Η εποχή Hayek: Ο νεοφιλελευθερισμός ως πειθαρχία Εκτύπωση
Τεύχος 108, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2009


Η ΕΠΟΧΗ HAYEK: O ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΩΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ

του Δημήτρη Σωτηρόπουλου

«Έλα, πάμε να ψαρέψουμε μαζί, λέει ο ψαράς στο σκουλήκι».1

  1. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί σχέδιο ενός γενικού περιγράμματος έρευνας. Το περίγραμμα ορίζει μία θεωρητική στρατηγική, «σκιαγραφεί» μία προβληματική. Δεν επιχειρεί να εξαντλήσει όλες τις όψεις της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού, ούτε, επίσης, να διερευνήσει το σύνολο των παραγόντων που συνεισέφεραν στην αποκρυστάλλωσή του. Περισσότερο αποσκοπεί στο να αναδείξει τρόπους και μορφές στοχασμού οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε μία απόπειρα εναλλακτικής ερμηνείας των σύγχρονων οικονομικών εξελίξεων, διατηρώντας ως σταθερό σημείο αναφοράς την παρέμβαση του Μαρξ. Θα λέγαμε ότι είναι καιρός, εν μέσω κρίσης, οι αυξήσεις στις πωλήσεις του Κεφαλαίου να «πιάσουν τόπο», δηλαδή να πάψουν να κοσμούν τις προσωπικές βιβλιοθήκες «ψαγμένων» αναγνωστών και να μετουσιωθούν σε κριτικές αναλύσεις που να καθοδηγούν την επαναστατική δράση.

  1. Η παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων. Εξαρχής απέκτησε διεθνή διάσταση ενώ σταδιακά μετατράπηκε σε κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Και οι πλέον απαισιόδοξες μακροοικονομικές προβλέψεις επιβεβαιώνουν την προηγούμενη διαπίστωση. Η διαδικασία απομόχλευσης (deleverage) των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων μεταφέρει πιέσεις σε όλους τους οικονομικούς κλάδους (με τα πρώτα σημάδια στους κλάδους των κατασκευών και της αυτοκινητοβιομηχανίας) δημιουργώντας συνθήκες εκκαθάρισης ή αναδιάρθρωσης των μη-επαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων, εντός και εκτός χρηματοοικονομικού τομέα.

Δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με τις λεπτομέρειες της παραπάνω διαδικασίας. Πολλοί αναλυτές σπεύδουν να επισημάνουν κάτι που ο Μαρξ έχει αναδείξει εδώ και πολύ καιρό: μπορεί η κρίση να σημαίνει κατάρρευση, αλλά η κατάρρευση δεν σημαίνει τέλος. Πολύ περισσότερο: ενδεχομένως θα μπορούσε να μεταφραστεί σε «ευκαιρία» για νέα δυναμική ανάκαμψη. Η κρίση, άπαξ και εκδηλωθεί, προσλαμβάνεται από την πλευρά της εξουσίας ως ευκαιρία.

Όπως έχει ειπωθεί ξανά,2 η σύγχρονη κρίση είναι συστημική με την έννοια ότι αποτελεί τη μορφή εμφάνισης των αντιφάσεων που συνθέτουν τον πυρήνα του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Είναι μία κρίση η οποία δεν «κληρονομήθηκε» από το παρελθόν και οπωσδήποτε δεν αποτελεί απόδειξη της αδυναμίας του νεοφιλελευθερισμού να αναπαραχθεί ως τέτοιος. Η παρούσα κρίση δεν εξαργυρώνει ένα ιστορικό «χρέος» που ένας υποτιθέμενος ασταθής καπιταλισμός έχει μεταθέσει στο μέλλον. Αντιθέτως, είναι ένα αστάθμητο σύμπτωμα το οποίο έχει να υποδηλώσει πολλά για την «ασθένεια». Είναι μία «οριακή κατάσταση», μία στιγμή απορρύθμισης ενός συστήματος αλληλοδιαπλεκόμενων στοιχείων. Έτσι, εάν ο νεοφιλελευθερισμός εμφανίζεται σαν μία συνεχόμενη και αναπαραγόμενη αλυσίδα «αναγκαιότητας» και αιτιοκρατίας, τότε για μία «κριτική» σκέψη η στιγμή της ασυνέχειας έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη στιγμή της συνέχειας, διότι υπαινίσσεται αποφασιστικά τις δομικές αιτίες ολόκληρου του συστήματος. Από την άποψη αυτή, η παρούσα κρίση μας παρέχει μία σημαντική ευκαιρία να «στοχαστούμε στα όρια» τη σύγχρονη μορφή του καπιταλισμού. Και όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Althusser (1994: 132), «έξω από τη σκέψη του ορίου δεν υπάρχει καμία στρατηγική, άρα καμία τακτική, άρα καμία δράση».

  1. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Σε σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης βιβλιογραφίας3 γίνεται πλέον αποδεκτό ότι η κρατική πολιτική δεν μπορεί να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τους τρεις στόχους που απεικονίζονται στην αριστερή στήλη του παρακάτω πίνακα. Θα πρέπει αναγκαστικά να θυσιάσει έναν. Και όχι απλά να θυσιάσει, αλλά να τον δεσμεύσει στην ικανοποίηση των υπολοίπων δύο. Σύμφωνα λοιπόν με το επιχείρημα των κεϋνσιανών της «νεοκλασικής σύνθεσης» Krugman-Obstfeld, τα κράτη, κατά το σχεδιασμό των επιδιώξεών τους, έρχονται αντιμέτωπα με το εξής «τρίλημμα» πολιτικής: θα πρέπει να παραιτηθούν από την επίτευξη ενός από τους τρεις εν λόγω στόχους (ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής, σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας, απελευθέρωση στη διεθνή κίνηση του κεφαλαίου) ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν τους υπόλοιπους δύο.


Οι όροι με τους οποίους έχει τεθεί το ζήτημα είναι αμιγώς νομισματικοί και εντάσσονται στο πλαίσιο της «ορθόδοξης» μακροοικονομικής βιβλιογραφίας. Ακολουθώντας την ανάλυση των Bryan και Rafferty (2006: 107) θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε μία επαναδιατύπωσή τους, έτσι ώστε να είναι περισσότερο αξιοποιήσιμοι από την πλευρά της μαρξιστικής επιχειρηματολογίας. Κάτι τέτοιο συμβαίνει στο δεξιό σκέλος του παραπάνω πίνακα. Ας γίνουμε περισσότερο συγκεκριμένοι. Πρώτον, η ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής δεν αποτελεί κοινωνικά «ουδέτερη» επιλογή και φυσικά δεν μπορεί να ειδωθεί παρά μόνο ως συστατικό κομμάτι μιας γενικότερης αστικής στρατηγικής. Συνεπώς, οι όροι και οι μορφές αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης συνδέονται αναγκαστικά με την «επιλογή» του χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής. Από την άποψη αυτή, θα μπορούσαμε να αντικαταστήσουμε το στόχο της «ανεξαρτησίας της νομισματικής πολιτικής» με την εναλλακτική «πολιτική στήριξης των όρων διαβίωσης της εργασίας».4 Δεύτερον, η απελευθέρωση στη διεθνή κίνηση των κεφαλαίων στην πραγματικότητα αποτελεί «απελευθέρωση» των χρηματαγορών και κατά συνέπεια απελευθέρωση του διεθνούς ανταγωνισμού και ένταση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου.

Το παραπάνω επιχείρημα συνεπάγεται ότι ο στόχος που «θυσιάζεται» κάθε φορά λειτουργεί σαν μηχανισμός-μέσο επίτευξης των υπολοίπων δύο. Μία σειρά από οικονομετρικές αναλύσεις κατατείνουν σε αυτό ακριβώς γεγονός: ολόκληρη η ιστορία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος του 20ού αιώνα μπορεί σε γενικές γραμμές να περιοδολογηθεί σύμφωνα με εναλλακτικές «επιλογές» στο παραπάνω «τρίλημμα» πολιτικής, οι οποίες αναδιαμορφώνουν κάθε φορά το μηχανισμό μέσω του οποίου επιτυγχάνονται οι μη-θυσιαζόμενοι στόχοι εντός ενός συγκεκριμένου πάντα θεσμικού πλαισίου.5

  1. Ωστόσο: υπάρχει πραγματική «επιλογή» για τα κράτη; Και αν ναι, ποιοι είναι οι όροι μιας τέτοιας επιλογής; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει όχι μόνο μία τοποθέτηση (α) στο τι είναι το καπιταλιστικό κράτος (ένα προικισμένο με διάφορα «μονοπώλια» Υποκείμενο που πραγματοποιεί «επιλογές» εντός περιορισμών;), αλλά πολύ περισσότερο μία επιχειρηματολογία (β) του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται ο ιμπεριαλισμός, δηλαδή το πεδίο των ανισομερών σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, το οποίο και φυσικά αντανακλάται (ως δευτερεύουσα αντίφαση) στο εσωτερικό τους, κατατείνοντας στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας ως συνόλου. Για λόγους οικονομίας στην ανάπτυξη του επιχειρήματός μας, θα περιοριστούμε σε ορισμένες μόνο επιγραμματικές επισημάνσεις6 (οι οποίες απέχουν πολύ από το να εξαντλήσουν τα προηγούμενα ερωτήματα). Θα μπορούσαμε εναλλακτικά να σκεφτούμε ως εξής την επιχειρηματολογία του προηγούμενου σημείου.

Στην ανάλυση του Μαρξ ο ανταγωνισμός αποτελεί χαρακτηριστικό που εγγράφεται στην ίδια την κεφαλαιακή σχέση.7 Σε ένα από τα πολλά σχετικά αποσπάσματα του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ (1996: 613) επισημαίνει ότι ο ανταγωνισμός «επιβάλλει στον κάθε ατομικό κεφαλαιοκράτη τους εσωτερικούς νόμους του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σαν εξωτερικούς αναγκαστικούς νόμους». Επειδή, ωστόσο, κάθε κοινωνικός σχηματισμός δεν υπάρχει απομονωμένος, αλλά εντάσσεται με συγκεκριμένους όρους εντός του πλέγματος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, η έννοια του ανταγωνισμού αναγκαστικά εμπεριέχει δύο αλληλένδετες όψεις: (1) τον ανταγωνισμό των ατομικών κεφαλαίων που αποτελούν στοιχεία του ίδιου εθνικού συνολικού κεφαλαίου, αποφέροντας ως τάση ίσα ποσοστά κέρδους, και (2) τον «ανταγωνισμό» ατομικών κεφαλαίων που αναφέρονται σε διαφορετικά εθνικά συνολικά κεφάλαια (και που ως τάση συνήθως αποφέρουν διαφορετικά ποσοστά κέρδους). Ο ανολοκλήρωτος χαρακτήρας των κειμένων του Μαρξ έχει σαν αποτέλεσμα η περιγραφή του σημείου (2) να μην είναι ρητά διατυπωμένη από τον ίδιο, γεγονός που προκαλεί σημαντικές αποκλίσεις στο εσωτερικό της μαρξιστικής συζήτησης.8

Στην παγκόσμια αγορά ο «νόμος του ανταγωνισμού» λαμβάνει χώρα «τροποποιημένος».9 Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και στην ιδανική περίπτωση (δηλαδή ακόμα και εάν αγνοήσουμε τα μέτρα προστατευτισμού που έμμεσα ή άμεσα κάθε κράτος υιοθετεί), οι συνθήκες του κεφαλαιακού ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά τροποποιούνται (από την άποψη ότι αποκλίνουν από το «πρότυπο» του δια-κλαδικού ανταγωνισμού στο εσωτερικό μιας εθνικής οικονομίας) μόνο και μόνο από το γεγονός της ύπαρξης διαφορετικών εθνικών νομισμάτων. Ο τρόπος με τον οποίο κινούνται μακροχρόνια οι συναλλαγματικές ισοτιμίες λειτουργεί «προστατευτικά» ως προς τα ατομικά κεφάλαια του λιγότερου αναπτυγμένου κοινωνικού σχηματισμού (στις μεταξύ τους συναλλαγές, το νόμισμα της πιο αναπτυγμένης εθνικής οικονομίας τείνει να ανατιμηθεί σε σχέση με το νόμισμα της λιγότερο αναπτυγμένης οικονομίας εξαιτίας των εμπορικών πλεονασμάτων που θα καταγράψει η πρώτη). Και ο «προστατευτισμός» αυτός (όπως και κάθε είδους προστατευτισμός) αποτελεί τη βασική αιτία διεθνοποίησης του κεφαλαίου: ένα «ανταγωνιστικό» κεφάλαιο το οποίο πραγματοποιεί υπερ-κέρδη σε μία ξένη αγορά θα «αναγκαστεί» σε διεθνοποίηση ώστε να παρακάμψει όποια εμπόδια κινδυνεύουν να εξανεμίσουν τα κέρδη του.

Γίνονται έτσι κατανοητά, τα ακόλουθα δύο συμπεράσματα: (1) ότι ο διεθνής ανταγωνισμός δεν μπορεί να αφορά αμιγώς το διεθνές εμπόριο, αλλά απαραίτητα διαπλέκεται και με τη διεθνή «κινητικότητα» των κεφαλαίων,10 (2) ο διεθνής ανταγωνισμός προϋποθέτει τη φιλελευθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (και για λόγους που θα αναφανούν στη συνέχεια του κειμένου).

Οι παραπάνω γενικές διατυπώσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό η δυναμική της τελευταίας εξαρτάται από την κερδοφορία της παραγωγής (δηλαδή από τη δυνατότητα του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά την εργασία), αλλά και από τη φύση του ανταγωνισμού, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση από τη δυνατότητα του συνολικού κεφαλαιοκράτη να επιβάλλει τους «νόμους» του κεφαλαίου. Όπως πολύ εύστοχα διατυπώνει ο Busch (1986: 106, σε μία εξαιρετική επιχειρηματολογία αναφορικά με το ζήτημα της συσσώρευσης): «κεφάλαια, που βρίσκονται σε εξίσου ευνοϊκές συνθήκες αξιοποίησης, θα συσσωρεύουν άνισα, όσο αποκλίνει ο εξαναγκασμός για συσσώρευση, όπως αυτός προκύπτει από τη διαφορετική πίεση του ανταγωνισμού, στην οποία υπόκεινται». Με άλλα λόγια, για τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η στρατηγική της έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό (την οποία προωθούν με διαφορετικούς όρους και αποκλίσεις, ανάλογα με τα αντίστοιχα εθνικά συμφέροντα) αποτελεί την κατεξοχήν στρατηγική του κεφαλαίου.

Σε σχέση συνεπώς με το «τρίλλημα» πολιτικής που εκθέσαμε παραπάνω, οι στρατηγικοί και «αδιαπραγμάτευτοι» στόχοι (όσο το επιτρέπει προφανώς η ταξική πάλη) για τους ανεπτυγμένους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς δεν μπορεί παρά να είναι οι κυμαινόμενες (αλλά όχι ασταθείς) συναλλαγματικές ισοτιμίες και η απελευθερωμένη διεθνής κίνηση των κεφαλαίων, δηλαδή στόχοι που υπηρετούν τη στρατηγική της έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό. Πρόκειται για ένα οικονομικό περιβάλλον που συνθλίβει τις παραδοσιακές προνοιακές πολιτικές, και από αυτή την άποψη η εποχή του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού μοιάζει με την περίοδο του χρυσού κανόνα.11 Η αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση με το πραγματικό εισόδημα της εργασίας (οι «όροι» της εργασίας) είναι η συνθήκη που «προσαρμόζεται» στη στρατηγική της απελευθέρωσης του κεφαλαιακού ανταγωνισμού.

  1. Πολλά είναι όσα έχουν γραφτεί για τη συμφωνία του Bretton Woods (στη διαπραγμάτευση της οποίας ενεπλάκη προσωπικά και ο ίδιος Keynes). Η συμφωνία αυτή έθεσε το πλαίσιο λειτουργίας του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος από το 1944 έως το 1971. Για να είμαστε πιο ακριβείς, επικύρωσε τους όρους εντός των οποίων αναπτύχθηκε η μορφή του περιβόητου κοινωνικού κράτους πρόνοιας.

Για ορισμένο τμήμα της βιβλιογραφίας (ιδιαίτερα επηρεασμένο από την κεϋνσιανή προβληματική) η περίοδος του Bretton Woods παρουσιάζεται σαν ένας παράδεισος που χάθηκε.12 Τα πράγματα δεν είναι, βέβαια, ακριβώς έτσι. Οι «άκαμπτες» συναλλαγματικές ισοτιμίες ήταν περισσότερο αποτέλεσμα της μεταπολεμικής πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας εντός της οποίας οι προσδοκίες του Bretton Woods θα μπορούσαν σε σημαντικό βαθμό να γίνουν πραγματικότητα. Ή για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, οι ταξικοί και οι ιμπεριαλιστικοί συσχετισμοί της περιόδου, όπως επίσης και τα ιδιαίτερα και πρωτότυπα ιστορικά χαρακτηριστικά της (τέλος ενός παγκόσμιου πολέμου που ακολούθησε ύστερα από μία δεκαετία ύφεσης, ανάπτυξη εργατικών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, ήττα του φασισμού, έναρξη των ψυχροπολεμικών διενέξεων), συνέβαλαν στη συγκεκριμένη «προνοιακή» μορφή του καπιταλισμού, τουλάχιστον για τις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης.

Βασική προϋπόθεση του όλου σχεδίου υπήρξε ο δραστικός έλεγχος στις διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου. Η αποτελεσματικότητα των ελέγχων αυτών δεν οφειλόταν μόνο στη αμοιβαία «συγκατάβαση» των κρατών. Οι νομικοί περιορισμοί στη διεθνή τραπεζική που θεσπίστηκαν εξαιτίας της ύφεσης του 1930 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι διεθνείς αγορές ομολόγων απείχαν πολύ από το να ανακάμψουν ύστερα από το κύμα των χρεοκοπιών της ίδιας περιόδου υποστήριζαν καθοριστικά τη δυνατότητα των κεφαλαιακών ελέγχων. Από την άλλη, οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες είχαν ήδη εισέλθει σε τροχιά ραγδαίας ανασυγκρότησης μετά από έναν καταστροφικό παγκόσμιο πόλεμο. Πολλές από αυτές (ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές οικονομίες) ήταν απόλυτα ικανοποιημένες με τις άκαμπτες αλλά υποτιμημένες συναλλαγματικές ισοτιμίες σε σχέση με τις ΗΠΑ (που ευνοούσαν την ανταγωνιστικότητά τους φυσικά), αναγνωρίζοντας στις τελευταίες το «προνόμιο» να διατηρούν το δολάριο ως παγκόσμιο νόμισμα. Έτσι και αλλιώς, η ραγδαία μεταπολεμική οικονομική ανασυγκρότηση αποκλιμάκωνε τις κοινωνικές συγκρούσεις σχετικά με το ύψος των πραγματικών μισθών, ενώ δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για σταθερές συνθήκες απασχόλησης.13

Στο νέο περιβάλλον, η ακαμψία των συναλλαγματικών ισοτιμιών αποτελούσε τη διακηρυγμένη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής των αναπτυγμένων κρατών. Οι τυχόν ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν μέσα από άμεση κρατική παρέμβαση. Κατά συνέπεια, το κράτος «απέκτησε» τη δυνατότητα14 να καταφεύγει σε κατάλληλες νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές ώστε να «προκαλεί» διεθνείς χρηματοοικονομικές ροές στην κατεύθυνση υποστήριξης της επιθυμούμενης σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η διαδικασία αυτή είχε «παράπλευρες» απώλειες, σημαντικότερες από την ίδια τη ρύθμιση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Διότι η δυνατότητα χρησιμοποίησης μακροοικονομικών πολιτικών εργαλείων για εξυπηρέτηση «εγχώριων» στόχων, που δεν αφορούν κατ’ ανάγκη την «ανταγωνιστικότητα» του κεφαλαίου, θα μπορούσε να αποβεί προς όφελος της εργασίας, δηλαδή άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο στροφής σε κοινωνικές πολιτικές. Αναγκαία προϋπόθεση ήταν ο έλεγχος της ανεξέλεγκτης διεθνούς κίνησης του κεφαλαίου. δηλαδή η δραστική αναδιαμόρφωση των διεθνών χρηματαγορών.

Οι σχετικά «αδρανείς» και «ελεγχόμενες» διεθνείς χρηματαγορές άφηναν χώρο για κοινωνικές και εισοδηματικές διεκδικήσεις χωρίς να θέτουν επιτακτικά το ζήτημα υπεράσπισης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή των κινδύνων «συμμόρφωσης» που μία ελεύθερη μεταβολή της θα συνεπαγόταν.15 Τυχόν αποκλίσεις στην οικονομική πολιτική που θα οδηγούσαν σε αμελητέες μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμή για κερδοσκοπικές επιθέσεις. Με άλλα λόγια οι αγορές δεν ήταν επαρκείς: ήταν αδύνατο να παράξουν αξιόπιστα «σήματα» και έτσι δεν ήταν ικανές να ασκήσουν αξιόπιστο έλεγχο στην οργάνωση της κρατικής πολιτικής. Παρότι οι εταιρίες και οι χρηματοοικονομικοί ενδιάμεσοι είχαν τη δυνατότητα να παρακάμψουν τους ελέγχους, κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει μόνο με ανάληψη σημαντικού κόστους. Θα έπρεπε, επομένως, να υπάρχει μία εύλογη προσδοκία υποτίμησης που να αφορά ένα εξίσου εύλογο χρονικό ορίζοντα ώστε ένα ενδεχόμενο κερδοσκοπικό «στοίχημα» να έχει νόημα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση η νομισματική μεταβολή θα ήταν αμελητέα (ακόμα και εάν αντιστοιχούσε σε σημαντική μετατόπιση της οικονομικής πολιτικής), με αποτέλεσμα το κόστος του «στοιχήματος» να είναι τελικά ασύμφορο. Εδώ ακριβώς είναι που διανοίγεται ένας «χώρος ελευθερίας» που θα μπορούσε να ικανοποιήσει εν μέρει ταξικές στρατηγικές επιδιώξεις.

Κατά συνέπεια, το καθεστώς του Bretton Woods αποτελούσε μία διαφορετική «λύση» στο προαναφερθέν «τρίλημμα» πολιτικής: ο θυσιαζόμενος στόχος ήταν αυτή τη φορά η ελευθερία στην κίνηση του κεφαλαίου, δηλαδή μία σημαντική περιστολή στη στρατηγική έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό. Το νέο θεσμικό πλαίσιο άφηνε ανοικτή τη δυνατότητα βελτίωσης στους όρους της εργασίας, γεγονός που έφερνε στο προσκήνιο μία νέα αστική στρατηγική: την ενσωμάτωση των κοινωνικών κινημάτων και την «απόσπαση» της ταξικής συναίνεσης μέσα από σημαντικές παραχωρήσεις στο οικονομικό επίπεδο οι οποίες, βέβαια, δεν έφτασαν ποτέ να αμφισβητήσουν τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης (ούτε και εξάλειψαν το στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου και της καταστολής).

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι οικονομικές πολιτικές του συλλογικού κεφαλαιοκράτη ποτέ δεν κατόρθωσαν να εκμηδενίσουν τις διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου (για μία σειρά από λόγους, κυριότερος από τους οποίους ήταν η ισχυρή πίεση για διεθνοποίηση του κεφαλαίου από τους αναπτυγμένους καπιταλισμούς: από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα η ανάπτυξη των διεθνών χρηματαγορών είναι μία διαρκής πραγματικότητα). Έτσι και αλλιώς, αυτό ποτέ δεν ήταν το τελικό ζητούμενο. Η βασική προϋπόθεση για την ευστάθεια του Bretton Woods ήταν μάλλον ένας κατάλληλος διαχωρισμός ανάμεσα στις εθνικές και τις διεθνείς χρηματαγορές, ώστε να αποκτήσει η μακροοικονομική πολιτική την απαραίτητη «ανεξαρτησία» στην επίτευξη των εγχώριων επιδιώξεων της.16 Στο πλαίσιο αυτό η παρέμβαση για την περιφρούρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα μπορούσε να γίνει χωρίς να προκαλεί σημαντικές διαταραχές στο ύψος των επιτοκίων ή του πληθωρισμού και οπωσδήποτε χωρίς τον φόβο απρόσμενης διαφυγής από το νόμισμα. Βέβαια, όλα αυτά μπορούσαν εύλογα να λειτουργήσουν και από την αντίστροφη. Δηλαδή, θα μπορούσε να οργανωθεί (πάντα κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος) μία γενναία οικονομική πολιτική κοινωνικών παροχών χωρίς να υπάρχει η σκληρή άνωθεν «εποπτεία» των αγορών. Οι βασικοί αρχιτέκτονες του Bretton Woods, White και Keynes, ήταν σε σχετική συμφωνία στο σημείο αυτό. Οι έλεγχοι στις διεθνείς κινήσεις των κεφαλαίων, «απομονώνοντας» κατάλληλα τις εγχώριες χρηματαγορές, άφηναν περιθώρια να οριστούν επιτόκια και κρατικές δαπάνες που να υπηρετούν την απασχόληση χωρίς να υπάρχει το φάντασμα του χρέους, της χρεοκοπίας και της κρίσης.

  1. Ήρθε η στιγμή να «τρέξουμε» το χρόνο και να μεταφερθούμε στο «παρόν» του νεοφιλελευθερισμού. Η σταδιακή διεθνοποίηση του καπιταλισμού (το προτσές της «παγκοσμιοποίησης» στην κοινή ακαδημαϊκή καθομιλουμένη), αποτέλεσμα η ίδια της μεταβολής στους ταξικούς συσχετισμούς υπέρ του κεφαλαίου, ανέτρεψε οριστικά τις ισορροπίες που είχαν αποκρυσταλλωθεί στο καθεστώς του Bretton Woods. Όπως αναλυτικά έχει υποστηριχθεί αλλού,17 πάνω από όλα ήταν ο πολλαπλασιασμός των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (αποτέλεσμα και αυτό της ταξικής πάλης) και οι αλλαγές στους ιμπεριαλιστικούς συσχετισμούς που αύξησαν τις ανάγκες για διεθνοποίηση του εμπορίου και του κεφαλαίου. Διότι, σε αντίθεση με ό,τι συχνά υποστηρίζεται από τους περισσότερους ετερόδοξους ερευνητές στη σχετική βιβλιογραφία, η καπιταλιστική συσσώρευση προωθείται και ενισχύεται κυρίως μέσα από την ανάπτυξη του διεθνούς ανταγωνισμού (εάν εξαιρέσουμε τους υπανάπτυκτους κοινωνικούς σχηματισμούς).

Η «έξοδος» από το καθεστώς του Bretton Woods ήταν επιβεβλημένη από τις αντιφάσεις που συσσωρεύτηκαν εντός του,18 ενώ παράλληλα στάθηκε αναγκαία προϋπόθεση για την τεράστια ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου και των επενδύσεων κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980. Ήταν απαραίτητη, πρωτίστως, για την οργάνωση της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού. Η συζήτηση επανέφερε δυναμικά στο προσκήνιο επιχειρήματα τα οποία είχαν «ηττηθεί» στις διαμάχες του 1930 και 1940. Ο βασικός και έμμεσος υπαινιγμός των παραδοσιακών αναλύσεων του Hayek (1943) και του Friedman (1951) – πίσω από τις κορόνες περί ελευθερίας (επιταγές που έτσι και αλλιώς ο δεύτερος τις εξαργύρωσε καταλλήλως με την υποστήριξη που παρείχε στο καθεστώς Πινοσέτ, για να δώσουμε ένα μόνο παράδειγμα) – ήταν ότι η απελευθέρωση και η διεθνοποίηση των χρηματαγορών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμόρφωση στο φιλελεύθερο «κορσέ» και την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους.19 Τα κράτη σταδιακά εισέρχονται στην κατεύθυνση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, καθώς η απελευθέρωση των χρηματαγορών δημιουργεί η ίδια τους όρους για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων αυτών, δηλαδή για την αναδιάταξη των όρων του παιχνιδιού και την εμπέδωση μιας νέας μορφής της κρατικής εξουσίας (όχι λιγότερο «δραστήριας» από το παρελθόν).

Σε ένα πρώτο επίπεδο τα κράτη υπάγονται στον καθολικό «έλεγχο» των αγορών και εγγράφονται ανεξαρτήτως ισχύος στο πεδίο της νεοφιλελεύθερης πειθαρχίας. Εάν δεν είναι «υπάκουα», οι αγορές επιφυλάσσουν ποινές: αύξηση του χρέους και ενδεχόμενη διαφυγή από το νόμισμα. Η «ελευθερία» των αγορών σε όλο της το μεγαλείο. Και οι νέοι όροι του παιχνιδιού έγιναν πρώτα αποδεκτοί από τις ΗΠΑ, τη δύναμη που από τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 υπηρετούσε απαρέγκλιτα τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική όντας στο «τιμόνι» της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρόγραμμα λιτότητας του Volcker που ήρθε ως απάντηση στην κρίση του δολαρίου του 1978-9.20

Στα τέλη του 1978 οι χρηματαγορές έπαψαν να «εμπιστεύονται» την κυβέρνηση Carter στο σχέδιο της μονομερούς οικονομικής επέκτασης που επιχείρησε. Οι διεθνείς πιστωτές άρχισαν να «αποχωρούν» από το δολάριο καθώς δεν διέκριναν σημάδια μείωσης του εξωτερικού χρέους και περιστολής του πληθωρισμού.21 Με το δολάριο σε ελεύθερη πτώση, οι ΗΠΑ ήρθαν ξαφνικά αντιμέτωπες με τον πιο επίμονο εξωτερικό περιορισμό στην «αυτονομία» της πολιτικής τους που είχαν γνωρίσει στην μεταπολεμική περίοδο (με τον επιπρόσθετο κίνδυνο να τρωθεί η αξιοπιστία του ίδιου του δολαρίου στο ρόλο του παγκόσμιου νομίσματος). Η απάντηση που ήρθε, από κυβέρνηση Δημοκρατικών μάλιστα, ήταν η αποδοχή των νέων όρων του παιχνιδιού και η εφαρμογή ενός προγράμματος λιτότητας με απώτερο στόχο την εξασφάλιση της «εμπιστοσύνης» των αγορών. Ο «έλεγχος» που επέβαλαν οι τελευταίες υπήρξε τελικά καλοδεχούμενος από την αστική εξουσία, διότι συνέβαλε αποφασιστικά στην εμπέδωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.

Το Νοέμβρη του 1978 ο Carter ανακοίνωσε αποπληθωριστικό πρόγραμμα που εκτός των άλλων περιλάμβανε περικοπές στις κυβερνητικές δαπάνες και σημαντική αύξηση στα επιτόκια. Όταν έγινε φανερό ότι τα μέτρα αυτά στάθηκαν ανεπαρκή για να «πείσουν» τις αγορές, αποφασίστηκε επιμονή στη στρατηγική της λιτότητας για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του δολαρίου. Το όνομα κλειδί ήταν εκείνο του Paul Volcker, φημισμένου μονεταριστή που κλήθηκε από τον Carter να αναλάβει την προεδρία της κεντρικής τράπεζας τον Αύγουστο του 1979. Οι απόψεις του Volcker ήταν εν πολλοίς αποτέλεσμα των φιλελεύθερων «αυστριακών» του Princeton, των καθηγητών του Frederick Lutz και Oscar Morgenstern. Ο Volcker, με το προσωπικό του κύρος και με τις σκληρές μονεταριστικές πολιτικές που εισηγήθηκε, έδωσε το στίγμα της νέας εποχής.

  1. Πολλά είναι τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε και για τις υπόλοιπες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Η υποχώρηση των ελέγχων στις διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου ενίσχυσε τη σταδιακή διόγκωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών όπως και την «εκτίναξη» των διαφόρων χρηματοοικονομικών καινοτομιών (παράγωγα). Το φαινόμενο αυτό, που συχνά έχει ονομαστεί ως πιστωτικοποίηση (financialization) στη σχετική βιβλιογραφία, αποτελεί μία βασική όψη του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Εκφράζει μία ορισμένη διευθέτηση του προηγούμενου «τριλήμματος» πολιτικής, θυσιάζοντας τις ανάγκες της εργασίας στην ικανοποίηση της κινητικότητας του κεφαλαίου και της σταθερότητας των (κυμαινόμενων) συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση «αποδόμηση» του αστικού κράτους, όπως μία ολόκληρη σειρά μεταμοντέρνων αναλύσεων έχει σπεύσει να διαπιστώσει. Εκείνο που συμβαίνει με τη μετάβαση στο νεοφιλελευθερισμό είναι η «αναπροσαρμογή» των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας στις απαιτήσεις του νέου υποδείγματος και η εμπέδωση νέων μορφών κρατικής συγκεφαλαίωσης της αστικής εξουσίας, οι οποίες οριοθετούν μία ιστορικά νέα μορφή καπιταλιστικού κράτους. Το βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης περιόδου είναι ότι η οργάνωση της συναίνεσης στις επιλογές του κεφαλαίου επιτυγχάνεται λιγότερο μέσα από τις παραδοσιακές οικονομικές παραχωρήσεις και παρεμβάσεις, γεγονός που ιδεολογικά αποτυπώνεται ως «υποχώρηση» και «αδυναμία» του κράτους ως προς τους «πολίτες».

Στο νέο πλαίσιο οργάνωσης της συναίνεσης ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο ρόλος των χρηματοπιστωτικών αγορών. Κατά συνέπεια, η σύγχρονη πιστωτικοποίηση της οικονομικής ζωής καταλαμβάνει αποφασιστικό ρόλο στην εμπέδωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου. Πρόκειται για μία διαπίστωση η οποία αποτελεί κατευθυντήρια ιδέα στην συγκρότηση μίας σύγχρονης Πολιτικής Οικονομίας. Πριν αποπειραθούμε να την σκιαγραφήσουμε, θα αναφερθούμε εν συντομία σε δύο παραδείγματα τα οποία αναδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο τις βασικές θέσεις στις οποίες θα επιμείνουμε στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, η διόγκωση των χρηματοπιστωτικών αγορών (1) έχει μία σειρά θετικών αποτελεσμάτων για την καπιταλιστική εξουσία, έστω και εάν αυτά φαίνονται περιθωριακά από μία πρώτη ματιά, και (2) πρέπει να εξεταστεί σαν περίπλοκη κοινωνική λειτουργία η οποία συμβάλλει αποφασιστικά στην οργάνωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου.

  1. Παράδειγμα 1: ο κύκλος των χαμένων οικονομιών.22 Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία αναπτυσσόμενη ή αναπτυγμένη χώρα με ένα μη-ισχυρό νόμισμα. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να διατηρεί υψηλά ελλείμματα στον προϋπολογισμό για να χρηματοδοτεί κοινωνικές πολιτικές (προσφέροντας π.χ. υπό τη μορφή δημόσιων αγαθών μία σειρά υπηρεσιών εκπαίδευσης, υγείας, σύνταξης κλπ.), ή εναλλακτικά ο ιδιωτικός τομέας θα μπορούσε να έχει καταφύγει σε υψηλό διεθνή δανεισμό (finance-led growth). Τότε για κάποιο «μυστηριώδη» λόγο (ενδεχομένως μία κρίση στην αγορά κατοικίας μίας χώρας που βρίσκεται στην άλλη άκρη της γης ή ενός κακού «σημαδιού» στην προοπτική της εγχώριας οικονομικής ανάπτυξης – έτσι και αλλιώς τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης είναι αστάθμητα) οι κάτοχοι χρηματοπιστωτικών τίτλων (δημόσιου και ιδιωτικού χρέους) γίνονται νευρικοί, προσφεύγουν σε μαζικές ρευστοποιήσεις και επιζητούν «φυγή» από το νόμισμα. Ξαφνικά και χωρίς να υπάρχει κάποια ισχυρή «αιτία» (τουλάχιστον σύμφωνα με έναν «καλοπροαίρετο» τρόπο σκέψης) για κάτι τέτοιο, η χώρα βρίσκεται σε κρίση.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με πολλές παραλλαγές (όπως και έγινε). Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι ανάλογο: πτώση της αξίας των χρεογράφων, εκτόξευση των επιτοκίων, απαξίωση του νομίσματος. Δηλαδή οικονομικά συμβάντα που από μόνα τους είναι ικανά να οδηγήσουν σε χρεοκοπία όχι μόνο σημαντικό κομμάτι του ιδιωτικού τομέα, αλλά ενδεχομένως και το ίδιο το κράτος. Οι συνέπειες για την εργασία, την απασχόληση, αλλά και για τους κοινωνικά αδυνάτους είναι πραγματικά συντριπτικές.

Καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι η φρενήρης ανάπτυξη των χρηματαγορών είναι μία «παγίδα» η οποία μπορεί να εγκλωβίσει εντός της το μέλλον ολόκληρων χωρών. Θα μπορούσε εύκολα να μπει κανείς στον πειρασμό και να αναρωτηθεί για τον φαινόμενο ανορθολογισμό της προηγούμενης διαδικασίας: γιατί άραγε να μένουν ανεξέλεγκτες οι χρηματαγορές που συχνά ευθύνονται για την οικονομική αστάθεια; Και είναι αλήθεια ότι πριν φτάσουμε στο σύγχρονο παράδειγμα της Ισλανδίας και της Ουγγαρίας (με δεδομένη την κινδυνολογία για μία σειρά από χώρες μέσα στις οποίες είναι όχι μόνο η Ελλάδα αλλά αισίως η Αγγλία και η Ισπανία), στη λίστα φιγουράρουν ήδη το Μεξικό, η Ταϋλάνδη, η Ινδονησία, η Κορέα, το Χονγκ Κονγκ, η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ρωσία. Οι χώρες αυτές – σε αντίθεση με άλλες – δεν κατόρθωσαν να πείσουν πάντα τις υπερμεγέθεις χρηματοπιστωτικές αγορές για την αξιοπιστία της αναπτυξιακής δυναμικής τους. Και όταν το αποτέλεσμα που είχε προεξοφληθεί από τις αγορές τέθηκε εν αμφιβόλω, η χώρα έχασε την «εμπιστοσύνη» τους.

Η παραπάνω διαδικασία έχει μία σειρά από συνέπειες στην οργάνωση του σύγχρονου καπιταλισμού οι οποίες δεν γίνονται άμεσα ορατές εκ πρώτης όψεως. Για να το διατυπώσουμε «χοντροκομμένα»: η υπαγωγή της κρατικής πολιτικής στον έλεγχο-εμπιστοσύνη των χρηματαγορών αποδυναμώνει την όποια προσπάθεια οικοδόμησης ενός κεϋνσιανού κράτους στοιχειωδών κοινωνικών παροχών. Η διαδικασία αυτή δεν σημαίνει τη μετα-νεωτερική «υπονόμευση του κράτους», αλλά αντίθετα σηματοδοτεί μία νέα μορφή οργάνωσης της αστικής ηγεμονίας. Από αυτή την άποψη, η απελευθέρωση στις κινήσεις του κεφαλαίου δεν παρουσιάζει κανέναν απολύτως ανορθολογισμό: αποτελεί περισσότερο μία συνολική τεχνολογία διαχείρισης, ασταθή ως προς τα αποτελέσματά της, αλλά πάντα ενεργή ως προς τις στρατηγικές της επιδιώξεις, που δεν είναι άλλες από την αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας στη βάση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος.

  1. Παράδειγμα 2: ο καλός (επιχειρηματίας), ο κακός (μέτοχος) και ο άσχημος (εργάτης). Στο σημείο αυτό θα είμαστε εντελώς σχηματικοί συνοψίζοντας επιχειρήματα που έχουν αναπτυχθεί επαρκώς αλλού.23 Για σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης ετερόδοξης βιβλιογραφίας, η επιχείρηση είναι ένας τόπος αμόλυντος από την ταξική πάλη. Σε μία τέτοια αφήγηση (Schumpeter, Keynes) o «καλός» επιχειρηματίας (ή μάνατζερ) συμβάλλει στην παραγωγή καινοτομιών, προσφέρει απλόχερα απασχόληση και έρχεται σε συμφωνία «κυρίων» με τους εργαζόμενους. Πρόκειται για έναν gentleman της οικονομικής ζωής! Στρατηγική του επιδίωξη είναι η ενδυνάμωση του ρόλου του, γεγονός που μόνο μέσα από τη διαρκή επέκταση του μεγέθους της εταιρίας μπορεί να πραγματοποιηθεί (επένδυση). Παράλληλα, οι εργαζόμενοι, παρότι όχι τόσο «γοητευτικοί» και «ενδιαφέροντες» όσο ο ικανός και δραστήριος «εκ φύσεως» επιχειρηματίας μας, απολαμβάνουν τις ωφέλειες ενός τέτοιου επεκτατικού σχεδίου αποδεχόμενοι τις ευεργετικές συνέπειες μιας άνωθεν προστασίας. Ωστόσο, τη «χαρούμενη» και «ειρηνική» ετούτη ατμόσφαιρα χαλάει η παρουσία του «κακού» καπιταλιστή του χρήματος (για τους κεϋνσιανούς: εισοδηματία). Ο εισοδηματίας, κατέχοντας ρευστά χρεόγραφα (μετοχές και ομόλογα) της εταιρίας, κατορθώνει να ακυρώσει το ενδο-εταιρικό συμβόλαιο διαστρέφοντας τα κίνητρα του επιχειρηματία. Ο τελευταίος υποτάσσεται στις βουλήσεις του καπιταλιστή του χρήματος και εγκαταλείπει τη στρατηγική της επένδυσης για να αφιερωθεί στην ενίσχυση των αξιών των χρεογράφων. Η διαδικασία αυτή οξύνει το ανταγωνιστικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιείται η επιχείρηση, στραγγαλίζοντας εκ νέου την επεκτατική της δυνατότητα – δηλαδή τη δυνατότητά της να «παράγει» απασχόληση. Έχουμε, επομένως, μία υποτιθέμενη αλλαγή στα επιχειρηματικά «πλάνα»: ο μακροχρόνιος σχεδιασμός εγκαταλείπεται για να βρεθεί στη θέση του το βραχυχρόνιο τζογάρισμα.

Δύσκολα θα μπορούσε να συνδυάσει κανείς τις μνήμες από την εμπειρία του εργατικού κινήματος με την προηγούμενη αφήγηση. Εκείνο που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι για μία ακόμη φορά (όπως ακριβώς και στο προηγούμενο παράδειγμα) η αγορά εμφανίζεται ως αχρείαστος ανορθολογισμός: η ανάπτυξη και η απασχόληση θυσιάζονται στις πλεονεκτικές «βουλήσεις» των χρηματοπιστωτικών αγορών που προσφέρουν απλόχερα αστάθεια και αναδιανομή. Δυστυχώς, όμως, τα πράγματα δεν έχουν ακριβώς έτσι.

Θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε την καπιταλιστική επιχείρηση ως τόπο οργάνωσης της ταξικής πάλης. Τόσο ο καπιταλιστής του χρήματος όσο και ο επιχειρηματίας (ενεργός καπιταλιστής στην ορολογία του Μαρξ) καταλαμβάνουν από κοινού τη θέση του κεφαλαίου, συγκεντρώνοντας εξουσίες που πηγάζουν από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και εκπληρώνοντας «λειτουργίες» που αναφέρονται στη σχέση του κεφαλαίου. Μορφοποιούν, με άλλα λόγια, ένα συλλογικό «κακό» γεγονός που κάνει την εργασία να μην φαίνεται και τόσο «άσχημη» όσο στην προηγούμενη αφήγηση: η κατανομή των διαφορετικών κοινωνικών ρόλων είναι αποτέλεσμα σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσιών και όχι συνέπειες της δράσης χαρισματικών εκ «φύσεως» υποκειμένων.24

Η ένταση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και η διόγκωση των χρηματοπιστωτικών αγορών (το φαινόμενο της πιστωτικοποίησης) έχουν σε γενικές γραμμές δύο θεμελιώδεις συνέπειες όσον αφορά τη λειτουργία των ατομικών κεφαλαίων:

Πρώτον, οι οργανωμένες χρηματαγορές διευκολύνουν τη μετακίνηση των κεφαλαίων και επιτείνουν τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό. Συμβάλλουν, έτσι, στην τάση προς ενιαίο ποσοστό κέρδους, ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν ευνοϊκότερες συνθήκες αξιοποίησης (εκμετάλλευσης) για τα ατομικά κεφάλαια. Οι μη-ρευστές χρηματαγορές (ή έστω οι ισχυρά ρυθμισμένες) σημαίνουν ότι το κεφάλαιο, μην μπορώντας εύκολα να μετακινηθεί σε διαφορετική απασχόληση, μένει «δεμένο» με τις συγκριμένες «εγκαταστάσεις και μηχανήματα» για λόγους που δεν σχετίζονται κατ’ ανάγκη με την αποτελεσματικότητά του στην παραγωγή υπεραξίας (κερδοφορία). Ή, για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, η αδυναμία του κεφαλαίου να μετακινηθεί, δημιουργεί στο εσωτερικό του εργοστασίου ευνοϊκότερους όρους διεξαγωγής της πάλης για τις δυνάμεις της εργασίας, καθώς οι λιγότερο παραγωγικές επενδύσεις μπορούν να επιβιώνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Δεύτερον, την ίδια στιγμή οι χρηματαγορές συνθέτουν έναν πίνακα (δομή) ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών κεφαλαίων, δηλαδή μία μορφή εποπτείας της κίνησης του κεφαλαίου. Για όσες επιχειρήσεις δεν έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν στο εσωτερικό τους κατάλληλες προϋποθέσεις για την εκμετάλλευση της εργασίας, η «εμπιστοσύνη» των αγορών, δηλαδή η «εμπιστοσύνη» του κεφαλαίου, πρόκειται γρήγορα να εξανεμιστεί. Οι επιχειρήσεις αυτές είτε θα «συμμορφωθούν» είτε θα οδηγηθούν γρήγορα σε εκφυλισμό. Με τον τρόπο αυτό οι αγορές κεφαλαίου «επιδιώκουν» (όχι πάντα αξιόπιστα) να μετατρέψουν σε ποσοτικά σήματα τα «πολιτικά» συμβάντα που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της επιχείρησης.

Ας επιμείνουμε λίγο σε αυτό το δεύτερο σημείο. Οι κάτοχοι μετοχών και χρέους ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με την κερδοφορία της επιχείρησης.25 Οι προσδοκίες κερδοφορίας των αγορών μεταφέρουν πιέσεις στα ατομικά κεφάλαια (επιχειρήσεις) για εντατικότερη και αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση της εργασίας, δηλαδή για έμπρακτη επιβεβαίωση των προσδοκιών. Η πίεση αυτή μεταφέρεται μέσω διαφόρων «καναλιών». Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, όταν μία μεγάλη εταιρία είναι εξαρτημένη για τη χρηματοδότησή της από τις αγορές, κάθε «υποψία» μη-επαρκούς αξιοποίησης αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης, μειώνει τις δυνατότητες χρηματοδότησης και ρίχνει τις τιμές των μετοχών. Αντιμέτωπες με ένα τέτοιο κλίμα, οι δυνάμεις της εργασίας στο εσωτερικό της επιχείρησης (πολιτικό πεδίο) βρίσκονται εμπρός στο εξής δίλλημα: είτε να αποδεχτούν τους αρνητικούς όρους της «εργοδοσίας» που προϋποθέτουν απώλεια των διαπραγματευτικών τους θέσεων και εισαγωγή καπιταλιστικών «καινοτομιών» είτε να συμβάλλουν με την «άκαμπτη» στάση τους στο κλείσιμο της επιχείρησης (γεγονός που θα οδηγήσει σε μεταφορά των κεφαλαίων σε άλλες σφαίρες παραγωγής ή και άλλες χώρες). Προφανώς το εν λόγω δίλλημα όχι μόνο είναι υποθετικό, αλλά διατυπώνεται προκαταβολικά: αποδεχτείτε τους «νόμους του κεφαλαίου» ή ζήστε με την ανασφάλεια της ανεργίας. Επομένως, η πειθαρχία της επιχείρησης στις αγορές θα πρέπει να θεωρείται ως πειθαρχία στις «προσταγές» του κεφαλαίου.

  1. Είμαστε σε θέση, πλέον, να προσεγγίσουμε εκείνο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ως «πυρήνα» της σύγχρονης μορφής καπιταλισμού. Θα ξεκινήσουμε την επιχειρηματολογία μας κάπως ανορθόδοξα. Σε ένα από τα πλέον κλασικά συγγράμματα της κοινωνικής θεωρίας, το Επιτήρηση και Τιμωρία, ο Michel Foucault περιγράφοντας τους βασικούς άξονες της έρευνάς του για τις φυλακές προτείνει:

να μην επικεντρώσουμε τη μελέτη των κολαστικών μηχανισμών μονάχα στα «κατασταλτικά» τους αποτελέσματα, μονάχα στην πλευρά τους «της τιμωρίας», αλλά να τους επανατοποθετήσουμε μέσα σε ολόκληρη τη σειρά των θετικών αποτελεσμάτων που είναι δυνατό να προκαλέσουν, έστω κι αν φαίνονται περιθωριακά με την πρώτη ματιά. Και επομένως εξετάζουμε την τιμωρία σαν περίπλοκη κοινωνική λειτουργία (Foucault 1989: 35, η έμφαση δική μου Δ.Σ.).

Στο απόσπασμα έχουμε υπογραμμίσει κάποιες βασικές εννοιολογικές διατυπώσεις. Στη βάση των όσων έχουμε υποστηρίξει μέχρι στιγμής, προτείνουμε να «εφαρμόσουμε» την παραπάνω «ιδέα», ή αλλιώς να «επεκτείνουμε» τον παραπάνω συλλογισμό στο αντικείμενο της δικής μας εργασίας: στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, και από την άποψη αυτή να οριοθετήσουμε ένα σχέδιο έρευνας για τη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη πιστωτικοποίηση. Οφείλουμε, λοιπόν:

να μην επικεντρώσουμε τη μελέτη των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών μονάχα στα «αναπτυξιακά» τους αποτελέσματα (θετικά ή αρνητικά, σημ. δική μου, Δ. Σ.), μονάχα στην πλευρά τους «του δανεισμού», αλλά να τους επανατοποθετήσουμε μέσα σε ολόκληρη τη σειρά των θετικών αποτελεσμάτων που είναι δυνατό να προκαλέσουν, έστω κι αν φαίνονται περιθωριακά με την πρώτη ματιά. Και επομένως εξετάζουμε την πίστη σαν περίπλοκη κοινωνική λειτουργία.

Παραδόξως, το εν λόγω σχέδιο έρευνας δεν απέχει πολύ από την ουσία του επιχειρήματος του ίδιου του Μαρξ, όπως αυτό αναπτύσσεται στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου.26 Όπως έχει γίνει σε ένα πρώτο επίπεδο κατανοητό από τα προηγούμενα παραδείγματα, ο ρόλος των χρηματοπιστωτικών αγορών δεν περιορίζεται μόνο στη διαδικασία του δανεισμού, αλλά περικλείει μία σειρά από «θετικά αποτελέσματα» για την οργάνωση του καπιταλισμού τα οποία, παρότι κρίνονται περιθωριακά από μία «πρώτη ματιά», στην πραγματικότητα αποτελούν καθοριστικές προϋποθέσεις για την οργάνωση της κίνησης του κεφαλαίου. Από αυτή την άποψη, η γενίκευση (σε παγκόσμιο επίπεδο) της διαδικασίας της πίστης αποτελεί όντως μία περίπλοκη κοινωνική λειτουργία. Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε πιο αναλυτικά την εν λόγω διαδικασία και να διερευνήσουμε όσα είναι δύσκολο να εμφανιστούν από μία «πρώτη ματιά» στο επίπεδο των «έτοιμων» ιδεολογικών μορφών της πραγματικότητας. Γιατί, λοιπόν, η οργάνωση τόσο της κρατικής πολιτικής όσο και της λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων έχει στρατηγικά υπαχθεί στην «ψυχολογία» των νευρικών αγορών; Γιατί οφείλουν τα κράτη και τα ατομικά κεφάλαια να «πειθαρχούν» στις αγορές (τηρουμένων πάντα των «αναλογιών»); Και ακόμα, ποιους στην πραγματικότητα συμφέρει μία τέτοια υπαγωγή;

  1. Προτού προχωρήσουμε σε κάτι τέτοιο, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η ανάλυσή μας θα συγκροτηθεί σε ρήξη τόσο με τις κεϋνσιανές προσεγγίσεις όσο και με τις όποιες σύγχρονες υποκαταναλωτικές ερμηνείες του καπιταλισμού (οι οποίες, τουλάχιστον, με αφορμή την παρούσα οικονομική κρίση έχουν επανακάμψει στην αρένα των ιδεών).27 Όλες οι προηγούμενες αναλύσεις συνθέτουν μία «δέσμη» απόψεων η οποία αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ίδιας πάντα προβληματικής. Ο νεοφιλελευθερισμός υποβάλλει την οργάνωση της οικονομίας σε ριζικό μετασχηματισμό. Η «καρδιά» της οικονομικής οργάνωσης δεν είναι πλέον η «ρυθμισμένη» παραγωγή σε μία εθνική οικονομία, αλλά η «κοσμοπολίτικη» κερδοσκοπική οργάνωση της κίνησης των κεφαλαίων στο πλαίσιο μιας νέας οικονομικής γεωγραφίας. Η σύγχρονη «παγκοσμιοποιημένη» οικονομία συνιστά, επομένως, ένα καθεστώς το οποίο θέτει στο επίκεντρο της οικονομικής κίνησης την αναζήτηση κερδών στη σφαίρα της κυκλοφορίας, «απορροφώντας» κεφάλαια τα οποία υπό «άλλες συνθήκες» θα έβρισκαν το δρόμο τους προς την «παραγωγή».28

  1. Αφού αναφερόμαστε στην ανάλυση του Μαρξ, χρειάζεται να κάνουμε κάποιες βασικές επισημάνσεις σχετικά με τη δομή της επιχειρηματολογίας του Κεφαλαίου.

Η διάταξη του Κεφαλαίου είναι μία αμιγώς θεωρητική διάταξη: σε όλη την αφήγησή του ο Μαρξ δεν εγκαταλείπει ποτέ το πεδίο της έννοιας. Χωρίς να εισέλθουμε στις λεπτομέρειες της συζήτησης σχετικά με τη «μέθοδο παρουσίασης»29 που επιλέγει ο Μαρξ (είτε πρόκειται για συνειδητή επιλογή είτε όχι), αξίζει να επισημάνουμε ότι καμία έννοια δεν μπορεί να αποκτήσει την τελειωτική της μορφή μόνο και μόνο κατά την αρχική της εισαγωγή. Μέχρι την ολοκλήρωση της αφήγησης του κειμένου (όλων των τόμων), κάθε έννοια διατηρεί ένα ρευστό χαρακτήρα, καθώς συσχετίζεται συστηματικά με ένα διαρκώς πλουσιότερο περιεχόμενο. Οι νέοι προσδιορισμοί που εμφανίζονται κατά την εξέλιξη της παρουσίασης δεν προστίθενται απλά στους προηγούμενους αλλά μεταβάλλουν-τροποποιούν το ίδιο το περιεχόμενό τους, σε μία διαδικασία πληρέστερου προσδιορισμού των εννοιών και ολοκλήρωσης της γνωστικής ιδιοποίησης του πραγματευόμενου αντικειμένου.

Τα παραπάνω σχόλια έχουν βασικές συνέπειες στην κατανόηση του επιχειρήματος του Μαρξ σχετικά με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο τελευταίος αναφέρεται για πρώτη φορά στις «λειτουργίες» του χρήματος στο τρίτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ενώ ασχολείται με την κύκληση του χρηματικού κεφαλαίου στις αρχές του δεύτερου τόμου. Εάν κάποιος επιχειρήσει να αναζητήσει τη μαρξική θεωρία του χρήματος ανατρέχοντας απλά στα περιεχόμενα των επιμέρους βιβλίων, τότε η ανάγνωσή του κινδυνεύει να χάσει το συστηματικό χαρακτήρα της μαρξικής ανάπτυξης του επιχειρήματος. Δυστυχώς, η εν λόγω τακτική αναδεικνύεται ιδιαίτερα προσφιλής ανάμεσα στους κύκλους των μαρξιστών και όχι μόνο. Οδηγεί, ωστόσο, σε λάθος συμπεράσματα. Και τούτο, διότι όταν ο Μαρξ εξετάζει στον τρίτο τόμο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, μετασχηματίζει συνολικά το καθεστώς της έννοιας του χρήματος και της λογικής του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το χρήμα από αυτοτελής μορφή εμφάνισης της αξίας γίνεται πλέον δυνητικό κεφάλαιο και άρα μορφή εμφάνισης της κεφαλαιακής σχέσης. Με τον τρόπο αυτό εισάγονται νέοι προσδιορισμοί στο ήδη υπάρχον πεδίο της έννοιας, οι οποίοι χωρίς να αναιρούν τους προηγούμενους μεταβάλλουν το περιεχόμενό τους και οδηγούν σε πληρέστερο καθορισμό της έννοιας του χρήματος, έτσι ώστε να μπορέσει να ερμηνεύσει τα σύνθετα φαινόμενα της χρηματοπιστωτικής κυκλοφορίας.30 Με άλλα λόγια, η κυκλοφορία του τοκοφόρου κεφαλαίου Χ-[Χ-Ε-Χ΄]-Χ΄ αποτελεί την ολοκληρωμένη μορφή κίνησης του κεφαλαίου σε μία καπιταλιστική οικονομία.

  1. Αρκετοί είναι οι θεωρητικοί που δε συμμερίζονται το προηγούμενο επιχείρημα.31 Όλες ανεξαιρέτως οι αντιλήψεις αυτές διατηρούν σαν βασικό σημείο αφετηρίας32 τους μία ορισμένη ανάγνωση των πρώτων σελίδων του δεύτερου τόμου του Κεφαλαίου (και μία αντίστοιχη αντίληψη του τρόπου έκθεσης της επιχειρηματολογίας του συγγραφέα). Εκεί ο Μαρξ αναπτύσσει τη συνολική κύκληση του βιομηχανικού κεφαλαίου σαν μία διαδικασία η οποία αποτελεί «πραγματική ενότητα» τριών στιγμών ή τριών επιμέρους μορφών κύκλησης. Οι στιγμές αυτές απεικονίζονται στο δεξιό τμήμα του παρακάτω σχήματος. Για τους οπαδούς αυτής της αντίληψης, καθεμία στιγμή της συνολικής διαδικασίας συγκεφαλαιώνει, συγκροτεί και συνέχει μία ορισμένη μερίδα (βιομηχανική, εμπορική, χρηματιστική) της αστικής τάξης (όπως υποδηλώνεται στο αριστερό τμήμα του πίνακα).

Σύμφωνα πάντα με την ίδια συλλογιστική, το «σημείο αφετηρίας» και το «σημείο επιστροφής» κάθε αυτονομημένης, πλέον, μερίδας του κεφαλαίου παίζει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση ιδιαίτερων (ενδο-αστικών) συμφερόντων, αντιλήψεων και συλλογικών εμπειριών. Έτσι, π.χ. η μερίδα των εισοδηματιών οργανώνεται στη βάση της μορφής X-X΄, αποκτώντας μέσω αυτής ενιαία συνείδηση. Αντίστοιχα, οι έμποροι συγκροτούνται ως ιδιαίτερη μερίδα εμπλεκόμενοι στη μορφή Ε΄-Ε΄ και οι βιομήχανοι παραγωγικοί καπιταλιστές αποκτούν «συνείδηση» διατρέχοντας την κύκληση Π…Π. Σύμφωνα με το σχόλιο του Pijl (1998: 52): «εξετάζοντας την περίπτωση ενός φανταστικού επιχειρηματία που εμπλέκεται σε μία από αυτές τις κυκλήσεις, μπορεί κανείς να καταλήξει στη διατύπωση μιας συγκεκριμένης φαινομενολογίας. Την προοπτική του εμπόρου, η οποία δίνει προτεραιότητα στην κερδοφόρα κίνηση των αγαθών και συγκρίνει δυνατές αγοραστικές διεξόδους ανάλογα με την ικανότητά τους να απορροφούν συγκεκριμένα εμπορεύματα. Την εισοδηματική προοπτική του καπιταλιστή του χρήματος, για την οποία η απόδοση του χρήματος αποτελεί την αποκλειστικά αποφασιστική αναφορά (…). Και τελικά, τον παραγωγικό καπιταλιστή που συγκεντρώνεται στην εξασφάλιση συγκεκριμένων ανθρώπινων και υλικών εισροών που θα εκκινήσουν τον επόμενο διευρυμένο γύρο της παραγωγής».

Σύμφωνα, επομένως, με το προηγούμενο πλαίσιο, η ενότητα της αστικής τάξης είναι πάντα μία ενότητα υπό την ηγεμονία μίας ορισμένης μερίδας του κεφαλαίου. Η ηγεμονική μερίδα κατορθώνει να επιβάλλει τη δική της «λογική» ως γενική λογική της αστικής τάξης, να επιβάλει την προσίδια μορφή συσσώρευσης και τις προσίδιες μορφές (κρατικής) κυριαρχίας και ελέγχου. Πρόκειται για μία ιστορικιστικού τύπου επιχειρηματολογία, η οποία καταλήγει να εμφανίσει κάθε ταξική μερίδα σαν ένα ενδογενώς ενοποιημένο «υποκείμενο», η «παρουσία» του οποίου συνδέεται με ένα συνακόλουθο μοντέλο οργάνωσης των θεσμών της καπιταλιστικής εξουσίας.

Στην ίδια πάντα λογική, η εποχή του νεοφιλελευθερισμού ερμηνεύεται ως η εποχή της ηγεμονίας του εισοδηματία: η ηγεμονία του χρήματος επάνω στην παραγωγή, της κερδοσκοπίας επάνω στην επένδυση ή αλλιώς η οργάνωση της παραγωγής σύμφωνα με τη λογική Χ-Χ΄ και όχι σύμφωνα με την «παραγωγική» λογική Π-Π΄. Είναι πράγματι ανεξάντλητες οι παραλλαγές κάτω από τις οποίες έχει διατυπωθεί η θέση αυτή στη σύγχρονη βιβλιογραφία.33 Ο καπιταλιστής του χρήματος ή το χρηματιστικό κεφάλαιο (Χ΄-Χ΄) υποτίθεται ότι έχει ασφυκτικά περιορίσει την επέκταση του «παραγωγικού» κεφαλαίου (Π-Π΄) και του εμπορικού κεφαλαίου (Ε-Ε΄). Πρόκειται για μία διευθέτηση των ενδο-αστικών συγκρούσεων σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που θα επιθυμούσαν οι Veblen, Keynes, Schumpeter και Minsky. Η ηγεμονία του εισοδηματία σημαίνει ότι το πιστωτικό σύστημα δεν ευνοεί την επένδυση, την απασχόληση, την καινοτομία και τη μακροχρόνια κερδοφορία. Η βιομηχανική οργάνωση παραμένει σκιά ενός κερδοσκοπικού και αντι-παραγωγικού παιχνιδιού αναζήτησης άμεσων αποδόσεων στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Έτσι, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας εισοδηματικά άδικος, ασταθής και αντι-αναπτυξιακός καπιταλισμός που σαν άμεσο αποτέλεσμά του έχει τη συρρίκνωση των εργατικών εισοδημάτων και τη διόγκωση της κερδοσκοπίας. Συνιστά, επομένως, ένα καθεστώς το οποίο θέτει στο επίκεντρο της οικονομικής κίνησης την αναζήτηση κερδών στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Για να διατυπώσουμε σχηματικά την ουσία του συλλογισμού αυτού, οι «εισοδηματίες» κάτοχοι χρηματοοικονομικών τίτλων επιβάλλουν πτώση στην «τιμή» της εργασίας ώστε να ενισχύσουν τις τιμές των χρεογράφων τους (ομόλογα και μετοχές), ενώ την ίδια στιγμή επιδίδονται στην κερδοσκοπία ώστε να επωφεληθούν προσωρινά έναντι των αντίπαλων εισοδηματιών.

  1. Η προηγούμενη συλλογιστική αποκλίνει σημαντικά από την προβληματική του Μαρξ. Στην πραγματικότητα αποτελεί μία απόπειρα να διαβαστεί με «κεϋνσιανό» ή καλύτερα με «θεσμικό» τρόπο το Κεφάλαιο (και να ακυρωθεί έτσι ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του μαρξικού επιχειρήματος). Εν συντομία θα επισημάνουμε τρία σημεία κριτικής, τα οποία αφορούν την έννοια του συνολικού κεφαλαίου (Gesamtkapital) που είναι κρίσιμη για την κατανόηση της προβληματικής του Μαρξ.34

Πρώτον, σε αντίθεση με τη ιστορικιστικού προσανατολισμού επιχειρηματολογία που παρουσιάσαμε παραπάνω,35 τα μεμονωμένα ατομικά κεφάλαια ή μερίδες κεφαλαίου στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού δεν αποτελούν αυτόνομες «ενσυνείδητες» οντότητες, αλλά μετασχηματίζονται μέσω του ανταγωνισμού σε στοιχεία του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Μέσα από αυτή τους την αλληλεξάρτηση, δηλαδή τη συγκρότησή τους σε κοινωνικό κεφάλαιο, τα μεμονωμένα κεφάλαια ή οι μερίδες του κεφαλαίου αναγορεύονται από κοινού σε κοινωνική τάξη και λειτουργούν ως ενιαία κοινωνική δύναμη που αντιπαρατίθεται και κυριαρχεί επάνω στην εργασία.36 Σε αντίθεση, επομένως, με ότι αταλάντευτα υποστηρίζεται συχνά στη βιβλιογραφία37 υπάρχει όντως ένα γενικό καπιταλιστικό συμφέρον παρά τις δυνατές ενδο-καπιταλιστικές αντιπαραθέσεις.

Δεύτερον, τα προηγούμενα σχόλια αποτελούν υπαινιγμούς για τη φύση του κεφαλαιακού ανταγωνισμού. Καθώς τα ατομικά κεφάλαια επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση του κέρδους, υπάγονται στους εγγενείς «νόμους» του κεφαλαίου και πιο συγκεκριμένα στη διαδικασία της εξίσωσης (ως τάση) των ποσοστών κέρδους. Η τάση προς ενιαίο ποσοστό κέρδους αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της κεφαλαιακής σχέσης και είναι αυτή που καθορίζει τις «ισορροπίες» ανάμεσα στις διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου. Ο κεφαλαιακός ανταγωνισμός δεν ισοδυναμεί με «πολιτική διένεξη» ούτε όμως και αποτελεί μία απλή τυπική προϋπόθεση της κίνησης των ατομικών κεφαλαίων, όπως παραδειγματικά συμβαίνει στις αναλύσεις της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Αντιστοιχεί σε μία δομική διαδικασία η οποία επιβάλλει τους αναγκαίους όρους για τη λειτουργία των ατομικών κεφαλαίων: αποτελεί το πεδίο των «περιορισμών» που επενεργεί προς την κατεύθυνση της οργάνωσης των στρατηγικών των ατομικών κεφαλαίων στο πλαίσιο μιας γενικής νόρμας.

Τρίτον, η κίνηση του βιομηχανικού κεφαλαίου που παρουσιάζει ο Μαρξ στο δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου, δεν μπορεί να αποσυντεθεί σε επιμέρους «αυτοσυνείδητες» οντότητες. Πριν τους καθορισμούς που πρόκειται να εισαχθούν στον τρίτο τόμο, ο Μαρξ επισημαίνει στην ανάλυση του δεύτερου τόμου δύο κρίσιμα σημεία: (α) η διαδικασία της αξιοποίησης προϋποθέτει την κυκλοφορία και τις εγχρήματες συναλλαγές χωρίς ωστόσο να μπορεί να ερμηνευτεί από αυτές, (2) η κίνηση των βιομηχανικών κεφαλαίων αποτυπώνει την κίνηση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου σαν κίνηση που αντιπροσωπεύει και λειτουργεί ως «πρότυπο» για τις επιμέρους κινήσεις των ατομικών κεφαλαίων.

  1. Οι παραπάνω παρατηρήσεις έχουν δραστικές συνέπειες στην κατανόηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε το συλλογισμό του Μαρξ.38

Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, περνώντας σε ένα πιο συγκεκριμένο επίπεδο ανάλυσης, ο Μαρξ παραδέχεται ότι η θέση του κεφαλαίου (και οι εξουσίες που πηγάζουν από αυτή) μπορεί να καταλαμβάνεται από περισσότερα του ενός υποκείμενα. Συγκεκριμένα, δύο είναι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα: ο καπιταλιστής του χρήματος και ο ενεργός καπιταλιστής. Με άλλα λόγια, η θέση του κεφαλαίου καταλαμβάνεται από παράγοντες τόσο «εσωτερικούς» της επιχείρησης (μάνατζερ) όσο και «εξωτερικούς» αυτής (κάτοχοι χρεογράφων). Τούτο σημαίνει ότι μία αναλυτική περιγραφή τoυ καπιταλισμού (και ιδιαίτερα της σύγχρονης μορφής του) δεν μπορεί να αγνοεί την κυκλοφορία του τοκοφόρου κεφαλαίου (η οποία αποδίδει τη δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος) και τον τρόπο με τον οποίο αυτή «συνδέεται» με την υπόλοιπη οικονομία.

Στην κατανόηση της κίνησης του τοκοφόρου κεφαλαίου ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η έννοια του πλασματικού κεφαλαίου. Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές της παρέμβασης του Hilferding (1981) οφείλεται στο ότι κατόρθωσε να επισημάνει αλλά και να αναδείξει το εν λόγω σημείο της επιχειρηματολογίας του Μαρξ. Στον καπιταλισμό η καθαρή μορφή της ιδιοκτησίας σε κεφάλαιο (είτε πρόκειται για χρήμα είτε για παραγωγικές εγκαταστάσεις) αποτελεί χρηματοοικονομικό τίτλο. Ο τίτλος ιδιοκτησίας είναι ένα «χάρτινο διπλότυπο» είτε του εκχωρούμενου χρηματικού κεφαλαίου στην περίπτωση του ομολόγου, είτε των «παραγωγικών εγκαταστάσεων» στην περίπτωση της μετοχής. Ωστόσο, η τιμή του χρεογράφου δεν προκύπτει ούτε από την ποσότητα («αξία») του προσφερόμενου χρήματος, αλλά ούτε και από την αξία των χρησιμοποιημένων μέσων παραγωγής. Η τιμή εκφράζει-προεξοφλεί-αποτιμά τη δυναμική της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Όπως επισημαίνει ο Μαρξ, οι τίτλοι ιδιοκτησίας αντιστοιχούν σε μία «φανταστική χρηματική περιουσία». Τιμολογούνται στη βάση του (μελλοντικού) εισοδήματος που «αναμένεται» να αποφέρουν στον ιδιοκτήτη τους (κεφαλαιοποίηση σύμφωνα με ένα τρέχον επιτόκιο το οποίο ενσωματώνει και τον κίνδυνο της επένδυσης), το οποίο βέβαια αποτελεί τμήμα της παραγόμενης υπεραξίας. Από την άποψη αυτή, γίνονται sui generis εμπορεύματα που διαγράφουν τη δική τους ιδιαίτερη κίνηση (Μαρξ 1978: 601-2, 589-91).39

Κάθε χρεόγραφο είναι πλασματικό κεφάλαιο. Αποτελεί συσσωρευμένη απαίτηση σε υπεραξία που πρόκειται να παραχθεί στο μέλλον. Από την άποψη αυτή, η τιμή του ενσωματώνει μία εκτίμηση – μία προεξόφληση – ενός μελλοντικού αποτελέσματος, το οποίο ως τέτοιο είναι και ενδεχομενικό. Και από τη στιγμή που είναι ενδεχομενικό, ενέχει κίνδυνο, δηλαδή δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα αστοχίας της εκτίμησης. Στην προκειμένη περίπτωση, η «συγκριτική» τιμή του χρεογράφου είναι μία πρώτη ένδειξη του κινδύνου, ενώ η ίδια η αποτίμηση του τελευταίου αποτελεί μία απόπειρα πιο περιεκτικής εκτίμησης της τιμής του χρεογράφου (και εδώ είναι, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, που τα χρηματοοικονομικά παράγωγα μπαίνουν στο παιχνίδι).

  1. Η παραπάνω επιχειρηματολογία βασίζεται σε μία θεμελιώδη διαπίστωση, η οποία διαπερνά ανεξίτηλα την ανάλυση του Μαρξ, ώστε να μην μπορεί να αποσιωπηθεί: κάθε ιδιοκτησία σε κεφάλαιο είναι πλασματικό κεφάλαιο. Από την άποψη αυτή, εκείνο που έχει πραγματική σημασία στο επίπεδο της φαινομενολογίας του κεφαλαίου είναι τελικά το χρηματοοικονομικό διπλότυπο.

Μία τέτοια τοποθέτηση έχει πάρα πολλές θεωρητικές συνέπειες. Η κυριότερη από αυτές είναι ότι έρχεται σε ρήξη με την παραδοσιακή αντίληψη της διχοτομημένης οικονομίας σε έναν «πραγματικό» και έναν ονομαστικό-χρηματοοικονομικό τομέα. Με άλλα λόγια, ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι και αυτός το ίδιο «πραγματικός» με την υπόλοιπη «πραγματική» οικονομία. Πολύ περισσότερο, αποτελεί στις μέρες μας τον τόπο διαρκούς επανεκτίμησης – και άρα εποπτείας – της δυναμικής της κεφαλαιακής συσσώρευσης στους διάφορους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.

Όπως είναι γνωστό από την τρέχουσα ακαδημαϊκή και δημοσιογραφική συζήτηση, η παραπάνω διχοτόμηση αποτελεί το θεμέλιο της συντριπτικής πλειοψηφίας των διατυπωμένων απόψεων (ορθόδοξων ή μη). Πρόκειται για το σημείο στο οποίο συγκλίνουν οι αμήχανες ερμηνείες των απολογητών του νεοφιλελευθερισμού με την πλειοψηφία των «ετερόδοξων» αναλύσεων. Κοινή πεποίθηση όλων αυτών των απόψεων είναι η υπόθεση της αναντιστοιχίας:40 η δυσαρμονία ανάμεσα στην πιστωτική επέκταση και την πορεία της επονομαζόμενης «πραγματικής οικονομίας» (όποια και εάν είναι καταγωγή της) αποτελεί μία διαρκή εστία κρίσεων και ανισορροπίας, όπως ακριβώς και της τωρινής. Εκείνο που ποικίλει εντυπωσιακά από ανάλυση σε ανάλυση είναι η ερμηνεία που βρίσκεται πίσω από τη «δυσανάλογη» διόγκωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις αγορές κεφαλαίου. Για να «σταθεί» ο παραπάνω συλλογισμός πρέπει να ισχύουν οι ακόλουθες τρεις γενικές προϋποθέσεις.41 Πρώτον, τόσο η «ονομαστική» πίστη όσο και το «πραγματικό» κεφάλαιο οφείλουν να αποτελούν δύο ποσοτικές οντότητες που μπορούν να μετρηθούν. Δεύτερον, οι μετρήσεις των δύο ποσοτήτων αυτών πρέπει να είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους: δηλαδή ο υπολογισμός της μίας να μην επηρεάζει την άλλη. Τρίτον, στις «ιδανικές» συνθήκες ισορροπίας οι δύο εν λόγω ποσότητες οφείλουν να είναι ίσες: δηλαδή η ονοματική αποτίμηση του κεφαλαίου από τις χρηματαγορές πρέπει να συμπίπτει με την αντίστοιχη «πραγματική» του ποσότητα.

Καμία από τις προηγούμενες προτάσεις δεν ευσταθεί, διότι όπως χαρακτηριστικά έδειξαν οι «πολυετείς» διαμάχες για το κεφάλαιο-ως-ποσότητα (ανάμεσα στους νεοκλασικούς, από τη μία, και τους κεϋνσιανούς και νεορικαρδιανούς οικονομολόγους, από την άλλη42), στον καπιταλισμό (δηλαδή «όσο ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας θα εμφανίζεται ως η χρηματική ύπαρξη του εμπορεύματος», που θα έλεγε και ο Μαρξ) κάθε διάκριση ανάμεσα σε «ονομαστική» και «πραγματική» ποσότητα δεν είναι μόνο απλά ατυχής, αλλά και εξαιρετικά αδιευκρίνιστη (θα προσθέταμε εμείς, σε ένα διεθνοποιημένο καπιταλισμό με πολλαπλές αποκλίνουσες δυνάμεις).

Καθώς η υλική διάρθρωση του κεφαλαίου αποτελείται από πολλά ετερογενή παραγόμενα εμπορεύματα δεν είναι δυνατό να υπάρξει κάποια «τεχνική» μονάδα μέτρησης που να το ανάγει σε ομοιογενή «πραγματική» ποσότητα. Έτσι, το «πραγματικό» κεφάλαιο αποτιμάται και αυτό σε χρηματικές αξίες, αποτελεί δηλαδή και αυτό μία «ονομαστική» ποσότητα όπως ακριβώς και η ποσότητα των πιστωτικών χρεογράφων. Το «πραγματικό» είναι και αυτό «ονομαστικό» και άρα «πλασματικό» (με τη μαρξική σημασία του όρου).43 Αυτό σημαίνει ότι, πριν ακόμη εξεταστεί εάν η «ονομαστική» ποσότητα κεφαλαίου αντιστοιχεί στην υποτιθέμενη «πραγματική», η τελευταία οφείλει να αποτιμηθεί σε μονάδες σύγχρονου χρήματος, δηλαδή σε μονάδες ενός «χρηματοπιστωτικού τίτλου» (όπως είναι τα τραπεζογραμμάτια της Κεντρικής Τράπεζας), η «ονομαστική» αξία του οποίου αποκλίνει συστηματικά από οτιδήποτε θα μπορούσε να οριστεί ως αντίστοιχη «πραγματική» του αξία.44

Όπως ήδη έχουμε παρατηρήσει, η αξία ενός χρεογράφου αποτελεί κεφαλαιοποιημένη (και προεξοφλημένη) απαίτηση σε μελλοντική παραγωγή υπεραξίας. Αποτελεί πλασματικό κεφάλαιο, γεγονός που σημαίνει ότι «λαμβάνει» την αξία του από τις προσδοκίες κερδοφορίας και τον τρόπο με τον οποίο αυτές «συνδέονται» με την κυκλοφορία του κεφαλαίου. Σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η κυρίαρχη θεωρία45 δεν υπάρχουν «θεμελιώδεις» ή «πραγματικές» αξίες οι οποίες να καθορίζουν τις «ονομαστικές» αξίες των χρεογράφων, να «καθιστούν» δηλαδή τις αγορές αποτελεσματικές και να αναδεικνύουν έτσι την κερδοσκοπία σε παράγοντα σταθεροποίησης. Τα υλικά στοιχεία του κεφαλαιακού αποθέματος, η «γνώση» και η «εργασία» δεν υφίστανται ως «ουδέτερα» συστατικά εντός της παραγωγικής διαδικασίας παρά μόνο κάτω από τη σύνθετη οργάνωσή τους σε συλλογικό εργάτη, τα «παραγωγικά» αποτελέσματα του οποίου δεν έχουν να κάνουν με την απλή συνάθροιση των «αξιών» των επιμέρους συστατικών. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Το αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης και ο τρόπος με τον οποίο αυτό προεξοφλείται είναι που «δίνουν αξία» στα ετερογενή υλικά και «άυλα» στοιχεία του κεφαλαίου.

  1. Ένα από βασικά χαρακτηριστικά του νεοφιλελεύθερου μοντέλου είναι η αύξηση της εξω-τραπεζικής χρηματοδότησης του χρέους τόσο των κρατών όσο και των επιχειρήσεων. Υπάρχουν απόψεις που δίνουν με απολογητικό τρόπο έμφαση στις «αναπτυξιακές» δυνατότητες που προκύπτουν από μία τέτοια χρηματοοικονομική φιλελευθεροποίηση. Από την άλλη, οι κεϋνσιανής συνήθως προέλευσης επικριτές είναι περισσότερο επιφυλακτικοί. Επισημαίνουν τους κινδύνους που ενέχει η χρηματοοικονομική απελευθέρωση για την οικονομική ανάπτυξη τονίζοντας το «εκρηκτικό» μίγμα που προκύπτει όταν αποθέματα υψηλής μόχλευσης αναζητούν υπερβολικές αποδόσεις σε ένα περιβάλλον που συστηματικά υποτιμά τους κινδύνους (αυτή είναι η «γραμμή» Minsky).46

Εντούτοις, και στις δύο αυτές γενικές περιπτώσεις η μελέτη του χρηματοπιστωτικού μηχανισμού επικεντρώνεται στα «αναπτυξιακά» του αποτελέσματα, είτε θετικά είτε αρνητικά. Εκείνο που αποτυγχάνουν οι προηγούμενες αναλύσεις να κάνουν είναι να συλλάβουν το σύνολο των θετικών αποτελεσμάτων που η χρηματοοικονομική φιλελευθεροποίηση είναι δυνατό να προκαλέσει, έστω και εάν τα αποτελέσματα αυτά φαίνονται – ή καλύτερα δεν φαίνονται – περιθωριακά με μία πρώτη ματιά. Όπως είπαμε και προηγουμένως, αποτυγχάνουν να εξετάσουν την πιστωτικοποίηση (financialization) σαν μία περίπλοκη κοινωνική λειτουργία. Και τούτο σημαίνει ότι η πλευρά της διαδικασίας που παραμένει αθέατη ίσως τελικά να είναι η πιο κρίσιμη για την οργάνωση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Για να κάνουμε περισσότερο κατανοητά τα παραπάνω θα προχωρήσουμε σε δύο κρίσιμες παρατηρήσεις, οι οποίες είναι άμεσες συνέπειες της επιχειρηματολογίας του προηγούμενου σημείου.

  1. Αρχικά θα αναφερθούμε στην περίπτωση των επιχειρήσεων (ατομικά κεφάλαια). Όπως έχουμε ήδη σχολιάσει, οι οργανωμένες χρηματαγορές – ως τόποι επαναδιαπραγμάτευσης των εταιρικών χρεογράφων – συμβάλλουν διαρκώς στην επανεκτίμηση της δυνατότητας των ατομικών κεφαλαίων στο να παράγουν υπεραξία. Με άλλα λόγια, οι χρηματαγορές επανεκτιμούν διαρκώς τη δυναμική της εκμετάλλευσης. Με τον τρόπο αυτό οι αγορές κεφαλαίου «επιδιώκουν» (σαν τάση και όχι πάντα αξιόπιστα) να μετατρέψουν σε ποσοτικά σήματα τα «πολιτικά» συμβάντα του εσωτερικού της επιχείρησης και να επιβάλλουν μέσω αυτού του μηχανισμού την εμπέδωση των «νόμων του κεφαλαίου». Σημασία σε αυτή τη διαδικασία δεν έχει τόσο η δυνατότητα της αλάνθαστης πρόβλεψης, κάτι που βέβαια δεν μπορεί ποτέ να συμβεί, αλλά η δυνατότητα (ως τέτοια) της εκτίμησης ή του υπολογισμού. Οι επιχειρήσεις που αποτυγχάνουν να διασφαλίσουν την «εμπιστοσύνη» των αγορών κινδυνεύουν με αφανισμό (ή ριζική αναδιάρθρωση, αφορμή για την οποία μπορεί να είναι είτε η εξαγορά-συγχώνευση είτε η χρεοκοπία) ως αναποτελεσματικοί τόποι οργάνωσης της εκμετάλλευσης.

Ωστόσο, η προεξόφληση ενός μελλοντικού αποτελέσματος ενέχει κινδύνους, γι’ αυτό και η διαχείριση του ρίσκου είναι μία πρακτική άμεσα συνυφασμένη με τη φιλελευθεροποίηση των χρηματαγορών. Η διαδικασία του υπολογισμού είναι πρωτίστως μία διαδικασία αποτίμησης του ενδεχομένου μη-επίτευξης της προσδοκώμενης απόδοσης (ιδιαίτερα σε μία διεθνή αγορά με πολλαπλές και αποκλίνουσες δυνάμεις καθορισμού των αποδόσεων). Επειδή ο ίδιος ο χαρακτήρας της παραγωγής υπεραξίας αλλά και των συνολικών απαιτήσεων επάνω στην τελευταία είναι ενδεχομενικός (ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης), η διαχείριση του ρίσκου συνδέεται οργανικά με την ίδια την κίνηση του κεφαλαίου στο καθεστώς των «απελευθερωμένων» αγορών. Κατά συνέπεια, οι τεχνικές διαχείρισης κινδύνου αποτελούν πλέον κρίσιμο στοιχείο στη διαχείριση των αντιστάσεων της εργασίας και κατά συνέπεια στη διαμόρφωση των όρων του συλλογικού εργαζομένου.47

Σε κάθε στιγμή, η απόδοση ενός εταιρικού χρεογράφου (μετοχή, ομόλογο) αντανακλά μία εκτίμηση για το κατά πόσο η εν λόγω εταιρία θα είναι τελικά σε θέση να παράγει τα «αναμενόμενα» κέρδη και να είναι «εντάξει» ως προς τις δανειακές της υποχρεώσεις. Σε τελευταία ανάλυση αποτελεί μία ποσοτική εκτίμηση της ίδιας της αποδοτικότητας του ατομικού κεφαλαίου. Στη διαμόρφωση, βέβαια, των εκτιμήσεων αυτών ιδιαίτερα κρίσιμος είναι και ο ρόλος των εταιριών αξιολόγησης (rating agencies), οι οποίες θα πρέπει να προσλαμβάνονται ως συστατικός παράγοντας των αγορών.48 Οι εταιρίες αξιολόγησης καλούνται – συνήθως από τις επιχειρήσεις που θέλουν να εκδώσουν ένα χρέος – να αξιολογήσουν το ρίσκο του συγκεκριμένου χρεογράφου. Παρότι η διαδικασία αξιολόγησης θεωρητικά αφορά τη συγκεκριμένη μορφή χρέους και όχι την επιχείρηση συνολικά, στην πραγματικότητα οι εταιρίες αξιολόγησης – λειτουργώντας συμπληρωματικά με τους υπόλοιπους παράγοντες της αγοράς – παρέχουν μία «ακτινογραφία» της δυναμικότητας του ατομικού κεφαλαίου (π.χ. στην καθημερινότητα των αγορών είναι συνηθισμένο η αξιολόγηση μιας μορφής χρέους να συνδέεται με την επιχείρηση ως σύνολο). Η «μέτρηση» της πιστοληπτικής ικανότητας μιας επιχείρησης αποτελεί μία πρώτη εκτίμηση για την ίδια τη δυνατότητά της να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά την εργασία.49

  1. Τα πράγματα δεν είναι και πολύ διαφορετικά στην περίπτωση των κρατών. Ο τρόπος λειτουργίας των χρηματαγορών δημιουργεί τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής της νεοφιλελεύθερης μορφής της αστικής εξουσίας. Ο μηχανισμός παρουσιάζει κάποιες τυπικές αναλογίες με την περίπτωση των ατομικών κεφαλαίων. Μόνο που εκείνο που «εποπτεύουν» τώρα οι χρηματαγορές είναι τελικά η δυναμική της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή η «απαρέγκλιτη» προώθηση του νεοφιλελεύθερου πολιτικού προγράμματος. Και εδώ θα είμαστε σχηματικοί.50

Ας σκεφτούμε κάπως αντίστροφα. Όταν μία εθνική οικονομία βρίσκεται σε κρίση καταφεύγει συνήθως για δανεισμό στο ΔΝΤ. Το τελευταίο εξακολουθεί να λειτουργεί ως ύστατος δανειστής, γεγονός που σημαίνει ότι θα προσφέρει στις προστρέχουσες χώρες ό,τι χρειάζονται ώστε να επανέλθουν στον «ίσιο δρόμο» του φιλελευθερισμού. Συνεπώς, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε κατά την περίοδο του Bretton Woods, στην εποχή της χρηματοοικονομικής φιλελευθεροποίησης η παρέμβαση του ΔΝΤ αναμένεται να έχει σαν στρατηγικό της στόχο την αποκατάσταση της «εμπιστοσύνης» των αγορών. Δάνεια με νεοφιλελεύθερο αντίτιμο, λοιπόν. Δημοσιονομική λιτότητα και «διαρθρωτικές» μεταρρυθμίσεις. Ο κοινωνικός σχηματισμός που διατρέχει δυσκολίες «οφείλει» να «μιλήσει» τη γλώσσα των αγορών, ώστε αυτές να τον ξανα-εμπιστευτούν και η αστική ηγεμονία να «επανέλθει» στη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Όπως γίνεται απολύτως αντιληπτό, η διαδικασία αυτή δύσκολα θα μπορούσε να γίνει κατανοητή ως εξάρτηση από «ξένα» κέντρα εξουσίας ή διεθνή «αρπακτικά» κεφάλαια.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω αποτελούν «διλήμματα» που είναι πάντα διατυπωμένα εκ των προτέρων. Μία χώρα «οφείλει» να είναι προσεκτική, να μην παρεκκλίνει από τη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού ώστε να μη βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να χάσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να προσφύγει στο «κακό» ΔΝΤ. Και επάνω σε αυτόν ακριβώς τον «υλικό» εκβιασμό οργανώνονται σημαντικές κοινωνικές συναινέσεις. Ακόμα, ωστόσο, και όταν η ταξική πάλη προκαλέσει σημαντικά πολιτικά γεγονότα, π.χ. παγώσει τις ιδιωτικοποιήσεις και αναγκάσει την κρατική εξουσία σε ελλείμματα, οι αγορές θα άρουν σταδιακά την εμπιστοσύνη τους αυξάνοντας το κόστος δανεισμού (αμφισβητώντας την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους) και επισπεύδοντας το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας. Όταν τα πράγματα «φτάσουν στα άκρα», ένα τέτοιο συμβάν είναι καλοδεχούμενο για την αστική εξουσία διότι επαναφέρει (έστω βίαια) τον άξονα της αστικής στρατηγικής στον ίσιο δρόμο (όπως ακριβώς γίνεται και με τη χρεοκοπημένη επιχείρηση).

  1. Ας ανακεφαλαιώσουμε. Εντελώς σχηματικά θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε τη θέση ότι ο νεοφιλελευθερισμός αντιστοιχεί περισσότερο σε μία αναδιάταξη ή αναδιαμόρφωση των σχέσεων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη (άνισοι κρίκοι-τμήματα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας), τα ατομικά κεφάλαια (τα οποία συγκροτούνται ως τέτοια πάντα σε αναφορά με ένα συγκεκριμένο εθνικό συνολικό κεφάλαιο) και τις «απελευθερωμένες» πλέον χρηματαγορές. Η εν λόγω αναδιάταξη προϋποθέτει μία κατάλληλη μορφοποίηση όλων των επιμέρους «συστατικών» της διαδικασίας με τρόπο ώστε να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις αναπαραγωγής του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού υποδείγματος. Από αυτή την άποψη, ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μία ιστορικά συγκεκριμένη μορφή πειθαρχίας.

  1. Κρίσιμο κρίκο σε αυτή τη διαδικασία αποτελούν οι αγορές χρηματοοικονομικών παραγώγων, η λειτουργία των οποίων συνδέεται άμεσα με την επιχειρηματολογία που προηγήθηκε.

Στην τρέχουσα φρασεολογία κάθε δάνειο (δημιουργία χρεογράφου και άρα πλασματικού κεφαλαίου) ισοδυναμεί με την ανάληψη πιστωτικού κινδύνου. Στην πραγματικότητα η δημιουργία ενός χρεογράφου περιλαμβάνει σε δύο διακριτές στιγμές: (α) την απαρχή ενός χρέους (credit origination), δηλαδή μιας ροής περιοδικών πληρωμών και (β) την ανάληψη πιστωτικού κινδύνου (credit risk-bearing), ή καλύτερα: πιστωτικών κινδύνων. Τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα αποτελούν συμβόλαια που συντάσσονται με βασικό στόχο να μειώσουν ή και να ελαχιστοποιήσουν την έκθεση στον πιστωτικό κίνδυνο (προσφέροντας ασφάλεια έναντι μελλοντικών απωλειών που οφείλονται σε συγκεκριμένα πιστωτικά ενδεχόμενα-γεγονότα) που ενέχει η διαδικασία δανεισμού, δηλαδή η ίδια η κίνηση του τοκοφόρου κεφαλαίου. Μέσω των πιστωτικών παραγώγων είναι δυνατός ο διαχωρισμός των δύο στιγμών του δανεισμού: οι κίνδυνοι που συνδέονται με το χρέος διαχωρίζονται από το ίδιο το χρέος, πακετάρονται και ξαναπακετάρονται με σκοπό να μεταβιβαστούν σε κάποιον άλλον που επιθυμεί ενδεχομένως να τους αναλάβει. Με τον τρόπο αυτό όσοι εμπλέκονται στην πράξη του δανεισμού (χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή μη-χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις) μπορούν να μεταφέρουν σε άλλους τμήμα της δικής τους έκθεσης σε κινδύνους (διαχέοντας τους στο εσωτερικό του χρηματοπιστωτικού συστήματος), ενώ ταυτόχρονα (και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο) μέσω αυτής της διαδικασίας δημιουργούνται οι όροι πιο αποτελεσματικής αποτίμησης των πιστωτικών κινδύνων συνολικά.51

Συνεπώς, οι αγορές χρηματοπιστωτικών παραγώγων, εμπορευματοποιώντας την έκθεση στον πιστωτικό κίνδυνο (repackage and parcel out credit risk), ενισχύουν τελικά την αποτίμηση του κινδύνου από τις χρηματαγορές και κάνουν έτσι πιο αποτελεσματική την εποπτική λειτουργία των αγορών επάνω στους όρους παραγωγής υπεραξίας (ή εμπέδωσης της στρατηγικής του φιλελευθερισμού, όσον αφορά στην περίπτωση των κρατών ή της μη-παραγωγικής κατανάλωσης). Τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα δεν αποτελούν μόνο ένα επιπλέον «εργαλείο» διαχείρισης των προβλημάτων ρίσκου. Επειδή, όπως ήδη έχουμε διαπιστώσει, η τιμή των χρεογράφων «αιχμαλωτίζει» μία προεξόφληση της αξιοποίησης του κεφαλαίου, δηλαδή μία ποσοτική εκτίμηση ενός μελλοντικού (και επομένως μη-εξασφαλισμένου) αποτελέσματος εκμετάλλευσης, τα χρηματοοικονομικά παράγωγα, εμπορευματοποιώντας τους κινδύνους, διαμορφώνουν ένα πεδίο εμπορευσιμότητας και κυρίως υπολογισμού των προεξοφλήσεων αυτών. Με άλλα λόγια, εκτιμώντας και επανεκτιμώντας τις «τιμές» των χρηματοοικονομικών τίτλων, σε τελευταία ανάλυση συμβάλλουν στην περισσότερο ολοκληρωμένη «εποπτεία» της ίδιας της παραγωγής υπεραξίας (όπως επίσης και όλων των διαδικασιών που συμπλέκονται με αυτή). Πρόκειται για την αθέατη δραστικότητα ενός χρηματοοικονομικού υπολογισμού ο οποίος επιβάλλει σε περιεκτική παρατήρηση τα εταιρικά χαρτοφυλάκια παρέχοντας τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες στις συναλλαγές να αξιολογούν διαρκώς με πιο αποτελεσματικό και «ασφαλή» τρόπο (όχι όμως πάντα εξασφαλισμένο) τις απαιτήσεις επάνω στην υπεραξία.52

  1. Για να γίνουν περισσότερο κατανοητά τα προηγούμενα θα αναφερθούμε στα CDS53 (Credit Default Swaps – Συμφωνίες Ανταλλαγής Πιστωτικού Κινδύνου) που αποτελούν μία σχετικά απλή εκδοχή χρηματοοικονομικών παραγώγων με πολύ μεγάλη κυκλοφορία. Πρόκειται για χρηματοπιστωτικά εμπορεύματα που διαχωρίζουν ορισμένους κινδύνους από τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν τη διαδικασία του δανεισμού, τους «εμπορευματοποιούν» και συμβάλλουν έτσι στην αποτίμησή τους.

Τα CDS είναι διμερή συμβόλαια. Μπορούν να έχουν σαν βάση αναφοράς ένα οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, καλάθι περιουσιακών στοιχείων ή ακόμα και ιδιωτικό φορέα. Το μέρος που αγοράζει προστασία δεσμεύεται συνήθως να πληρώνει μία συγκεκριμένη περιοδική εισφορά στο μέρος που πουλάει την προστασία. Το δεύτερο στη συνέχεια υποχρεούται να επιστρέψει τμήμα ή ολόκληρη την ονομαστική αξία του τίτλου αναφοράς, σε περίπτωση που λάβουν χώρα προσυμφωνημένα πιστωτικά γεγονότα (π.χ. υποβάθμιση της αξιολόγησης του τίτλου αναφοράς, χρεοκοπία ή πτώχευση του τρίτου μέρους που έχει εκδώσει τον τίτλο αναφοράς κλπ.). Με τον τρόπο αυτό το μέρος που αγοράζει προστασία έναντι ενός χρεογράφου που κατέχει (υποχρέωση ενός τρίτου προς αυτό) στην πραγματικότητα εκδίδει ένα χρηματοπιστωτικό παράγωγο που του επιτρέπει (με κάποιο κόστος) να «μεταβιβάσει» την έκθεση σε (ορισμένους) κινδύνους που συνδέονται με το εν λόγω χρεόγραφο χωρίς να απαλλαγεί από αυτό. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει την «απομόνωση» συγκεκριμένων και ετερογενών κινδύνων που συνδέονται με ένα sui generis εμπόρευμα (χρεόγραφο), με αποτέλεσμα οι εν λόγω κίνδυνοι να γίνονται με τη σειρά τους κοινωνικά «πράγματα» και να αποκτούν («επανασυσκευαζόμενα») και αυτά τη μορφή του εμπορεύματος. Γενικά, η απομόνωση και η αντικειμενοποίηση των συγκεκριμένων κινδύνων στα διάφορα παράγωγα (χρηματοοικονομικά ή μη), δηλαδή σε ανταλλάξιμα sui generis εμπορεύματα, συμμετροποιεί τους ετερογενείς αυτούς κινδύνους και τους ανάγει σε αφηρημένο κίνδυνο (που εκφράζεται στην «αξία» του παραγώγου), υποβάλλοντάς τους στη διαδικασία του υπολογισμού (βλ. αναλυτικά στη συνέχεια).

Εν προκειμένω, η τιμή του CDS προσφέρει μία νέα εκτίμηση των κινδύνων που συνδέονται με το χρεόγραφο αναφοράς, με αποτέλεσμα η αγορά παραγώγων να συμπληρώνει τον εποπτικό ρόλο των χρηματαγορών παρέχοντας «σήματα» για την αξιοπιστία όσων έχουν εκδώσει το εν λόγω χρεόγραφο. Στο βαθμό που ο δανειζόμενος είναι καπιταλιστική επιχείρηση, η «τιμή» των παραγώγων συμπυκνώνει ενδείξεις για τη δυνατότητα παραγωγής υπεραξίας. Στο βαθμό που ο δανειζόμενος είναι μισθωτός, η «τιμή του ρίσκου» αποτελεί εκτίμηση της δυνατότητάς του να ενσωματώνεται στις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας (και επειδή τα δάνεια προς μισθωτούς «πακετάρονται» κατά ομάδες, η «τιμή του ρίσκου» παρέχει ενδείξεις για την ευρύτερη οικονομική συγκυρία). Και όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, οι συνέπειες δεν σταματούν εδώ, αλλά καταλαμβάνουν όλες της όψεις της «καθημερινής ζωής».

  1. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην περίπτωση των κρατών. Τα παράγωγα από «τεχνική» άποψη λειτουργούν συμπληρωματικά με τις αντίστοιχες αγορές κρατικών ομολόγων ή συναλλάγματος, αξιολογώντας τους κινδύνους που σχετίζονται με αυτές. Κατά συνέπεια, τα παράγωγα «αιχμαλωτίζουν» μία αποτίμηση της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής κατάστασης στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού. Παίζουν το ρόλο ενός «μικροσκοπίου» που επιχειρεί (ατελώς συνήθως) να «μεταφράσει» τα πολιτικά συμβάντα σε ποσοτικά και κωδικοποιημένα σήματα που απευθύνονται προς τις διεθνείς χρηματαγορές.54 Η διαδικασία αυτή, όπως ήδη έχουμε διαπιστώσει, λειτουργεί ως απαραίτητο τμήμα ενός ευρύτερου πειθαρχικού μηχανισμού που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να παραμένουν τα κράτη εντός του νεοφιλελεύθερου «κορσέ». Τα εθνικά κράτη «οφείλουν» να μην στέλνουν «λάθος σήματα», δηλαδή να προλαμβάνουν τα μη-ελέγξιμα και εν πολλοίς ετερογενή αποτελέσματα της ταξικής πάλης. Με άλλα λόγια, να είναι αποτελεσματικοί εγγυητές της ηγεμονίας του κεφαλαίου. Αλλά ακόμα και όταν αποτυγχάνουν να αποσπάσουν τις συναινέσεις γύρω από τη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού, η ίδια η πίεση των αγορών δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις της διόρθωσης. Ο μηχανισμός αυτός δεν αντιστοιχεί σε νέες μορφές εξάρτησης ή «απίσχνασης» των εθνικών κρατών, αλλά στην εμπέδωση μίας ορισμένης κρατικής οργάνωσης της αστικής εξουσίας (αναμφίβολα πιο αυταρχικής και πιο βίαιης).

Ας δώσουμε ένα ακόμη σύντομο παράδειγμα που αφορά τη Βραζιλία αυτή τη φορά και αναφέρεται στην εκλογή του Lula (Luiz da Silva) to 2002.55 Όταν κατέστη πιθανό ότι το Εργατικό Κόμμα θα επικρατούσε στις εκλογές, οι συντηρητικές αντιδράσεις πλήθυναν, με αποκορύφωμα τον επίσημο αμερικάνικο τύπο ο οποίος, για να τονίσει το πολιτικό στίγμα του Lula, χαρακτήριζε το κόμμα του ως σοσιαλιστικό και αριστερίστικο. Οι μεγάλοι επενδυτές στις αγορές της Λατινικής Αμερικής άρχισαν όχι μόνο να πουλάνε το εθνικό νόμισμα της Βραζιλίας (ρεάλ), αλλά και να «ποντάρουν» στην πτώση του. Μέχρι την εκλογή του Lula, το ρεάλ είχε υποτιμηθεί περισσότερο από 30% σε σχέση με το δολάριο και το ευρώ. Ο γραμματέας του υπουργείου οικονομικών των ΗΠΑ, Paul H. O’Neil, προέβλεψε ότι οι αγορές παραγώγων θα συνέχιζαν να «επιτηρούν» το έργο του Lula μέχρι ο ίδιος «να αποδείξει σε αυτές ότι δεν είναι παρανοϊκός», δηλαδή ότι δεν είναι «ξεροκέφαλος» στην εφαρμογή της οικονομικής αναδιανομής και της κοινωνικής δικαιοσύνης (New York Times, 29 Οκτωβρίου 2002). Πολύ περισσότερο, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, οι αντίπαλοι του Lula υπογράμμισαν τις «αντιδράσεις» των αγορών παραγώγων ως επιχείρημα καταψήφισής του. Και η αλήθεια είναι ότι το επιχείρημα αυτό σε ένα διεθνοποιημένο νεοφιλελεύθερο κόσμο είχε κάποια βάση: το 50% των εξωτερικών δανειακών υποχρεώσεων της βραζιλιάνικης οικονομίας ήταν «δεμένες» με το δολάριο με αποτέλεσμα το χρέος της οικονομίας να αυξηθεί κατακόρυφα κατά 250 δισεκατομμύρια δολάρια εξαιτίας της υποτίμησης του ρεάλ.

Ας σκεφτούμε για λίγο τις συνέπειες όλης αυτής της διαδικασίας. Από τη μία πλευρά, σημαντικό τμήμα του κρατικού προϋπολογισμού δεσμεύτηκε στην αποπληρωμή του επιπρόσθετου χρέους που προκλήθηκε μόνο και μόνο από την αιφνίδια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, ενώ θα μπορούσε να είχε διοχετευτεί στη βελτίωση της στέγασης, της υγείας και της εκπαίδευσης των άπορων που συνωστίζονται στις φαβέλες των μεγαλουπόλεων. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο, οι όποιες αρχικές προθέσεις του νεοεκλεγέντα προέδρου ακυρώθηκαν πριν καν δοκιμαστούν στην πράξη. Από την άλλη, η διαρκής επιτήρηση των «καχύποπτων» αγορών διατηρούσε ζωντανό το ενδεχόμενο περαιτέρω υποτίμησης του νομίσματος και υποβάθμισης του αξιόχρεου της οικονομίας. Η κυβέρνηση του Lula βρέθηκε σε σημαντικό βαθμό εγκλωβισμένη εντός του νεοφιλελεύθερου «κορσέ»: με ορατό τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, εκεί που αρχικά σκόπευε σε ήπιες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, κατέληξε να παλεύει με το πρόβλημα του χρέους «πειθαρχώντας» τελικά στις επιταγές των αγορών.

  1. Ας συνοψίσουμε τη βασική ιδέα που αποτέλεσε το υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας που προηγήθηκε σχετικά με τα παράγωγα. Θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τον ισχυρισμό που έχει κατακλύσει την τρέχουσα εγχειριδιακή βιβλιογραφία σύμφωνα με τον οποίο οι σύγχρονες αγορές παραγώγων «εμπορευματοποιούν» τον κίνδυνο.56 Θα πρέπει, συνεπώς, να προσεγγίσουμε τα παράγωγα υπό το πρίσμα της μαρξικής ανάλυσης της αξιακής μορφής.

Σε ό, τι ακολουθεί θα ξεκινήσουμε με κάποια γενικά σχόλια αναφορικά με την εμπορευματική μορφή και στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε, επάνω στην ίδια ακριβώς λογική, να σκεφτούμε τα παράγωγα ως sui generis εμπορεύματα τα οποία αποτελούν αντικειμενοποιήσεις του αφηρημένου κινδύνου που συνδέεται με τα πολυποίκιλα και ετερογενή αποτελέσματα της ταξικής πάλης σε ένα φιλελεύθερο («απορυθμισμένο» – δηλαδή ρυθμισμένο σύμφωνα με τη λογική του κεφαλαίου) καπιταλιστικό κόσμο.57

  1. Από τις πρώτες κιόλας σειρές του Κεφαλαίου ο Μαρξ υπογραμμίζει ότι η μορφή εμπόρευμα αποτελεί τη θεμελιώδη κοινωνική μορφή σε μία καπιταλιστική οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι τα κοινωνικά «πράγματα» είναι πάντα ήδη-δοσμένα με τη μορφή του εμπορεύματος.

Κάθε εμπόρευμα καταρχήν χαρακτηρίζεται από μία αξία χρήσης, δηλαδή από μία «ιδιότητα» να ικανοποιεί κάποιες κοινωνικές ανάγκες. Παράλληλα είναι φορέας και μιας άλλης ιδιότητας (όχι λιγότερο «αντικειμενικής»): να αποτελεί αξία. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο «ιδιότητες» αυτές είναι κοινωνικά προσδιορισμένες. Με άλλα λόγια, τόσο η κοινωνική «χρησιμότητα» του εμπορεύματος όσο και η «ικανότητά» του να είναι ανταλλάξιμο και άρα ποσοτικά συσχετίσιμο-συγκρίσιμο με κάθε άλλο εμπόρευμα είναι αποτελέσματα της δομής ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής: του καπιταλισμού. Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν σχετικά με την αξιακή ανάλυση του Μαρξ. Η σχετική βιβλιογραφία μάλιστα είναι μάλλον ανεξάντλητη.58 Εδώ θα αρκεστούμε στο να θίξουμε συνοπτικά ορισμένα βασικά ζητήματα που εξυπηρετούν τις ανάγκες της παρούσας εργασίας.

Η αξία των εμπορευμάτων εμφανίζεται κατά την ανταλλαγή τους στη χρηματική τους τιμή. Κάθε εμπόρευμα στην κυκλοφορία είναι τοποθετημένο διπλά: «υπάρχει όχι μόνο σαν εμπόρευμα απέναντι στο χρήμα, αλλά και πάντα σαν εμπόρευμα με μία τιμή, μία ανταλλακτική αξία μετρημένη με τη μετρική μονάδα των ανταλλακτικών αξιών» (Μαρξ 1992: 820, η έμφαση δική μου). Από την τοποθέτηση αυτή βγαίνουν τρία άμεσα συμπεράσματα.

Πρώτον, το χρήμα αποτελεί την αυτοτελή μορφή εμφάνισης της αξίας των εμπορευμάτων. Με την έννοια ότι λειτουργεί σαν «γενικό μέτρο των αξιών», εκφράζοντας «τις αξίες των εμπορευμάτων σαν ομώνυμα, ποιοτικά όμοια και ποσοτικά συγκρίσιμα μεγέθη» (Μαρξ 1996: 107). Έτσι, η «αξιακή αντικειμενικότητα» κάθε εμπορεύματος εκδηλώνεται από το γεγονός ότι αυτό «υπάρχει» κοινωνικά πάντα με μία χρηματική τιμή, δηλαδή είναι πάντα άμεσα προσοτικοποιήσιμο.

Δεύτερον, το χρήμα δεν «συμμετροποιεί» τα εμπορεύματα. Υποδηλώνει ότι κάτι «κοινό» υπάρχει σε αυτά που τα καθιστά ανταλλάξιμα και επομένως ποσοτικά συγκρίσιμα. Αυτό συμβαίνει διότι τα εμπορεύματα εκτός από αξίες χρήσης έχουν παραχθεί και ως αξίες: «η αξία του εμπορεύματος είναι το κοινό που εκφράζεται στην ανταλλακτική σχέση ή στην ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος» (Μαρξ 1996: 52). Βέβαια, με τον τρόπο αυτό δεν επισημαίνεται απλά μία τυπική ιδιότητα των εμπορευμάτων (όπως πολλές φορές υπονοείται στο κείμενο του Μαρξ), αλλά μάλλον αναδεικνύεται ένας ιδιαίτερος «τρόπος ύπαρξης» των προϊόντων της εργασίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό συμβαίνει διότι πέρα από τα εμπορεύματα και η ίδια η εργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ) διαθέτει έναν εξίσου διφυή χαρακτήρα. Πρόκειται, μάλιστα, για μία διαπίστωση που παρουσιάζεται από τον Μαρξ σαν δική του ιδιαίτερη κριτική συμβολή στην οικονομική σκέψη.59

Τρίτον,60 η τελευταία παρατήρηση σημαίνει ότι η εργασία που λαμβάνει χώρα μπορεί να ειδωθεί είτε ως συγκεκριμένη είτε ως αφηρημένη. Για να πραγματοποιηθούν οι ανταλλαγές που απαιτούνται για την αναπαραγωγή των καταμερισμένων διαδικασιών παραγωγής, οι συγκεκριμένες εργασίες (όπως αυτές έχουν αντικειμενοποιηθεί σε αξίες χρήσεις) θα πρέπει να μετασχηματιστούν σε σύμμετρες εργασίες ώστε να αναγνωριστούν και να μορφοποιηθούν ως τμήματα της συνολικής κοινωνικής εργασίας που απαιτείται για να αναπαραχθεί ο ΚΤΠ. Με την έννοια αυτή, η αφηρημένη εργασία αποτελεί την αναγκαία «συνθήκη» για να ομογενοποιηθούν οι διαφορετικές συγκεκριμένες εργασίες. Στον καπιταλισμό κάθε παραγωγική διαδικασία οργανώνεται με τέτοιον τρόπο ώστε μαζί με την παραγωγή μιας αξίας χρήσης να παράγεται και μία καθαρή ποσότητα αξίας, η οποία αποτιμάται αναγκαστικά σε χρήμα. Με τον τρόπο αυτό κάθε εργασία μπορεί να λογίζεται ως ίδια με κάθε άλλη επειδή εκτός από προϊόν παράγει και χρηματική αξία. Κάθε εργασία καθίσταται όμοια με κάθε άλλη στη δυνατότητα ιδεατής χρηματικής αποτίμησης των προϊόντων της. Η μορφή της αφηρημένης εργασίας είναι η εργασία ως παράγουσα αξία, δηλαδή χρήμα.

  1. Τα παράγωγα είναι και αυτά sui generis εμπορεύματα: κοινωνικές μορφικές αντικειμενοποιήσεις αφηρημένου ρίσκου. Η διαπίστωση αυτή «εγκαλεί» μία ολόκληρη σειρά συλλογισμών που θα μπορούσαν να μας υποδείξουν την κατεύθυνση για να αναζητήσουμε τον κοινωνικό ρόλο των παραγώγων. Σε αυτήν, κρίσιμη είναι η ανάλυση της αξιακής μορφής στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου από τον Μαρξ.

Στην παγκόσμια καθημερινότητα ενός νεοφιλελεύθερου κόσμου ανακύπτουν (εξαιτίας της «απόσυρσης» του κράτους από τις αγορές) πολλοί ετερογενείς συγκεκριμένοι κίνδυνοι: π.χ. ο «κίνδυνος» της πολιτικής «αστάθειας» ή της ιμπεριαλιστικής αποσταθεροποίησης σε μία αναπτυσσόμενη χώρα που εξάγει πρώτες ύλες (με ανάλογες συνέπειες όσον αφορά στις τιμές των τελευταίων), ο «κίνδυνος» σημαντικής μεταβολής στη συναλλαγματική ισοτιμία μιας χώρας η οποία «έχασε» την εμπιστοσύνη των αγορών επειδή «κόμπιασε» στην προώθηση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας, ο «κίνδυνος» χρεοκοπίας μιας χώρας ή μιας μεγάλης επιχείρησης ως μέσο αντιμετώπισης ενός υπέρμετρου χρέους, ο «κίνδυνος» αλλαγής των επιτοκίων εξαιτίας μιας αντίστοιχης μεταβολής στη νομισματική πολιτική μιας οικονομίας, κλπ. Σε ένα πρώτο επίπεδο η συγκρότηση των παραγώγων συνδέεται με τους κινδύνους αυτούς και περιλαμβάνει δύο διακριτές πρακτικές.61 Πρώτον, μία πράξη καθορισμού και διαβάθμισης των πολυποίκιλων τύπων κινδύνου που μία συγκεκριμένη κατάσταση δημιουργεί. Δεύτερον, μία πράξη καθορισμού του ποιοι από τους προηγούμενους συγκεκριμένους κινδύνους πρόκειται να «ενσωματωθούν» στο παράγωγο.

Σε αναλογία με την ανάλυση του Μαρξ, όπως η εργασία που λαμβάνει χώρα στον καπιταλισμό μπορεί να ειδωθεί είτε ως συγκεκριμένη είτε ως αφηρημένη, με την εμφάνιση των παραγώγων το ίδιο ακριβώς μπορεί να ειπωθεί και για τον κίνδυνο. Η διάκριση σε συγκεκριμένο και αφηρημένο κίνδυνο δεν αφορά δύο διαφορετικούς τύπους κινδύνου. Οι πολλαπλοί συγκεκριμένοι κίνδυνοι της καθημερινότητας του καπιταλισμού (άμεσα ή έμμεσα αποτελέσματα της ταξικής πάλης, όπως αυτή συγκεφαλαιώνεται στους επιμέρους άνισους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας) συμμετροποιούνται μέσα από την αγορά των παραγώγων αποκτώντας ταυτόχρονα το χαρακτήρα του αφηρημένου κινδύνου.62 Η πολλαπλότητα ασύμμετρων εκ πρώτης όψεως συγκεκριμένων κινδύνων μέσω των αγορών παραγώγων ανάγεται σε ενικότητα.

Για να μπορέσουν οι χρηματαγορές να οργανώσουν τον «εποπτικό» τους ρόλο επάνω τόσο στην κίνηση των ατομικών κεφαλαίων όσο και στη συγκρότηση της στρατηγικής των κρατών, θα πρέπει οι ετερογενείς συγκεκριμένοι κίνδυνοι να αντικειμενοποιηθούν σε κατάλληλα εμπορεύματα και να μετασχηματιστούν με έναν κοινωνικά έγκυρο και καθολικό τρόπο σε σύμμετρο αφηρημένο κίνδυνο. Μόνο έτσι μπορούν να ποσοτικοποιηθούν μέσω του χρήματος. Όπως και στη περίπτωση της συγκεκριμένης εργασίας, αυτός ο μετασχηματισμός αποτελεί στην ουσία του μία διαδικασία «αφαίρεσης» επί των πολλαπλών συγκεκριμένων κινδύνων, ώστε να ρυθμιστεί η υπαγωγή τους στη διαδικασία της εποπτείας. Συνεπώς, ο αφηρημένος κίνδυνος, ο οποίος εκφράζεται στη χρηματική τιμή των παραγώγων, είναι αποτέλεσμα μιας μορφοποιητικής προοπτικής επί των πραγματικών συγκεκριμένων κινδύνων, η οποία πραγματοποιείται μέσα από τη συγκρότηση των αγορών παραγώγων. Οι αγορές αυτές διαχωρίζοντας και εμπορευματοποιώντας το ρίσκο κατορθώνουν μέσω του χρήματος να καθιστούν δυνατή μία τέτοια συμμετροποίηση. Όπως σημειώνουν οι LiPuma και Lee (2004: 150):

συνδυάζοντας μορφές κινδύνου που δεν χρειαζόταν να συσχετίζονται και να είναι σύμμετρες, τα παράγωγα δημιουργούν μία αφηρημένη μορφή κινδύνου, με την έννοια ότι εκείνο που τα παράγωγα αντικειμενοποιούν είναι ο κίνδυνος καθαυτός σε αντίθεση με σχέσεις εγγενείς στην κοινωνική οικονομία.

Οι πολλαπλοί ετερογενείς και συγκεκριμένοι τύποι κινδύνων μέσω της «εμπορευματοποίησής» τους μετασχηματίζονται σε σύμμετρους και ομοιογενείς κινδύνους, ώστε να μπορέσουν να αποτιμηθούν από τις αντίστοιχες αγορές. Ο αφηρημένος κίνδυνος καταλαμβάνει μία συστημική (όσον αφορά την οργάνωση των χρηματαγορών) πλέον διάσταση: δια-συνδέοντας τις ποικιλόμορφες κατηγορίες συγκεκριμένων κινδύνων τις καθιστά σύμμετρες και επομένως ποσοτικοποιήσιμες, δηλαδή πλήρως «αποκομμένες» τόσο από το πεδίο εκδήλωσής τους όσο και από το πεδίο ερμηνείας τους. «Μεταφράζει» τα συμβάντα της ταξικής πάλης σε μία «γλώσσα» που είναι πολύτιμη για την αποτελεσματική οργάνωση της κίνησης του κεφαλαίου.

  1. Παρότι ο κίνδυνος δεν είναι κάτι το καινούργιο, ο γενικευμένος υπολογισμός του μέσα από την εμπορευματοποίηση του αφηρημένου ρίσκου σίγουρα είναι.63 Παλαιότερα θεωρείτο ότι ο κίνδυνος αφορά αποκλειστικά τους επιχειρηματίες. Από τους ριψοκίνδυνους Ολλανδούς εμπόρους που διαμεσολαβούσαν το υπερπόντιο εμπόριο μέχρι τους επιχειρηματίες του Keynes με την ευμετάβλητη και ανασφαλή ψυχοσύνθεση, η ανάληψη κινδύνου θεωρείτο μία πράξη εξαιρετικής γενναιότητας (διαρκώς υποδηλούμενης και ως «ανδρείας»). Μάλιστα, η κυρίαρχη θεωρητική ερμηνεία για την καταγωγή των κερδών πάντα φλέρταρε με την ιδέα ότι τα κέρδη αυτά αποτελούν αποζημίωση για την ανάληψη κινδύνου από τον επιχειρηματία: «χειροπιαστός» έπαινος της «ανδρείας».

Στις μέρες μας, φυσικά, ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο τους επιχειρηματίες: είναι αναπόφευκτος, «ιδιωτικοποιημένος» και πανταχού παρών. Οι λόγοι που στο παρελθόν δεν γινόταν τόσο αντιληπτός όσο συμβαίνει στις μέρες μας ήταν: (1) ότι κατά την περίοδο του «κεϋνσιανού» καπιταλισμού το κράτος κάλυπτε και κοινωνικοποιούσε μία σειρά από συγκεκριμένους κινδύνους (σε μία ιδιαίτερη, όπως είδαμε, οικονομική και πολιτική συγκυρία) ενώ παράλληλα (2) από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα εμφανίζονται στη διεθνή σκηνή πολλοί περισσότεροι ανταγωνιστικοί (και άνισα ανεπτυγμένοι) συλλογικοί κεφαλαιοκράτες με αποτέλεσμα το παιχνίδι του διεθνούς ανταγωνισμού (που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής εξουσίας) να γίνει αρκετά πιο σύνθετο και πολυμερές.64 Οι σχετικές διαπιστώσεις είναι πλέον τετριμμένες. Οι μεταβαλλόμενες και ασταθείς συναλλαγματικές ισοτιμίες παίρνουν τη θέση των αντίστοιχων σταθερών και ρυθμισμένων της περιόδου του Bretton Woods. Το ίδιο ισχύει για τα επιτόκια (και ειδικότερα για τα επιτόκια στην αγορά κατοικίας). Το ίδιο ισχύει για τις τιμές των πρωτογενών προϊόντων, αλλά και των βασικών για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης υπηρεσιών (ηλεκτρισμός, τηλέφωνο, υγεία, εκπαίδευση κλπ.): σε σημαντικό βαθμό είτε ρυθμίζονταν μέσα από την αποφασιστική παρέμβαση του κράτους είτε προσφέρονταν δωρεάν από αυτό.

Ο φιλελευθερισμός σηματοδότησε τη δραματική ακύρωση της κρατικής παρεμβατικότητας σε όλα τα προηγούμενα πεδία συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία και την απελευθέρωση πολλαπλών εκθέσεων σε ετερογενείς «κινδύνους». Το συμπέρασμα αυτό δεν αφορά μόνο την κίνηση των ατομικών κεφαλαίων. Η νέα διάταξη του «ιδιωτικοποιημένου κινδύνου» εμπλέκει στο εσωτερικό της και τους «ατυχέστερους» και πιο «επικίνδυνους»: η νεοφιλελεύθερη πειθαρχία τείνει να διεισδύσει σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής.65

Οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη συναλλαγματική ισοτιμία και το επιτόκιο έχουν οργανωθεί με περίοπτο τρόπο και στην καθημερινή ζωή όσων βρίσκονται από την πλευρά της μισθωτής σχέσης. Καθώς ο δανεισμός έχει γίνει ο κανόνας για τα νοικοκυριά σε έναν κόσμο αποστέρησης των δημόσιων αγαθών, οι προηγούμενοι κίνδυνοι αρχίζουν να αφορούν και τους μισθωτούς οι οποίοι βρίσκονται ολοένα και περισσότερο «μπλεγμένοι» στην έκθεση πληθώρας «επιλογών» σχετικά με «πακέτα» τηλεφωνίας, «πακέτα» ασφάλειας και υγειονομικής περίθαλψης, «πακέτα» εκπαίδευσης, «πακέτα» αποταμίευσης κλπ.66 Υπό μία έννοια, σύμφωνα με το όραμα του νεοφιλελευθερισμού,67 οφείλουμε να εμπεδώσουμε ατομικά το προφίλ του επιχειρηματία: να υπολογίζουμε τους κινδύνους των εναλλακτικών επιλογών μας και να διαμορφώνουμε ανάλογα τις αποφάσεις μας. Με τη νεοφιλελεύθερη «ιδιωτικοποίηση» του κινδύνου, οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας έχουν «φυσικοποιηθεί» πλήρως σε μία σύνθετη καθημερινότητα: κάθε υποκείμενο ορίζει τις επιλογές του και έτσι είναι υπεύθυνο για τις «ατυχίες» του.

Τώρα ο υπολογισμός του ρίσκου δημιουργεί προϋποθέσεις πιο αποτελεσματικής ενσωμάτωσης στην πολλαπλότητα των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και όλων των «συμπληρωματικών» εξουσιών που συνδέονται με την αναπαραγωγή τους (ρατσισμός, σεξισμός κλπ.).

Για παράδειγμα, είναι σχεδόν αυτονόητο ότι η ανάληψη ενός δανείου μειώνει τη δυνατότητα «φυγής» από τη μισθωτή σχέση. Οι γονείς που έχουν χρεωθεί για να παρέχουν την αναγκαία στέγαση, υγεία και εκπαίδευση στην οικογένειά τους είναι «αναγκασμένοι» να βρίσκονται διαρκώς σε απασχόληση ή σε εναλλακτικές ελαστικές απασχολήσεις, ώστε να εξασφαλίζουν τις πολυπόθητες «εισοδηματικές ροές» οι οποίες έχουν προεξοφληθεί από εκείνον που ανέλαβε τον «κίνδυνο» της παροχής δανείου. Πολύ περισσότερο, περιορίζονται δραστικά τα περιθώρια αντίστασης στο εσωτερικό της ίδιας της μισθωτής σχέσης. Π.χ. οι ίδιοι γονείς για να μη βρεθούν στη δυσάρεστη θέση της ανεργίας υποχρεώνονται να είναι περισσότερο πειθαρχημένοι στις προσταγές της εργοδοσίας, να μην αποκαλύπτουν τα πολιτικά τους πιστεύω, να «προσέχουν» τις σχέσεις τους με το συνδικάτο, να μην αντιδρούν υπερβολικά στη σεξιστική και ρατσιστική βία…

  1. Πριν ολοκληρώσουμε την ανάλυσή μας για τα παράγωγα οφείλουμε να κάνουμε δύο πολύ βασικές επισημάνσεις.

Πρώτον, σε μία εποχή που η διαχείριση των συγκεκριμένων κινδύνων δεν αναλαμβάνεται από κοινωνικούς θεσμούς πρόνοιας (νεοφιλελευθερισμός), οι αγορές παραγώγων αποκτούν ιδιαίτερο βάρος στην οργάνωση της οικονομικής ζωής (ιδιαίτερα από την πλευρά του κεφαλαίου). Εντούτοις, δεν αποτελούν αντικείμενο εξειδικευμένων αγορών όλοι οι υπαρκτοί κίνδυνοι. Όπως σημειώσαμε και προηγουμένως, στις αγορές παραγώγων ενέχεται ήδη μία πράξη καθορισμού και διαβάθμισης των πολυποίκιλων τύπων συγκεκριμένου κινδύνου. Και η διαδικασία αυτή δεν είναι τυχαία.68 Για παράδειγμα, μπορεί «εύκολα» να «εκτιμηθεί» ο κίνδυνος «αποτυχίας» μιας κυβέρνησης στη φιλελευθεροποίηση του ασφαλιστικού της συστήματος (εξαιτίας των κοινωνικών αντιστάσεων που ενδεχομένως να αναπτυχθούν), αλλά δεν εκτιμάται ο κίνδυνος (διότι δεν εμπορευματοποιείται) ενός εργατικού ατυχήματος στη χώρα αυτή. Μπορεί να εμπορευματοποιηθεί ο κίνδυνος χρεοκοπίας μιας επιχείρησης που έχει εκδώσει διάφορες μορφές χρέους, αλλά δεν εμπορευματοποιείται ο κίνδυνος ενδεχόμενης απώλειας της απασχόλησης του εργαζομένου σε αυτήν. Τα παραδείγματα είναι πολλά και όλα κατατείνουν στο γεγονός ότι οι «σημαντικότεροι» για τον εργαζόμενο κίνδυνοι δεν αφορούν τις αγορές παραγώγων, διότι η δραστική αντιμετώπισή τους προϋποθέτει μορφές κοινωνικοποίησης και κρατικών παροχών που δεν συνάδουν με τη νεοφιλελεύθερη συνταγή κοινωνικής οργάνωσης.

Δεύτερον, τα παράγωγα πάντα ενσωματώνουν μία ποσοτικοποιημένη «ανάγνωση» των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που χαρακτηρίζουν τη «δυναμική» συγκεκριμένων ατομικών κεφαλαίων ή κρατών. Στη διαδικασία αυτή ο υπολογισμός που λαμβάνει χώρα διαμέσου της αγοράς και των παραγόντων που τη διαμεσολαβούν εσωτερικεύει μία πιθανοκρατική εκτίμηση για το πώς η προηγούμενη «δυναμική» (συλλογικών ή ατομικών κεφαλαιοκρατών) μπορεί να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου, η ροή του οποίου είναι εν πολλοίς αστάθμητη. Πρόκειται για μία εκτίμηση η οποία (λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένη) παρότι στηρίζεται σε μαθηματικά μοντέλα και σύνθετες ποσοτικές μεθόδους δεν είναι ποτέ ταξικά ουδέτερη: πάντα προϋποθέτει μία ορισμένη «ερμηνεία» των οικονομικο-πολιτικών συνθηκών αποτελώντας, έτσι, η ίδια μία στρατηγική αναπαράστασης συγκεκριμένης (νεοφιλελεύθερης) σκόπευσης.69 Μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση μπορεί το νεοφιλελεύθερο σύστημα των «απελευθερωμένων» χρηματαγορών να λειτουργήσει ως ένα αναπαραγόμενο πειθαρχικό σύστημα. Οι τελευταίες, μέσα από τη δημιουργία ποσοτικών σημάτων, συμπυκνώνουν (και συνεπώς εμφανίζουν ως «αφηρημένα» και σύμμετρα) τα πολλαπλά διεθνή συμβάντα της ταξικής πάλης και τα «αποδίδουν» σε νεοφιλελεύθερη «γλώσσα» έτσι ώστε να οργανωθεί η δράση των απανταχού «επενδυτών». Το προαναφερθέν παράδειγμα του Lula είναι το πλέον ενδεικτικό. Οι αγορές «εκφράζουν» τις νεοφιλελεύθερες «ανησυχίες», τους κινδύνους «απόσχισης» από τη νεοφιλελεύθερη οργάνωση της αστικής εξουσίας, και με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν στην πειθάρχηση, στην «αντιμετώπιση» δηλαδή των κινδύνων αυτών, ακόμα και εάν μία τέτοια τακτική οφείλει να περάσει και μέσα από τη χρεοκοπία του εν λόγω κράτους.

  1. Όπως έχει επισημάνει πολύ καιρό τώρα ο ίδιος ο Μαρξ «ένα εμπόρευμα φαίνεται από την πρώτη ματιά σαν ένα αυτονόητο συνηθισμένο πράγμα», χωρίς όμως να είναι. Οι κοινωνικές «ιδιότητες» που φέρουν μέσα τους τα εμπορεύματα «αντανακλώνται» στην εμπειρία των οικονομικών παραγόντων ως «φυσικές» ιδιότητες: ως σχέσεις «πραγμάτων» με τον ίδιο τους τον εαυτό (βλ. Μαρξ 1978: 493-5, 1996: 84-97). Πρόκειται για μία διαδικασία στην οποία τα κοινωνικά αντικείμενα είναι πάντοτε ήδη δεδομένα υπό τη μορφή μιας παράστασης. Από την άποψη αυτή, το δεδομένο των αντικειμένων της εμπειρίας συνδυάζεται με το γνώμονα συμπεριφοράς που αυτά απαιτούν (Balibar 1996: 109-113).70 Η καθημερινή κίνηση των εμπορευμάτων, και επομένως η ίδια η κίνηση του κεφαλαίου, προϋποθέτει μία διαδικασία οικονομικού υπολογισμού που κάθε άλλο παρά «τυχαία» και «φυσική» μπορεί να είναι:

Ο οικονομικός υπολογισμός, ο οποίος θεμελιώνεται στο τεράστιο στρώμα μετρήσεων, λογαριασμών και εκτιμήσεων που κάνουν καθημερινώς τα βυθισμένα στον κόσμο των εμπορευμάτων άτομα, απεικονίζει θαυμάσια αυτή τη δυαδικότητα. Τούτο συμβαίνει επειδή ο υπολογισμός βασίζεται στο γεγονός ότι τα οικονομικά αντικείμενα είναι πάντοτε ήδη ποσοτικοποιήσιμα («έτσι είναι», αυτή είναι η φύση τους) και, συγχρόνως, στην κοινωνική προσταγή που τα θέλει να υπάγονται (και μαζί τους οι ανθρώπινες δραστηριότητες που τα παράγουν) σε μία ατέλειωτη ποσοτικοποίηση ή ορθολογικοποίηση, ξεπερνώντας κάθε προκαθορισμένο όριο, είτε αυτό είναι «φυσικό» είτε «ηθικό» (Balibar 1996: 109).

Η χρηματική έκφραση των εμπορευμάτων εμφανίζεται σαν «έμφυτη» ιδιότητα τη στιγμή που είναι αποτέλεσμα των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και του «αφηρημένου» χαρακτήρα της εργασίας που αυτές επιβάλλουν για την αναπαραγωγή τους. Με ποιον τρόπο, όμως, μπορεί το επιχείρημα αυτό να γενικευτεί και στα παράγωγα; Όπως αναλυτικά είδαμε προηγουμένως, τα παράγωγα είναι sui generis εμπορεύματα, «αντικειμενοποιήσεις» αφηρημένου κινδύνου. Η αξιακή τους αντικειμενικότητα – το γεγονός ότι είναι εμπορεύματα με τιμή, δηλαδή «πάντοτε ήδη ποσοτικοποιήσιμα» – «εγγυάται» τη συμμετροποίηση toto coelo των ετερογενών συγκεκριμένων κινδύνων, δηλαδή «επιτυγχάνει» μία «αφαίρεση» από την «πραγματική τους ανισότητα» ανάγοντάς τους σε εκφράσεις ενός ενικού κοινωνικού χαρακτηριστικού: του αφηρημένου κινδύνου. Η διαδικασία αυτή αποτιμά και επιχειρεί να προλέξει τα συμβάντα της ταξικής πάλης (συχνά ανεπιτυχώς). Συνθέτει, εν πολλοίς, μία ερμηνεία κατάλληλη για χρήση από τις αγορές και τις στρατηγικές που συνδέονται με αυτές. Έτσι, έχει δύο πολύ βασικές συνέπειες που αξίζει να τις θίξουμε.

Πρώτον, στο βαθμό που οι αγορές των παραγώγων αναπτύσσονται και αποκτούν ολοκληρωμένες θεσμικές μορφές, «συγκαλύπτουν» το σύνθετο πλέγμα των κοινωνικών πρακτικών που συμβάλουν στο να προκύψει το εν γένει ποσοτικοποιημένο ρίσκο ως αφαίρεση των συγκεκριμένων εκδοχών του. Το παράγωγο ως εμπόρευμα αναπαρίσταται στις αντιλήψεις των παραγόντων της αγοράς όχι ως συμπύκνωση ενός πλέγματος ταξικών πρακτικών, αλλά ως μία τεχνοκρατική και ουδέτερη διαδικασία, η οποία απλά διευθετεί τη σχέση (1) των πολλαπλών κινδύνων που υποτίθεται ότι ήταν πάντα και παντού οι ίδιοι με (2) τη συμπεριφορά των «οικονομικών παραγόντων». Η παγίωση και «φυσικοποίηση» του αξιακού τους χαρακτήρα (του γεγονότος δηλαδή ότι εμφανίζονται ποσοτικοποιήσιμα από τη «φύση» τους) σημαίνει ότι η συμμετροποίηση των συγκεκριμένων κινδύνων προσλαμβάνεται σαν μία εμπράγματη ιδιότητα των παραγώγων, στην οποία απλά και μόνο εμπλέκονται σύνθετες αλλά ουδέτερες στατιστικές τεχνικές αποτίμησης. Παραμένοντας σε αυτήν την ήδη-πάντα-δοσμένη «επιφάνεια» των πραγμάτων, η πληθώρα των σύγχρονων νεοκλασικών οικονομικών προσεγγίσεων δεν είναι ικανή να ερμηνεύσει τον κοινωνικό χαρακτήρα των αγορών και κατά συνέπεια τη δραστικότητά τους στην οργάνωση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας.

Δεύτερον, οι αντικειμενικές παραστάσεις της εμπειρίας εγκαλούν προσίδιες «υποκειμενικές» συμπεριφορές και υπό αυτή την άποψη ο τρόπος οργάνωσης των χρηματαγορών και των αγορών παραγώγων συμβάλλει στην αναπαραγωγή της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, η φυσικοποίηση μιας ταξικής διαδικασίας (δηλαδή ποσοτικές αποτιμήσεις που παράγονται στη βάση συγκεκριμένων πάντα ερμηνειών του κόσμου και εμφανίζονται ως τεχνικά «ουδέτερες») δημιουργεί αντικειμενικές παραστάσεις οι οποίες, ενώ συγκαλύπτουν τις πραγματικές «αιτίες» της διαδικασίας, στην πραγματικότητα υπάγουν εντός της τη «δράση» των οικονομικών παραγόντων. Πολύ απλά, οι τελευταίοι, χωρίς να κατανοούν τον τρόπο ποσοτικοποίησης του ρίσκου και χωρίς καν να διερωτώνται για τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας ποσοτικοποίησης, «αποδέχονται» ως γνώμονα των σχεδιασμών τους την «αποτύπωση» του αφηρημένου κινδύνου στην «αξία» των παραγώγων. Για τους παράγοντες των χρηματαγορών δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι και ετερογενείς κίνδυνοι. Το «κριτήριο της τιμής» επαρκεί ως επικυρωμένη και «αντικειμενική» μετάφραση-ερμηνεία των πολλαπλών αποτελεσμάτων της ταξικής πάλης. «Δεν το ξέρουν, μα το κάνουν» (Μαρξ 1996: 87).

  1. Ας κλείσουμε την ανάλυσή μας ως εξής. Οι αντιπαραθέσεις για το σοσιαλισμό που αναζωπυρώθηκαν τη δεκαετία του 1930 ανάμεσα σε σημαντικούς οικονομολόγους της εποχής αναμφίβολα παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είχαν, βέβαια, και τόσο να κάνουν με το σοσιαλισμό. Η παρέμβαση του Hayek, που ακολούθησε το επιχείρημα του Mises, συνιστά εκείνο που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως τον πυρήνα της φιλελεύθερης στρατηγικής, παρότι συγκροτείται σε αντιπαράθεση με το νεοκλασικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας (που έτσι και αλλιώς στις μέρες μας είναι ερευνητικά «νεκρό»).

Η βασική θέση του εμπειριστικού επιχειρήματος του Hayek είναι ότι η αγορά γεννάει γνώση.71 Το σημαντικότερο μέρος της πληροφορίας που αφορά την κατάσταση της οικονομίας δεν είναι γενικώς διαθέσιμο. Τα επιμέρους στοιχεία της πληροφορίας αυτής κατέχονται ενδογενώς και σε κατακερματισμένη μορφή από τους μεμονωμένους οικονομικούς παράγοντες, η δράση των οποίων τους επιτρέπει να αποκτούν πρακτική αλλά αποσπασματική γνώση-αλήθεια αναφορικά με τις συγκεκριμένες περιστάσεις στις οποίες εμπλέκονται. Μόνο μέσω της ελεύθερης αλληλεπίδρασης που εξασφαλίζουν οι αγορές είναι δυνατό η διασκορπισμένη γνώση να διαδοθεί και να ανασυντεθεί προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας.

Με την προηγούμενη βασική ιδέα ο Hayek διασώζει το επιχείρημα του Mises έναντι των «επιθέσεων» των Lange και Lerner. Η στρατηγική των ελεύθερων αγορών (η οποία με συνέπεια υπηρετείται τις τελευταίες δεκαετίες) διατηρεί δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: (1) χωρίς ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει μηχανισμός τιμών, χωρίς μηχανισμό τιμών δεν υπάρχει οικονομικός υπολογισμός (στιγμή Mises72), (2) o μηχανισμός των τιμών σε μία ελεύθερη αγορά ανασυγκροτεί και ανασυνθέτει την «αντικειμενική» αλλά διάσπαρτη πληροφορία (στιγμή Hayek). Από αυτή την άποψη το «αόρατο χέρι» του Adam Smith αποδίδει έναν εμπειρικό κοινωνικό μηχανισμό ο οποίος, διευκολύνοντας τη διάχυση της πληροφορίας και την κατανομή των πόρων, επιτυγχάνει υπό μία έννοια ένα κάποιο βέλτιστο (χωρίς αυτό να αντιστοιχεί σε ένα μαθηματικό σημείο ισορροπίας).

Από την οπτική της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε στην παρούσα εργασία ο συλλογισμός του Hayek είναι λανθασμένος. Κρύβει, εντούτοις, μέσα του έναν στρατηγικό υπαινιγμό για την οργάνωση του καπιταλισμού: η απελευθέρωση των αγορών δρομολογεί μία «διαδικασία υπολογισμού» η οποία (και εδώ συμπληρώνουμε εμείς το «κενό» στο συλλογισμό του) είναι κρίσιμη για την οργάνωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Πολύ περισσότερο, η απελευθέρωση των αγορών (και ιδιαίτερα των χρηματαγορών) συμβάλλει στη δημιουργία των προϋποθέσεων αναπαραγωγής της νεοφιλελεύθερης μορφής καπιταλισμού και από την άποψη αυτή μπορεί να ειπωθεί ότι η τελευταία αποτελεί ένα ιδιαίτερο σύνθετο ιστορικό σύστημα πειθαρχίας. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι ένας κόσμος που αντιστοιχεί πλήρως στις φετιχοποιημένες επιδιώξεις του Hayek: είναι η εποχή του Hayek!

Βιβλιογραφικές αναφορές

Althusser, L. (1986) «Η έννοια του οικονομικού νόμου στο Κεφάλαιο», Θέσεις, τ. 15, σσ. 65-82.

Althusser, L. (1994) Φιλοσοφικά, Αθήνα: Εκδόσεις Πολίτης.

Arthur, C. J. (2002) The New Dialectic and Marx’s Capital, Leiden: Brill Academic Publishers.

Balibar, E. (1996) Η Φιλοσοφία του Μαρξ, Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος.

Bryan, D. (2009) “Marketing opportunities from the global financial crisis”, internet: http://www.australianreview.net/digest/2009/04/bryan.html.

Bryan, D. and Rafferty, M. (2006) Capitalism with Derivatives: A Political Economy of Financial Derivatives, Capital and Class, New York and London: Palgrave MacMillan.

Bukharin, N. (1988) Η Πολιτική Οικονομία του Εισοδηματία, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Busch, K. (1986) Η Κρίση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Αθήνα: εκδόσεις Ερατώ.

Caprio, G., Hanson, J. A. and Litan, R. E. (eds.) (2005) Financial Crises: Lessons from the Past, Preparation for the Future, Washington D. C.: Brookings Institution Press.

Choudhry, M. (2004-a) An Introduction to Credit Derivatives, Elsevier Butterworth-Heinemann.

Choudhry, M. (2004-b) Corporate Bonds and Structure Financial Products, Elsevier Butterworth-Heinemann.

Cox, R. W. (1999) Approaches to World Order, Cambridge University Press.

Davidson, P. (2002) Financial Markets, Money and the Real World, Cheltenham, UK and Northampton, MA, USA: Edward Elgar.

Dumenil, G. και Levy, D. (2004) Capital Resurgent, Harvard University Press.

Eatwell, J. και Taylor, L. (2000) Global Finance at Risk, New York: New Press.

Eichengreen, B (1997) “The Bretton Woods System: Paradise Lost?”, in B. Eichengreen and M. Flandreau (eds.) (2005), The Gold Standard in Theory and History, London and New York: Routledge.

Eichengreen, B. (2003) Capital Flows and Crises, Cambridge (Massachusetts) and London (England): The MIT Press.

Emmanuel, A. (1972) Unequal Exchange. A Study of the Imperialism of Trade, London: New Left Books.

Foucault, M. (1989) Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.

Friedman, M. (1951) “Commodity-Reserve Currency”, The Journal of Political Economy, vol. 59, no. 3, pp. 203-232.

Garegnani, P. (1970) “Heterogeneous Capital, the Production Function and the Theory of Distribution”, Review of Economic Studies, vol. 37, pp. 407-436.

Gill, S. (2003) Power and Resistance in the New World Order, New York: Palgrave Macmillan.

Hardt, M. and Negri, A. (2000) Empire, Cambridge, Massachusetts and London, England: Harvard University Press.

Hayek, F. (1943) “A Commodity Reserve Currency”, Economic Journal, vol. liii, no. 210, pp. 176-184, reprinted in F. Hayek (1948) Individualism and Economic Order, The University of Chicago Press.

Hayek, F. (1948) Individualism and Economic Order, The University of Chicago Press.

Helleiner, E. (1994) States and the Reemergence of Global Finance: From Bretton Woods to the 1990s, Ithaca and London: Cornell University Press.

Hilferding, R. (1981) Finance Capital: A Study of the Latest Phase of Capitalist Development, Routledge & Kegan Paul.

Kay, J. (2007) Η αλήθεια για τις αγορές, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Keynes, J. M. (1973) The General Theory of Employment Interest and Money, Cambridge: The Macmillan Press Ltd.

Krugman, P. (2008) The Return of Depression Economics and the Crisis of 2008, Penguin Books.

Λαπατσιώρας, Σ. (2005) Η συγκρότηση της έννοιας του χρήματος στα ώριμα οικονομικά έργα του Καρλ Μαρξ (1857-73), ΕΜΠ (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή).

Λαπατσιώρας, Σ. (2006) «Απλή αξιακή μορφή, εμπόρευμα και χρήμα. Μία αναγνωση του πρωτου τμηματος του Κεφαλαίου», Θέσεις, τ. 95, σσ. 47-86.

Λαπατσιώρας, Σ. και Μηλιός, Γ. (2008-α) «Χρηματοπιστωτική κρίση και “οικονομική ρύθμιση”», Μέρος Α΄, Θέσεις, τ. 103, σσ. 17-58.

Λαπατσιώρας, Σ. και Μηλιός, Γ. (2008-β) «Χρηματοπιστωτική κρίση και “οικονομική ρύθμιση”», Μέρος Β΄, Θέσεις, τ. 104, σσ. 15-46.

LiPuma, E. και Lee, B. (2004) Financial Derivatives and the Globalization of Risk, Durham and London: Duke University Press.

Marston, R. C. (1993) “Interest Differential Under Bretton Woods and the Post-Bretton Woods Float: The Effects of Capital Controls and Exchange Risk”, in M. D. Bordo and B. Eichengreen (eds.) (1993), A Retrospective on the Bretton Woods System: Lesson for International Monetary Reform, Chicago and London: The University of Chicago Press.

Martin, R. (2002) Financialization of Daily Life, Philadelphia: Temple University Press.

Martin, R. (2007) An Empire of Indifference: American War and the Financial Logic of Risk Management, Durham and London: Duke University Press.

Μαρξ, K. (1978) Το Κεφάλαιο, Τόμος ΙΙΙ, Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1992) Grundrisse, τόμος ΙΙΙ, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, K. (1996) Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι, Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

McKinnon, R. I. (1993) “The Rules of the Game: International Money in Historical Perspective”, Journal of Economic Literature, vol. 31, no. 1, pp. 1-44.

Μηλιός, Γ. (1988) Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Αθήνα: Εξάντας.

Μηλιός, Γ. (1997) Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, Αθήνα: Κριτική.

Μηλιός, Γ., Δημούλης, Δ. και Οικονομάκης, Γ. (2005) Η θεωρία του μαρξ για τον καπιταλισμό, Αθήνα: Νήσος.

Milios, J. και Sotiropoulos, D. P. (2009) Rethinking Imperialism: A Study of Capitalist Rule, New York and London: Palgrave Macmillan.

Minsky, H. P. (1987) “Securitization”, The Levy Economics Institute of Bard College.

Minsky, H. P. (1993) “Schumpeter and Finance”, in Market and Institutions in Economic Development: Essays in Honor of Sylos Labini, edited by Salvatore Biasco, Alessandro Roncaglia, and Michele Salvati, New York: St. Martin’s Press.

von Mises, L. (1935) “Economic Calculation in the Socialist Commonwealth”, in F. Hayek (ed.) Collectivist Economic Planning: Critical Studies on the Possibilities of Socialism, London: Routledge and Kegan Paul Ltd.

Nitzan, J. και Bichler, S. (2009) Capital as Power, London and New York: Routledge.

Obstfeld, M., Shambaugh, J. C. και Taylor, A. M. (2005) “The Trilemma in History: Trade-offs Among Exchange Rates, Monetary Policies and Capital Mobility”, The Review of Economics and Statistics, vol. 87, no. 3, pp. 423-438.

Obstfeld, M., Shambaugh, J. C. και Taylor, A. M. (2008) “Financial Stability, the Trilemma, and International Reserves”, internet: http://emlab.berkeley.edu/~obstfeld/OSTreserves.pdf.

O’Hara, P. A. (2006) Growth and Development in the Global Political Economy, London and New York: Routledge.

Overbeek, H. (2000) “Transnational historical materialism: Theories of transnational class formation and world order”, in R. Palan (ed.) Global Political Economy, Contemporary Theories, London & New York: Routledge (168-183).

Palloix, C. (1977) “The Self Expansion of Capital on a World Scale,” Review of Radical Political Economics, Vol. 9, Nο. 2, pp. 1–28.

van der Pijl, K. (1998) Transnational Classes and International Relations, London and New York: Routledge.

Polanyi, K. (2001) The Great Transformation: The Political and Economic Origins of Our Time, Boston: Beacon Press Books.

Πουλαντζάς, Ν. (1990) Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Screpanti, E. και Zamagni, S. (2004) Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης, Αθήνα: Τυπωθήτω.

Smith, T. (2006) Globalization: A Systematic Marxian Account, Leiden and Boston: Brill.

Steele, G. R. (2001) Keynes and Hayek: The Money Economy, London and New York: Routledge.

Σωτηρόπουλος, Δ. Π. (2009) «Κατανοώντας τη νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού: ο φετιχισμός της κρίσης και η διαρκής στιγμή του Proudhon», Θέσεις, τ. 106, σσ. 25-58.

Wray, L. R. (2008-a), “Financial Markets Meltdown. What Can We Learn From Minsky?”, working paper, no. 94, The Levy Economics Institute.

Wray, L. R. (2008-b) “The Commodities Market Bubble: Money Manager Capitalism and the Financialization of Commodities”, internet: http://www.cii.org/UserFiles/file/resource%20center/investment%20issues/commodities%20brief%209-11-08%20updated.pdf.


1 Η φράση ανήκει στην ηρωίδα Μάνα Κουράγιο του ομώνυμου θεατρικού έργου του Bertolt Brecht (Αθήνα: Εκδόσεις Ν. Δαμιανός, χ.χ.έ.).

2 Βλ. σχ. Λαπατσιώρας και Μηλιός (2008-β).

3 Για παράδειγμα βλ. Krugman (2008), Obstfeld et al. (2005, 2008), Bryan and Rafferty (2006).

4 Εδώ με την έκφραση «όροι διαβίωσης» δεν αναφερόμαστε ασφαλώς μόνο στα εισοδηματικά αποτελέσματα, αλλά επίσης στην ίδια την αποκρυστάλλωση των σχέσεων εξουσίας τόσο στο εσωτερικό της παραγωγικής διαδικασίας και στον τρόπο μορφοποίησης του συλλογικού εργαζομένου όσο και στους διάφορους μηχανισμούς αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

5 Βλ. σχετικά Bryan and Rafferty (2006: 105-123).

6 Για μία γενική πραγμάτευση των εν λόγω ζητημάτων βλ. Milios και Sotiropoulos (2009), Μηλιός (1997).

7 Η θέση αυτή αποτελεί σημείο ρήξης και οριοθέτησης από τις διάφορες κεϋνσιανές και θεσμικές προσεγγίσεις.

8 Μία σημαντική τάση στη βιβλιογραφία θέλει την έννοια του συνολικού κεφαλαίου να αφορά την παγκόσμια οικονομία (π.χ. βλ. Emmanuel [1972], Pijl [1998], Smith [2006]). Η τοποθέτηση αυτή, βέβαια, αποτελεί βασική προϋπόθεση της προβληματικής της εξάρτησης. Για μία διαφορετική ανάγνωση της παρέμβασης του Μαρξ βλ. Milios και Sotiropoulos (2009).

9 Βλ. σχ. Busch (1986), Μηλιός (1988), Milios και Sotiropoulos (2009).

10 Όχι μόνο για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Όπως σημειώνει ο Eichengreen (2003: 15-16), το χρηματοπιστωτικό σύστημα τείνει να φιλελευθεροποιείται (εκτίναξη του δανεισμού) σε περιόδους επέκτασης του παγκόσμιου εμπορίου. Δίχως εξαγωγές, οι οικονομίες που βασίζονται στο δανεισμό δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν το ξένο συνάλλαγμα που είναι απαραίτητο για την εξυπηρέτηση του χρέους τους. Παράλληλα, εάν δεν υπάρχουν αυξανόμενες εμπορικές ευκαιρίες διεθνώς, εξασθενεί το κίνητρο για τις οικονομίες αυτές να παραμείνουν σε καλούς όρους δανεισμού με τους πιστωτές τους. Από την άποψη αυτή, ο διεθνής δανεισμός πάει «χέρι με χέρι» με την ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς.

11 Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση των Bryan and Rafferty (2006: 121-123). Βλ. επίσης και Polanyi (2001), McKinnon (1993).

12 Βλ. σχ. Eichengreen (1997).

13 Βλ. Eichengreen (1997), Mckinnon (1993), Helleiner (1994).

14 Καλύτερα: αναδιαμορφώθηκε εντός αυτής της δυνατότητας ως αποτέλεσμα των ταξικών συσχετισμών.

15 Bryan and Rafferty (2006: 113), Eichengreen (1997), Helleiner (1994).

16 Βλ. McKinnon (1993), LiPuma και Lee (2004: 70-1), Marston (1993).

17 Βλ. Milios και Sotiropoulos (2009), Busch (1986).

18 Στο σημείο αυτό θα είμαστε αναγκαστικά συνοπτικοί (βλ. σχετικά Eichengreen 1997, Busch 1986, McKinnon 1993). Ήδη από τη δεκαετία του 1960 οι διεθνείς χρηματαγορές είχαν αρχίσει (με τη συνειδητή στήριξη των αναπτυγμένων καπιταλιστικών δυνάμεων) να ανακάμπτουν σημαντικά: οι διεθνείς αγορές ομολόγων απέκτησαν πάλι δυναμική, γεννήθηκε η αγορά ευρωδολαρίων, οι τράπεζες άρχισαν να παρέχουν διεθνή δάνεια. Τα αμερικανικά αποθέματα χρυσού απείχαν υπερβολικά πολύ από τα «καλύπτουν» τις δανειακές υποχρεώσεις των ΗΠΑ. Για πρώτη φορά, συνεπώς, έγιναν αισθητοί οι πρώτοι σημαντικοί περιορισμοί στο ισοζύγιο πληρωμών. Την ίδια στιγμή, η έστω μετριασμένη αύξηση στην κινητικότητα του κεφαλαίου άρχισε να θέτει νέα ερωτήματα σχετικά με την ανεξαρτησία των μακροοικονομικών πολιτικών. Εάν οι αγορές «θεωρήσουν» ένα νόμισμα ως ευάλωτο, θα μπορούσαν πλέον να του «επιτεθούν». Η ανάπτυξή τους δεν άφηνε χρόνο για διαβουλεύσεις από την πλευρά των κυβερνητικών επιτελείων, διότι κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε ενισχυτικά για την κερδοσκοπική επίθεση. Αυτό σημαίνει ότι εντός του Bretton Woods τα κράτη δεν είχαν πια το περιθώριο να εξετάζουν το ενδεχόμενο της υποτίμησης, διότι τότε η κρίση θα ήταν δεδομένη. Η αύξηση της κινητικότητας του κεφαλαίου σε συνδυασμό με τη στρατηγική περιφρούρησης των συναλλαγματικών ισοτιμιών άρχισε να μετατρέπει το Bretton Woods σε ένα άκαμπτο και εύθραυστο σύστημα: για να μην υπάρξει κρίση θα έπρεπε να «ακινητοποιηθούν» με κάθε τρόπο οι συναλλαγματικές ισοτιμίες. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με τις μεταβολές στους διεθνείς οικονομικούς συσχετισμούς σε βάρος των ΗΠΑ (αφήνοντας, έτσι, την οικονομία των τελευταίων «απροστάτευτη») έγραψε το τέλος της περιόδου του Bretton Woods, μόλις έγιναν αισθητά τα συμπτώματα της κρίσης υπερσυσσώρευσης στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

19 Για περισσότερα βλ. Eichengreen (2003), Bryan and Rafferty (2006).

20 Βλ. σχετικά Helleiner (1994: 131-135).

21 Το μεγάλο έλλειμμα που συνόδευε την επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ χρηματοδοτήθηκε αρχικά από ξένες κεντρικές τράπεζες. Οι Ιάπωνες και οι δυτικοευρωπαίοι είχαν επίσης σημαντικούς λόγους να θέλουν ένα ενισχυμένο δολάριο, αφού το μεγαλύτερο μέρος του εξαγωγικού τους εμπορίου κατευθυνόταν προς τις αγορές των ΗΠΑ. Το ίδιο και οι χώρες του OPEC, διότι τόσο τα έσοδά τους από τις εξαγωγές του πετρελαίου όσο και οι χρηματοπιστωτικοί τίτλοι που κατείχαν ήταν σε δολάρια. Το κλίμα αυτό, βέβαια, στα τέλη του 1978 αντιστράφηκε. Οι αγορές προεξόφλησαν – με την ανοχή των ΗΠΑ – πτώση στην ισοτιμία του δολαρίου (Helleiner 1994: 131-2).

22 Η επιχειρηματολογία εδώ έχει βασιστεί σε Krugman (2008: 109-118). Βλ. Επίσης Davidson (2002), Caprio et al. (2005).

23 Αλλού είχαμε την ευκαιρία να αναπτύξουμε πιο διεξοδικά το επιχείρημά μας, βλ. Σωτηρόπουλος (2009).

24 Ενδεικτική εδώ είναι η ανάλυση του Πουλαντζά (1990).

25 Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η υψηλή κερδοφορία μιας επιχείρησης μεταφράζεται συνήθως και σε υψηλές τιμές μετοχών, ενώ την ίδια στιγμή το χαμηλό προεξοφλητικό επιτόκιο που συνδέεται με την «υγιή» επιχείρηση αυξάνει και την αξία των εκδιδόμενων ομολογιών.

26 Ενδεικτικά βλ. Μαρξ (1978), Λαπατσιώρας και Μηλιός (2008-β), Σωτηρόπουλος (2009), Milios και Sotiropoulos (2009).

27 Βλ. Σωτηρόπουλος (2009).

28 Π.χ. βλ. σχετικά LiPuma και Lee (2004), Martin (2007), Davidson (2002), Eatwell και Taylor (2000).

29 Βλ. σχετικά Λαπατσιώρας (2006), αλλά και Althusser (1986), Arthur (2002).

30 Εξαιρετικά εύστοχη στο σημείο αυτό είναι η ανάλυση του Λαπατσιώρα (2005).

31 Εντελώς ενδεικτικά θα αναφέρουμε τις παρεμβάσεις των: Bukharin (1988), Keynes (1973), Minsky (1993), Palloix (1977), O’Hara (2006), Pijl (1998), Overbeek (2000), Dumenil και Levy (2004), LiPuma και Lee (2004), Davisdon (2002).

32 Θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μία ενιαία αντίληψη, αλλά με ένα σύνολο από συγκλίνουσες αναλύσεις, οι οποίες εμφανίζονται με διαφορετικές παραλλαγές στη βιβλιογραφία. Εδώ θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε ένα «μέσο όρο» των αναλύσεων αυτών, μία επιχειρηματολογία η οποία θεωρούμε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει το βαθύτερο πεδίο συνοχής τους.

33 Για μία εναλλακτική σύνοψη βλ. Σωτηρόπουλος (2009).

34 Για μία συστηματική ανάπτυξη των παρακάτω επιχειρημάτων βλ. Milios και Sotiropoulos (2009), Μηλιός (1988), Μιλιός κ. ά. (2005).

35 Η προβληματική αυτή εισάγεται στο εσωτερικό της μαρξιστικής συζήτησης από τον Hilferding (βλ. Milios και Sotiropoulos 2009).

36 Μαρξ (1978: 244-251), Μηλιός (1988), Milios και Sotiropoulos (2009).

37 Π.χ. βλ. Gill (2003: 168), Cox (1996: 137), Hardt and Negri (2000: 305-324).

38 Η ανάλυση που ακολουθεί συνοψίζει το βασικό πλαίσιο του μαρξικού επιχειρήματος για την κίνηση του τοκοφόρου κεφαλαίου στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (Μαρξ 1978, κεφ. 21, 22, 23, 24, 29, 30). Βλ. επίσης Σωτηρόπουλος (2009).

39 Ιδού ένα ενδεικτικό απόσπασμα της επιχειρηματολογίας του Μαρξ: «[Α]ν η τιμή του εμπορεύματος εκφράζει την αξία του εμπορεύματος, τότε ο τόκος εκφράζει την αξιοποίηση του χρηματικού κεφαλαίου και γι’ αυτό φαίνεται σαν η τιμή που πληρώνεται γι’ αυτό στον δανειστή. (…) Το σχηματισμό του πλασματικού κεφαλαίου τον ονομάζουν κεφαλαιοποίηση. Κεφαλαιοποιούν κάθε εισόδημα που επαναλαβαίνεται τακτικά, υπολογίζοντας το με βάση το μέσο επιτόκιο, σαν έσοδο που θα απόφερε ένα κεφάλαιο μέσα σε ένα χρόνο αν το δάνειζαν με το επιτόκιο αυτό. (…) Η κεφαλαιακή αξία του χαρτιού [εννοεί το χρεόγραφο, σημ. δική μου Δ.Σ.] είναι καθαρά απατηλή. Είδαμε προηγούμενα πως το πιστωτικό σύστημα παράγει μετοχικό κεφάλαιο. Τα χαρτιά ισχύουν σαν τίτλοι ιδιοκτησίας, που αντιπροσωπεύουν αυτό το κεφάλαιο. Οι μετοχές σιδηροδρομικών, μεταλλευτικών και ναυτιλιακών εταιριών αντιπροσωπεύουν πραγματικό κεφάλαιο, συγκεκριμένα το κεφάλαιο που επενδύθηκε και λειτουργεί σ’ αυτές τις επιχειρήσεις ή το χρηματικό ποσό που έχει προκαταβληθεί από τους μετόχους για να δαπανηθεί σαν κεφάλαιο σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Οπότε δεν αποκλείεται καθόλου να αποτελεί επίσης καθαρή αγυρτεία. Αυτό το κεφάλαιο, όμως, δεν υπάρχει διπλό, τη μία φορά σαν κεφαλαιακή αξία των τίτλων ιδιοκτησίας, των μετοχών, και την άλλη φορά σαν το πραγματικά επενδυμένο κεφάλαιο ή σαν το κεφάλαιο που πρόκειται να επενδυθεί σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Υπάρχει μόνο με εκείνη την τελευταία μορφή, και η μετοχή δεν είναι παρά ένας τίτλος ιδιοκτησίας με δόσεις, πάνω στην υπεραξία που θα πραγματοποιήσει αυτό το κεφάλαιο. (…) Η αγοραία αξία αυτών των χαρτιών είναι εν μέρει κερδοσκοπική, γιατί δεν καθορίζεται μόνο με βάση τα πραγματικά κέρδη, αλλά υπολογίζεται από τα πριν με βάση τα αναμενόμενα κέρδη της επιχείρησης. Πράγματι, όλα αυτά τα χαρτιά δεν είναι παρά συσσωρευμένες απαιτήσεις, νομικοί τίτλοι σε μελλοντική παραγωγή, που η χρηματική ή κεφαλαιακή αξία τους είτε δεν αντιπροσωπεύει απολύτως κανένα κεφάλαιο, όπως στην περίπτωση των κρατικών χρεών, είτε ρυθμίζεται ανεξάρτητα από την αξία του πραγματικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν» (Μαρξ 1978: 448, 589, 590, 591, η έμφαση δική μου).

40 «Mismatch hypothesis», για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο από την ανάλυση των Nitzan and Bichler (2009).

41 Βλ. Nitzan and Bichler (2009).

42 Π.χ. βλ. Garegnani (1970).

43 Όπως επισημαίνουν οι Nitzan and Bichler (2009), ακόμα και αυτή η ονομαστική έκφραση του «πραγματικού» κεφαλαίου πολύ σπάνια εξισώνεται με την ονομαστική ποσότητα των χρεογράφων. Πολύ περισσότερο, τείνει να κυμαίνεται προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση.

44 Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες που διαμορφώνονται στις αγορές συναλλάγματος έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά ασταθείς, ενώ αποκλίνουν συστηματικά από ο,τιδήποτε θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως «θεμελιώδης αξία» σε αυτή την περίπτωση αγοράς (βλ. Bryan and Rafferty 2006: 127-9).

45 Για μία σύντομη αλλά περιεκτική παράθεση των απόψεων της κυρίαρχης οικονομικής ανάλυσης για τις αγορές και μία στοιχειώδη κριτική τους βλ. Davidson (2002), Bryan and Rafferty (2006), Nitzan and Bichler (2009).

46 Ενδεικτικές στο σημείο αυτό είναι οι θέσεις του Wray (2008-α και β).

47 Βλ. Λαπατσιώρας και Μηλιός (2008-β), Σωτηρόπουλος (2009).

48 Choundry (2004), Minsky (1987).

49 Άλλωστε, ανεξάρτητα από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί κάθε εταιρία αξιολόγησης, οι βασικές παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη είναι: η χρηματοπιστωτική θέση της επιχείρησης (ήδη υπάρχοντα χρέη και προσδοκώμενα έσοδα), η ποιότητα της διοίκησης και η επιτυχία του προγραμματισμού, η ικανότητα της επιχείρησης να ανταπεξέρχεται στην αποπληρωμή των χρεών της τόσο σε εγχώριες όσο και σε ξένες νομισματικές κυκλοφορίες, η γενική προοπτική του κλάδου ως συνόλου, ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό του και οι γενικές εκτιμήσεις της εγχώριας οικονομίας.

50 Ενδεικτικές εδώ είναι οι αναλύσεις των Krugman (2008), LiPuma και Lee (2004), Helleiner (1994).

51 Βέβαια στο σημείο αυτό προκύπτουν δύο ερωτήματα με τα οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια: (1) εάν μπορούν να «εμπορευματοποιηθούν» όλοι οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι που ενέχονται σε μία ορισμένη επενδυτική επιλογή και (2) εάν μπορεί να είναι αξιόπιστη μία τέτοια διαδικασία «αποτίμησης».

52 Σωτηρόπουλος (2009), Bryan and Rafferty (2006), Λαπατσιώρας και Μηλιός (2008-α και β).

53 Βλ. σχετικά Choundry (2004), Λαπατσιώρας και Μηλιός (2008-α).

54 Ιδού ορισμένοι «πολιτικοί» κίνδυνοι που πρέπει να συνυπολογιστούν: «η βία που εκκινεί από τους ισλαμιστές αυτονομιστές στις νότιες Φιλιππίνες και στη δυτική Τουρκία, οι διαδηλώσεις από τους εργαζομένους στην Ταϋλάνδη και τη Νότια Κορέα ενάντια στην κυβερνητική πολιτική για την εργασία, η ανεξέλεγκτη εξάπλωση του AIDS στην Kwa Zulu Natal επαρχία της Νότιας Αφρικής, η επαναστατική δράση σε ολόκληρη την ύπαιθρο της Κολομβίας» κλπ. (LiPume και Lee 2004: 57).

55 Για το εν λόγω παράδειγμα βλ. LiPuma και Lee (2004: 58-9).

56 Βλ. χαρακτηριστικά τις αναλύσεις των Kay (2007) και Choundry (2004). Συγκεκριμένα ο πρώτος θα παρατηρήσει: «η οικονομική προσέγγιση της αβεβαιότητας θεωρεί τον κίνδυνο ως εμπόρευμα, όπως όλα τ’ άλλα. Υπάρχουν φυσικές καταστροφές τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούμε να αποφύγουμε εύκολα, όπως είναι, για παράδειγμα, οι ακραίες καιρικές συνθήκες ή η ταχεία εξάπλωση μιας ασθένειας. Αλλά και η οικονομική και κοινωνική μας οργάνωση δημιουργεί κινδύνους, όπως δημιουργεί και άλλα εμπορεύματα. (…) Οι κίνδυνοι μπορεί να αγοραστούν και να πουληθούν και έτσι κάθε κίνδυνος έχει την αγορά του και την αγοραία τιμή του» (Kay 2007: 213).

57 Κρίσιμες παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της επιχειρηματολογίας που ακολουθεί είναι τα έργα των LiPuma και Lee (2004), Bryan and Rafferty (2006). Η ανάλυση δεν αποτελεί απλή αναπαραγωγή των τελευταίων παρεμβάσεων αλλά «οριοθετείται» από αυτές σε κρίσιμα σημεία.

58 Ενδεικτικά βλ. Μηλιός κ. ά. (2005).

59 Μαρξ (1996: 55).

60 Η ανάλυσή μας εδώ «πατάει» σε σημαντικό βαθμό στην ανάλυση του Λαπατσιώρα (2006).

61 Βλ. LiPuma and Lee (2004: 145).

62 Ενδεικτική είναι πάλι η επιχειρηματολογία των LiPuma και Lee (2004: 146, 148).

63 Για τα επιχειρήματα που ακολουθούν βλ. Bryan (2009), Martin (2002).

64 Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και τις τεχνολογικές εξελίξεις που επέτρεψαν την τιμολόγηση των προϊόντων αυτών.

65 Ενδεικτική είναι η σχετική ανάλυση του Martin (2002), Martin (2007).

66 Βλ. Bryan (2009) αλλά και Bryan and Rafferty (2006).

67 Βλ. Martin (2002: 177-190)

68 Βλ. Kay (2007).

69 Στο ζήτημα αυτό εξαιρετική είναι η ανάλυση των LiPuma και Lee (2004: 56-7).

70 Στην επιχειρηματολογία αυτή οι «υποκειμενικές αντιλήψεις» βασίζονται σε «αντικειμενικά γεγονότα» (Μαρξ 1978: 473), δηλαδή σε «κοινωνικά ισχύουσες και επομένως αντικειμενικές μορφές νόησης» (Μαρξ 1996: 89). Έχουμε, επομένως, τα θεμέλια μιας θεωρίας συγκρότησης της υποκειμενικότητας που προϋποθέτει για τη θεμελίωσή της μία υλιστική αντίληψη της ιδεολογίας: «αν και η συγκρότηση της αντικειμενικότητας μέσα στον φετιχισμό δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ενός υποκειμένου, συνείδησης ή λόγου, εντούτοις συγκροτεί υποκείμενα, που αποτελούν μέρος της ίδιας της αντικειμενικότητας, δηλαδή υπάρχουν μέσα στην εμπειρία δίπλα από τα “πράγματα”, τα εμπορεύματα, και σε συσχέτιση μαζί τους» (Balibar 1996: 112). Πρόκειται για υποκείμενα που δεν είναι συγκροτούντα αλλά συγκροτούμενα.

71 Βλ. Hayek (1948), αλλά και Screpanti και Zamagni (2004: 161, β τόμος), Steele (2001).

72 Βλ. Mises (1935).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή