Περιγράμματα μιας αγγλοσαξονικής κρίσης Εκτύπωση
Τεύχος 110, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2010


ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ1

του Βασίλη Κ. Φούσκα2

Στη μνήμη του Peter Gowan.

Φίλου και δάσκαλου που χάθηκε πρόωρα

1. Εισαγωγή

Στο σχετικά σύντομο αυτό κείμενο προσπαθώ να θίξω τρία βασικά ζητήματα. Πρώτο, να εξηγήσω τα αίτια της σημερινής οικονομικής κρίσης έτσι όπως αυτή εξελίσσεται στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Δεύτερο, να επισημάνω μερικές από τις επιπτώσεις της στη διεθνή πολιτική οικονομία των ατλαντικών κρατών και στην άμεση περιφέρεια της Ελλάδας, τη ζώνη των Βαλκανίων. Τρίτο, να προτείνω τρόπους (ενδο-καπιταλιστικής) διεξόδου από την κρίση, με βάση έτσι όπως διαμορφώνονται τα σημερινά δεδομένα.

Θα διατυπώσω και θα υποστηρίξω την εξής θέση: ότι η σημερινή οικονομική κρίση έχει τις ρίζες της σε μια οικονομική στρατηγική «ανάπτυξης» και κεφαλαιακής συσσώρευσης που υιοθέτησε ο αγγλοσαξονικός καπιταλισμός (ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία) σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο τις δεκαετίες του 1970 και 1980. Αυτή η στρατηγική, πρέπει να σημειωθεί, επιδιώχθηκε να επιβληθεί παγκόσμια στη βάση μιας κλασικής πολιτικής «ανοιχτής θύρας» (open door policy)3 εκπονούμενη ευθέως από την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, ακριβώς έτσι όπως έγιναν προσπάθειες να επιβληθούν παγκόσμια – δηλαδή κυρίως στις (καπιταλιστικές) χώρες του ΟΟΣΑ4 – κεϋνσιανές στρατηγικές συσσώρευσης και σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών επί τη βάσει του Χρυσού Κανόνα από το 1944 (Bretton Woods) μέχρι το 1971 (κατάρρευση της ισοτιμίας χρυσού-δολαρίου και του συστήματος Bretton Woods). Οι νέες στρατηγικές που υιοθετήθηκαν μετά το τέλος του Bretton Woods απ’ την Ουάσιγκτον πριμοδότησαν την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του χρηματιστηριακού και τραπεζικού κεφαλαίου εις βάρος του βιομηχανικού/παραγωγικού, και ένα κύκλο πολιτικών απορρύθμισης και «φυγής» απ’ το κεϋνσιανό κράτος και το κράτος πρόνοιας. Το πρώτο φαινόμενο ονομάστηκε αργότερα – κυρίως τη δεκαετία του 1990 και μάλλον κατ’ ευφημισμό – «παγκοσμιοποίηση», ενώ το δεύτερο, αυτό που εφαρμοζόταν στο εσωτερικό μακροοικονομικό περιβάλλον του κράτους, «νεοφιλελευθερισμός». Άρα, με μια έννοια, και γνωρίζοντας ότι η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη, τα μακροϊστορικά αίτια της σημερινής κρίσης μπορούν να αναζητηθούν στην κρίση της «πραγματικής» οικονομίας των χωρών της Δύσης της δεκαετίας του 1970, μια κρίση που «απαντήθηκε» με τη στροφή στον «πλασμαστικό» κόσμο του χρηματιστηριακού κεφαλαίου διεθνώς, και την υιοθέτηση μιας νεοφιλελεύθερης, συντηρητικής πολιτικής ιδιωτικοποιήσεων και κοινωνικής λιτότητας σε εθνικό επίπεδο.

Ενώ θα αναπτύσσω αυτή τη θέση θα αναδεικνύονται και τα εξής ζητήματα: Πρώτο, η σύμφυση της Wall Street και του City του Λονδίνου με το κυρίαρχο ρόλο του δολαρίου στις αγορές χρήματος, και δεύτερο η παρακμή των ΗΠΑ ως παγκόσμιας ηγεμονικής δύναμης σε οικονομικό επίπεδο. Πριν περάσω όμως στην εξέταση των αιτίων της κρίσης, προέχει να εξηγήσω τις δομικές και ιστορικές συντεταγμένες του νεο-ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ έτσι όπως διαμορφώθηκαν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Θα δούμε ότι αυτές οι συντεταγμένες δεν άπτονται επακριβώς ούτε των θεωρητικών σχημάτων «μητρόπολης-περιφέρειας» (World Systems Theory, με βασικό εκπρόσωπο τον Immanuel Wallerstein), ούτε της θεωρητικής συμβολής του Νίκου Πουλαντζά5 – αναλύσεις τις οποίες ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό ο Leo Panitch (δες σειρά άρθρων στις Θέσεις και στην επιθεώρηση Socialist Register αντίστοιχα) – αλλά ούτε και άπτονται ακριβώς των αναλύσεων της ομάδας που εκδίδει την επιθεώρηση Monthly Review (θεμελιωτές αυτού του ρεύματος στο μαρξισμό ήταν οι Paul Sweezy και Harry Magdoff).6 Παρά τις συμβολές όλων αυτών των τάσεων στη μαρξιστική θεωρία και την κριτική κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού, συμβολές από τις οποίες έχω αποκομίσει τα μέγιστα, αδυνατούν ως ένα βαθμό – όπως θα προσπαθήσω, ελπίζω πειστικά, να σκιαγραφήσω – να συλλάβουν τα περιεχόμενα του νέου αμερικανικού ιμπεριαλισμού, κοντολογίς, τις θεμελιακές δομικές και ιστορικές διαφορές μεταξύ των μορφών του ιμπεριαλισμού-μονοπωλιακού καπιταλισμού πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και του ηγεμονικού ιμπεριαλισμού «νέου τύπου» που προσπαθούν σχεδιασμένα, δηλαδή σε επίπεδο υψηλής στρατηγικής, να επιβάλουν οι ΗΠΑ παγκόσμια από το 1944 και μετά, κάτι που ως ένα βαθμό, και με μεγάλο κόστος (οικονομικό, πολιτικό και ανθρώπινο), το κατάφεραν τουλάχιστον μέχρι τη περίοδο πριν την κατάρρευση του «αντίπαλου δέους», της ΕΣΣΔ.

2. Τι είναι ο «νέος αμερικανικός ιμπεριαλισμός»7

Ο «νέος αμερικανικός ιμπεριαλισμός» (εν συντομία: ΝΑΙ), ο οποίος και υλοποιείται κυρίαρχα με μια σειρά από νέες δομικές συντεταγμένες που αφορούν τις διαπλεκόμενες σφαίρες της οικονομίας, της πολιτικής, της γεωστρατηγικής και της ιδεολογίας, είναι πάνω απ’ όλα ένας ιμπεριαλισμός που στηρίζεται στην πολιτική (με την έννοια του policy) των «ανοιχτών θυρών».8 Αυτή η πολιτική, η οποία και δρομολογήθηκε ήδη τον 19ο αιώνα, ήταν μεν βασικά οικονομικού χαρακτήρα, αλλά είχε σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Στην ουσία, προσπαθούσε να προωθήσει τα συμφέροντα των αμερικανικών εταιριών στη Λατινική Αμερική, την Ευρασία/Μέση Ανατολή, την Αυστραλία και την Αφρική, εκτοπίζοντας ευρωπαϊκά μονοπώλια και «υπονομεύοντας» τον κλασικό ιμπεριαλισμό των Βρετανών και των Γάλλων. Η οικονομική διπλωματία των ΗΠΑ, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων την περίοδο 1916-22, βασιζόταν στην επιχειρηματολογία ότι οι Ευρωπαίοι «σύμμαχοι» θα έπρεπε να ανοίξουν τις αγορές των αποικιών τους στις αμερικανικές εταιρείες, επιτρέποντας τον άπλετο ανταγωνισμό – μια πραγματική φιλελεύθερη πολιτική ανοιχτών θυρών.

Υπήρχαν δομικά προβλήματα στην υιοθέτηση του αμερικανικού αιτήματος απ’ τους Ευρωπαίους, κι αυτό όχι μόνο διότι έβλεπαν τα συμφέροντα και τα προνόμιά τους να διακυβεύονται από μια νέα οικονομική υπερδύναμη, αλλά κυρίως λόγω του δομικού χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού της εποχής του Hobson και του Λένιν. Ο κλασικός ιμπεριαλισμός της εποχής του μονοπωλίου μετέφερε την τυπική σφραγίδα του ιμπεριαλιστικού κράτους με την έννοια της τυπικής υπαγωγής της περιφέρειας στην καπιταλιστική μητρόπολη, κάτι που η πολιτική των ανοιχτών θυρών θα υπονόμευε. «Τυπική υπαγωγή» σημαίνει, για παράδειγμα και μεταξύ άλλων, άμεση εγκατάσταση μητροπολιτικών πολιτειακών και διοικητικών αρχών στις αποικίες (π.χ. εγκατάσταση Βρετανού κυβερνήτη στις Ινδίες ή στην Κύπρο). Ο λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ παρουσίασαν επαινετικά τον εαυτό τους ως «αντι-αποικιοκρατική δύναμη» ειδικά μετά και κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι αυτές, μέσω πολιτικών open door, προσέβλεπαν σε μια άτυπη υπαγωγή όχι μόνο των περιφερειών αλλά και των ίδιων των ευρωπαϊκών και ασιατικών μητροπόλεων/κρατών/κοινωνικών σχηματισμών (π.χ. Ιαπωνία). «Άτυπη υπαγωγή» σημαίνει όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη διείσδυση των αμερικανικών μονοπωλίων σε άλλους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς και ουσιαστική κυριαρχία πάνω τους μέσω κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, άμεσης εγκατάστασης στρατιωτικής ισχύος (π.χ. στρατιωτικές βάσεις). Αυτός είναι και ο χαρακτήρας που εκλαμβάνει ο ΝΑΙ μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: δεν πρόκειται πλέον οι ΗΠΑ να διεκδικήσουν Grossraums, να καθίσουν δηλαδή στο τραπέζι και να μοιράσουν το κόσμο σε «σφαίρες επιρροής» στη βάση ενός τυπικού εξουσιαστικού συστήματος υπαγωγής, κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι δομικές ασυμμετρίες του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα και άλλες μορφές εκμετάλλευσης δεν είχαν ξεπεραστεί (π.χ. άνιση ανάπτυξη, εθνική/ιμπεριαλιστική ιδιοποίηση διεθνούς παραγόμενης αξίας κλπ.). Οι ΗΠΑ, μετά τον πόλεμο, χτίζουν ένα οικοδόμημα ηγεμονίας βασισμένο στο open door, στην άτυπη δηλαδή υπαγωγή (informal imperialism) και στο δόγμα ότι «όλος ο (καπιταλιστικός) κόσμος ή είναι ή πρέπει να γίνει δικός μας». Αυτά τα αλληλοσυμπληρωματικά προτάγματα είχαν μερικές σημαντικές προεκτάσεις, οι οποίες κατέληξαν να είναι και οι βασικοί στρατηγικοί – στενά και οργανικά διαπλεκόμενοι – πυλώνες του μεταπολεμικού ηγεμονικού οικοδομήματος των ΗΠΑ.

Ο πρώτος πυλώνας του ΝΑΙ είναι η συγκρότηση του συστήματος Bretton Woods το 1944 στη βάση σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών και η κυριαρχία του δολαρίου στις διεθνείς (καπιταλιστικές) αγορές χρήματος και εμπορίου. Ταυτόχρονα, το κράτος αναλαμβάνει νέες μορφές παρέμβασης στην ενεργό ζήτηση, πολιτικές μέσω των οποίων συνεχίζονται νέες μορφές διεθνοποίησης του κεφαλαίου που υπαγορεύει η φάση της διευρυμένης αναπαραγωγής του, δηλαδή, πρώτα και κύρια, η φάση της διευρυμένης υποταγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Η νέα αυτή ιμπεριαλιστική στρατηγική έχει ως στόχο να αμβλύνει την πάλη των τάξεων έτσι όπως αυτή εκδηλώνεται στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα μέσω των διαφορετικών μορφών αγώνων που λάμβαναν χώρα μέσα στους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Αυτό πάλι, γίνεται στο πλαίσιο της λογικής της αποφυγής οικονομικών Grossraums – δηλαδή βασικά νομισματικών συνασπισμών – λογική η οποία κυριαρχούσε την εποχή πριν το 1939 εποχή, που σύμφωνα με την εκτίμηση των ιθυνόντων στις ΗΠΑ, έφερε την κατάρρευση του συστήματος των Βερσαλλιών και το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Με άλλα λόγια, ενώ ο ιμπεριαλισμός της εποχής του Λένιν ήταν προορισμένος να συρρικνώνεται μέσα από ενδο-ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αντιφάσεις, ο ΝΑΙ στοχεύει στο «διαλεκτικό» ξεπέρασμά τους μέσω μιας στρατηγικής συνεχούς εξάπλωσης/επέκτασης.9 Έτσι, η στόχευση των ΗΠΑ για μια πραγματικά παγκόσμια κυριαρχία επί των πάντων, ντύνεται με μια πειστική πολιτική λογική.

Ο δεύτερος πυλώνας του ΝΑΙ είναι πολιτικού χαρακτήρα. Αφορά αυτό που έχει ονομαστεί ως hub and spokes system of global governance (κομβικό-ακτινωτό σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης), με κόμβο-κέντρο των αποφάσεων να είναι η Ουάσιγκτον και με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις να επαφίουν τους γεωπολιτικούς προσανατολισμούς τους καθώς και την ασφάλειά τους σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους ναι μεν συμμετέχουν, ωστόσο κυριαρχούνται κατά κράτος από τις ΗΠΑ (π.χ. ΝΑΤΟ). Σ’ αυτή τη συνάφεια, και λόγω του τρόπου που αρθρώνονται στην πράξη οι οικονομικές και οι πολιτικές συνιστώσες του ΝΑΙ, οι σχέσεις για παράδειγμα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, όσο ισχυρές και αν είναι σε μερικά ζητήματα που αφορούν την ΕΕ και το παγκόσμιο εμπόριο, δεν μπορούν να υπερκεράσουν σε στρατηγική σπουδαιότητα τη σχέση που έχει η κάθε μια χώρα ξεχωριστά με την Ουάσιγκτον, δηλαδή τον κόμβο. Και πάλι, μ’ αυτό τον τρόπο, οι ΗΠΑ ήλπιζαν – και ελπίζουν – στην υπέρβαση των Grossraums: να τεθεί τέλος στους πολέμους των οποίων τα αίτια βρίσκονταν στην αλληλο-εξοντωτική τάση των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών κρατών που ανταγωνίζονταν αδυσώπητα για το συνεχές μοίρασμα του κόσμου και την απομύζηση των πόρων της περιφέρειας. Ο Clinton μπορούσε να υπερηφανευτεί τη δεκαετία του 1990 ότι «οι δημοκρατίες δεν πολεμούν μεταξύ τους», ξεχνώντας όμως να προσθέσει ότι το ΝΑΤΟ θεσμοποιεί πολιτικά την κυριαρχία των ΗΠΑ επί της Ευρώπης, όπερ και ο μη-πόλεμος μεταξύ των Ευρωπαίων.

Ο τρίτος πυλώνας του ΝΑΙ είναι γεωστρατηγικής φύσης και αφορά τους υπολογισμούς των ΗΠΑ για αποφυγή συγκρότησης συμμαχιών στην Ευρασία που θα υπονομεύουν την ηγεμονία των ΗΠΑ εκεί. Τα έργα των George F. Kennan και Zbigniew Bzreznski10 είναι τα καλύτερα αποδεικτικά στοιχεία – πέρα από πλήθος πρωτογενών ιστορικών πηγών – που διαθέτουμε για μια τέτοια κατανόηση των προθέσεων των ΗΠΑ. Βλέπουμε το πρωταρχικό μέλημα των ΗΠΑ μετά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου να γίνεται η ανοικοδόμηση και ενίσχυση της (Δυτικής) Γερμανίας και Ιαπωνίας, σε αντίθεση με τη γαλλική – κι ως ένα βαθμό αγγλική – στρατηγική απομόνωσης και τιμωρίας της Γερμανίας στις Βερσαλίες. Ο στόχος των ΗΠΑ, πέρα από οικονομικός (π.χ. τόνωση της αγοραστικής δύναμης των Ευρωπαίων και των Ιαπώνων για να αγοράζουν τα προϊόντα των μονοπωλίων των ΗΠΑ), είναι και γεω-στρατηγικός: εμπέδωση συμμαχίας οικονομικο-πολιτικής φύσης με Γερμανία και Ιαπωνία σήμαινε, δυνητικά, και απόσπαση δύο σημαντικότατων πολιτικών δρώντων από την επιρροή της ΕΣΣΔ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Οstpolitik του Brandt ηττήθηκε από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970 και του 1980 με την τοποθέτηση βαλιστικών πυραύλων στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, και που σκοπό είχε τη ματαίωση σειράς οικονομικών και άλλων συμφωνιών μεταξύ Δυτικής Γερμανίας και ΕΣΣΔ. Οι ΗΠΑ ανησύχησαν με τη σκέψη πιθανής δημιουργίας γεω-στρατηγικού άξονα μεταξύ Βερολίνου-Μόσχας (μια από τις συμφωνίες αφορούσε δημιουργία νέων αγωγών φυσικού αερίου) και με το να τοποθετήσουν τους πυραύλους στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, στοχεύοντας σοβιετικές ζώνες επιρροής, αφενός σταμάτησαν τις συμφωνίες, αφετέρου θύμισαν στη Βόννη «ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός».11

Ο τέταρτος πυλώνας του ΝΑΙ είναι, μπορούμε να πούμε, Σμιτιανής φύσης και, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, αφορούσε την ιδεολογηματική υπερβολή της απειλής από τη Σοβιετική Ένωση προς τον «ελεύθερο κόσμο», δηλαδή πάνω απ’ όλα τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία.12 Όχι ότι δεν υπήρχε απειλή απ’ τη Σοβιετική Ένωση. Αυτή και υπήρχε και πραγματική ήταν. Δεν ήταν όμως ούτε η ΕΣΣΔ που ξεκίνησε τον Ψυχρό Πόλεμο ούτε και ήταν σε θέση να εισβάλει στη Δυτική Ευρώπη το 1946-47. Ο ίδιος ο Kissinger, κάποιος δηλαδή που είναι υπεράνω υποψίας για φιλικές διαθέσεις προς την ΕΣΣΔ, θα γράψει ότι «ο Στάλιν δεν θα μπορούσε ταυτόχρονα να ανοικοδομήσει τη Σοβιετική Ένωση και να ρισκάρει μια αναμέτρηση με τις ΗΠΑ». Για να συνεχίσει: «Η πολυδιαφημισμένη εισβολή των Σοβιετικών στη Δυτική Ευρώπη δεν ήταν παρά μια φαντασία».13 Η απειλή έγινε απλά σημαία κινδύνου πρώτης γραμμής για να συσπειρώνει τους Ευρωπαίους «συμμάχους» της και τους λαούς τους στη βάση του «αντικομουνισμού», απέναντι σ’ έναν παγκόσμιο ανταγωνιστή που δεν είχε τον ίδιο βαθμό στρατηγικής και ακόμα οικονομικής αξίας όσο τα δύο άκρα της Ευρασίας, δηλαδή η Ευρώπη και η Ιαπωνία. Η σημαία του αντικομουνισμού, ταυτόχρονα, λειτουργούσε ως προκάλυμμα για να μπορεί ο ΝΑΙ να διαμορφώνει και να ελέγχει το εσωτερικό περιβάλλον/πολιτικό σύστημα των χωρών του ΟΟΣΑ. Σήμερα, το ιδεολόγημα του «Σοβιετικού κινδύνου» έχει αντικατασταθεί με αυτό του «παγκόσμιου τρομοκράτη», αν και τα προβλήματα που ανακύπτουν για την υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ με τη διαιώνιση αυτής της Σμιτιανής «μήτρας» είναι τεράστια.14 Η σε παγκόσμιο επίπεδο και με πειστικό τρόπο κατασκευή ενός «εχθρού» που μπορεί να δαιμονοποιηθεί, αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί για τις ΗΠΑ συνθήκη sine qua non για την παγκόσμια κυριαρχία της.

Εδώ, κατά βάση, θα ασχοληθούμε μόνο με το πρώτο πυλώνα του ΝΑΙ. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο, ούτε ότι οι άλλοι πυλώνες είναι υποδεέστεροι ούτε και ότι πρέπει να ειδωθούν ως ανεξάρτητοι πόλοι μέσα σε μια μεθοδολογικά τεμαχισμένη χεγκελιανή ολότητα. Το αντίθετο ακριβώς. Όπως προσπάθησα να εξηγήσω πρωτύτερα, οικονομία, πολιτική, γεωστρατηγική και ιδεολογία διέπονται από μια οργανική και συντεταγμένη σχέση αλληλοδιείσδυσης η οποία προσυπακούει στις εντάσεις και στις μορφές που εκλαμβάνει η (πολιτική) πάλη των τάξεων σε κάθε ιστορική συγκυρία και μέσα σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό. Μ’ αυτή την έννοια, η προσήλωσή μας εδώ στον οικονομικό παράγοντα θα πρέπει να ειδωθεί όχι ως μια αφαίρεση από τα πολιτικά, γεωστρατηγικά και ιδεολογικά του στοιχεία, αλλά ως μια ενδογενής ενσωμάτωσή τους στα περιγράμματα της (πολιτικής) οικονομίας, τα οποία και διέπονται από τους ενδο-καπιταλιστικούς/ενδο-ιμπεριαλιστικούς και αντι-ιμπεριαλιστικούς/αντι-καπιταλιστικούς αγώνες σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Σε αντίθεση με τα φιλελεύθερα και νεοφιλελεύθερα δόγματα, οι συγκεκριμένες συνθήκες της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της πραγμοποίησής τους μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας είναι πάντοτε πολιτικοποιημένες και ιδεολογικοποιημένες από ταξικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, χωρίς ποτέ να είναι το αυθόρμητο αποτέλεσμα συνθηκών «προσφοράς» και «ζήτησης».

3. Τα αίτια της σημερινής οικονομικής κρίσης

Το τέλος του συστήματος του Bretton Woods το 1971 ήταν κάτι που ένας μεγάλος μαρξιστής, ο Ernest Mandel, χαιρέτησε ως την απαρχή της ανεπίστρεπτης κρίσης της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ (Mandel 1975). Θα συμφωνούσα, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, με τη διάγνωσή του από μακροϊστορική άποψη και με βάση τη μεθοδολογία των «μακρών κύκλων του Nikolai Kondratieff», αλλά θα διαφωνούσα με τον Mandel ότι το τέλος του Bretton Woods ήταν μια αυθόρμητη κίνηση της διεθνούς πολιτικής οικονομίας την οποία δεν μπορούσαν οι ΗΠΑ να συγκρατήσουν άλλο, υπό την πίεση του πολέμου του Βιετνάμ, του παγκόσμιου ανταγωνισμού και του De Gaulle, ο οποίος επιζητούσε συνεχώς την αγορά χρυσού από τις ΗΠΑ προκειμένου να αδυνατίσει την ηγεμονία του δολαρίου. Ενώ είναι γεγονός ότι το δολάριο και η αμερικανική οικονομία ήταν υπό πίεση για όλους αυτούς τους λόγους, η αλήθεια είναι ότι μια σειρά από άλλες λύσεις – όπως για παράδειγμα ο ορισμός μιας νέας αντιστοιχίας μεταξύ χρυσού και δολαρίου – απορρίφθηκαν για λόγους που είχαν να κάνουν με ένα νέο σχεδιασμό που προωθούσαν οι ΗΠΑ για τη διεθνή οικονομία με σκοπό, πάνω απ’ όλα, να εξυπηρετήσει δικές τους δομικές ανάγκες. Κατά βάση, η παντελής εγκατάλειψη της αντιστοιχίας χρυσού-δολαρίου από τον Πρόεδρο Nixon ήταν συνειδητή στρατηγική των ΗΠΑ προκειμένου να στρέψουν όλη τη διεθνή οικονομία σ’ ένα αμιγές dollar standard, απαλλάσσοντας τον αποθεματικό ρόλο του δολαρίου απ’ τον κλοιό του ισοδύναμου, του χρυσού, μια στρατηγική που επανέφερε – θα δούμε πώς – την ηγεμονία των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά, επουλώνοντας, έστω προσωρινά, τις τάσεις παρακμής της. Ταυτόχρονα, χτυπούσε τα συμφέροντα των Ευρωπαίων και των Ιαπώνων, οι οποίοι το 1971 είχαν ήδη αρθρωθεί στην νεο-ιμπεριαλιστική αλυσίδα ως εύρωστοι οικονομικοί ανταγωνιστικοί πόλοι στη διεθνή πολιτικο-οικονομική των ΗΠΑ. Όπως ανέφερε ο Gowan, «το τέλος του Bretton Woods ήταν αναπόσπαστο κομμάτι μιας στρατηγικής προκειμένου να παλινορθώσει την κυριαρχία των αμερικανικών κεφαλαίων διαμέσου της μετατροπής του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος σ’ ένα καθεστώς σταθεράς του δολαρίου» (Gowan 1999: 19). Κοντολογίς, η δολαριοποίηση της διεθνούς οικονομίας ήταν η νέα στρατηγική των ΗΠΑ, η οποία και εξυπηρετούσε το έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές της με την περίφημη «ανακύκλωση των δολαρίων». Αυτό γινόταν είτε με τη μορφή μεταφοράς αξιών από Ευρωπαίους και Ασιάτες παραγωγούς μέσω της αγοράς αμερικανικών ομολόγων, είτε με τη μορφή «πετροδολαρίων», δηλαδή Αράβων παραγωγών, οι οποίοι επένδυαν το εμπορικό τους πλεόνασμα σε δολάρια. Όλες οι χώρες και όλες οι επιχειρήσεις έπρεπε να έχουν δολάρια για να αγοράσουν από τις ΗΠΑ (αλλά και από τρίτες χώρες) οτιδήποτε, από αυτοκίνητα και τσιγάρα μέχρι οπλικά συστήματα, αεροπλάνα και αναπτήρες zippo. Και μόνο οι ΗΠΑ μπορούσαν να «παράγουν» αυτό το μαγικό νόμισμα, καμία άλλη χώρα – η εποχή του fiat money. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και με γνώμονα την πειθαρχία που υπαγόρευε η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ, η εμπιστοσύνη όλων των καπιταλιστικών κρατών στράφηκε προς το δολάριο, που σήμαινε ακριβώς αυτό που είπαμε παραπάνω, ότι δηλαδή μεγάλο μέρος της μάζας των δολαρίων που προέκυπταν ως εμπορικό πλεόνασμα των διαφόρων χωρών (π.χ. της Σαουδικής Αραβίας) επενδυόταν σε ομόλογα και άλλες χρηματιστηριακές αξίες στις ΗΠΑ, βοηθώντας έτσι στην αναχρηματοδότηση του τεράστιου χρέους που άρχισαν σταδιακά να παρουσιάζουν οι ΗΠΑ από το Βιετνάμ και δώθε. Και είναι τότε που, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει η ανεπίστρεπτη μακρο-ιστορική κρίση των ΗΠΑ ως ηγεμονικής δύναμης.15

Η εποχή μετά το 1971 σήμαινε, με άλλα λόγια, το τέλος των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, επιφυλάσσοντας στο δολάριο το ρόλο του αποθεματικού νομίσματος χωρίς την υποστήριξή του από το Χρυσό Κανόνα ($35=1 ουγγιά χρυσού, Peter B. Kenen 1994). Αυτό έλυνε σε μεγάλο βαθμό τα χέρια των χρηματιστών, αφού μπορούσαν να κερδοσκοπήσουν σε διάφορες αγορές εκμεταλλευόμενοι το καθεστώς των επιτοκίων και των απελευθερωμένων συναλλαγματικών αγορών. Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική κρίση του κράτους και ο στασιμοπληθωρισμός της δεκαετίας του 1970, έφεραν στο προσκήνιο νεοφιλελεύθερες πολιτικές απελευθέρωσης των κεφαλαίων και των αγορών, χτυπώντας τα επιτεύγματα του κεϋνσιανού κράτους (κράτος πρόνοιας, δημόσιος χαρακτήρας κοινωφελών επιχειρήσεων), και υπονομεύοντας ταυτόχρονα το φορντιστικό πρότυπο παραγωγής υψηλών μισθών (εισαγωγή «ευέλικτων μορφών εργασίας», υπο-απασχόληση, ετερο-απασχόληση κλπ.). Με τον τρόπο αυτό, ο καπιταλισμός απαντούσε στην ιστορική κρίση της πτώσης του (μέσου) ποσοστού κέρδους, γεγονός που ήταν αποτέλεσμα τόσο της ανόδου της ταξικής πάλης «κατά μήκος» της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (απο-αποικοιοποίηση, γαλλικός Μάης 1968, ιταλικό φθινόπωρο 1969 κλπ.), όσο και της πίεσης που δεχόταν το κυρίαρχο αγγλοσαξονικό υπόδειγμα του Bretton Woods απ’ τον παγκόσμιο ανταγωνισμό της Γερμανίας και της Ιαπωνίας (βλ. τις εργασίες των Robert Brenner και Giovanni Arrighi). Η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους Reagan (ΗΠΑ) και Thatcher (Βρετανία) σε εθνικό και διεθνές επίπεδο άνοιγε νέες πόρτες ευκαιρίας στους χρηματιστές, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να επαναφέρει τη διεθνή οικονομία σε ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης με προοπτική να επανακτήσει τα επίπεδα κερδών της λεγόμενης «χρυσής εποχής του καπιταλισμού» (1950-1970). Η λεγόμενη «επανάσταση Volcker» τα τέλη της δεκαετίας του 1970 – από το όνομα του τότε Προέδρου της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας Paul Volcker – περίπτωση την οποία εξετάζει επισταμένα ο Leo Panitch και άλλοι σε ένα κείμενο πολεμικής τόσο με τον Brenner όσο και με τον Arrighi (Leo Panitch και Sam Gindin, 2005), αφορά κατά βάση τη χρήση του μηχανισμού των επιτοκίων, που εκτοξεύονται στα ύψη, προκειμένου να χτυπηθούν τόσο ο πληθωρισμός όσο και οι ταξικές μορφές υπεράσπισης της αξίας της εργασιακής δύναμης, όπως τα συνδικάτα.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι δεν υπήρξε καμιά «ταξική πάλη» μεταξύ χρηματιστηριακού και βιομηχανικού κεφαλαίου, όπου ήρθε να επικρατήσει το πρώτο σε βάρος του δεύτερου, αλλά μια «φυγή» του ίδιου του βιομηχανικού κεφαλαίου στο χρηματιστηριακό λόγω ακριβώς της πτώσης του (μέσου) ποσοστού κέρδους στην «πραγματική» οικονομία, τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και δώθε (Gowan 2009, Arrighi 2007, Brenner 2006). Για να χρησιμοποιήσω ένα μεταφορικό σχήμα, όπως οι Junkers της Πρωσίας μετασχηματίστηκαν σε καπιταλιστές-βιομήχανοι μέσα στα σπλάχνα – και κατά τη διάρκεια της μορφοποίησης – του νέου γερμανικού κράτους, έτσι και οι βιομήχανοι άρχισαν να επενδύουν τα κέρδη τους όχι στην ανανέωση των μέσων παραγωγής και των κτιριακών εγκαταστάσεων, εφόσον τέτοιες επενδύσεις δεν εγγυούνταν μεγάλα κέρδη, αλλά σε τραπεζικά προϊόντα κάθε είδους, επιδιώκοντας να κερδίσουν χρήμα απ’ το χρήμα (η σχέση Μ-Μ΄ σύμφωνα με τον Μαρξ). Επίσης, άρχισαν να διαφεύγουν στην Ασία και την Ανατολική Ευρώπη, εφόσον εκεί μπορούσαν να βρουν φτηνή και κυρίως ειδικευμένη εργασιακή δύναμη (η κλασική περίπτωση της Κίνας που περιγράφει ο Arrighi), αλλά και επιεική φορολογικά καθεστώτα. Μ’ αυτήν την έννοια, δεν ορίζω εδώ το χρηματιστηριακό κεφάλαιο έτσι όπως το περιγράφει ο Rudolf Hilferding στη κλασική του μελέτη Finanzkapital (1910) – ως συγχώνευση του χρηματιστηριακού και βιομηχανικού κεφαλαίου, ως κεφάλαιο δηλαδή που χρησιμοποιείται απ’ τους βιομήχανους και αντιπροσωπεύει την ενοποίηση του συνολικού κεφαλαίου (στην ουσία, αυτό που είχε εδώ κατά νου ο Hilferding ήταν το γερμανικό πρότυπο του καπιταλισμού, όπου ένας μικρός σχετικά αριθμός τραπεζών ήταν συγχωνευμένος με τεράστιες βιομηχανικές επιχειρήσεις). Εδώ, κατά κύριο λόγο, και επειδή αναφέρομαι στο αγγλοσαξονικό πρότυπο έτσι όπως άρχισε να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του 1970, ορίζω το χρηματιστηριακό κεφάλαιο ως τη χρήση χρημάτων και «αξιών» σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες που είναι αποκομμένες από την υλική παραγωγή (Gowan 2009), κοντολογής, είμαι διστακτικός στο να δεχτώ ότι μπορεί να υπάρξει ένας γενικός ορισμός του χρηματιστηριακού κεφαλαίου ανεξαρτήτως ιστορικής εποχής, κοινωνικού/εθνικού σχηματισμού και πολιτειακού πλαισίου.16 Για να το πω αλλιώς, θα απέφευγα να ορίσω γενικά το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, όσο κι αν αυτό είναι ελκυστικό, ως μέσο ή πλαίσιο αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ορισμός αυτός δεν έχει καμιά εφαρμογή.17

Η μακρο-ιστορική πτώση του (μέσου) ποσοστού κέρδους του ιστορικού καπιταλισμού από το 1945 μέχρι σήμερα, αφορά την αξεπέραστη αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του μονοπωλίου, που οδηγούνται σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης/υπερπαραγωγής και αναπτυξιακή στασιμότητα/κάμψη λόγω της αντίφασης μεταξύ μεταβλητού και σταθερού κεφαλαίου (αέναη εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών). Αυτή δε η αντίφαση, σύμφωνα με τον Μαρξ αλλά και τον Schumpeter, μπορεί να ξεπεραστεί από τον καπιταλισμό, κύρια αλλά όχι αποκλειστικά, με διαδικασίες καταστροφής του παρωχημένου σταθερού κεφαλαίου, αυτό που ο Schumpeter ονόμασε creative destruction (δημιουργική καταστροφή) και ο David Harvey, στο έργο του The New Imperialism – προχωρώντας παραπέρα τη μαρξιανή προβληματική του χωρο-χρόνου ως γεωγράφος επιστήμονας – temporal-spacial fix (χωρο-χρονικό διακανονισμό) και accumulation by dispossession (συσσώρευση μέσω αποστέρησης).18

Η αχαλίνωτη επέκταση των πιστώσεων – που σήμαινε, βασικά, ότι επιχειρήσεις και πολίτες χρεώνονταν ολοένα και περισσότερο – ήταν η προϋπόθεση για την τροφοδότηση οποιασδήποτε χρεωστικής φούσκας (Andrew Glyn, 2007). Η πολιτική των τραπεζών, ειδικά μετά την ήττα των δυνάμεων της εργασίας σε ΗΠΑ και Βρετανία τη δεκαετία του 1980, ήταν η δημιουργία συνθηκών εύκολου δανεισμού – π.χ. χαμηλά επιτόκια – διότι μπορούσαν να πακετάρουν το χρέος με «εγγύηση» τις πλασματικές αξίες που προσδίδονταν σε διάφορα προϊόντα (dot.com, σπίτια, πετρέλαιο Κασπίας κλπ.) από αξιολογητές αμφιβόλου πιστότητας και τις όποιες πληρωμές των δανειστών. Και τόσο οι χρηματιστές όσο και οι διάφοροι – ουκ ολίγοι – διαμεσολαβητές, μπορούσαν να αποκομίζουν χρηματικά κέρδη εφόσον αγόραζαν αυτά τα προϊόντα σε πακέτο και τα μεταπωλούσαν σε εθνικές και διεθνείς αγορές με τη βοήθεια ενός σκιώδους τραπεζικού συστήματος που άνθησε ειδικά στο City του Λονδίνου («σκιώδες» διότι ήταν παντελώς ανεξέλεγκτο – hedge funds, speculative arbitrage από ιδιώτες operators και επενδυτικές τράπεζες υψηλού ρίσκου κλπ). Να επαναφέρω εδώ δύο ζητήματα.

Πρώτο, ότι το δολάριο ήταν ο «Βασιλιάς». Όλα αυτά τα ευτράπελα γίνονταν σε δολάρια. Κι επειδή το δολάριο το εμπιστεύονταν όλοι οι επενδυτές, από τον Ιάπωνα χρηματιστή μέχρι τον Άραβα επιχειρηματία πετρελαίων, λόγω κυρίως της παντοδυναμίας των ΗΠΑ σε επίπεδο στρατιωτικής ισχύος, όλοι αγόραζαν αυτά τα πλασματικά προϊόντα και τα μεταπωλούσαν για γρήγορο και εύκολο χρηματισμό σε δολάρια. Την αφορμή της σημερινής κρίσης την έδωσαν δεκάδες χιλιάδες απλοί άνθρωποι που δεν είχαν να πληρώσουν τη δόση του στεγαστικού τους δανείου το καλοκαίρι του 2007, όταν τα επιτόκια ανέβηκαν ξαφνικά για να υποστηρίξουν ένα δολάριο που κατέρρεε – και συνεχίζει να καταρρέει (Robin Blackburn, 2008). Έτσι, μπορεί το δολάριο να επιβίωσε κακήν-κακώς, αλλά οι αξίες των τραπεζικών/χρηματιστηριακών προϊόντων, απ’ τη μια μέρα στην άλλη, μηδενίστηκαν. Για να δώσω αριθμητικά το μέγεθος της κρίσης, το χρηματοπιστωτικό σύστημα του Δολαρίου-Wall Street-City of London έχασε μέσα σε ένα έτος $24 τρις δολάρια. Αυτό το μέγεθος είναι σχεδόν το διπλάσιο του ΑΕΠ των ΗΠΑ.

Δεύτερο, όλα αυτά γίνονταν με την επίγνωση των πολιτικών ιθυνόντων στο Λονδίνο και την Ουάσιγκτον. Η πολιτική της φιλελευθεροποίησης των αγορών και της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης των ροών του χρηματιστηριακού κεφαλαίου ήταν κρατική πολιτική των αγγλοσαξονικών πολιτικών συστημάτων, που προσπάθησαν να την επιβάλλουν παγκόσμια. Ο στόχος τους ήταν η μετάλλαξη των κοινωνικών και πολιτικών συστημάτων των υπολοίπων κρατών στη βάση των αρχών του open door και της υιοθέτησης του (νεο-)φιλελεύθερου αγγλοσαξονικού τρόπου διακυβέρνησης, κάτι που πασχίζουν σήμερα ακόμα να το καταφέρουν, από την Πολωνία και την Ουκρανία, μέχρι τη Σερβία, το Ιράκ και την Κεντρική Ασία. Το ίδιο συνειδητή ήταν και η πλασματική πολιτική της προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης στη βάση του προτύπου εξαναγκασμένης οικονομικής ανόδου («boom-bust», όπως το αποκάλεσε ο Brenner). Επίσης συνειδητή ήταν και η πολιτική αδιαφορίας προς τη αντιπαραγωγική μετατροπή των βιομηχανικών κεφαλαίων σε μια αυτόνομη αγορά ρευστού (speculative arbitrage in money markets), αλλά και η αδιαφορία για τη «μετανάστευση» του βιομηχανικού καπιταλισμού από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία λόγω της κρίσης υπερσυσσώρευσης του ’70, μ’ αποτέλεσμα αυτό να δραπετεύσει εκεί όπου μπορούσε να βρει φτηνή και ειδικευμένη εργασιακή δύναμη και μηδαμινή φορολογία (ας μη δοθεί όμως η εντύπωση ότι όλη η βιομηχανία έχει εξαφανιστεί – δες π.χ. τη σημασία της αμυντικής και φαρμακευτικής βιομηχανίας στις ΗΠΑ ως ποσοστό επί του ΑΕΠ). Η ελπίδα, των νεοφιλελεύθερων, μεταξύ άλλων, ήταν ότι το πλασματικό κεφάλαιο των χρηματιστηριακών ροών θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη του ΑΕΠ, και την άνοδο του ποσοστού κέρδους, εφόσον η βιομηχανία είχε μετατοπίσει το κέντρο βάρους της από τον αγγλοσαξονικό κόσμο στην Κίνα και την Ν.Α. Ασία, δημιουργώντας έτσι ένα νέο συναινετικό πρότυπο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτό δεν συνέβη. Με μια μόνο πρόσκαιρη ανάκαμψη το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, το ποσοστό κέρδους σε Βρετανία και ΗΠΑ εξακολουθούσε να πέφτει. Βάθυνε όμως η αλληλεξάρτηση ΗΠΑ και Ν.Α. Ασίας, δηλαδή, μεταξύ άλλων, η αλληλεξάρτηση μεταξύ Ασιατών παραγωγών και Αμερικανών καταναλωτών (Andrew Glyn, 2007). Επιπρόσθετα, είναι οι επενδύσεις των Ασιατών σε δολαριοποιημένα ομόλογα που κρατάν σε διαχειρίσιμα επίπεδα το εξωφρενικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ και είναι αυτοί οι ίδιοι οι Ασιάτες σε θέση να απειλούν με εισαγωγή νέων αποθεματικών νομισμάτων αντικαθιστώντας το δολάριο, είτε μέσω του Συμφώνου της Σαγκάης, είτε μέσω της νέας δομής των BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), είτε διμερώς – δες, για παράδειγμα, τις δηλώσεις των αρχηγών κρατών στην πρόσφατη συνάντηση Γαλλίας-Κίνας. Θα τόνιζα μάλιστα ότι οι ΗΠΑ ανησυχούν για δύο σενάρια. Το πρώτο είναι η εισαγωγή νέου παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Το δεύτερο είναι η εισαγωγή νέου περιφερειακού αποθεματικού νομίσματος (π.χ. ενός νομίσματος στην Ν.Α. Ασία σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο του Ευρώ, μόνο που εδώ οι ΗΠΑ δεν μπορούν να οικοδομήσουν δομές συλλογικής ασφάλειας όπως το ΝΑΤΟ, προκειμένου να αναχαιτίσουν μια πιθανή πολιτική ολοκλήρωση υπό την ηγεμονία της Κίνας).

4. Οι επιπτώσεις της κρίσης

Όλες οι οικονομίες των χωρών του κόσμου αποδείχτηκαν ευάλωτες στη βαθιά αυτή κρίση του αγγλο-σαξονικού καπιταλισμού, κάτι που σημαίνει ότι η αγγλοσαξονική πολιτική οικονομία είχε σε μεγάλο βαθμό εσωτερικευθεί και διεισδύσει στους άλλους πυρήνες του καπιταλισμού των χωρών του ΟΟΣΑ, βεβαίως με ασύμμετρο τρόπο: όσο περισσότερο ήταν μια εθνική οικονομία ενσωματωμένη στη νέα πολιτική οικονομία της (αγγλοσαξονικής) παγκοσμιοποίησης μετά τις «επαναστάσεις» των Reagan και Thatcher, τόσο περισσότερο πλήχθηκε και πλήγεται απ’ την κρίση.

Σε πρόσφατη έκθεσή του το ΔΝΤ προβλέπει αρνητική παγκόσμια ανάπτυξη της τάξης του 1,3% για το 2009. Είναι από το 1930 που η παγκόσμια οικονομία έχει να συρρικνωθεί συλλογικά και σε τέτοιο βαθμό. Η επίσημη ανεργία στις Δυτικές οικονομίες, πάλι με πρόβλεψη του ΔΝΤ, αναμένεται να φτάσει το 10% το 2010. Η Κίνα όμως και η Ινδία, παρόλο που έχουν πληγεί απ’ την κρίση, αναμένεται να αναπτυχθούν με ρυθμούς 6,5% και 4,5% αντίστοιχα. Για το 2009, η Ευρωζώνη συρρικνώνεται κατά 4,2%, με τη Γερμανία να φτάνει στο –5,6% και την Ιρλανδία στο –8%. Η Ιαπωνία και η Ρωσία επίσης θα σημειώσουν αρνητική ανάπτυξη της τάξης του 6%.

Στην Αγγλία πέντε από τις μεγαλύτερες τράπεζες έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά κρατικοποιηθεί, ενώ καταγράφεται μείωση του πραγματικού ΑΕΠ, κλείσιμο μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αύξηση της ανεργίας και αύξηση του δημόσιου χρέους. Στις ΗΠΑ οι συνέπειες είναι παρόμοιες αλλά οι αρχές είναι περισσότερο επιφυλακτικές στην υιοθέτηση μιας πολιτικής κρατικοποιήσεων. Στις ΗΠΑ, στην πραγματικότητα, πολλά από τα χρήματα που δόθηκαν για τη στήριξη (το λεγόμενο bail-out) των τραπεζών χρησιμοποιήθηκαν για παραπέρα εξαγορές και συγχωνεύσεις εταιριών και τραπεζών (το παράδεγμα της JP Morgan είναι το κλασικότερο). Έτσι, λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη το γεγονός της κρίσης του (ιδιωτικού) συνταξιοδοτικού συστήματος εφόσον και οι συντάξεις ήταν επενδυμένες στο χρηματιστήριο, φαίνεται ότι η παρούσα φάση αγγίζει τις μεσαίες τάξεις του αγγλο-σαξονικού καπιταλισμού, δηλαδή τις τάξεις-στηρίγματα του αστικού καθεστώτος – και ίσως κάθε καθεστώτος. Η πρώτη πράξη της κυβέρνησης Ομπάμα ήταν να περάσει στη Γερουσία νομοσχέδιο που απαγόρευε τη χρήση μη-αμερικανικού ατσαλιού και σιδήρου στην κατασκευή έργων υποδομής – κάτι που εξόργισε τους Ευρωπαίους (ο Ομπάμα δίνει ακόμα μάχη για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος). Η Γαλλία, με τη σειρά της, άρχισε να κλείνει εργοστάσια αυτοκινήτων στην Κεντρική Ευρώπη (π.χ. στην Τσεχία), ενώ Τούρκοι εργάτες έχασαν τη δουλειά τους λόγω «προσωρινού» κλεισίματος της ΤΟΦΑΣ (η θυγατρική της ΦΙΑΤ στην Τουρκία), εφόσον η εταιρία δήλωσε κατακόρυφη μείωση των εξαγωγών. Με δυο λόγια, υπάρχει έντονη τάση για μια επιστροφή στον «παλιό καλό» προστατευτισμό, παρά τις εξαγγελίες περί του αντιθέτου των ιθυνόντων πολιτικών.

Στη διεθνή οικονομία σήμερα υπάρχει κρίση ρευστού, κι αυτό σημαίνει ότι τόσο οι εμπορικές όσο και οι επενδυτικές τράπεζες έχουν πρόβλημα δανεισμού. Αυτή την κρίση ρευστού οι ΗΠΑ, εν μέρει, την αντιμετωπίζουν με τη μεταφορά τεράστιων ποσών δολαρίων από την Κίνα, τους Άραβες και άλλους Ασιάτες παραγωγούς αξιών στη δική τους χρηματαγορά χρεογράφων και μετοχών. Ταυτόχρονα, για μια ακόμα φορά, το κράτος καλείται να δώσει λύση στις απανωτές χρεοκοπίες, λειτουργώντας ως καθολικός απαξιωτής του κεφαλαίου, δηλαδή στην ουσία ως αντίρροπη τάση στην πτωτική τάση του (μέσου) ποσοστού κέρδους. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η χρηματιστηριακή κρίση άγγιξε την «πραγματική» οικονομία δημιουργώντας όλες τις προϋποθέσεις για μια κλασική κρίση υπερσυσσώρευσης – και είναι εδώ, κατά τη γνώμη μου, η σημαντική συμβολή του Γ. Μηλιού και άλλων συγγραφέων των Θέσεων.19 Το πρότυπο που άρχισε να χτίζεται τη δεκαετία του 1970 και που καταρρέει σήμερα, στηρίχτηκε χονδρικά στη μεταφορά αξιών από την Ασία, τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική στη Δύση, με την ηπειρωτική Ευρώπη να προσπαθεί να προστατεύσει τόσο τη βιομηχανία της, όσο και να ανταγωνιστεί το δολάριο, με την εισαγωγή του Ευρώ το 1999. Ο αγγλοσαξονικός κόσμος, με τη σταδιακή απομάκρυνση της βιομηχανικής παραγωγής, διόγκωσε τις υπηρεσίες και παρήγαγε λιγότερο απ’ όσο κατανάλωνε. Τώρα που δυσκολεύεται να καταναλώσει λόγω της κρίσης, βλέπουμε το πραγματικό ΑΕΠ της Κίνας και της Ρωσίας να ελλατώνεται σχετικά. Βλέπουμε επίσης τάσεις αποπληθωρισμού (deflation) στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, που είναι η χειρότερη μορφή εκδήλωσης μιας οικονομικής κρίσης – φαινόμενο, που πρέπει να πούμε, έρχεται και στην Ελλάδα.20 Ακόμα, μειώθηκε σχετικά η τιμή του πετρελαίου, η οποία είχε διογκωθεί τεχνητά από τους χρηματιστές (από $70 το βαρέλι την ανέβασαν σε περισσότερο από $140 το βαρέλι σε λιγότερο από ένα χρόνο, για να σπάσουν τη φούσκα τον Ιούνιο 2008, ενώ σήμερα υπάρχουν πάλι τάσεις για άνοδο). Η δομική κρίση του αγγλοσαξονικού καπιταλισμού αντανακλάται πιο εύγλωττα στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ. Αυτό άρχισε να παρουσιάζεται από το πόλεμο του Βιετνάμ και μετά, αλλά ο αποθεματικός ρόλος του δολαρίου και το τέλος του Μπρέτον Γουντς αυτοχρηματοδοτούσαν το έλλειμμα των ΗΠΑ μέσω ομολόγων του Υπουργείου Οικονομικών της χώρας που αγόραζαν Άραβες και Ασιάτες παραγωγοί (το περίφημο «Treasury Bill Standard»). Σήμερα, το έλλειμμα ανέρχεται στο $1 τρις και είναι η Κίνα, η Ιαπωνία και οι Άραβες που καλούνται να το πληρώσουν. Αυτοί, καθώς και οι φορολογούμενοι της Αγγλίας και των ΗΠΑ καλούνται να πληρώσουν τη χρεοκοπία του προτύπου ανάπτυξης που χτίστηκε τις δεκαετίες του 1970 και 1980.

Οι βόρειοι βαλκάνιοι γείτονες της Ελλάδας, καθώς και οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο δράμα: πριν προφτάσει ακόμα καλά-καλά να τους πει το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΝΑΤΟ ότι οι ιδιωτικοποιήσεις και η παγκοσμιοποίηση ήταν ο νέος επίγειος παράδεισος, τώρα αυτοί οι ίδιοι οι φορείς τους λένε ότι δεν έχουν τα μέσα για να βγάλουν το νωπό ιδιωτικό καπιταλισμό της Βαρσοβίας και Σόφιας από την κρίση. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ στα Βαλκάνια, πλην Ελλάδας και Τουρκίας, μεταξύ 2005-08 κυμάνθηκε μεταξύ 5% και 10%. Σήμερα ο μέσος όρος έχει πέσει κάτω από το 2%. Η κατάσταση προβλέπεται να επιδεινωθεί, λόγω των μειωμένων εισροών συναλλάγματος από μετανάστες, καθώς και του κλεισίματος πολλών ξένων θυγατρικών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και ελληνικών τραπεζών.

5. Αντί επιλόγου: (ενδο-καπιταλιστικές) εναλλακτικές λύσεις

Η μεταφορά μεγάλου όγκου βιομηχανικής παραγωγής από Βρετανία και ΗΠΑ σε Κίνα και Ν.Α. Ασία, ενδυνάμωσε τις παραγωγικές δυνατότητες αυτής της περιφέρειας, η οποία και οραματίζεται ένα δικό της οικονομικό μπλοκ στα πρότυπα της Ευρώπης. Αυτό σηματοδοτεί και μια μετατόπιση του οικονομικού κέντρου βάρους του κόσμου απ’ τον Ατλαντικό κόσμο στην Ν.Α. Ασία. Η ηπειρωτική Ευρώπη διαθέτει βιομηχανία και έχει σε μεγάλο βαθμό καταφέρει την ολοκλήρωσή της σε οικονομικό επίπεδο, αλλά όχι και σε πολιτικό. Το αν αυτό το τελευταίο κάποτε συμβεί, κι αν συμβεί τι μορφές θα εκλάβει, αυτό δεν είμαι σε θέση να προβλέψω. Αυτό όμως που μπορώ να διαβλέψω με σιγουριά ως ιστορική τάση του παγκόσμιου συστήματος με δεδομένη την οικονομική κρίση και παρακμή του ΝΑΙ, είναι η τάση για μια παγίωση και σταθεροποίηση της περιφεριοποίησης των εθνικών οικονομιών της Ευρώπης, από τη μια μεριά, και της ΝΑ Ασίας από την άλλη – για να μην αναφερθώ στη Λατινική Αμερική.21 Εν πάση περιπτώσει, οι ΗΠΑ και η Βρετανία θα πρέπει να κατανοήσουν ότι ο κόσμος γίνεται, αντικειμενικά, ολοένα και πιο πολυπολικός και ότι τόσο η δολαριοποίηση όσο και χρηματιστηριοποίησή του, ως ιστορικές μορφές προσωρινής διεξόδου από την κρίση της δεκαετίας του 1970, έφτασαν στο τέλος του δρόμου. Το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης» δεν ήταν και δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από μια νέα μορφή αγγλοσαξονικής διεθνοποίησης που βασίζεται στην κυριαρχία του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Τώρα όμως η πολυπολικότητα είναι δεδομένη και οι περιφερειακοί καπιταλισμοί αναπτύσσονται ραγδαία και γονατίζουν οικονομικά τον αγγλοσαξονισμό. Άρα οι ΗΠΑ, με δεδομένο ότι παραμένει στρατιωτικά η πιο ισχυρή δύναμη στον πλανήτη, θα πρέπει να επιτρέψει στην περιφερειοποίηση να προσλάβει πολιτικές διαστάσεις. Αν η Ευρωζώνη είχε ευρωπαϊκή δημοσιονομική κάλυψη, τότε οι επιπτώσεις της κρίσης του αγγλοσαξονικού καπιταλισμού πάνω της δεν θα ήταν τόσο οδυνηρές. Η περιφερειοποίηση και η πολιτική της ενότητα, σε συνδυασμό με το ξεπέρασμα των τοπικισμών και των εθνικισμών, είναι η εναλλακτική λύση απ’ την άποψη της διεθνούς πολιτικής και της διεθνούς οικονομίας, συνιστώντας το πρώτο ρεαλιστικό και δημοκρατικό προαπαιτούμενο εξόδου από τη κρίση.

Τώρα, απ’ την άποψη του εσωτερικού περιβάλλοντος του κράτους, τα ζητήματα είναι πιο περίπλοκα. Οι κρατικοποιήσεις, τουλάχιστον με τη μορφή που λαμβάνουν χώρα σε Αγγλία και ΗΠΑ, δεν έχουν κανένα νόημα. Ο στόχος, ειδικά στις ΗΠΑ, είναι να ξεχρεώσουν τις τράπεζες, αλλά και να διατηρηθεί η ίδια χρηματιστηριακή ολιγαρχία και οι ίδιοι τρόποι λειτουργίας της με περισσότερο αυτή τη φορά κρατικό έλεγχο. Αλλά, όπως προσπάθησα να δείξω, το πρόβλημα είναι δομικό και ιστορικό με παγκόσμιες διακλαδώσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, μόνο η άμεση εισαγωγή χρηματιστηριακών θεσμών «κοινής ωφελείας» έχουν σήμερα τη δυνατότητα να βγάλουν τον αγγλοσαξονικό καπιταλισμό από τη βαθιά του κρίση, σε συνδυασμό με ένα συνολικό κεϋνσιανό σχεδιασμό παρέμβασης στην ενεργό ζήτηση και την αύξηση των πραγματικών ημερομισθίων. Να δώσω μόνο ένα παράδειγμα για το τι εννοώ με την έννοια των χρηματιστηριακών θεσμών «κοινής ωφελείας».

Ένα ιδιωτικό σύστημα τραπεζών, κεντροθετημένο στην παραγωγή χρήματος, έτσι δηλαδή όπως αυτό λειτουργούσε στον αγγλοσαξονικό χώρο μετά τη λεγόμενη «επανάσταση» του Volcker, έχει ως στόχο το χρηματικό κέρδος μέσα από την ανακύκλωση χρημάτων και αξιών – αυτό ήταν ακριβώς το πρότυπο του Alan Greenspan. Εδώ έχουμε την ολοκληρωτική υπαγωγή των δημόσιων λειτουργιών του πιστωτικού συστήματος στη διευρυμένη επέκταση των συμφερόντων του χρήματος (υπέρογκα επιτόκια δανεισμού στις πιστωτικές κάρτες, αδικαιολόγητες προμήθειες κλπ.). Σ’ αυτές τις συνθήκες, το κράτος θα πρέπει να δρομολογήσει δύο διαδικασίες.

Η πρώτη είναι να εγγυηθεί και να ελέγξει την κερδοσκοπία με επιβολή φορολογίας και στενή εποπτεία της κυκλοφορίας του χρήματος, θέτοντας πρώτα και κύρια τέρμα στις σκιώδεις λειτουργίες των αγορών χρήματος. Για να συμβεί όμως αυτό ο αγγλοσαξονισμός πρέπει να υιοθετήσει ένα τραπεζικό σύστημα κοντά στο γερμανικό – ακόμα και τώρα το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών τραπεζών παραμένει στα χέρια του κράτους, κυρίως διαμέσου τραπεζών αποταμίευσης και περιφερειακών τραπεζών (Landesbanken). Το κινεζικό τραπεζικό σύστημα είναι επίσης κεντροθετημένο σε μερικές τεράστιες τράπεζες, με την κυβέρνηση να καθοδηγεί άμεσα την πολιτική αυτών των τραπεζών (Gowan 2009).

Η δεύτερη είναι πάλι το κράτος να υποχρεώσει όλες τις επιχειρήσεις, κατ’ αναλογία με τα κέρδη τους, να δημιουργήσουν ένα ταμείο μετοχών και δανείων το οποίο να είναι δημοκρατικό, διαφανές και προσβάσιμο από τις τοπικές κοινωνίες με ελέγχους τόσο από το κράτος όσο και από τις τοπικές κοινωνίες. Αυτό είναι ένα υπαλλακτικό πρότυπο δανειοδότησης και ακόμα, συνταξιοδότησης με κρατική και τοπική συμμετοχή, χωρίς να είναι κάτι το αντικαπιταλιστικό ή επαναστατικό. Ενδυναμώνει όμως τον φτωχό, τον εργάτη και γενικά τις κυριαρχούμενες τάξεις, άρα συνεισφέρει σε μια πιο επιεική και δημοκρατική αναπαραγωγή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Τουλάχιστον προς το παρόν. Για το απώτερο μέλλον, θα ήθελα να κρυφτώ πίσω απ’ τον Keynes: in the long run, were all dead.

Βιβλιογραφία

(δεν αναφέρονται οι πηγές των οποίων πλήρη αναφορά δίνεται στις υποσημειώσεις, παρά μόνο αυτών που βρίσκονται σε παρενθέσεις μέσα στο κείμενο. Συμβουλεύτηκα επίσης, τις εξής πρωτογενείς πηγές που δεν αναφέρω καθόλου στο κείμενο αλλά από τις οποίες αντλώ όλα σχεδόν τα εμπειρικά στοιχεία στα οποία αναφέρομαι: IMF, World Bank and EBRD Reports (2008-09), και IMF Balance of Payments Statistics Yearbook 2008. US Bureau of Economic Analysis, Global Development Finance (2008), και Economic Report of the President, 2008. Barclays Bank (London), 2008 annual Report.

Arrighi, Giovanni (2007), Adam Smith in Beijing, London and New York.

Blackburn, Robin (2008), “The subprime crisis”, New Left Review, 50.

Brenner, Robert (2006), The Economics of Global Turbulence: the Advanced

Capitalist Economies from Long Boom to Downturn, 1945-2005, London and New York.

Glyn, Andrew (2006), Capitalism Unleashed, Oxford.

Gowan, Peter (1999), The Global Gamble, London.

Gowan, Peter (2009), “Crisis in the heartland”, New Left Review, 55.

Gowan, Peter (2002), “America’s global gamble”, συνέντευξη στο Phil Hearse, International Viewpoint, Απρίλιος.

Kenen, Peter B. [ed.] (1994), Managing the World Economy; Fifty Years after the Bretton Woods, Washington DC.

Mandel, Ernest (1975), Late Capitalism, London.

Panitch, Leo και Gindin Sam (2005), “Finance and American Empire”, Socialist Register.


1 Ευχαριστώ θερμά τους ανώνυμους κριτές των Θέσεων για τις υποδείξεις και τα σχόλιά τους σε μια προηγούμενη μορφή αυτού του κειμένου. Χωρίς τις καίριες παρατηρήσεις τους, το παρόν κείμενο δεν θα είχε ποτέ αυτή τη μορφή, μορφή η οποία οριοθετεί μερικά σημαντικά ζητήματα μέσα στο μαρξικό θεωρητικό λόγο για τα αίτια και τις επιπτώσεις της σημερινής κρίσης.

2 Ο Βασίλης Κ. Φούσκας είναι καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά.

3 Αναπτύσσω αυτή την έννοια στην αμέσως επόμενη ενότητα.

4 Για το λεγόμενο «παγκόσμιο Νότο» (global South), οι ΗΠΑ, μέσω του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων δρώντων, άσκησαν παρόμοιες στρατηγικές, αλλά με μια πολύ πιο επώδυνη χειραγώγιση των κρατικών ελίτ και των κοινωνικών συστημάτων πάνω στα οποία προσπαθούσαν να επιβάλλουν πολιτικές open door αλλά και άλλες πολιτικές χειραγώγησης και μεταφοράς (οικονομικών) αξιών από τον παγκόσμιο Νότο και τις αναπτυσσόμενες ζώνες της Ασίας στις μητροπόλεις.

5 Αναφέρομαι κυρίως στο έργο του Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό (Αθήνα, πολλαπλές εκδόσεις απ’ το Θεμέλιο).

6 Τη συμβολή του αυτό το ρεύμα την έχει καταγράψει στο John Bellamy Foster και Fred Magdoff, The Great Financial Crisis, New York 2009. Δες επίσης σειρά άρθρων στο Monthly Review την τελευταία δεκαετία.

7 Για λόγους οικονομίας χώρου, θα περιορίσω κατά πολύ τις αναφορές. Το τμήμα αυτό του άρθρου εξάλλου, συνοψίζει εν πολλοίς μια προβληματική που έχω αναπτύξει με τον Bülent Gökay στο The New American Imperialism; Bush’s War on Terror and Blood for Oil, Connecticut 2005. Εκεί συζητάμε και τη σχετική βιβλιογραφία. Στα ελληνικά οι αναγνώστες/στριες θα πρέπει να προστρέξουν στο έργο μου Αυτοκρατορία και Πόλεμος (Ποιότητα, 2009).

8 Θα πρέπει εδώ οπωσδήποτε ο αναγνώστης/στρια να προστρέξει στα κλασικά έργα των αναθεωρητών ιστορικών William Appleman Williams, The Tragedy of American Diplomacy (London 1984) και Charles Beard The Open Door at Home (New York 1935). Gabriel Kolko, Walter LaFeber, Christopher Layne, Andrew Bacevich και σειρά άλλων αξιόλογων διεθνολόγων και ιστορικών, όχι κατ’ ανάγκην μαρξιστών, εμπνέονται απ’ αυτήν την παράδοση.

9 Θέλω εδώ να τονίσω ότι η στόχευση αυτή παρέμεινε και παραμένει «στόχευση», χωρίς ποτέ να οδηγεί σε ένα πρότυπο «υπερ-ιμπεριαλισμού» όπως το είχε προβλέψει η καουτσκιανή παράδοση μέσα στο μαρξισμό.

10 Δες, για παράδειγμα, το έργο του Bzrezinski, The Grand Chessboard (ελληνική μετάφραση από το Α. Λιβάνη), και την απάντησή μας στο Vassilis K. Fouskas, Zones of Conflict (London, 2003, ελληνική μετάφραση απ’ τις εκδόσεις Ποιότητα).

11 Η γερμανική πολιτική, βέβαια, στόχευε στην επανένωση της Γερμανίας. Σ’ αυτό το σημείο οφείλω τα μέγιστα στις ατέλειωτες συζητήσεις που είχα με το Peter Gowan από το 1994 μεχρι το 2008. Δες επίσης το κείμενό του για τη βαλκανική κρίση, “The twisted road to Kosovo”, Labour Focus on Eastern Europe, 1999.

12 Ο Carl Schmidt, στο έργο του Η έννοια του Πολιτικού (εκδ. Κριτική, Αθήνα 1988), υποστηρίζει ότι η δόμηση του πολιτικού παιγνίου μπορεί μόνο να υπάρχει μέσα σε ένα πλαίσιο δυναμικής που ορίζεται από τις έννοιες του «φίλου» και του «εχθρού».

13 Henry Kissinger, Diplomacy, New York 1994: 433.

14 Δεν υπάρχει χώρος εδώ να ασχοληθώ εκτενώς με τη συνολική κρίση του ΝΑΙ. Θα περιοριστώ μόνο στο στοιχείο της πολιτικής του οικονομίας και της ανεπίστρεπτης κρίσης του.

15 Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πουλαντζάς, στο προαναφερόμενο έργο του, κάνει κριτική στον Mandel σ’ αυτό ακριβώς το σημείο. Αυτό δείχνει, αν μη τι άλλο, ότι η συζήτηση για την κρίση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είχε ξεκινήσει από τότε, με τα βασικά ρεύματα μέσα στο μαρξισμό να έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται (κριτική ασκεί επίσης ο Πουλαντζάς και στο ρεύμα του Monthly Review).

16 Αλλού, ο Gowan κάνει λόγο για «μετασχηματισμό όλων των μεγάλων επιχειρήσεων σε χρηματιστηριακούς δρώντες, κερδίζοντας μεγάλα ποστοστά κερδών μέσω χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων» (Gowan, 2002).

17 Δες εδώ βοηθητικά το σύντομο αλλά κατατοπιστικό κείμενο του Γιάννη Μηλιού στην εφημερίδα Εποχή, 27 Σεπτεμβρίου 2009. Ο Μηλιός ακολουθεί ρητά το Hilfreding στον ορισμό του χρηματιστηριακού κεφαλαίου.

18 Σ’ αυτό το σημείο φαίνεται πως διαφοροποιείται το κείμενο των Λαπατσιώρα, Μαρούδα, Μιχαηλίδη, Μηλιού και Σωτηρόπουλου, μια σημαντική συμβολή στη διεθνή συζήτηση για τη σημερινή οικονομική κρίση που δημοσιεύτηκε στο Radical Notes (“On the character of the current economic crisis”) στις 10 Απριλίου 2009, καθώς και άλλα κείμενα των συγγραφέων στις Θέσεις (τεύχη 103 και 104). Οι συγγραφείς κάνουν κριτική στη προβληματική του Brenner για το ότι τα πραγματικά αίτια της κρίσης μπορεί να αναχθούν στον τρόπο με τον οποίο απάντησε ο καπιταλισμός στη κρίση του της δεκαετίας του 1970, εφόσον, όπως ισχυρίζονται, «η προηγούμενη κρίση υπερσυσσώρευσης έχει ήδη αμβλυνθεί με τη συμβολή του νεο-φιλελευθερισμού (...). Υπήρξε μια επιστροφή στα κέρδη σε επίπεδα που προσέγγιζαν αυτά των αρχών της δεκαετίας του 1970, η παραγωγή είχε αναδιαρθρωθεί, οι εργασιακές σχέσεις έγιναν πιο ευέλικτες και οι μισθοί πάγωσαν». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε παρόμοια συμπεράσματα φτάνουν και ομάδες έρευνας γύρω απ’ το Monthly Review (δες John Bellamy Foster και Fred Magdoff, op.cit). Η διαφωνία μου έγκειται εδώ στο γεγονός ότι οι συγγραφείς συγχέουν το φυσικό μέτρο της τάσης του κέρδους έτσι όπως το εννοούν και το καταγράφουν οι στατιστικές των διάφορων κρατικών υπηρεσιών, π.χ. των ΗΠΑ (λ.χ. στατιστικές από το Bureau of Economic Analysis και το Bureau of Labour Statistics) και των διάφορων τραπεζών (π.χ. Lloyd, Barclays), με αυτό που εννοούσε ο Μαρξ ως μέτρο αξίας και το οποίο μπορεί να υπολογιστεί με αναφορά στο ποσό των επενδυμένων χρημάτων και της εργασίας που παράγει αξία. Έτσι, και σε αντίθεση μ’ αυτό που δίνεται στις επίσημες στατιστικές, έχει υπολογιστεί ότι από το 1941 μέχρι το 1956 το (μέσο) ποσοστό κέρδους των μονοπωλίων στις ΗΠΑ ήταν της τάξης του 28%. Την περίοδο 1957-80 πέφτει στο 20%, ενώ το 1981-2004 πέφτει στο 14%. Πέρα από τα κείμενα των Brenner και Arrighi (ο οποίος συζητά εκτενώς και τη θέση του Adam Smith για το ποσοστό κέρδους), δες Andrew Klinan, Reclaiming Marxs Capital; A Refutation of the Myth of Inconsistency, Lexington Books 2007, καθώς και το κείμενο του ίδιου «On the roots of the current economic crisis and some proposed solutions» στο www.libcom.org (πρωτοδημοσιεύτηκε στο Marxism-Humanist Initiative στις 17 Απριλίου του 2009).

19 Δες ακόμα και τις θέσεις που παίρνει ο Κώστας Λαπαβίτσας, απ’ τους σημαντικότερους σύγχρονους οικονομολόγους μαρξιστές διεθνώς, ο οποίος φαίνεται να συμφωνεί περισσότερο με τους Γιάννη Μηλιό κ.ά. σχετικά με το ζήτημα του συσχετισμού της κρίσης με τη πτώση του (μέσου) ποσοστού κέρδους στη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό International Socialism, “On the credit crunch”, 18 Δεκεμβρίου 2007.

20 Ο μέσος όρος πληθωρισμού από τον Αύγουστο του 2008 μέχρι σήμερα είναι τις τάξης του 0,9%, μια πτώση δύο και τριών μονάδων απ’ τον πληθωρισμό των προηγούμενων 10 ετών.

21 Θα ήθελα εδώ να κάνω μνεία στη σημαντική δουλειά του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, Προς ένα πολυπολικό κόσμο, Λιβάνης 2009.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή