Για τη μετάφραση του Krugman Εκτύπωση
Τεύχος 109, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2009


ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ KRUGMAN

του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου

Η δεκαετής επέτειος των κρίσεων που εκδηλώθηκαν στις αναπτυσσόμενες ασιατικές χώρες επιφύλασσε μία αρνητική έκπληξη στους οργανικούς διανοούμενους του νεοφιλελευθερισμού. Είναι αλήθεια ότι οι κρίσεις του 1997-8 δημιούργησαν ανησυχία και προβληματισμό όσον αφορά στην οργάνωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ωστόσο, έπληξαν την «περιφέρεια» και όχι τον «πυρήνα» του καπιταλιστικού κόσμου. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε το επιχείρημα των θεωρητικών του νεοφιλελευθερισμού, οι οποίοι υποστήριξαν ευθύς εξαρχής ότι το πρόβλημα στις αναπτυσσόμενες χώρες υπήρξε ακριβώς διότι δεν κατόρθωσαν να «μιμηθούν» με αξιοπιστία την «πετυχημένη» συνταγή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης. Κατά συνέπεια, η λύση δεν θα έπρεπε να αναζητηθεί στη ριζική αναδιαμόρφωση της οικονομικής τους οργάνωσης (σενάριο που ενδεχομένως παρείχε δυνατότητες για κοινωνικές διεκδικήσεις και παροχές). Οι αναπτυσσόμενες χώρες όφειλαν να οικοδομήσουν τις χρηματαγορές και τα τραπεζικά τους συστήματα με βάση το δυτικό νεοφιλελεύθερο πρότυπο. Περιττό να προσθέσουμε ότι μία τέτοια «λύση» ευνοούσε την καπιταλιστική εξουσία τόσο του «κέντρου» όσο και της «περιφέρειας».

Η κρίση του 2008 διάλυσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις παραπάνω αυταπάτες προσβάλλοντας τον πυρήνα του φημισμένου «προτύπου». Δημιούργησε παράλληλα τις προϋποθέσεις κατάρρευσης των θεωρητικών συναινέσεων στο εσωτερικό της κυρίαρχης ακαδημαϊκής διανόησης. Το κείμενο του Krugman είναι ενδεικτικό των νέων όρων της συζήτησης σε αυτό το επίπεδο και ως τέτοιο θα πρέπει να διαβαστεί. Και εάν μάλιστα κρίνουμε από τις πρώτες αντιδράσεις, το πεδίο των κυρίαρχων οικονομικών μοιάζει «αφιλόξενο» ακόμα και για μία μετριοπαθή ανάγνωση του Keynes,1 όπως είναι αυτή που επιστρατεύει εν προκειμένω ο Κρούγκμαν σε μία προσπάθεια υποστήριξης των σχεδιασμών της κυβέρνησης Obama.

O Κρούγκμαν επιτίθεται στον πυρήνα της νεοκλασικής μακροοικονομικής (που κακώς βέβαια, τη συνδέει με το έργο του Smith). Πολύ σωστά επισημαίνει το προφανές. Εάν δεχτούμε ότι οι παράγοντες της αγοράς συμπεριφέρονται σύμφωνα με την ορθολογική τους οικονομική φύση (όπως αυτή αναλύεται από το νεοκλασικό σύστημα) και ότι οι αγορές είναι πλήρως αποτελεσματικές, τότε κάθε ανεργία θα είναι εκούσια και κάθε ύφεση επιθυμητή. Η υποψία κρατικής παρέμβασης μόνο προβλήματα θα μπορούσε να δημιουργήσει σε ένα τέτοιο καλορυθμισμένο και αρμονικό σύμπαν. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, γύρω από την αντίληψη αυτή οργανώθηκε τις τελευταίες δεκαετίας μία θεωρητική σύμπνοια που συμπεριέλαβε και τη μετριοπαθή κεϋνσιανή βιβλιογραφία. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κρούγκμαν, το βασικό σημείο σύγκλισης αφορούσε τη δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής, γεγονός που απηχεί το νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της κρατικής πολιτικής.

Για παράδειγμα, τα κυρίαρχα νεο-κεϋνσιανά υποδείγματα αποδέχτηκαν σε σημαντικό βαθμό ότι η αστάθεια των τιμών είναι ο καθοριστικός παράγοντας που επηρεάζει τη μακροχρόνια μεγέθυνση.2 Επιπλέον, για μία σειρά από λόγους (που είναι μάλλον μάταιο να αναφέρουμε), έγινε ευρύτατα αποδεκτό ότι η δημοσιονομική πολιτική παρουσιάζει σημαντικά μειονεκτήματα εάν είναι να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο αντι-κυκλικής πολιτικής σε μία απόπειρα εξομάλυνσης των πραγματικών οικονομικών διακυμάνσεων. Αντίθετα, η λύση θεωρήθηκε ότι βρίσκεται στη νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας. Σε ένα περιβάλλον ευέλικτων συναλλαγματικών ισοτιμιών και διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου, η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε μέσα από κατάλληλο χειρισμό των βραχυχρόνιων επιτοκίων της να ελέγξει τη σταθερότητα των τιμών και να εξομαλύνει τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις του προϊόντος. Η συνταγή της επιτυχίας συνεπώς, υποτίθεται ότι θα βρισκόταν στα χαμηλά ελλείμματα και στην ετοιμότητα του «κεντρικού τραπεζίτη». Σενάριο το οποίο προφανώς δεν άφηνε δυσαρεστημένους τους ακραίους φιλελεύθερους.

Και όμως, η γη γυρίζει. Ή τουλάχιστον δεν μένει ακίνητη. Το επιχείρημα του Κρούγκμαν δεν κάνει λόγο για επανάσταση, ούτε και για ριζική μεταβολή της πολιτικής του νεοφιλελευθερισμού. Στην ουσία του είναι πολύ πιο «δεξιό» από μία προσεκτική ανάγνωση του ίδιου του Κέινς. Εκείνο που υποστηρίζει είναι ότι αφού τα πράγματα έφτασαν ως εδώ, και αφού οι οικονομίες έχουν εγκλωβιστεί σε μία παγίδα ρευστότητας με αποτέλεσμα να καθίσταται πλέον αναποτελεσματική κάθε πολιτική επιτοκίων, τότε θα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η δυνατότητα της δημοσιονομικής παρέμβασης – όπως ακριβώς επιχειρεί δειλά και με αμφιταλαντεύσεις να πράξει ο Ομπάμα (κάτω, βέβαια, από το βάρος των κοινωνικών αντιδράσεων και της κρίσης). Εκείνο που τελικά o Κρούγκμαν προτείνει είναι μην υποτιμηθεί ο χαρακτήρας της δημοσιονομικής πολιτικής διότι πάντα παραμονεύουν απρόβλεπτες κρίσεις.

Δεν θα ασχοληθούμε με τα ευρήματα μιας τέτοιας θεωρητικής απόπειρας. Αν κρίνουμε από το επίπεδο της αντιπαράθεσης μπορούμε να καταλάβουμε ότι ακόμα και ένας μετριοπαθής ή «μπάσταρδος» κεϋνσιανισμός (όπως θα έλεγε η Joan Robinson) φαντάζει ως κάτι ακραίο στην κεντρική θεωρητική σκηνή (δηλαδή στις συζητήσεις οικονομολόγων με χιλιάδες ετεροαναφορές στο έργο τους). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που η συζήτηση αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε εκδοχές του Σμιθ και του Κέινς (με αρκετή δόση αγοραίου εμπειρισμού αναφορικά με τις «ατέλειες των αγορών») ενώ ο μεγάλος απών εξακολουθεί φυσικά να είναι ο Μαρξ. Αναμφίβολα οι διαμάχες γύρω από το χαρακτήρα της δημοσιονομικής πολιτικής συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται με τη σύγκρουση στρατηγικών στο εσωτερικό του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας. Ταυτόχρονα όμως, ο ίδιος ο χαρακτήρας της διαμάχης είναι τέτοιος ώστε να επιτρέπει στο συλλογικό κεφαλαιοκράτη να σχεδιάζει κατάλληλες μορφές παρεμβάσεων χωρίς να αφήνει καμία προσδοκία αναίρεσης του πυρήνα της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Ο κόσμος της Αριστεράς και των κινημάτων οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη του αυτή την πραγματικότητα!

1 Όπως, άλλωστε, μπορεί ο αναγνώστης να διαπιστώσει διαβάζοντας το μεταφρασμένο κείμενο του Κέινς που φιλοξενείται στο παρόν τεύχος των Θέσεων, ο τελευταίος μάλλον υπήρξε πολύ πιο ετερόδοξος από ό,τι αφήνει να εννοηθεί ο Κρούγκμαν. Όμως, τα ζητήματα αυτά ανήκουν σε μία άλλη συζήτηση.

2 Π.χ. βλ. S. G. Cecchetti, P. Disyatat and M. Kohler (2009) “Integrating financial stability: new models for a new challenge”, BIS working paper, internet: http://www.bis.org/publ/othp06.pdf?noframes=1

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή