παρά το ότι ο ετήσιος όγκος της παραγωγής δεν θα μεταβληθεί ουσιαστικά, θα αποτελέσει ένα από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς κλάδους της εθνικής οικονομίας.


6.3. Οι αναδιαρθρώσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία. Η περίπτωση Talbot


Οι δύο μεγάλοι όμιλοι της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η ιδιωτική PSA και η κρατικοποιημένη Renault, βρίσκονται ήδη από το 1980 βυθισμένες σε βαθειά κρίση: το μερίδιό τους στην ευρωπαϊκή αγορά πέφτει σημαντικά (12% για την PSA, από 17% το 1978) και παράλληλα συσσωρεύουν ζημίες που μετατρέπονται σε τεράστια τραπεζικά χρέη. Τα εργοστάσια του Billancour, του Alnay και του Poissy γίνονται οι μαθουσάλες ενός ιστορικά και τεχνολογικά ξεπερασμένου τρόπου οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας (φορντισμός) και η ανάγκη μιας ριζικής αναδιάρθρωσης και εφαρμογής της ρομποτικής γίνεται ασφυκτική, όπως εξ άλλου και οι πιέσεις στους εργατικούς μισθούς, με τις οποίες επιχειρείται να περιοριστούν οι ζημιές και τα χρέη.

Ειδικά για την PSA (που από το 1974 – χρονιά έναρξης της κρίσης – είχε εξαγοράσει τη Citroen, και στη συνέχεια τις Simca και την Chrysler France ) οι πιέσεις στις εργατικές αμοιβές του – στην πλειοψηφία του μαροκικής και αλγερινής καταγωγής ανειδίκευτου προσωπικού της – προστίθενται σ’ ένα σύστημα διοίκησης («σύστημα Simca») που στηρίζεται στην τρομοκράτηση, τον εργοδοτικό συνδικαλισμό και την πρακτική απαγόρευση κάθε συλλογικής διεκδίκησης, ένα σύστημα διοίκησης που υλοποιείται από μια ιεραρχία ακροδεξιών και αντικομμουνιστικών αντιλήψεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διοίκηση της PSA είχε παραχωρήσει στο εργοδοτικό συνδικάτο CSL, που στις εκλογές των εργοστασίων της εταιρείας συγκέντρωνε μέχρι και το 80 % των συμμετεχόντων, την αρμοδιότητα της «φύλαξης της τάξης» στο εσωτερικό του εργοστασίου, τη διεύθυνση του «κοινωνικού έργου» της εταιρείας, κ.ά.

Το σύστημα αυτό, άνισα εξελιγμένο στα διάφορα εργοστάσια της PSA, είχε αναπτυχθεί στο έπακρο στο εργοστάσιο της Talbot στο Poissy, εργοστάσιο με περισσότερους από 17 χιλιάδες εργαζόμενους, αποτρέποντας την εκδήλωση απεργιών επί 28 συναπτά χρόνια. Ίσως για τον ίδιο λόγο, η απεργία που οργανώθηκε στο εργοστάσιο του Poissy τον Ιούνιο - Ιούλιο 1982 με την υποστήριξη της υπό καθεστώς διωγμού CGT, και με βασικά αιτήματα την άρση των διακρίσεων σε βάρος των μη αρεστών στη διοίκηση, την εφαρμογή της εργασιακής μεταρρύθμισης που είχε ψηφίσει το Κοινοβούλιο, την οποία απλά περιφρονούσε η διεύθυνση του εργοστασίου, ήταν η πιο άγρια της τριετίας 1981-1984, με καταλήψεις εργοστασιακών κτιρίων, του ίδιου του δημαρχείου της πόλης, πολυήμερες συγκρούσεις και τραυματισμούς μεταξύ των οχυρωμένων στο υπό κατάληψη κτίριο απεργών και των απεργοσπαστών – δυνάμεων αποκατάστασης της τάξης της CSL, ρίψεις δακρυγόνων, κλπ. Η απεργία αυτή, που χαρακτηρίστηκε ως «άνοιξη της αξιοπρέπειας», μετά από μια διακριτική υπέρ των απεργών παρέμβαση της κυβέρνησης, αποτέλεσε μια σημαντική νίκη του μη εργοδοτικού συνδικαλισμού και σήμανε μια σοβαρή υποχώρηση του συστήματος Simca.

Ωστόσο, η κυβερνητική αλλαγή πλεύσης μετά το 1982, αλλά και η γενικότερη μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών που εκδηλώνεται με την υιοθέτηση μιας όλο και πιο ανοιχτά ρατσιστικής στάσης απέναντι στους μετανάστες, και την ολοένα μεγαλύτερη δυσανεξία απέναντι στις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των μεταναστών, την μικροπαραβατικότητα, κλπ., οδηγεί σε μια διαφοροποίηση της κυβερνητικής στάσης σε σχέση με τις μαζικές διεκδικήσεις των ανειδίκευτων εργατών των γραμμών συναρμολόγησης της αυτοκινητοβιομηχανίας, ιδίως όταν αυτοί συμβαίνει να είναι μετανάστες και αλλόθρησκοι: Τον Ιανουάριο του 1983, ο Π. Μωρουά, με αφορμή την απεργία στο Billancour δηλώνει ότι «οι κυριότερες από τις δυσκολίες που παραμένουν προέρχονται από μετανάστες εργαζόμενους […] που κινητοποιούνται από θρησκευτικές και πολιτικές ομάδες με κριτήρια που έχουν ελάχιστη σχέση με τη γαλλική κοινωνική πραγματικότητα32». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο G. Defferre κάνει λόγο για «πουριτανούς σιίτες».33 Καθώς το ΚΚΓ πιστό στην ιδέα της κυβερνητικής αλληλεγγύης, δείχνει να μην ενοχλείται από τις πρωτοφανείς αυτές δηλώσεις, το βάρος της αντίδρασης πέφτει στους ίδιους τους μετανάστες και τα Αριστερά συνδικάτα. Παρ’ όλα αυτά, η διχοτόμηση της εργατικής τάξης σε Γάλλους και μετανάστες, με δήθεν αποκλίνοντα συμφέροντα είναι μια πραγματικότητα.

Η κρίση της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας του 1982 αποδείχτηκε περισσότερο σοβαρή απ’ όσο φαντάζονταν οι ιθύνοντές της. Ειδικά τα στοιχεία για την Τalbot ήταν δραματικά: η παραγωγή του εργοστασίου του Poissy («παλιομοδίτικα» αυτοκίνητα Simca με την ετικέτα Talbot) πέφτει στο μισό μέσα σε δυο χρόνια, ενώ οι παραγγελίες για το 1983 δείχνουν ολική κατάρρευση. Όλα τα προγράμματα εξυγίανσης που στηρίζονταν στις οικειοθελείς αποχωρήσεις, την πρόωρη συνταξιοδότηση, την επιδότηση του επαναπατρισμού των μεταναστών, τις υποχρεωτικές αργίες, κλπ. αποδεικνύονται ανεπαρκή. Μπροστά σ’ αυτά τα δεδομένα, και ενώ γενικεύεται η ανησυχία για τον κίνδυνο συνολικής κατάρρευσης του εργοστασίου, η διοίκηση εξαγγέλλει στις 12 Ιουλίου 1983 ένα πρόγραμμα σωτηρίας, που περιλαμβάνει την κατάργηση 4.140 θέσεων εργασίας, εκ των οποίων οι 1.235 με επιδοτούμενη πρόωρη συνταξιοδότηση και οι άλλες 2.905 απολύσεις. Η κυβέρνηση, που διατηρεί παγερές σχέσεις με τη διεύθυνση της PSA, ζητά απ’ αυτήν να της υποβάλει το φάκελο που τεκμηριώνει την ανάγκη των απολύσεων, μαζί με το πρόγραμμα των επενδύσεων εκσυγχρονισμού του εργοστασίου. Μετά την απόρριψη του πρώτου φακέλου, η PSA υποβάλλει νέο φάκελο με βελτιωμένους όρους για τους απολυόμενους: κυρίως τη μετεκπαίδευση 200 εξ αυτών σε νέες τεχνολογίες, ενώ δεσμεύεται για τη συναρμολόγηση ενός νέου μοντέλου από το εργοστάσιο του Poissy. Η κυβέρνηση αιφνιδιάζεται. Διστάζει να απορρίψει και το δεύτερο φάκελο, ενώ και η έγκρισή του φαίνεται αφόρητη. Μετά από τρεις μήνες κυβερνητικής αναβλητικότητας, η PSA εξαγγέλλει μονομερώς παύση πληρωμών. Η εκβιαστική αυτή κίνηση υποχρεώνει την κυβέρνηση να προχωρήσει σε συμβιβαστικές διαπραγματεύσεις με την εταιρεία που καταλήγουν στις 17 Δεκεμβρίου στην εξουσιοδότηση της PSA να προχωρήσει σε 1.905 απολύσεις, ενώ παράλληλα ανακοινώνονται μια σειρά μέτρα υποστήριξης των απολυομένων: επιδότηση της πρόληψής τους από άλλον εργοδότη, επιδότηση της αγοράς επαγγελματικού αυτοκινήτου, επιδοτούμενα σεμινάρια αλλαγής ειδικότητας, κάποιες μετατάξεις στα συνεργεία συντήρησης των αυτοκινήτων της PSA, κλπ. Παράλληλα εξαγγέλλεται ένα ευρύ πρόγραμμα τεχνολογικού εκσυγχρονισμού του Poissy ύψους 1,2 δις FF.

Η εξαγγελία των αποφάσεων αυτών πυροδοτεί νέα απεργιακή κινητοποίηση του ήδη κατειλημμένου (από τις 7/12) εργοστασίου. Η βιαιότητα των συγκρούσεων μεταξύ καταληψιών και απεργοσπαστών τροφοδοτείται αυτή τη φορά από την απελπισία των απολυόμενων, ο κατάλογος των οποίων έχει ήδη δημοσιοποιηθεί. Η διαφορά είναι ότι τώρα η CGT, ως υπεύθυνος συνομιλητής της κυβέρνησης, και υπό την πίεση των εργαζομένων που θέλουν να διασφαλίσουν τη θέση τους, και βεβαίως μιας κοινής γνώμης που έχει ήδη αποδεχτεί ότι κάποιες «θυσίες» επιτέλους πρέπει να γίνουν δεκτές (ιδίως όταν οι περισσότεροι από τους απολυόμενους είναι αναλφάβητοι μετανάστες), αποστασιοποιείται από τη σύγκρουση, τασσόμενη υπέρ της συνέχισης των διαπραγματεύσεων. Οι συγκρούσεις μεταξύ καταληψιών απεργών και υπερασπιστών της εταιρείας εκτραχύνονται το τριήμερο 3-5 Ιανουαρίου 1984, με πολλούς τραυματίες, 18 από τους οποίους διακομίζονται σε νοσοκομεία. Η κατάληψη έληξε στις 5/1, με την επέμβαση των CRS, που αποκατέστησαν μια οδό διαφυγής για την ασφαλή εκκένωση του εργοστασίου από τους καταληψίες. Το εργοστάσιο του Poissy άνοιξε, αυτή τη φορά οριστικά, μετά από μια εβδομάδα για την αποκατάσταση των ζημιών στη διάρκεια της κατάληψης.34 Ενσωματώθηκε προοδευτικά στο πλέγμα της Peugeot (η Talbot πέρασε στην ιστορία) και σήμερα συγκεντρώνει ότι πιο σύγχρονο έχει να επιδείξει η PSA.

Το αντίτιμο που κλήθηκε να πληρώσει ο κόσμος της εργασίας για την εξυγίανση της αυτοκινητοβιομηχανίας, της χαλυβουργίας και των άλλων υπό αναδιάρθρωση κλάδων απεικονίζεται εύγλωττα στα στοιχεία της στατιστικής: η ανεργία από 7,5% το 1982, περνάει στο 8,3% το 1983 και στο 9,7% το 1994, ενώ και το πραγματικό ωρομίσθιο της βιομηχανικό τομέα παραμένει πρακτικά στάσιμο σ’ όλη τη διάρκεια της διετίας Ιούνιος 1982 - Ιούλιος 1984.

03_Vallianos_106_html_m299213b5.png

Η εξέλιξη της ανεργίας και του δημόσιου χρέους στη διάρκεια των κυβερνήσεων Ζισκάρ, Μιττεράν και Σιράκ. Στο διάγραμμα φαίνεται ο ψηλός ρυθμός ανόδου της ανεργίας επί της θητείας Μωρουά (ιδίως το άλμα μετά το 1983), που ωστόσο προεκτείνουν τις τάσεις που εμφανίζονται ήδη από το 1976. (πηγή: Mitterand: pagesperso-orange.fr/savoir-plaisir/histoire/republique_5/mitterrand_1.htm )


Αν έχει κάποιο νόημα η αναλυτική αναφορά στα δραματικά γεγονότα των χρόνων των αναδιαρθρώσεων, είναι γιατί, με την απόσταση του χρόνου που διανύθηκε από τότε, μπορεί να γίνει φανερό ότι, πολύ περισσότερο από «προδότης της εμπιστοσύνης του κόσμου της εργασίας» ή «κοινωνικά ευαίσθητος διαχειριστής μιας δυσβάστακτης κρίσης, στοχεύοντας στη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση των οικονομικά ασθενέστερων», η κυβέρνηση της Αριστεράς του 1981-84 αναδείχτηκε τελικά στο συνεπέστερο εγγυητή των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του γαλλικού καπιταλισμού συνολικά, αφού διαχειρίστηκε τις τεράστιες ανακατατάξεις στα όρια των αντοχών του συστήματος, ενσωματώνοντας πάντα ένα μέρος της κοινωνικής διαμαρτυρίας, και αποτρέποντας τις γενικευμένες κοινωνικές εκρήξεις.


7. Ο επίλογος


Κινούμενη από συμβιβασμό σε συμβιβασμό, απέναντι στις «αδήριτες οικονομικές πραγματικότητες», απομακρυνόμενη συνεχώς από τα κοινωνικά της στηρίγματα, η πρώτη-μετά-το-1947 Κυβέρνηση της Αριστεράς, δεν μπορούσε παρά να έχει ένα άδοξο τέλος. Το τέλος αυτό συνδέθηκε με το εγχείρημα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, και συγκεκριμένα της ενσωμάτωσης της ιδιωτικής (χρηματοδοτούμενης από την καθολική εκκλησία) μέσης εκπαίδευσης στον κορμό της ενιαίας εθνικής ανεξίθρησκης εκπαίδευσης, που αποτελούσε τμήμα του προγράμματός της, και πάγιο αίτημα της Αριστεράς σε όλη τη δεκαετία του 1970. Ο υπουργός παιδείας A. Savary, είχε ξεκινήσει ένα σχετικό δημόσιο διάλογο από την αρχή της θητείας του, ωστόσο προσέκρουσε στην κάθετη άρνηση των υποστηρικτών της ιδιωτικής καθολικής εκπαίδευσης να συναινέσουν σε οποιοδήποτε περιορισμό της αυτονομίας της. Στις 4 Μαρτίου 1984 το Παρίσι δονείται από μια λαοθάλασσα 500 και πλέον χιλιάδων διαδηλωτών που απαιτούν «κάτω τα χέρια από την ελεύθερη εκπαίδευση!». Μετά από συνεχείς υποχωρήσεις απέναντι στις απαιτήσεις καθολικών γονέων και εκπαιδευτικών, ο Savary παρουσιάζει ένα σχέδιο νόμου που κατορθώνει να απογοητεύσει τόσο τους υποστηρικτές της καθολικού σχολείου, όσο και αυτούς του λαϊκού σχολείου. Το νομοσχέδιο ψηφίζεται επί της αρχής στις 24/5, όμως η Κυβέρνηση, παρά τις εκδηλώσεις στήριξής της από τους υπερασπιστές του δημόσιου λαϊκού σχολείου,35 δεν έχει το σθένος να υπερασπιστεί την πολιτική της μέχρι το τέλος: Μετά από μια νέα παρισινή διαδήλωση - επίδειξη δύναμης υπέρ του καθολικού σχολείου, στην οποία έλαβαν μέρος περισσότεροι από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές από όλα τα μέρη της Γαλλίας, στις 24/6, και κυρίως μετά από τα απογοητευτικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών της 17/6,36 με παρέμβαση του ίδιου του Μιτεράν, η κατ’ άρθρον συζήτηση επί του νομοσχεδίου αποσύρεται από την ημερήσια διάταξη, μαζί με τη στήριξη του Προέδρου στον υπουργό και φίλο του. Ο Α. Savary, που είχε χρεωθεί την υπόθεση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, αναγκάζεται σε παραίτηση.

Στα διαλυτικά φαινόμενα που αποδομούν την κυβερνητική συνοχή πρέπει να συμπεριλάβουμε και την τραγελαφική εικόνα του ΚΚΓ, που επί μήνες πλέον δηλώνει ανοιχτά δια του γενικού γραμματέα του ότι «από τις συμφωνίες με το ΣΚ δεν τηρείται πλέον ούτε το γράμμα τους, ούτε το πνεύμα τους»,37 χωρίς ωστόσο να αποσύρει την στήριξή του στην (και τους υπουργούς του από την) κυβέρνηση. Μια βδομάδα αργότερα, στις 17/7, υποβάλλει την παραίτησή του και ο ίδιος ο Μωρουά. Η πρώτη περίοδος της προεδρίας Μιτεράν, η συγκυβέρνηση της Αριστεράς είχε φτάσει στο τέλος της. Η Κυβέρνηση του L. Fabius που θα τη διαδεχτεί θα είναι μια μονοκομματική κυβέρνηση ΣΚ, απαλλαγμένη από τα οράματα και τις αυταπάτες της πρώτης περιόδου.


8. Υστερόγραφο


Ασχοληθήκαμε κυρίως με την οικονομική πολιτική (με την ευρεία έννοια) της κυβέρνησης της Αριστεράς, όχι γιατί οι άλλες της πλευρές (όπως π.χ. η εξωτερική πολιτική και η διαχείριση των διεθνών σχέσεων της χώρας) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά γιατί σ’ αυτήν είχαν συγκεντρωθεί οι προσδοκίες του κόσμου της εργασίας, αυτή νοηματοδοτούσε το σύνθημα της «αλλαγής», από αυτήν κρινόταν συνολικά η ικανότητα της Αριστεράς να διεκδικήσει τον τίτλο του έγκυρου διαχειριστή της τύχης της χώρας. Εξ άλλου, στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων είχε κατά κύριο λόγο εστιαστεί η κριτική της Αριστεράς, προβάλλοντας την ιδέα ότι η συγκεκριμένη συντηρητική οικονομική πολιτική ευθυνόταν για την υποχώρηση απέναντι στο διεθνή ανταγωνισμό, την κρίση, και την παρακμή. Παρακολουθώντας τις καμπές αυτής της οικονομικής πολιτικής, διακρίναμε τις φάσεις των μεταρρυθμίσεων (περίοδος χάριτος, φάση που εγκαινιάζει μια τομή σε σχέση με τη διαχείριση της προηγούμενης περιόδου, τον «κεϋνσιανισμό αλά φρανσαίζ)», της σταθεροποίησης, και τέλος της λιτότητας και των αναδιαρθρώσεων.

Παρ’ όλον ότι μια αντίστοιχη παρουσίαση της εξωτερικής πολιτικής της περιόδου 1981-84 θα απαιτούσε μια ιδιαίτερη μελέτη που ξεφεύγει από τους στόχους αυτού του άρθρου, νομίζω ότι δυο λόγια για το ζήτημα είναι επιβεβλημένα. Στα θέματα που αφορούν τις διεθνείς σχέσεις της Γαλλίας δεν διακρίνουμε κανενός είδους τομή σε σχέση με την πολιτική της γκωλικής ή της ζισκαρικής Δεξιάς. Και εν πάση περιπτώσει, δεν διακρίνουμε καμιά τομή που να παραπέμπει στις ιδέες της Αριστεράς, ή ακόμα και τις νεφελώδεις διακηρύξεις περί ισοτιμίας και αλληλοσεβασμού που θα πρέπει να πρυτανεύουν στις διεθνείς σχέσεις, που περιέχονταν στις περίφημες «110 προτάσεις» του Φ. Μιτεράν. Και μόνον οι δύο απροκάλυπτα ωμές στρατιωτικές επεμβάσεις στο Λίβανο και το Τσαντ το 1983, για την υπεράσπιση των συμφερόντων του γαλλικού ιμπεριαλισμού, νομίζω ότι αρκούν προκειμένου να τεκμηριώσουν την παραπάνω θέση.

Υπάρχει κάποια εξήγηση γι’ αυτό; Να θυμίσουμε κατ’ αρχήν ότι το ΚΚΓ σε κάθε ευκαιρία επικαλείτο (ή μάλλον κρυβόταν πίσω από) τη συνταγματική πρόβλεψη που απέδιδε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την ευθύνη της χάραξης της εξωτερικής πολιτικής, αποσείοντας τις ευθύνες που (αδίκως) θα του καταλογίζονταν, και ουσιαστικά παραχωρούσε στην Προεδρία την απόλυτη ευχέρεια των χειρισμών. Πιστεύω όμως ότι η βαθύτερη εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η Αριστερά στο σύνολό της δεν άσκησε ποτέ μια ουσιαστική κριτική στις ιστορικές μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται ο γαλλικός ιμπεριαλισμός: χθες με την αποικιοκρατία, την εκμετάλλευση του πλούτου των αποικιών και τον ανταγωνισμό για την παγκόσμια κυριαρχία, σήμερα με τις σχέσεις πολιτικής επιρροής επί των πρώην αποικιών, και πάντα με τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο όνομα της διακινδύνευσης των συμφερόντων της Γαλλίας. Από αυτή την άποψη, οι επισημάνσεις των Balibar, Bois, Labica και Lefebvre (1979, σσ. 72-74), καίριες και διεισδυτικές, διατηρούν όλη την επικαιρότητά τους:


«Η ανεπάρκεια των αναλύσεων του κόμματος στο σημείο αυτό είναι φανερή. Ο λόγος που αρθρώνει το κόμμα εδώ και πολύ καιρό βασίζεται στην παραγνώριση, ακόμα και τη συστηματική απώθηση δυο καθόλου αμελητέων πραγματικοτήτων: του γαλλικού ιμπεριαλισμού, και της ύπαρξης και της φύσης των ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Μάταια θα αναζητήσει κανείς στα προπαρασκευαστικά ντοκουμέντα του ΧΧΙΙΙ συνεδρίου κάποια ανάλυση ή έστω την οποιαδήποτε αναφορά στον γαλλικό ιμπεριαλισμό. […] Η υποψία της διολίσθησης του Γαλλικού ΚΚ προς εθνικιστικές θέσεις δεν θεμελιώνεται εν ονόματι ενός «ευρωπαϊκού διεθνισμού» […] Δεν έχουμε κανένα λόγο, το αντίθετο μάλιστα, να ανταλλάξουμε το γαλλικό εθνικισμό, που στηρίζεται στο γαλλικό ιμπεριαλισμό, με κάτι που στην πραγματικότητα είναι ένας ευρωπαϊκός εθνικισμός, στηριζόμενος στον υπό συγκρότηση ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Ωστόσο, αυτό που υποβάλλει μια τέτοια υποψία, αν όχι βεβαιότητα, είναι αυτή η σιωπή σχετικά με τον γαλλικό ιμπεριαλισμό, ή μάλλον ο συνδυασμός της σιωπής σχετικά με τον γαλλικό ιμπεριαλισμό και των εκκλήσεων για τη «μεγάλη εθνική πολιτική της Γαλλίας». […] Στην πραγματικότητα, η ιδέα που υποβάλλει όλη η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει το κόμμα σήμερα, είναι ότι η Γαλλία με τη σειρά της έγινε θύμα του ιμπεριαλισμού. Πέρασε από την άλλη μεριά, τη μεριά των καταπιεσμένων λαών, ή ότι τουλάχιστον θα περάσει πολύ σύντομα. Αυτό είναι το νόημα της «στρατηγικής της παρακμής». [… Κι όμως,…] η Γαλλία είναι η τέταρτη ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο.[…] Ο γαλλικός ιμπεριαλισμός παίζει περίφημα το ρόλο του στο διεθνές πιστωτικό σύστημα (τραπεζικές πιστώσεις με κρατική εγγύηση για τη χρηματοδότηση συναλλαγών όπως η αγορά εργοστασίων «με το κλειδί στο χέρι») , που του επιτρέπει να διογκώνει το χρέος των σοσιαλιστικών και των αναπτυσσόμενων χωρών, και να συντηρεί την εθνική τους εξάρτηση».


Αλλά, ας επιστρέψουμε στη βασική συζήτηση που αφορά την ιδέα ότι η κοινωνική αλλαγή περιστρέφεται γύρω από την εφαρμογή μιας άλλης οικονομικής πολιτικής, και κρίνεται απ’ αυτήν. Το γεγονός ότι στην υπόθεση της γαλλικής «αλλαγής» στρατεύτηκαν (τουλάχιστον αρχικά) εκπρόσωποι όλων σχεδόν των ρευμάτων και τάσεων της Αριστεράς, με την εμπειρία, τις προτάσεις και τη διαθεσιμότητά τους, για να βιώσουν πολύ σύντομα την απογοήτευση και τη διάψευση των ελπίδων τους, μας ωθεί να προσεγγίσουμε την εμπειρία της διακυβέρνησης της Γαλλίας από την Αριστερά το 1981-84 ως τη χρεωκοπία μιας στρατηγικής για το σοσιαλισμό: Η στρατηγική αυτή, ένα μίγμα κεϋνσιανισμού (ή μάλλον επιλεγμένων ιδεών της θεωρίας του Κέϋνς, εθνικοποιήσεων, και ενός βολονταριστικού σχεδιασμού της εθνικής οικονομίας, στηριζόταν στην απλουστευτική ιδέα ότι η κοινωνική αλλαγή προκύπτει περίπου αυτόματα, με την εφαρμογή μιας κυβερνητικής πολιτικής που αναδιανέμει τον πλούτο, δημιουργεί ζήτηση, οικονομική ανάπτυξη και, στην πορεία αυτή εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, αν έχει κάποιο νόημα η ιδιαίτερη πολιτική παρουσία και δράση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, αυτό περιορίζεται στον έλεγχο της συνέπειας με την οποία ασκείται η κυβερνητική πολιτική, και στις παρεμβάσεις για την υπόμνηση των υποσχέσεων που ξεχάστηκαν στην πορεία. Αυτή ακριβώς η λογική, που συνιστά άρνηση της πολιτικής, αφού δεν κινείται στην κατεύθυνση της ανατροπής των συσχετισμών, αλλά περιορίζει τις κινήσεις της στο εσωτερικό αυτών των συσχετισμών, υποτασσόμενη σ’ αυτούς, που δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη πολιτικών συγκρούσεων μέσω των οποίων κάποιες κοινωνικές συμμαχίες αποδομούνται για να εμφανιστούν στη θέση τους κάποιες άλλες, χρεοκόπησε. Και μαζί της κατέρρευσαν ιδίως οι συνιστώσες της Αριστεράς που, στην πορεία μιας εικοσαετούς διαδρομής την οποία προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, διολίσθησαν στην αυτοαναίρεσή τους.

Ωστόσο, η αντίληψη ότι με την παραίτηση της κυβέρνησης Μωρουά, τον Ιούλιο του 1984 χρεοκοπεί μια συγκεκριμένη στρατηγική για την κοινωνική αλλαγή (κυβερνητισμός, εθνικοποιήσεις, οικονομικός αυτοματισμός), δεν θα πρέπει να συσκοτίζει την εκτίμησή μας για το πραγματικό περιεχόμενο του διακυβεύματος του 1981. Και στο ζήτημα αυτό δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι και τα δύο κόμματα της Αριστεράς, στην πορεία προς την κυβερνητική εξουσία είχαν απορφανιστεί από τα όποια ριζοσπαστικά στοιχεία περιέχονταν στο κοινό πρόγραμμα του 1972. Το κυβερνητικό πρόγραμμα του 1981 δεν στόχευε σε κανενός είδους κοινωνική ανατροπή. Και μόνο το γεγονός ότι επικεφαλής του υπουργείου Οικονομίας (και από το 1983 και του υπουργείου Οικονομικών) ορίστηκε ένας πρώην σύμβουλος του γκωλικού Πρωθυπουργού Σαμπάν Ντελμάς, ένας θρησκευόμενος τεχνοκράτης που ουδέποτε είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τις ιδέες και τα οράματα της Αριστεράς, έχει ασφαλώς τη σημασία του αλλά και το συμβολισμό του. Ας σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι ο ίδιος ο Μιτεράν φλερτάρισε πολλές φορές με την ιδέα της πρωθυπουργοποίησης του Delors, χωρίς τελικά να το αποτολμήσει.38

Εξ άλλου, και το ίδιο το – πλούσιο σε όγκο – μεταρρυθμιστικό έργο των πρώτων μηνών δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: Οι μεταρρυθμίσεις στην εργασιακή νομοθεσία, την κοινωνική ασφάλιση, την εκπαίδευση, την αυτοδιοίκηση, το δίκαιο, κλπ. «απορροφήθηκαν» πολύ γρήγορα, ώστε σήμερα να θεωρούνται εν γένει κατακτήσεις της Πέμπτης Δημοκρατίας. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις (εκδημοκρατισμός ΑΕΙ) δεν ήταν τίποτα άλλο από την κατάργηση θεσμικών μορφών απρόσφορων και ιστορικά ξεπερασμένων. Το εγχείρημα του 1981 στόχευε λοιπόν σε μια άλλου τύπου διαχείριση της οικονομίας και της κρίσης ειδικότερα, επιδιώκοντας την επίτευξη μιας ευρείας κοινωνικής συναίνεσης σ’ ένα μοντέλο ταχύρρυθμης ανάπτυξης, με άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και ενίσχυση της κοινωνικής και προνοιακής λειτουργίας του κράτους. Το ότι η Αριστερά που αναφέρεται στην κοινωνική ανατροπή αφέθηκε να πιστέψει και καλλιέργησε τις αυταπάτες ότι στις συνθήκες του Μαΐου του 1981 «παιζόταν» κάτι άλλο, και ότι αυτό κρινόταν από τη συμμετοχή του ΚΚΓ στην Κυβέρνηση είναι ένα ζήτημα. Η χρεοκοπία της ιδέας ότι είναι εφικτή η εφαρμογή (από την πλευρά των διαχειριστών της εξουσίας) μιας πολιτικής σοσιαλδημοκρατικού τύπου αναδιανομής του πλούτου που θα εγγυάται την κοινωνική συναίνεση και την ανάπτυξη, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες συνθήκες της κρίσης και τη συγκυρία, είναι ένα άλλο, ξεχωριστό ζήτημα για το οποίο έχει πολλά να μας πει η περιπέτεια της γαλλικής αλλαγής του 1981.

Το δυστύχημα με τη γαλλική Αριστερά είναι ότι ενώ ακριβώς οραματιζόταν ένα τύπο διαχείρισης που θα εξασφάλιζε την κοινωνική συναίνεση, στη στροφή του δρόμου βρέθηκε αντιμέτωπη με τις πιο ποικιλόμορφες και πιο σκληρές μορφές που μπορεί να προσλάβει η αντίθεση των διάσπαρτων κοινωνικών συμφερόντων απέναντι σε μια κυβερνητική πολιτική: από τις διαμαρτυρίες των αγροτών που, επηρεαζόμενοι από τα κόμματα της Δεξιάς, έβλεπαν με καχυποψία την μεταρρύθμιση στο καθεστώς των αγροτικών συνεταιρισμών, και τους υποστηρικτές των καθολικών σχολείων, που διεκδικούσαν το «δικαίωμα στην ιδιωτική εκπαίδευση», μέχρι τους απολυόμενους εργαζόμενους της χαλυβουργίας, των ανθρακωρυχείων και των ναυπηγείων του βορρά, που ζητούσαν να μην πληρώσουν αυτοί το λογαριασμό της κρίσης. Και μάλιστα, απέναντι σ’ αυτές τις μορφές με τις οποίες εκδηλωνόταν (στρεβλά ή ευθέως) η ταξική πάλη στη Γαλλία, η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα καλύτερο από το να «σηκώσει τα μανίκια» και να κάνει όλη τη βρώμικη δουλειά: να υποχωρήσει στις διεκδικήσεις των πρώτων, και να εξουδετερώσει (αν όχι να συντρίψει) την αντίσταση των δεύτερων. Νομίζω ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο κανείς (από τους πρωταγωνιστές της) δεν θέλει να θυμάται τη γαλλική αλλαγή του 1981.



Βιβλιογραφία


Balibar E., Bois G., Labica G., Lefebvre J.-P. (1979), Ouvrons la fenêtre, camarades!, Débats

Communistes 4, Ed. Fr. Maspero, Paris.

Frank Robert (1985), La gauche sait-elle gérer la France? (1936-1937/1981-1984), Vingtième Siècle. Revue d’histoire, No. 6. (Apr. - Jun., 1985), σσ. 3-21.

Freyssenet M. (2006), Crise de la sidérurgie de Lorraine et échec de la diversification industrielle, CNRS, Paris, 1983, www.Freyssenet.com.

Hatzfeld Nicolas, Loubet Jean Louis (2004), Les conflits Talbot, du printemps syndical au tournant de la rigueur (1982-1984), Vingtième siècle, revue d’histoire, no 84, 2004/4, σσ. 151-60.

Juquin Pierre (1977), Programme Commun, L’actualisation à dossiers ouverts, Editions

Sociales, Paris. (1983), Produire français, Le grand défi, Editions Sociales, Paris.

Lipietz Alain (1984), L’audace et l’ enlisement, Sur les politiques économiques de la gauche, Éditions La Découverte, Paris.

Programme Commun de Gouvernement du Parti Communiste et du Parti Socialiste, Editions Sociales, Paris, 1972.

Roche P., Vargas Y. (1979), Telles lutes, telle école, Débats communistes 1, Ėd. Fr. Maspero, Paris.

Αλτουσσέρ Λουί (1978), Τι πρέπει να αλλάξει στο Κομμουνιστικό Κόμμα, Εκδ. Αγώνας, Αθήνα.

Μπετελέμ Σαρλ (1974), Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό, Εκδ. Ράππα, Αθήνα.

Πουλαντζάς Νίκος, (2001), Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα.

1 Τα στοιχεία αυτά μπορεί ο αναγνώστης να αναζητήσει σε ιστοσελίδες όπως: 1981 en France: crazy80.centerblog.net/5296139-1981-en-France, ή Mitterand, De ‘ etat de grace au tournant de la rigeur (1981-86), www.politique.net/2008030701-mitterrand-etat-de-grace-tournant-de-la-rigueur.htm.
2 Στη Γαλλία τα διάφορα επιδόματα στήριξης της οικογένειας δεν αποτελούν προσάρτημα του μισθού αλλά καταβάλλονται στον εργαζόμενο από ανεξάρτητα ταμεία που στηρίζονται σε τριμερή χρηματοδότηση και αποτελούν μέρος του ευρύτερου συστήματος δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης.
3 Η πρωτοβουλία των ZEP αποκτά όλο της το βάρος αν την αντιπαραβάλουμε με τη νεοφιλελεύθερη θατσερική μεταρρύθμιση που εξαρτούσε τη χρηματοδότηση των σχολείων ακριβώς από τη σχολική επίδοση των μαθητών τους…
4 Η έκτακτη αυτή «αντιτρομοκρατική» νομοθεσία που ψηφίστηκε σε μια συγκυρία βίαιων διαδηλώσεων κατά του πολέμου του Βιετνάμ από τις οργανώσεις που γεννήθηκαν στην μετα-68 εποχή, κινούνταν στα όρια της συνταγματικότητας, καθώς ποινικοποιούσε ακόμα και τη συμμετοχή σε μια «παράνομη» διαδήλωση, εισήγαγε την έννοια της συλλογικής ευθύνης για τα μέλη των εκτός νομιμότητας ομάδων, κλπ.
5 Ωστόσο, την ίδια στιγμή, η ρήξη με το καθεστώς Ζισκάρ σκιάζεται από αποφάσεις όπως αυτή της 6/10 που προβλέπει ότι για την επίτευξη του στόχου της ενεργειακής αυτοδυναμίας της χώρας, θα κατασκευαστούν τελικά 6 από τους 9 πυρηνικούς αντιδραστήρες που προβλέπονταν από το προηγούμενο Σχέδιο. Η απόφαση αυτή όπως και οι δηλώσεις Μωρουά (14/9) ότι η Γαλλία θα συνεχίσει να αναπτύσσει πυρηνικά όπλα και θα διατηρήσει τη στρατιωτική θητεία στους 12 μήνες προκάλεσαν θύελλα διαμαρτυριών από το αντιπυρηνικό κίνημα και τον κόσμο της Αριστεράς.
6 Από τον έλεγχο του κράτους εξαιρούνται οι εκδοτικές δραστηριότητες της Matra (ο ιστορικός εκδοτικός οίκος Hachette) που εκχωρούνται στους ιδιώτες μετόχους της.


7 Η μόνη ίσως εξαίρεση όπου αναπτύσσονται εντάσεις γύρω από τις μεταρρυθμίσεις του πρώτου δωδεκαμήνου αφορά το 39ωρο. Και πάλι όμως οι εντάσεις δεν αφορούν το ίδιο το μέτρο αλλά τον τρόπο εφαρμογής του, τη διευθέτηση δηλαδή του χρόνου εργασίας, την οποία η μεταρρύθμιση άφηνε στις διμερείς διαπραγματεύσεις.
8 Ο R. Frank (1985) κάνει μια γόνιμη σύγκριση μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που προώθησε η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου (1936-37) και αυτών της κυβέρνησης Μωρουά, αναλύει τις αντιστοιχίες και τις μεταξύ τους διαφοροποιήσεις, για να συμπεράνει ότι οι μεταρρυθμίσεις του 1936-37, πολύ μικρότερες σε έκταση, αφού δεν περιελάμβαναν εθνικοποιήσεις, πενταετή πλάνα, κλπ., ήταν σε σχέση με τη συγκυρία, πολύ ριζοσπαστικότερες, αφού πυροδότησαν μεγάλες συγκρούσεις (καταλήψεις εργοστασίων κλπ.) είτε για την υπεράσπισή τους, είτε για την ακύρωσή τους.
9 Mια από τις πρώτες «διορθωτικές κινήσεις» της Κυβέρνησης είναι η αύξηση κατά μια μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και εργοδοτών. Η αύξηση αυτή ήταν ωστόσο επιβεβλημένη, αν συνδυαστεί με το γεγονός ότι είχε προηγηθεί λίγους μήνες νωρίτερα η κατά μια μονάδα μείωση των ίδιων εισφορών από τον Ρ. Μπαρ, για λόγους φτηνής προεκλογικής δημαγωγίας.
10 Τα οικονομικά στοιχεία που παρουσιάζονται εδώ, όπως και αυτά των επομένων ενοτήτων προέρχονται από τους Lipietz (1984), Frank (1985) και από την ιστοσελίδα Mitterand: pagesperso-orange.fr/savoir-plaisir/histoire/republique_5/mitterrand_1.htm
11 Βέβαια, όπως είδαμε και στο πρώτο μέρος, στο σημείο αυτό η προσέγγιση της παραδοσιακής Αριστεράς (ΚΚΓ και ένα μεγάλο μέρος του ΣΚ) μπορεί να το παρακάμπτει, αποδίδοντας την κακή εικόνα της εθνικής οικονομίας στην ανεπάρκεια της εργοδοσίας και την έλλειψη της επιχειρηματικής κουλτούρας που θα ενθαρρύνει τις καινοτομίες και την ανάπτυξη. Εξ ου και η ιδέα της υποκατάστασης των ατομικών καπιταλιστών από το κράτος – εκφραστή της πολιτικής βούλησης για εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη.
12 Τα στοιχεία που αφορούν τον επαγγελματικό εξοπλισμό είναι ακόμα πιο οδυνηρά: Από το 38% το 1978 ο εισαγόμενος επαγγελματικός εξοπλισμός φτάνει το 1982 το 51% του συνολικού. Η ίδια επιδείνωση καταγράφεται και όσον αφορά τον οικιακό εξοπλισμό.
13 Την άποψη αυτή υποστήριξαν και άλλοι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες, όπως ο άγγλος εργατικός St. Holland, και όσοι υποστήριξαν την ιδέα ενός νέου «σχεδίου Μάρσαλ για τον τρίτο κόσμο» ως μέσου για τη διατήρησης της ζήτησης στις χώρες του Βορρά.
14 Ο Μωρουά επικαλείται την ανάγκη μιας «δεκαοκτάμηνης περιόδου εξυγίανσης προκειμένου να αποκατασταθούν οι ισορροπίες πριν από την υλοποίηση των στόχων της επταετίας» (συνέντευξη στο Europe 1, 30/9).
15 Το ΚΚΓ αισθάνεται από τις πρώτες κιόλας ημέρες της «περιόδου χάριτος» υποχρεωμένο να απολογείται στη λαϊκή του βάση για το γεγονός της συμμετοχής του σε μια κυβέρνηση τις γενικές κατευθύνσεις της οποίας ελάχιστα είναι σε θέση να επηρεάσει, με επιχειρήματα του τύπου «είμαστε εδώ για την επιτυχία της αλλαγής. Η Δεξιά και η εργοδοσία έχουν ανομολόγητο στόχο την απομάκρυνσή μας από την κυβέρνηση. Δεν πρόκειται να τους κάνουμε τη χάρη». Για εκείνους που επιμένουν να μην πείθονται από αυτή την επιχειρηματολογία, υπάρχει πάντα η λύση των διοικητικών μέτρων, των διαγραφών και η εξώθηση σε παραίτηση. Τον Οκτώβριο του 1981 διαγράφηκε από το κόμμα η τελευταία ομάδα αριστερών διαφωνούντων, γύρω από το περιοδικό Rencontres Communistes. Την ίδια περίοδο, μπροστά στην προοπτική πολιτικής περιθωριοποίησής του, ακόμα και στο εσωτερικό της κυβέρνησης, επιλέγουν να εγκαταλείψουν το κόμμα και οι ακραιφνείς ευρωκομουνιστές της ομάδας Ζ. Ελλενστάϊν.
16 Ταυτόχρονα, στις άλλες δυτικές χώρες, ο πληθωρισμός τιθασεύεται μέσω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και της γενικευμένης και βαθιάς ύφεσης. Ενδεικτικά, σε σχέση με το β΄ τρίμηνο του 1982, η βιομηχανική παραγωγή στο τέταρτο τρίμηνο μειώνεται κατά 7% στην Ιταλία, 5% στη Γερμανία και 4% στις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι ότι μετά την έξοδο από το πάγωμα μισθών και τιμών η διαφορά πληθωρισμού με τις βασικές γειτονικές χώρες αρχίζει να αυξάνεται και πάλι.
17 Lipietz (1984), σ. 212.
18 Οι μεγάλες απεργίες που ξεσπούν από το καλοκαίρι του 1982 κυρίως στην αυτοκινητοβιομηχανία αρχικά χωρίς την επίσημη κάλυψη των αριστερών συνδικάτων, και αργότερα σε ρήξη με κάποια απ’ αυτά, δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα.
19 Είναι από την άποψη αυτή χαρακτηριστικό ότι ο εκ των ηγετών της αντιπολίτευσης Μ. Poniatowski έχει την άνεση να δηλώνει (25/9/82) ότι η Γαλλία κυβερνιέται από μια ομάδα σαλτιμπάγκων με αρχισαλτιμπάγκο τον Μιτεράν. Δεκαέντε μήνες μετά τις εκλογές της «αλλαγής», τίποτα πλέον δεν θυμίζει το κλίμα γενικής ευφορίας και ηγεμονίας του ΣΚ στην πολιτική σκηνή.
20 Στη Γαλλία μια υπουργική θέση δεν αποκλείει τη δυνατότητα κατάληψης από το ίδιο πρόσωπο της θέση του δημάρχου, συνήθως της πόλης καταγωγής του.
21 Δραστικός περιορισμός της διεθνούς πίστης, με συνέπεια να ασφυκτιούν οι οικονομίες των χωρών του τρίτου κόσμου, κλπ.
22 Το Μάρτιο του 1983 μόνο το 15% των ανδρών και το 11% των γυναικών ηλικίας άνω των 60 ετών παραμένουν απασχολούμενοι, ενώ και στις ηλικίες 55-59 ετών το ποσοστό των απασχολούμενων μειώνεται στη διάρκεια του δωδεκάμηνου, από 75 σε 71% για τους άνδρες και από 46 σε 44% για τις γυναίκες.
23 Βεβαίως, είναι γνωστό ότι η εθελούσια ή αναγκαστική επιστροφή των μεταναστών στον τόπο καταγωγής τους δεν μειώνει την ανεργία (όπως ακριβώς δεν την αυξάνει ο ερχομός τους στις χώρες υποδοχής). Οι μετανάστες εκτός από εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κατά τον ίδιο τρόπο που είναι και οι ντόπιοι εργαζόμενοι, συμβάλλοντας έτσι στην διεύρυνση της συνολικής ζήτησης και στη δημιουργία πρόσθετης απασχόλησης. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου απαλύνει το βάρος που αντιπροσωπεύει για μια συγκεκριμένη επιχείρηση το «πλεονάζον» εργατικό προσωπικό της, ωστόσο δεν συμβάλλει στη μείωση του γενικού ποσοστού της ανεργίας. Αντιθέτως, με το να αφήνει να εννοηθεί ότι οι μετανάστες ευθύνονται για την ανεργία, «κλείνει το μάτι» σε μια ακροδεξιά και ξενοφοβική προσέγγιση του προβλήματος. Εξ άλλου, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η πρακτική αυτή, που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από τις κυβερνήσεις του Ζισκάρ, καταργήθηκε από την κυβέρνηση της Αριστεράς, σύμφωνα και με τις προγραμματικές της δεσμεύσεις. Είναι για μια ακόμα φορά τραγικό ότι η επαναφορά αυτού του μέτρου ανακοινώθηκε από τον κομμουνιστή υπουργό απασχόλησης J. Rallite.
24 Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της EDF, της εθνικής επιχείρησης παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας: Προεξοφλώντας ένα ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια ίσο με 5%, η Κυβέρνηση «πείθεται» από τους τεχνοκράτες της εταιρείας (αλλά και συνδικαλιστικά στελέχη κυρίως του ΚΚΓ που διακατέχονται από τη γνωστή προντουκτιβιστική λογική) να χρηματοδοτήσει ένα κολοσσιαίο πρόγραμμα που περιελάμβανε την κατασκευή 6 νέων μονάδων πυρηνικής ενέργειας, συμβόλαια αγοράς φυσικού αερίου από την Αλγερία, άλλου αερίου από τη Σιβηρία, εντατική εκμετάλλευση των εγχώριων ανθρακωρυχείων, ακόμα και ερευνητικά προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας… Η προβλεπόμενη ανάπτυξη με ρυθμό 5% δεν ήρθε ποτέ, η ζήτηση ενέργειας, ειδικά μετά τη στροφή του Μαρτίου 1983 υπολειπόταν σημαντικά της παραγωγικής δυναμικότητας που εκφραζόταν τόσο σε μέσα παραγωγής, όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό.
25 Οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις αποδείχτηκαν πραγματικό «Βατερλό» της Αλλαγής. Πέρα από την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, καμιά άλλη άξια λόγου μεταβολή στη δομή και τη λειτουργία τους δεν πραγματοποιήθηκε, ούτε και επιχειρήθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διοικητική πυραμίδα των στελεχών αυτών των επιχειρήσεων, κατά τεκμήριο αντίθετη και εχθρική απέναντι στις ιδέες της Αριστεράς, διατηρήθηκε αναλλοίωτη. Και να σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτές τις εθνικοποιήσεις χύθηκε τόσο μελάνι, και σπαταλήθηκαν τόσοι μήνες ατελείωτων διαπραγματεύσεων μεταξύ των εταίρων του Κοινού Προγράμματος…
26 Αναφέρεται στο Lipietz (1984), σ. 160.
27 Η διατύπωση ανήκει στον Lipietz (1984), σελ. 161.
28 Στη δημόσια συζήτηση που άνοιξε με την τοποθέτηση του Μιτεράν, αλλά κυρίως με τα πρακτικά προβλήματα που τίθεντο από τις σαρωτικές αναδιαρθρώσεις της περιόδου 1983-1988, εντάσσεται η θεωρητική παρέμβαση του Ε. Balibar «Marx et l’ enterprise», Politique aujourd’ hui, Ιούλ.-Σεπτ. 1984 (ελλ. μτφρ. «Ο Μαρξ και η επιχείρηση», Θέσεις, τ. 23-24, σ. 85 και www.theseis.com). Ο Balibar αναλύει τη λειτουργία της ατομικής επιχείρησης στο πλαίσιο της μαρξικής προβληματικής της διάκρισης μεταξύ ατομικού και συλλογικού κεφαλαιοκράτη, προβληματική που υπογραμμίζει «την αλληλεπίδραση μεταξύ των στρατηγικών εκμετάλλευσης και των “καταναγκαστικών νόμων” της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης που για κάθε κεφαλαιοκράτη, επιβάλλονται “από τα έξω”. “Η λειτουργία του επιχειρηματία παρουσιάζεται λοιπόν ως το σημείο συνάρθρωσης του δεσποτισμού του εργοστάσιου” (που πρέπει να ανασυγκροτεί ακατάπαυστα χρησιμοποιώντας γι’ αυτόν το σκοπό την τεχνολογία ως μέσο υποταγής των “κατακερματισμένων” εργαζομένων) και της “δικτατορίας της αγοράς” στην οποία υποτάσσεται ο ίδιος επί ποινή θανάτου (δηλαδή πτώχευσης), με τη δεύτερη να συνιστά προϋπόθεση της πρώτης».Δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα (1970) ο Ch. Bettelheim (Μπετελέμ, 1974) είχε δείξει ότι η «επιχείρηση» είναι ουσιαστικά η «τυπική καπιταλιστική μορφή μιας παραγωγικής μονάδας, ακριβώς γιατί η δομή της παίρνει το σχήμα ενός διπλού χωρισμού: αφ’ ενός του χωρισμού των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής τους (στον οποίο αντιστοιχεί η νομή αυτών των μέσων από τις επιχειρήσεις, δηλαδή από τους ηγέτες τους) και αφετέρου, του χωρισμού των επιχειρήσεων της μιας από την άλλη. Ο διπλός αυτός χωρισμός συνιστά το κεντρικό σχήμα της καπιταλιστικής παραγωγής» (σ. 117).
29 Οι κολοσσιαίες επενδύσεις των προηγούμενων προγραμμάτων εκσυγχρονισμού είχαν δημιουργήσει μια δυναμικότητα που άγγιζε τα 28 εκ. τόνους, ενώ τα εκλογικά προγράμματα των κομμάτων της Αριστεράς προέβλεπαν μια ακόμα μεγαλύτερη δυναμικότητα (31 εκ. τόνοι για το ΣΚ και 34 για το ΚΚΓ).
30 Με την ίδια κυβερνητική απόφαση ανακοινώνονται περικοπές θέσεων εργασίας στα μεγάλα ναυπηγεία του βορρά και τα ανθρακωρυχεία.
31 Για τα αλλεπάλληλα σχέδια «εξυγίανσης» της χαλυβουργίας της Λωρραίνης ήδη από τη δεκαετία του 1960 βλ. M. Freyssenet (2006).
32 Συνέντευξη στο Nord Éclair, που αναπαράγεται από τη Le Monde της 29 Ιανουαρίου 1983.
33 Βλ. «Μετανάστες και ισλαμισμός: ποια μύγα τσίμπησε τους Μωρουά και Ντεφέρ;», Liberation, 1 Φεβρ. 1983.
34 Για μια πληρέστερη ανάλυση των διακυβευμάτων και των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων γύρω από τους απεργιακούς αγώνες του Poissy, βλ. την ενδιαφέρουσα μελέτη των Nicolas Hatzfeld και Jean-Louis Loubet, (2004).
35 Βλ. κυρίως την εξ ίσου μαζική με αυτή των καθολικών της 4/3, συγκέντρωση - διαδήλωση στους δρόμους του Παρισιού, υπέρ του ενιαίου δημόσιου λαϊκού σχολείου, στις 25/4.
36 Τρία χρόνια μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1981, τα κόμματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας μόλις που ξεπερνούν το 30%: 11,2% για το ΚΚΓ και μόλις 20,75% για το ΣΚ. Το ψηφοδέλτιο της ενωμένης Δεξιάς υπό την Σ. Βέιγ συγκεντρώνει το 43%, ενώ για πρώτη φορά (σημείο των καιρών) η ακροδεξιά του Λεπέν δείχνει τα δόντια της, φτάνοντας το 11%. Αξίζει να σημειωθεί το ποσοστό αποχής, 43,2%, το υψηλότερο της Vης Δημοκρατίας σε εθνικής κλίμακας εκλογές.
37 Ζ. Μαρσαί, τηλεοπτική συνέντευξη στις 2/4 στον Antenne 2.
38 Βλ. Λήμμα Jacques Delors, Wikipedia.fr

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή