Η μετανάστευση στην Ευρώπη σήμερα: Απαρτχάιντ ή πολιτική συγκατοίκηση; Εκτύπωση
Τεύχος 107, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2009


Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΣΗΜΕΡΑ:

ΑΠΑΡΤΧΑΙΝΤ Ή ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ;

του Darko Suvin

μετάφραση: Μιχάλης Μπαρτσίδης

Παρατηρήστε, λοιπόν, αυτόν το συρφετό κάτω από τις στέγες της μητρόπολής μας: το μεγαλύτερο μέρος αυτού του άτακτου πλήθους δεν έχει χώρα .... Θα βρείτε μόλις και μετά βίας μια και μοναδική χώρα, τελικά, στην οποία έχουν εγκατασταθεί μόνο οι ντόπιοι, όλοι είναι ανακατεμένοι και ριγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Σενέκας, Προς Ελβία μητέρα ( Ad Helviam matrem), 42 C.E.

Όχι πια αλλοδαποί ούτε μετανάστες σε ξένο έδαφος, αλλά σύντροφοι-πολίτες με τους ανθρώπους του Θεού…

Απόστολος Παύλος, Προς Εφεσίους II.19-20. ca. 60 C.E.

Ενώ συνειδητοποιώ ότι αυτό που έλεγα ... είναι ανεφάρμοστο και μη-πολιτικό από την άποψη [μιας πολιτικής με την παραδοσιακή έννοια της λέξης], εξακολουθώ να ισχυρίζομαι ότι οποιαδήποτε πολιτική που αποτυγχάνει να διατηρήσει κάποια σχέση με την αρχή της απροϋπόθετης φιλοξενίας, έχει χάσει εντελώς τη σχέση της με τη δικαιοσύνη.

Derrida, “The Deconstruction of Actuality”, Αύγουστος 1993.


Στο κείμενο που ακολουθεί, και το οποίο παραχώρησε για δημοσίευση ειδικά στις Θέσεις, ο Darko Suvin συγκεντρώνει ορισμένες βασικές πληροφορίες, στοιχεία και θέσεις επισκοπώντας τη διεθνή συζήτηση πάνω στο ζήτημα της μετανάστευσης. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη θέση κατανόησης του φαινομένου, από την οποία διαπνέεται το κείμενο, διακρίνονται δυο κινήσεις ή όψεις της μετανάστευσης: η κίνηση εξόδου, φυγής, αποδέσμευσης από μια χώρα ή κοινότητα «καταγωγής» (ή και γενικότερα αποσκίρτησης από τον κοινωνικό δεσμό) και η αντίστροφή της, εκείνη της εισόδου, ένταξης, επαναδέσμευσης σε μια χώρα ή κοινότητα «προορισμού» (ή γενικότερα της υπαγωγής και πάλι σε σχέσεις εξουσίας και θεσμούς). Εν προκειμένω ο συγγραφέας εστιάζει κυρίως στη δεύτερη στιγμή, δηλαδή στο πρόβλημα της ένταξης, των δικαιωμάτων στην πόλη και της συγκατοίκησης. Τα εμπόδια και τα προσκόμματα που τίθενται σε αυτήν τη διπλή, αμφίδρομη κυκλοφορία και τα αδιέξοδα που προκύπτουν, οδηγούν μεγάλους πληθυσμούς σε μια κατάσταση μετεωρισμού στον ενδιάμεσο, τράνζιτο χώρο. Απορρίπτονται κατά την είσοδο ή εισέρχονται μεν αλλά απορρίπτονται, βαθύτερα, «μέσα» τους καθώς αποτυγχάνουν να συμμετάσχουν σε διαδικασίες παραγωγής ταυτοτήτων. Τα φαινόμενα αυτά αποτελούν αιτία αλλά, συγχρόνως, και μια καλή εικονογράφηση της κρίσης συγκρότησης των σχέσεων εξουσίας, των υποκειμένων και των πολιτικών δομών στη σημερινή εποχή. Η ίδια περιεκτική ιδέα κατανόησης είναι χρήσιμη για τα ποικίλα επίπεδα μελέτης του φαινομένου τόσο στις επιστήμες, στη μαρξιστική θεωρία και στις φιλοσοφικές του διαστάσεις, όσο και στην πολιτική δράση.

Μια προσεκτικότερη ανάγνωση αποκαλύπτει τα πλούσια φιλολογικά και ιστορικά εφόδια με τα οποία ο Σουβίν προσεγγίζει το ζήτημα. Άλλωστε, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στη Συγκριτική Λογοτεχνία (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο McGill στον Καναδά) και ειδικά στη συγκρότηση του κλάδου των μελετών Επιστημονικής Φαντασίας. Είναι αναπόφευκτο αυτά να αποκρυσταλλωθούν και σε ένα αξιοπρόσεκτα γοητευτικό στυλ γραφής.

Διατηρούμε τις βιβλιογραφικές αναφορές όπως τις παραθέτει ο ίδιος εντός του κειμένου. Δεν παραλείπουμε την εκτενή βιβλιογραφία που συνέταξε ο συγγραφέας ως μέρος της εργασίας του και η οποία αποτελεί εξίσου χρήσιμο εργαλείο για τον αναγνώστη. Ευχαριστίες στην Σοφία Λαλοπούλου για τη βοήθειά της.

Μιχ. Μπαρτσίδης



0. Αναδρομή

Σε ένα προηγούμενο δοκίμιό μου1 για αυτό το ίδιο πεδίο έρευνας (Suvin 2006), ενστερνίστηκα μερικά θεμελιώδη μαθήματα του Edward Said: όχι μόνο την ευρεία οπτική του, πέρα από τη συνήθη εστίαση των λογοτεχνικών και πολιτιστικών σπουδών στα «generals» και τις ακέραιες –ανθρωπιστικής αξίας– κρίσεις του, αλλά ειδικά τη διορατικότητα του ότι κάθε, λίγο-πολύ εξαναγκασμένη, μετακίνηση ανθρώπων είναι ανεπανόρθωτα κοσμική και ιστορική. Ότι, κατά κανόνα, κάποιες τάξεις ανθρώπων που βρίσκονται στην εξουσία εσκεμμένα παράγουν εκτοπισμένα πρόσωπα και προσωπικότητες μέσα από τις άλλες τάξεις των ανίσχυρων, βασανισμένων, αδικημένων και κατεστραμμένων ανθρώπων. Ποιος λοιπόν δεν θα παρηγορηθεί εντελώς από μεταφυσικές αποστολές μεσσιανικού τύπου σωτήρων της ανθρωπότητας ή της Έλευσης άλλων καιρών; Ως απολύτως κοσμικός, γεννημένος χριστιανός, Παλαιστίνιος διανοούμενος, ο Said ήταν στην σωστή θέση ώστε να καταλάβει την ανάγκη για κοινωνική αλληλεγγύη, ίσως θα έπρεπε να πω για αδελφοσύνη ή απλώς για αξιοπρέπεια. Προτείνω τώρα να ακολουθήσω αυτό το σκέλος, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο μέρος εκείνου του δοκιμίου, στα διαφορετικά σημερινά διλήμματά του (όπου το πρόβλημα του δεύτερου μέρους των προηγούμενων δοκιμίων μου «Ο εκτοπισμένος διανοούμενος ως δημιουργικός μεταφραστής» φαίνεται όχι χωρίς ενδιαφέρον αλλά μάλλον δευτερεύον).

Το προηγούμενο δοκίμιό μου ήταν βασικά μια προσπάθεια να διορθώσω (Kung Fu) ή να αποκαθάρω (Mallarmé) την ορολογία μας περί φυλής προσθέτοντας μερικά νέα εργαλεία στην πρωτοποριακή, ιστορική σημασιολογία του Ρέυμον Ουίλιαμς (Raymond Williams) στo έργο του Keywords (περί αυτού βλ. Suvin, 2005). Αξίωσε (το δοκίμιο) να είναι μόνο ένας πρώτος προσανατολισμός, αφήνοντας απ’ έξω παράγοντες-κλειδιά όπως η παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων και εργατικής δύναμης, οι δημογραφικές εξελίξεις, οι πόλεμοι, και άλλες αιτίες της μαζικής μετατόπισης (που, αλίμονο, θα καταφτάσουν κι εδώ). Πρότεινα μια τυπολογία διακρίνοντας σε εκπατριζόμενους (κατά κύριο λόγο, όσοι προσδοκούν να επιστρέψουν σε ανώτερο στάτους, και επομένως δεν με απασχολούν ιδιαιτέρως), σε πολιτικούς εξόριστους και, τέλος, σε εμιγκρέδες και πρόσφυγες. Οι πρώτοι είναι κυρίως μοναχικοί άνθρωποι ή οικογένειες που φεύγουν για οικονομικούς λόγους και οι δεύτεροι κυρίως μεγάλες ομάδες που φεύγουν λόγω πολιτικής δίωξης, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου. Η διάκριση αφορούσε μόνο στις εκφάνσεις και τις συνέπειες από το λίγο-πολύ διστακτικό πέρασμα ανθρώπων από μια πρωταρχική γι’ αυτούς κοινωνία σε μια νέα και παράξενη.

Θα ήθελα τώρα να αναπτύξω θέματα σχετικά με τη θέση των μεταναστών στην κοινωνία προορισμού τους καθώς και την αντιμετώπισή τους από αυτήν, θέμα που είναι σήμερα το κύριο πρόβλημά μας. Ήδη από το πρώτο δοκίμιο διαπίστωνα ότι οι περισσότεροι μετανάστες έχουν το βασικό οικονομικό πρόβλημα της επιβίωσης. Αυτό προκαλεί τον πειρασμό να εμπλακούν σε τυπικά παράνομες δραστηριότητες – όπως η πορνεία, το εμπόριο ουσιών και άλλες δραστηριότητες μαύρης αγοράς ή απλά μικροκλοπές – πειρασμός που ενισχύεται και συχνά καθίσταται αναπόφευκτος όταν η απερίσκεπτη κυβέρνηση της χώρας υποδοχής τους ωθεί στη θέση κατοίκων β΄ διαλογής, τους αρνείται την ένταξη, την εκπαίδευση, τις άδειες εργασίας κ.λπ. Τότε οι μετανάστες εξαναγκάζονται συχνά να εκπληρώσουν τις προφητείες των σωβινιστών που τους βλέπουν ως απειλή – ως εκ τούτου κατέληγα: «Ένα κύκλωμα ανατροφοδότησης πληροφοριών των αμοιβαίων δυσαρεσκειών δεν είναι δύσκολο να στηθεί. [Αυτή] η εναλλακτική λύση είναι ένα ποιοτικό άλμα προς τη στρατιωτικοποίηση και το Αστυνομικό Κράτος, πράγμα που είναι η όχι –και τόσο– μυστική, ημερήσια διάταξη σήμερα πίσω από τον εθιστικό φόβο της τρομοκρατίας (φόβος που είναι πραγματικός αλλά περιθωριακός και παλεύεται στις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων μόνο αν εκλείψουν οι αιτίες που τον κάνουν μαζικά δημοφιλή). Οι οσονούπω επερχόμενες απαγορευμένες ζώνες, πίσω από τις οποίες θα οχυρώνονται κατά βούληση κράτος αλλά και ιδιωτικές επιχειρήσεις, θα διαιρέσουν μάλλον τον κόσμο σε ανθρώπους και υπανθρώπους. Αυτό θα καθιστούσε επίσης ξεπερασμένη όλη τη συζήτηση για τους εκτοπισμένους: όλοι θα ζούσαμε σε ένα συγκεντρωτικό σύμπαν (univers concentrationnaire) χωρίς εξωτερικό μέρος, δηλαδή σε ένα καθολικό εθνικο-ταξικό απαρτχάιντ».

Αυτό το αρνητικό κύκλωμα ανατροφοδότησης πληροφοριών και η διολίσθηση προς τα Κράτη Απαρτχάιντ μπορούν να αποτραπούν με την καταφατική δράση μιας συμμαχίας οργανώσεων φωτισμένων πολιτών και των μεταναστών στις «χώρες προορισμού». Ποιος μπορεί να είναι ο ορίζοντας και οι προσανατολισμοί μιας τέτοιας συμμαχίας είναι το θέμα του παρόντους δοκιμίου. Θα εστιάσει στις πολιτικές και επιστημολογικές πτυχές, θίγοντας μόνο κάπου-κάπου την πιθανώς κρίσιμη οικονομική πτυχή δεδομένου ότι χρειάζεται ξεχωριστή (αν και συγκλίνουσα) επεξεργασία.

1. Αλλαγές στις μαζικές μετακινήσεις: Είναι οι μη-πολίτες άνθρωποι;

1.0. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια κατάσταση γοργά αυξανόμενης εκούσιας ή ημι-εκούσιας μετακίνησης, μιας κοσμοσυρροής προς την οικονομική επιβίωση και βελτίωση την οποία ο βρετανός μαύρος μελετητής Gilroy ονομάζει «περιπλάνηση εκ προμελέτης» (2004: 88-89 και passim). Είναι μια βαθιά επιθυμία για βελτίωση της ζωής, πολλές φορές ακόμη και για τη σωτηρία της. Το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα ίσως έχει αποκαλύψει τα βαθιά κίνητρα όλων των μαζικών μεταναστεύσεων: η ώθηση να περάσει κανείς από τις ζώνες της ένδειας στις ζώνες (της σχετικής) αφθονίας, η έλξη της κεφαλαιοκρατικής ανάγκης για φτηνή εργασία. Τα ίδια κίνητρα επέδρασαν και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ωστόσο επικαλύφθηκαν από την ιδεολογική σύγκρουση που πρόβαλλε τους πολιτικούς εκτοπισμούς. Η πρότυπη εισαγωγή στη μετανάστευση από τους Castles και Miller, που ανατυπώνεται και ενημερώνεται κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια, συμπεραίνει: «Το προσφυγικό καθεστώς που προβλέπουν οι πλούσιες χώρες του Βορρά [...] έχει μετατοπιστεί από ένα σύστημα σχεδιασμένο να υποδέχεται τους εξ Ανατολής πρόσφυγες του Ψυχρού Πολέμου και να τους επανεγκαθιστά ως μόνιμους εξόριστους [...] σε ένα καθεστώς “μη-εισόδου” σχεδιασμένο να αποκλείει και να ελέγχει [μετανάστες] από το Νότο» (Castles and Miller 2004: 107, βλ. επίσης Zolberg 1987).2 Αυτό αποτελεί ένα μέρος από τις πολλές ενδείξεις των βαθιών αλλαγών στις μαζικές μετακινήσεις των ανθρώπων στα σύνορα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 15 ετών. Επιτρέψτε μου να παρουσιάσω μια λίστα μερικών από αυτές τις αλλαγές, που όλες τους αλληλεπιχωρούνται ή συμπίπτουν με την οικονομική ώθηση-και-έλξη, και πάντως την ενισχύουν, όπως την υπαινίχθηκα ανωτέρω.

1.1. Μια πρώτη διαφορά είναι ο αντίκτυπος των πολέμων, και η παρεπόμενη μαζική εξαθλίωση που προστέθηκε στην «νορμάλ» οικονομική εξαθλίωση του παγκόσμιου καπιταλισμού προσαυξάνοντάς την στην Αφρική, την πρώην Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ. Τα κύματα μετανάστευσης από την Αφρική έχουν παραμείνει κυρίως σε εκείνη την ήπειρο (λιγότερο από 1, 5% των υποσαχάριων Αφρικανών που αφήνουν τις χώρες καταγωγής τους πηγαίνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βλ. Liberti 2006), ενώ τα κύματα από την πρώην Γιουγκοσλαβία κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (αλλά όχι πλήρως) επιστρέφουν στα κράτη που την διαδέχτηκαν. Οι κατ’ εκτίμηση 1.200.000 ή περισσότεροι πρόσφυγες από το Ιράκ βρίσκονται κυρίως στην Ιορδανία και τη Συρία, ακριβώς όπως οι προηγούμενοι από το Αφγανιστάν διέσχισαν τα διάτρητα σύνορα με το Πακιστάν και το Ιράν. Κατά συνέπεια η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική δεν έχουν δει ακόμα πολλές συνέπειες αυτού του κύματος (ακριβώς όπως με το πρώτο κύμα παλαιστίνιων προσφύγων).

Η δεύτερη διαφορά είναι η αυξανόμενη μετανάστευση των γυναικών: το Ταμείο για τον Πληθυσμό των Ην. Εθνών, στην έκθεση της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, υπολογίζει τους μετανάστες περίπου σε 200 εκατομμύρια, οι μισοί από τους οποίους είναι γυναίκες. Αυτό μπορεί να φαίνεται κανονικό, δεδομένου ότι αναπαράγει σχεδόν το παγκόσμιο μέσο όρο της ποσοστιαίας αναλογίας των φύλων (όχι ακριβώς, δεδομένου ότι οι γυναίκες είναι παγκοσμίως μια σαφής πλειονότητα). Εντούτοις, οι οικονομικοί μετανάστες ήταν παραδοσιακά νέοι και μέσης ηλικίας άνδρες που τους ακολούθησαν στη συνέχεια οι οικογένειές τους (βλ. Willcox 1969). Τώρα, συχνά είναι γυναίκες – όχι μόνο στις ΗΠΑ, όπου από την δεκαετία του ’60 ήδη πάνω από τους μισούς μετανάστες είναι γυναίκες, αλλά και, για παράδειγμα, στην Ιταλία, όπου οι οικιακές βοηθοί είναι συνήθως Φιλιππινέζες ή Ρουμάνες γυναίκες ενώ οι πόρνες ήταν πρώτα Αλβανίδες αλλά τώρα είναι συχνά Νιγηριανές (στην Ιαπωνία δε τις τελευταίες δεκαετίες είναι Φιλιππινέζες και Ταϊλανδές). Η εκθήλυνση, κατά κανόνα, συσχετίζεται – όπως και στις καταστάσεις μη μετανάστευσης – με την κακά πληρωμένη εργασία (βλ. Castells 2004: 170ff., Apitzsch-Jansen 2003, και Lutz 1995). Ένα σημαντικό μέρος αυτής της εκθήλυνσης είναι αυτό που η Sassen (2000) αποκαλεί «εκθήλυνση της επιβίωσης»: επιβίωση ανθρώπων και οικογενειών μέσω της εργασίας των εκατομμυρίων γυναικών που ελίσσονται εναλλάξ από την παρανομία στην νομιμότητα – υποκινούμενες κυρίως από τα κράτη-«πηγές» όπως οι Φιλιππίνες, η Ταϊλάνδη, και οι διάδοχοι της Σοβιετικής Ένωσης – και υπόκεινται στην πρόσθετη εκμετάλλευση την οποία όμως συχνά επιλέγουν μόνες τους ως το λιγότερο κακό.

Μια τρίτη αλλαγή είναι η νοοτροπία πολιορκούμενων φρουρίων: ο προσανατολισμός του πλουσιότερου μέρους της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής προς μια «Ευρώπη-φρούριο» και μια «Αμερική-φρούριο» (η Ιαπωνία υπήρξε πάντα «Ιαπωνία-φρούριο» ως προς την αντιμετώπιση των μεταναστών). Το υποκριτικά κρυμμένο κίνητρο της νοοτροπίας αυτής δεν είναι να απαγορεύσει την παράνομη μετανάστευση, απαγόρευση εξαιρετικά ανεπιθύμητη από οικονομικής άποψης για τους παραγωγούς καπιταλιστικού κέρδους – και πρακτικά μάλλον αδύνατη. Ο πραγματικός σκοπός όλων αυτών των σκληρών διαψεύσεων και των θανάτων (μια μετριοπαθής εκτίμηση είναι ότι 30.000 μετανάστες έχουν πεθάνει στην προσπάθεια τους να διεισδύσουν στα φρούρια Ευρώπη και Αμερική) είναι να εμποδίσουν τους νόμιμους καθώς και τους παράνομους μετανάστες να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα όπως ο συνδικαλισμός και το εκλογικό δικαίωμα, και κατά συνέπεια, να τους εμποδίσουν να πληρώνονται όπως οι «ντόπιοι» (βλ. τις εργασίες του Wood, του Altvater, της Sassen, του Cohen και ειδικά, για το πώς αντιμετωπίζεται η κινητικότητα των εργαζομένων κατά την λειτουργία της εκμετάλλευσης, το κλασσικό πλέον De l'esclavage au salariat του Moulier-Boutang). Θα αφιερώσω μια χωριστή υποενότητα σε αυτό το κουβάρι προβλημάτων.

Κατά αυτόν τον τρόπο, πολιτικά, το βασικό πρόβλημα της μεταναστευτικής εισόδου (immigration) έχει αντικαταστήσει αυτό της αποδημίας (emigration) (αν και τουλάχιστον η αποδημία των επιστημόνων είναι εξίσου σημαντικό πρόβλημα για το φτωχότερο Νότο). Ενώ υπάρχουν ακόμα αρκετοί πολιτικοί πρόσφυγες που αρνήθηκαν τα προστατευτικά δικαιώματα και στις χώρες προέλευσης και στις χώρες υποδοχής, είναι εκατομμύρια οι άνθρωποι που ξεχύνονται διασχίζοντας το Ρίο Γκράντε, τη Μεσόγειο και τα σύνορα του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας προς περισσότερο εύπορους μητροπολιτικούς τόπους, όλοι προσπαθώντας για μια καλύτερη ζωή. Το αρνητικό μέρος των εμπειριών της εποχής μας δεν είναι η μετακίνησή τους, ούτε η κυκλοτερής μετακίνηση ορισμένων από εμάς τους διανοούμενους, αλλά οι αναξιοπρεπείς και εγγενώς αναποτελεσματικοί τρόποι (σαφώς ακόμα χειρότεροι στην Ευρώπη απ’ ό, τι στις ΗΠΑ) με τους οποίους οι εθνικές και διεθνείς αρχές αντιμετωπίζουν αυτό το πραγματικό πρόβλημα.

Μερικές μελέτες δείχνουν επίσης ότι αυξάνεται ο αριθμός μεταναστών από τις τάξεις των πολύ καλά καταρτισμένων επαγγελμάτων, συνήθως από εξίσου εύπορες χώρες, οι οποίοι μπορούν συχνά να επιλέξουν πού θα πάνε, και συρρέουν στις νέες «παγκόσμιες πόλεις». Οι πλουσιότεροι ανάμεσά τους είναι «αμφι-τοπικοί», η οικογένεια μπορεί πράγματι να είναι πολυ-τοπική (βλ. Papastergiadis 2000: 44-45). Αυτή είναι μια σημαντική εξέλιξη αλλά δεν θα επεκταθώ άλλο. Όχι μόνο γιατί φαίνεται δύσκολο να υπολογιστεί, αν και συχνά αποτελεί σαφώς μειονότητα μεταξύ των μεταναστών. Αλλά και διότι συχνά αναλαμβάνεται ως μια προσωρινή εμπειρία που αποσκοπεί σε μια ενισχυμένη θέση κατά την επιστροφή στην πατρίδα. Η εμπειρία αυτού του είδους των εκπατριζόμενων, την οποία συζητώ στο Suvin 2006, είναι σημαντικά διαφορετική από αυτήν των υπόλοιπων μεταναστών.

1.2. Στην εποχή του φορντισμού και του Ψυχρού Πολέμου η μετανάστευση ήταν καταρχήν ανεκτή, μερικές φορές ενθαρρύνονταν και συνδιοργανώνονταν από τα κράτη υποδοχής και οπωσδήποτε συχνά πολιτικά ευπρόσδεκτη, και γι’ αυτό ήταν βασικά νόμιμη. Οι ανωτέρω παράγοντες υφίστανται έντονες αλλαγές στη μεταφορντική, παγκοσμιοποιημένη και συχνά παράνομη μετανάστευση. Το υπογάστριό της είναι η εδραίωση των υπερεθνικών δικτύων – επικοινωνιακών και οικονομικών, που κυμαίνονται στο να είναι από ευεργετικά έως εντελώς ταπεινωτικά – μεταξύ των μεταναστών και των χωρών προέλευσης. Η έλξη εκ μέρους της κεφαλαιακής απορρόφησης φτηνού εργατικού δυναμικού και η ώθηση λόγω της ένδειας από τον «Νότο» προκάλεσε μια τεράστια «μεταναστευτική βιομηχανία» μεσαζόντων για την παράνομη ανθρώπινη διέλευση συνόρων, «ένα αχανές απαρατήρητο δίκτυο που υποστηρίζει μια παγκόσμια αγορά εργασίας ... διατρυπώντας τις εθνικές οχυρώσεις» και που μπορεί να διακριθεί σε λαθρεμπόριο-ανθρώπων (smuggling) και σε παράνομη διακίνηση-ανθρώπων (trafficking). Οι λαθρομετανάστες διακινούνται από τους λαθρέμπορους παράνομα με σκοπό το κέρδος ως άνισοι συνεργάτες σε μια εμπορική συναλλαγή - οι διακινούμενοι (τράφικινγκ) μετανάστες εξαπατούνται και εξαναγκάζονται σε γυμνή εκμετάλλευση μέσω της πώλησης των σεξουαλικών υπηρεσιών τους ή εργασίας.3 Υπάρχουν μερικά οργανωμένα αντίμετρα σε αυτό, κανένα όμως αποδοτικό – και ούτε μπορούν να γίνουν αποτελεσματικά εκτός εάν μια δραστικά διαφορετική πολιτική εμπορίου και επενδύσεων επιληφθεί των πρωταρχικών αιτιών της μετανάστευσης. Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο για τις πρωταρχικές αιτίες: η κλασική περιπτωσιολογική μελέτη από τον Thomas για τη μετανάστευση από το Ηνωμένο Βασίλειο στις ΗΠΑ έδειξε ότι, σε συνθήκες απελευθέρωσης των συναλλαγών, η αποδημία αυξάνεται μαζί με το οικονομικό χάσμα μεταξύ των τάξεων, την έλλειψη κοινωνικής κινητικότητας, και φυσικά μαζί με την δημογραφική πίεση. Όπως αναφέρεται, η πρωταρχική αιτία είναι η φτώχεια (βλ. Kane 1995): το αδύνατο της επικερδούς εργασίας στον καπιταλισμό είτε λόγω της έλλειψης εδάφους (όπως στη Ρουάντα) και ύδατος (όπως στην Κίνα) είτε της έλλειψης εργασίας (όπως στις περισσότερες περιπτώσεις).

Όχι φανερά η πολιτική μετανάστευση(ς) άσκησε πάντα σημαντική επίδραση στις «χώρες προέλευσης». Η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας του Δεκ. 2006 για το έτος 2005 εκτιμά ότι τα μεταναστευτικά εμβάσματα στις μητρικές χώρες ανέρχονται στα 232, 5 δισεκατομμύρια δολάρια (οι μεγαλύτερες ροές είναι στην Κίνα και την Ινδία, που ακολουθούνται από περίπου 19 δισεκατομμύρια στο Μεξικό και περίπου 14 στις Φιλιππίνες), στα οποία πρέπει να προστεθούν οι τεράστιες παράνομες αποστολές. Αλλά σε αυτήν την εποχή, ό, τι στο προηγούμενο δοκίμιό μου φαινόταν ως μοναδιαίες κρατικές κοινωνίες καθίστανται τώρα πορώδεις από τα πυκνά δίκτυα των περιοδικών επισκέψεων στο σπίτι, των συχνών τηλεφώνων ή των επικοινωνιών μέσω Διαδικτύου κ.λπ. (βλ. Baub\F6ck 1994, Cesarani-Fulbrook 1996, Hannertz 1996, Faist 2000, Ong 1999, Leggewie-M\FCnch 2001). Οι κλασικοί μετανάστες «της χωρίς επιστροφή διαδρομής» αντικαθίστανται όλο και περισσότερο από τους αποκαλούμενους «transmigrants-διαμετανάστες» –από την Καραϊβική ή τις Φιλιππίνες, το Μεξικό ή την Τουρκία, για να μην μιλήσουμε για τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, ή για την παλαιά κινεζική Διασπορά που πρωτοπόρησε στο πηγαινέλα. Οι δεσμοί με τις χώρες προέλευσης, συμπεριλαμβανομένης της θρησκευτικής και άλλης κατήχησης από αυτές, παραμένουν ισχυροί. Στις χώρες όπου η υποδοχή είναι ιδιαίτερα άκαμπτη ή εχθρική, όπως η Ελβετία, αυτό λειτουργεί επίσης ενάντια στην επιθυμία για αφομοίωση, ιδιαίτερα στη νεότερη γενεά μεταναστών που προέρχονται από οικονομικά συγκρίσιμες χώρες.

Όλες αυτές οι διαδικασίες, που συνεχώς επεκτείνουν το πεδίο τους, έχουν επανασχεδιάσει τον πληθυσμιακό χάρτη των περισσότερων χωρών. Πολλές χώρες μεταστράφηκαν πλήρως και από χώρες αποδημίας έγιναν χώρες υποδοχής: το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Ισπανία καταρχήν αλλά και η Πολωνία και η Τσεχία σε σχέση με την Ουκρανία, η Ουγγαρία για τη Ρουμανία, η Σλοβενία και η Ελλάδα για το υπόλοιπο των Βαλκανίων. Ένα εύστοχο βιβλίο για την αποδημία στην Ιταλία είχε τίτλο Quando eravamo Albanesi (Όταν ήμασταν οι Αλβανοί). Παγκοσμίως, οι στατιστικές των Η.Ε. μετρούν άνω των 190 εκατομμυρίων ανθρώπων (το 3% του παγκόσμιου πληθυσμού 6, 5 δισεκατομμυρίων) ως «γεννημένους στα ξένα», δηλαδή γεννημένοι εκτός του κράτους μόνιμης κατοικίας. Όχι μόνο ο αριθμός αυξάνεται γρήγορα, αλλά το ποσοστό είναι πολύ υψηλότερο στις πλουσιότερες χώρες «του Βορρά». Κατά συνέπεια, από το 2006, στην Ευρωπαϊκή Ένωση 41 εκατομμύρια άνθρωποι από τα 462 εκατομμύρια γεννήθηκαν «ξένοι» ή, αλλιώς, περίπου το 9% (σε αντιδιαστολή με 13% στη «Βόρειο Αμερική»). Στη Σουηδία 20% του πληθυσμού έχει έναν «αλλοδαπό» γονέα, και η κατάσταση είναι παρόμοια στις ΗΠΑ, στις Κάτω Χώρες και πιθανώς στη Γαλλία (οι στατιστικές ποικίλλουν από κράτος σε κράτος εν μέρει λόγω ασύμβατων ορισμών των νομικών εννοιών, 4 αλλά οι αμερικανικές εκθέσεις εκτιμούν ότι οι επίσημες στατιστικές κατά κανόνα υποεκτιμούν την μεταναστευτική πραγματικότητα κατά 40-50% λόγω της παράνομης μετανάστευσης). Στην Ιταλία, εξαιτίας της πολιτικής κατακραυγής, το ποσοστό εμφανίζεται πολύ χαμηλότερο (βλ. Colombo-Sciortino 2004).

1.3. Η πολιτική συνέπεια της νοοτροπίας του «πολιορκούμενου φρουρίου» είναι μια αναγέννηση του ρατσισμού τύπου απαρτχάιντ. Και αυτός ο ρατσισμός είναι ισχυρότερος σε εκείνα τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη, αλλά και περιοχές των ΗΠΑ, που προχωρούν στο να διαλύσουν τις οικονομικές και κοινωνικές εγγυήσεις του κράτους πρόνοιας τόσο γρήγορα όσο η πολιτική δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών επιτρέπει, (π.χ. πιο αργά στη Γαλλία και τη Γερμανία απ’ ό, τι στο υπόλοιπο της δυτικής Ευρώπης). Αυτή η άγρια ιδιωτικοποίηση έχει οδηγήσει σε μια μαζική μετάλλαξη της εργασίας σε επισφαλή, γεμάτη άγχος, και πολύ χειρότερα πληρωμένη απασχόληση, καθώς επίσης και στον δραματικό υποβιβασμό των υγειονομικών υπηρεσιών, των συντάξεων και όλων των επικουρικών παροχών ασφάλειας για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Η ζωή έχει γίνει πιο επισφαλής, η άνετη διαδοχή των γενεών και η μείωση του χάσματος μεταξύ των φύλων από το 1945 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αντιστρέφονται και επιδεινώνονται σημαντικά, το χάσμα της προλεταριοποίησης διευρύνεται πιο πολύ από ποτέ και απειλεί περισσότερους ανθρώπους από πιο κοντά. Η εμπιστοσύνη στις καπιταλιστικές υποσχέσεις τόσο στη μεταφορά της εργασίας σε φτωχότερες χώρες με πολύ χαμηλότερες αμοιβές όσο και στην εισαγωγή τέτοιας υπερ-εκμεταλλευόμενης εργασίας στα μητροπολιτικά κράτη, έχει καταστεί μια σοβαρή απειλή για τους «αυτόχθονες» πληθυσμούς, απειλή που ταυτίζεται εύκολα στην καθημερινή ζωή με όσους ανθρώπους μιλούν ξένες γλώσσες και έχουν διαφορετική συμπεριφορά. Έχει επιτρέψει έτσι στα κεφαλαιοκρατικά μήντια και τους πολιτικούς, καθώς επίσης και στα νεο-αναδυόμενα ρατσιστικά κόμματα της ημι-φασιστικής Δεξιάς, να επιρρίπτουν το φταίξιμο για την αβεβαιότητα στους μετανάστες, αντί στις οικονομικές πολιτικές της υπερ-εκμετάλλευσης και της ανοχής της εκ μέρους του κράτους.

Ενώ υπάρχουν ευπρόσδεκτες εξαιρέσεις σε μερικές θέσεις και μερικές χώρες (εκτός από τους τίτλους που προσκομίσαμε προηγουμένως βλέπε επίσης Balke 1993, Bielefeld 1998 και Rea 1998), στο σύνολο στεκόμαστε μάρτυρες μιας σύνθετης ιεραρχικοποίησης, που θέτει τους ντόπιους εργαζομένους πρώτα ενάντια στους αλλοδαπούς που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνέχεια ενάντια στους νόμιμους, ημι-νόμιμους, και παράνομους «extracomunitari» (εξωκοινοτικούς) – ενώ στο φόντο αιωρείται πάντα η αντίθεση των λευκών εναντίον μαύρων ή Ασιατών. Τόσο με την σε παγκόσμια κλίμακα υπεροχή του Βορρά έναντι του Νότου όσο και με τη μαζική εισαγωγή τέτοιων ιμπεριαλιστικών ή αποικιακών σχέσεων σε όλες τις μητροπολιτικές πόλεις και τις βιομηχανίες μεταποίησης αγροτικών προϊόντων (βλ. Balibar 2001: 77 επ.), έχει επιστρέψει το φάντασμα της ρατσιστικής διαίρεσης σε ανθρώπους και υπ-ανθρώπους, διαίρεση που τόσο ευφυώς πρωτολάνσαραν οι Ναζί (βλ. το σχετικό δοκίμιο του Wallerstein σε Balibar – Wallerstein 1997). Οι υπ-άνθρωποι μπορούν να ζήσουν στις τρώγλες και τις favelas, η λειτουργία τους έγκειται στο να αποτελούν μια πάντοτε παρούσα απειλή για τις δουλειές σε συνθήκες νόμιμης εκμετάλλευσης στις οποίες απασχολούνται οι επισφαλώς εργαζόμενοι. Ο Castel, ξεκινώντας από το γαλλικό παράδειγμα, μιλά για την αποσκίρτηση (από τον κοινωνικό δεσμό, ΣτΜ), η οποία προσιδιάζει στην αποδόμηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και του δημόσιου ελέγχου στις συνθήκες διαβίωσης, που είχαν εξασφαλίσει στη γενιά του κράτους πρόνοιας τη μείωση της χρόνιας αβεβαιότητας και την εμφάνιση αυτόνομων προσωπικοτήτων. Αυτή η άρση του συμβιβασμού μεταξύ των κυρίαρχων και των εργατικών τάξεων οδηγεί στην επαναπρολεταριοποίηση ολόκληρων κοινωνικών ομάδων και τάξεων, σε ένα καθεστώς νόμιμης βίας, και σε μια μαζική παραγωγή του ακοινωνικού ή του αντικοινωνικού ατομικισμού (βλ. επίσης Balibar, 2001: 299-300 και passim).

1.4. Πρώτο συμπέρασμα από τη φαινομενολογία αυτού του τομέα, που λαμβάνεται από κοινού με αυτό που συζήτησα στο πρώτο δοκίμιό μου είναι το ακόλουθο: Είναι εντυπωσιακό πως αυτό που έχει παραμείνει σταθερό για τα τελευταία περίπου 200 έτη – με τη μερική εξαίρεση του έκτακτου κενού διαστήματος του κεϋνσιανισμού συν τον Ψυχρό Πόλεμο, 1945-75 περίπου, το οποίο ευνόησε με κάποιους τρόπους τους άμεσα ή έμμεσα πολιτικούς μετανάστες – είναι ακριβώς μια αντίφαση στην καρδιά των εθνικών καπιταλισμών. Όλοι τους στηρίζονται στο κράτος για την ύπαρξή τους, ενώ την ίδια στιγμή το κακολογούν ιδεολογικά και αμέσως τσαλαπατούν κάθε περιορισμό που το κράτος (μπορεί να) επιβάλλει στην οικονομική εξαθλίωση και την οικολογική καταστροφή. Η αντίφαση δεν έχει καταργηθεί καθόλου από τη σημερινή υπερεθνική παγκοσμιοποίηση, αφού σήμερα τα σύνορα είναι ελεύθερα για τους πλουσίους και τις χρηματοδοτήσεις, λιγότερο για τα προϊόντα, ακόμα λιγότερο για τις πληροφορίες, και ιδιαίτερα περιοριστικά για τους φτωχούς ανθρώπους και εργαζόμενους: όπως το έθεσε μια εύστοχη παρατήρηση, τα κεφάλαια εξάγονται, οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί απελαύνονται. Η απάνθρωπη χρήση των συνόρων από τα έθνη-κράτη φαίνεται απροκάλυπτα στο πώς επιδρούν στις μαζικές μεταναστεύσεις, πολύ συχνά εξαιτίας της ανόδου της μισαλλοδοξίας στο εσωτερικό τους (το σαφέστερο παράδειγμα είναι ίσως στη δεκαετία του 1940 το Πακιστάν και στη δεκαετία του 1990 η Κροατία). Με τον πλέον κομψό τρόπο ο Giorgio Agamben ρωτά εάν στη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 «οι δύο όροι πρόκειται να ονομάσουν δύο ευδιάκριτες πραγματικότητες ή εάν [ο Άνθρωπος] πραγματικά περιλαμβάνεται ήδη πάντοτε στον [Πολίτη]» (Agamben 1996: 162, επίσης βλ. Balibar 2001).

Η Hannah Arendt (1973), εξετάζοντας την περίοδο 1914-45, διατύπωσε τη σπουδαία ιδέα ότι η πραγματική αλήθεια του έθνους-κράτους είναι να δίνει ορισμένα δικαιώματα στους πολίτες του – και όχι στους ανθρώπους ή τα ανθρώπινα όντα γενικώς, ανεξάρτητα από τον τόπο γεννήσεως ή/ και την καταγωγή τους. Και ότι αυτό οδηγεί λογικά: είτε στην απέλαση, η οποία στατιστικά δε λειτουργεί, είτε στην «πολιτογράφηση» («naturalization») – ένας αποκαλυπτικός γραφειοκρατικός όρος που υπονοεί ότι μια επίσημη σφραγίδα υπηκοότητας, που παραχωρήθηκε από τη χώρα υποδοχής, ακύρωσε το «αφύσικο» (unnaturalness) των ξένων (όντων). Είτε – και αυτός είναι ο κανόνας – σε μια παραμέληση που αφήνει τους μετανάστες σε ένα κενό απόλυτης ή ημι-παρανομίας, όπου τις περισσότερες φορές «το μόνο πρακτικό υποκατάστατο μιας ανύπαρκτης πατρίδας [είναι] ένα στρατόπεδο περιορισμού» (ή στις μέρες μας πλέον, συχνά μια γκετοποιημένη περιοχή). Εάν η Arendt συμπέρανε ότι οι πρόσφυγες «κόλλησαν σαν κατάρα πάνω στα νεοσύστατα κράτη της γης που δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα του έθνους» (όπ. π.: 284), εμείς πρέπει να συμπεράνουμε ότι στην εποχή μας, την εποχή του Ατέρμονου Ιερού Πολέμου δεν είδαμε τίποτα ακόμη.5 Αλλά, έχοντας κατά νου το σπουδαίο αξίωμα του Επίκουρου «Μάταιος είναι ο λόγος ενός φιλοσόφου που δεν θεραπεύει τα ανθρώπινα βάσανα», οφείλω τώρα να προχωρήσω πέρα από τη φαινομενολογία και να ρωτήσω, έστω με προκαταρκτικό τρόπο, «τι πρέπει να γίνει»;

2. Κριτήρια και αξιακοί προσανατολισμοί:

Μια πιθανή επιστημολογικο-πολιτική εναλλακτική λύση

2.0. Με αρκετά γενικούς όρους, το ζήτημα εάν και σε ποιο βαθμό οι μετανάστες μπορούν και θα αποκτήσουν την ιδιότητα του πολίτη, είναι μέρος του προβλήματος της λαϊκής κυριαρχίας. Είναι οι λαοί κυρίαρχοι, και υποκείμενοι μόνο στους νόμους στη δημιουργία των οποίων συμμετείχαν, de nobis non sine nobis (τίποτα για εμάς χωρίς εμάς); Είναι η δημοκρατία ένα κράτος στο οποίο όλοι οι πολίτες, όπως το έθεσε ο Αριστοτέλης, εκ περιτροπής υπακούνε και τους υπακούουν: «ο πολίτης πρέπει να ξέρει να μετέχει και στα δύο: και στο άρχειν και στο άρχεσθαι»6 ; Εάν μετασχηματίσουμε την υποκριτική αφοσίωση στη δημοκρατία – επακόλουθο της Αμερικανικής και της Γαλλικής επανάστασης – σε δεσμευτικό για μας φάρο, τότε η απάντηση είναι ναι. Ποιοι θα είναι, τότε, οι λαοί ή οι πολίτες στους οποίους επαφίεται η δημοκρατική κυριαρχία; Όπως ήδη υπαινίχθηκα, η γαλλική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του 1789, αν και είναι μια σημαντική επινόηση για την εποχή της, παραμένει ακόμα διφορούμενη. Εντούτοις, μπορούμε να προχωρήσουμε εξελίσσοντας τα πιο χρήσιμα τμήματά της. Το άρθρο 1 διακηρύττει ότι «οι Άνθρωποι [δηλαδή κάθε πρόσωπο, όχι μόνο πολίτες μιας χώρας, DS] γεννιούνται με ίσα δικαιώματα», το άρθρο 2 ότι ο Άνθρωπος έχει «φυσικά και αναφαίρετα δικαιώματα» όπως δικαίωμα στην «ελευθερία, ιδιοκτησία, ασφάλεια, και στην αντίσταση στην καταπίεση» και το άρθρο 4 ότι όλοι οι ενήλικοι αλλοδαποί που κατοικούν στη Γαλλία για περισσότερα από ένα έτος (!) και ζουν από την εργασία ή την ιδιοκτησία τους αποκτούν όλα τα δικαιώματα ενός πολίτη. Αυτός είναι ένας μακρινός απόηχος για την ιδιότητα του πολίτη στον σημερινό εύπορο Βορρά,

«[η οποία] αντιπροσωπεύει το τελικό προνόμιο κοινωνικής θέσης, τον ύστατο παράγοντα αποκλεισμού και διάκρισης .... Το να πάρει αυτά τα [ανθρώπινα] δικαιώματα στα σοβαρά … θα σήμαινε ότι πρέπει να εντάξουν τα μόνα δύο δικαιώματα στην ελευθερία που επιφυλάσσεται σήμερα για τους πολίτες: το δικαίωμα στην διαμονή και το δικαίωμα στην κυκλοφορία στις προνομιούχες χώρες μας» (Ferrajoli 1994: 288-89, από όπου παραπέμπω επίσης στη Διακήρυξη του 1789, βλ. επίσης τη συζήτηση εκ μέρους του Ferrajoli (όπ. π.) της Καθολικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ατόμου των Η.Ε. του 1948 και των δύο Συμφώνων για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που ακολούθησαν το 1966).

Εάν νοιαζόμαστε για την ελευθερία, δηλαδή για την πιθανότητα της αυτόνομης αυτο-πραγματοποίησης για κάθε έναν και για όλους, δεν μπορούμε να έχουμε ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων οποιασδήποτε θέσης ή χώρας να αποτελείται από μια ελεύθερη ομάδα και από μια άλλη ανελεύθερη (η τελευταία δε, να αποτελείται από εργαζόμενους, γυναίκες ή μετανάστες). Ήδη ο Marshall σημείωνε ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι σε μεγάλο βαθμό ένα εργαλείο κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Σήμερα, εάν αποκλείουμε τους περισσότερους ή έστω ένα μεγάλο μέρος των μεταναστών, υιοθετούμε την προοπτική ενός κράτους και μιας κοινωνίας τύπου απαρτχάιντ ή δύο επιπέδων, αναπτύσσοντας αναγκαστικά εντός της γκέτο «bantustans», τα οποία το κράτος επιβάλλει με τις μιλιταριστικές και ταχείας επέμβασης δυνάμεις «ασφαλείας». Επιθυμώ να συζητήσω το ζήτημα περαιτέρω, απορρίπτοντας ένα τέτοιο ορίζοντα.

Για να αποφύγουμε το κράτος-αστυνομία, η μόνη εναλλακτική μας λύση είναι ταυτόχρονα επιστημολογική: να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο νοούμε αυτό το πρόβλημα και να αλλάξουμε πολιτική: να οργανώσουμε και να επιβάλουμε, σύμφωνα με τον αλλαγμένο πλέον τρόπο νόησης του προβλήματος, τους λογικούς και δίκαιους πολιτικούς κανόνες που θα ρυθμίζουν τη συγκατοίκηση ή την από κοινού διαβίωση των ανθρώπων. Βασικά πρόκειται για επέκταση των Δικαιωμάτων του Ατόμου για (σχεδόν) όλους τους ανθρώπους που ζουν κάτω από τον ίδιο ουρανό, σε μια κοινότητα πεπρωμένου: στη δημιουργία πολιτών από κατοίκους.

Αυτοί οι κανόνες έχουν μια γρανιτένια θεμελίωση στην έννοια των αναφαίρετων δικαιωμάτων των ανθρώπων, τα οποία πρέπει να νοούμε ως επικεντρωμένα γύρω από την έννοια του να ζεις μια αξιοπρεπή ζωή. Για να γίνει αυτό, χρειαζόμαστε κάποια θεμελιώδη και καθολικά δικαιώματα ή προνόμια:7 απαιτείται μια στερεά ελάχιστη υλική βάση, αλλά και ένα νομικό καθεστώς που να παρέχει στο πρόσωπο σοβαρά δικαιώματα ενάντια στην πολιτική αρχή της οποίας είναι υποκείμενο, και η κοινωνική θέση ενός αναγνωρισμένου και εκτιμημένου μέλους της κοινότητας. Όλοι μας πρέπει να σιτιζόμαστε, να είμαστε ασφαλείς και να αναγνωρίζουμε νόημα στην ύπαρξή μας.

2.1. Επιστημολογία: Εικόνες από την ζωή των λαών

Στο επιστημολογικό επίπεδο, το τι συμβαίνει στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης εμπορευματοποίησης μπορεί ίσως να γίνει κατανοητό ως πάλη ανάμεσα στα επιβεβλημένα προνόμια και στην ισότητα των ευκαιριών. Το πρώτο δημιουργεί μια μανιχαϊστική διχοτομία πολυτιμότερων εναντίον λιγότερο πολύτιμων ζωών, με κατάληξη τις πολύτιμες ζωές εναντίον των χωρίς αξία ζωών (lebensunwertes Leben, όπως εύγλωττα τίθεται στο ναζιστικό δόγμα περί «υπ-ανθρώπων»). Η διχοτομία «εμείς» εναντίον «εκείνων» του Ψυχρού Πολέμου, που είχε καταστεί προφανής με μια ματιά στο χάρτη και τα βαριά οπλισμένα σύνορα γύρω από το «Σοβιετικό Στρατόπεδο» και όλες τις παραφυάδες του, έχει καταρρεύσει από το 1989 αφήνοντας έναν φαινομενικά ενωμένο κόσμο θριαμβεύοντος καπιταλισμού. Αλλά μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, συνοδευόμενη από οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ με το που μειώθηκαν οι στρατιωτικές προμήθειες, μια νέα διχοτομία κατασκευάστηκε, με μια παραδειγματική μεταμοντέρνα κίνηση: με το να δια-δράσει το κράτος των ΗΠΑ ως ηγεμόνας με τις διάφορες αντιδράσεις προς το απάνθρωπο πρόσωπο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αντιδράσεις που οι ίδιες ήταν λιγότερο ή περισσότερο απάνθρωπες ανάλογα με την κατάσταση από την οποία προέκυπταν. Ενάντια σε αυτές τις αντιδράσεις διάφοροι «πόλεμοι» εξαγγέλθηκαν, όπως ο (αποτυχημένος και ξεχασμένος) «πόλεμος κατά των ναρκωτικών», αλλά τελικά η μεγαλύτερη και πιο απάνθρωπη αντίδραση, που μετονομάστηκε «Αλ Κάιντα», ανυψώθηκε στη θέση του Εχθρού, αποκαθιστώντας με χαρά τη διχοτομία. Εν προκειμένω παγκοσμιοποίηση σημαίνει, ανεξαρτήτως συνθημάτων, μια ιεραρχία με ορισμένα έθνη και τάξεις («εμείς» και πάλι) στην κορυφή και όλα τα άλλα έθνη και τάξεις λίγο πολύ (και μάλλον πολύ) στον πάτο. Η θεμελιώδης και αναπόφευκτη δομική διχοτομία μετατοπίστηκε από μια φαινομενικά οριζόντια σε μια κάθετη. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση λειτουργεί σκάβοντας καθημερινά μια ακόμη βαθύτερη τάφρο της ανισότητας μεταξύ του ανώτερου 1/3 (για να μην πούμε ούτε καν το 5-10%) του πλούσιου Βορρά και του υπολοίπου του παγκοσμιοποιημένου κόσμου: ο γεωγραφικο-οικονομικός Νότος των φτωχότερων κρατών και ηπείρων και ο εισαγόμενος ή ο οιονεί Νότος που παράγεται από όλες τις τρώγλες και τις εξαθλιωμένες περιοχές του Βορρά.

Η πολιτική της άρχουσας τάξης να επιβάλλει την ανισότητα, πάντα με την απειλή της πείνας και άλλων ταπεινώσεων και, όπου χρειάζεται, με μαζικές δολοφονίες, διαλαλήθηκε υπό συγκαλυμμένη μορφή και καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο από όλα τα παγκόσμια μέσα. Αλλά στα βουβά βάθη των όλο και περισσότερο στερημένων εργατικών μαζών, δυο βασικές αντι-πολιτικές προέκυψαν: εγκληματικότητα και μετανάστευση. Οι εγκληματικές τάξεις μπορούν να θεωρηθούν ως παράνομοι καπιταλιστές που απαιτούν το μερίδιο τους από τα λάφυρα. Καθώς εμποδίζονται από οικονομική αδυναμία και τους υφιστάμενους νόμους να ανταγωνιστούν άμεσα τους νόμιμους καπιταλιστές, οι περισσότεροι από αυτούς ψαρεύουν στους «μικρούς» ανθρώπους (εργαζόμενους, αγρότες, μικρέμπορους και παρόμοιους) στους οποίους, εντούτοις, παρουσιάζονται ως χρήσιμοι ή μεσάζοντες ενάντια στους κοινούς καταπιεστές, την άρχουσα τάξη δηλαδή και τα πλούσια έθνη (και σε ορισμένες καταστάσεις, όπως διοργάνωση μετανάστευσης, λειτουργούν όντως έτσι). Ο επιστημολογικός ορίζοντας των εμπλεκομένων χαμηλότερων τάξεων, που επιβιβάζονται στη μετανάστευση όποτε μπορούν, είναι αληθινά και ειλικρινά παγκόσμιος: ubi bene ibi patria, σπίτι είναι οπουδήποτε κάποιος μπορεί να ζήσει καλύτερα από κει που κατάγεται. Ψηφίζουν καθημερινά με τα πόδια τους υπέρ του συνθήματος του Marx «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». (Η αριστοκρατική παραλλαγή του συνθήματος είναι το να πηγαινοέρχεσαι μεταξύ κατοικιών σε διάφορες χώρες). Αυτό που επί Ψυχρού Πολέμου ονομάστηκε «Τρίτος κόσμος» έχει συμπεριλάβει το μεγαλύτερος μέρος του προηγούμενου «Δεύτερου Κόσμου» (το «σοβιετικό μπλοκ») και μετατράπηκε από μια οντότητα ορατή στο χάρτη σε ένα υπόστρωμα ορατό σχεδόν παντού στην καθημερινή ζωή αλλά αναγνωρίσιμο στην κυρίαρχη καπιταλιστική και ρατσιστική ιδεολογία μόνο ως εγκληματική απειλή. Η περιφέρεια έχει διεισδύσει το κέντρο.

Αυτοί οι δύο επιστημολογικοί προσανατολισμοί, που αφορούν άρχοντες και αρχόμενους, επικεντρώνονται σε αντιτιθέμενες όψεις των ανθρώπων ή των προσώπων. Στην ιδανική-τυπική εικόνα του καπιταλισμού ο άνθρωπος/άνδρας (επειδή συνήθως ευνοούνται τα επιθετικά αρσενικά) είναι ένα αρπακτικό ζώο ή ένα θήραμα στις ζούγκλες του ανταγωνισμού όπου ο ικανότερος κερδίζει και ο πιο αδύναμος γίνεται δικαίως λίπασμα για τα χωράφια. Το υπερβατικό φετίχ αυτής της άποψης είναι το Αόρατο Χέρι της Αγοράς, που υποστηρίζεται με τα ορατότατα βομβαρδιστικά, το ναυτικό, τα σύνορα και την αστυνομία. Στην ιδανική-τυπική εικόνα των πληβείων, οι άνθρωποι – ενώ είναι σαφώς άνισοι – έχουν ίσα δικαιώματα στη ζωή, την ελευθερία, και την αναζήτηση της ευτυχίας. Είναι αλήθεια, πως στις χαμηλότερες τάξεις ένας τέτοιος ιδανικός τύπος αλλοιώνεται συχνά από ισχυρές ηγεμονικές δυνάμεις του καπιταλισμού ή του εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων των ιεραρχικών θρησκειών και των ταυτοτικών δυσαρεσκειών στις οποίες κάποιος κατώτερος από σας (κατά το φύλο, τη φυλή, την εθνική ένταξη και τα λοιπά) πρέπει να βρεθεί και στον οποίο θα βγάλετε τα απωθημένα σας. Είναι επομένως δύσκολο να βρεθεί, μετά από το θάνατο του ουτοπιστικού ριζοσπαστισμού, μια σαφής συνθετική εικόνα που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον κοινωνικό δαρβινισμό της ζούγκλας της Αγοράς, αλλά μερικά χαρακτηριστικά οιονεί κροποτκιανού τύπου μπορούν να βρεθούν στις πληβειακές κολεκτίβες αυτοβοήθειας όλων των ειδών.

Σε μια τέτοια παρούσα κατάσταση, πώς μπορούμε να αποφύγουμε το κράτος και την κοινωνία τύπου απαρτχάιντ; Σκέφτομαι: αν απορρίψουμε την καπιταλιστική άποψη και πρακτική, και αν διαχωρίσουμε την ήρα από το στάρι στις πληβειακές απόψεις και πρακτικές.

2.2. Προς την πολιτική: το δικαίωμα στην ιδιότητα του Πολίτη ως ανθρώπινο δικαίωμα

Θα προχωρήσω μέσα από πέντε συνδεδεμένα μεταξύ τους αξιώματα.

Το πρώτο μου, ας πούμε, ανθρωπολογικό αξίωμα, είναι ότι το δικαίωμα των ανθρώπων να διασχίζουν κάθε και παντός είδους σύνορα αποτελεί κεντρικό ανθρώπινο δικαίωμα και θα έπρεπε σήμερα να θεωρείται σημαντικό και αξιοπρόσεκτο. Όπως μας είπε ο Καντ στο Προς τη διαρκή ειρήνη, οι άνθρωποι πρέπει να θεωρούνται πολίτες του γενικού Έθνους της Ανθρωπότητας (Menschenstaat). Αυτό δεν είναι φιλανθρωπία ή αγαθοεργία αλλά «φιλοξενία, σύμφωνα με την οποία ένας αλλοδαπός έχει το δικαίωμα να μην αντιμετωπιστεί εχθρικά λόγω της άφιξής του στο έδαφος ενός άλλου προσώπου (eines andern)» (Kant 2002: 54). Είναι το δικαίωμα της επίσκεψης (Besuchsrecht) βασισμένο στο δικαίωμα της κοινής κατοχής της γήινης επιφάνειας, όπου εξαρχής κανένας δεν έχει περισσότερο δικαίωμα από οποιονδήποτε άλλον να βρίσκεται σε μια δεδομένη θέση. Οι δυνάμεις που το καταστέλλουν και επίσης μισθώνουν και προετοιμάζουν πολέμους, συμπέραινε ο Kant, «πίνουν την αδικία (Unrecht) όπως το νερό» (όπ. π.: 60). Ο Μαρξ πιθανώς να το θυμήθηκε αυτό όταν έγραψε ότι κανένας, ούτε ακόμη και όλα τα έθνη από κοινού, δεν έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας στη γήινη επιφάνεια, αφού κάθε γενιά είναι μόνο διαχειριστής με επικαρπία, και καθήκον της είναι να αφήσει καλύτερες συνθήκες για τις ερχόμενες γενιές (MEW 25: 784). Για να το θέσουμε με τον θετικό τρόπο του Στωϊκού κοσμοπολιτισμού από έναν προεξάρχοντα εξόριστο, «από οποιοδήποτε σημείο η ευθεία του βλέμματος υψώνεται ισότιμα προς τους ουρανούς, (έτσι και) τα θεία πράγματα βρίσκονται σε ίση απόσταση από τα ανθρώπινα» (Σενέκας 8, 5).

Πρόκειται για έναν ουτοπικό ορίζοντα αλλά δεν υπάρχει κανένας δεσμευτικός ρεαλισμός που να μην προχωρά σταθερά προς αυτόν τον ορίζοντα.8 Τα έθνη -κράτη μπορεί να αποτελέσουν χρήσιμες μορφές της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής δημοκρατίας, αλλά σήμερα η προέχουσα λειτουργία τους συνίσταται στο να αστυνομεύουν την εργασία για να εξασφαλίσουν τη φτηνή διαθεσιμότητά της. Οι χώρες υποδοχής κερδίζουν φτηνούς εργάτες χωρίς το «κόστος αναπαραγωγής» τους ή της εκπαίδευσής τους (ενίοτε υψηλής επάρκειας και δεξιότητας), και παραλείποντας, κατά ένα μεγάλο μέρος ή ακόμη και πλήρως, τις διαρκείς κοινωνικές δαπάνες για την ντόπια εργασία. Προκειμένου να επιτευχθούν όλα αυτά «ο μετανάστης πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερη ασφάλεια, ακόμα και όταν αυτός-τή έχει πολιτογραφηθεί, κοντολογίς ο μετανάστης πρέπει να είναι τέτοιος για πάντα ή τουλάχιστον για πολύ καιρό, με τις απεριόριστες δυνατότητες εκμετάλλευσης που προκύπτουν από αυτή την κατάσταση» (Balibar 2001: 108). Στο υπόλοιπο αυτής της υπο-ενότητας προτείνω μερικούς λόγους και προσανατολισμούς για την επίτευξη ενός ελάχιστου, δύσκολου αλλά όχι αδύνατου, βήματος από την καταστολή στη συγκατοίκηση.

Τα ακόλουθα δύο αξιώματα μεσολαβούν μεταξύ επιστημολογίας και πολιτικής. Εξάγω ένα αξίωμα από τη διατύπωση του Van Gunsteren (1998) περί μιας «κοινότητας του πεπρωμένου». Στο κατόπι της σημαντικής ιδέας της Arendt ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι συναφή ή, καλύτερα, ομοούσια με τα δικαιώματα της ιδιότητας του πολίτη, αλλά μισό αιώνα αργότερα, ο Van Gunsteren προτείνει τρεις θέσεις, τις οποίες θα προσαρμόσω στη γλώσσα μου: Πρώτον ότι όλοι ανήκουμε, σε διαφορετικά επίπεδα, σε κοινότητες ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν επιλέξει απαραιτήτως να ζήσουν μαζί αλλά διαπιστώνουν ότι είναι αναπόφευκτα αλληλοεξαρτώμενοι, και επομένως πρέπει τώρα να επιλέξουν μεταξύ της συνύπαρξης ή του απαρτχάιντ του οποίου η τελική προοπτική είναι η γενοκτονία. Δεύτερον ότι δεν μπορούμε να έχουμε τις καθαρές ή τέλειες ιδιότητες του πολίτη (για παράδειγμα, εθνικώς καθαρά κράτη) αλλά μόνο ατελείς, και αυτό που πρέπει να απασχολεί είναι πώς να διευκολύνεται η πρόσβαση στα ανθρώπινα δικαιώματα στο μέγιστο αριθμό ανθρώπων και τρίτον ότι για κάθε πρόσωπο σε αυτήν τη γη πρέπει να υπάρξει τουλάχιστον ένας τόπος ή έδαφος στους οποίους αυτοί-ές θα έχουν δικαιώματα πολιτών και, επομένως και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κατά συνέπεια, το δεύτερο αξίωμά μου είναι ότι κάθε κράτος – ή ανάλογη κοινότητα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση – πρέπει να ενθαρρύνει το μέγιστο δυνατόν των οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων του ανθρώπου για όλους τους κατοίκους παρέχοντάς τους το μέγιστο δυνατόν των οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων του πολίτη.

Το σημαντικό προηγούμενο που πρέπει να ακολουθήσουμε εν προκειμένω είναι η (ελλιπής, και πράγματι σήμερα όλο και περισσότερο απειλούμενη) ενσωμάτωση των γυναικών και των εργατικών τάξεων σε μια πολύ ατελή αλλά ακόμα σημαντική δημοκρατία. Η ενσωμάτωση των εργαζόμενων φτωχών είναι δυσκολότερη επειδή υπάρχουν παγκοσμίως πολύ περισσότεροι, επομένως απαιτείται επίσης μια προσέγγιση σε παγκόσμια κλίμακα. Θα επιστρέψω σε αυτό στο τελευταίο μέρος του άρθρου.

Το τρίτο αξίωμά μου βρίσκεται σε λογική ακολουθία πιστεύω, με τα δυο πρώτα: οφείλουμε αξιακά να εστιάσουμε στην πολιτική για τους μετανάστες, που παρέχει τα κριτήρια για οποιοδήποτε αποδεκτό περίγραμμα της πολιτικής μετανάστευσης. Αυτό βασίζεται στη διάκριση του Hammar μεταξύ της πολιτικής για την μετανάστευση και της πολιτικής για τους μετανάστες (στα Hammar 1990 και Hammar 1985). Η πολιτική μετανάστευσης ρυθμίζει τη ροή των μεταναστών, υπολογίζοντας (με έξυπνο τρόπο, ελπίζουμε) τις ανάγκες και τις δυνατότητες του κράτους που την εφαρμόζει. Η πολιτική για τους μετανάστες αφορά στη ζωή των μεταναστών σε αυτό που θα έπρεπε να είναι – αλλά σπάνια είναι – μια φιλόξενη κοινωνία, η οποία είναι πρωτόγνωρη και παράξενη στο μετανάστη. Η πολιτική μετανάστευσης είναι πρωτίστως περιοριστική και εστιάζει στον έλεγχο: είναι η περιοχή των συνοριακών ελέγχων και της αστυνομίας. Η πολιτική για τους μετανάστες είναι πρωτίστως επιτρεπτική και εστιάζει στην ενσωμάτωση: είναι ο χώρος όπου συμμετέχουν και οι δύο, και η κοινωνία των πολιτών και οι μετανάστες, μεμονωμένα ή σε ενώσεις. Από την άποψη της αξιολόγησης αμφοτέρων της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πολιτικής ομόνοιας ή της πολιτοφροσύνης, 9 αυτό που συμβαίνει στους μετανάστες σε σχέση με άλλους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζονται ένα κοινό πεπρωμένο είναι ο προέχων σκοπός, και όλες οι νομικές και οικονομικές πολιτικές πρέπει να ρυθμιστούν αναλόγως. Έχει μεγάλη πρακτική σπουδαιότητα ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει κανένα Σινικό (ή του Βερολίνου, ή του Ρίο Γκράντε, ή του Ισραήλ) Τείχος που να διαιρεί τα φιλελεύθερα πολιτικά δικαιώματα από τα σοσιαλιστικά οικονομικά δικαιώματα: συνυφαίνονται και πρέπει να συζητούνται κάθε φορά σύμφωνα με την ανάγκη και την αξία σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση.

Στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, οι σχετικά φιλελεύθερες πολιτικές μετανάστευσης στις πλουσιότερες χώρες αντισταθμίστηκαν από τις περιοριστικές πολιτικές ενσωμάτωσης (μέσω κατηγοριών όπως ο Gastarbeiter που μπορούσαν να τον στείλουν πίσω κατά βούληση). Σήμερα, που ο Θεός και ο Κομμουνισμός είναι νεκροί, τόσο η μετανάστευση όσο και η ενσωμάτωση είναι καταρχήν όλο και περισσότερο περιοριστικές, με μερικές εξαιρέσεις για τους αναγκαίους ειδικούς (π.χ. προγραμματιστές υπολογιστών). Πρέπει να σημειωθεί, εντούτοις, ότι υπάρχει μια ολόκληρη γκάμα τρόπων αντιμετώπισης της ενσωμάτωσης (βλ. Boucher 2006): από την ελευθεροφροσύνη της Σουηδίας ή του Καναδά στην ακαμψία της Ελβετίας και της Ελλάδας, ενώ η Γερμανία και η Ιταλία πλησιάζουν επικίνδυνα τον άκαμπτο πόλο, άλλως ius sanguinis (δίκαιο του αίματος). Αυτόν τον πόλο θα μπορούσαμε επίσης να τον αποκαλούμε εμπροσθοφυλακή της δομικής επισφάλειας, με τους ντόπιους εργαζομένους να ακολουθούν. Συχνά μετέχει φυλετικών διακρίσεων, οι οποίες άλλωστε είναι ο λογικός ορίζοντας του.

Το τέταρτο, πολιτικό κυρίως, αξίωμα αποκαλύπτει – στο κατόπι του Καντ και του κατασυκοφαντημένου Διαφωτισμού, και ειδικότερα στον απόηχο εκείνου που ο Bloch (1961) αποκαλεί αξιοπρέπεια – ποια ανθρώπινα δικαιώματα είναι δυνατόν να εξυπακούονται σήμερα. Ίσως συνεπέστερα, ο Μαρξ ως αναγνώστης της κατηγορικής προσταγής την προτείνει ως μια άρνηση «όλων των συνθηκών υπό τις οποίες οι άνθρωποι υποβιβάζονται, υποδουλώνονται, γίνονται αξιοκαταφρόνητα όντα» Marx 1967: 257-58). Όπως παρατηρεί με οξυδέρκεια ο Balibar (2001), «(το ελάχιστο) ανήκειν των ανθρώπινων όντων στην “κοινή” σφαίρα των συνθηκών διαβίωσης, δηλαδή της εργασίας, του πολιτισμού, του δημόσιου λόγου και των προσωπικών πεποιθήσεων, περιλαμβάνει ήδη την απαίτηση για το μέγιστο»: δηλαδή, για την λαϊκή κυριαρχία, για τη δημοκρατική ιδιότητα του πολίτη ή την πολιτοφροσύνη (civilité) του Balibar – υπό όλες τις έννοιες αυτού του όρου (Balibar 2001: 188 και passim, βλ. επίσης Richmond 1994). Η κατάσταση των περισσότερων μεταναστών έχει συγκριθεί με άλλες μορφές των «ανελεύθερων εργατών» που ξεκινάνε από τους αποικιακούς σκλάβους και τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, περνάνε από τους αλυσοδεμένους εργάτες και τα γκέτο και φτάνουν στα παράνομα sweatshops (επιχειρήσεις σκληρής εργασίας σε απάνθρωπες συνθήκες και με ελάχιστα λεφτά, ΣτΜ) και την εξαναγκασμένη πορνεία (βλ. Papastergiadis όπ. π.: 58). Το στοιχειώδες ελάχιστο ανθρώπινο δικαίωμα είναι σήμερα η άρνηση οποιουδήποτε τέτοιου απαρτχάιντ – και τελικά της κοινωνίας των καστών, η οποία ίσως σύντομα επιβληθεί γενετικά. Αυτό το δικαίωμα διατυπώνεται πολιτικά ως «ένα πρόσωπο, μια ψήφος». Δεν υπάρχουν καταρχήν δεύτερης κατηγορίας άνθρωποι, και δεν πρέπει να υπάρξουν δεύτερης κατηγορίας κάτοικοι οποιασδήποτε χώρας ή εδάφους (με όρους μονοθεϊσμού, δεν υπάρχει προφανώς καμία δεύτερης κατηγορίας ψυχή).

Όπως είπε ο Jefferson, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη «ζωή, την ελευθερία, και την αναζήτηση της ευτυχίας». Αυτό φαίνεται αρκετά ακίνδυνο, ωστόσο η τήρηση αυτού του αξιώματος θα καταργούσε σχεδόν όλες τις πολιτικές μετανάστευσης ανά την Υφήλιο σήμερα. Δείχνει το γεγονός ότι όλα τα ταξικά προνόμια στους μετα-φεουδαρχικούς χρόνους, για παράδειγμα από τον Locke και δώθε, αρνούνται το καθεστώς της πλήρους (δηλαδή, επίσης νομικής) προσωπικότητας στις ομάδες που θέλουν να περιορίσουν ή να αποκλείσουν οικονομικά και υπαρξιακά – όπως οι γυναίκες, οι πληβείοι ή οι εργαζόμενοι, αλλοδαποί, και παρόμοιοι – με την νηπιοποίηση και την ποινικοποίησηή τους, μετατρέποντάς τους σε μη-πρόσωπα ή σε υπο-πρόσωπα.10 Οι Ναζί εν προκειμένω ήταν και πάλι συνεπέστατοι με το να χρησιμοποιούν την απροκάλυπτα ρατσιστική ορολογία «υπάνθρωποι». Από την άλλη, αυτό σημαίνει ότι οι αρχικοί και τυπικοί ευρωπαίοι μετανάστες, τσιγγάνοι (Roms) και Εβραίοι, ήταν ήδη μεταξύ των προτιμώμενων προς εξολόθρευση ομάδων. Οι τσιγγάνοι δεν έχουν ακόμα κανένα κράτος για να μιλήσει για λογαριασμό τους, και μπορούν επομένως να λειτουργήσουν ως καλός μετρητής για τις ταυτοτικές, ψευδο-ρατσιστικές (δεν υπάρχουν φυλές στους Homo sapiens) διακρίσεις κατά των μεταναστών.11

Φυσικά, κάποιος πρέπει ρεαλιστικά να προσθέσει ότι κάθε κοινωνία έχει το δικαίωμα να αμύνεται με τη βοήθεια του ποινικού δικαίου και ένα τέτοιο δικαίωμα επεκτείνεται προφανώς και στους μετανάστες, ανεξαρτήτως των πολιτισμικών διαφορών τους. Ωστόσο, κατά κανένα τρόπο δεν συνεπάγεται ότι όλοι, ή οι περισσότεροι, ή ακόμα και πάρα πολλοί, πιθανοί ή πραγματικοί μετανάστες πρέπει να στοχοποιηθούν βάσει τέτοιων νόμων. Ο Balibar αυτό το αποκαλεί «το βασίλειο του θεσμοποιημένου ρατσισμού, της καθημερινής περιφρόνησης και κατάχρησης εξουσίας το οποίο, σιγά-σιγά, επεκτάθηκε σε όλους τους “μετανάστες” ή σε όσους κρατούνται ως τέτοιοι» (Balibar 2001: 109). Αν δεν συμφωνούμε με τη διολίσθηση προς μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης με πρακτικώς ανεξέλεγκτες αστυνομικές δυνάμεις, τότε η βασική αρχή του νόμου ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αναλόγως, πρέπει να τηρείται αυστηρά. Το να μεταχειριζόμαστε ολόκληρες ομάδες, χωρίς προηγούμενη εξέταση, ως ενδεχομένως επικίνδυνες είναι μια σαφής περίπτωση αποκλεισμού και συνήθως ρατσισμού. Το ίδιο αποκλειστικά και ρατσιστικά είναι επίσης στην πράξη τα κέντρα κράτησης που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, καθώς επίσης και οι επαναπροωθήσεις ως μέσο συνηθισμένης διοίκησης παρά ως συνέπεια μεμονωμένου αποδεδειγμένου εγκλήματος. Όλα αυτά είναι όχι μόνο ανήθικα, αλλά ανεπαρκή και αποτρεπτικά της ενσωμάτωσης εργαλεία. Οι ενέργειές μας και οι πόροι χρηματοδότησης πρέπει μάλλον να κατευθυνθούν στο να ανακαλύψουν ευφυείς μορφές της ανθρώπινης αντίληψης αποδεκτές τόσο στους μετανάστες όσο και στην πλειοψηφία της ντόπιας κοινωνίας πολιτών. Αυτό ξεκινά με την κατανομή των πόρων στους ανθρώπους παρά στα στρατόπεδα και στις φυλακές: Για παράδειγμα, ένα πληρωμένο διάστημα υποχρεωτικών μαθημάτων γλώσσας και σεμιναρίων ιδιότητας του πολίτη.12 Και συνεχίζεται με τη νομική και οικονομική βοήθεια για τη συνολική ένταξη στα κανονικά σχολεία (παρά πληρώνοντας για την ιδιωτική εκπαίδευση μιας ομάδας) και στα κανονικά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης.

Εδώ δεν μιλώ πρωτίστως για τις κατηγορίες εκείνες των «ειδικά προστατευμένων» έναντι της απέλασης, όπως οι αναζητούντες πολιτικό άσυλο, οι ανήλικοι και οι πρεσβύτεροι, οι άρρωστοι και οι έγκυες, τα οικογενειακά μέλη εκείνων που βρίσκονται ήδη στη χώρα. Πιστεύω έντονα ότι σε αυτές τις κατηγορίες πρέπει να προστεθούν και εκείνοι που έχουν ζήσει τακτικά και έχουν πληρώσει τους φόρους σε μια χώρα για τα Χ έτη. Μιλώ για τους κανονικούς, μη-εγκληματικούς ενηλίκους, για τους οποίους επικαλούμαι το πέμπτο, πολιτικο-οικονομικό αξίωμά μου, που διατυπώνεται με έναν αμερικανικό επαναστατικό τρόπο «όχι φορολογία χωρίς αντιπροσώπευση». Αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα ψήφου πρέπει να επεκταθεί αυτόματα για τις τοπικές εκλογές (μέχρι το επίπεδο περιφερειών) σε όλους εκείνους τους κατοίκους που έχουν πληρώσει ένα έτος φόρων, και για τις εθνικές και ευρωπαϊκές εκλογές μετά από, για παράδειγμα, δύο ή τρία έτη διαμονής με κάποια απόδειξη της εργασίας ή της ιδιοκτησίας τους, της γλωσσικής γνώσης, και της συμμετοχής από τα ενδεχόμενα παιδιά στην υποχρεωτική δημόσια εκπαίδευση.

3. Μερικές προοπτικές για την αστική συγκατοίκηση

3.1. Συμπερασματικά, «πρέπει, με ρεαλισμό, να αποδεχτούμε ότι μακροπρόθεσμα η μόνη εναλλακτική λύση στους πολέμους και την τρομοκρατία είναι η αποτελεσματική καθολικοποίηση [των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων]» (Ferrajoli 1994: 289). Στην περίπτωση των ευρωπαϊκών χωρών αυτό θα σήμαινε, ταυτόχρονα, δύο ριζικές αλλαγές.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να υιοθετηθεί μια αρκετά διαφορετική εξωτερική οικονομική πολιτική, που θα στοχεύει σε εκείνο που ο Balibar αποκαλεί «συν-ανάπτυξη» τουλάχιστον μεταξύ του Νότου και της μερίδας που μας αναλογεί από τον παγκόσμιο Βορρά:

Μόνο ένα τέτοιο πρόγραμμα θα επέτρεπε σε μας να βρούμε μια ισορροπία μεταξύ μιας προσανατολισμένης στην ασφάλεια Ευρώπης, η οποία καταστέλλει βίαια τις μεταναστεύσεις που η ίδια έχει επιφέρει, και μιας χωρίς σύνορα Ευρώπης ανοικτής σε «άγριες» μεταναστεύσεις (δηλαδή εξ ολοκλήρου κατευθυνόμενες από την αγορά με τους ανθρώπους ως όργανά της). Μόνο αυτό θα επέτρεπε σε μας να εξετάσουμε τις συγκρούσεις συμφερόντων και τις πολιτισμικές συγκρούσεις μεταξύ «παλαιών» και «νέων» Ευρωπαίων, «νόμιμων» και «παράνομων», [συνήθως αποκαλούμενων ως] «κοινοτικών» και «εξωκοινοτικών».(«Pour l'Europe», Θέση 11).

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι κάθε μετανάστευση [(im)migration] είναι επίσης αποδημία [emigration]. Όπως έχει επιμείνει σωστά ο Sayad, η μελέτη των κοινωνικών σχέσεων που οδηγούν στην αποδημία και του συνεχούς δυναμισμού τους, είναι προϋπόθεση για την πλήρη κατανόηση όλων των μεταναστεύσεων, η οποία έχει τρεις κεντρικούς παράγοντες: «την κοινωνία της αποδημίας, την κοινωνία των μεταναστεύσεων, και τους ίδιους τους εμιγκρέδες/ μετανάστες» (Sayad 1992: 18, βλ. και 14-19).

Η πολιτικο-οικονομική προϋπόθεση μιας τέτοιας συν-ανάπτυξης είναι η μη συμμετοχή της Ευρώπης στους πολέμους (εκτός από την περίπτωση άμυνας σε μια σαφή και παρούσα επιθετικότητα ενάντια στην Ευρώπη). Σημείωσα πιο πάνω πώς οι πόλεμοι είναι μια σημαντική πηγή εξαθλίωσης και επομένως μετανάστευσης. Αλλά επιπλέον, η ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι εξευτελίζουν τη τιμή των ανθρώπων και ευνοούν το δεσποτισμό και μια κλίση προς την υποταγή και τη σκλαβιά (βλ. Weber 1964: 6-9).

Δεύτερον, η συν-ανάπτυξη βάσει των ίσων δικαιωμάτων των κατοίκων θα σήμαινε τουλάχιστον δύο πράγματα. Καταρχάς, περιορίζει την αποδοχή και μεταχειρίζεται όλους εκείνους που αναγνωρίζονται (στην κλασική γαλλική παράδοση) ως ενδεχόμενοι πολίτες. Μέχρι η προαναφερόμενη αλλαγή της οικονομικής πολιτικής – η μόνη μακροπρόθεσμη λύση στα διλήμματα μετανάστευσης – να καρποφορήσει, είναι μη ρεαλιστικό, έτσι όπως είναι κατανεμημένη η ευημερία σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, να ανοίξουν τα σύνορα ώστε να μεταφερθούν πληθυσμοί πέρα από όσο μπορούν οικονομικά και ψυχολογικά να ανεχθούν οι παρόντες πολίτες (αλλά αυτό είναι ελαστικό και πρέπει να κριθεί από τις άμεσες διαβουλεύσεις με τους εμπλεκόμενους ανθρώπους). Εντούτοις: άπαξ και αναγνωριστούν, οι μετανάστες πρέπει να αντιμετωπιστούν με τα κριτήρια που υποστηρίζονται στην παράγραφο 2, ως άλλοι πολίτες ή «σχεδόν πολίτες». Αυτό το αντιλαμβάνομαι ως μια όσο το δυνατόν πληρέστερη ενσωμάτωση αλλά χωρίς επιβολή του «χωνευτηριού» της εξομοίωσης.13 Αναμφίβολα, η ολοκλήρωση είναι αμφίδρομη και απαιτεί οι μετανάστες να εκπληρώνουν μερικά κεντρικά ανθρώπινα καθήκοντα, τα οποία πηγαίνουν μαζί με την απόδοση δικαιωμάτων. Πιστεύω ακράδαντα ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να κληθεί να αναγνωρίσει τους ανθρώπους που δεν εγκρίνουν τέτοια καθήκοντα και αρχές: λαϊκή κυριαρχία, ισότητα των φύλων, θρησκευτική ανοχή σε ένα λαϊκό κράτος, αποφυγή της σημαντικής-συμβολικής βίας (συμπεριλαμβανομένης της κλειτοριδεκτομής) εκτός από την αυτοάμυνα ... Η χωριστή εκπαίδευση (σε αντιδιαστολή με τις χωριστές παροχές προς βοήθεια των μεταναστών και των παιδιών τους ώστε να αρχίσουν να μαθαίνουν) είναι στο μυαλό μου ασυμβίβαστη με αυτόν τον ορίζοντα.

Εκτός από την περίπτωση να οδεύουμε προς ριζοσπαστικές, ωστόσο υποθέτω λογικές και καθόλου ακραίες αλλαγές, πώς μπορεί να αρχίσει η πολιτική ενσωμάτωση ομάδων όπως οι απομονωτιστές ή οι σοβινιστές και των δύο πλευρών; Και πώς μπορούμε να έχουμε την πολιτική ειρήνη, που αποτρέπει και τη ρατσιστική δίωξη και τις ενδεχόμενες τρομοκρατικές συμπάθειες στο εσωτερικό των μεταναστών, χωρίς μια προσεκτική, πολυπολιτισμική και πλήρους σεβασμού ωστόσο ρωμαλέα ενσωμάτωση; Χωρίς να προσφέρουμε σε περισσότερους μετανάστες μια πιο πρακτική δημοκρατία και ευγένεια από ότι τα καθεστώτα από τα οποία προέρχονται; (Η δημοκρατία για τις φτωχότερες και πιο ευάλωτες ομάδες σε μια κοινωνία αποτελεί την, διαβόητη, μόνη εγγύηση της δημοκρατίας για τη μεγάλη πλειοψηφία.)

3.2. Προς επίρρωσιν αυτών των ισχυρισμών, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ορισμένες, περαιτέρω, σχετικές στατιστικές. Κατ’ αρχάς, οι επίσημες αναλύσεις της ΕΕ προβλέπουν ότι η Ευρώπη χρειάζεται την απασχόληση 20 και πάνω εκατομμυρίων μεταναστών εργαζομένων τα επόμενα 25 έτη, που μαζί με τις οικογένειές τους σημαίνει ίσως 60-80 εκατομμύρια μετανάστες (για την Ιταλία αυτό θα σήμαινε περισσότερο από 2, αντίστοιχα 6-8 εκατομμύρια)! Αλλά, δεύτερον, ίσως εξίσου εκρηκτικό, στον ορίζοντα υπάρχει η γρήγορη «γήρανση» της κεντροδυτικής Ευρώπης, την οποία ακολουθούν με κάπως βραδύτερο ρυθμό ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης ακόμη και της Βόρειας Αμερικής. Εκεί, η χαμηλή γονιμότητα των ντόπιων πρέπει να αντισταθμιστεί είτε από παράταση του χρόνου εργασίας είτε, ως επί το πλείστον, από τη μετανάστευση νέων ανθρώπων προκειμένου να ικανοποιηθούν όχι μόνο η παρούσα ζήτηση εργασίας αλλά και τα μελλοντικά συνταξιοδοτικά κεφάλαια (βλ. Sch\F6dlbauer 2006). Η εξισορρόπηση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων – ως μέρος του γενικού εθνικού εισοδήματος και των κατανομών για την κοινωνική υποδομή των δρόμων, των σχολείων, των νοσοκομείων, κ.λπ. – χωρίς σημαντικές κοινωνικές αδικίες θα απαιτήσει σαφώς περισσότερους μετανάστες.

Οι μετανάστες είναι, λοιπόν, οικονομικά μεν μια μεταμφιεσμένη ευλογία, ωστόσο πολιτικά αποτελούν παντού το κόκαλο μιας διαμάχης εάν όχι μια βασική δικαιολογία για τον αναβιωμένο ρατσισμό και κρυπτο-φασισμό. Οι μετανάστες, κατά συνέπεια, ή θα είναι παρίες και είλωτες, όπως τους αποκαλεί μια μελέτη, και στην καλύτερη περίπτωση «χέρια» και εργατική δύναμη (βλ. Sayad 1992: 61) σε ένα επικίνδυνο κενό πολιτικών δικαιωμάτων και καθηκόντων, ή θα είναι πολίτες; Θα είναι άνθρωποι με λίγο πολύ ίσα δικαιώματα όπως οι άλλοι με τους οποίους μοιράζονται το κοινό πεπρωμένο ή άτομα με λίγα δικαιώματα υποκείμενοι σε διπλή εκμετάλλευση και ως εργατική δύναμη και ως φορολογούμενοι; Προάγγελοι της πολιτικής ισότητας ή μιας κοινωνίας απαρτχάιντ; Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται πρώτιστα ως ζήτημα ασφάλειας (ή «του νόμου και της τάξης»), που αφορά κυρίως στο υπουργείο εσωτερικών και στην αστυνομία, ή πρέπει να θεωρηθούν ως σύνθετο και κεντρικό ζήτημα που καθορίζει το μέλλον των κοινωνιών μας; Αυτό είναι το πρόβλημα που τίθεται όλο και πιο πολύ για όλους μας, τους μετανάστες ή τους παρόντες πολίτες των πλουσιότερων μερών του κόσμου.

Πού μπορούν να οδηγήσουν η διαρκής έλλειψη ισορροπίας και το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών; Στις διαβαθμισμένες κοινωνίες, δηλαδή στις προκαπιταλιστικές φυλές και τα κράτη, ο ξένος είναι όχι μόνο πολιτικός αλλά και κρυπτο-θρησκευτικός ξένος. Σήμερα το χάσμα, κατά την άποψή μου, οδηγεί είτε στη διαρκή ένοπλη σύγκρουση είτε σε μια διαβαθμισμένη κοινωνία, αλλά πιθανώς και στα δύο. Βλέπουμε τα ισχυρά χαρακτηριστικά και των δύο κατευθύνσεων να αυξάνονται καθημερινά ανάμεσά μας. Κάτι συμβαίνει και κλείνουμε τα μάτια μας στο μεγάλο κίνδυνο. Πώς ακριβώς θα διαμορφωθεί ένα τέτοιο απαρτχάιντ εξαρτάται κεντρικά από το πόσο οι οικονομικές και οικολογικές πιέσεις θα κλιμακώσουν τις πολιτικές συγκρούσεις, και αυτό σήμερα δεν είναι σαφές. Ωστόσο, αν οι πλουσιότερες δυνάμεις της γης συνεχίσουν τη σημερινή πορεία, η πιθανότητα των βίαιων συγκρούσεων στους δρόμους θα συνεχίσει να αυξάνεται. Για παράδειγμα, ο Sch\F6dlbauer (2006) υποθέτει ένα σενάριο για τη Γερμανία – βασισμένο στην πιθανότερη πρόβλεψη των επίσημων στατιστικών – μιας κοινωνίας «τεσσάρων τετάρτων»: δύο τέταρτα πέρα από την εργασιακά ενεργό ηλικία, κατά ένα μεγάλο μέρος στους θεσμούς για την τρίτη ηλικία, ένα τέταρτο «ντόπιοι» απασχολούμενοι πολίτες, και ένα τέταρτο «ξένοι», άτομα με τα ελάσσονα δικαιώματα συμμετοχής, που ζουν υπό κηδεμονία νόμων που στοχεύουν στην καλή συμπεριφορά ή την αποβολή, πλημμελώς εκπαιδευμένα και άφθονα...» (σ. 17). Ένα άλλο παράδειγμα, έχουμε γκετοποιημένες κοινότητες που εγγίζουν τα όρια του απαρτχάιντ στα περίχωρα των περισσότερων μεγάλων πόλεων, το οποίο έχει ήδη πλήρως πραγματωθεί στα σημερινά στρατόπεδα περιορισμού.14 Η κάθε είδους ελευθερία, ισότητα ευκαιριών, αύξηση της ευημερίας για ένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, και ισότητα όλων των άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων, «οι θεμελιακές υποχρεώσεις στις οποίες η νομιμότητα του παρόντος κράτους επαφίεται» (Sch\F6dlbauer 2006: 18), θα ποδοπατούνταν.

3.3. Αντιθέτως, ο ορίζοντας του επιχειρήματός μου φτάνει σε εκείνο που ο Balibar έχει αποκαλέσει αμετάφραστα droit de cité, το οποίο τότε εξυπακούεται όταν αρνείται να συγχωνεύσει τους διαφορετικούς βαθμούς παρανομίας (όπως η είσοδος που καταστρατηγεί υφιστάμενους νόμους) με το ολοκληρωτικό έγκλημα, όλη αυτήν την διοικητική αυθαιρεσία προς ένα υποτιθέμενο δεύτερης διαλογής σύνολο (μεταναστών) πολιτών, και την έλλειψη της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης εκείνων που απασχολούνται και πληρώνουν φόρους στην ίδια αρχή (Balibar 2001: 108-09). Εν ολίγοις, υποστηρίζω ότι κάθε άνθρωπος έχει με κάποιους τρόπους το δικαίωμα «στα δικαιώματα» (βλ. και Calloz-Tschopp 1998 και 2000). Αυτό συνιστά την πολιτοφροσύνη (civilite) ή droit de cité, κάτι παρόμοιο με το ρεπουμπλικανικό vivere civile του Machiavelli (Balibar 2001: 209) αλλά σε ένα πλαίσιο παγκόσμιου πλουραλισμού και πολυπολιτισμικότητας. Είναι η μόνη εναλλακτική λύση στην υπάρχουσα συγκεκαλυμμένη και αυξανόμενη απροκάλυπτη βία, από τα πάνω και από τα κάτω.

Μπορώ να δω τουλάχιστον τέσσερις αντιρρήσεις σε αυτόν τον ορίζοντα. Οι τρεις πρώτες είναι, θεωρητικά μάλλον παρά στην πράξη, εύκολα αντιμετωπίσιμες εντός του πλαισίου που αναπτύσσω στο παρόν άρθρο. Η τέταρτη μπορεί ενδεχομένως να υποδεικνύει τα όρια αυτού του πλαισίου.

Πρώτη αντίρρηση: Η υποθετικά ελεύθερη αγορά, όπως είναι τώρα, φαίνεται διαμετρικά αντίθετη σε αυτόν τον ορίζοντα: «το πρόβλημα της δημοκρατικής ιδιότητας του πολίτη είναι ... αν υπάρχει χώρος για μια εμπειρία δημοκρατίας και ενός κράτους βασισμένου σε νόμους που δεν θα υπάγονταν συνολικά στο πρότυπο της αγοράς...» (Zolo 1994: 14, βλ. επίσης Santoro 1992). Ο σημαντικότερος λόγος για να εξημερωθεί το απάνθρωπο πρόσωπο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, διατηρώντας εν τω μεταξύ το μεγάλο καπιταλιστικό επίτευγμα της υψηλής παραγωγικότητας ως προϋπόθεση για τα οποιαδήποτε ανθρώπινα δικαιώματα.

Δεύτερη αντίρρηση: η λύση αντίκειται στις κεντρικές ιδεολογίες του έθνους κράτους ως μια «καθαρής» και αυταρχικής, αυτοπερίκλειστης ενότητας. Αλλά ο χρόνος για τέτοιες περιφράξεις είναι σαφές ότι πέρασε.

Τρίτη αντίρρηση: ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως είναι τώρα, είναι διαμετρικά αντίθετη στην πολιτοφροσύνη και στο δικαίωμα στα δικαιώματα που συχνά η ίδια επικαλείται υποκριτικά. Είναι ο σημαντικότερος λόγος για να μετασχηματιστεί η παρούσα Ευρώπη των τραπεζών και της αστυνομίας σε μια Ευρώπη των κυρίαρχων λαών της – εννοώντας όλους εκείνους τους ανθρώπους που την κατοικούν πραγματικά και πάνω στην εργασία των οποίων έχει στηριχτεί και στηρίζεται. Είναι επίσης η μόνη σταθερή και γόνιμη προοπτική για τις πολιτικές σχέσεις ακόμα και για σχέσεις φιλίας της Ευρώπης με λαούς από άλλα μέρη του κόσμου, τέτοιες όπως εκείνες που προτείνει παραπάνω ο Balibar. Όπως παρατήρησε ο Ιταλός κατεξοχήν εμπειρογνώμονας στο θέμα: «Δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό πόσο ουσιώδεις είναι οι μεταναστεύσεις για την επέλευση ενός δυναμικού ευρωπαϊκού χώρου, ικανού για διάλογο με τον υπόλοιπο κόσμο και για χρήση των κοινωνικών στοιχείων συμπεριφοράς» (Dal Lago 2003: 119). Πέρα από την ανάγκη για την πρωτοκαθεδρία της δημοκρατικής κοινωνίας πάνω στα εκτελεστικά όργανά της, ο Dal Lago μιλά εδώ για την ανάγκη να χτυπηθεί η δυστυχία στη ρίζα της, για παράδειγμα με τη βοήθεια μιας διαφορετικής οικονομικής πολιτικής έναντι των φτωχότερων χωρών. Αυτό θα σήμαινε επίσης να αρνηθούμε τα σημερινά τροπάρια της τυφλής προπαγάνδας υπέρ της ανεξέλεγκτης αγοράς (όπ. π.: 120-21), ιδεολογίες στις οποίες οι ακατάπαυστες επεμβάσεις των ισχυρών κυβερνήσεων και των οργανισμών όπως το ΔΝΤ παρέχουν ψέματα ασταμάτητα και προσφυώς. Τέτοια σύνθετα πρακτικά προβλήματα δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο του παρόντος αρχικού δοκιμίου που αφορά προοπτικές και προσανατολισμούς.

Μια προειδοποιητική σημείωση: σε έναν όχι και πάρα πολύ μακρινό ορίζοντα θα έχουμε τη συγκέντρωση «κλιματικών προσφύγων» οι οποίοι εκτοπίζονται από την άνοδο της στάθμης των υδάτων. Οι χιλιάδες που εγκαταλείπουν τη Νέα Ορλεάνη μετά από τυφώνα Kattrina μπορούν σύντομα να γίνουν εκατομμύρια που εγκαταλείπουν το Μπαγκλαντές και άλλες φτωχότερες χώρες. Πράγματι, μια έκθεση της Χριστιανικής Βοήθειας (Christian Aid) την άνοιξη του 2007, υπολογίζει τον αριθμό τους μέχρι το 2050 σε ένα δισεκατομμύριο (χίλια εκατομμύρια)! Σε μια τέτοια περίπτωση, το διάστημα της ευκαιρίας μας για τη δημοκρατική ρύθμιση της μετανάστευσης, πριν από την κλιματική έξοδο, μπορεί να είναι λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα.

Αλλά η τέταρτη, και τελική, αντίρρηση στους ορίζοντές μου μπορεί να είναι ότι όλοι οι άνεργοι, οι παράνομα απασχολούμενοι και οι επισφαλώς απασχολούμενοι, όλοι αυτοί που υπόκεινται στην αυξανόμενη και όπως φαίνεται στην απεριόριστη εκμετάλλευση και κυριαρχία, αποτελούν το νέο παγκόσμιο προλεταριάτο. Με αυστηρώς μαρξιστική έννοια αυτό θα σήμαινε, καταρχάς, ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έναν τέτοιο πόλο δυστυχίας επειδή απομυζά τα κέρδη του από τη ζωντανή εργασία του, και ότι οποιεσδήποτε δευτερεύουσες τροποποιήσεις σε αυτό το καθεστώς είναι εφικτές στο εσωτερικό ενός τέτοιου (καπιταλιστικού) κοινωνικού σχηματισμού μόνο σε αυτό ή εκείνο το μικρότερο μέρος, αλλά το ίδιο το status, και πιθανώς η περαιτέρω εξαθλίωση, είναι αμετάβλητα. Εάν αυτό ισχύει, εάν ο καπιταλισμός καταδικάζει αληθινά μια αυξανόμενη πλειονότητα ανθρώπων σε μια ζωή ψυχοσωματικής δυστυχίας και (για τις εκατοντάδες των εκατομμυρίων ήδη) πρόωρου θανάτου, τότε είμαστε αντιμέτωποι πιθανότατα με τις μαζικές επαναστάσεις και συγχρόνως με τα απαρτχάιντ συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας και των αντάρτικων πόλης. Οι προτάσεις μου ποντάρουν στην πιθανότητα, έστω και μικρή, μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας. Αλλά δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας στην εναλλακτική λύση.

3.4. Οι Castles & Miller (2004) σημείωναν εγκαίρως ότι αυτή η παγκόσμια διαδικασία μετανάστευσης είναι σχετικά αδιαπέραστη από τους επίσημους περιορισμούς τόσο στις χώρες προέλευσης όσο και στις χώρες υποδοχής. Αποτελεί ευσεβή πόθο η αντιμετώπισή τους μόνο από την αστυνομία και τις στρατιωτικές δυνάμεις: το πράγμα πηγαίνει μακριά. Γι’ αυτό συμπεραίνουν εύλογα στο βιβλίο τους:

Τα μοντέλα αποκλεισμού των μεταναστών από τα δικαιώματα και την εθνικότητα είναι αμφισβητήσιμα, επειδή οδηγούν σε διαιρεμένες κοινωνίες. Ομοίως, τα αφομοιωτικά μοντέλα δεν είναι δυνατόν να πετύχουν, επειδή αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψη την πολιτισμική και κοινωνική κατάσταση των αποίκων. Το πολυπολιτισμικό μοντέλο είναι [το πιο βιώσιμο σύνολο απαντήσεων] στις ανάγκες των αποίκων, και μια δήλωση της διάνοιξης του έθνους στην πολιτισμική διαφορά».15

Εντούτοις, οι οικονομικοί και πολιτικοί κυβερνήτες μας σήμερα σπάνια ακολουθούν τη λογική, καθόσον προτιμούν να επιβαίνουν την τίγρη της βίαιης εκμετάλλευσης καπηλευόμενοι την ξενοφοβία και τον πανικό:

Μια νεαρή κυρία από τη Νιγηρία
Όλο χαμόγελα μια τίγρη καβαλάει
Γυρίσανε από την βόλτα-
τώρα είναι η τίγρη που χαμογελάει,
στην κοιλιά της την κυρία κουβαλάει.16

Δεδομένου ότι ο ορίζοντάς μου στο παρόν δοκίμιο είναι η ριζοσπαστική δημοκρατία, όπως κωδικοποιείται στη φιλοσοφία από ένα Διαφωτισμό ο οποίος, στο μυαλό μου, πάει από τον Σπινόζα στον Μαρξ, παραθέτω ένα απόσπασμα από το προηγούμενό μου δοκίμιο, προκειμένου όχι να επιστρέψω στην ορολογία του αλλά για να προχωρήσουμε πέρα από εκείνο:

Γιατί είναι σίγουρο ότι οι στασιασμοί, οι πόλεμοι, και η περιφρόνηση ή η παραβίαση των νόμων δεν πρέπει να αποδίδονται τόσο στη διαφθορά των υποκειμένων όσο στην κακή συγκρότηση του κράτους. Γιατί τα άτομα δεν είναι γεννημένοι πολίτες αλλά πρέπει να γίνουν τέτοιοι ... [Α]ν η διαφθορά επικρατεί περισσότερο σε ένα κράτος απ’ ό, τι σε κάποιο άλλο, τότε είναι σίγουρο ότι το πρώτο δεν έχει επιδιώξει επαρκώς την αρμονία ούτε έχει πλαισιώσει τους νόμους του με ικανοποιητική σύνεση, και επομένως απέτυχε να αποκτήσει το απόλυτο δικαίωμά του ως κράτος (Suvin 2006: 212-13).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βλέπε επίσης τις εργασίες που αναφέρονται στο δοκίμιό μου Exile … (κατωτέρω), όπου συζητώ τις θέσεις της Arendt εκτενέστερα. Την καλύτερη εισαγωγική επισκόπηση στην παρούσα κατάσταση βρήκα στο Non-persone του Dal Lago, πολύπλευρο, ζωηρό, και με αγάπη προς την ελευθερία, με μια πολύ πλούσια πολύγλωσση βιβλιογραφία. Όλες οι μη αναγνωρισμένες μεταφράσεις από τις μη-αγγλικές πηγές είναι δικές μου. Χρήσιμοι ιστότοποι στο διαδίκτυο (http://www .):

asylumlaw.org, displacement.org, esclavagemoderne.org, gisti.org, internal- remi.revues.org, migreurop.org, noborder.org, picum.org, remisis.org, statewatch.org, united.non-profit.nl .

Agamben, Giorgio, 1996. «Beyond Human Rights», in P. Virno and M. Hardt eds., Radical Thought in Italy. Transl. C. Casarino. Minneapolis: U of Minnesota P. [Italian in his Mezzi senza fine, Torino: Bollati Boringhieri, 1996].

Agier, Michel, 2002. Aux bords du monde, les réfugiés. Paris: Flammarion.

Altvater, Elmar, 1992. Der Preis des Wohlstands. M\FCnster: Westf\E4lisches Dampfboot.

Ang, Ien, 2005. «Diaspora», entry in Tony Bennett et al. eds., New Keywords. Malden MA & Oxford UK: Blackwell, 82-84.

Apitzsch, Ursula, and Mechtild M. Jansen eds., 2003. Migration: Biographie und Geschlechterverh\E4ltnisse. M\FCnster: Westf\E4lisches Dampfboot.

Arendt, Hannah, 1973. Imperialism, part 2 of her The Human Condition. New York & London: HBJ, 267-302 [written in 1945-49].

Aristotle, 1995. Selections. Transl. and ed by T. Irwin G. Fine. Indianapolis & Cambridge:

Hackett.

Balibar, Étienne, 2001. Nous, citoyens d'Europe? Paris: La Découverte.

Balibar, Étienne. «Pour l'Europe altermondialisatrice.» www.lautrecampagne.org

Balibar, Étienne and Immanuel Wallerstein. Race, nation, classe. Paris: La Découverte, 1997.

Balke, Friedrich ed., 1993. Schwierige Fremdheit. Frankfurt: Fischer.

Basch, Linda G., et al., 2000. Nations Unbound. New York: Gordon & Breach.

Baub\F6ck, Rainer, 1994. Transnational Citizenship. Aldershot: Elgar.

Bielefeld, Uli ed., 1998. Das Eigene und das Fremde: Neuer Rassismus in Europa? Hamburg: Hamburger Ed.

Bloch, Ernst, 1961. Naturrecht und menschliche W\FCrde. Gesamtausgabe Bd. 6. Frankfurt: Suhrkamp.

Boucher, Manuel ed., 2006. Discriminations et ethnicization. La Tour d'Aigues: Ed. de l'Aube.

Bourdieu, Pierre, and Loïc Wacquant, 1992. An Invitation to Refle xive Sociology. Chicago: U of Chicago Press.

Bourdieu, Pierre, et al, 1999. The Weight of the World. Tr. P.P. Ferguson. Cambridge: Polity Press [orig. La Misère du monde, Paris 1993].

Calloz-Tschopp, Marie-Claire, 2000. Les «sans-État» dans la philosophie de Hannah Arendt. Lausanne: Payot.

Calloz-Tschopp, Marie-Claire ed., 1998. Hannah Arendt, les Sans-État et le «droit d'avoir les droits», 2 Vols. Paris: L'Harmattan.

Castel, Robert, 1995. Métamorphoses de la question sociale. Paris: Fayard.

Castells, Manuel, 2004. Power of Identity. The Information Age, Vol. 2. Oxford & New York: Blackwells [cited from Das Informationszeitalter, 3 Vols. Opladen: Leske & Budrich, 2001-2003].

Castles, Stephen, and Godula Kosack. Immigrant Workers and Class Structure in Western Europe, 1985. Oxford: Oxford UP [orig. 1973].

Castles, Stephen, and Mark J. Miller, 2004. The Age of Migration. 3d edn. Houndmills & New York: Palgrave Macmillan [orig. 1993].

Cesarani, David, and Mary Fulbrook eds., 1996. Citizenship, Nationality and Migration in Europe. London & New York: Routledge.

Cohen, Robin, 1997. Global Diasporas. Seattle: Univ. of Washington P.

Cohen, Robin, 1987. The New Helots: Migrants in the International Division of Labour. Aldershot: Gower.

Cohn-Bendit, Daniel, and Thomas Schmid, 1992. Heimat Babylon. Frankfurt a/M: Hoffman & Campe.

Colombo, Ascher, and Giuseppe Sciortino, 2004. Gli immigrati in Italia. Bologna: Il Mulino, 2004.

Dal Lago, Alessandro, 1999. Non-persone. Milano: Feltrinelli.

Dal Lago, Alessandro, 2003. Polizia globale. Verona: ombre corte.

Dal Lago, Alessandro, Ed., 1998. Lo straniero e il nemico. Genova & Milano: costa & nolan.

Derrida, Jacques, 2001. On Cosmopolitanism and Forgiveness. Tr. M. Dooley and M. Hughes. New York: Routledge (Cosmopolites de tous les pays, encore un'effort! Paris: Galilée, 1997).

Faist, Thomas, 2000. The Volume and Dynamics of International Migration and Transnational Social Spaces. Oxford: Oxford UP.

Ferrajoli, Luigi, 1994. «Dai diritti del cittadino ai diritti della persona», in Zolo ed. [see below], 263-92.

Gilroy, Paul, 2004. After Empire. Abingdon: Routledge.

Gramsci, Antonio, 1975. Quaderni dal carcere, Vol. 2. Ed. V. Gerratana. Torino: Einaudi.

van Gunsteren, Herman, 1998. A Theory of Citizenship: Organizing Plurality in Contemporary Democracies. Boulder: Westview P.

Hammar, Thomas, 1990. Democracy and Nation-State: Aliens, Denizens, and Citizens in a World of International Migration. Aldershot: Avebury, & Brookfield VT: Gower.

Hammar, Thomas, ed., 1985. European Immigration Policy. Cambridge & New York: Cambridge UP.

Hannerz, Ulf, 1996. Transnational Connections. NY & L: Routledge.

Harris, Joseph E. Ed., 1993. Global Dimensions of the African Diaspora, 2 Vols. Washington DC: Howard UP.

Harris, Nigel. The New Untouchables: Immigration and the New World Worker. London: Tauris, 1995, & Penguin, 1996.

Held, David, 1991. «Between State and Civil Society», in Geoff Andrews ed., Citizenship. London: Lawrence & Wishart, 1991.

International Migration and Development [résumé of the report presented by the UN Secretary-General to the General Assembly in June 2006]. UNDESA Population Newsletter. www.un.org/esa/population/unpop.htm

Kane, Hal, 1995. The Hour of Departure. Washington DC: Worldwatch Institute.

Kant, Immanuel, 1963. «Idea for a Universal History from the Cosmopolitan Point of View», in L. White ed., On History. Tr. R.E. Archer and E.L. Ferkenheim. Indianapolis: Bobbs, 11-26.

Kant, Immanuel, 2002. Zum ewigen Frieden/ À la paix perpetuelle. Paris: Vrin. [Texte allemand de l’Académie de Berlin, Vol. VIII: 343ff.]

Kritz, Mary M., et al, 1992. International Migration Systems. Oxford: Clarendon Press.

Kyle, David, and Rey Koslowski, 1991. Global Human Smuggling. Baltimore & London: Johns Hopkins UP.

Layton-Henry, Zig, 1990. The Political Rights of Migrant Workers in Western Europe. Newbury Park: Sage.

Leggewie, Claus, and Richard M\FCnch Eds, 2001. Politik im 21. Jahrhundert. Frankfurt: Suhrkamp.

Liberti, Stefano, 2006. «Migrazione dall'Africa....» Il Manifesto 23/11/2006, p. 6.

Lutz, Helma, et al. Eds., 1995. Crossfires: Nationalism, Racism and Gender in Europe. London: Pluto Press.

Marshall, T.H., 1963. «Citizenship and Social Class», in his Sociology at the Crossroads and Other Essays. London: Heinemann.

Marx, Karl, 1967. «Toward the Critique of Hegel's Philosophy of Law: Introduction», in Writings of the Young Marx on Philosophy and Society. Ed. and trans. L. D. Easton and K. H. Guddat. Garden City NY: Doubleday, 249–64.

Marx, Karl, 1979. and Friedrich Engels. Das Kapital, Vol. 3. Marx-Engels Werke (MEW) Vol. 25. Berlin: Dietz.

Moulier-Boutang, Yann, 1998. De l'esclavage au salariat, Paris: PUF.

Ong, Aihwa. Flexible Citizenship, 1999. Durham & London: Duke UP.

Palidda, Salvatore, 1998. «La conversione poliziesca delle politiche migratorie», in A. Dal Lago ed., Lo straniero e il nemico [see above], 209-35.

Palidda, Salvatore, ed., 1992. Délit d'immigration. Bruxelles: Migrations.

Papastergiadis, Nikos, 2000. The Turbulence of Migration. Cambridge: Polity P.

Phillips, A., 2001.«Citizenship and Feminist Theory», in Geoff Andrews ed., Citizenship. London: Lawrence & Wishart.

Pries, Ludger ed., 2004. Zwischen den Welten und Zuschreibungen: ...Arbeitsmigration im 21. Jahrhundert. Essen: Klartext V.

Richmond, A. H., 1994. Global Apartheid: Refugees, Racism and the New World Order. Toronto: Oxford UP.

Santoro, Emilio, 1992. «Le antinomie della cittadinanza.» Discipline filosofiche 2.2 (1992): 31-58.

Sassen, Saskia, 1999. Guests and Aliens. New York: New P.

Sassen, Saskia, 1996. Losing Control: Sovereignty in the Age of Globalization. New York: Columbia UP.

Sassen, Saskia, 1988. The Mobility of Labor and Capital: A Study of International Investment. Cambridge & New York: Cambridge UP.

Sassen, Saskia, 2000. «Women's Burden», J. of International Affairs 53.2 (2000): 503-24.

Sayad, Abdelmalek, 1992. L'immigration, ou les paradoxes de l'altérité. Bruxelles: De Boeck.

Sch\F6dlbauer, Ulrich, 2006. «Bev\F6lkerung», in IABLIS: Jahrbuch f\FCr europ\E4ische Prozesse 5 (2006): 9-54.

Seneca, Lucius Annaeus, 2001. Ad Helviam matrem de consolatione. Stuttgart: Reclam.

Simmel, Georg, 1992. «Der Mensch als Feind». Aufs\E4tze und Abhandlungen 1901-08, Bd. 2. Frankfurt a/M: Suhrkamp, 335-43.

Spinoza, Baruch, 1925. Tractatus politicus, in Opera. Ed. C. Gebhardt. Heidelberg: Winter, s.a. [1925].

Stalker, Peter, 2000. Workers without Frontiers. Boulder: Riener, & Geneva: ILO.

Stanton, Domna C., 2006. «On Rooted Cosmopolitanism», PMLA 121.3 (2006): 627.40.

Suvin, Darko, 2006. «Exile as Mass Outrage and Intellectual Mission», in Maria Teresa Chialant ed., Viaggio e letteratura. Venezia: Marsilio, 69-95.

Suvin, Darko, (forthcoming). «Comparative Literature and the Power/ Violence of Terms: From Historical Semantics to Political Epistemology», in P. Mildonian and A. Scarsella eds., It Started in Venice: Proceedings of the International Comparative Literature Conference 2005.

Thomas, Brinley, 1973. Migration and Economic Growth. Cambridge: Cambridge UP.

Todd, Emmanuel, 1994. Le destin des immigrés. Paris: Seuil.

Walzer, Michael, 1983. Spheres of Justice. New York: Basic Books.

Weber, Max, 1964. Soziologie – Weltgeschichtliche Analysen – Politik. Stuttgart: Kr\F6ner.

Willcox, W.F. ed., , 1969. International Migrations, 2 Vols. New York: Gordon & Breach [orig. 1929].

Wittgenstein, Ludwig, 1967. Philosophische Untersuchungen. Frankfurt: Suhrkamp [cited from Philosophical Investigations, 3d edn. Tr. G.E.M. Anscombe. Oxford: Blackwell, 1999].

Wood, Ellen Meiksins, 2005. Empire of Capital. London & New York: Verso.

Zincone, Giovanna, 1999. Citizenship: Between State and Society. S. Domenico di Fiesole: European Univ. Institute.

Zincone, Giovanna, 1992. Da sudditi a cittadini. Bologna: Il Mulino.

Zincone, Giovanna, 1994. Uno schermo contro il razzismo. Roma: Donzelli.

Zolberg, Aristide R., 1987. «Wanted but not Welcome: Alien Labor in Western Development», in W. Alonso ed., Population in an Interacting World. Cambridge MA: Harvard UP, 36-73.

Zolo, Danilo, 1994. «La strategia della cittadinanza», in idem ed. La cittadinanza. Roma & Bari: Laterza, 3-46.

1 Όπως και το προηγούμενο δοκίμιό μου, έτσι κι αυτό δεν ισχυρίζεται καθόλου ότι καλύπτει τα περισσότερα από τα κεντρικά ερωτήματα. Έχω παραλείψει, δεδομένου ότι θα χρειαζόμουν περισσότερο χρόνο και γνώση από ό, τι έχω, τα ιδιαίτερα οικονομικοψυχικά, ή εάν θέλετε, ανθρωπολογικά κίνητρα του συνολικού αυτού φαινομένου: την ένδεια και την επιθυμία για μια καλύτερη ζωή. Προσπάθησα εδώ μόνο να προσεγγίσω μερικά εντυπωσιακά νέα φαινόμενα που προκύπτουν από τη μετανάστευση και ένα πιθανό πλαίσιο για να συνδιαλλαγούμε ακριβώς με αυτά.

Οι προκαταρκτικές προσεγγίσεις στην παράγραφο 1 δοκιμάστηκαν στο Συμπόσιο «Ανάμεσα σε οικείους και ξένιους πολιτισμούς» που φιλοξενήθηκε από το Κολέγιο της Βουδαπέστης, Σεπτέμβριος 2006, και σε μια διάλεξη για το Dottorato in Letterature e culture dei paesi di lingua inglese στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, Οκτώβριος 2006.

2 Εντούτοις, ας μη λησμονούμε ότι τα περισσότερο μετακινούμενα πρόσωπα αυτά τα χρόνια, κινούνται ακόμα εντός του Νότου, για παράδειγμα μετακινούνται μεταξύ των Αφρικανικών χωρών ή από την ινδική ήπειρο στις εύπορες αραβικές χώρες, ή πηγαίνουν από την Κίνα και την ανατολική Ευρώπη στις χώρες του μητροπολιτικού καπιταλισμού, αντίθετα από ό, τι συνέβαινε στην κλασική έξοδο από την Ευρώπη προς υπερπόντιες χώρες. Δυστυχώς, αυτό το δοκίμιο, όπως και το προγενέστερο, εστιάζει αυστηρά στην Ευρω-μεσογειακή εμπειρία. Εντούτοις, νομίζω ότι το πρόβλημα των δικαιωμάτων των πολιτογραφημένων κατοίκων σε αναφορά με τις κοινωνίες των δύο τρίτων έχει ήδη παγκοσμιοποιηθεί επίσης. Επικρατεί σαφώς στην Κίνα, για παράδειγμα, όπου έχουμε την άρνηση των βασικών δικαιωμάτων για τους αγροτικούς μετανάστες στις πόλεις.

3 Βλ. Castles-Miller (2004: 115). Η κυκλοφορία των μεταναστών δεν φαίνεται να οργανώνεται από αυτό που συνήθως αποκαλούμε μαφία, δηλαδή ιδιαίτερα οργανωμένες διεθνείς εγκληματικές ομάδες, οι οποίες τουλάχιστον κατά τη δεκαετία του 1990 προτιμούσαν να περνούν λαθραία ναρκωτικά, όπλα και τοξικά απόβλητα (Palidda 220-21).

4 Ο συγγραφέας μάλλον εννοεί πως ορίζουν διαφορετικά τον αλλοδαπό στην Γερμανία, για παράδειγμα, και αλλιώς στις ΗΠΑ (ΣτΜ).

5 Υπό το φως αυτό, η έννοια της Διασποράς γίνεται τόσο αμφίβολη επιστημολογικά όσο συχνά είναι διφορούμενη πολιτικά. Αυτή η έννοια (αντί της μετανάστευσης ή άλλης παρόμοιας) έχει νόημα μόνο στην αντιπαράθεση με τηDiaspora 1991ff. ντεφάκτο προέλευση/απόσπαση από μια κλειστή εθνική πολιτική οντότητα – όπως φανερώνει το ίδιο το όνομά της (Διασπορά) που σημαίνει τη «διασπορά/διάδοση» ή το «σπέρνω έξω». Επινοήθηκε από μετανάστες της αρχαίας Περσίας ή Ισραηλίτες, και διεθνοποιήθηκε από εκείνους που αφήνουν μια υπάρχουσα ή ενδεχόμενη πολιτιστική «πατρίδα» (Αρμένιοι, μαύροι Αφρικανοί, Ιρλανδοί, Ιταλοί, Ινδοί, κ.λπ., αργότερα από την Παλαιστίνη και τα άλλα «Αραβικά» κράτη και σήμερα από όλα τα περιφερειακά και ημι-περιφερειακά κράτη στην Αφρική, την Ανατολική Ευρώπη, την Ασία, και όλο και περισσότερο στη Λατινική Αμερική). Οι Διασπορές στο μυαλό μου διαφέρουν από τις αποικι(οκρατί)ες, για παράδειγμα από τη Φοινίκη, την Ελλάδα ή την Αγγλία, που εγκαταλείπουν πλουσιότερα και ισχυρότερα κράτη, για να μετακινηθούν προς ενδεχομένως πλουσιότερους τόπους από ανθρώπους που αρχικά έχουν μικρή ή καμία δύναμη ή πενιχρά οικονομικά μέσα πέρα από τη εργατική τους δύναμη ή εμπορικές και χειρωνακτικές δεξιότητες. Εκτός από τις εργασίες που αναφέρονται σε 1.2 βλ. Cohen 1997, Harris 1993, και το δικό μου Suvin 2006, και επίσης το περιοδικό

6 Αριστοτέλης, Πολιτικά 1277a 31-32 βλ. επίσης 1275a. Το Ρωμαϊκό Δίκαιο, έγκυρο για πολλούς αιώνες, το διατύπωσε αυτό ως quod omnes tangit ab omnibus approbari debet («αυτό που τους αφορά όλους πρέπει και να εγκρίνεται από όλους»).

7 Ο όρος έχει διαδοθεί από τον Held (1991: 20-21). Ο διαπρεπής νομικός Ferrajoli μιλά ακόμη και για μια σφαίρα του νομικώς μη αποφασίσιμου, δηλαδή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που είναι καταρχήν προγενέστερα και υψηλότερα από τη νομοθεσία. Η έννοια της εγγενούς αξίας που ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα του τι αξίζει, έχει γίνει καταρχήν στον Kant ένα μείζον δόγμα. Αρνήθηκε τον αυστηρό συσχετισμό αξιοπρέπειας και αξίας του Hobbes. Συμπαθώ τον Kant επειδή μας παρείχε ένα κανονιστικό ουτοπικό ορίζοντα κρίσεων και σκοπών, αλλά νομίζω ότι πρέπει ως πραγματιστές να συμφωνήσουμε με τον Hobbes ότι (τουλάχιστον στις κοινωνίες που βασίζονται στους ανταγωνισμούς) μερικές πτυχές της αξιοπρέπειας μπορούν – μερικές φορές, για περιορισμένο χρονικό διάστημα – να αναστέλλονται. Η ελευθερία, εντούτοις, καθίσταται πολύ αβέβαιη αν φερόμαστε στα παιδιά ή στους εγκληματίες ως να είναι αναξιοπρεπείς και ακόμα περισσότερο αν διευρύνουμε – στην πραγματικότητα, ιδρύουμε – την κατηγορία των παιδαριωδών ή εγκληματικών ανθρώπων υπό κηδεμονία (βλ. το Dal Lago 2004: 213-24 και 230-34). Αυτή η προσέγγιση θα απαιτούσε σοβαρές αναθεωρήσεις στην κλασική τριπλή διάκριση του Marshall περί αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (μια αξιολόγησή της και οι συζητήσεις γι’ αυτή επισκοπούνται σε Zolo 1994).

8 Βλ. επίσης «Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό» στο Ιμ. Καντ, Δοκίμια. Εκδ. Δωδώνη. Ο Derrida (1997: 21) βλέπει έναν περιορισμό στην επιλογή εκ μέρους του Kant του δικαιώματος στο Besuchsrecht (δικαίωμα επίσκεψης) έναντι του δικαιώματος στο Gastrecht (δικαίωμα φιλοξενίας), το οποίο ο Kant σχολιάζει ως επερχόμενο Hausgenosse (μέλος νοικοκυριού) κάποιου για ένα δεδομένο χρονικό διάστημα. Έχω δύο σχόλια. Κατ’ αρχάς, η θεμελίωση από τον Kant αυτού του ανθρώπινου δικαιώματος στο δικαίωμα κοινής κατοχής της επιφάνειας της Γης και στο ίσο δικαίωμα όλων των ανθρώπων να είναι σε μια δεδομένη θέση στη γη συνιστά ήδη μια τεράστια, αποφασιστική βελτίωση πέρα από τον εθνικισμό και, a fortiori, πέρα από την κυρίαρχη σήμερα ρατσιστική θέση Blut-und-Boden (αίμα και έδαφος). Κατά συνέπεια, η καντιανή θέση μας εφοδιάζει με μια πολύ καλή αφετηρία για περαιτέρω προσαρμογές. Δεύτερον, η διάκριση, εντούτοις, του Καντ μεταξύ επισκέπτη και μέλους νοικοκυριού – οι οποίοι, νομίζω, διαφοροποιούνται τόσο από την οικειότητα που προσφέρεται στους νεοφερμένους όσο και από τη «διάρκεια» της παραμονής τους – υπογραμμίζει μια πραγματική δυσκολία που μπορεί μόνο να υπερνικηθεί με τις μελαγχολικές ουτοπιστικές αποστάσεις ενός εξελισσόμενου κοσμοπολιτικού συμβολαίου και της εγκατάστασης που θα βασιζόταν στο κοντινότερο και πιο προφανές δικαίωμα στην επίσκεψη (visa) (βλ. Stanton 2006: 637). Μια μακράς διάρκειας βίζα με πλήρη πολιτικά δικαιώματα μπορεί να μοιάζει αρκετά στην ιδιότητα μέλους του εκτεταμένου «νοικοκυριού» ενός τόπου (ή έθνους). Και θα επιβαλλόταν σε μας να θυμηθούμε τότε την αρχαία ευχή: «Όταν ένας ξένος κατοικεί με σας στο έδαφός σας, δεν θα τον αδικήσετε. Ο ξένος που κατοικεί με σας θα είναι για σας σαν ένας από τους πολίτες σας, θα τον αγαπήσετε σαν τον εαυτό σας, αφού και σεις ήσασταν ξένοι στο έδαφος της Αιγύπτου .... « (Leviticus 19: 3334).

9 Αποδίδουμε ως πολιτοφροσύνη τον όρο civilité όπως εννοιολογείται από τον Μπαλιμπάρ, ΣτΜ.

10 Βλ. στον Dal Lago, όπως αναφέρεται στη σημείωση 5, και σημείωση 27 σε Suvin (2006) για μια πρώτη βιβλιογραφία των συζητήσεων για την ιδιότητα του πολίτη, στην οποία πρέπει τώρα να προσθέσουμε τουλάχιστον τα Dal Lago (1998), Layton-Henry 1990, Palidda 1998, Simmel 1992, και Zolo 1994 . Όπως επισημαίνει ο Dal Lago, περισσότερες διαφοροποιήσεις μεταξύ των μη-προσώπων και των υπο-προσώπων βρίσκουμε στο εξαιρετικό έργο του Bourdieu Weight/Misere.

Μεταξύ των κοινοτoπιών και της ξύλινης γλώσσας των Η.Ε. μπορεί να βρεθούν μερικά χρήσιμα ψήγματα, όπως: «Τα οφέλη της διεθνούς μετανάστευσης ... όχι μόνο για τους μετανάστες τους ίδιους αλλά εξίσου και για τις κοινωνίες υποδοχής – εξαρτώνται από την προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών. Τα δικαιώματα εργασίας είναι το κύριο στήριγμα στην πρόληψη της εκμετάλλευσης και πρέπει να περιφρουρούνται» (Έκθεση προς τον ΓΓ του ΟΗΕ, International Migration and Development, σημείο 13).

11 Οι άλλες κατηγορίες των ναζιστικών μαζικών φόνων ήταν κομμουνιστές, ομοφυλόφιλοι, μερικές αδιάλλακτες αιρέσεις όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι ψυχικώς κατεστραμμένοι φτωχοί και μερικοί σλαβικοί πληθυσμοί (σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, Σέρβοι σε Ustashi της Κροατίας). Η τελευταία κατηγορία φαίνεται να οφείλεται στην ιδεολογία τους περί ράτσας – ο κοινός παρονομαστής των άλλων κατηγοριών φαίνεται να είναι μια πίστη που ξεπερνά τα όρια του κράτους έθνους. Επιβάλλεται να στοχαστούμε πιο πολύ επ’ αυτού, διότι τα ένστικτα των Ναζί ήταν συχνά αλάνθαστα.

12 Στο Quèbec, μια πολιτική μονάδα ανήσυχη και γι’ αυτό προσεκτική ως προς την ενσωμάτωση, διήρκεσε 6 μήνες. Να προσθέσω ότι είναι αρκετά σαφές από τις γλωσσικές έρευνες, στον Καναδά και την Ευρώπη, ότι τα παιδιά μαθαίνουν τη γλώσσα χωρών υποδοχής καλύτερα και γρηγορότερα εάν τους δίνονται επίσης οδηγίες στη μητρική τους γλώσσα, έτσι ώστε η διγλωσσία είναι παιδαγωγικά (και πολιτικά) όχι ένα πρόβλημα αλλά ένα στοιχείο συμπεριφοράς.

13 Υιοθετώ εδώ τους ορισμούς της ενσωμάτωσης ως «την ικανότητα αμφοτέρων και των παλαιών και νέων μελών μιας κοινότητας να αποδεχθούν τους κοινούς κανόνες της αστικής συγκατοίκησης» και της αφομοίωσης ως «την μετάγγιση μιας διαφορετικής πολιτισμικής ταυτότητας» από Zincone (1999: 243). Πέρα από τα αστικά καθήκοντα, όπως εκείνα που ανέφερα, η έκταση και ο ρυθμός της αφομοίωσης πρέπει να αφεθούν στους ίδιους τους νέους πολίτες.

14 Στην πλούσια βιβλιογραφία για τα στρατόπεδα, που θίγονται στο Suvin 2006, πρέπει να προστεθεί. o Michel Agier και το τεύχος αριθ. 4 Conflitti globali, του Ιnternamenti.

15 Castles & Miller (2004: 253-54).Υπάρχουν, καμία αμφιβολία, πολλές εντάσεις και ενδεχομένως λογικά αδιέξοδα στην έννοια ή/και την πρακτική της πολυπολιτισμικότητας, οι οποίες οφείλουν να χωριστούν από την αποχωριστική και πατριαρχική «ταυτοτική πολιτική» και να τεθούν υπέρ του προσωπικού δικαιώματος να αποσκιρτά κάποιος από οποιαδήποτε κοινότητα και από κοινότητες- ομπρέλες ή ουράνια τόξα ... Υπάρχει μια τεράστια συζήτηση, που επισκοπείται από τον Dal Lago (2004: 167-77) όχι μόνο υπέρ ή κατά αλλά και μεταξύ των «υπεύθυνων» και των «μακάριων» πολυπολιτισμικών (βλ. τουλάχιστον Cohn-Bendit and Schmid 1992, Sassen 1999, Todd 1994 και Zincone 1992, 1994, 1999). Η συμβολή μου στη σύγχρονη ιδιότητα του πολίτη κατά την παγκοσμιοποίηση είναι να υπαγάγουμε αναπόφευκτα, και ενίοτε χρήσιμα (βλ. για τις γυναίκες Phillips 1999), τις πολιτικές «κοινοτικής» ταυτότητας – που έχουν τις ρίζες τους στον Αριστοτέλη και στον Ρουσσώ σε μικρές πολιτειακές συγκροτήσεις, και σήμερα επαναπραγματοποιούνται μόνο ως απομονωτισμοί (βλ. Walzer 1983), ή ακόμη-ακόμη και ως δολοφονικοί σωβινισμοί – στο δικαίωμα κάθε προσώπου σε αυτοδιάθεση, συμπεριλαμβανομένης της διαφωνίας από ψευδο-οργανικά καπελώματα. Να είσαι ενάντια είναι εξίσου ακέραιη ελευθερία όσο το να είσαι μαζί.

16 Το ποίημα είναι Ανωνύμου αλλά από κάποιους αποδίδεται στον Τσέστερτον. Η έμμετρη απόδοση του πεντάστιχου καθώς και το παρόν σχόλιο είναι της Σοφίας Λαλοπούλου (ΣτΜ).


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή