Εθνική αυτάρκεια Εκτύπωση
Τεύχος 109, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2009


ΕΘΝΙΚΗ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ

του John Maynard Keynes

μετάφραση και επιμέλεια:1 Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

I

Όπως οι περισσότεροι Άγγλοι, ανατράφηκα να σέβομαι το ελεύθερο εμπόριο, όχι μόνο σαν οικονομικό δόγμα για το οποίο ένα ορθολογικό και εκπαιδευμένο άτομο δεν θα μπορούσε να αμφιβάλλει, αλλά επίσης και σαν ένα τμήμα του ηθικού νόμου. Θεωρούσα τις συνηθισμένες παρεκκλίσεις από αυτό σαν ταυτόχρονη ηλιθιότητα και προσβολή. Σκεφτόμουν τις ακλόνητες πεποιθήσεις περί ελευθέρου εμπορίου της Αγγλίας, οι οποίες ήταν κραταιές κοντά έναν αιώνα, να είναι τόσο εξήγηση απέναντι στον άνθρωπο όσο και δικαιολόγηση ενώπιον του Ουρανού για την οικονομική της υπεροχή. Μόλις στα 1923 έγραφα ότι το ελεύθερο εμπόριο βασιζόταν σε θεμελιώδεις αλήθειες «τις οποίες, εφόσον διατυπωθούν με τις κατάλληλες προϋποθέσεις, δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανένας ο οποίος είναι ικανός να κατανοήσει το νόημα των λέξεων».2

Κοιτάζοντας ξανά σήμερα τις διατυπώσεις εκείνων των θεμελιωδών αληθειών που τότε έκανα, δεν βρίσκω τον εαυτό μου να τις αμφισβητεί. Εντούτοις, ο προσανατολισμός της σκέψης μου έχει αλλάξει, και μοιράζομαι αυτή την αλλαγή με πολλούς άλλους. Πράγματι, το υπόβαθρο της οικονομικής μου θεωρίας έχει τροποποιηθεί κατά ένα μέρος. Δεν θα έπρεπε να κατηγορήσω τον κ. Baldwin, όπως έκανα τότε, ότι υπήρξε «θύμα της πλάνης του Προστατευτισμού στην πιο καθαρή μορφή της» επειδή πίστευε ότι, στις δεδομένες συνθήκες, ένας δασμός θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση της βρετανικής ανεργίας. Αλλά αποδίδω κυρίως την αλλαγή της προοπτικής μου σε κάτι άλλο – στο ότι οι ελπίδες, οι ανησυχίες και οι έγνοιες, που πιστεύω ότι μοιράζομαι με πολλούς ή τους περισσότερους αυτής της γενιάς σε ολόκληρο τον κόσμο, διαφέρουν από εκείνο που ήταν. Θέλει πολύ δουλειά για να αποσείσουμε τις διανοητικές συνήθειες του προπολεμικού κόσμου του 19ου αιώνα. Είναι να απορεί κανείς με εκείνον το σωρό από παρωχημένες αγκυλώσεις που το μυαλό σέρνει τριγύρω ακόμη και μετά την μετατόπιση της συνείδησης. Ωστόσο σήμερα επί τέλους, ένα τρίτο μετά την έλευση του 20ού αιώνα, οι περισσότεροι από εμάς έχουν δραπετεύσει από τον 19ο, και μέχρι την ώρα που θα φτάσουμε στο μέσο του, είναι πιθανό οι συνήθειες του νου μας και ό,τι μας ανησυχεί να είναι τόσο διαφορετικά από τις μεθόδους και τις αξίες του 19ου αιώνα όσο και κάθε άλλος αιώνας έχει υπάρξει από τους προηγουμένους του.

Κατά συνέπεια, μπορεί να είναι χρήσιμο να προσπαθήσουμε κάποιου είδους ξαναμέτρημα, ανάλυση ή διάγνωση ώστε να ανακαλύψουμε σε τι συνίσταται στην ουσία της αυτή η αλλαγή στο πνεύμα, και τελικά να διερευνήσουμε αν, μέσα στη σύγχυση του νου η οποία ακόμη περιβάλλει αυτόν το νεο-ευρεθέντα ενθουσιασμό της αλλαγής, δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο ενός αχρείαστου λάθους, δηλαδή να πετάξουμε μαζί με τα αποπλύματα και τα ξεβγάλματα ορισμένα μαργαριτάρια της πείρας και της γνώσης του 19ου αιώνα.

Τι θεωρούσαν ότι επιτύγχαναν οι οπαδοί του ελεύθερου εμπορίου του 19ου αιώνα (οι οποίοι κατατάσσονταν ανάμεσα στους πιο ιδεολόγους και ανιδιοτελείς ανθρώπους);

Πίστευαν – και ενδεχομένως είναι δίκαιο να θέσουμε αυτό πρώτο – ότι ήταν απολύτως λογικοί, ότι μόνο εκείνοι είχαν καθαρή ματιά και ότι οι πολιτικές οι οποίες στόχευαν στην παρενόχληση του εξιδανικευμένου διεθνή καταμερισμού εργασίας ήταν πάντοτε το τέκνο της άγνοιας λόγω ιδιοτέλειας.

Κατά δεύτερο λόγο, είχαν την άποψη ότι έλυναν το πρόβλημα της φτώχειας, και το έλυναν μάλιστα για ολόκληρο τον κόσμο, με το να θέτουν στην καλύτερή τους χρήση, όπως ένας καλός οικονόμος, τους παγκόσμιους πόρους και ικανότητες.

Πίστευαν επιπροσθέτως, ότι υπηρετούσαν όχι απλά την επιβίωση των οικονομικώς πιο ικανών, αλλά το σημαντικό σκοπό της ελευθερίας, του απεριόριστου δικαιώματος στην ατομική πρωτοβουλία και στα προσωπικά χαρίσματα, της ικανότητας για επινοητικότητα και την περικλεή γονιμότητα του απερίσπαστου πνεύματος ενάντια στις δυνάμεις του προνομίου, του μονοπωλίου και της απαρχαίωσης.

Πίστευαν τελικά, ότι ήταν οι υποστηρικτές και οι εγγυητές της ειρήνης, της διεθνούς αρμονικής συμβίωσης, της οικονομικής δικαιοσύνης ανάμεσα στα έθνη όπως επίσης και εκείνοι που διαδίδουν τα οφέλη της προόδου.

Κι αν στον ποιητή εκείνης της εποχής έρχονταν μερικές φορές αλλόκοτες επιθυμίες να περιπλανηθεί μακριά, εκεί όπου ποτέ δεν φτάνει ο έμπορος, και να αρπάξει το άγριο κατσίκι από το τρίχωμα, εκεί ερχόταν επίσης μία βολική απόκριση γεμάτη βεβαιότητα:

Εγώ, στην αγέλη με τα στενά μέτωπα, αδειασμένα από τα ένδοξα κέρδη μας. Όπως το κτήνος με τις ευτελείς απολαύσεις του, όπως το κτήνος με τους ευτελείς πόνους του!

II

Ποιο λάθος πρέπει να βρούμε σ’ αυτό; Κανένα, εάν το πάρουμε κατά γράμμα. Εντούτοις, αρκετοί από εμάς δεν είμαστε ικανοποιημένοι με κάτι τέτοιο σαν βάσιμη πολιτική θεωρία. Τι είναι λάθος; Θεωρώ ότι θα ανακαλύψουμε τις πηγές των αμφιβολιών μας όχι μέσα από μία μετωπική σύγκρουση αλλά μετά από μία περιήγηση – αφού περιπλανηθούμε σε μία διαφορετική διαδρομή για να ανακαλύψουμε το μέρος που η πολιτική μας καρδιά επιθυμεί.

Ας ξεκινήσουμε με το ζήτημα της ειρήνης. Είμαστε τόσο ισχυρά φανατικοί ειρηνιστές σήμερα ώστε εάν ο οικονομικός διεθνιστής μπορούσε να κερδίσει αυτό το σημείο, σύντομα θα ανακτούσε την υποστήριξή μας. Ωστόσο, δεν φαίνεται τώρα προφανές ότι μία μεγάλη συγκέντρωση της εθνικής προσπάθειας στην κατάκτηση του ξένου εμπορίου, ότι η διείσδυση πόρων και επιρροής ξένων καπιταλιστών στην οικονομική δομή μιας χώρας, και ότι η στενή εξάρτηση της δικής μας οικονομικής ζωής από τις μεταβαλλόμενες οικονομικές πολιτικές ξένων χωρών αποτελούν διασφαλίσεις και εγγυήσεις της διεθνούς ειρήνης. Είναι ευκολότερο, υπό το φως της εμπειρίας και της προβλεπτικότητας, να υποστηρίξουμε ακριβώς το αντίθετο. Η προστασία των υπαρκτών συμφερόντων μιας χώρας στο εξωτερικό, η κατάκτηση νέων αγορών, η πρόοδος του οικονομικού ιμπεριαλισμού – όλα αυτά δεν μπορούν να αποτραπούν σε μία τάξη πραγμάτων η οποία αποσκοπεί στο μέγιστο της διεθνούς εξειδίκευσης και στη μέγιστη γεωγραφική εξάπλωση του κεφαλαίου οπουδήποτε και αν είναι η έδρα της ιδιοκτησίας του. Ενδεδειγμένες εγχώριες πολιτικές πιθανώς να εφαρμόζονταν ευκολότερα, εάν το φαινόμενο, γνωστό και ως «διαφυγή κεφαλαίου» (the flight of capital), θα μπορούσε να αποκλειστεί. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ιδιοκτησία και την πραγματική ευθύνη της διοίκησης είναι σοβαρός μέσα σε μία χώρα, όταν, ως αποτέλεσμα της μετοχικής επιχείρησης, η ιδιοκτησία είναι διασκορπισμένη ανάμεσα σε αναρίθμητα άτομα τα οποία αγοράζουν το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη σήμερα και το πωλούν αύριο, ενώ στερούνται εντελώς τόσο γνώσης όσο και ευθύνης αναφορικά με εκείνο που στιγμιαία κατέχουν. Όταν όμως η ίδια αρχή εφαρμόζεται διεθνώς, σε καιρούς έντασης δεν γίνεται ανεκτή – είμαι ανεύθυνος αναφορικά με εκείνο που κατέχω και εκείνοι που λειτουργούν αυτό που κατέχω είναι ανεύθυνοι ως προς εμένα. Είναι πιθανό να υπάρχει κάποιος χρηματοοικονομικός υπολογισμός που να αποδεικνύει ότι είναι επωφελές το γεγονός ότι οι αποταμιεύσεις μου θα πρέπει να είναι επενδυμένες σε οποιοδήποτε σημείο της κατοικήσιμης υδρογείου επιδεικνύει τη μεγαλύτερη οριακή αποδοτικότητα κεφαλαίου ή το υψηλότερο επιτόκιο. Ωστόσο, συσσωρεύεται εμπειρία στο ότι η απομάκρυνση ανάμεσα στην ιδιοκτησία και τη λειτουργία της επιχείρησης είναι ένα δεινό στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, που πιθανότατα ή σίγουρα να δημιουργήσει εντάσεις και εχθρότητες μακροχρόνια οι οποίες θα εκμηδενίσουν τον χρηματοοικονομικό υπολογισμό.

Συμμερίζομαι, συνεπώς, τις επιδιώξεις όσων θα ελαχιστοποιούσαν, και όχι όσων θα μεγιστοποιούσαν, το οικονομικό μπλέξιμο ανάμεσα στα έθνη. Ιδέες, γνώση, επιστήμη, φιλοξενία, ταξίδια – όλα αυτά είναι υποθέσεις που οφείλουν από τη φύση τους να είναι διεθνείς. Αλλά ας αφήσουμε τα αγαθά να είναι εγχώρια οποτεδήποτε κάτι τέτοιο είναι εύλογο και, πάνω από όλα, ας αφήσουμε τη χρηματοοικονομική να είναι πρωτίστως εθνική. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, εκείνοι που επιδιώκουν να βγάλουν μία χώρα από τη δύσκολη θέση της διεθνούς της εμπλοκής θα πρέπει να είναι προσεκτικοί και όχι απότομοι. Κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να είναι θέμα βίαιου ξεριζώματος, αλλά αργής φροντίδας ενός φυτού έτσι ώστε να αναπτυχθεί σε μία διαφορετική κατεύθυνση.

Για αυτούς τους ισχυρούς λόγους, τείνω επομένως, προς την πεποίθηση ότι, όταν ολοκληρωθεί η μετάβαση, ένα μεγαλύτερο μέγεθος εθνικής αυτάρκειας και οικονομικής απομόνωσης ανάμεσα στις χώρες από εκείνο που ίσχυε το 1914 πιθανώς να υπηρετούσε το σκοπό της ειρήνης, και όχι το αντίστροφο. Όπως και να έχει, η εποχή της οικονομικής διεθνοποίησης δεν στάθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη στην αποτροπή του πολέμου, και εάν οι οπαδοί της ανταπαντήσουν ότι η ατελής διεκπεραίωσή της δεν της έδωσε μία δίκαιη ευκαιρία για κάτι τέτοιο, είναι εύλογο να επισημάνουμε ότι μία μεγαλύτερη ευόδωση της ειρήνης είναι ελάχιστα πιθανή στα ερχόμενα χρόνια.

Ας περάσουμε από αυτά τα ερωτήματα αμφίβολης κρίσης, όπου ο καθένας από εμάς θα παραμείνει κάτοχος των απόψεών του, σε ένα ζήτημα περισσότερο οικονομικό. Κατά τον 19ο αιώνα ο οπαδός της οικονομικής διεθνοποίησης θα μπορούσε πιθανώς δίκαια να ισχυριστεί ότι η πολιτική του έτεινε προς το σημαντικό πλουτισμό του κόσμου, ότι προωθούσε την οικονομική πρόοδο, και ότι η ανατροπή της θα είχε περιαγάγει σε ένδεια τόσο τους εαυτούς μας όσο και τους γείτονες. Τούτο εγείρει το ερώτημα της ισορροπίας ανάμεσα στο οικονομικό και το μη-οικονομικό πλεονέκτημα, κάτι που δεν είναι ποτέ εύκολο να αποφασιστεί. Η φτώχεια είναι μεγάλη συμφορά, και το οικονομικό όφελος είναι πραγματικά ευεργετικό ώστε να μη θυσιαστεί σε εναλλακτικά πραγματικά οφέλη παρά μόνο εφόσον αποδεχτεί μικρότερης βαρύτητας. Είμαι έτοιμος να αποδεχτώ ότι κατά τον 19ο αιώνα δύο σύνολα προϋποθέσεων ίσχυαν τα οποία συνέβαλαν ώστε τα οφέλη από την οικονομική διεθνοποίηση να υπερβαίνουν σε σπουδαιότητα τις ζημιές σε κάποιο διαφορετικό είδος. Τον καιρό που μαζικές μεταναστεύσεις γέμιζαν με πληθυσμό νέες ηπείρους, ήταν φυσικό ότι οι άνθρωποι θα κουβαλούσαν μαζί τους στους Νέους Κόσμους τους υλικούς καρπούς της τεχνικής των Παλαιών, συμπεριλαμβάνοντας και τις αποταμιεύσεις εκείνων που τους έστελναν. Η επένδυση των βρετανικών αποταμιεύσεων σε σιδηρόδρομους και υλικό που θα εγκαθίστατο από Βρετανούς μηχανικούς ώστε να μεταφέρουν τους Βρετανούς μετανάστες σε νέες πεδιάδες και βοσκοτόπους – οι καρποί των οποίων θα επιστρέφονταν από τους τελευταίους στην οφειλόμενη αναλογία σε εκείνους των οποίων η φειδώ είχε κάνει όλα αυτά τα πράγματα δυνατά – ήταν ένας οικονομικός διεθνισμός που ελάχιστα έμοιαζε στην ουσία του με τη μερική ιδιοκτησία μιας γερμανικής μετοχικής εταιρίας από έναν κερδοσκόπο στο Σικάγο, ή με τις δημοτικές βελτιώσεις στο Rio Janeiro από μία Αγγλίδα γεροντοκόρη. Εντούτοις, η επένδυση των βρετανικών αποταμιεύσεων ήταν εκείνος ο απαραίτητος τύπος οργάνωσης που διευκόλυνε τον παλαιό οικονομικό διεθνισμό για να καταλήξει στη σημερινή του μορφή. Κατά δεύτερο λόγο, την εποχή που υπήρχαν τεράστιες διαφορές στο βαθμό της εκβιομηχάνισης και των ευκαιριών για τεχνική εκπαίδευση σε διαφορετικές χώρες, τα πλεονεκτήματα από έναν υψηλό βαθμό εθνικής εξειδίκευσης ήταν πολύ σημαντικά.

Όμως δεν είμαι πεισμένος ότι τα οικονομικά πλεονεκτήματα από το διεθνή καταμερισμό εργασίας σήμερα είναι συγκρίσιμα με τα αντίστοιχα του παρελθόντος. Το επιχείρημά μου δεν θα πρέπει να κατανοηθεί ως υπερβολικό. Ένας σημαντικός βαθμός διεθνούς εξειδίκευσης είναι απαραίτητος σε έναν ορθολογικό κόσμο σε όλες τις περιπτώσεις όπου αυτός υπαγορεύεται από μεγάλες διαφορές κλίματος, φυσικών πόρων, τοπικών δεξιοτήτων, επιπέδων κουλτούρας και πυκνότητας πληθυσμού. Όμως, όσον αφορά σε ένα διαρκώς αυξανόμενο εύρος βιομηχανικών προϊόντων, και ίσως αγροτικών προϊόντων επίσης, έχω αρχίσει να αμφιβάλω εάν η οικονομική απώλεια της εθνικής αυτάρκειας είναι αρκετά σημαντική ώστε να ξεπεράσει τα άλλα οφέλη της σταδιακής συγκέντρωσης του προϊόντος και του καταναλωτή εντός της σφαίρας της ίδιας εθνικής, οικονομικής και χρηματοπιστωτικής οργάνωσης. Η εμπειρία που συσσωρεύεται αποδεικνύει ότι οι πιο σύγχρονες διαδικασίες της μαζικής παραγωγής μπορούν να διεξαχθούν στις περισσότερες χώρες με την ίδια σχεδόν αποδοτικότητα και κλίματα. Επιπλέον, τόσο τα προϊόντα του πρωτογενή τομέα όσο και τα βιομηχανικά παίζουν μικρότερο ρόλο σε μία εθνική οικονομία με μεγαλύτερο πλούτο, συγκρινόμενα με τις κατοικίες, τις προσωπικές υπηρεσίες και τις τοπικές πολιτιστικές απολαύσεις, που δεν είναι το ίδιο διαθέσιμες για διεθνή ανταλλαγή. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ότι μία συγκρατημένη αύξηση στο πραγματικό κόστος των πρωτογενών και βιομηχανικών προϊόντων, συνεπακόλουθο μιας μεγαλύτερης εθνικής αυτάρκειας, μπορεί να πάψει να αποτελεί σοβαρή συνέπεια όταν συγκριθεί με τα πλεονεκτήματα ενός διαφορετικού είδους. Εν ολίγοις, η εθνική αυτάρκεια παρότι κοστίζει κάτι, μπορεί να εξελιχθεί σε πολυτέλεια στην οποία να είμαστε σε θέση να ανταπεξέλθουμε εάν συμβεί να την επιθυμούμε.

Υπάρχουν επαρκώς καλοί λόγοι ώστε να συμβεί να την επιθυμούμε; Υπάρχουν αρκετοί φίλοι μου, που έχουν ανατραφεί με την παλαιά σχολή και εύλογα εθίχθησαν από τη σπατάλη και την οικονομική απώλεια που είναι συνακόλουθες του υπάρχοντος σύγχρονου οικονομικού εθνικισμού. Σε αυτούς η κατεύθυνση των παρατηρήσεών μου θα προκαλεί πόνο και θλίψη. Ωστόσο επιτρέψτε μου να υποδείξω σε αυτούς τους όρους με τους οποίους θα μπορούσαν να συμμερισθούν τον τρόπο σκέψης που υποστηρίζω.

III

Ο παρηκμασμένος διεθνής αλλά ατομικιστικός καπιταλισμός, στα χέρια του οποίου βρισκόμαστε μετά τον Πόλεμο, δεν αποτελεί επιτυχία. Δεν είναι ευφυής, δεν είναι όμορφος, δεν είναι δίκαιος, δεν είναι ενάρετος – και δεν κάνει το χρέος του. Εν ολίγοις, τον αντιπαθούμε και αρχίζουμε να τον περιφρονούμε. Παρ’ όλα αυτά, όταν αναρωτιόμαστε τι να βάλουμε στη θέση του, είμαστε υπερβολικά μπερδεμένοι.

Κάθε χρόνο γίνεται περισσότερο καθαρό ότι ο κόσμος ξεκινά μία ποικιλία πολιτικο-οικονομικών πειραματισμών και ότι διαφορετικοί τύποι πειραματισμού προσιδιάζουν στα διαφορετικά εθνικά ταμπεραμέντα και ιστορικά περιβάλλοντα. Ο οικονομικός διεθνισμός του ελεύθερου εμπορίου του 19ου αιώνα υπέθετε ότι ολόκληρος ο κόσμος ήταν, ή θα μπορούσε να είναι, οργανωμένος στη βάση του ιδιωτικού ανταγωνιστικού καπιταλισμού και της ελευθερίας του ιδιωτικού συμβολαίου με τις κυρώσεις των νόμων να προστατεύουν απαρέγκλιτα και τα δύο – σε ποικίλες, βεβαίως, φάσεις συνθετότητας και ανάπτυξης, που ωστόσο θα συμμορφώνονταν με ένα ενιαίο τύπο ο οποίος και θα αποτελούσε το γενικό αντικείμενο προς τελειοποίηση και σίγουρα όχι προς καταστροφή. Ο προστατευτισμός του 19ου αιώνα ήταν μία κηλίδα επάνω στην αποδοτικότητα και την κοινή λογική αυτής της τάξης πραγμάτων, αλλά δεν τροποποίησε τη γενική υπόθεση σχετικά με τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οικονομικής κοινωνίας.

Και όμως, σήμερα η μία χώρα μετά την άλλη εγκαταλείπει τις προηγούμενες προϋποθέσεις. Η Ρωσία είναι προς το παρόν μόνη στο συγκεκριμένο πειραματισμό της, αλλά όχι πλέον μόνη στην εγκατάλειψη των παλαιών υποθέσεων. Η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Γερμανία έχουν στρέψει την προσοχή τους, ή τη στρέφουν, σε νέους τρόπους πολιτικής οικονομίας. Ακόμη περισσότερες χώρες μετά από αυτές προβλέπω ότι σύντομα θα αναζητούν νέους οικονομικούς θεούς. Ακόμα και χώρες σαν την Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες ακόμα συμμορφώνονται με το παλαιό μοντέλο, πασχίζουν, όχι φανερά, για ένα νέο οικονομικό σχέδιο. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Πρόκειται – όλοι μας, προβλέπω – να κάνουμε αρκετά λάθη. Κανένας δεν μπορεί να πει ποιο από τα νέα συστήματα θα αποδειχθεί το καλύτερο.

Η ουσία της παρούσας μελέτης είναι η εξής: Καθένας από εμάς έχει τη δική του προτίμηση. Μην πιστεύοντας ότι έχουμε ήδη διασωθεί, καθένας από εμάς θα ήθελε να έχει μία ευκαιρία στην εξεύρεση της ίδιας μας της σωτηρίας. Δεν επιθυμούμε επομένως, να βρεθούμε στο έλεος των παγκόσμιων δυνάμεων επιτυγχάνοντας, ή προσπαθώντας να επιτύχουμε, κάποια ομοιόμορφη ισορροπία σύμφωνα με τις ιδεατές αρχές (εάν μπορούν να ειπωθούν έτσι) του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Υπάρχουν ακόμα εκείνοι που είναι γαντζωμένοι στις παλιές ιδέες, αλλά σε καμία χώρα στον κόσμο σήμερα δεν μπορούν να υπολογιστούν σαν σοβαρή δύναμη. Επιθυμούμε – για την ώρα τουλάχιστον και για όσο η παρούσα μεταβατική, πειραματική φάση διαρκέσει – να είμαστε οι κυρίαρχοι των εαυτών μας, και να είμαστε όσο ελεύθεροι μπορούμε να γίνουμε από τις παρεμβάσεις του εξωτερικού κόσμου.

Συνεπώς, ιδωμένη από αυτή τη σκοπιά, η πολιτική μιας αυξανόμενης εθνικής αυτάρκειας θα πρέπει να θεωρηθεί, όχι σαν ένα ιδανικό από μόνο του, αλλά σαν πολιτική που αποβλέπει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος εντός του οποίου άλλα ιδανικά μπορούν με ασφάλεια και ευκολία να επιδιωχθούν.

Επιτρέψτε μου να προσφέρω όσο πιο ξερά μπορώ να επινοήσω ένα παράδειγμα των παραπάνω, επιλεγμένο διότι συνδέεται με ιδέες με τις οποίες κατά κύριο λόγο απασχολείται η σκέψη μου τον τελευταίο καιρό. Σε ζητήματα μικροοικονομικής, σε διάκριση με τους κεντρικούς ελέγχους, είμαι υπέρ της διατήρησης όσο το δυνατόν περισσότερης ατομικής κρίσης, πρωτοβουλίας και επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, έχω πεισθεί ότι η διατήρηση της δομής της ατομικής επιχείρησης είναι ασύμβατη με το βαθμό της υλικής ευμάρειας που η τεχνολογική πρόοδος μας επιτρέπει, εκτός και αν το επιτόκιο πέσει σε ένα πολύ χαμηλότερο μέγεθος από εκείνο που είναι πιθανό να προκύψει από τη δράση των φυσικών δυνάμεων, όταν λειτουργούν σύμφωνα με τις παλαιές κατευθύνσεις. Πράγματι, ο μετασχηματισμός της κοινωνίας που κατά προτίμηση οραματίζομαι, πιθανώς να απαιτεί μία μείωση στο ύψος του επιτοκίου μέχρι και τον τελικό εκμηδενισμό του μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια. Όμως, κάτι τέτοιο είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί σε ένα σύστημα στο οποίο το επιτόκιο φτάνει σε ομοιόμορφο επίπεδο (αφού συνυπολογιστούν ο κίνδυνος και τα άλλα παρόμοια μεγέθη) σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα από τη λειτουργία των κανονικών χρηματοπιστωτικών δυνάμεων. Επομένως, για σύνθετους λόγους, τους οποίους δεν μπορώ να αναπτύξω σε αυτό το σημείο, ο οικονομικός διεθνισμός, συμπεριλαμβάνοντας την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου και των δανείσιμων αποθεμάτων (loanable funds) όπως επίσης και των εμπορεύσιμων αγαθών, μπορεί να καταδικάσει τη χώρα μου για την επόμενη γενιά σε έναν πολύ χαμηλότερο βαθμό υλικής ευημερίας από εκείνον που θα μπορούσε να κατακτηθεί κάτω από ένα διαφορετικό σύστημα.

Βέβαια, αυτό είναι απλά ένα παράδειγμα. Αποτελεί κεντρική μου τοποθέτηση, (1) ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική ομοιομορφίας του οικονομικού συστήματος σε ολόκληρο τον κόσμο για την επόμενη γενιά, αντίστοιχη με εκείνη που υπήρχε, γενικά μιλώντας, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. (2) Ότι έχουμε ανάγκη να είμαστε όσο ελεύθεροι είναι δυνατό από την παρέμβαση οικονομικών μεταβολών που λαμβάνουν χώρα κάπου αλλού προκειμένου να πραγματοποιήσουμε τους δικούς μας προτιμούμενους πειραματισμούς στην κατεύθυνση μιας ιδανικής κοινωνικής πολιτείας του μέλλοντος. (3) Ότι μία προμελετημένη κίνηση προς μεγαλύτερη εθνική αυτάρκεια και οικονομική απομόνωση θα κάνει το έργο μας πιο εύκολο, στο μέτρο που θα μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς υπερβολικό οικονομικό κόστος.

IV

Νομίζω ότι υπάρχει μία ακόμα εξήγηση αναφορικά με τον αναπροσανατολισμό της σκέψης μας. Στον 19ο αιώνα απέκτησε υπερβολική διάσταση εκείνο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε εν συντομία «χρηματοοικονομικά αποτελέσματα» (financial results) ως ενδεδειγμένο κριτήριο κάθε δράσης, ιδιωτικής ή συλλογικής. Ολόκληρη η διεξαγωγή της ζωής μετατράπηκε σε παρωδία ενός λογιστικού εφιάλτη. Αντί να χρησιμοποιούν τα τεράστια υλικά και τεχνικά μέσα για να οικοδομήσουν μία ονειρεμένη πόλη, οι άνθρωποι του 19ου αιώνα έχτιζαν φτωχόσπιτα και θεωρούσαν σωστό και ενδεδειγμένο να τα χτίζουν διότι, από την πλευρά της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, «πλήρωναν», ενώ η ονειρεμένη πόλη, όπως σκέφτονταν, ήταν μία πράξη ανόητης υπερβολής η οποία (στον βλακώδη ιδιωματισμό της χρηματοοικονομικής) είχε «υποθηκεύσει το μέλλον» – αν και κανένας δεν μπορεί να δει πώς η κατασκευή σπουδαίων και θαυμαστών έργων σήμερα φτωχαίνει το μέλλον, παρά μόνο αν ο νους του περικυκλωθεί από ψευδείς αναλογίες μιας άστοχης λογιστικής πρακτικής. Ακόμα και σήμερα ξοδεύω το χρόνο μου – κατά το ήμισυ μάταια, αλλά επίσης οφείλω να παραδεχτώ, κατά το ήμισυ επιτυχώς – προσπαθώντας να πείσω τους συμπατριώτες μου ότι ολόκληρο το έθνος θα γίνει αναμφίβολα πλουσιότερο εάν οι μη-απασχολούμενοι άνθρωποι και μηχανές χρησιμοποιηθούν στην οικοδόμηση σπιτιών για τα οποία υπάρχει μεγάλη ανάγκη αντί να παραμένουν σε αδράνεια. Γιατί τα μυαλά αυτής της γενιάς είναι ακόμα τόσο θολωμένα από απατηλούς υπολογισμούς, ώστε να δυσπιστούν σε συμπεράσματα τα οποία θα έπρεπε να είναι προφανή, μέσα από την εμπιστοσύνη σε ένα σύστημα χρηματοοικονομικού υπολογισμού το οποίο θέτει σε αμφιβολία το κατά πόσο ένα τέτοιο εγχείρημα θα «πληρώσει». Πρέπει να παραμείνουμε φτωχοί διότι δεν «πληρώνει» το να είμαστε πλούσιοι. Πρέπει να ζούμε σε χαμόσπιτα, όχι γιατί δεν μπορούμε να χτίσουμε παλάτια, αλλά διότι δεν μπορούμε να «αντεπεξέλθουμε» σε αυτά.

Ο ίδιος κανόνας αυτοκαταστροφικού χρηματοπιστωτικού υπολογισμού κατευθύνει κάθε βήμα της καθημερινής ζωής. Καταστρέφουμε την ομορφιά της εξοχής διότι τα μη-ιδιοποιημένα μεγαλεία της φύσης δεν έχουν οικονομική αξία. Είμαστε ικανοί να διακόψουμε το φωτισμό του ηλίου και των αστεριών γιατί δεν πληρώνουν μέρισμα. Το Λονδίνο είναι μία από τις πλουσιότερες πόλεις στην ιστορία του πολιτισμού, αλλά δεν είναι σε θέση να αντέξει τα υψηλότερα πρότυπα επιτευγμάτων για τα οποία είναι ικανοί οι εν ζωή πολίτες του, διότι αυτά δεν «πληρώνουν». Εάν σήμερα, είχα τη δύναμη, σίγουρα θα ξεκινούσα να προικίσω τις κυριότερες πόλεις μας με όλα επιτεύγματα της τέχνης και του πολιτισμού βάσει των πιο υψηλών κριτηρίων στα οποία θα μπορούσαν να ανταποκριθούν οι πολίτες της κάθε μιας, πεπεισμένος ότι εκείνο που θα μπορούσα να δημιουργήσω, θα μπορούσα να το αντέξω οικονομικά – πιστεύοντας ότι το χρήμα, συνεπώς που ξοδεύτηκε, δεν θα ήταν μόνο καλύτερο από κάθε επίδομα ανεργίας, αλλά θα καθιστούσε περιττό κάθε επίδομα ανεργίας. Γιατί με ό,τι έχουμε δαπανήσει σε επιδόματα στην Αγγλία από τον πόλεμο και μετά θα μπορούσαμε να έχουμε φτιάξει στις πόλεις μας τα σπουδαιότερα έργα του ανθρώπου σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ή πάλι, μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε ως ηθικό καθήκον να αφανίσουμε τους καλλιεργητές της γης και να καταστρέφουμε τις μακραίωνες ανθρώπινες παραδόσεις που συνόδευαν την αγροτική οικονομία, εάν επρόκειτο έτσι να εξασφαλίσουμε ένα καρβέλι ψωμί κατά το ένα δέκατο της πένας φθηνότερο. Δεν υπήρχε τίποτα το οποίο δεν θα ήταν καθήκον μας να θυσιάσουμε στον Μολώχ και στον Μαμμωνά, διότι ακράδαντα πιστεύαμε ότι η λατρεία των τεράτων αυτών θα υπερνικούσε το κακό της φτώχειας και θα οδηγούσε την επόμενη γενιά με ασφάλεια και άνεση, πάνω στη ράχη του σύνθετου τόκου, στην οικονομική ειρήνη.

Σήμερα πάσχουμε από απομυθοποίηση, όχι επειδή είμαστε φτωχότεροι από το παρελθόν – αντιθέτως, ακόμα και σήμερα απολαμβάνουμε, στην Μεγάλη Βρετανία τουλάχιστον, ένα υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης από κάθε προηγούμενη περίοδο – αλλά γιατί άλλες αξίες φαίνεται να έχουν θυσιαστεί και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται. Διότι το οικονομικό μας σύστημα δεν μας καθιστά ικανούς να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο τις παρεχόμενες από την τεχνική πρόοδο δυνατότητες για οικονομικό πλούτο. Αλλά υπολείπεται μακράν αυτού, οδηγώντας μας στην αίσθηση ότι ίσως να είχαμε εξαντλήσει το περιθώριο αυτών των δυνατοτήτων περισσότερο ικανοποιητικά.

Άπαξ όμως και επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να αψηφήσουμε τον κανόνα του λογιστικού κέρδους, έχουμε αρχίσει να αλλάζουμε τον πολιτισμό μας. Και οφείλουμε να πράξουμε έτσι πολύ επιφυλακτικά, προσεκτικά και ενσυνείδητα. Διότι υπάρχει ένα ευρύ φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας όπου θα πρέπει να είμαστε συνετοί, ώστε να διατηρήσουμε τα συνηθισμένα χρηματικά κριτήρια. Είναι το κράτος, όχι το άτομο, εκείνο που χρειάζεται να αλλάξει τους κανόνες του. Η αντίληψη που θέλει τον Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών ως πρόεδρο κάποιου είδους μετοχικής εταιρίας, είναι εκείνη που πρέπει να απορριφθεί. Εάν τώρα, οι λειτουργίες και οι επιδιώξεις του κράτους πρόκειται έτσι να διευρυνθούν, η απόφαση αναφορικά με το τι θα παραχθεί μέσα σε ένα έθνος και με το τι θα ανταλλαχθεί με το εξωτερικό οφείλει, γενικώς μιλώντας, να προκρίνεται ανάμεσα στους στόχους της πολιτικής.

V

Από αυτούς τους συλλογισμούς σχετικά με τις ενδεδειγμένες επιδιώξεις του κράτους, επιστρέφω στον κόσμο της σύγχρονης πολιτικής. Έχοντας προσπαθήσει να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε δεόντως τις ιδέες που υποβόσκουν της έντονης επιθυμίας προς μεγαλύτερη εθνική αυτάρκεια που έχει κυριεύσει τόσες πολλές χώρες σήμερα, οφείλουμε να αναλογιστούμε προσεκτικά εάν, στην πράξη, δεν απορρίπτουμε με εξαιρετική ευκολία αρκετές από τις αξίες τις οποίες ο 19ος αιώνας πραγμάτωσε. Μου φαίνεται ότι συμβαίνουν, χωρίς εξαίρεση, πολλά ανόητα πράγματα στις χώρες που οι θιασώτες της εθνικής αυτάρκειας έχουν αποκτήσει την εξουσία. Του Μουσολίνι μάλλον του βγαίνουν φρονιμίτες. Αλλά η Ρωσία δίνει ίσως, το χειρότερο παράδειγμα που έχει ποτέ δει ο κόσμος, διοικητικής ανικανότητας και θυσίας στους κουφιοκέφαλους σχεδόν όλων εκείνων που κάνουν τη ζωή άξια βίου. Η Γερμανία είναι στο έλεος των αχαλίνωτων ανεύθυνων – παρότι είναι πολύ νωρίς να κρίνουμε την ικανότητά της για επιτεύγματα. Η Ελεύθερη Ιρλανδία, ένα κράτος πολύ μικρό για υψηλό βαθμό εθνικής αυτάρκειας, αποκτημένης μόνο στην περίπτωση μεγάλου οικονομικού κόστους, συζητάει σχέδια τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν ολέθρια αν εφαρμόζονταν.

Ταυτόχρονα, εκείνες οι χώρες που συντηρούν ή υιοθετούν καθαρό παλιομοδίτικο προστατευτισμό, ανακαινισμένο με την προσθήκη των ελάχιστων ποσοστώσεων του νέου πλάνου, κάνουν πολλά πράγματα τα οποία δε μπορεί να υποστηριχτούν λογικά. Επομένως, εάν η Παγκόσμια Οικονομική Σύνοδος3 πετύχαινε αμοιβαία μείωση στους δασμούς και ετοίμαζε το δρόμο για περιφερειακές συμφωνίες, θα ήταν αποδέκτης ειλικρινούς επιδοκιμασίας. Διότι δεν πρέπει να θεωρείται ότι ασπάζομαι όλα εκείνα που πραγματοποιούνται στο σημερινό πολιτικό κόσμο στο όνομα του οικονομικού εθνικισμού. Μακριά απ’ αυτό. Αλλά κομίζω την κριτική μου για να δώσει καρπούς, όπως εκείνος του οποίου η καρδιά είναι φιλική και συμπονετική στα απελπισμένα πειράματα του σύγχρονου κόσμου, εκείνος ο οποίος τους προσφέρει ευχές, ότι θα ήθελε να επιτύχουν κι ο οποίος έχει τα δικά του πειράματα κατά νου και προτιμά ως έσχατη καταφυγή οτιδήποτε άλλο στον κόσμο από εκείνο που οι οικονομικές αναφορές είναι πρόθυμες να αποκαλέσουν ως «η καλύτερη άποψη στην Wall Street». Και επιδιώκω να δείξω ότι ο κόσμος προς τον οποίο νευρικά κατευθυνόμαστε είναι αρκετά διαφορετικός από τον εξιδανικευμένο οικονομικό διεθνισμό των πατέρων μας, και ότι οι σύγχρονες πολιτικές δεν θα πρέπει να κρίνονται με βάση εκείνη την προηγούμενη πίστη.

Βλέπω τρεις προεξάρχοντες κινδύνους στον οικονομικό εθνικισμό και στις κινήσεις προς την εθνική αυτάρκεια που θέτουν σε κίνδυνο την επιτυχία τους.

Ο πρώτος είναι η Ανοησία – η ανοησία του δογματικού. Δεν είναι καθόλου παράξενο να ανακαλύψουμε κάτι τέτοιο στα κινήματα τα οποία έχουν περάσει κάπως ξαφνικά από τη φάση της μεσονύκτιας υπερ-φιλόδοξης κουβέντας στο πεδίο της δράσης. Είναι δύσκολο να διακρίνουμε, αρχικά ανάμεσα στην απόχρωση της ρητορικής με την οποία έχουμε κερδίσει τη συγκατάθεση του κόσμου και στο θαμπό περιεχόμενο της αλήθειας του μηνύματός μας. Δεν υπάρχει τίποτα υποκριτικό στη μετάβαση. Τα λόγια οφείλουν να είναι λίγο παράτολμα – διότι αποτελούν την εφόρμηση των σκέψεων επάνω στο ασυλλόγιστο. Όταν όμως, οι θέσεις της εξουσίας και της κρατικής αρχής έχουν αποκτηθεί, θα πρέπει να πάψει να υφίσταται ποιητική άδεια. Οφείλουμε επομένως, να μετρήσουμε επακριβώς το κόστος που η ρητορική μας έχει περιφρονήσει. Μία κοινωνία πειραματισμού χρειάζεται να είναι πολύ περισσότερο αποδοτική από μία που ακολουθεί ήδη καθιερωμένες αρχές εάν είναι να επιβιώσει χωρίς κίνδυνο. Πρόκειται να χρειαστεί ολόκληρο το οικονομικό της περιθώριο για τους ενδεδειγμένους σκοπούς της, και δεν έχει τη δυνατότητα να παραχωρήσει τίποτα στη μωρία ή στη δογματική ανεδαφικότητα. Όταν ένας δογματικός περνάει στη δράση, πρέπει ούτως ειπείν, να ξεχάσει την ιδεολογία του. Για εκείνους που κατά τη δράση ενθυμούνται την τελευταία, το πιο πιθανό είναι να χάσουν εκείνο το οποίο επιδίωκαν.

Ο δεύτερος κίνδυνος – και χειρότερος από την ανοησία – είναι η Βιασύνη. Αξίζει να παραθέσουμε τον αφορισμό του Paul Valery: «οι πολιτικές διαμάχες διαστρεβλώνουν και διαταράσσουν την αίσθηση των ανθρώπων να διακρίνουν ανάμεσα σε σημαντικά και σε επιτακτικά ζητήματα». Η οικονομική μετάβαση μιας κοινωνίας είναι ένα ζητούμενο που θα πραγματοποιηθεί αργά. Εκείνο που συζητώ δεν είναι μία αιφνίδια επανάσταση, αλλά η κατεύθυνση μιας τάσης που εκτείνεται στο χρόνο. Έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας ένα τρομακτικό παράδειγμα στη Ρωσία των φαυλοτήτων μιας παράφρονης και αχρείαστης βιασύνης. Οι θυσίες και οι απώλειες της μετάβασης θα είναι υπερβολικά μεγαλύτερες εάν ο βηματισμός είναι εξαναγκαστικός. Δεν πιστεύω στο μοιραίο του σταδιακού, αλλά πραγματικά πιστεύω στο σταδιακό. Πάνω από όλα, αυτό είναι αληθές για μία μετάβαση προς μεγαλύτερη εθνική αυτάρκεια και για μία σχεδιασμένη εγχώρια οικονομία. Γιατί είναι στη φύση της οικονομικής διαδικασίας να εδράζεται επάνω στο χρόνο. Μία γρήγορη μετάβαση προϋποθέτει τόσο μεγάλη καθαρή καταστροφή πλούτου, ώστε η νέα κατάσταση πραγμάτων θα είναι αρχικά πολύ χειρότερη από την παλιά, και το μεγάλο πείραμα θα έχει δυσφημιστεί. Διότι οι άνθρωποι κρίνουν αμείλικτα από τα αποτελέσματα, και μάλιστα από τα πρόωρα αποτελέσματα.

Ο τρίτος κίνδυνος, και ο χειρότερος από τους τρεις, είναι η Αδιαλλαξία και η κατάπνιξη της γόνιμης κριτικής. Τα νέα κινήματα έχουν συνήθως έρθει στην εξουσία μέσα από μία φάση βίας ή οιονεί-βίας. Δεν έχουν πείσει τους αντιπάλους τους. Τους έχουν ρίξει κάτω. Η σύγχρονη μέθοδος – εντούτοις πολύ καταστρεπτική, είμαι πολύ παλιομοδίτης για να πιστέψω σε αυτή – εξαρτάται από την προπαγάνδα και μετέρχεται εργαλείων που διαμορφώνουν τη γνώμη. Θεωρείται έξυπνο και χρήσιμο να απολιθωθεί η σκέψη και να χρησιμοποιηθούν όλες οι δυνάμεις της εξουσίας για να αδρανοποιήσουν τον αναστοχασμό. Για όσους έχουν βρει απαραίτητο να εφαρμόσουν όλες τις μεθόδους προκειμένου να κατακτήσουν την εξουσία, είναι σοβαρός πειρασμός να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν για το καθήκον της οικοδόμησης τα ίδια επικίνδυνα εργαλεία τα οποία αξιοποιήθηκαν κατά το αρχικό γκρέμισμα.

Πάλι η Ρωσία μας δίνει ένα παράδειγμα της χοντροκομμένης απερισκεψίας ενός καθεστώτος το οποίο εξαιρεί τον εαυτό του από την κριτική. Η εξήγηση της ανικανότητας με την οποία οι πόλεμοι διεξάγονται από δύο πλευρές μπορεί να ανακαλυφθεί στη σχετική εξαίρεση από την κριτική την οποία προσφέρει η στρατιωτική ιεραρχία στα υψηλά κλιμάκια διοίκησης. Δεν διαθέτω κανέναν υπέρμετρο θαυμασμό για τους πολιτικούς, αλλά, αναθρεμμένοι όπως είναι στο πνεύμα της κριτικής, πόσο πολύ ανώτεροι είναι από τους στρατιώτες! Οι επαναστάσεις πετυχαίνουν μόνο επειδή διεξάγονται από πολιτικούς εναντίων στρατιωτικών. Έστω κι εάν είναι παράδοξο – ποιος ποτέ άκουσε για μία επιτυχημένη επανάσταση που διεξήχθη από στρατιωτικούς ενάντια σε πολιτικούς; Όμως, όλοι μισούμε την κριτική. Τίποτα παρά μία ριζωμένη αρχή θα οδηγήσει στην πρόθυμη έκθεση των εαυτών μας σ’ αυτή.

Μέχρι στιγμής οι νέοι οικονομικοί τρόποι, προς τους οποίους παραπαίουμε, είναι, στην ουσία της ύπαρξης τους, πειραματισμοί. Δεν έχουμε καμία καθαρή ιδέα απιθωμένη στα μυαλά μας πριν από εκείνο ακριβώς που επιζητούμε. Θα την ανακαλύψουμε καθώς προχωράμε, και θα πρέπει να διαμορφώσουμε το υλικό μας σε συμφωνία με την εμπειρία μας. Η τολμηρή, ελεύθερη και αμείλικτη κριτική είναι sine qua non της απόλυτης επιτυχίας για αυτή τη διαδικασία. Χρειαζόμαστε την συνεργασία όλων των λαμπρών μυαλών της εποχής μας. Ο Στάλιν έχει εξουδετερώσει κάθε ανεξάρτητο και κριτικό μυαλό, ακόμα και εκείνα που είναι συμπαθή από γενική άποψη. Έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι πνευματικές διαδικασίες είναι ατροφικές. Οι μαλακές έλικες του εγκεφάλου μετατρέπονται σε ξύλο. Οι πολλαπλασιασμένες φωνασκίες του φωνακλά αντικαθιστούν τις απαλές διακυμάνσεις του τόνου της ανθρώπινης φωνής. Το βέλασμα της προπαγάνδας προκαλεί ανία μέχρι αποχαύνωσης ακόμα και στα πουλιά και τα θηρία του αγρού. Ας αφήσουμε τον Στάλιν να είναι ένα εκφοβιστικό παράδειγμα σε όλους όσους επιδιώκουν να κάνουν πειράματα. Εάν όχι οι άλλοι, εγώ, σε κάθε περίπτωση, σύντομα θα επιστρέψω στα δικά μου ιδανικά του 19ου αιώνα, όπου ο αναστοχασμός δημιούργησε για εμάς την κληρονομιά την οποία αναζητούμε σήμερα να διοχετεύσουμε στους δικούς μας ενδεδειγμένους σκοπούς (όντας πλουσιότεροι εξαιτίας εκείνου που οι πατεράδες μας φρόντισαν να μας παραδώσουν).


1 Τίτλος πρωτοτύπου: Keynes, J. M. (1933), “National Self-Sufficiency”, The Yale Review, vol. 22, no. 4: 755-769 (internet: http://www.mtholyoke.edu/acad/intrel/interwar/keynes.htm). Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γιώργο Κατσικάτσο για την πολύτιμη βοήθεια που μου προσέφερε στα δύσκολα σημεία της παρούσας μετάφρασης. Η ευθύνη για τυχόν λάθη ή αδυναμίες του κειμένου είναι αποκλειστικά δική μου.

2 Keynes, J. M. (1982) The Collected Writings, Volume XIX, McMillan and Cambridge University Press (edited by D. Moggridge): 147.

3 Σ.τ.μ.: Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1932 αντιπρόσωποι από 19 χώρες συναντήθηκαν στη Λοζάνη για να συζητήσουν το μέλλον των πολεμικών αποζημιώσεων και δανείων. Ύστερα από ένα περίπου μήνα διαβουλεύσεων αποφασίστηκε το τέλος των αποζημιώσεων ενώ απευθύνθηκε πρόταση προς την Κοινωνία των Εθνών να καλέσει μία Παγκόσμια Σύνοδο τον επόμενο χρόνο προκειμένου να αναζητηθούν λύσεις για την αντιμετώπιση των υπόλοιπων οικονομικών προβλημάτων που σχετίζονταν με την υπάρχουσα κρίση. Η Παγκόσμια Οικονομική Σύνοδος έλαβε χώρα τον Ιούλιο του επόμενου έτους στο Λονδίνο.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή