Η ιδέα του κομμουνισμού Εκτύπωση
Τεύχος 109, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2009


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ Α. BADIOU

Το άρθρο που ακολουθεί αποτελεί ένα κεφάλαιο από το κείμενο του Αλαίν Μπαντιού «Η Ιδέα του κομμουνισμού».1 Το κείμενο αυτό αποτελεί μέρος του πρόσφατου και βαρυσήμαντου βιβλίου του Η κομμουνιστική υπόθεση (Lhypothèse communiste) και αντιστοιχεί στην γραπτή αποτύπωση της παρέμβασής του στην ιστορική συνάντηση του Λονδίνου, στις 13 με 15 Μαρτίου 2009, η οποία έγινε με πρωτοβουλία του ιδίου και του Ζίζεκ και τη συμμετοχή «των κορυφαίων ονομάτων της αληθινής σύγχρονης φιλοσοφίας – αυτής που δεν περιορίζεται σε ακαδημαϊκές ασκήσεις ή στην υποστήριξη της κυρίαρχης τάξης», όπως σημειώνει ο ίδιος. Το βιβλίο του Μπαντιού πρόκειται να κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Πατάκη,1 στη σειρά αληthεια, και καλώς εχόντων των πραγμάτων θα παρουσιαστεί από τον ίδιο τον Α. Μπαντιού στις 21 Νοεμβρίου στο πλαίσιο μιας ειδικής διάλεξης και επ’ ευκαιρία ενός διεθνούς συνεδρίου αφιερωμένου στο έργο του, που συνδιοργανώνεται από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας, το περιοδικό αληthεια και άλλους φορείς.

Τόσο στο παρόν κείμενο όσο και στο σύνολο του βιβλίου, ο Α. Μπαντιού επιχειρεί την πιο πρωτότυπη σύγχρονη επαναθεμελίωση της Ιδέας του κομμουνισμού μετά τον επώδυνο απολογισμό των ηρωικών αλλά και καταστροφικών εμπειριών του 20ού αιώνα. Για πρώτη φορά ένα εγχείρημα επαναθεμελίωσης αποσπάται από τις ανίατες εμμονές του οικονομισμού, του ιδεολογισμού και της πολιτικολογίας, βρίσκοντας στέρεα ερείσματα χάρη στη συνδρομή μιας αναγεννημένης μαρξιστικής φιλοσοφίας, ικανής να συνδιαλέγεται με τις πιο γόνιμες και ρηξικέλευθες μορφές της σύγχρονης σκέψης.

Δύο ζωτικής σημασίας παρατηρήσεις για τη διευκόλυνση της ανάγνωσης. Πρώτον, η φράση στον Μπαντιού δεν μορφοποιείται από ρητορικές, ή προπαγανδιστικές, σκοπιμότητες. Υπαγορεύεται από αυστηρά εννοιολογικές προδιαγραφές. Αποτυπώνει με Μαλλαρμεϊκή λιτότητα ένα θεωρητικά δομημένο στοχασμό και διαπνέεται από ένα είδος μαθηματικής ακρίβειας. Πρόκειται λοιπόν για μια γραφή απαιτητική – και δυσμετάφραστη. Ο Μπαντιού δε διαβάζεται όπως οι ανακοινώσεις του Περισσού ή τα ακαδημαϊκά πονήματα. Δεύτερον, ο αναγνώστης δεν θα δυσκολευτεί να αντιληφθεί ότι η ανατρεπτική επανεπεξεργασία της Ιδέας του κομμουνισμού αντλεί τα αξιωματικά της ερείσματα και τους βασικούς εννοιολογικούς αρμούς της πρωτίστως από την λακανική τοπολογία του υποκειμένου. Ο Μπαντιού είναι ο στρατευμένος στοχαστής που με το τεράστιο φιλοσοφικό έργο του και την υποδειγματική πολιτική του συνέπεια ανανεώνει εκ θεμελίων την προβληματική του ιστορικού υποκειμένου. Το σημείο αυτό είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάγνωσή του. Ένα καίριο παράδειγμα. Πουθενά ο Μπαντιού δεν συναρτά την Ιδέα του κομμουνισμού με μία δομή «που αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας»(!), όπως γράφτηκε, μεταξύ άλλων, σε μια προχειρότατη μετάφραση από τα αγγλικά που κυκλοφόρησε ανεύθυνα στο διαδίκτυο, εμφανίζοντας τον Μπαντιού να λέει σημεία και τέρατα, με μια ορολογία μάλιστα τελείως ξένη προς τη σκέψη του. Υποστηρίζει αντίθετα, ότι η Ιδέα του κομμουνισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πραγματικό της πολιτικής και με την αλήθεια ως διαδικασία, σφυρηλατώντας αυτήν την συνάρθρωση με βάση τη λακανική θέση ότι η αλήθεια προϋποθέτει μια δομή μυθοπλαστικά κατασκευασμένη (structure de fiction). Δεν εκδηλώνεται ποτέ αδιαμεσολάβητη, σαν ένα εξ Αποκαλύψεως πραγματικό. Σ’ αυτή μάλιστα τη χεγγελιανής εμπνεύσεως θέση ασκεί, και εδώ, ρητή κριτική. Είναι ζωτικής σημασίας να έχουμε κατά νου ότι ο Μπαντιού γενικότερα δεν προσφεύγει στα νεφελώματα της φαντασίας αλλά στο αντίπαλο εννοιολογικό της δέος: το φαντασιακό! Συναρθρωμένο πάντα με το συμβολικό και το πραγματικό. Όπως γράφει χαρακτηριστικά : «Πρέπει λοιπόν να αρχίσουμε από τις αλήθειες, από το πολιτικό πραγματικό, για να ταυτοποιήσουμε την Ιδέα σύμφωνα με τις τρεις διαστάσεις του εγχειρήματός της: πραγματικό-πολιτικό, συμβολικό-Ιστορία, φαντασιακό-ιδεολογία».

Δημήτρις Βεργέτης

Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

του Alain Badiou

Μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας

Επιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτης

Ο στόχος μου σήμερα είναι να περιγράψω ένα διανοητικό εγχείρημα στο οποίο θα δώσω – για λόγους που, ελπίζω, να είναι πειστικοί – το όνομα Ιδέα του κομμουνισμού. Αναμφίβολα, η πιο λεπτή στιγμή είναι εκείνη που τοποθετείται στο πιο γενικό επίπεδο, όπου το ζητούμενο είναι να προσδιορίσουμε τι είναι μια Ιδέα, όχι μόνο σε σχέση με τις πολιτικές αλήθειες (και σ’ αυτή την περίπτωση η Ιδέα είναι εκείνη του κομμουνισμού), αλλά σε σχέση με οποιαδήποτε αλήθεια (και σ’ αυτή την περίπτωση, η Ιδέα είναι μια σύγχρονη επανεξέταση εκείνου που ο Πλάτων επιχειρεί να μας μεταδώσει υπό την ονομασία είδος, ή ιδέα, ή και ακριβέστερα Ιδέα του Αγαθού). Θα αποφύγω να αναφερθώ ρητά σ’ ένα μεγάλο μέρος αυτής της γενικότητας, για να γίνω όσο το δυνατόν σαφέστερος σχετικά με την Ιδέα του κομμουνισμού.

Το εγχείρημα «Ιδέα του κομμουνισμού» απαιτεί τρεις πρωταρχικές συνιστώσες: μια πολιτική, μια ιστορική και μια υποκειμενική συνιστώσα.

Κατ’ αρχάς, η πολιτική συνιστώσα. Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζω αλήθεια, μια πολιτική αλήθεια. Σχετικά με την ανάλυσή μου για την Πολιτιστική Επανάσταση (μιας πολιτικής αλήθειας, αν όντως υπήρξε τέτοια), ένας σχολιαστής της αγγλικής εφημερίδας Observer θεώρησε πως μπορούσε να υποστηρίξει ότι, και μόνον διαπιστώνοντας τη θετική μου σχέση με αυτό το επεισόδιο της κινέζικης ιστορίας (γι’ αυτόν, επρόκειτο φυσικά για ένα αποτρόπαιο ανθρωποκτόνο χάος), ένοιωθε ευτυχής που η αγγλική παράδοση του εμπειρισμού έχει «εμβολιάσει [τους αναγνώστες του Observer] ενάντια σε κάθε συγκαταβατικότητα απέναντι στον δεσποτισμό της ιδεοκρατίας». Εν ολίγοις, ένοιωθε ευτυχής που η κυρίαρχη προσταγή στον κόσμο σήμερα είναι «Ζήσε χωρίς Ιδέα». Προς ευαρέσκειά του, θα αρχίσω λέγοντας ότι, στο κάτω κάτω, μπορούμε να περιγράψουμε με τρόπο αμιγώς εμπειρικό μια πολιτική αλήθεια: πρόκειται για μια συγκεκριμένη και χρονολογικά προσδιορισμένη σεκάνς όπου αναδύονται, υπάρχουν και εξαφανίζονται μια νέα πρακτική και ένας νέος στοχασμός της συλλογικής χειραφέτησης. Μπορούμε μάλιστα να δώσουμε και κάποια παραδείγματα: η Γαλλική Επανάσταση μεταξύ του 1792 και του 1794· ο λαϊκός πόλεμος στην Κίνα μεταξύ του 1927 και του 1949· ο μπολσεβικισμός στη Ρωσία μεταξύ του 1902 και του 1917· και – δυστυχώς για τον Observer, αλλά δεν πρέπει να του αρέσουν ούτε και τα άλλα μου παραδείγματα – η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση, εν πάση περιπτώσει μεταξύ 1965 και 1968. Τούτου λεχθέντος, τυπικά, δηλαδή φιλοσοφικά, μιλούμε εν προκειμένω για μια διαδικασία αλήθειας, με την έννοια που δίνω σ’ αυτόν τον όρο από το L’ Être et l’ événement και μετά. Θα επανέλθω σ’ αυτό σε λίγο. Ας σημειώσουμε αμέσως πως κάθε διαδικασία αλήθειας υπαγορεύει ένα Υποκείμενο αυτής της αλήθειας, Υποκείμενο που, ακόμη και εμπειρικά, δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα άτομο.

Στη συνέχεια, η ιστορική συνιστώσα. Η χρονολόγηση το δείχνει: μια διαδικασία αλήθειας εγγράφεται στο γενικό γίγνεσθαι της Ανθρωπότητας, υπό μια τοπική μορφή, της οποίας τα ερείσματα είναι χωρικά, χρονικά και ανθρωπολογικά. Επίθετα όπως «γαλλικός», ή «κινέζικος» είναι οι εμπειρικοί δείκτες αυτού του εντοπισμού. Διασαφηνίζουν το γεγονός ότι ο Sylvain Lazarus μιλά για «ιστορικούς τρόπους της πολιτικής», και όχι απλώς για «τρόπους». Υπάρχει πράγματι η ιστορική διάσταση μιας αλήθειας, αν και αυτή [η αλήθεια] είναι σε τελική ανάλυση καθολική-οικουμενική (με την έννοια που δίνω σ’ αυτή τη λέξη, universel, στο βιβλίο μου Η Ηθική, για παράδειγμα, ή στο Saint Paul ou la fondation de luniversalisme) ή αιώνια (όπως προτιμώ να λέω στο Logiques des mondes ή στο Δεύτερο Μανιφέστο για τη φιλοσοφία). Θα δούμε ειδικότερα ότι, εντός ενός καθορισμένου τύπου αλήθειας (πολιτικής, αλλά επίσης ερωτικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής), η ιστορική εγγραφή περιλαμβάνει σχέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές αλήθειες, και άρα τοποθετημένες σε διαφορετικά σημεία του γενικού ανθρώπινου χρόνου. Ειδικότερα, υπάρχουν αναδρομικά αποτελέσματα μιας αλήθειας πάνω σε άλλες αλήθειες που είχαν δημιουργηθεί πριν απ’ αυτήν. Όλα αυτά απαιτούν μια υπερχρονική διαθεσιμότητα των αληθειών.

Τέλος, η υποκειμενική συνιστώσα. Πρόκειται για τη δυνατότητα που έχει ένα άτομο, ορισμένο ως απλό ανθρώπινο ζώο, και σαφώς διακεκριμένο από κάθε Υποκείμενο, να αποφασίσει να αποτελέσει μέρος μιας πολιτικής διαδικασίας αλήθειας. Να γίνει εν ολίγοις, ένας αγωνιστής αυτής της αλήθειας. Στο Logiques des mondes, και με πιο απλό τρόπο στο Δεύτερο Μανιφέστο για τη φιλοσοφία, περιγράφω αυτή την απόφαση ως μια ενσωμάτωση [incorporation]: το ατομικό σώμα και ό, τι αυτό συνεπάγεται ως στοχασμούς, συναισθήματα, δρώσες δυναμικότητες, κτλ., γίνεται ένα από τα στοιχεία ενός άλλου σώματος, του σώματος-αλήθειας, υλική ύπαρξη σ’ έναν δεδομένο κόσμο μιας αλήθειας εν τω γίγνεσθαι. Είναι η στιγμή όπου ένα άτομο αποφαίνεται πως μπορεί να υπερβεί τα όρια (του εγωισμού, της ανταγωνιστικότητας, της περατότητας…) τα οποία επιβάλλονται από την ατομικότητα (ή την ζωικότητα, που είναι το ίδιο πράγμα). Μπορεί να το κάνει στο βαθμό που, παρότι παραμένει το άτομο που είναι, γίνεται επίσης, μέσω ενσωμάτωσης, ένα ενεργό μέρος ενός νέου Υποκειμένου. Ονομάζω αυτή την απόφαση, αυτή τη βούληση, υποκειμενοποίηση. Με έναν πιο γενικό τρόπο, μια υποκειμενοποίηση είναι πάντα η κίνηση μέσω της οποίας ένα άτομο καθορίζει τη θέση μιας αλήθειας σε σχέση με τη ζωτική του ύπαρξη και του κόσμου όπου αυτή η ύπαρξη εκτυλίσσεται.

Ονομάζω «Ιδέα» μια αφηρημένη ολοποίηση των τριών πρωταρχικών στοιχείων, μιας διαδικασίας αλήθειας, μιας ιστορικής ένταξης και μιας ατομικής υποκειμενοποίησης. Μπορούμε άμεσα να δώσουμε έναν τυπικό ορισμό της Ιδέας: μια Ιδέα είναι η υποκειμενοποίηση μιας σχέσης ανάμεσα στην ενικότητα μιας διαδικασίας αλήθειας και σε μια παράσταση της Ιστορίας.

Στην περίπτωση που μας απασχολεί, θα πούμε ότι μια Ιδέα είναι η δυνατότητα για ένα άτομο, να κατανοήσει ότι η συμμετοχή του σε μια ενική πολιτική διαδικασία (η είσοδός του σε ένα σώμα-αλήθειας) είναι επίσης, κατά μία έννοια, μια ιστορική απόφαση. Με την Ιδέα, το άτομο, ως στοιχείο του νέου Υποκειμένου, πραγματοποιεί την ένταξή του στην κίνηση της Ιστορίας. Η λέξη «κομμουνισμός» ήταν για περίπου δύο αιώνες (από την «Κοινότητα των Ίσων» του Μπαμπέφ έως τη δεκαετία του ’80 του περασμένου αιώνα) το πιο σημαντικό όνομα μιας Ιδέας τοποθετημένης στο πεδίο των χειραφετητικών ή επαναστατικών πολιτικών. Το να είναι κανείς κομμουνιστής, σήμαινε αναμφίβολα ότι είναι ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος σε μια καθορισμένη χώρα. Αλλά το να είναι κανείς αγωνιστής ενός Κομμουνιστικού Κόμματος, σήμαινε πως είναι ένας από τα εκατομμύρια δρώντες ενός ιστορικού προσανατολισμού ολόκληρης της Ανθρωπότητας. Η υποκειμενοποίηση συνέδεε (συνένωνε), μέσα στη διάσταση της Ιδέας του κομμουνισμού, την τοπική ένταξη σε μια πολιτική διαδικασία και τον τεράστιο συμβολικό τομέα της πορείας της Ανθρωπότητας προς τη συλλογική της χειραφέτηση. Μοιράζω μια προκήρυξη σε μια λαϊκή αγορά σήμαινε ανεβαίνω στη σκηνή της Ιστορίας.

Κατανοούμε εφεξής γιατί η λέξη «κομμουνισμός» δεν μπορεί να είναι ένα αμιγώς πολιτικό όνομα: συνδέει πράγματι, για το άτομο του οποίου στηρίζει την υποκειμενοποίηση, την πολιτική διαδικασία με κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι η ίδια. Ούτε μπορεί να είναι μια αμιγώς ιστορική λέξη. Γιατί χωρίς την πραγματική πολιτική διαδικασία, η οποία θα δούμε πως διαθέτει ένα μη αναγώγιμο μέρος ενδεχομενικότητας, η Ιστορία δεν είναι παρά ένας κενός συμβολισμός. Και τέλος, ούτε μπορεί να είναι μια αμιγώς υποκειμενική ή ιδεολογική λέξη. Γιατί η υποκειμενοποίηση ενεργεί «ανάμεσα» στην πολιτική και στην ιστορία, ανάμεσα στην ενικότητα και την προβολή αυτής της ενικότητας στη συμβολική ολότητα, και, χωρίς αυτές τις υλικότητες και αυτούς τους συμβολισμούς, δεν μπορεί να αρθεί στο καθεστώς μιας απόφασης. Η λέξη «κομμουνισμός» έχει το καθεστώς μιας Ιδέας, πράγμα που σημαίνει ότι, με βάση μια ενσωμάτωση, και άρα εκ των ένδον μιας πολιτικής υποκειμενοποίησης, αυτή η λέξη δηλώνει μια σύνθεση της πολιτικής, της ιστορίας και της ιδεολογίας. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να την κατανοήσουμε ως εγχείρημα παρά ως έννοια. Η κομμουνιστική Ιδέα δεν υπάρχει παρά στο μεταίχμιο του ατόμου και της πολιτικής διαδικασίας, ως εκείνη η συνιστώσα της υποκειμενοποίησης που στηρίζεται σε μια ιστορική προβολή της πολιτικής. Η κομμουνιστική Ιδέα είναι αυτό που συνιστά το γίγνεσθαι - πολιτικό - Υποκείμενο τού ατόμου σαν κάτι που είναι επίσης και ταυτόχρονα η προβολή του στην Ιστορία.

Για να κάνω ένα βήμα προς τα θεωρησιακά εδάφη του φίλου μου Slavoj Zizek, θεωρώ πως θα ήταν διαφωτιστικό να τυποποιήσουμε το εγχείρημα της Ιδέας εν γένει, και της κομμουνιστικής Ιδέας ιδιαιτέρως, στο επίπεδο των τριών βαθμίδων του Υποκειμένου σύμφωνα με τον Λακάν: το πραγματικό, το φαντασιακό και το συμβολικό. Θα θέσουμε κατ’ αρχάς πως η ίδια η διαδικασία αλήθειας είναι το πραγματικό στο οποίο στηρίζεται η Ιδέα. Θα συμφωνήσουμε στη συνέχεια πως η Ιστορία δεν έχει παρά μια συμβολική ύπαρξη. Στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε να εμφανισθεί. Για να εμφανισθεί, πρέπει να ανήκει σ’ έναν κόσμο. Αλλά η Ιστορία, ως υποτιθέμενη ολότητα του γίγνεσθαι των ανθρώπων, δεν έχει κανέναν κόσμο που να μπορεί να την τοποθετήσει σε μια πραγματική ύπαρξη. Είναι μια εκ των υστέρων αφηγηματική κατασκευή. Θα παραδεχτούμε τέλος πως η υποκειμενοποίηση, η οποία προβάλλει το πραγματικό στο συμβολικό μιας Ιστορίας, δεν μπορεί παρά να είναι φαντασιακή, για τον ουσιώδη λόγο πως κανένα πραγματικό δεν μπορεί να σημανθεί συμβολικά ως τέτοιο. Το πραγματικό υπάρχει, σ’ έναν καθορισμένο κόσμο, και κάτω από πολύ ιδιαίτερες συνθήκες, στις οποίες θα επανέλθω. Αλλά είναι, όπως το είπε και το επανέλαβε ο Λακάν, μη συμβολίσιμο. Δεν μπορούμε λοιπόν «πραγματικά» να προβάλλουμε το πραγματικό μιας διαδικασίας αλήθειας στην αφηγηματικά συμβολική της Ιστορίας. Δεν γίνεται παρά φαντασιακά, πράγμα που δεν σημαίνει καθόλου, πως είναι ανώφελο, αρνητικό, ή δίχως αποτέλεσμα. Αντιθέτως, μόνο μέσα από το εγχείρημα της Ιδέας το άτομο βρίσκει τα μέσα να συσταθεί «ως Υποκείμενο». Θα υποστηρίξουμε λοιπόν το εξής: η Ιδέα εκθέτει μια αλήθεια μέσα από μια μυθοπλαστική δομή. Στην ιδιαίτερη περίπτωση της Ιδέας του κομμουνισμού –εγχειρηματικά αποτελεσματική όταν η εν λόγω αλήθεια είναι μια χειραφετητική πολιτική σεκάνς– θα πούμε πως η λέξη «κομμουνισμός» εκθέτει αυτή τη σεκάνς (και άρα τους αγωνιστές αυτής της σεκάνς) στη συμβολική τάξη της Ιστορίας. Ή ακόμη: η κομμουνιστική Ιδέα είναι ένα φαντασιακό εγχείρημα μέσω του οποίου μια ατομική υποκειμενοποίηση προβάλλει ένα θραύσμα πολιτικού πραγματικού (μέσα) στην συμβολική αφήγηση μιας Ιστορίας. Με αυτή την έννοια είναι συνετό να πούμε ότι η Ιδέα είναι (όπως θα ανέμενε κανείς!) ιδεολογική.

Είναι σήμερα ουσιώδες να κατανοήσουμε με σαφήνεια ότι το επίθετο «κομμουνιστικός» δεν μπορεί πλέον να χαρακτηρίζει μια πολιτική. Αυτή η άμεση σύνδεση ανάμεσα στο πραγματικό και την Ιδέα παρήγαγε εκφράσεις για τις οποίες χρειάστηκε ένας αιώνας επικών και συνάμα τρομακτικών εμπειριών για να κατανοήσουμε πως ήταν παράταιρες, εκφράσεις όπως «Κομμουνιστικό Κόμμα» ή «κομμουνιστικό Κράτος» – πρόκειται για ένα οξύμωρον, που η έκφραση «σοσιαλιστικό Κράτος» επιχειρούσε να αποφύγει. Μπορούμε να δούμε σε αυτό την άμεση σύνδεση, τη μακροχρόνια επίδραση των χεγκελιανών απαρχών του μαρξισμού. Για τον Χέγκελ, πράγματι, η ιστορική έκθεση των πολιτικών δεν είναι μια φαντασιακή υποκειμενοποίηση, είναι το πραγματικό αυτοπροσώπως. Γιατί το κρίσιμο αξίωμα της διαλεκτικής όπως την αντιλαμβάνεται είναι ότι «το Αληθές είναι το γίγνεσθαι του εαυτού του», ή, πράγμα που είναι το ίδιο, «ο Χρόνος είναι το ώδε-είναι της Έννοιας». Έκτοτε, σύμφωνα με τη χεγκελιανή θεωρησιακή κληρονομιά, έχουμε κάθε λόγο να υποθέτουμε ότι η ιστορική εγγραφή, υπό το όνομα «κομμουνισμός», των επαναστατικών πολιτικών σεκάνς, ή των ετερόκλητων θραυσμάτων της συλλογικής χειραφέτησης, αποκαλύπτει την αλήθεια τους, που είναι η πρόοδος σύμφωνα με το νόημα της Ιστορίας. Αυτή η λανθάνουσα υπαγωγή των αληθειών στο ιστορικό τους νόημα μας επιτρέπει να μιλούμε «εν αληθεία» για κομμουνιστικές πολιτικές, για κομμουνιστικά κόμματα και αγωνιστές κομμουνιστές. Βλέπουμε όμως σήμερα πως πρέπει να αποφύγουμε αυτή τη χρήση επιθέτων. Για να την καταπολεμήσω, χρειάστηκε πολλές φορές να δηλώσω ότι η Ιστορία δεν υπάρχει, πράγμα που εναρμονίζεται με την αντίληψή μου περί αληθειών, δηλαδή πως δεν έχουν κανένα νόημα, και κυρίως όχι το νόημα μιας Ιστορίας. Είμαι όμως υποχρεωμένος σήμερα να διασαφηνίσω αυτή την ετυμηγορία. Βεβαίως, δεν υπάρχει κανένα πραγματικό της Ιστορίας, και είναι άρα αληθές, υπερβατολογικά αληθές, ότι αυτή δεν μπορεί να υπάρξει. Το ασυνεχές των κόσμων είναι ο νόμος του φαίνεσθαι, άρα και της ύπαρξης. Ωστόσο, αυτό που υπάρχει, υπό τον πραγματικό όρο [condition] της οργανωμένης πολιτικής δράσης, είναι η κομμουνιστική Ιδέα, εγχείρημα που συνδέεται με τη διανοητική υποκειμενοποίηση, και η οποία ενσωματώνει στο ατομικό επίπεδο το πραγματικό, το συμβολικό και το ιδεολογικό. Οφείλουμε να αποκαταστήσουμε αυτή την Ιδέα, αποσυνδέοντάς την από κάθε κατηγορηματική χρήση. Οφείλουμε να σώσουμε την Ιδέα, αλλά επίσης να απελευθερώσουμε το πραγματικό από κάθε άμεση σύμφυση μαζί της. Δεν μπορούν να σηματοδοτηθούν από την κομμουνιστική Ιδέα, ως δυνητική δύναμη του γίγνεσθαι-Υποκείμενο των ατόμων, παρά μόνον πολιτικές των οποίων θα είναι τελικά παράλογο να πούμε ότι είναι κομμουνιστικές.

Πρέπει λοιπόν να αρχίσουμε από τις αλήθειες, από το πολιτικό πραγματικό, για να ταυτοποιήσουμε την Ιδέα σύμφωνα με τις τρεις διαστάσεις του εγχειρήματός της: πραγματικό-πολιτικό, συμβολικό-Ιστορία, φαντασιακό-ιδεολογία.

1 Ευχαριστώ την Άννα Πατάκη για την άδεια προδημοσίευσης του κειμένου.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή