Ιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση και εθνικό κράτος Εκτύπωση
Τεύχος 106, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2009


ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ:
ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΡΘΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ (*)

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

 

1. Εισαγωγή


Με αφορμή την καθήλωση της «πολιτικής ενοποίησης» της Ευρώπης, τα «επιτεύγματα» της ανερχόμενης Κίνας, την τρέχουσα κρίση και τις πρόσφατες (και επαπειλούμενες…) πολεμικές συρράξεις ανά τον πλανήτη, η συζήτηση για το σύγχρονο σύστημα οργάνωσης της κυριαρχίας σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο εμπλουτίζεται διαρκώς με θέσεις και επεξεργασίες και η σχετική βιβλιογραφία γίνεται όλο και ογκωδέστερη.

Η προβληματική, εξάλλου, των κινημάτων που αντιτίθενται στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αρκεί για να μας πείσει ότι σ’ έναν κόσμο που αλλάζει (όπως το θέτει το γνωστό κλισέ), κανένα ερώτημα περί κοινωνικού μετασχηματισμού δεν μπορεί να απαντηθεί επαρκώς και καμιά συναφής στρατηγική δεν μπορεί να εκπονηθεί, αν προηγουμένως δεν έχει αποσαφηνιστεί το πεδίο (ή τα πεδία) δράσης των υποκειμένων που τάσσονται υπέρ του μετασχηματισμού κι αν δεν έχει εκτιμηθεί το εύρος των αντιθέσεων και ο χαρακτήρας της σύγχρονης κυριαρχίας.

Από τη σκοπιά αυτή λοιπόν, θεωρούμε αυτονοήτως αναγκαία μια συνολική ενατένιση του κοινωνικού που να αφίσταται τόσο από τον εθνοκεντρισμό («η Ελλάδα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης») όσο και από τη θραυσματική λογική του «μεταμοντέρνου», και να δοκιμάζει/αξιοποιεί τόσο τα παλιά όσο και τα πιο πρόσφατα θεωρητικά εργαλεία, κατά το δυνατό αποφεύγοντας τον εκλεκτικισμό, όσο βεβαίως και τον θεωρητικό συντηρητισμό. Είναι σαφές ότι η θεωρητικοποίηση που υπαινισσόμαστε δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση, όχι μόνο λόγω του όγκου της διαθέσιμης βιβλιογραφίας ή των πολιτικών συνεπειών/σκοπιμοτήτων που συνδέονται με την εκάστοτε θεωρητική επιλογή. Χρειάζεται, μαζί με αυτά, να έχουμε υπ’ όψιν και ότι η θεωρητική παραγωγή με την οποία πρόκειται κάθε φορά να αναμετρηθούμε, είναι προϊόν μιας ιστορικής συγκυρίας, δηλαδή οριοθετείται (από) και προσδένεται (σε) αυτή.

Οφείλουμε εδώ ορισμένες εξηγήσεις. Στα 1848 οι Μαρξ και Ένγκελς –που ουδέποτε διεκδίκησαν εχέγγυα ουδέτερων ερευνητών του κοινωνικού– θα υποστηρίξουν ότι η αστική τάξη ξεπερνάει τις κρίσεις με «τρόπο» που ουσιαστικά προετοιμάζει νέες, «πιο ολόπλευρες και πιο ισχυρές»1. Διαυγάζοντας το επιχείρημά τους, η Άρεντ θα πει ότι ο τρόπος αυτός σηματοδοτεί νέες περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης (για την ίδια: νέους ιμπεριαλισμούς2). Σ’ αυτό το πλαίσιο, η κρίση του 1870 αποτέλεσε το προοίμιο του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, μιας διεθνοποίησης ευθέως συγκρίσιμης, για ορισμένους,3 με τη σημερινή, η οποία ανακόπηκε στα 1914· αντίστοιχα, η κρίση του 1929, ο φασισμός και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος προηγήθηκαν μιας νέας, «χρυσής περιόδου» του καπιταλισμού, η οποία διήρκεσε μέχρι τη δεκαετία του 1970· η κρίση, τέλος, του '73 έμελλε ν’ αποτελέσει προπομπό για μια νέα περίοδο, αυτήν της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας.4 Σε καθεμιά από τις περιόδους αυτές, τις ιστορικές κρίσεις και τους μετασχηματισμούς με τους οποίους αυτές συνδέονται, αντιστοιχεί (ή έπεται) και ένα «κύμα» θεωρητικής παραγωγής περί τη δομή της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η περιοδολόγηση αυτή της θεωρητικής παραγωγής σε τρία «κύματα» αποτελεί το ταξινομητικό σχήμα του Κοτζιά,5 το οποίο θα υιοθετήσουμε για τις ανάγκες της εργασίας μας.

Στο πλαίσιο της εργασίας μας, λοιπόν, και ειδικότερα στο πρώτο μέρος, θα επιχειρήσουμε μια από κοινού (συνοπτική) παρουσίαση των σημαντικότερων κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού και των μεταγενεστέρων τους, του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού και της υπανάπτυξης (που συναποτελούν το πρώτο και δεύτερο κύμα, αντιστοίχως), υποβάλλοντάς τις, παράλληλα σε κριτικές παρατηρήσεις. Στο δεύτερο μέρος θα παρουσιάσουμε τα «ισχυρά» επιχειρήματα των βασικότερων σύγχρονων θεωρήσεων για τη δομή της καπιταλιστικής κυριαρχίας, τα οποία ρητά ή άρρητα συνδιαλέγονται με τα πορίσματα των προηγούμενων «κυμάτων», είτε δανειζόμενα παραδοχές τους είτε «δηλώνοντας» ότι τις υπερβαίνουν. Θα δούμε ότι σε όλες τις φάσεις της θεωρητικής παραγωγής το εθνικό κράτος αναδεικνύεται σε μείζον αντικείμενο ανάλυσης και διαμάχης, κανόνας που διέπει και τη σύγχρονη συζήτηση για τη δομή της καπιταλιστικής κυριαρχίας και τις εσωτερικές της αντιθέσεις. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος λοιπόν, διαθέτοντας ικανές αποσκευές, θα επιχειρήσουμε να συνθέσουμε ορισμένες θέσεις σ’ ένα ενιαίο επιχείρημα, υπό το πρίσμα μιας δέσμης θεωρητικών παραδοχών για το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος.


2. Φάσεις καπιταλιστικής ανάπτυξης και θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό


Στα συμφραζόμενα της σύγχρονης συζήτησης περί παγκοσμιοποίησης, υποστηρίζεται συχνά ότι ο Καρλ Μαρξ υπήρξε ο «προφήτης της παγκοσμιοποίησης»6 και μάλιστα αρκετά χρόνια πριν από το κατεξοχήν έργο της ωριμότητάς του, το Κεφάλαιο. Ο «έπαινος» αυτός σχετίζεται με το διάσημο απόσπασμα από το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, όπου μαζί με τον Ένγκελς, υποστηρίζουν τα εξής:


«Η αστική εποχή διακρίνεται απ’ όλες τις προηγούμενες για τη συνεχή ανατροπή της παραγωγής, τον αδιάκοπο κλονισμό όλων των κοινωνικών καταστάσεων και για την αιώνια αβεβαιότητα και κινητικότητα (…) Η ανάγκη για συνεχώς επεκτεινόμενη κατανάλωση των προϊόντων της κυνηγά την αστική τάξη σ’ όλη την υδρόγειο. Είναι αναγκασμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί σχέσεις παντού. Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη έχει διαμορφώσει πανομοιότυπα την παραγωγή και κατανάλωση σ’ όλες τις χώρες. Έχει εξαλείψει, προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, τον εθνικό χαρακτήρα της βιομηχανίας (…) Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και απομόνωσης εμφανίζεται η ολόπλευρη συναλλαγή, η ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών».7


Ο «έπαινος» αυτός, ωστόσο, αμφισβητείται σοβαρά, και μάλιστα από μαρξιστές συγγραφείς. Οι ενστάσεις αφορούν στην αναλογία ανάμεσα σε «εκείνο» που περιέγραφε ο Μαρξ ως «παγκόσμια αγορά» και «αυτό» που σήμερα αναφέρεται ως «παγκοσμιοποίηση». Ο Hobsbawm παρατηρεί ότι στα τέλη του 1840, τα επιτεύγματα της αστικής τάξης ήταν σαφώς πιο μέτρια σε σχέση με τα θαύματα που τους απέδιδε το Μανιφέστο. Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι Μαρξ και Ένγκελς ήθελαν να δείξουν πώς ο καπιταλισμός επρόκειτο να μετασχηματίσει τον κόσμο μετά το 1848 – επεσήμαιναν, δηλαδή, τάσεις και όχι συντελεσμένα γεγονότα.8 Στο ίδιο μήκος, αλλά ένα βήμα παραπέρα, οι Panitch και Gindin υποδεικνύουν τον κίνδυνο να πιστέψουμε ότι η δομική τάση του κεφαλαίου για επέκταση σημαίνει το αναπόφευκτο της «παγκοσμιοποίησης».9 Πιο κατηγορηματικά, ο Πρέβε10 θα σημειώσει ότι στον ιστορικό χρόνο όπου έζησε ο Μαρξ «ΔΕΝ υπήρχε ακόμη ούτε ο ιμπεριαλισμός (με την έννοια που θα του έδινε αργότερα ο Λένιν) ούτε η παγκοσμιοποίηση (με την τρέχουσα έννοια)»· σε κάθε περίπτωση, θα συνεχίσει ο Πρέβε, η παγκόσμια αγορά –για την οποία κάνει λόγο ο Μαρξ– δε συμπίπτει με την παγκοσμιοποίηση.11

Σε ό, τι αφορά τον ιμπεριαλισμό, με μια καυστική τοποθέτησή του ο Λένιν προειδοποιεί για ενδεχόμενες ανιστορικές χρήσεις του όρου: «H αποικιακή πολιτική και ο ιμπεριαλισμός υπήρχαν και πριν από το νεότατο στάδιο του καπιταλισμού και μάλιστα πριν από τον καπιταλισμό. Η Ρώμη, που στηριζόταν στη δουλεία, ακολουθούσε αποικιακή πολιτική και εφάρμοζε τον ιμπεριαλισμό. Οι “γενικοί” όμως συλλογισμοί για τον ιμπεριαλισμό, που ξεχνούν ή βάζουν σε δεύτερη μοίρα τη ριζική διαφορά των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, μετατρέπονται αναπότρεπτα στην πιο τιποτένια χυδαιότητα ή σε κομπασμό, όπως η σύγκριση της “μεγάλης Ρώμης με τη μεγάλη Βρετανία”. Ακόμα και η καπιταλιστική αποικιακή πολιτική των προηγούμενων σταδίων του καπιταλισμού διαφέρει ουσιαστικά από την αποικιακή πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου».12

Μεταφερόμενοι στα καθ’ ημάς, αρχής γενομένης από τον πόλεμο του Κόλπου του 1991 και με τα πολεμικά γεγονότα να διαδέχονται το ένα το άλλο στα χρόνια που θα ακολουθήσουν (Γιουγκοσλαβία 1999, Αφγανιστάν 2001, Ιράκ 2003), πολλοί είναι αυτοί που θα κάνουν λόγο για «αμερικανική Αυτοκρατορία», προβαίνοντας εκ νέου σε αναλογίες με την αρχαία Ρώμη. Οι αναλογίες, ωστόσο, ακόμα κι αν φωτίζουν υπαρκτές ομοιότητες, επ’ ουδενί συνιστούν θεωρία.13

Με βάση τις παραπάνω εισαγωγικές παρατηρήσεις θίξαμε ήδη την ανάγκη περιοδολόγησης της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης που θα μας επιτρέψει να εντοπίσουμε τις επικρατούσες τάσεις και, σε δεύτερο χρόνο, να προσανατολιστούμε ως προς τη θεωρητική παραγωγή που αντιστοιχεί σε κάθε φάση. Με επίγνωση λοιπόν, της σχηματικότητας ενός μοντέλου περιοδολόγησης όσο και των εσωτερικών διαφοροποιήσεων των επιμέρους περιόδων, θα υιοθετήσουμε το μοντέλο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, διακρίνοντας την καπιταλιστική ανάπτυξη σε τρεις φάσεις: α) την περίοδο των εθνικών αστικών ιμπεριαλισμών (1870-1945), β) την περίοδο της μεταπολεμικής ηγεμονίας των ΗΠΑ (1945-1970) και γ) την περίοδο της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας (1970 μέχρι σήμερα).14

Με βάση αυτό το σχήμα, έχουμε πιο συγκεκριμένα:

α) Την περίοδο 1870-1945, κατά την οποία η πρώτη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού –η εποχή δηλαδή της μακρόχρονης, υψηλής και σχετικά απρόσκοπτης καπιταλιστικής κερδοφορίας και διεθνοποίησης, υπό την κυριαρχία της Βρετανίας– θα δώσει τη θέση της σε μια περίοδο όπου η πτώση της κερδοφορίας και οι επιπτώσεις της στην καπιταλιστική συσσώρευση θα είναι αυτές που –όπως τουλάχιστον υποστηρίζεται σ’ ένα μέρος της βιβλιογραφίας για τον ιμπεριαλισμό– θα επισπεύσουν την επιστροφή του προστατευτισμού και θα εντείνουν τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών και αγορών. Πρόκειται για μια κούρσα που θα οδηγήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο15 και, ακολούθως, στην Οκτωβριανή Επανάσταση, χωρίς βεβαίως να υπαινισσόμαστε εδώ κανενός είδους νομοτέλεια ή «σιδερένιο νόμο της Ιστορίας».

β) Την περίοδο 1945-1970, την οποία έχει εγκαινιάσει ένα χρόνο πριν η συμφωνία Bretton Woods. Με τη συμφωνία αυτή θα τεθούν οι βάσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών για τα νομίσματα των δυτικών χωρών μετά τον πόλεμο, θα ιδρυθεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα και όλα τα κράτη θα εκφράζουν στο εξής την αξία των νομισμάτων τους σε δολάρια, με μόνο το δολάριο των ΗΠΑ να μπορεί να μετατραπεί σε χρυσό (σε σταθερή αναλογία 35$ ανά ουγγιά). Με βάση τη συμφωνία, η οποία θα τηρηθεί ως το 1971, οι κεντρικές τράπεζες των συμβαλλόμενων κρατών-μελών θα έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν προκειμένου η ισοτιμία του νομίσματός τους με το δολάριο να κυμαίνεται σε όρια +/- 1%.16

γ) Την περίοδο 1970-2000, την οποία εγκαινιάζουν η κατάρρευση της συμφωνίας του Bretton Woods, η πετρελαϊκή κρίση του 1973, η ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η ανατροπή Αλιέντε στη Χιλή, με τη συνακόλουθη εφαρμογή στη Λατινική Αμερική της νεοφιλελεύθερης ατζέντας. Από τα μέσα του ’70 είναι πλέον σαφές ότι η μεταπολεμική συναίνεση, με βασικούς πυλώνες το φορντικό μοντέλο συσσώρευσης και το κοινωνικό κράτος, έχει υποστεί ραγδαίους μετασχηματισμούς.17 Η Σχολή του Σικάγο και μια ηγετική –ως έμελλε να αποδειχτεί– μορφή του νεοφιλελευθερισμού, ο σύμβουλος του δικτάτορα Πινοσέτ Μίλτον Φρίντμαν, θα εισηγηθούν το μοντέλο ενός προγράμματος ανάπτυξης-σοκ18 και θα προπαγανδίσουν τη δυνατότητα το «αόρατο χέρι της αγοράς» να διευθύνει την οικονομία χάριν της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου. Το δόγμα του «αόρατου χεριού» θα υιοθετηθεί από τις κυβερνήσεις Ρήγκαν και Θάτσερ και, ιδίως από την επαύριο της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, θα προβάλλει ως καθοδηγητικό, εντός και εκτός ΗΠΑ, δείχνοντας, ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις (1991, 1999, 2001, 2003), ότι το χέρι –η αγορά– χρειάζεται μια σιδερένια γροθιά –τον στρατό– για να κάνει αποτελεσματικά τη δουλειά του.

Όπως είπαμε και προηγουμένως, αυτές οι περίοδοι αποτελούν, έστω σε αδρές γραμμές, τις περιόδους αναφοράς καθενός από τα τρία θεωρητικά κύματα συζητήσεων για τον ιμπεριαλισμό.

Δεδομένων των ορίων της εργασίας μας, από τα τρία αυτά κύματα θα επιλέξουμε: α) Να παρουσιάσουμε από κοινού τις βασικές θέσεις του πρώτου και δεύτερου «κύματος», β) να αναδείξουμε τα «ισχυρά επιχειρήματα» και τις αντιθέσεις που συνδέονται με το σύγχρονό μας τρίτο «κύμα» και γ) να συνθέσουμε σ’ ένα κατά το δυνατόν συνεκτικό επιχείρημα ορισμένες από τις παραδοχές που θα προκύψουν από την πραγμάτευση στα δύο προηγούμενα επίπεδα, υπό το πρίσμα μιας θεωρίας για το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος. To επιχείρημα αυτό θα αναδεικνύει τις βασικές τάσεις σ’ έναν κόσμο όπου η οικονομία των ΗΠΑ δεν διατηρεί τον διεθνή ρόλο που είχε κάποτε, η Κίνα ανεβαίνει ραγδαία μέσα από ένα βίαιο πρόγραμμα πρωταρχικής συσσώρευσης και οι δύο ανταγωνιστές συνδέονται με έναν ισχυρό δεσμό αμοιβαίας εξάρτησης.19

3. Το πρώτο και δεύτερο «κύμα» των θεωριών του ιμπεριαλισμού Tην προβληματική περί ιμπεριαλισμού θα εισαγάγει ένας μη μαρξιστής: πρόκειται για τον δημοσιογράφο Hobson, ο οποίος θα ανοίξει πρώτος τη συζήτηση στα 1902, με το έργο Ιmperialism.20 Ο Χόμπσον θα διαχωρίσει την πρώιμη αποικιοκρατία από το σύγχρονο φαινόμενο της «καισαρικής» [imperial] επέκτασης των Ευρωπαίων και θα επισημάνει ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ένα φαινόμενο του «ώριμου» καπιταλισμού, δηλαδή ενός ύστερου σταδίου της καπιταλιστικής εξέλιξης που αφορά τα καπιταλιστικά αναπτυγμένα κράτη. 3.1. Ο ιμπεριαλισμός του Χόμπσον Συνδέοντας τον ιμπεριαλισμό με την οικονομική κρίση του καπιταλισμού, την οποία θα αποδώσει στον περιορισμό της ζήτησης ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα στους μισθωτούς (υποκατανάλωση), ο Χόμπσον θα υποστηρίξει ότι η εφαρμογή φιλεργατικών μεταρρυθμίσεων του συστήματος, όπως η εργατική εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο και ο ελεύθερος συνδικαλισμός, μπορούν να ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης και να αποτρέψουν μια οικονομική έξοδο στο εξωτερικό ή πολιτικοστρατιωτικές συγκρούσεις. Προσφέροντας τη στρατηγική της δημιουργίας του κοινωνικού κράτους, οι θεωρίες της υποκατανάλωσης όπως αυτή του Χόμπσον θα οδηγήσουν στο αίτημα της ενίσχυσης του λαϊκού εισοδήματος ή της απευθείας αύξησης των μισθών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η σύνδεση του ιμπεριαλισμού με την υποκατανάλωση θα αποτελέσει αργότερα το θεωρητικό υπόβαθρο της Δεύτερης (Σοσιαλδημοκρατικής) Διεθνούς. Στο πλαίσιο του μαρξισμού, η πρώτη προσέγγιση του ιμπεριαλισμού θα είναι αυτή του Ρούντολφ Χίλφερνινγκ, με το έργο Χρηματιστικό Κεφάλαιο, στα 1909. Το νήμα θα πιάσουν, λίγο αργότερα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ (Η συσσώρευση του κεφαλαίου, 1912), ο Νικολάι Μπουχάριν (Ο Ιμπεριαλισμός και η παγκόσμια οικονομία, 1915), ο Καρλ Κάουτσκι και, βέβαια, ο Β. Ι. Λένιν, με τη πασίγνωστη μπροσούρα του Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. 3.2. Ρόζα Λούξεμπουργκ: Ο ιμπεριαλισμός ως προϊόν της κρίσης υπερσυσσώρευσης Η Λούξεμπουργκ21 θα συνδέσει τον ιμπεριαλισμό με την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, στηριζόμενη στα τελευταία κεφάλαια του δεύτερου τόμου του μαρξικού Κεφαλαίου και σε μια θεώρηση της παγκόσμιας οικονομίας ως ενιαίας καπιταλιστικής δομής, με «εξωτερικό» της το μη καπιταλιστικό περιβάλλον, ακόμα και στο πλαίσιο της αυτής χώρας: «Εσωτερική αγορά, από τη σκοπιά της καπιταλιστικής αγοράς, από τη σκοπιά της καπιταλιστικής παραγωγής, είναι η καπιταλιστική αγορά (…) Εξωτερική αγορά για το κεφάλαιο είναι το μη καπιταλιστικό κοινωνικό περιβάλλον, που απορροφά τα προϊόντα του και προμηθεύει στοιχεία παραγωγής και εργατικές δυνάμεις. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η Γερμανία και η Αγγλία είναι η μια για την άλλη ως επί το πλείστον εσωτερική, καπιταλιστική αγορά, κατά την αμοιβαία μεταξύ τους ανταλλαγή εμπορευμάτων, ενώ η ανταλλαγή ανάμεσα στη γερμανική βιομηχανία και τους Γερμανούς αγρότες (…) παριστά εξωτερικές σχέσεις αγοράς» (παρατίθεται στο Μηλιός 2000, σ. 34). Με βάση την προσέγγιση της Λούξεμπουργκ (που θα αποτελέσει τη βάση για μεταγενέστερες θεωρήσεις του ιμπεριαλισμού ως σχέσης κέντρου-περιφέρειας) η εξαγωγή κεφαλαίου ερμηνεύεται ως μέτρο αντιστροφής της γενικής τάσης του κεφαλαίου προς την υπερσυσσώρευση και τη συνακόλουθη μείωση του ποσοστού κέρδους: αντί το κεφάλαιο να οδηγείται σε κρίση και καταστροφή επιμέρους τμημάτων του, αναστρέφει την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους διά της εξαγωγής του. Η Λούξεμπουργκ, λοιπόν, αντιλαμβάνεται τον ιμπεριαλισμό ως ανταγωνισμό των αναπτυγμένων κρατών για την επικυριαρχία σε υπανάπτυκτες μη καπιταλιστικές χώρες, ώστε να εξασφαλιστούν διέξοδοι για την επιπλέον παραχθείσα αξία· αφ’ ης στιγμής ο χώρος αυτός συρρικνωνόταν, ο καπιταλισμός όδευε προς κατάρρευση. 3.3. Β. Ι. Λένιν: Ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού Μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου του 1916, ο Λένιν θα γράψει μια μπροσούρα με τίτλο «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Το έργο θα εκδοθεί στην Πετρούπολη το 1917 και θα αποτελέσει τη θεωρητικοποίηση της πολιτικής στρατηγικής των μπολσεβίκων (θεωρία του «αδύναμου κρίκου»)22. Ευθύς εξαρχής, ο Λένιν θα συνδέσει τον ιμπεριαλισμό με το σχηματισμό του μονοπωλίου: σύμφωνα με την οικονομική του ουσία, ο ιμπεριαλισμός είναι, για τον Λένιν, μονοπωλιακός καπιταλισμός. Ο ίδιος θα διακρίνει τρεις φάσεις στην ιστορία των μονοπωλίων: «1) 1860-1870 και 1870-1880: ανώτερη βαθμίδα ανάπτυξης του ελεύθερου συναγωνισμού. Τα μονοπώλια δεν είναι παρά έμβρυα που μόλις διακρίνονται. 2) Ύστερα από την κρίση του 1873: μακρόχρονη περίοδος ανάπτυξης των καρτέλ, που αποτελούν ακόμα εξαίρεση. 3) Άνοδος στα τέλη του 19ου αιώνα και κρίση του 1900-1903: τα καρτέλ γίνονται μια από τις βάσεις όλης της οικονομικής ζωής. Ο καπιταλισμός μετατράπηκε σε ιμπεριαλισμό».23 Στην ιμπεριαλιστική φάση, ο ανταγωνισμός, σύμφωνα με τον Λένιν μετατρέπεται σε μονοπώλιο, η διαδικασία των τεχνικών εφευρέσεων και τελειοποιήσεων κοινωνικοποιείται, ενώ, μολονότι η εμπορευματική παραγωγή «βασιλεύει όπως και πριν», τα κυριότερα κέρδη πάνε στις «μεγαλοφυΐες των χρηματικών μηχανορραφιών». Στις νέες συνθήκες, η υπεροχή του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω σ’ όλες τις υπόλοιπες μορφές κεφαλαίου σημαίνει ξεχώρισμα των κρατών που κατέχουν τη χρηματιστική «δύναμη» απ’ όλα τα υπόλοιπα24· θεμελιώδης εδώ είναι η έννοια της ασυμμετρίας ισχύος ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, ακόμα κι όταν αυτές συνάπτουν συμμαχίες. Ασκώντας δριμύτατη κριτική στη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού του Κάουτσκι, σύμφωνα με την οποία οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις θα μπορούσαν να μοιράσουν ειρηνικά τον κόσμο και να συμφωνήσουν στην εκμετάλλευσή του,25 ο Λένιν θα πει ότι στις συνθήκες του καπιταλισμού «δεν είναι νοητή άλλη βάση για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής, συμφερόντων, αποικιών, κ.ά., εκτός από τη βάση που υπολογίζει τη δύναμη των χωρών που συμμετέχουν στο μοίρασμα, τη γενική οικονομική, τη χρηματιστική [και] τη στρατιωτική δύναμη. Η δύναμη όμως δεν αλλάζει ομοιόμορφα στις χώρες που συμμετέχουν στο μοίρασμα, γιατί στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρχει ισόμετρη ανάπτυξη των χωριστών επιχειρήσεων, τραστ, κλάδων της βιομηχανίας και χωρών».26 Συνοψίζοντας λοιπόν, ο Λένιν διακρίνει πέντε ως τα βασικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο ιμπεριαλιστικό-«παρασιτικό» στάδιό της: 1) τη συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου σε βαθμό που αυξάνεται ραγδαία η σημασία των μονοπωλίων στην οικονομία, 2) τη συγχώνευση του τραπεζικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο στη μορφή του «χρηματιστικού» κεφαλαίου» και τη δημιουργία επ’ αυτού μιας ολιγαρχίας, 3) την αναβάθμιση της σημασίας των εξαγωγών κεφαλαίου (σε αντιδιαστολή με την εξαγωγή εμπορευμάτων), 4) τη συγκρότηση διεθνών μονοπωλιακών καπιταλιστικών ενώσεων, 5) την αποπεράτωση του μοιράσματος του κόσμου από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.

3.4. Από το πρώτο στο δεύτερο κύμα

Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι οι θεωρίες του ιμπεριαλισμού του πρώτου κύματος: α) απολήγουν ή προϋποθέτουν μια ορισμένη πολιτική τακτική και στρατηγική, κόμβος της οποίας είναι το κράτος, β) είναι προσδεδεμένες στη συγκυρία εντός της οποίας παρήχθησαν, άρα δυνητικά τουλάχιστον μετασχηματίσιμες στο πλαίσιο της συγκυρίας που ακολουθεί, γ) οι προβλέψεις τους για επικείμενη κατάρρευση ή «σάπισμα27» του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό-«ανώτατο» στάδιό του, στο βαθμό που δεν επιβεβαιώνονται –καθώς, μεταξύ άλλων, δεν αναδεικνύουν τις δυνατότητες αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης μετά από κάθε κρίση– χάνουν σε κύρος.

Παρά λοιπόν την ανάδειξη των αντιθέσεων ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του κεφαλαίου, τον τονισμό της ανισομέρειας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, την επισήμανση της σχέσης εσωτερικής αγοράς και κεφαλαιακής εξαγωγής και τη συσχέτιση των οικονομικών διεργασιών με τη σφαίρα του πολιτικού και το κράτος, οι θεωρίες αυτές έπρεπε να επανεξετάσουν τα βασικά τους συμπεράσματα, τις οικονομικές ή, αντίστοιχα υπερπολιτικές μονομέρειές τους. Η ευκαιρία αυτή δεν αξιοποιήθηκε στην επόμενη περίοδο, αφ’ ενός γιατί ο φασισμός και η αντιφασιστική συμμαχία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν ευνοούσαν το σχετικό ενδιαφέρον, αφ’ ετέρου γιατί μετά τον πόλεμο, η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τον ιμπεριαλισμό συνδέθηκε με δύο σώματα θεωριών που δεν κατάφεραν να συλλάβουν την μεταπολεμική δυναμική του καπιταλισμού. Επρόκειτο αφ’ ενός για τη θεωρία του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού στις διάφορες παραλλαγές της και, αφ’ ετέρου, για τις θεωρίες κέντρου-περιφέρειας.28

Το πρώτο θεωρητικό σώμα υιοθετούσε την άποψη ότι στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου οξύνονται οι αντιθέσεις του συστήματος και επιχειρείται να ξεπεραστούν μέσα από τη σύμφυση κράτους-μονοπωλίων· ο ιμπεριαλισμός γίνεται αντιληπτός με όρους του 19ου αιώνα, με τη μόνη διαφορά ότι στη νέα φάση βελτιώνεται ο συσχετισμός υπέρ του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στο φόντο των μεταπολεμικών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, το δεύτερο θεωρητικό σώμα περιλαμβάνει δύο συγγενικές προσεγγίσεις που συμμερίζονται την άποψη ότι το κέντρο λεηλατεί την περιφέρεια, δεδομένου ότι οι πόροι που θα προορίζονταν για την ανάπτυξή της αποσπώνται και εξάγονται από τις πολυεθνικές εταιρείες ως κέρδος στη μητρόπολη. Ένα βήμα παραπέρα, εκφράζεται η πεποίθηση ότι ο υπερκαταναλωτισμός και το κράτος πρόνοιας έχουν ενσωματώσει την εργατική τάξη, με αποτέλεσμα οι όποιες ενδεχόμενες αλλαγές να μπορούν να προκύψουν μόνο από τον τρίτο κόσμο. Συναφώς, η μητρόπολη, δηλαδή οι άρχουσες τάξεις αλλά και τα κυρίαρχα τμήματα των εργαζομένων έχουν συνάψει συμμαχίες με τις άρχουσες τάξεις της περιφέρειας, γεγονός που υπαγορεύει την αλληλεγγύη ακόμα και των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων της μητρόπολης ενάντια σε κάθε απόπειρα αλλαγής του παγκόσμιου στάτους κβο υπέρ της περιφέρειας. Είναι προφανές ότι τέτοιες αναλύσεις αφήνουν στο απυρόβλητο τις εκμεταλλευτικές-καταπιεστικές κοινωνικές σχέσεις στους «περιφερειακούς» κοινωνικούς σχηματισμούς, ανάγοντάς τες στην «εξάρτηση» και τη «λεηλασία» από τη μητρόπολη.

Οι θεωρίες του δεύτερου «κύματος» θα δοκιμαστούν σοβαρά στα χρόνια που θα ακολουθήσουν (το ίδιο και οι πολιτικοί χώροι που θα τις υιοθετήσουν), ιδίως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τους μετασχηματισμούς που συνδέθηκαν με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Θα αποδειχτεί ότι πολλές από τις υποστηριζόμενες δυνάμεις της περιφέρειας ουδόλως σχετίζονταν με απελευθερωτικά προτάγματα και το ενδιαφέρον θα στραφεί, όπως θα δούμε, σε άλλα πεδία.

4. Το τρίτο κύμα: Παγκοσμιοποίηση, αυτοκρατορία και ιμπεριαλισμός στον 21ο αιώνα Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, η κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, οι διαδοχικές πολεμικές αναμετρήσεις, αρχής γενομένης από το Ιράκ το 1991, αλλά και η ταχύτατη διάψευση του «τέλους της Ιστορίας» (τόσο από τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική και τη ΝΑ Ασία, όσο και από τα αντινεοφιλελεύθερα κινήματα στην Ευρώπη), έθεσαν εκ νέου το ερώτημα για τη σύγχρονη μορφή της κυριαρχίας, παρέχοντας το έδαφος για το τρίτο «κύμα» θεωριών και αναδεικνύοντας τρεις μεγάλες σχολές: αυτήν της παγκοσμιοποίησης, την προσέγγιση περί νέου ιμπεριαλισμού και το θεωρητικό σχήμα της Αυτοκρατορίας.

4.1. Περί παγκοσμιοποίησης: Ramonet και Κοτζιάς

Αν και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «οπαδούς» και «σκεπτικιστές» της παγκοσμιοποίησης29 –σε πρώτο χρόνο τουλάχιστον– αθροίζει στους πρώτους τόσο φορείς όσο και αντιπάλους του νεοφιλελευθερισμού και στους δεύτερους συμπεριλαμβάνει αδιαφοροποίητα εθνικιστές και διεθνιστές, θα τον ακολουθήσουμε κατά σύμβαση, κάνοντας όπου χρειάζεται διευκρινιστικές προσθήκες. Έχοντας κάνει αυτήν την επισήμανση, μπορούμε να παρακολουθήσουμε ένα μέρος της τυπικής επιχειρηματολογίας των «οπαδών» της παγκοσμιοποίησης, αυτών δηλαδή που αναφέρονται με αυτόν τον όρο στη σύγχρονη μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων.

Ο Ιγνάσιο Ραμονέ, γνωστός για την αντινεοφιλελεύθερη αρθρογραφία και δράση του, παραφράζοντας τον Μαρξ και επιχειρώντας να δώσει το στίγμα της σύγχρονης εποχής, θα πει: «Δώστε μου τον υπολογιστή και θα σας δώσω την παγκοσμιοποίηση».30 Για τον ίδιο, η «χρηματιστική παγκοσμιοποίηση» παρακάμπτει και υποβιβάζει τα έθνη και τα κράτη τους –που είναι «οι κατάλληλοι χώροι για την άσκηση της δημοκρατίας και εγγυητές του κοινού καλού»– έχοντας δημιουργήσει ως δικό της, υπερεθνικό κράτος, τον αστερισμό του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΟΟΣΑ και του ΠΟΕ. Αυτό το παγκόσμιο κράτος, υποστηρίζει ο διευθυντής της Le Monde Diplomatique, είναι μια εξουσία χωρίς κοινωνία: το ρόλο της κοινωνίας κρατούν οι χρηματιστικές αγορές και οι εταιρίες κολοσσοί, εντολοδόχο των οποίων αποτελεί το «κράτος» αυτό. Ο Ραμονέ θα επισημάνει, τέλος, ότι τα κράτη, εκχωρώντας την περιουσία τους μέσω ιδιωτικοποιήσεων, γίνονται ολοένα και περισσότερο νάνοι, σε σημείο που το χρηματιστικό απόθεμα ορισμένων εταιριών να υπερβαίνει τα έσοδα του προϋπολογισμού ανεπτυγμένων κρατών.31 Όλες οι παραπάνω εξελίξεις έχουν αναδείξει διεφθαρμένους ηγέτες και απονομομοποιήσει κυβερνήσεις, είχαν όμως ως αποτέλεσμα και την ανάδυση, ως αντίβαρου, μιας «παγκοσμιοποίησης της ηθικής απαίτησης».32

Το επιχείρημα περί παγκοσμιοποίησης του Νίκου Κοτζιά33 είναι σαφώς πιο πλούσιο και ενδιαφέρον ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις της παγκοσμιοποίησης με τις οποίες θα ασχοληθούμε εδώ. Σύμφωνα με τη θεωρία του Κοτζιά λοιπόν, ο καπιταλισμός πέρασε από τέσσερις περιόδους: της πρωταρχικής συσσώρευσης, της βιομηχανικής επανάστασης, του μονοπωλιακού καπιταλισμού και, τέλος, της παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί για τον Κοτζιά ένα νέο φαινόμενο, διότι δημιουργεί μια καινούρια ποιότητα χώρου και χρόνου.34 Το καινούριο της παγκοσμιοποίησης δεν έγκειται στην αύξηση του εμπορίου αγαθών, αλλά στη μετατόπιση του κέντρου βάρους του διεθνούς εμπορίου από τα βιομηχανικά εμπορεύματα σε εκείνα των υπηρεσιών και ιδιαίτερα στις χρηματιστικές αγορές και τα ανεπτυγμένα τους προϊόντα. Δίνοντας έμφαση στις ποιοτικές αλλαγές, ο Κοτζιάς ειρωνεύεται το λεγόμενο «φυλακισμένο στην ιστορία επιχείρημα» (τις «σκεπτικιστικές» προσεγγίσεις που αναζητούν το ιστορικό βάθος των αναφερόμενων ως ραγδαίων αλλαγών της παγκοσμιοποίησης, αμφισβητώντας το καινοφανές τους): αυτός που δε θέλει να καταγράψει αλλαγές, μπορεί κάλλιστα να ισχυρίζεται ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει εφ’ όσον οι ανθρώπινες κοινωνίες ακόμα διατηρούν εκείνα τα βασικά χαρακτηριστικά που τις καθιστούν τέτοιες.

Ο Κοτζιάς κρατάει αποστάσεις από εκείνο το επιχείρημα που ονομάζει «άλμα στο κενό του μέλλοντος», τονίζοντας ότι χρειάζεται να κάνουμε λόγο για «καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση» ως μια φάση ανάπτυξης του συστήματος: η σημερινή οικονομία αποτελεί τη συνέχεια εκείνης που είχε αναπτύξει ο καπιταλισμός σε προηγούμενες περιόδους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η φάση αυτή ήταν αντικειμενικά αναγκαία, ότι αποτελεί μονόδρομο ή ότι είμαστε μάρτυρες της συγκρότησης ενός μονολιθικού παγκόσμιου καπιταλισμού, μιας συντελεσμένης παγκόσμιας αγοράς ή μιας παγκόσμιας οικονομίας. Το περί παγκοσμιοποίησης επιχείρημα του Κοτζιά αναφέρεται σε ποιοτικές μεταβολές που δεν εξαντλούνται στην οικονομία, αλλά περιλαμβάνουν την ανάπτυξη των πολιτιστικών αγαθών και της μαζικής κουλτούρας («δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε όμως και να υποτιμούνται»), τα παγκόσμια προβλήματα γύρω από την ασφάλεια και την «τρομοκρατία», καθώς και τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την πολιτική, ο Κοτζιάς δεν πιστεύει ότι το εθνικό κράτος εξαφανίζεται, αλλά ότι στη νέα φάση (οφείλει να) διασφαλίζει τα συμφέροντα των παικτών που προτίθενται να κινηθούν ή κινούνται ήδη σε παγκόσμιο επίπεδο. Όπως χαρακτηριστικά λέει, τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα εκτός του κόσμου της παγκοσμιοποίησης και τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί εξωγενές ως προς το καπιταλιστικό σύστημα. Με αυτήν την έννοια, το εθνικό κράτος μπορεί και πρέπει να επιβιώσει, αρκεί να αναπτύξει δημοκρατικά τις ικανότητές του, συγκροτώντας «μια δημοκρατική ριζοσπαστική στρατηγική για το μέλλον του ίδιου και της παγκοσμιοποίησης».


4.2. Η Αυτοκρατορία των Negri και Hardt


Το 2000 οι Νέγκρι και Χαρντ θα εκδώσουν ένα ογκώδη τόμο με τον επιβλητικό τίτλο Αυτοκρατορία και με την έκδοση να συνοδεύεται από πολύ ισχυρές συστάσεις.35 Στον Πρόλογο του έργου,36 οι συγγραφείς θα διατυπώσουν τη θέση ότι μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ γίναμε μάρτυρες μιας «ακαταμάχητης και αμετάκλητης παγκοσμιοποίησης των οικονομικών και πολιτισμικών ανταλλαγών». Μαζί με την παγκόσμια αγορά και τα παγκόσμια κυκλώματα παραγωγής αναδύθηκε –όπως υποστηρίζουν– μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων, μια νέα λογική και άρθρωση της εξουσίας, μια νέα μορφή κυριαρχίας. Η Αυτοκρατορία είναι το νέο πολιτικό υποκείμενο που κατ’ ουσίαν ρυθμίζει αυτές τις παγκόσμιες ανταλλαγές –η κυριαρχική δύναμη που κυβερνά τον κόσμο, δεδομένου ότι και τα ισχυρότερα των εθνικών κρατών δεν είναι πλέον κυρίαρχες αρχές ούτε στο εξωτερικό, αλλά ούτε και στο εσωτερικό τους. Με αυτήν την έννοια, ο όρος «Αυτοκρατορία» σηματοδοτεί κάτι εντελώς διαφορετικό από τον ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός αποτελούσε, για τους δύο συγγραφείς, μια προέκταση της κυριαρχικής εξουσίας των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών πέρα από τα σύνορά τους. Αντίθετα με τον ιμπεριαλισμό, η Αυτοκρατορία, αναδυόμενη από το «λυκόφως της νεωτερικής κυριαρχίας», δεν εγκαθιστά κάποιο εδαφικό κέντρο εξουσίας, ούτε εξαρτάται από σύνορα και φραγμούς: είναι ένας αποκεντρωμένος και απεδαφικοποιητικός μηχανισμός, που σταδιακά ενσωματώνει ολόκληρο τον πλανήτη στα ανοιχτά και επεκτεινόμενα σύνορά του:


«Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά, εδώ που τα λέμε, ούτε και κανένα άλλο εθνικό κράτος δεν μπορεί σήμερα να αποτελέσει το κέντρο ενός ιμπεριαλιστικού σχεδίου. Ο ιμπεριαλισμός έχει ξοφλήσει».37


Πώς δομείται αυτή η νέα κυριαρχία; Η αυτοκρατορία διακρίνεται ως πυραμίδα σε τρία επίπεδα.38 Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας βρίσκονται οι ΗΠΑ, οι οποίες διαθέτουν την ικανότητα και την επιλογή άσκησης βίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο ίδιο επίπεδο, στην αμέσως επόμενη βαθμίδα, βρίσκονται οι χώρες του G7/G8, οι οποίες ελέγχουν τους θεσμούς του παγκόσμιου συστήματος χρηματοοικονομικών θεσμών. Στο δεύτερο επίπεδο βρίσκονται οι υπερεθνικές εταιρείες που διαμορφώνουν μέσα από δίκτυα την παγκόσμια αγορά. Στις εταιρείες αυτές βρίσκονται υποταγμένα, όχι όλα, αλλά τα περισσότερα εθνικά κράτη. Στο τρίτο και τελευταίο επίπεδο βρίσκεται το πλήθος, το οποίο διαμορφώνεται στο πλαίσιο των εθνικών κρατών και μέσα από τους αντιπροσωπευτικούς τους θεσμούς.

Αντικείμενο της εξουσίας της Αυτοκρατορίας είναι, για τους δύο συγγραφείς, το σύνολο του κοινωνικού βίου: η Αυτοκρατορία, θα πουν, αποτελεί μια υποδειγματική μορφή βιοεξουσίας. Η ίδια αυτοτοποθετείται εκτός ιστορίας: από τη σκοπιά της, τα πράγματα έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι πρέπει να μείνουν και θα μείνουν. Αν ισχύουν αυτά, και μολονότι η εξουσία της Αυτοκρατορίας είναι αιματοβαμμένη, οι Νέγκρι και Χαρντ προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να νοσταλγούμε παλιότερες μορφές κυριαρχίας. Το πλήθος, άλλωστε, οι δημιουργικές δυνάμεις του οποίου συντηρούν την Αυτοκρατορία, είναι ικανό να οικοδομήσει μια αντι-Αυτοκρατορία. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, προσφέρεται μόνο στο πεδίο της Αυτοκρατορίας. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, οι Νέγκρι και Χαρντ θεωρούν εφικτή μια σε βάθος χρόνου μετάβαση πέραν της Αυτοκρατορίας.39


4.3. Petras και Veltmeyer: Η Παγκοσμιοποίηση ως ο Ιμπεριαλισμός του 21ο αιώνα


Αντίθετα με τους Νέγκρι και Χαρντ, στο έργο τους με τίτλο Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα. Ο ιμπεριαλισμός στον 21ου αιώνα, οι Τζ. Πέτρας και Χ. Βελτμέγιερ απορρίπτουν ως απρόσφορο τον όρο «παγκοσμιοποίηση» και περιγράφουν τη σύγχρονη άρθρωση της κυριαρχίας ως «ιμπεριαλισμό»,40 ισχυριζόμενοι ότι καθεμιά από τις δύο επιλογές είναι πολιτικά και ιδεολογικά φορτισμένη.

Πιο συγκεκριμένα, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι ο όρος «παγκοσμιοποίηση» έχει διττή χρήση. Ως περιγραφικός άξονας (εξήγηση), αναφέρεται στη διεύρυνση και εμβάθυνση της διεθνούς ροής εμπορικών συναλλαγών, κεφαλαίου, τεχνολογίας και πληροφορίας σε μια ενοποιημένη παγκόσμια αγορά. Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη χρήση της «παγκοσμιοποίησης», αυτή που τη θέλει άξονα διαμόρφωσης πολιτικών «απελευθέρωσης» εθνικών και παγκόσμιων αγορών. Η χρήση αυτή είναι ιδεολογική και συνδέεται με μια αντίληψη του φαινομένου ως συνόλου αλληλένδετων διαδικασιών, εγγεγραμμένων στις δομές του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής. Από αυτή τη σκοπιά, το φαινόμενο θεωρείται ως αναπόφευκτο. Στο πλαίσιο της ίδιας θεώρησης, η «παγκοσμιοποίηση» παρουσιάζεται ως κοινωνικά επωφελής, με την έννοια ότι «η ελεύθερη ροή εμπορικών συναλλαγών, κεφαλαίων και πληροφοριών θα παραγάγουν το βέλτιστο για την ανάπτυξη και την ανθρώπινη ευημερία», αρκεί, χάριν της τελευταίας, να υλοποιηθούν αναγκαίες και δυνατές πολιτικές, προσαρμογής (στην) ή τιθάσευσης (της) παγκοσμιοποίησης.

Ο ιμπεριαλισμός, από την άλλη πλευρά, περιγράφει ένα πολιτικό σχέδιο για την αναβάθμιση της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης, βάθρο της οποίας αποτελούν σήμερα 37.000 πολυεθνικές επιχειρήσεις, οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, φόρουμ σχεδιασμού όπως το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και η Τριμερής, καθώς και κυβερνητικοί μηχανισμοί κρατών του «κέντρου». Σε αυτό το πλαίσιο ανάλυσης είναι δυνατόν να ερμηνευτούν πρόσφατες κρίσεις, όπως αυτές των ασιατικών οικονομιών, αλλά και η ανάδυση νέων δυνάμεων κοινωνικής αλλαγής.

Με βάση την περιοδολόγηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης που επιχειρούν οι Πέτρας και Βελτμέγιερ, είναι δυνατό να διακρίνουμε μια σειρά από «κύματα». Καθένα από αυτά σχετίζεται με μια κρίση συσσώρευσης κεφαλαίου, την οποία ακολουθεί η αναδιάρθρωση του συστήματος. Το τελευταίο από αυτά τα «κύματα» περιλαμβάνει την περίοδο 1920-1970 και έχει ως χαρακτηριστικά: α) Τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου στο πλαίσιο της κρίσης του 1870 (συγχώνευση χρηματιστικού-βιομηχανικού κεφαλαίου, συγκρότηση μονοπωλίων, αποικίες, επέκταση της αγοράς), β) ένα φορντικό σύστημα συσσώρευσης και ένα εθνοκρατικό σύστημα ρύθμισης, γ) την πίεση που ασκούν τα συνδικάτα και η Αριστερά, τον ανταγωνισμό με τον «υπαρκτό» σοσιαλισμό, αλλά και την αποκρυστάλλωση των αποτελεσμάτων της ταξικής πάλης σε μεταρρυθμιστικές οδούς, δ) την εγγύηση μέσα και από τη συμφωνία Bretton Woods μιας «χρυσής εποχής του καπιταλισμού» και ε) τη λειτουργία του κράτους ως μοχλού εθνικής ανάπτυξης (εκβιομηχάνιση, εκσυγχρονισμός, επέκταση εσωτερικής αγοράς, ενσωμάτωση τμημάτων εργατικής τάξης).

Μετά το ’60, ωστόσο, το περιγραφόμενο σύστημα παρουσιάζει ορισμένες ρωγμές: αντισταθμιστικές απέναντι στη διεθνή οικονομική κρίση προσπάθειες των ΗΠΑ (μονομερής ανάκληση της Βretton Woods, παρέμβαση Κεντρικής Τράπεζας)· διεθνοποίηση κεφαλαίου στις παραγωγικές και μη παραγωγικές –κερδοσκοπικές– μορφές του (αγορά συναλλάγματος)· μεταφορντική και ευέλικτη παραγωγή στηριγμένη στην τεχνολογία· μείωση μισθών, επίθεση σε συλλογικά δικαιώματα και μείωση διαπραγματευτικής ικανότητας συνδικάτων· διαμόρφωση της Νέας Τάξης Πραγμάτων (ΔΝΤ, ΠΤ, ΠΟΕ)· αναδιάρθρωση καπιταλιστικού κράτους.

Στο έδαφος των παραπάνω εξελίξεων προκύπτουν κρίσιμα ερωτήματα, απέναντι στα οποία οι θεωρητικές επιλογές της «παγκοσμιοποίησης» και του «ιμπεριαλισμού» διαμορφώνουν διαφορετικές απαντήσεις. Η ανάλυση των Πέτρας και Βελτμέγιερ αναδεικνύει την προοπτική του σοσιαλισμού και τάσσεται υπέρ εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που πλήττονται (από) και αντιμάχονται την παγκοσμιοποίηση. Απορρίπτουν, ως εκ τούτου, θεωρήσεις και πρακτικές εθνικών τοποτηρητών της παγκοσμιοποίησης, κινημάτων θρησκευτικού αντιιμπεριαλισμού, καθώς και μικροαστικών τμημάτων που διαπραγματεύονται την ένταξή τους στην παγκοσμιοποίηση με καλύτερους όρους. Τα κινήματα που ενδιαφέρουν τους δύο συγγραφείς είναι αυτά των ακτημόνων, των μικροκαλλιεργητών και των παραγωγών, καθώς και τα εργατικά κινήματα των ιμπεριαλιστικών χωρών, μαζί με έναν αστερισμό ετερόκλητων ομάδων που έχουν συμφέρον να ενταχτούν σε ένα αντιιμπεριαλιστικό-αντικαπιταλιστικό κίνημα με ορίζοντα το σοσιαλισμό.

Στο επόμενο μέρος της εργασίας μας θα δούμε ποιες όψεις των επιχειρημάτων που παραθέσαμε είναι δυνατό να συντεθούν σε μια συνεκτική θέση για την άρθρωση της κυριαρχίας στις μέρες μας. Για να γίνει αυτό όμως, θα πρέπει πρώτα να τις θέσουμε υπό το πρίσμα μιας θεωρίας για το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος,41 θεωρία με την οποία, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε, οι παραπάνω θεωρήσεις «διασταυρώνονται» αναπόφευκτα.

5. Παγκοσμιοποίηση, ιμπεριαλισμός και εθνικό αστικό κράτος


Τα κράτη είναι ιστορικοί σχηματισμοί, που οικοδομήθηκαν υπό ορισμένες προϋποθέσεις, χωρίς κάποια «φυσική» υπόσταση.42 Η ιστορικότητά τους τούς προσδίδει διακριτότητα έναντι των αυτοκρατοριών, των φεουδαρχικών σχέσεων ή των απόλυτων μοναρχιών, ενώ και στην ιστορία του ίδιου του θεσμού καταγράφονται σημαντικοί μετασχηματισμοί. Ο Τilly προσπάθησε να εξετάσει αυτήν την ποικιλομορφία, αναφερόμενος στους τρόπους με τους οποίους επηρέασε την εξέλιξη του κράτους η συγκεκριμένη σύνθεση των τάξεων και των ομάδων που βρίσκονταν εντός της εδαφικής του επικράτειας και οι οποίες είτε συμμετείχαν (σε) είτε αντιμάχονταν τη συγκρότησή του. Η μορφή κάθε παρόμοιας σύνθεσης επηρεαζόταν σημαντικά από τους πόρους που είχε κάθε ομάδα στην κατοχή της και από τη δυνατότητά της να συμμετάσχει στην κρατική πολιτική. Τα κράτη που επικράτησαν ήταν αυτά που αξιοποίησαν - (ή εγκατέστησαν μια κοινωνική συμμαχία ανάμεσα σε) - μεγάλους αγροτικούς πληθυσμούς και την εγχώρια καπιταλιστική τάξη στο πλαίσιο της εμπορευματοποιημένης οικονομίας, ήσαν δηλαδή οικονομικά αποτελεσματικά), κέρδισαν τη νομιμοποίηση έναντι άλλων κρατών και, τέλος, την υποστήριξη των πολιτών τους.43


5.1 Κράτος και ταξική εξουσία


Το εν γένει εξουσιαστικό «φαινόμενο» δεν εξαντλείται στο κράτος (όπως το θέτει ο Πουλαντζάς, η εξουσία υπερφαλαγγίζει το κράτος44) και οι σχέσεις εξουσίας δεν εξαντλούνται στις ταξικές. Για τις ανάγκες της ανάλυσής μας, ωστόσο, θα περιοριστούμε σε αυτές, εφ’ όσον αυτές αποτελούν το βάθρο του αστικού κράτους στη σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος, διατηρώντας την προτεραιότητα έναντι αυτού.45 Όπως κάθε εξουσία λοιπόν, έτσι και η ταξική εξουσία, δεν υπάρχει παρά μόνο υλοποιημένη σε μηχανισμούς. Δεν πρόκειται για μηχανισμούς-εξαρτήματα, αλλά για μηχανισμούς με οργανική σχέση μέσα σε αυτή την εξουσία. Σε ό, τι αφορά ειδικότερα έτσι, την πολιτική εξουσία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αυτή συγκεντρώνεται, υλοποιείται και συμπυκνώνεται κυρίως στο κράτος,46 το οποίο νοείται ως σχέση (συσχετισμός δύναμης) ανάμεσα σε τάξεις και ταξικές μερίδες. Ο Weber είχε αναδείξει ήδη τη συμμαχία του αναδυόμενου θεσμού με τις ανερχόμενες καπιταλιστικές τάξεις,47 δείχνοντας, όπως και ο Τίλυ, ότι το σύγχρονο κράτος «θεμελιώνεται» στις κοινωνικές τάξεις και έχει σαφές κοινωνικό πρόσημο «στρατηγικής επιλεκτικότητας»· είναι καπιταλιστικό. Όπως το θέτει ο Πουλαντζάς, το κράτος αυτό, σήμερα όπως και στο παρελθόν, οφείλει να εκπροσωπεί το μακροπρόθεσμο πολιτικό συμφέρον της αστικής τάξης, να εδραιώνει την ηγεμονία της.48 Υπ’ αυτό το πρίσμα, τα αστικά κράτη είναι κάτι διαφορετικό από κατάλληλοι χώροι για την άσκηση της δημοκρατίας και εγγυητές του κοινού καλού, όπως θα τα ήθελε η ανάλυση του Ραμονέ.


5.2. To κράτος ως συμπύκνωση του εθνικού κοινωνικού κεφαλαίου


Στο πλαίσιο σκέψης που εκθέσαμε ήδη, ο Μηλιός θα επισημάνει ότι η καπιταλιστική εξουσία ασκείται σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα: είναι ταυτόχρονα εξουσία οικονομική (καπιταλιστική εκμετάλλευση), πολιτική και ιδεολογική. Τούτων δοθέντων, το κράτος συγκεφαλαιώνει τα συμφέροντα του συνολικού (εθνικού) κοινωνικού κεφαλαίου και με αυτή την έννοια:

α) Στο οικονομικό επίπεδο, συμβάλλει στο να δημιουργηθούν οι γενικοί υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης. Στο ρόλο αυτό αντιστοιχούν οι πολιτικές διαχείρισης της εργασιακής δύναμης, παρεμβάσεις για την αύξηση της κερδοφορίας του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, η κρατική διαχείριση του χρήματος και το θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο που διασφαλίζει την «ελευθερία» της αγοράς, δηλαδή τον άμεσο ανταγωνισμό των μεμονωμένων κεφαλαίων μεταξύ τους. Όπως είχε υποστηρίξει ο Λένιν (βλ. Το 1ο μέρος της παρούσας εργασίας), οι υλικοί αυτοί όροι διαφέρουν από χώρα σε χώρα, όσο και αν συγκλίνουν μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, ειδικότερα στο εσωτερικό των περιφερειακών ολοκληρώσεων·

β) Σε πολιτικό και ιδεολογικό-πολιτιστικό επίπεδο, νομιμοποιεί την άσκηση της αστικής πολιτικής εξουσίας ως «εθνική ανεξαρτησία» και εγχαράσσει-αποκρύβει την καταστολή των ταξικών συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων ως «εθνική ενότητα», ως κοινότητα (εθνικών) συμφερόντων.

Γίνεται έτσι σαφές ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των τάξεων, η άσκηση της καπιταλιστικής εξουσίας και η αυτοφυής τάση των κυριαρχούμενων τάξεων για αντίσταση σ' αυτή την εξουσία (μείωση του βαθμού καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων κ.λπ.) έχει ως βασικό πεδίο την (κάθε) κρατική επικράτεια, τον (κάθε) καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό.49


5.3. Κράτος και καπιταλιστική διεθνοποίηση


Αυτός ο σχετικά αυτόνομος ρόλος του κράτους στη διατήρηση της κοινωνικής τάξης, τη διατήρηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, τη διοίκηση, τον πολιτισμό και το στρατό,50 το καθιστά αναντικατάστατο. Ο Panitch υπενθυμίζει την επιμονή του Πουλαντζά επ’ αυτού, ενάντια στην «ιδεολογία» της «παγκοσμιοποίησης», τονίζοντας ότι αυτό που περιγράφεται ως παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί αποκλειστικά οικονομική διαδικασία· μια τέτοια άποψη, αντίθετα, οδηγεί στην εκτίμηση (βλ. π.χ. την ανάλυση της Strange51) ότι το κράτος, αντιμέτωπο με το διεθνές κεφάλαιο, έχει χάσει τις εξουσίες του.52 Η συνεισφορά του Πουλαντζά, έγκειται, σύμφωνα με τον Πάνιτς, στην εξήγηση ότι: α) Το διεθνές κεφάλαιο διεισδύει σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό όχι απλώς ως «άμεση ξένη επένδυση», αλλά μετατρέπεται σε μια κοινωνική δύναμη μέσα στο κράτος υποδοχής· β) η αλληλεπίδραση ξένου και εγχώριου κεφαλαίου καθιστά ολοένα και περισσότερο συζητήσιμη την ύπαρξη μιας εθνικής αστικής τάξης· γ) το κράτος υποδοχής, αντί να αποδυναμωθεί, καθίσταται υπεύθυνο για το χειρισμό της σύνθετης σχέσης μεταξύ ξένου κεφαλαίου και ντόπιας αστικής τάξης, στο πλαίσιο πάντα συγκεκριμένων μορφών ταξικής πάλης, πολιτικών και ιδεολογικών σχηματισμών που παρέμειναν διακριτά εθνικοί, ακόμα κι αν εκφράζονταν σε συμπλέγματα που καθορίζονταν επί παγκοσμίου βάσεως.53


5.4 Κράτος = κοινωνικό κράτος;


Με αυτήν την έννοια, μακράν του να αποστεώνεται στις νέες συνθήκες, η πολιτική εξουσία αποτελεί πλεονέκτημα, ακόμα και στην περίπτωση που οι λειτουργίες της αλλάζουν54 ή, κατά τη γνώμη μας, μετατοπίζονται από τη συναίνεση προς τη χειραγώγηση, τον καταναγκασμό και την καταστολή. Στο έργο του Ο νέος ιμπεριαλισμός, ο Χάρβεϊ συμμερίζεται το επιχείρημα της Άρεντ, σύμφωνα με το οποίο η συνεχής συσσώρευση ιδιοκτησίας πρέπει να βασίζεται στη συνεχή συσσώρευση εξουσίας, μιας απεριόριστης Εξουσίας που να μπορεί να προστατεύει την αυξανόμενη ιδιοκτησία, γινόμενη όλο και πιο ισχυρή.55 Σε μια εποχή υπερεθνικών ολοκληρώσεων, το επιχείρημα «αναβαθμίζεται» στη διαπίστωση του Σακελλαρόπουλου: δεν υπάρχει κάποια «υπερφυσική» δύναμη που ωθεί τα κράτη να ενταχτούν σε αυτές, αλλά η επίγνωση πως με αυτόν τον τρόπο θα ωφεληθούν περισσότερο τα συμφέροντα της ηγετικής ομάδας του εθνικού συνασπισμού εξουσίας.56 Αν, λοιπόν, βλέπουμε σήμερα το «κράτος» να περιορίζεται, μήπως αυτό συμβαίνει διότι έχουμε ταυτίσει το κράτος είτε με το «κοινωνικό κράτος» είτε με το Κοινοβούλιο; Δεν είναι άραγε η κατάρρευση του μύθου «Κράτος-Πρόνοια» που μας επιτρέπει να καταλάβουμε την απογείωση, στις μέρες μας, της οργανωμένης βίας πάνω στα σώματα, της κρατικής καταστολής;


6. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Από το 1978 ήδη, ο Τζιοβάνι Αρίτζι θα παρατηρήσει με πίκρα ότι αυτό που κάποτε αποτελούσε το καμάρι του μαρξισμού –η θεωρία για τον ιμπεριαλισμό– είχε γίνει πια ένας πύργος της Βαβέλ, στον οποίο και οι ίδιοι οι μαρξιστές αδυνατούσαν να βρουν γλώσσα επικοινωνίας.57 Λίγα χρόνια αργότερα, ο Gowan θα υποστήριζε ειρωνικά ότι ο όρος «ιμπεριαλισμός» δεν ήταν πια της μόδας,58 την ίδια στιγμή που ο Μπρεζίνκσι, περιγράφοντας τη δέουσα στρατηγική για την Ευρασία, τόνιζε ότι το σύγχρονο στοίχημα για τις ΗΠΑ είναι «να αποτρέψουμε τη συνεννόηση, να διασφαλίσουμε την εξάρτηση των υποτελών, να διατηρήσουμε τους δούλους υποτακτικούς και να αποτρέψουμε τη συνένωση των βαρβάρων».59

Ανεξαρτήτως της επιτυχίας της, μια ιμπεριαλιστική στρατηγική όπως αυτή που προτείνει ο Μπρεζίνσκι, δεν μπορεί να εξαντλείται σε γεωπολιτικά σχέδια επί χάρτου: χρειάζεται να δούμε πώς και πού διαμορφώνονται οι όροι που την καθιστούν εφικτή, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά και κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης. Τον καθοριστικό ρόλο παίζει βέβαια η οικονομία. Αλλά η οικονομία είναι πολιτική: Διαμορφώνεται σε συνάρτηση με πολιτικές στρατηγικές απορρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων, κατακερματισμού της αγοράς εργασίας, αύξησης της παραγωγικότητας. Τα βασικά αυτά στοιχεία της σύγχρονης κυριαρχίας δεν μπορούν να λάβουν χώρα παρά μόνο στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης εδαφικής επικράτειας.60 Γι' αυτό απορρίπτουμε τις εκτιμήσεις της Αυτοκρατορίας, αν και η τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια δικαιώνει τη θέση ότι κανένα μεμονωμένο κράτος δεν μπορεί σήμερα να ηγείται, τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτό συνέβαινε στο παρελθόν.

Το γεγονός, από την άλλη πλευρά, ότι από τις αρχές του ’90 έχουν σχηματιστεί περισσότερα εθνικά κράτη απ’ όσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο του 20ου αιώνα,61 καθώς και ότι η εθνική ιδεολογία στις διάφορες παραλλαγές και χρήσεις της (είτε σ’ αυτήν της «ισχυρής Ελλάδας», είτε σ’ εκείνη της «Μεγάλης Αλβανίας», είτε, τέλος, του «God bless America» – με όλες τις σοβαρές διαφορές τους) εξακολουθεί να εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα, να συγκινεί, να κινητοποιεί και να επιβάλλει τα κριτήρια οργάνωσης του κοινωνικού, εγείρουν σοβαρές διαφωνίες ως προς τη δημιουργία ενός «παγκόσμιου χωριού». Το ίδιο σοβαρές διαφωνίες εγείρονται και από τον χαρακτηριστικό «τεχνολογικό ντετερμινισμό» των θιασωτών της παγκοσμιοποίησης, ο οποίος παραγνωρίζει τις σχέσεις εξουσίας που προσδιορίζουν τις χρήσεις της τεχνολογίας, ως εάν αυτή να ήταν κοινωνικά ουδέτερη. Οι διευρυνόμενες ανισότητες62 και το κοινωνικό χάσμα, ιδιαίτερα στο εσωτερικό των πιο αναπτυγμένων τεχνολογικά καπιταλιστικών κρατών όπως οι ΗΠΑ, είναι απ’ τα λιγότερο προσεγμένα σημεία στις εν λόγω προσεγγίσεις.

Μπορεί η περίοδος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να μη δικαιώνει τον Λένιν όταν εκτιμά ότι οι ενδοϊμπεριαλιστικές συμμαχίες είναι προοίμιο πολέμων μεταξύ των χωρών αυτών (είναι αξιοσημείωτο ότι στο τρίγωνο ΗΠΑ - ΕΕ - Ιαπωνία δεν έχουν σημειωθεί πολεμικές συρράξεις μετά το ’70), οι αλλεπάλληλοι φονικοί πόλεμοι εκτός του «τριγώνου» όμως (Βαλκάνια, Ιράκ, Αφγανιστάν, Αφρική), κάθε άλλο παρά δικαιώνουν την εκτίμηση του Κάουτσκι για τη δυνατότητα ειρηνικού «μοιράσματος του κόσμου». Η άνοδος, τέλος, φονταμενταλιστικών κινημάτων και η εκτροπή ορισμένων παλιότερων εθνικοαπελευθερωτικών, επ’ ουδενί δικαίωσαν τον «τριτοκοσμισμό» και όσους -θεωρητικούς και πολιτικές δυνάμεις- είχαν επενδύσει σ’ αυτόν για τη φθορά των «μητροπόλεων».

Στις προηγούμενες ενότητες της παρούσας εργασίας είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι τόσο οι θεωρίες του πρώτου και του δεύτερου, όσο και οι σύγχρονές μας του τρίτου κύματος, «συναντιούνται» με θεωρητικές παραδοχές για το κράτος, στη βάση των οποίων διαφοροποιούνται μεταξύ τους, ορίζοντας παράλληλα διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές. Ακόμα και θεωρίες σαφώς οικονομιστικές (συμμετρικά αντίθετες προς τις «υπερπολιτικές», όπως π.χ. αυτή του Κάουτσκι, για την οποία έγιναν προηγουμένως ορισμένες νύξεις), όφειλαν να αναμετρηθούν με την έλλειψη μιας συστηματοποιημένης επεξεργασίας για το κράτος. Από την άλλη πλευρά, τα πιο πλούσια «επιχειρήματα» ήταν αυτά που προσέγγιζαν την παγκοσμιοποίηση (ή τον ιμπεριαλισμό) ως ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, διαδικασία ή σχέδιο, συμπεριλαμβάνοντας στην οπτική τους τις μορφές πολιτικής εξουσίας που αντιστοιχούν στις οικονομικές διεργασίες και τους μετασχηματισμούς αυτών των μορφών.

Στην παρούσα εργασία αναμετρηθήκαμε –ρητά ή υπαινικτικά– με βασικά ερωτήματα σχετικά με την άρθρωση της σύγχρονης κυριαρχίας: τον (μη) καινοφανή χαρακτήρα της, την (μη) νομοτελειακή έκβασή της, τα κοινωνικά υποκείμενα και τις στρατηγικές τους στο πλαίσιό της, το ρόλο της εργασίας και της τεχνολογίας, τη σχέση εθνικού-διεθνικού. Δεν αντιστοιχούν στο εγχείρημά μας ούτε απαντήσεις σιδηράς βεβαιότητας, ούτε η εκπόνηση μιας στρατηγικής μετασχηματισμού, αν και καταστήσαμε σαφή τη σύνδεση. Οι τάσεις που ανιχνεύσαμε, όμως, ιδίως στον «κόμβο» του κράτους, επισημαίνουν ότι η προσέγγιση της «παγκοσμιοποίησης» παραγνωρίζει το ρόλο του κράτους στο πλέγμα των συνολικών σχέσεων καπιταλιστικής κυριαρχίας. Πέραν τούτου, α) υποκειμενοποιεί την αγορά, θεωρώντας ότι στο πλαίσιό της εξομαλύνονται οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί και συγκρούσεις, β) αγνοεί την ιστορικότητα και ενδεχομενικότητα των συσχετισμών δύναμης υπό τους οποίους εκτυλίσσεται η εν λόγω διαδικασία και γ) στην κυρίαρχη εκδοχή της εξομοιώνει τα μειοψηφικά συμφέροντα των αρχουσών τάξεων με το γενικό κοινωνικό συμφέρον. Παραγνωρίζοντας περισσότερα απ’όσα αποκαλύπτει, η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι περισσότερο ιδεολογική, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη χρησιμότητά της, από τη σκοπιά του κοινωνικού μετασχηματισμού.

 

Βιβλιογραφία

Bairoch, Paul, 1999. «Μύθοι και πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης. Ένας αιώνας εξωτερικού εμπορίου και ξένων επενδύσεων», Θέσεις, τ. 67, Απρίλιος-Ιούνιος, σσ. 11-36.

Busrtyn, Varda, 2005. «The New Imperial Order Foretold», στο: Leo Panitch and Colin Leys (eds.), The Empire Reloaded, Socialist Register 2005, Savalas Publications, Athens.

Gough, Ian, 2008. Η πολιτική οικονομία του κοινωνικού κράτους, Σαββάλας, Αθήνα.

Ηall, Stuart - Gieben, Bram (επιμ.), 2003. Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας, Σαββάλας, Αθήνα.

Hall, Stuart - Held, David - McGrew, Anthony (επιμ.), 2003. Η νεωτερικότητα σήμερα, Σαββάλας, Αθήνα.

Hardt, Michael - Negri, Antonio, 2002. Αυτοκρατορία, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα.

Harvey, David, 2004. «The New Imperialism: Accumulation by dispossession», στο: Leo Panitch and Colin Leys (eds.), The New Imperial Challenge, Socialist Register 2004, Savalas, Athens.

Held, David & McGrew, Anthony, 2004. Παγκοσμιοποίηση / Αντιπαγκοσμιοποίηση, Πολύτροπον, Αθήνα.

Hirsch, Joachim, 1993. «Φορντισμός και μεταφορντισμός, η παρούσα κοινωνική κρίση και οι συνέπειές της» στο: W. Bonefeld, J. Holloway (επιμ.), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, Εξάντας, Αθήνα.

Hirst, Paul & Thompson, Grahame, 2000. Η Παγκοσμιοποίηση σε αμφισβήτηση, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

Panitch, Leo, 2000. «The New Imperial State», New Left Review, March-April.

Panitch, Leo, 2001. «H παγκοσμιοποίηση σε κρίση: η επάνοδος του (ιμπεριαλιστικού) κράτους», στο: Άλκης Ρήγος, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (επιμέλεια), Η πολιτική σήμερα: Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Θεμέλιο - Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, σσ. 320 επ.

Panitch, Leo and Gindin, Sam, 2004. «Global Capitalism and American Empire», στο: Leo Panitch and Colin Leys (eds.), The New Imperial Challenge, Socialist Register 2004, Savalas Publications, Athens.

Strange, Susan, 2004. H υποχώρηση του κράτους: Η διάχυση της εξουσίας στην παγκόσμια οικονομία, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

Κοτζιάς, Νίκος, 2003. Παγκοσμιοποίηση: Η ιστορική θέση, το μέλλον και η πολιτική σημασία, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα.

Λένιν, Β. Ι., 2005. Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Λούξεμπουργκ, Ρόζα, 2006. Η συσσώρευση του κεφαλαίου Ι, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Μαρξ, Καρλ - Ένγκελς, Φρίντριχ, 1999. Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα.

Μηλιός, Γιάννης, 2000. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός - Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα.

Μηλιός, Γιάννης, 2000-α. «Λόγος περί “παγκοσμιοποίησης” και μαρξιστική Αριστερά», Θέσεις, τ. 72, Ιούλιος-Σεπτέμβριος (www.theseis.com).

Μηλιός, Γιάννης, 2001. «Ιμπεριαλισμός και “Νέα Τάξη Πραγμάτων”: μια ανακεφαλαίωση», Θέσεις, τ. 77, Οκτώβριος-Δεκέμβριος (www.theseis.com)

Μηλιός, Γιάννης, 2006. «Ιμπεριαλισμός ή καπιταλιστικός επεκτατισμός; (Θέσεις για την καπιταλιστική εξουσία, το εθνικό κράτος και την Αριστερά)», Θέσεις, τ. 96, Ιούλιος-Σεπτέμβριος, σσ. 21-38 (www.theseis.com).

Πελαγίδης, Θοδωρής, 2000. «Κατανοώντας την παγκοσμιοποίηση», Θέσεις, τ. 72, Ιούλιος-Σεπτέμβριος (www.theseis.com).

Πέτρας, Τζέιμς - Βελτμέγιερ, Χένρι, 2005. Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα – Ο ιμπεριαλισμός στον 21ου αιώνα, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα.

Πουλαντζάς, Νίκος, 2001. Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα.

Ραμονέ, Ιγνάσιο, 2003. Πόλεμοι του 21ου αιώνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα.

Σακελλαρόπουλος, Σπύρος και Σωτήρης, Παναγιώτης, 2004. «Τα μεθοδολογικά και θεωρητικά αδιέξοδα της “παγκοσμιοποίησης”», Θέσεις, τ. 87, Απρίλιος-Ιούνιος, σσ. 151-178, (www.theseis.com).

Σακελλαρόπουλος, Σπύρος, 2004. «Προς μια υπερεθνική αστική τάξη; Μια κριτική προσέγγιση», στο: Θέσεις, τ. 89, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, σσ. 111-140 (www.theseis.com).

Συλλογικό, 2007. Ιμπεριαλισμός: αντιθέσεις και αντιστάσεις, Διεθνές Συνέδριο των περιοδικών Διάπλους, Στίγμα, Ουτοπία, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα.

Σωτήρης, Παναγιώτης, 2006. «Πέραν της Αυτοκρατορίας και της παρακμής της», Θέσεις, τ. 94, Ιανουάριος-Μάρτιος 2006, σσ. 125-138 (www.theseis.com).

Χάρβεϊ, Ντέιβιντ, 2006. Ο νέος ιμπεριαλισμός, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα.

 

 
* Το παρόν κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή εργασίας μου για τις ανάγκες του σεμιναρίου «Σύγχρονα Ζητήματα Πολιτικής Δράσης και Εκπροσώπησης», στο ΠΜΣ Πολιτική Επιστήμη & Κοινωνιολογία του ΕΚΠΑ. Ευχαριστώ την κριτική επιτροπή για τις παρατηρήσεις.
1 Μαρξ, Καρλ – Ένγκελς, Φρίντριχ, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, σ. 54.
2 Χάρβεϊ, Ντέιβιντ, Ο νέος ιμπεριαλισμός, σ. 148
3 Hirst, Paul & Thompson, Grahame, Η Παγκοσμιοποίηση σε αμφισβήτηση, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2000, σ. 19.
4 Στο Χάρβεϊ, ό.π.
5 Πρόλογος στο Χάρβεϊ, ό.π., σ. 9.
6 Κοστάντσο Πρέβε, Ιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση και επαναστατικό υποκείμενο από την εποχή του Καρλ Μαρξ μέχρι τις μέρες μας, στο: Συλλογικό, Ιμπεριαλισμός: αντιθέσεις και αντιστάσεις, Διεθνές Συνέδριο των περιοδικών Διάπλους, Στίγμα, Ουτοπία, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2007, σ. 93.
7 Μαρξ, Καρλ - Ένγκελς, Φρίντριχ, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σσ. 50-51.
8 Πρόλογος του Εric Hobsbawm στο Μαρξ, Καρλ – Φρίντριχ Ένγκελς, ό.π., σσ. 27-28.
9 Panitch, Leo and Gindin, Sam, “Global Capitalism and American Empire”, στο: Leo Panitch and Colin Leys (eds.), The New Imperial Challenge, Socialist Register 2004, Savalas Publications, Athens 2004
10 Κοστάντσο Πρέβε, ό.π., σ. 91.
11 ό.π., σ. 93.
12 Λένιν, Β. Ι., Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2005, σ. 96.
13 Panitch, Leo and Gindin, Sam, ό.π.
14 Χάρβεϊ, ό.π., σ. 30 και 69-95.
15 Σταύρος Δ. Μαυρουδέας, «Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και η συνεχιζόμενη επικαιρότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού», στο: Συλλογικό, ό.π., σ. 76-77.
16 Πέτρας, Τζέιμς– Βελτμέγιερ, Χένρι, Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα – Ο ιμπεριαλισμός στον 21ου αιώνα, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2005, σ. 237.
17 Για τη συζήτηση περί φορντισμού-μεταφορντισμού: John Allen, «Mεταβιομηχανισμός και μεταφορντισμός» στο: Hall, Stuart, Held, David – McGrew, Anthony (επιμ.), Η νεωτερικότητα σήμερα, Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 249-323· Hirsch, Joachim, «Φορντισμός και μεταφορντισμός, η παρούσα κοινωνική κρίση και οι συνέπειές της» στο: W. Bonefeld, J. Holloway (επιμ.), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, Εξάντας, Αθήνα 1993, σ. 16-50. Περί κοινωνικού κράτους: Gough, Ian, Η πολιτική οικονομία του κοινωνικού κράτους, Σαββάλας, Αθήνα 2008, σ. 35-86.
18 Κlein, Naomi, The Shock Doctrine, The Rise of Disaster Capitalism, London, Penguin Books, 2007, σσ. 3-21.
19 Χάρβεϊ, ό.π., σσ. 200, 213, 219.
20 Σταύρος Δ. Μαυρουδέας, ό.π., σ. 77· Μηλιός, Γιάννης, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός - Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Κριτική, 2000, σ. 31· Μηλιός, Γιάννης, «Ιμπεριαλισμός ή καπιταλιστικός επεκτατισμός; (Θέσεις για την καπιταλιστική εξουσία, το εθνικό κράτος και την Αριστερά)», στο: Θέσεις, τ. 96, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2006, σσ. 24-28· Νίκος Κοτζιάς, Πρόλογος στο: Χάρβεϊ, Ντ., ό.π., σσ. 11-12.
21 Λούξεμπουργκ, Ρόζα, Η συσσώρευση του κεφαλαίου Ι, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2006· Σταύρος Δ. Μαυρουδέας, ό.π., σ. 79· Μηλιός, Γιάννης, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός - Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Κριτική, 2000, σσ. 32-35· Νίκος Κοτζιάς, Πρόλογος στο: Χάρβεϊ, Ντ., ό.π., σσ. 12-14.
22 Λένιν, Β. Ι., Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2005. Για μια συνοπτική/κριτική παρουσίαση της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού: Μηλιός, Γιάννης, ό.π., σσ. 39-50 και 62-70. Βλ. επίσης τον Πρόλογο του Νίκου Κοτζιά στο: Χάρβεϊ, Ντέιβιντ, Ο νέος ιμπεριαλισμός, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σσ. 9-16, αλλά και Κοστάντσο Πρέβε, ό.π., σσ. 93-95.
23 Λένιν, Β. Ι., ό.π., σ. 25.
24 ό.π., σσ. 29, 70, 74.
25 Σταύρος Δ. Μαυρουδέας, ό.π. Πρόλογος του Νίκου Κοτζιά στο: Χάρβεϊ, Ντέιβιντ, ό.π. Θα μπορούσαμε να πούμε, με μια ισχυρή δόση αφαίρεσης, ότι ο Ιμπεριαλισμός του Λένιν αποτελεί στο σύνολό του μια εξονυχιστική κριτική στη θεωρία του Κάουτσκι. Μια συνοπτική, ωστόσο, παρουσίαση του τελευταίου μπορεί να βρει κανείς στο Λένιν, ό.π., σσ. 105-110 και 136-142.
26 Λένιν, ό.π., σσ. 138-139.
27 «Το καπιταλιστικό μονοπώλιο, όπως και κάθε μονοπώλιο, γεννά αναπόφευκτα την τάση προς τη στασιμότητα και το σάπισμα», εξ ου και ο χαρακτηρισμός του καπιταλισμού ως «παρασιτικού», ό.π., σ. 115.
28 Για λόγους χώρου, θα αναφερθούμε μόνο στις βασικές παραδοχές αυτών των θεωριών, όπως παρουσιάζονται στο Νίκος Κοτζιάς, ό.π., 20-26.
29 Held, David & McGrew, Anthony, Παγκοσμιοποίηση / Αντιπαγκοσμιοποίηση, Πολύτροπον, 2004, σ. 19-20.
30 Ραμονέ, Ιγνάσιο, Πόλεμοι του 21ου αιώνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2003, σ. 121.
31 ό.π., 133.
32 ό.π., σ. 144.
33 Κοτζιάς, Νίκος, Παγκοσμιοποίηση: Η ιστορική θέση, το μέλλον και η πολιτική σημασία, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2003. Η μελέτη του Κοτζιά, αποτελεί μια συνεκτική μεθοδολογικά προσέγγιση που την καθιστά μια από τις πιο σημαντικές εργασίες θιασωτών της παγκοσμιοποίησης σε διεθνές επίπεδο. Βλ. κριτική παρουσίαση στο: Σακελλαρόπουλος, Σπύρος και Σωτήρης, Παναγιώτης, Τα μεθοδολογικά και θεωρητικά αδιέξοδα της «παγκοσμιοποίησης», Θέσεις, τ. 87, Απρίλιος-Ιούνιος 2004, σσ. 151-178.
34 Ό, τι ακολουθεί στο εξής αναπτύσεεται στο Κοτζιάς, ό.π., σσ. 281-289
35 Hardt, Michael – Negri, Antonio, Αυτοκρατορία, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα 2002. Στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης, ο Slavoj Zizek εκτιμά ότι η Αυτοκρατορία δεν είναι τίποτα λιγότερο από «μια νέα γραφή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου σε σχέση με την εποχή μας».
36 ό.π., σ. 13-22.
37 ό.π., σ. 16.
38 Για τη δομή της Αυτοκρατορίας, στο: Νίκος Κοτζιάς, Πρόλογος στο Χάρβεϊ, Ντέιβιντ, ό.π., σ. 28.
39 Hardt, Michael – Negri, Antonio, ό.π.
40 Πέτρας, Τζέιμς - Βελτμέγιερ, Χένρι, ό.π.
41 Θα γίνει αμέσως παρακάτω σαφές ότι δε μιλάμε για το κράτος γενικά (μια θεωρία περί Κράτους δεν είναι δυνατή, μας έχει πει ο Πουλαντζάς), αλλά για το σύγχρονο εθνικό αστικό κράτος.
42 David Held, «H εξέλιξη του σύγχρονου κράτους», στο: Ηall, Stuart – Gieben, Bram (επιμ.), Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας, Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σσ. 116 επ.
43 ό.π., σ. 160.
44 Πουλαντζάς, Νίκος, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, 2001, σ. 52.
45 ό.π., σ. 52-53, 61.
46 ό.π., σ. 62-63, η υπογράμμιση δική μας.
47 David Held, ό.π. 158.
48 Πουλαντζάς, ό.π. «Η σύγχρονη κρατική εξουσία», όπως το έθεταν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο, «δεν είναι παρά μια επιτροπή που διευθύνει τις κοινές δραστηριότητες ολόκληρης της αστικής τάξης» (σελ. 48, η υπογράμμιση δική μας).
49 Ολόκληρο το επιχείρημα στο: Μηλιός, Γιάννης, «Ιμπεριαλισμός και “Νέα Τάξη Πραγμάτων”: μια ανακεφαλαίωση», Θέσεις, τ. 77, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2001 (www.theseis.com).
50 Panitch, Leo and Gindin, Sam, ό.π. Ο Πουλαντζάς έχει δείξει ότι αυτή η «σχετική αυτονομία» είναι που επιτρέπει στο κράτος να «είναι» αυτό που είναι (ταξικό-αστικό) και να «κάνει» αποτελεσματικά αυτό που κάνει (να διασφαλίζει την αστική ηγεμονία), βλ. Πουλαντζάς, Νίκος, Για τον Γκράμσι, Εκδόσεις Πολύτυπο 1984
51 Strange, Susan, H υποχώρηση του κράτους: Η διάχυση της εξουσίας στην παγκόσμια οικονομία, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004, σσ. 19-39.
52 Panitch, Leo, «H παγκοσμιοποίηση σε κρίση: η επάνοδος του (ιμπεριαλιστικού) κράτους», στο: Άλκης Ρήγος, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (επιμέλεια), Η πολιτική σήμερα: Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Θεμέλιο - Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, 2001, σ. 320.
53 ό.π.
54 Hirst, Paul & Thompson, Grahame, Η Παγκοσμιοποίηση σε αμφισβήτηση, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2000, σσ. 187, 286.
55 Χάρβεϊ, Ντέιβιντ, Ο νέος ιμπεριαλισμός, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σ. 63.
56 Σακελλαρόπουλος, Σπύρος, «Προς μια υπερεθνική αστική τάξη; Μια κριτική προσέγγιση», Θέσεις, τ. 89, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004, σ. 127.
57 Panitch, Leo and Gindin, Sam, ό.π.
58 Panitch, Leo, «H παγκοσμιοποίηση σε κρίση: η επάνοδος του (ιμπεριαλιστικού) κράτους», ό.π., σ. 330.
59 ό.π.
60 Σακελλαρόπουλος, ό.π., σ. 126.
61 Hobsbawm, E. J., Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα – πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994, σ. 228.
62 Hirst, Paul & Thompson, Grahame, ό.π., σσ. 142-147.
 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 35ο έτος (1982-2017), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή