H έννοια του ιμπεριαλισμού και η Μαρξική θεωρία του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου Εκτύπωση
Τεύχος 110, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2010


Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

ΚΑΙ Η ΜΑΡΞΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ1

των Γιάννη Μηλιού και Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου

1. Εισαγωγή

Για περισσότερο από έναν αιώνα η έννοια του ιμπεριαλισμού αποτελεί κεντρικό σημείο στις θεωρητικές και πολιτικές συζητήσεις της Αριστεράς (και όχι μόνο). Εντούτοις, ο όρος «ιμπεριαλισμός» ποτέ δε συνδέθηκε αποκλειστικά με μία μοναδική θεωρητική προσέγγιση. Από την εποχή των κλασικών μαρξιστικών θεωριών (Hilferding, Luxemburg, Μπουχάριν, Λένιν…) μέχρι και τις μέρες μας, διαφορετικές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες προσεγγίσεις και πολιτικές στρατηγικές έχουν χαρακτηρίσει τη σκέψη των θεωρητικών και την πρακτική των πολιτικών οργανώσεων.

Στις κλασικές θεωρήσεις (θα συζητήσουμε τις εξαιρέσεις στη συνέχεια) ο ιμπεριαλισμός παρουσιαζόταν σαν την αναγκαία λύση στο μοιραίο ελάττωμα του «παγκόσμιου» καπιταλισμού. Στο βαθμό που τα διαφορετικά εθνικά κράτη δεν υποχωρούν και δεν μετασχηματίζονται σε κάτι άλλο, ο ιμπεριαλισμός είναι η αναγκαία προϋπόθεση για τη διαχείριση των παγκόσμιων «διαδρομών» που επιχειρούν να διαγράψουν τα ατομικά κεφαλαία. Αυτή είναι άλλωστε και η θεωρητική κληρονομία που (παρά τον οικονομισμό τους) άφησαν πίσω τους οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού (βλ. ενότητα 2). Ευθυγραμμιζόμενες με την κατεύθυνση αυτή, πολλές μεταγενέστερες αφηγήσεις για τον ιμπεριαλισμό ή τον παγκόσμιο καπιταλισμό (βλ. ενότητες 3 και 6) επιχείρησαν να ερμηνεύσουν το υποτιθέμενο πρόβλημα της «μη-αντιστοιχίας» ανάμεσα στην (πολιτικο-εδαφική) επικράτεια του εθνικού κράτους και τη σφαίρα δραστηριοποίησης των ατομικών κεφαλαίων.

Από αυτή την άποψη, οι σχετικές συζητήσεις μέχρι και τις ημέρες μας κατακλύζονται κυρίως από θεωρητικές στρατηγικές οι οποίες συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: την απόρριψη της κεντρικής Μαρξικής έννοιας του συνολικού κεφαλαίου (ενότητα 4). Πρόκειται για μία απόρριψη που έχει σημαντικές συνέπειες τόσο στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την οργάνωση της ταξικής εξουσίας στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού όσο και στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε το ίδιο το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού (ενότητα 5).

Σε αντίθεση, όμως, με ό,τι γίνεται ευρύτερα αποδεκτό στη σχετική βιβλιογραφία, η σχέση ανάμεσα στο κράτος και το κεφάλαιο δεν είναι «εξωτερική». Με άλλα λόγια, ούτε το κράτος αλλά ούτε και το κεφάλαιο συγκροτούνται ως αυτόνομες οντότητες ή ως αυτοτελείς οργανισμοί (Verbände), που οι διαλεκτικές σχέσεις μεταξύ τους πρέπει να διερευνηθούν. Σε μία τέτοια θεωρητική στρατηγική, η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας – η οποία διαμορφώθηκε από την παρέμβαση του Λένιν (ενότητα 5) σε μία πολύ ιδιαίτερη πολιτική συγκυρία – διανοίγει ένα ιδιαίτερα αξιοποιήσιμο θεωρητικό έδαφος για την ανάπτυξη της μαρξικής προβληματικής.

Στην αντίληψη του Λένιν η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας παύει να εμφανίζει τον ιμπεριαλισμό ως λύση στην απειλούμενη συνοχή του παγκόσμιου καπιταλισμού (ενότητα 6). Η ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν είναι ούτε το απλό «άθροισμα» ούτε το άμεσο συναγόμενο αποτέλεσμα από την αυτοτελή «δράση» των εθνικών κρατών. Είναι το πεδίο της διευρυμένης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής εξουσίας, όπως αυτό σημαδεύεται από τους ταξικούς αγώνες σε κάθε ιδιαίτερο κοινωνικό σχηματισμό. Η ιμπεριαλιστική αλυσίδα αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου συγκροτούνται και αναπτύσσονται οι πολυποίκιλες εθνικές στρατηγικές, πάντα αντιθετικές και αναμφίβολα άνισες όσον αφορά την ισχύ τους. Την ίδια στιγμή, το σύνθετο παιχνίδι εντός της αλυσίδας επιδρά αναδραστικά επάνω στους κρατικούς κρίκους που τη συνθέτουν. Η αλυσίδα πρέπει να αναπαραχθεί ως καπιταλιστική. Γεγονός που σημαίνει ότι καθώς κάθε ιδιαίτερη αστική στρατηγική αναπτύσσεται στη διεθνή αρένα (δηλαδή σε ένα επίπεδο ρευστών, ασταθών και πάντα ιεραρχημένων συσχετισμών) συμβάλλει σε τελευταία ανάλυση στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού εν γένει ως σταθερής σχέσης ταξικής εξουσίας.

2. Η θεωρητική κληρονομιά των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού

Οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού αποτελούν κεντρικό σημείο αναφοράς στις σχετικές συζητήσεις. Το γεγονός αυτό δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Στις κλασικές θεωρίες συμπεριλαμβάνονται όλες οι βασικές θεωρητικές στιγμές της μαρξιστικής συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό και τις καπιταλιστικές κρίσεις όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο 1909-1925 (δηλαδή μετά την έκδοση του βιβλίου του Hobson για τον ιμπεριαλισμό στα 1902) αλλά ιδιαίτερα οι αναλύσεις των Hilferding, Luxemburg, Μπουχάριν και Λένιν.

Παρόλα αυτά δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ένα βασικό σημείο. Οι κλασικές θεωρήσεις του ιμπεριαλισμού με ελάχιστες αποκλίσεις – οι οποίες βασικά αντικατοπτρίζουν τις αμφιταλαντεύσεις του Λένιν και όψεις από την παρέμβαση του Μπουχάριν – μοιράζονται την ενιαία πεποίθηση ότι: ο καπιταλισμός έχει υποστεί ριζικούς και δομικούς μετασχηματισμούς, με αποτέλεσμα η ανάλυση του Μαρξ να μην επαρκεί πλέον για την πλήρη περιγραφή του. Κατά συνέπεια εκείνο που υπονοείται είναι ότι ο «νεότερος» καπιταλισμός της εποχής Hilferding δεν είναι ακριβώς ο καπιταλισμός του Das Kapital. Η αντίληψη αυτή, ρητά ή άρρητα διατυπωμένη, διαπερνά τις περισσότερες θεωρητικές αναλύσεις των αρχών του 20ού αιώνα.

Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τη βαθύτερη λογική που συνέχει εσωτερικά το στοχασμό των κλασικών θεωριών με τη βοήθεια των παρακάτω τεσσάρων σημείων:2

  1. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί σε μονοπωλιακές δομές οργάνωσης της παραγωγής (συγκέντρωση και συγκεντροποίηση). Η διαδικασία αυτή δημιουργεί πλεονάζον κεφάλαιο.

  2. Η παραγωγή διεθνοποιείται. Τα «εθνικά» ατομικά κεφάλαια αναπτύσσονται σε γεωγραφικό πεδίο που υπερβαίνει κατά πολύ τα εθνικά σύνορα.

  3. Ο καπιταλισμός γίνεται παγκόσμιο σύστημα, δηλαδή οι «νόμοι» του συστήματος αφορούν πλέον το παγκόσμιο επίπεδο.

  4. Το κράτος των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών «υποστηρίζει» γεωπολιτικά μέσω του (αποικιακού) ιμπεριαλισμού την κίνηση των κεφαλαίων «του». Στην πραγματικότητα συγχωνεύεται με τα μονοπώλια. Ο κόσμος μοιράζεται σε σφαίρες επιρροής. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα «εθνικά» ατομικά κεφάλαια λαμβάνει τη μορφή των γεωπολιτικών ανταγωνισμών μεταξύ των ισχυρών κρατών.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ανάπτυξη των απελευθερωτικών κινημάτων που επακολούθησαν, οι περισσότερες αποικίες κατέκτησαν την εθνική τους ανεξαρτησία συμβάλλοντας στην κατάρρευση των αυτοκρατοριών και στο τέλος της αποικιοκρατίας. Εντούτοις, οι περισσότερες μεταπολεμικές μαρξιστικές προσεγγίσεις για τον ιμπεριαλισμό θεώρησαν ως δεδομένο ότι οι τέως αποικίες και πλέον αναπτυσσόμενες χώρες εξακολουθούν να υποτάσσονται στις αναπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες μέσα από δομικές σχέσεις εξάρτησης. Έτσι, η σύλληψη του «παγκόσμιου καπιταλισμού» (διαμορφωμένη αρχικώς μέσα στα κλασικά έργα του ιμπεριαλισμού) αποτέλεσε το υπόβαθρο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όλων εκείνων των θεωρητικών προσεγγίσεων οι οποίες επέμειναν να αντιλαμβάνονται τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις ως σχέσεις εκμετάλλευσης και πόλωσης ανάμεσα σε ένα αναπτυγμένο ιμπεριαλιστικό κέντρο και σε μία εξαρτημένη περιφέρεια. Το βασικό στοιχείο που εξασφαλίζει τη σύγκλιση όλων των διαφορετικών εκδοχών της αντίληψης περί μητρόπολης και περιφέρειας σε ένα ενιαίο θεωρητικό ρεύμα είναι το σημείο (3) της προηγούμενης ταξινόμησης. Βέβαια, η ιδέα ενός παγκόσμιου ενιαίου καπιταλιστικού συστήματος συνεπάγεται ότι οι παγκόσμιες διαδικασίες διατηρούν προτεραιότητα ως προς τις εθνικές διαδικασίες. Έτσι, το στοιχείο της υφαρπαγής που ένα ισχυρό κέντρο επιβάλλει σε μία υποταγμένη σε αυτό περιφέρεια θεωρείται το ουσιώδες χαρακτηριστικό του παγκόσμιου συστήματος.3

Ωστόσο, στο πλαίσιο της «παγκόσμιας οικονομίας» το κράτος εξακολουθούσε να θεωρείται εργαλείο στα χέρια των διεθνών πολυεθνικών ή μονοπωλιακών συμπράξεων. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από την πρώτη κιόλας στιγμή (δηλαδή από τις αρχές του 20ού αιώνα) υπήρξαν προσπάθειες να ασκηθεί κριτική στην αναγωγιστική αντίληψη που επιβάλλει το σημείο (4). Ενδεικτικές σε αυτή την κατεύθυνση στάθηκαν οι παρεμβάσεις των Weber (1978) και Schumpeter (1951), οι οποίες εντάσσονται στην ίδια γενική θεωρητική προβληματική. Εκτός των άλλων, οι τελευταίοι εισήγαγαν μία διαφορετική αντίληψη για το κράτος, το οποίο παύει να προσλαμβάνεται σαν αδρανές εργαλείο στα χέρια των μονοπωλιακών ατομικών κεφαλαίων για να αποκτήσει τη δική του αυτόνομη οργανωτική δυναμική.4

Κριτικά απέναντι στο ίδιο σημείο (4) κινείται και μία σειρά σύγχρονων αναλύσεων, κάνοντας λόγο για ένα νέο ιμπεριαλισμό.5 Κάποιες από αυτές τις προσεγγίσεις αποδέχονται τη θέση (1), κάποιες πάλι όχι. Βασικό σημείο σύγκλισης αποτελεί η αποδοχή του (2), μία αντίληψη που επιτρέπει στα ατομικά κεφάλαια να απομακρύνονται από τον εθνικό τους χώρο χωρίς ωστόσο να χάνουν την εθνική τους «ταυτότητα». Συνεπώς, ο διεθνής οικονομικός χώρος διαμορφώνεται από τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε ατομικά κεφάλαια με διαφορετική εθνική προέλευση. Τα ισχυρά κράτη, λοιπόν, μετά το τέλος της αποικιοκρατίας φαίνεται ότι έχουν να επιλύσουν μία πολύ δύσκολη «εξίσωση»: με ποιον τρόπο να «περιφρουρήσουν» την εξωστρεφή κίνηση των ατομικών τους κεφαλαίων όταν αυτά αναπτύσσονται γεωγραφικά σε πεδία που υπερβαίνουν κατά πολύ την πολιτική εμβέλειά τους; Συνεπώς, όλα ξεκινούν επειδή τα «ιμπεριαλιστικά κεφάλαια» διασχίζουν έναν πολιτικά κατακερματισμένο κόσμο. Ο νέος ιμπεριαλισμός (στις ποικίλες εκδοχές του) φαίνεται για αρκετούς να είναι η λύση στη δύσκολη αυτή εξίσωση, πάντα εκφράζοντας την πολιτική όψη μιας κατά βάση «οικονομικής σχέσης».

3. Η συνθήκη της «μη-αντιστοιχίας»

ανάμεσα στο κράτος και το ατομικό κεφάλαιο

Η επιχειρηματολογία της προηγούμενης ενότητας (δηλαδή τόσο ο οικονομισμός των κλασικών προσεγγίσεων όσο και οι μετέπειτα απόπειρες για την υπέρβασή του) μας οδηγούν σε ορισμένα πολύ βασικά συμπεράσματα που δεν έχουν τύχει κατάλληλης προσοχής στις σχετικές συζητήσεις. Η αποδοχή του σημείου (2) των κλασικών αντιλήψεων του ιμπεριαλισμού σημαίνει ότι η διεθνής κίνηση των ατομικών κεφαλαίων διαμορφώνει έναν οικονομικό χώρο, η γεωγραφία του οποίου δεν συμπίπτει με την κατακερματισμένη γεωγραφία των εθνικών κρατών. Με άλλα λόγια, εκείνο που υπονοείται εδώ είναι μία διαρκής συνθήκη μη-αντιστοιχίας ανάμεσα στο κράτος (πολιτικό επίπεδο) και το κεφάλαιο (οικονομικό επίπεδο). Δύο είναι οι δυνατές εκδοχές ενός τέτοιου αποτελέσματος. Θα επιχειρήσουμε εν συντομία να αναφερθούμε σε αυτές συνοψίζοντας σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης βιβλιογραφίας (με τρόπο κατάλληλο για την ανάπτυξη του δικού μας επιχειρήματος).

Πρώτη εκδοχή. Οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού και οι αμέσως μεταγενέστερες αναλύσεις της εξάρτησης αποδέχτηκαν (σε διάφορες παραλλαγές) ότι τα ατομικά κεφάλαια διαπερνώντας τα εθνικά σύνορα διατηρούν την εθνική τους ταυτότητα. Διεκπεραιώνουν, με άλλα λόγια, μία κρίσιμη διαμεσολάβηση: συγκροτούν μία διεθνή οικονομική σφαίρα, περισσότερο ή λιγότερο ομοιογενή, επενδύοντάς την με μία δομική σχέση εξάρτησης και ενδεχομένως άνισης ανταλλαγής. Συνολικά αυτή η διαδικασία, μεταθέτοντας την ταξική πάλη σε ένα ακαθόριστο και αδρανές παρασκήνιο, υπαινίσσεται μία ορισμένη μορφή κράτους, το οποίο στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού οφείλει να είναι αυτόνομο και εξωτερικό ως προς την κίνηση των ατομικών κεφαλαίων. Το κράτος εδώ αναλύεται σαν μία κυρίαρχη «οντότητα» η οποία θα μπορούσε να νοηθεί εναλλακτικά είτε ως αδρανές εργαλείο είτε ως αυτοτελές και αυτοκυρίαρχο υποκείμενο που υπακούει στη δική του ιδιαίτερη λογική.

Καταλαβαίνουμε, συνεπώς, ότι η κριτική στον οικονομισμό των κλασικών θεωριών (η οποία απορρίπτει την εργαλειακή αντίληψη του κράτους για να υπεραμυνθεί της βεμπεριανής εκδοχής ενός κράτους κατά βάση θεσμικά αυτοκυρίαρχου) δεν αναιρεί τη συνολικότερη κατεύθυνση του προηγούμενου συλλογισμού της μη-αντιστοιχίας μεταξύ κράτους και κεφαλαίου. Δεδομένης της διεθνοποιημένης κίνησης των κεφαλαίων, η ουσία των παρεμβάσεων των Weber και Schumpeter θα μπορούσε να ιδωθεί σαν την απλή προσθήκη μιας παραπάνω παραμέτρου στο ίδιο πάντα πρόβλημα: της παραμέτρου του αυτόνομου γεωπολιτικού ανταγωνισμού που είναι ενδογενής στη θεσμική συγκρότηση των κρατών.

Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση, οι σύγχρονες αναλύσεις περί «νέου ιμπεριαλισμού» υλοποιούν στις παραλλαγές τους τη διάθεση να επανεξεταστεί το πρόβλημα του ιμπεριαλισμού στο έδαφος των κλασικών θεωριών όταν το έδαφος αυτό έχει «εμπλουτιστεί» από εκδοχές ενός αυτόνομου και μη-εργαλειακού κράτους.6 Στο νέο πεδίο, η σχέση κράτους και κεφαλαίου εξακολουθεί να υπακούει στη διαλεκτική της μη-αντιστοιχίας. Τώρα τα «συμφέροντα» των κρατών έρχονται αντιμέτωπα με εκείνα των κεφαλαίων σε ένα παιχνίδι συνταύτισης ή και αντιπαράθεσης (με την πρώτη εκδοχή να υπερτερεί συνήθως στις σχετικές αναλύσεις7). Τα κράτη εμφανίζονται συχνά «διατεθειμένα» να ενισχύσουν τα κεφάλαιά «τους» στη διεθνή κίνηση που διαγράφουν για λόγους ίδιου συμφέροντος.8

Δεύτερη εκδοχή. Όπως πολύ σωστά υποστήριξε ο Πουλαντζάς (1981) το κεφάλαιο δεν είναι «πράγμα» προς εξαγωγή, αναδεικνύοντας έτσι το πρόβλημα που προκύπτει από την εμμονή στην «εθνική προέλευση» των ατομικών κεφαλαίων. Ωστόσο, η ανάλυση του Πουλαντζά παρότι επιχειρεί να δώσει έμφαση στο χαρακτήρα του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης, δεν είναι τελικά απαλλαγμένη από την προβληματική των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού. Σαν αποτέλεσμα, ο ίδιος επανέρχεται διαρκώς στη λογική της εθνικής προέλευσης των κεφαλαίων θεωρώντας πολλές φορές ότι τα ατομικά κεφάλαια τείνουν να «συμπαρασύρουν» μαζί τους τις «εθνικές» σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν στη χώρα προέλευσης. Στο συλλογισμό του, το «αμερικάνικο» κεφάλαιο διεισδύοντας στον ευρωπαϊκό χώρο αρχίζει να καταλαμβάνει εξουσίες πραγματικής κυριότητας, διαδικασία που εγγράφεται μέσω μιας «εξ επαγωγής» αναπαραγωγής και στους κρατικούς θεσμούς της χώρας υποδοχής.

Την ιδέα αυτή θα μπορούσε κάποιος να τραβήξει στα άκρα και να υποθέσει ότι το διεθνοποιημένο κεφάλαιο συγκροτείται ως αυτόνομη οντότητα (πράγμα καθαυτό) παγκοσμίως, χωρίς ιδιαίτερους δεσμούς με κάποιο (ισχυρό) κράτος καταγωγής. Για την κίνησή του απαιτούνται νέες υπερκρατικές και σίγουρα υπερεθνικές πολιτικές μορφές. Πρόκειται για μία λογική η οποία συνδέθηκε εξαρχής με την παρέμβαση του Gramsci (ιδιαίτερα όσον αφορά την έννοια του «ιστορικού μπλοκ») και η οποία είτε θεωρεί ότι υπάρχουν διεθνείς σχέσεις παραγωγής οι οποίες αναπαράγονται δίπλα στις εθνικές (πολλές φορές σε αντίθεση με αυτές) είτε ότι η συγκρότηση των τάξεων ήταν εξ’ αρχής μία παγκόσμια διαδικασία ή ότι σε κάποια φάση εξελίχθηκε σε τέτοια.9

Και οι δύο προηγούμενες εκδοχές, οι οποίες σχηματικά καλύπτουν το σημαντικότερο τμήμα της σύγχρονης βιβλιογραφίας, αποτελούν διαφορετικούς τρόπους να ερμηνευτεί η διαλεκτική της μη-αντιστοιχίας ανάμεσα στο κράτος και το κεφάλαιο. Υπό την έννοια αυτή, αποτελούν θεωρητικές στρατηγικές οι οποίες μοιράζονται μία ενιαία αφετηρία (αποδεχόμενες το ίδιο ερώτημα).

Με άλλα λόγια, οι διάφορες θεωρήσεις περί «νέου ιμπεριαλισμού», οι νέο-γκραμσιανές αναλύσεις περί «παγκόσμιου επιπέδου», οι μεταμοντέρνες εκδοχές περί αυτοκρατορίας (βλ. παρακάτω στην ενότητα 6), και οι παραδοσιακές θεωρίες περί εξάρτησης, «παγκόσμιου συστήματος» ή «παγκόσμιων συστημάτων», αποτελούν εναλλακτικές απόπειρες εννοιολόγησης της υποτιθέμενης απουσίας αντιστοιχίας ανάμεσα στην εδαφική κυριαρχία του εθνικού κράτους (εθνικά σύνορα), από τη μία, και τη σφαίρα επιχειρήσεων και κυριαρχίας του κεφαλαίου (είτε υποθέσουμε ότι διατηρεί την εθνική του «ταυτότητα» είτε όχι). Με τον τρόπο αυτό αποτελούν εναλλακτικές θεωρητικές διαδρομές που διατηρούν πάντα ένα ενιαίο σημείο αφετηρίας, μία κοινή θεωρητική (και όχι εμπειρική) προκείμενη, επιχειρώντας να διατυπώσουν μία πιο συγκεκριμένη ανάλυση των σύγχρονων μορφών διεθνοποίησης του κεφαλαίου και να καταλήξουν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα για τις σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και το διεθνοποιημένο κεφάλαιο.

Αναμφίβολα, βασική προϋπόθεση όλων ανεξαιρέτως των παραπάνω προσεγγίσεων είναι η απόρριψη μιας κρίσιμης έννοιας της μαρξικής ανάλυσης: της έννοιας του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου (Gesamtkapital). Η απόρριψη αυτή έχει σημαντικές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο κατανοείται πλέον η οργάνωση της ταξικής εξουσίας στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού και συνακόλουθα στον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού.

4. Η έννοια του «συνολικού κεφαλαίου» στην ανάλυση του Μαρξ

και η θεωρητική μετατόπιση του Hilferding

4.1 Η θεωρία του συνολικού κεφαλαίου (Gesamtkapital) στην ανάλυση του Μαρξ

Όπως έχει υποστηριχθεί αλλού, ο μαρξισμός πάντα αποτελούσε ένα εγγενώς σχισματικό θεωρητικό σύστημα. Μέχρι την έκδοση του βιβλίου του Hilferding με τίτλο Finanzkapital (Χρηματιστικό Κεφάλαιο), oι περισσότερες αναγνώσεις της οικονομικής ανάλυσης του Μαρξ αποδέχονταν μία συγκεκριμένη οπτική όσον αφορά στις σχέσεις ανάμεσα στην καπιταλιστική οικονομία ως σύνολο και την ατομική επιχείρηση. Σύμφωνα με αυτή, οι εγγενείς αιτιακές κανονικότητες («νόμοι» ως τάσεις) του καπιταλιστικού συστήματος εκδηλώνονται στο επίπεδο της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας ως συνόλου, από όπου και επιβάλλονται ως «κίνητρα» στα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν το επίπεδο της οικονομίας. Η έννοια που αντιστοιχεί στις συνολικές αιτιακές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής είναι σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ το «συνολικό κεφάλαιο». Σε μία εναλλακτική διατύπωση, οι εμμενείς αιτιακές σχέσεις που συνέχουν την καπιταλιστική οικονομία μετασχηματίζουν το σύνολο των επιχειρήσεων (των «ατομικών κεφαλαίων», σύμφωνα με την ορολογία του Μαρξ) σε στοιχεία του συνολικού κεφαλαίου, δηλαδή τις τοποθετούν στο εσωτερικό του οικονομικού συστήματος το οποίο και επενεργεί ρυθμιστικά επάνω σε αυτές. Από αυτή την άποψη, όπως μας εξηγεί ο Μαρξ, το κεφάλαιο συγκροτεί μια συγκεκριμένη ιστορική κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Συγκεκριμένα: «με τη μορφή αυτή το κεφάλαιο αποχτά συνείδηση ότι είναι μία κοινωνική δύναμη».10

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός στην ανάλυση του Μαρξ εγγυάται την αμοιβαία σύμπλεξη (προσίδια στη λογική του καπιταλισμού) των μεμονωμένων μονάδων παραγωγής επιβάλλοντας επάνω στα αντίστοιχα κεφάλαια τους «νόμους» της καπιταλιστικής παραγωγής. Ο ανταγωνισμός επιτρέπει στις ξεχωριστές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, τα ατομικά κεφάλαια, να οργανώνονται και να λειτουργούν ως συνολικό κεφάλαιο. Μέσα από τη δομική αυτή αλληλεξάρτηση, δηλαδή μέσα από την αναγωγή τους σε τμήματα του συνολικού κεφαλαίου, τα ατομικά κεφάλαια αναγορεύονται σε κοινωνική τάξη: λειτουργούν ως ενιαία κοινωνική δύναμη που έρχεται αντιμέτωπη με την εργασία κυριαρχώντας επάνω της. Σαν ατομικά κεφάλαια, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις επιδιώκουν διαρκώς να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους. Η τάση αυτή, μέσω του ελεύθερου ανταγωνισμού, υπάγεται στους εγγενείς νόμους του συνολικού κεφαλαίου, και συγκεκριμένα στη διαδικασία εξίσωσης του γενικού ποσοστού κέρδους. Κατά συνέπεια, η τάση προς ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους αποτελεί ένα δομικό χαρακτηριστικό της σχέσης του κεφαλαίου.

Επιχειρηματολογώντας με αυτόν τον τρόπο, ο Μαρξ οριοθετείται συνειδητά από την ιστορικιστική αντίληψη της καπιταλιστικής επιχείρησης. Φροντίζει να μην ερμηνεύσει την τελευταία ως αυτόνομη οντότητα, δηλαδή ως έναν οικονομικό θεσμό που οργανώνεται αυτοτελώς εξωτερικά από τον ανταγωνισμό. Στο επίπεδο του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, ο ατομικός «κεφαλαιοκράτης είναι μόνο το προσωποποιημένο κεφάλαιο, λειτουργεί στο προτσές παραγωγής μόνο ως φορέας του κεφαλαίου» (Μαρξ 1978-β: 1006). Δυστυχώς, η θεωρητική αυτή προβληματική δεν ισχύει στην περίπτωση του Hilferding.

4.2 Η αλλαγή υποδείγματος που πραγματοποίησε ο Hilferding

Για περίπου οκτώ δεκαετίες το Χρηματιστικό κεφάλαιο του Rudolf Hilferding θεωρείτο ως το πλέον κλασικό κείμενο του μαρξισμού. Παρόλα αυτά, αποτελεί μία ερμηνεία της μαρξικής θεωρίας που έχει περισσότερο το χαρακτήρα αναθεώρησης. Στην πραγματικότητα, ο Hilferding υπήρξε ο πρώτος που εξοβέλισε κατηγορηματικά την έννοια του συνολικού κεφαλαίου από τη διερεύνηση του ιμπεριαλισμού και των καπιταλιστικών κρίσεων, αποκτώντας έκτοτε πολλούς οπαδούς σε αυτό.

Με τη θέση περί εξάλειψης «του ελεύθερου ανταγωνισμού ανάμεσα στους ατομικούς καπιταλιστές από τις μεγάλες μονοπωλιακές κοινοπραξίες» (Hilferding 1981: 301), ο Hilferding εγκαινιάζει ένα σχέδιο «μικροοικονομικής» προσέγγισης σύμφωνα με το οποίο τα χαρακτηριστικά της «κυρίαρχης μορφής» της επιχείρησης (ως ατομικού κεφαλαίου) διαμορφώνουν το καπιταλιστικό σύστημα ως όλο (το συνολικό κεφάλαιο), καθορίζοντας το πρότυπο εξέλιξης και αλλαγής του. Σχηματικά, αυτό που συμβαίνει εδώ είναι μία «αντιστροφή» στη ροή της αιτιότητας ανάμεσα στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο και στο ατομικό κεφάλαιο, η οποία με τη σειρά της οριοθετεί ένα νέο υπόδειγμα ανάλυσης στο εσωτερικό της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας. Η μετατόπιση αυτή διαμορφώνει τον κατάλληλο θεωρητικό χώρο για τη θεμελίωση της προαναφερθείσας λογικής της μη-αντιστοιχίας ανάμεσα στο κράτος και το κεφάλαιο. Συνδέεται, επίσης, με τη γενική θεσμική προβληματική της ίδιας περιόδου που αναπτύσσεται στα έργα των Weber, Veblen, Schumpeter και μεταγενέστερα του Galbraith.11

Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία στην παραπάνω οπτική δεν είναι τόσο οι σύνθετες λεπτομέρειες του συλλογισμού που αναπτύσσει ο Hilferding. Η αντίληψη που θέλει τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό σαν μία τυπική σύμβαση, ολοκληρωτικά εξωτερική της σχέσης του κεφαλαίου (τέτοια μάλιστα που θα μπορούσε να «εξαλειφθεί» από τη συνδυασμένη δράση των διάσπαρτων μεμονωμένων επιχειρήσεων12), συνιστά μία κατεύθυνση σκέψης που διαφοροποιείται σημαντικά από τη μαρξική προβληματική. Με άλλα λόγια, ο Hilferding μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα διάγραμμα οργάνωσης της καπιταλιστικής εξουσίας το οποίο στρατηγικά αποκλίνει από την επιχειρηματολογία του Μαρξ αναφορικά με την έννοια του συνολικού κεφαλαίου.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται δεν αφορά πλέον τους κοινωνικούς όρους που επιτρέπουν στα ατομικά κεφάλαια να συντίθενται σε ενιαία κοινωνική δύναμη. Σε μία εμφανώς διαφορετική κατεύθυνση, τα ερωτήματα που ενεργοποιούνται στο εσωτερικό της νέας προβληματικής σχετίζονται με την περιοδολόγηση – ή εναλλακτικά τη γενεαλογία – των σχέσεων ανάμεσα σε διαφορετικούς κοινωνικούς θεσμούς (με την ευρεία σημασία του όρου).13 Είναι πάντα, λοιπόν, ο ρόλος του ενός θεσμού σε σχέση με κάποιον άλλο, συγκεκριμένα: ο ρόλος των μονοπωλιακών επιχειρήσεων σε σχέση με το κράτος. Θα πρέπει μάλιστα να υπογραμμίσουμε ότι το κρίσιμο σημείο εδώ δεν είναι τόσο η ιδιαίτερη απάντηση που μένει να δοθεί αλλά το πεδίο των θεωρητικών δυνατοτήτων που αναδύεται. Και αυτό ακριβώς το πεδίο είναι βαθύτατα σημαδεμένο από την «εξωτερικότητα» των σχέσεων που συνδέουν το κράτος με το κεφάλαιο. Το κράτος παύει να αποτελεί αναπόσπαστο παράγοντα στη συγκρότηση της κίνησης του συνολικού κεφαλαίου για να παρουσιαστεί ως ένας εξωτερικός θεσμός απλά σημαντικός για την ανάπτυξη της τελευταίας.

Είναι γνωστό ότι ο Hilferding υιοθέτησε μία εργαλειακή άποψη για το κράτος. Ένας τέτοιος συλλογισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία ορισμένη θεωρητική επιλογή (με σημαντικές πολιτικές συνεπαγωγές, βέβαια) που μπορεί να αναπτυχθεί στο εσωτερικό του ευρύτερου σχεδίου έρευνας που εγκαινιάζει η ανάλυσή του. Όπως παραδέχεται ο ίδιος: «από τη στιγμή που η πολιτική εξουσία του κράτους έχει αναχθεί σε μέσο ανταγωνισμού για το χρηματιστικό κεφάλαιο στην παγκόσμια αγορά, αυτό ευλόγως συνεπάγεται πλήρη αλλαγή στις σχέσεις της αστικής τάξης με το κράτος» (ό. π.: 332). Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο Hilferding θεωρεί ότι το κράτος παρέχει γεωπολιτική υποστήριξη μέσω του (αποικιακού) ιμπεριαλισμού στη διεθνή κινητικότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ανάμεσα σε αυτά (το κράτος και το ατομικό κεφάλαιο ως διακριτούς κοινωνικούς θεσμούς) μπαίνει σε ισχύ μία σχέση παθητικής εξωτερικότητας. Σε κάθε περίπτωση, θα λέγαμε ότι η σύλληψη του ατομικού κεφαλαίου στην ανάλυση του Hilferding προσιδιάζει περισσότερο στη βεμπεριανή ιδέα ενός επικερδούς οργανισμού (Verband).14 Εντούτοις, η γενική προβληματική του Hilferding δεν παραβιάζεται στο ελάχιστο εάν κανείς δοκιμάσει μία διαφορετική συστηματοποίηση των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και το κεφάλαιο: περισσότερο διαδραστική αυτή τη φορά. Το κράτος θα μπορούσε ενδεχομένως να πάψει να προσεγγίζεται σαν ένα αδρανές εργαλείο στη διάθεση του χρηματιστικού κεφαλαίου, και να εμφανιστεί σαν ένας «οργανισμός διακυβέρνησης» που υπακούει στη δική του ιδιαίτερη λογική. Όπως έχουμε ήδη σχολιάσει, σημαντικό τμήμα της σύγχρονης βιβλιογραφίας (ιδιαίτερα οι θεωρίες περί νέου ιμπεριαλισμού) οργανώνουν την επιχειρηματολογία τους επάνω σε μία τέτοια προοπτική.15 Κατά συνέπεια, ο οικονομισμός του Hilferding θα μπορούσε να παρακαμφθεί χωρίς ωστόσο να απομακρυνθεί κανείς από την ευρύτερη θεσμική προβληματική που αποπνέει το συγκεκριμένο τμήμα του έργου του (όσον αφορά στο ζήτημα του μονοπωλιακού καπιταλισμού).16

5. Η αντίληψη του Λένιν για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα:

κάποια πρώτα θεωρητικά συμπεράσματα

5.1 Επανεξετάζοντας την καπιταλιστική εξουσία: ένα γενικό αναλυτικό περίγραμμα

Έχοντας υπόψη μας την επιχειρηματολογία της προηγούμενης ενότητας, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η έννοια του συνολικού κεφαλαίου είναι κρίσιμη για την ανάλυση του καπιταλισμού διότι στοχεύει ακριβώς στην «καρδιά» της καπιταλιστικής εξουσίας του (και του καπιταλιστικού κράτους) αποδίδοντας τον τρόπο ενοποίησης της αστικής τάξης.17

Σε αντίθεση με ό,τι παραδέχεται το μεγαλύτερο τμήμα της σύγχρονης βιβλιογραφίας, η σχέση του κεφαλαίου με το εθνικό-κράτος δεν είναι εξωτερική. Με άλλα λόγια, τόσο το κράτος όσο και το κεφάλαιο δεν συγκροτούνται ως διακριτές «οντότητες» ή ως αυτόνομοι «παράγοντες» (agents) στο πλαίσιο ενός ενιαίου συστήματος. Μάλλον θα πρέπει να διαχωριστούμε από τη θεωρητική κληρονομιά των κλασικών αναλύσεων για τον ιμπεριαλισμό, πάντα σε μία προσπάθεια να ξαναστοχαστούμε τον ιμπεριαλισμό μέσα από την προβληματική του μαρξικού εννοιολογικού συστήματος. Στο τελευταίο, το κράτος αναλαμβάνει ένα διπλό οργανωτικό ρόλο: οργανώνοντας την πολιτική ενότητα της αστικής τάξης οργανώνει ταυτόχρονα την αστική τάξη ως κυρίαρχη τάξη (Balibar 1978). Με την έννοια αυτή το κράτος, με το σύνολο των θεσμών του, με τις λειτουργίες διαμεσολάβησης και διαχείρισης, είναι εσαεί παρόν στη συγκρότηση των κοινωνικών τάξεων και στην κίνηση του κεφαλαίου.18 Το κράτος δεν παρέχει μία έξωθεν υποστήριξη στην κίνηση του κεφαλαίου, αλλά βρίσκεται πάντα με συγκεκριμένους όρους «μέσα σε αυτή». Η ενότητα των καπιταλιστών, η συμφιλίωση των αντικρουόμενων συμφερόντων τους και η συγκρότησή τους σε ενιαία πολιτική δύναμη, η διεκπεραίωση των κρίσιμων λειτουργιών για την οργάνωση της εκμετάλλευσης θα ήταν αδύνατες χωρίς τη διαρκή μεσολάβηση του κράτους. Παράλληλα, χωρίς την τελευταία, καμία στρατηγική εκμετάλλευσης δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί, γεγονός που μας επισημαίνει ότι το κράτος «είναι μέσα» και στην εργατική τάξη.19 Ο διαπλαστικός αυτός ρόλος του κράτους καταργεί κάθε εξωτερικό διαχωρισμό σε «κράτος» και «κεφάλαιο» με αποτέλεσμα το κατεξοχήν πεδίο των ταξικών αγώνων και της συγκρότησης των τάξεων να είναι αναγκαστικά ο εθνικός χώρος (η κρατική επικράτεια). Ή διαφορετικά, η έννοια του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου υπαινίσσεται σαφέστατα την υλική ύπαρξη του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη.

Κατά συνέπεια, ανάμεσα στο εθνικό κράτος και το ατομικό κεφάλαιο που αναπτύσσεται στην επικράτειά του συγκροτείται μία σχέση εσωτερικότητας και «αντιστοιχίας». Στη σύλληψη του Μαρξ, η «πολιτική» ενυπάρχει στην «οικονομία» μέσα σε μία διαλεκτική σύνθετου καθορισμού και επικαθορισμού.20 Το κράτος δεν αποτελεί ούτε «ουδέτερο εργαλείο» αλλά ούτε και «αυτόνομη οντότητα» όπου μία παρασιτική γραφειοκρατία υποτίθεται ότι αναλαμβάνει να ενοποιήσει. Το κεφάλαιο δεν έρχεται αντιμέτωπο με μία εξωτερική κρατική εξουσία που το απειλεί αλλά ούτε και με μία κρατική εξουσία που απλά το προστατεύει. Η «εσωτερική» σχέση κράτους και κεφαλαίου αποτελεί μία διπλή συνθήκη. Από τη μία, δεν επιτρέπει την αυτο-διάχυση των κρατικών κρίκων σε μία παγκόσμια αυτοκρατορία που δήθεν εποπτεύει-οργανώνει μία ομοιογενή παγκόσμια οικονομική δομή. Από την άλλη, δεν επιτρέπει στο κεφάλαιο που απομακρύνεται από τα εθνικά σύνορα να συνεχίζει να διατηρεί «σφραγίδα προέλευσης».

Στην επιχειρηματολογία του Λένιν υπάρχουν με διάσπαρτο τρόπο σημαντικές πλευρές οι οποίες εντάσσονται ακριβώς στο εσωτερικό της παραπάνω προβληματικής. Οι πλευρές αυτές συνιστούν μία ενδιαφέρουσα ρήξη με το θεωρητικό λόγο των κλασικών προσεγγίσεων στο ζήτημα του ιμπεριαλισμού (ρήξη στο βαθμό που οι εν λόγω κλασικές προσεγγίσεις αποτελούν μετατόπιση από τον πυρήνα της μαρξικής προβληματικής) και μας οδηγούν σε κρίσιμα θεωρητικά συμπεράσματα τα οποία θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε περαιτέρω. Με άλλα λόγια, ένα ορισμένο τμήμα της παρέμβασης του Λένιν θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως γόνιμη απόπειρα στοχασμού του ζητήματος του ιμπεριαλισμού στο εσωτερικό της μαρξικής προβληματικής.

5.2 Η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στην ανάλυση του Λένιν

Οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού αναπτύχθηκαν σε μία περίοδο σημαντικών αλλαγών στην Ευρώπη και τη Ρωσία. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη και συνδέεται με καταλυτικές κοινωνικές διεργασίες που τείνουν να αποσταθεροποιήσουν την κεφαλαιοκρατική εξουσία στις εμπόλεμες χώρες. Οι λαϊκές μάζες ριζοσπαστικοποιούνται με ταχύτατους ρυθμούς και το ζήτημα της κοινωνικής επανάστασης τίθεται στην ημερήσια διάταξη.

Στην επαναστατική πτέρυγα της Σοσιαλδημοκρατίας τίθενται λοιπόν εκ των πραγμάτων με άμεσο τρόπο την περίοδο αυτή δύο ειδών ζητήματα. Πρώτον, το ζήτημα της στρατηγικής της επανάστασης, το ζήτημα δηλαδή των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες η εργατική τάξη μπορεί να κατακτήσει την εξουσία. Δεύτερον, το ζήτημα της πολιτικής τακτικής με κύριο πρόβλημα εδώ (εκτός από το θέμα της στάσης απέναντι στον πόλεμο που για το επαναστατικό ρεύμα ήταν λυμένο) τη στάση της Αριστεράς απέναντι στα εθνικά κινήματα αυτοδιάθεσης που αναπτύσσονταν σε διάφορες χώρες. Στο ζήτημα αυτό κυριαρχούν στο εσωτερικό της επαναστατικής πτέρυγας της Σοσιαλδημοκρατίας αντιλήψεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αρνούνται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών.21

Οι αντιλήψεις αυτές πήγαζαν κατευθείαν από τη θεωρία του «παγκόσμιου καπιταλισμού»22 – βλέπε το σημείο (3) της ενότητας 2 – και χρησιμοποιούσαν δυο ειδών επιχειρήματα. Πρώτον, ότι η αυτοδιάθεση των εθνών, η δημιουργία νέων εθνικών κρατών, έχει καταστεί αδύνατη στην εποχή του ιμπεριαλισμού και δεύτερον, ότι η σοσιαλιστική επανάσταση τείνει αναγκαστικά προς την εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου ή έστω ενός πολυεθνικού σοσιαλιστικού καθεστώτος, πορεία που επομένως δε συμβιβάζεται με το αίτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης. Από τους θεωρητικούς του ιμπεριαλισμού η Luxemburg αντιτάχθηκε ανοικτά στην πολιτική υποστήριξη της εθνικής αυτοδιάθεσης.23 Αλλά και ο Μπουχάριν διατήρησε ακόμα και μετά τη ρωσική επανάσταση τις αποστάσεις του από το αίτημα της αυτοδιάθεσης.24

Απέναντι στην πολιτική αυτή στρατηγική αντιτάχθηκε, όπως είναι γνωστό, ο Λένιν, πράγμα που τον οδήγησε τελικά στη ρήξη με τη θεωρία του «παγκόσμιου καπιταλισμού» και στη διατύπωση της αντίληψης για την παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ο Λένιν υποστηρίζει το αίτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών, όχι από τη σκοπιά του εθνικισμού, αλλά ακριβώς αντίθετα, από τη σκοπιά της προλεταριακής επανάστασης: «για τον αγώνα ενάντια στην πληγή του εθνικισμού έχει πολύ μεγάλη σημασία η προπαγάνδιση του δικαιώματος για αυτοδιάθεση» (Δεκέμβριος 1913, Λ.Α. 1953 τ. 19: 509). Ήδη το 1915 διατυπώνει, λοιπόν, τη θεωρία της κοινωνικής επανάστασης ως συνολικό αποτέλεσμα - συμπύκνωση των κοινωνικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού: «Το βασικό ζήτημα κάθε επανάστασης είναι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας» (29-4-17, Λ.Α. 1953, τ. 24: 20). Τη θεωρία του για το κράτος ως υλική πολιτική συμπύκνωση των σχέσεων εξουσίας, και συνακόλουθα την αναγκαιότητα «συντριβής - ανατίναξης» του αστικού κράτους από την εργατική τάξη, θα διατυπώσει ως γνωστόν λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο 1917, στο Κράτος και Επανάσταση.

Με βάση λοιπόν τη μαρξιστική αντίληψη για το αστικό κράτος ως την ειδική καπιταλιστική μορφή πολιτικής οργάνωσης της εξουσίας, το ζήτημα του έθνους τίθεται σε ένα εντελώς νέο πλαίσιο. Το κράτος είναι εθνικό κράτος, το έθνος εκφράζει το συνολικό οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό αποτέλεσμα της ειδικής (κεφαλαιοκρατικής) κοινωνικής συνοχής ανάμεσα στις άρχουσες και τις κυριαρχούμενες τάξεις ενός κοινωνικού σχηματισμού. Η συγκρότηση του κράτους συμβαδίζει στην ιδανική περίπτωση με τη διαμόρφωση του έθνους. Όπως το κράτος παίρνει τη μορφή του εθνικού κράτους, έτσι και το έθνος κατατείνει προς την πολιτική ολοκλήρωσή του σε ανεξάρτητο κράτος. Η ύπαρξη, μέσα από την ιστορική διαδικασία, περισσότερων ιδιαίτερων εθνοτήτων στο εσωτερικό ενός (πολυεθνικού) κράτους ταυτίζεται λοιπόν κατά κανόνα με την ύπαρξη μιας κυρίαρχης εθνότητας (η οποία και «χρωματίζει εθνικά» το συγκεκριμένο κράτος) και την καταπίεση από αυτή των άλλων εθνοτήτων. Ταυτόχρονα, αυτό σημαίνει ότι οι καταπιεζόμενες εθνότητες κατατείνουν προς τον αποχωρισμό, τη δημιουργία ιδιαίτερων εθνικών κρατών, την κρατική επικύρωση της ειδικής εθνικής συνοχής ανάμεσα στις ανταγωνιστικές τάξεις (Λ.Α. 1982. τ. 38: 161.)

Η εμμονή του Λένιν στη μαρξιστική θεωρία του κράτους και της εξουσίας, θα τον οδηγήσουν στο να διαφοροποιηθεί από την κυρίαρχη (και την εποχή εκείνη) αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό ως ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνικοοικονομική δομή. Ο Λένιν θα διατυπώσει τώρα τη θεωρία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Η διεθνοποίηση του καπιταλισμού μέσα από το εξωτερικό εμπόριο και τη δημιουργία της διεθνούς αγοράς, αλλά κυρίως μέσα από τις εξαγωγές κεφαλαίων, τη δημιουργία διεθνών τραστ κλπ. διαπλέκει μεταξύ τους τους διαφορετικούς καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, δημιουργεί πολύμορφες αλλά και ανισοβαρείς διασυνδέσεις μεταξύ τους, διαμορφώνοντας έτσι μια ενιαία παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Δεν πρόκειται, όμως, για μια ενιαία παγκόσμια οικονομικοκοινωνική δομή, αλλά για τη διεθνή συνάρθρωση των διαφορετικών (εθνικών-κρατικών) οικονομικο-κοινωνικών δομών, κάθε μια από τις οποίες αναπτύσσεται με ένα διαφορετικό ρυθμό, σαν αποτέλεσμα κυρίως των διαφορετικών ταξικών και πολιτικών συσχετισμών που αποκρυσταλλώνονται στο εσωτερικό της. Η θέση αυτή έχει δυο ειδών θεωρητικές συνέπειες.

Πρώτα, οδηγεί στη διατύπωση του νόμου της ανισόμερης ανάπτυξης κάθε εθνικού κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Με βάση το «νόμο» αυτό, ο Λένιν απορρίπτει κατηγορηματικά την αντίληψη ότι «από καθαρά οικονομική άποψη» είναι νοητό ένα «ενιαίο παγκόσμιο τραστ που καταβροχθίζει όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη» (Λ. A., 1953, τόμ. 22: 277). Τώρα πλέον ο Λένιν θα αναπτύξει μια εντελώς νέα προβληματική: στην κυρίαρχη αντίληψη περί της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής δομής αντιπαραθέτει την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, οι κρίκοι της οποίας δεν είναι οι εθνικές οικονομίες αλλά τα κράτη. Έτσι αυτό που μετράει δεν είναι απλώς η «οικονομική ανάπτυξη» αλλά η συνολική (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική) δύναμη κάθε κράτους-κρίκου της αλυσίδας.

Η δεύτερη θεωρητική συνέπεια της θέσης του Λένιν για την παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα αφορά τους υλικούς (εσωτερικούς και διεθνείς) όρους για την προλεταριακή επανάσταση. Πρόκειται για τη θεωρία του αδύνατου κρίκου. Σε ρήξη με τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»25 που κυριαρχεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μέσα στη διεθνή Σοσιαλδημοκρατία, ο Λένιν θα υποστηρίξει ότι η ανατροπή του καπιταλισμού δεν θα προκύψει ούτε από την αδυναμία του παγκόσμιου συστήματος να αναπαράγεται σε παγκόσμια κλίμακα, ούτε από τις αντιφάσεις που υποτίθεται ότι συνεπιφέρει η υπερβολική «ωρίμανση» του καπιταλισμού. Η σοσιαλιστική επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα στην περισσότερο αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, αλλά στη χώρα που αποτελεί αδύνατο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας: στη χώρα όπου συγχωνεύονται και οξύνονται με τέτοιο τρόπο οι εσωτερικές και διεθνείς αντιφάσεις σ’ όλα τα κοινωνικά επίπεδα, ώστε να καθίσταται αντικειμενικά αναπόφευκτη η ανοικτή πολιτική έκφραση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας και η επαναστατική κρίση.26

6. Προς μία μαρξική σύλληψη του ιμπεριαλισμού

Η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, η οποία όπως είδαμε αναπτύχθηκε από τον Λένιν σε μία πολύ συγκεκριμένη και ιδιαίτερη πολιτική συγκυρία, οριοθετεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό ορίζοντα για την οργάνωση της μαρξικής επιχειρηματολογίας. Ο Λένιν κατέφυγε στη σύλληψη της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας προκειμένου να αντιπαρατεθεί στις αναλύσεις του «παγκόσμιου καπιταλισμού» οι οποίες κυριαρχούσαν τότε (σχεδόν όπως και σήμερα) στο εσωτερικό της Αριστεράς. Στη συνέχεια θα σταθούμε στα θεωρητικά αποτελέσματα που έχει μία τέτοια αναλυτική οριοθέτηση. Πιο συγκεκριμένα θα υποστηρίξουμε ότι η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας προϋποθέτει και υπαινίσσεται την «αντιστοιχία» ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κράτος σε πλήρη ρήξη με τη λογική της μη-αντιστοιχίας η οποία αποτελεί το υπόβαθρο όχι μόνο των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού αλλά και των περισσότερων σύγχρονων συστηματοποιήσεων.

6.1 Αποτελεί ο ιμπεριαλισμός την απάντηση σε κάποιο πρόβλημα;

Εάν προσεγγίσουμε τον ιμπεριαλισμό ως θεωρητική (ή πολιτική) απάντηση, τότε ποιο είναι το θεωρητικό (ή πολιτικό) ερώτημα; Ας ανακαλέσουμε προς στιγμή τα τέσσερα σημεία που συνθέτουν τον πυρήνα της προβληματικής των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού. Στις θεωρίες αυτές, από μία ορισμένη οπτική, η περιβόητη «τελευταία φάση» του καπιταλισμού φαίνεται ότι θέτει σοβαρά προβλήματα-εμπόδια στο κεφάλαιο τα οποία ωστόσο δεν συνιστούν αποτελέσματα της ταξικής πάλης: αναφερόμαστε προφανώς στο πρόβλημα της μη-αντιστοιχίας του κεφαλαίου με το κράτος. Το κράτος εδώ «αναγκάζεται» ή έστω «παρακινείται» να παρέχει υποστήριξη στην κίνηση όσων ατομικών κεφαλαίων υπερβαίνουν τα εθνικά του σύνορα μέσω των πολυποίκιλων πρακτικών που εμπίπτουν στο πεδίο του ιμπεριαλισμού.

Στην πραγματικότητα, μία προσεκτική ανάγνωση των κλασικών θεωριών μπορεί εύκολα να αναδείξει μία ανεπίλυτη εγγενή αμφιταλάντευση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις του καπιταλιστικού κράτους. Εάν στο πλαίσιο της «παγκόσμιας οικονομίας» τα εθνικά κράτη ξεπεραστούν ή αποδυναμωθούν, πώς είναι δυνατό να διευθετηθούν οι προϋποθέσεις της παγκόσμιας συσσώρευσης του κεφαλαίου – ή έστω των διεθνών διαδρομών του;27 Στην ερώτηση αυτή μπορούν να δοκιμαστούν δύο ριζικά διαφορετικές απαντήσεις.

Σύμφωνα με την πρώτη, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί (όπως πολύ συχνά έχει γίνει στη βιβλιογραφία) ότι κάτι τέτοιο αποτελεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα του καπιταλισμού και ότι ο ιμπεριαλισμός είναι η μόνη λύση ώστε να εξασφαλιστεί η επαπειλούμενη συνοχή του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος. Αυτή είναι η αναλυτική κατεύθυνση που επιλέγουν οι διάφορες εκδοχές που κάνουν λόγο για νέο ιμπεριαλισμό και συνεπώς από αυτή την άποψη συνδέονται άμεσα με τις κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού.

Αντίθετα με τη λογική αυτή, δεν είναι λίγοι οι θεωρητικοί που φαίνεται να έχουν χάσει την «πίστη» τους στην ισχύ των κρατών. Κατά συνέπεια, προσανατολίζουν την έρευνά τους στις υποτιθέμενες νέες υπερεθνικές μορφές πολιτικής διοίκησης και κυβερνησιμότητας. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μία τέτοια αντίληψη αποτελεί κάτι το ριζικά νέο στο πεδίο των ιδεών. Για παράδειγμα, οι προσεγγίσεις του Μπουχάριν και του Hilferding θα μπορούσαν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για μία θεώρηση ενός παγκόσμιου καπιταλισμού που θα κυβερνάται από ένα και μόνο κράτος.28 Σε ανάλογη «διάθεση», αρκετές πρόσφατες θεωρίες επιχειρούν να συλλάβουν τον ιμπεριαλισμό (ή έστω να τον στοχαστούν ως μία ιδιότυπη αυτοκρατορία) σαν μία διαρκώς επανερχόμενη λύση σε μία αναπόδραστη αντίφαση που αργά ή γρήγορα εκδηλώνεται όταν μία συγκεκριμένη δυναμική συσσώρευσης αρχίζει να μη συνάδει-αντιστοιχεί με τις μορφές της κοινωνικής ζωής που η ίδια η οργάνωσή της αρχικά προϋπέθετε. Σε φουκωϊκή ορολογία κάτι τέτοιο μπορεί να σημαίνει ότι το έθνος-κράτος δεν είναι πλέον ικανό να «κυβερνήσει», οπότε νέες (μεταμοντέρνες) μορφές πολιτικής κυριαρχίας θα πρέπει να «συμπληρώσουν» το διάκενο θέτοντας σε κίνηση ένα νέο πλαίσιο οργάνωσης των σχέσεων ανάμεσα στην εξουσία και την κυβερνησιμότητά της.29 Η Αυτοκρατορία των Hardt και Negri θα μπορούσε να ιδωθεί ως μία εκδοχή σε αυτή την κατεύθυνση (ανάμεσα σε άλλες μεταμοντέρνες συστηματοποιήσεις, φυσικά), στο πλαίσιο της οποίας μία νέα παγκόσμια μορφή κυριαρχίας αναγγέλλεται καθώς μία σειρά από εθνικούς και υπερεθνικούς οργανισμούς ενοποιούνται σε μία μοναδική λογική εξουσίας (Hardt and Negri 2000: xii). Εναλλακτικά, υιοθετώντας το γκραμσιανό σύστημα, αρκετοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η έννοια του «ιστορικού μπλοκ» αφορά πλέον το παγκόσμιο επίπεδο διότι «η παγκόσμια παραγωγή και η παγκόσμια πίστη συγκροτούνται πλέον ως διακριτές σφαίρες σχέσεων εξουσίας οι οποίες περιορίζουν το σύστημα των κρατών τουλάχιστον όσο επηρεάζονται από αυτό» (Cox 1999: 515).

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που έχει τελικά σημασία για την ανάλυσή μας είναι ότι σε όλες τις παραπάνω προσεγγίσεις ο ιμπεριαλισμός ή η υποτιθέμενη μεταμοντέρνα εκδοχή του πάντα γίνεται κατανοητός σαν μία διαρκής διευθέτηση των αντιφάσεων και των αναντιστοιχιών που προκύπτουν όταν η κεφαλαιακή συσσώρευση παύει να αντιστοιχεί στις κοινωνικές και θεσμικές μορφές που την υποστήριζαν αρχικά. Ο ιμπεριαλισμός προκύπτει πάντα σαν αποτέλεσμα αυτής της αναντιστοιχίας.

6.2 Ο Ιμπεριαλισμός ως μη-λύση σε ένα μη-πρόβλημα

Τι θα συμβεί, όμως, εάν ο ιμπεριαλισμός δεν αποτελεί λύση σε κάποιο πρόβλημα; Θα παραμείνουμε με το πρόβλημα ανεπίλυτο; Αλλά, τι είναι το αντίθετο μιας λύσης; Μία μη-λύση, μία λάθος λύση; Θα ήταν εντελώς μάταιο να προσεγγίσουμε τον ιμπεριαλισμό σαν μία μη-λύση, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα εξακολουθούσαμε να αντιμετωπίζουμε ένα απροσπέλαστο πρόβλημα. Και όσο το τελευταίο παραμένει μετέωρο, ο ιμπεριαλισμός πάντα θα αναγνωρίζεται σαν μία απάντηση, σωστή ή λάθος. Ο σκοπός είναι να μετατοπιστούμε στο έδαφος μιας διαφορετικής προβληματικής, αναδιατυπώνοντας το ερώτημα που έθεσαν οι κλασικές προσεγγίσεις. Μία τέτοια στρατηγική δεν πρόκειται βέβαια να μας αφήσει χωρίς ερωτήματα, αλλά θα αναδείξει νέα ζητήματα-προβλήματα αναφορικά με την οργάνωση της καπιταλιστικής εξουσίας και εκμετάλλευσης.

Είδαμε στα προηγούμενα ότι η λενινιστική έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έρχεται σε ρήξη τόσο με τις θεωρήσεις περί νέου ιμπεριαλισμού όσο και με τις διάφορες εκδοχές της παγκοσμιοποίησης. Αναφέρεται στη διεθνή συνάρθρωση των διαφορετικών (εθνικών-κρατικών) οικονομικο-κοινωνικών δομών, κάθε μία από τις οποίες αναπτύσσεται με διαφορετικό και άνισο ρυθμό, σαν αποτέλεσμα πρωτίστως των διαφορετικών ταξικών και πολιτικών συσχετισμών που αποκρυσταλλώνονται στο εσωτερικό της. Το διεθνές αυτό πεδίο δεν καταργεί την αυτονομία των κρατών-κρίκων της αλυσίδας, αλλά κατά κάποιον τρόπο τη σχετικοποιεί και την οργανώνει.

Εάν ο ιμπεριαλισμός οριστεί ως η εκάστοτε μορφή των επεκτατικών τάσεων και πρακτικών κάθε συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου και κατά συνέπεια ιδωθεί σαν μία διαρκής δυνατότητα που προκύπτει από τη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η τελική ιστορική μορφή που θα αποκτήσει για έναν κοινωνικό σχηματισμό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο η «εξωτερική» κατάσταση (δηλαδή ο διεθνής συσχετισμός δύναμης) επικαθορίζει αλλά και δεσμεύει τις πρακτικές που προκύπτουν από την εξέλιξη των «εσωτερικών» ταξικών συσχετισμών.

Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό με ένα παράδειγμα δανεισμένο από την ανάλυση του Λένιν. O τελευταίος πίστευε ότι κατά την πρώτη φάση της ρωσικής επανάστασης η παρέμβαση του «ιμπεριαλισμού», δηλαδή των υπερδυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας, ενίσχυσε σημαντικά την προσπάθεια της αστικής τάξης να ηγηθεί ενός νέου συνασπισμού εξουσίας και να επιβάλει έτσι ένα νέο καθεστώς αστικής πολιτικής ηγεμονίας. Προφανώς, μία τέτοια «ενίσχυση» δεν θα είχε καμία απολύτως τύχη (δεν θα μπορούσε καν να οργανωθεί) εάν δεν υπήρχαν ήδη συγκροτημένες οι κατάλληλες πολιτικές δυνάμεις που κατέστησαν δυνατό το πεδίο της ιμπεριαλιστικής παρέμβασης. Εντούτοις, στάθηκαν τελικά εντελώς ανίκανες να ελέγξουν και να διαμορφώσουν το τελικό πολιτικό αποτέλεσμα και να αποτρέψουν έτσι την επερχόμενη επανάσταση (βλ. τις «Θέσεις του Απρίλη», που περιέχονται στο κείμενο του Λένιν «Για τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην τωρινή επανάσταση», Λ.Α. 1953, τ. 24: 3-8. Επίσης, «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Λ.Α. 1953, τ. 24: 41-74).

Η θεωρητική διατύπωση του συλλογισμού αυτού βρίσκει ολοκληρωμένη έκφραση στα κείμενα του Αλτουσέρ (1978, ιδιαίτερα τα δοκίμια «Αντίφαση και επικαθορισμός» και «Για την υλιστική διαλεκτική»). Η διεθνής συγκυρία αποτελεί «καθορισμό» στο πεδίο της ταξικής πάλης με «ειδικό ρόλο», δηλαδή επενεργεί πολλαπλώς αλλά πάντα ήδη-καθορισμένη. Η ταξική πάλη, εσωτερική σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, είναι «πρωταρχική» και «θεμελιώνει τον ρόλο της εξωτερικής ανισότητας μέχρι και στις επιδράσεις που ασκεί η δευτερεύουσα αυτή ανισότητα στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών που είναι παρόντες. Κάθε ερμηνεία που παραπέμπει τα φαινόμενα της εσωτερικής ανισότητας στην εξωτερική ανισότητα (που θα εξηγούσε για παράδειγμα την “εξαιρετική” συγκυρία που υπήρχε στη Ρωσία στα ’17 με μόνες τις σχέσεις της εξωτερικής ανισότητας: διεθνείς σχέσεις, ανισότητα οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, κλπ.) πέφτει στο μηχανισμό, ή σ’ αυτό που είναι συχνά το άλλοθι του: σε μία θεωρία της αλληλεπίδρασης μεταξύ του έξω και του μέσα» (Αλτουσέρ 1978: 211-212).

Εάν γενικεύσουμε αυτή την παρατήρηση για το σύνολο των κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, έχουμε τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται κάθε φορά η διεθνής συγκυρία. Η τελευταία ενσωματώνεται-επενεργεί ως δευτερεύουσα αντίφαση στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών, γεγονός που σημαίνει ότι η θέση (ισχύος) κάθε κράτους-κρίκου και τα περιθώρια ιμπεριαλιστικής του δράσης καθορίζονται από το σύνολο των εσωτερικών ταξικών συσχετισμών που είναι πάντα ήδη-επικαθορισμένοι από τη διεθνή συγκυρία.30

Μία τέτοια σύλληψη της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έχει δύο πολύ βασικές συνεπαγωγές.

Από τη μια πλευρά, η ιμπεριαλιστική αλυσίδα αποτελεί το πεδίο συγκρότησης διαφορετικών, συχνά αντιφατικών και οπωσδήποτε άνισων σε ισχύ εθνικών στρατηγικών. Οι στρατηγικές αυτές συνδέονται με τα συμφέροντα του κάθε ιδιαίτερου συλλογικού κεφαλαιοκράτη και αλληλοσυμπληρώνουν την «εσωτερική λειτουργία» του κράτους (συμβάλλοντας πολλές φορές – όπως επεσήμανε σωστά και ο Weber – στην οργάνωση της αστικής ηγεμονίας). Οι στρατηγικές αυτές δεν θα αμφισβητήσουν ποτέ ριζικά τους παγκόσμιους δρόμους των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων, δηλαδή την καπιταλιστική «φύση» της διεθνούς σφαίρας. Απλά θα διεκδικήσουν διαφορετικές εκδοχές των όρων με τους οποίους θα πρέπει να παιχτεί το παιχνίδι. Άλλωστε, η παγκόσμια αγορά είναι σύμφυτη με την κεφαλαιακή σχέση συμβάλλοντας δραστικά στην αναπαραγωγή της. Πρόκειται για ανταγωνισμό ανάμεσα σε διαφορετικά εθνικά συνολικά κεφάλαια, ο οποίος οπωσδήποτε έχει και μία ισχυρή πολιτική πλευρά. Μάλιστα, στο βαθμό που η στρατιωτική ισχύς συμπυκνώνει και εγγυάται την όποια πολιτική ισχύ, ο ανταγωνισμός αυτός μετατρέπεται και σε στρατιωτικό ανταγωνισμό. Τα κράτη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αυτόνομοι φορείς κυριαρχίας, το πεδίο της οποίας επεκτείνεται και εκτός συνόρων. Με την έννοια αυτή, η ερμηνεία του ιμπεριαλισμού που προτείνουμε εδώ «αγκαλιάζει» τη δυναμική των γεωπολιτικών ανταγωνισμών προσδιορίζοντας τους όρους μέσα στους οποίους εκδηλώνονται, οι οποίοι πάντα υπόκεινται στην εξέλιξη των ταξικών ανταγωνισμών.

Από την άλλη, το σύνθετο παιχνίδι στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας είναι αναδραστικό επάνω στους κρίκους. Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με την άλλη όψη του ίδιου πάντα νομίσματος. Μία έννοια δανεισμένη από την ανάλυση του Adam Smith θα μας βοηθούσε ενδεχομένως να περιγράψουμε καλύτερα τη διαδικασία αυτή (όταν ενσωματωθεί κατάλληλα στο μαρξικό πλαίσιο): πρόκειται για την έννοια του αόρατου χεριού.31 Οι άνισοι κρίκοι της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μοιράζονται καταστατικά ένα στρατηγικό συμφέρον: την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας. Οι γεωπολιτικές ή οικονομικές αντιπαραθέσεις όσο και εάν οξυνθούν δεν πρόκειται ποτέ να καταλήξουν από μόνες τους στην αναίρεση της σταθεράς αυτής. Η αλυσίδα θα πρέπει να αναπαραχθεί ως καπιταλιστική. Το κάθε κράτος οριοθετώντας μία στρατηγική στη διεθνή αρένα, δηλαδή σε ένα πεδίο ρευστών συσχετισμών, συμβάλλει τελικά στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Δηλαδή, επιδιώκοντας το «εθνικό» συμφέρον αναπαράγει τον καπιταλισμό ως σταθερή σχέση εξουσίας.

Όπως ακριβώς η κοινωνία και η οικονομία δεν αποτελούν απλό συν-άθροισμα ατομικών πρακτικών, έτσι και η ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως «άθροισμα» ή αποτέλεσμα των πράξεων εξατομικευμένων κρατών αλλά το πεδίο της διευρυμένης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής εξουσίας – πάντα καθοριζόμενο σε «πρώτη» και σε «τελευταία» ανάλυση από την ταξική πάλη όπως αυτή εκτυλίσσεται στο εσωτερικό κάθε άνισου κοινωνικού σχηματισμού.

Επιπλέον, επειδή ο χαρακτήρας της αλυσίδας είναι σύνθετος και ανισομερής, τούτο σημαίνει ότι συχνά το εθνικό συμφέρον των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων «απορροφά» και «ενσωματώνει» καθήκοντα κρίσιμα για την αναπαραγωγή της παγκόσμιας τάξης. Π.χ. στις μέρες μας είναι συνηθισμένο να χαρακτηρίζεται ο ρόλος των ΗΠΑ ως αυτοκρατορικός εξαιτίας αυτού ακριβώς του γεγονότος. Έτσι, θα πρέπει να πάρουμε αποστάσεις από δύο διαφορετικές θεωρητικές υπερβολές. Δεν υπάρχει παγκόσμια αυτοκρατορία που να «ελέγχει» τις κρατικές δομές αλλά ούτε και οι ΗΠΑ αποτελούν μία τέτοια. Βέβαια, οι τελευταίες για μία σειρά από λόγους εκφράζουν μία διεθνή πολιτική δύναμη η οποία περνάει και μέσα από την ικανότητα του στρατιωτικού μηχανισμού και η οποία, όμως, είναι απαραίτητη για τη διευρυνόμενη αναπαραγωγή των μακροπρόθεσμων συμφερόντων όλων των αστικών τάξεων του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Η δυτική συμμαχία, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ΗΠΑ, υπερασπιζόμενη τα ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα των συγκεκριμένων κοινωνικών κεφαλαίων διαμορφώνει την ίδια στιγμή ένα ηγεμονικό σχέδιο για όλα τα καπιταλιστικά κράτη.

Η μοναδική πραγματική «αυτοκρατορία» είναι η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στο σύνολό της.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Αλτουσέρ, Λ. 1978. Για τον Μαρξ, Αθήνα, Γράμματα.

Althusser L, Balibar É, Establet R., Macherey P., Rancière J. (2003), Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.

Atkinson, G. 1998. An Evolutionary Theory of the Development of Property and the State, in Samuels, W. J. (ed.), The Founding of Institutional Economics: The Leisure Class and Sovereignty, London and New York, Routledge.

Μπαλιμπάρ, Ε. 1978. Για τη δικτατορία του προλεταριάτου, Αθήνα, Οδυσσέας.

Balibar, E. 1988. Race, Nation, Class, Les indentités ambiguës, Paris, La Découverte.

Brenner, R. 2006. What Is, and What Is Not, Imperialism?, Historical Materialism, vol. 14, no. 4: 79-105.

Brewer, A. 1980. Marxist Theories of Imperialism. A Critical Survey, London, Routledge and Kegan Paul.

Bukharin, N. 1972. Imperialism and World Economy, London, Merlin.

Callinicos, A. 2007. Does capitalism need the state system?, Cambridge Review of International Affairs, vol. 20, no. 4: 533-549.

Cox, R. W. 1999. Approaches to World Order, Cambridge University Press.

Deleuze, G. 1988. Foucault, Minneapolis, University of Minnesota Press.

Foucault, M. 2007. Security, Territory and Population. Lectures at the College de France, 1977-78, Houndmills, Palgrave Macmillan.

Galbraith, J. K. 1972. The New Industrial State, Penguin Books.

Gill, S. 2003. Power and Resistance in the New World Order, New York, Palgrave Macmillan.

Gowan, P. 2003. Cooperation and conflict in transatlantic relations after the cold war, Interventions, vol. 5, no. 2: 218-23.

Hardt, M. and Negri, A. 2000. Empire, Cambridge and London, Harvard University Press.

Harvey, D. 2006. Ο νέος ιμπεριαλισμός, Αθήνα, Καστανιώτης.

Hilferding, R. 1981. Finance Capital, London, Routledge and Kegan Paul.

Howard, M. C., and King, J. E. 2000. Whatever Happened to Imperialism?, in Chilcote, R. H. (ed.), The Political Economy of Imperialism, Rowman & Littlefield Publishers.

Kiely, R. 2006. United States hegemony and globalization, Cambridge Review of International Affairs, vol. 19, no. 2: 205–221.

Λένιν, Β. Ι. 1953. Άπαντα, τόμ. 19, 22, 23, 24, έκδοση KKE.

Λένιν, Β. Ι. 1982. Άπαντα, τόμ. 38, Αθήνα, Σύγχρονη Eποχή.

Λούξεμπουργκ, Ρ. 1978. H ρώσικη επανάσταση, Αθήνα, Ύψιλον.

Luxemburg, R. 1971. The Accumulation of Capital, London, Routledge and Kegan Paul.

Martin, R. 2007. An Empire of Indifference. American War and the Financial Logic of Risk Management, Durham and London, Duke University Press.

Μαρξ, Κ. (1978-α), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος πρώτος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1978-β), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος τρίτος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

McNally, D. 2006. Another World Is Possible: Globalizaton & Anti-Capitalism, Winnipeg, Arbeiter Ring Publishing.

Μηλιός, Γ. 2000. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα, Κριτική.

Michaelides, P., and Milios, J. 2005. Did Hilferding Influence Schumpeter? History of Economics Review, vol. 41: 98-125.

Milios, J. and Sotiropoulos, D. P. 2009. Rethinking Imperialism: A Study of Capitalist Rule, London and New York, Palgrave Macmillan.

Mommsen, W. J. 1982. Theories of Imperialism, Chicago, The University of Chicago Press.

Panitch, L. and Gindin, S. 2004. Global Capitalism and American Empire, London: The Merlin Press.

van der Pijl, K. 1998. Transnational Classes and International Relations, London and New York, Routledge.

Overbeek, H. 2000. Transnational historical materialism: Theories of transnational class formation and world order, in Palan, R. (ed.), Global Political Economy, Contemporary Theories, London and New York, Routledge.

Πουλαντζάς, Ν. 1975. Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, Αθήνα, Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, N. 1981. Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα, Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, N. 1982. Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα, Θεμέλιο

Rubin, I. I. 1994. Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Αθήνα, Κριτική.

Schumpeter, J. A. 1951. Imperialism and Social Classes, New York, Augustus M. Kelly Inc.

Weber, M. 1978. Economy and Society, volume I and II, Berkeley, Los Angeles and London, University of California Press.

Willoughby, J. 1986. Capitalist Imperialism, Crisis and the State, Harwood Academic Publishers.

Wood, E. M. 2008. Η αυτοκρατορία του κεφαλαίου, Αθήνα, ΚΨΜ.


1 Το κείμενο αυτό βασίζεται στο πρόσφατο βιβλίο των συγγραφέων: Milios, J. and Sotiropoulos, D. P. 2009. Rethinking Imperialism: A Study of Capitalist Rule, London and New York, Palgrave Macmillan.

2 Οι θέσεις αυτές βρίσκονται ρητά διατυπωμένες στις κλασικές προσεγγίσεις. Ενδεικτικά, θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει στα έργα των Hilferding (1981), Luxemburg (1971), Bukharin (1972). Για περαιτέρω επεξηγήσεις βλ. Milios and Sotiropoulos (2009), Willoughby (1986), Brewer (1980). Όπως θα ισχυριστούμε στη συνέχεια, τα πορίσματα αυτά τέθηκαν βέβαια ως ένα βαθμό σε αμφισβήτηση στο πλαίσιο της συζήτησης που αναπτύχθηκε μεταξύ των κλασικών θεωρητικών του ιμπεριαλισμού. Ενδεικτική σε αυτή την κατεύθυνση είναι η θεωρία του Λένιν για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, ως κριτική στη θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού (με αφορμή την παρέμβασή του για το εθνικό ζήτημα και τη σοσιαλιστική επανάσταση), αλλά και η κριτική του Μπουχάριν προς τις θεωρίες της υποκατανάλωσης και της «περίσσειας» κεφαλαίου (στο πλαίσιο της πολεμικής του προς τη Rosa Luxemburg).

3 Οι θεωρητικοί της εξάρτησης συνεχίζουν να αναπαράγουν τα επιχειρήματά τους στις σύγχρονες θεωρητικές διαμάχες. Ωστόσο, οι αναφορές στο ρόλο της εξάρτησης έχουν υποχωρήσει κυρίως εξαιτίας των ιστορικών και εμπειρικών διαψεύσεων όλων των συμπερασμάτων που απορρέουν από τις θεωρίες της εξάρτησης που αναπτύχθηκαν στις δεκαετίες του 1960 και 1970. Για περισσότερα στο ζήτημα αυτό βλ. Milios and Sotiropoulos (2009, μέρος II και III), Willoughby (1986), Howard and King (1999).

4 Ο Weber υποστηρίζει κατηγορηματικά ότι δεν αρκεί να αναφερόμαστε στην αυτόνομη επεκτατική λογική του κράτους εάν θέλουμε να εξαντλήσουμε όλους τους παράγοντες που συμβάλλουν στο φαινόμενο του ιμπεριαλισμού. Συγκεκριμένες και ιδιαίτερες δομές του οικονομικού επιπέδου συν-καθορίζουν την έκταση και το είδος του ιμπεριαλισμού. Σε αυτή τη λογική, ο ιμπεριαλισμός είναι το αποτέλεσμα της σύμφυσης πολιτικών και οικονομικών παραγόντων σε ένα ενιαίο ρεύμα. Για περισσότερα βλ. Mommsen (1982), Milios and Sotiropoulos (2009, κεφ. 3).

5 Οι περισσότερο συζητημένες παρεμβάσεις σε αυτή την κατεύθυνση είναι εκείνες των Harvey (2006), Callinicos (2007) και Wood (2008).

6 Οι αναλύσεις των Harvey (2006), Callinicos (2007) και Wood (2008) είναι ενδεικτικές αυτής της συλλογιστικής. Για να δώσουμε ένα σύντομο παράδειγμα, τόσο ο Harvey όσο και ο Callinicos βλέπουν τον ιμπεριαλισμό ως αποτέλεσμα της ιστορικής συνάντησης ανάμεσα σε δύο διαφορετικές μορφές ανταγωνισμού: (α) του οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων και (β) του γεωπολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα στα κράτη. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα λόγια του Callinicos (2007: 539): «η πραγματική πρόκληση της θέσης που υποστηρίζω από κοινού με τον Harvey δεν συνίσταται στο ότι υπάρχει οικονομικός αναγωγισμός, αλλά ακριβώς το αντίθετο».

7 Βλ. Brenner (2006).

8 Πολλοί θεωρητικοί που κάνουν λόγο για «νέο ιμπεριαλισμό» πιστεύουν ότι το κρίσιμο σημείο στην ανάλυση των σύγχρονων ιμπεριαλιστικών φαινομένων είναι η επίμονη επιβίωση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ή τουλάχιστον η δυνατότητά τους να εμφανίζονται διαρκώς στο προσκήνιο (βλ. ενδεικτικά Harvey 2006, Callinicos 2007, Rees 2006, Gowan 2003). Από την άλλη πλευρά, αρκετοί αναλυτές συμμερίζονται τους προβληματισμούς του Kautsky περί υπερ-ιμπεριαλισμού και έτσι έχουν την προδιάθεση να αντιμετωπίσουν τις αντιφάσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ως υπαγόμενες στη λογική της συνεργασίας, τουλάχιστον μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου (βλ. Panitch και Gindin 2004, Kiely 2006, Wood 2008, McNally 2006).

9 Βλ. σχετικά Cox (1999), Pijl (1998), Gill (2003), Overbeek (2000).

10 Ας παραθέσουμε κάποιες από τις σχετικές διατυπώσεις του Μαρξ: «ο ανταγωνισμός επιβάλλει στον κάθε ατομικό κεφαλαιοκράτη τους εσωτερικούς νόμους του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σαν εξωτερικούς αναγκαστικούς νόμους» και «στην εξωτερική κίνηση των κεφαλαίων εμφανίζονται οι εσωτερικοί νόμοι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, που επιβάλλονται σαν αναγκαστικοί νόμοι του συναγωνισμού και που γι αυτό τους συνειδητοποιεί σαν κίνητρα ο ατομικός κεφαλαιοκράτης» (Μαρξ 1978α: 613, 331). «Από όσα ειπώθηκαν προκύπτει ότι ο κάθε ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης, καθώς και το σύνολο όλων των κεφαλαιοκρατών κάθε ξεχωριστής σφαίρας παραγωγής, συμμετέχει όχι απλώς από γενική ταξική συμπάθεια, αλλά άμεσα οικονομικά, στην εκμετάλλευση της συνολικής εργατικής τάξης από το συνολικό κεφάλαιο και στη διαμόρφωση του βαθμού αυτής της εκμετάλλευσης, γιατί, αν προϋποθέσουμε δοσμένους όλους τους άλλους όρους (…) το μέσο ποσοστό κέρδους εξαρτάται από το βαθμό εκμετάλλευσης της συνολικής εργασίας από το συνολικό κεφάλαιο. (…) Με τη μορφή αυτή το κεφάλαιο αποχτά συνείδηση ότι είναι μία κοινωνική δύναμη, στην οποία ο κάθε κεφαλαιοκράτης συμμετέχει ανάλογα με το μερίδιο του στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο» (Μαρξ 1978β: 249, 247).

11 Εξαιτίας των περιορισμών στην έκταση του κειμένου, δεν έχουμε τη δυνατότητα να επεξηγήσουμε αναλυτικά το εν λόγω επιχείρημα. Τα σχόλια που ακολουθούν αναφορικά με την παρέμβαση του Hilferding είναι ενδεικτικά. Για περισσότερα βλ. Milios and Sotiropoulos (2009), Michaelides και Milios (2005).

12 Για τον Hilferding (1981: 186), η πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους που προκύπτει από την «τεράστια διόγκωση του πάγιου κεφαλαίου» μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με τις καπιταλιστικές κοινοπραξίες. Την ίδια στιγμή, «η κοινοπραξία εξομαλύνει τις διακυμάνσεις του επιχειρηματικού κύκλου και έτσι εγγυάται ένα πιο σταθερό ποσοστό κέρδους για την εταιρία που έχει συγχωνευτεί» (ό. π.: 196). Η εξάλειψη του ανταγωνισμού υπηρετεί επίσης τα συμφέροντα των τραπεζών: οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι σε θέση να επιτυγχάνουν τα μέγιστα κέρδη χωρίς να κινδυνεύει το δανειακό κεφάλαιο που οι ίδιες έχουν αντλήσει από τις τράπεζες (ό. π.: 191).

13 Κατά την άποψή μας, αυτός είναι ακριβώς ο αναλυτικός τρόπος με τον οποίο οι θεσμικές αναλύσεις αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Π.χ. βλ. Weber (1978), Schumpeter (1951), Galbraith (1972), Atkinson (1998).

14 Π.χ. βλ. Weber (1978: 48-62, 90-100).

15 Π.χ. αυτή είναι η περίπτωση των ακόλουθων παρεμβάσεων: Harvey (2006), Callinicos (2007), Wood (2008), Panitch και Gindin (2004). Για περισσότερα σχετικά με αυτό το θέμα βλ. Milios and Sotiropoulos (2009).

16 Ο ίδιος γενικός αναλυτικός προσανατολισμός μπορεί να αναζητηθεί στα έργα των Schumpeter και Weber (βλ. σχετικά Milios and Sotiropoulos 2009, κεφ. 3 και 6).

17 Όσον αφορά τη θεωρία του καπιταλιστικού κράτους στα παρακάτω βασιζόμαστε στις αναλύσεις των Πουλαντζάς (1975, 1982), Μπαλιμπάρ (1978), Balibar (1988) και Λένιν (βλ. παρακάτω). Επίσης βλ. Μηλιός 2000.

18 Βλ. Μπαλιμπάρ (1978), Balibar (1988).

19 Η επιχειρηματολογία μας εδώ βασίζεται στις αναλύσεις των Balibar (1988, κεφ. 10) και Πουλαντζάς (1982).

20 Οι παρεμβάσεις του Αλτουσέρ είναι εξαιρετικά πολύτιμες σε αυτή την κατεύθυνση (π.χ. βλ. Althusser κ.ά. 2003).

21 Για την πολωνική Σοσιαλδημοκρατία βλ. Λ.Α. 1953, τ. 22 σ. 155 και 328, για τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία Λ.Α. 1953, τ. 22 σ. 359, για τη ρωσική Σοσιαλδημοκρατία Λ.Α. 1953, τ. 22 σ. 370.

22 Την οποία, αρχικά, είχε υιοθετήσει και ο ίδιος, όταν συνέταξε την εισαγωγή στο βιβλίο του Μπουχάριν για τον ιμπεριαλισμό στα 1915 (Λ.Α. 1953, τ. 22: 99-104).

23 Π.χ. βλ. Λούξεμπουργκ (1978).

24 «Ο σ. Μπουχάριν λέει: “Τι μας χρειάζεται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών! Θέλω να αναγνωρίσω μόνο το δικαίωμα των εργαζόμενων τάξεων για αυτοδιάθεση”. Δηλαδή θέλετε να αναγνωρίσετε αυτό που δεν έχει επιτευχθεί σε καμιά χώρα εκτός από τη Ρωσία. Είναι αστείο» (19-3-1919, Λ.Α. 1982, τ. 38: 157).

25 «Δεν θέλουν να σκεφτούν ούτε για τα σύνορα του κράτους ούτε ακόμα και γενικά για το κράτος. Πρόκειται για ένα είδος “ιμπεριαλιστικού οικονομισμού”, όμοιο με τον παλιό οικονομισμό της περιόδου 1894-1902 (...) Αντί να μιλούν για το κράτος (και συνεπώς για τον καθορισμό των συνόρων του!), μιλούν για “σοσιαλιστικό πολιτιστικό κύκλο”, δηλαδή διαλέγουν επίτηδες μια έκφραση αόριστη, από την άποψη ότι σβήνονται όλα τα κρατικά προβλήματα» (Ιούλιος 1916, Λ.Α. 1953, τ. 22: 330-331).

26 Βλ. Β. Ι. Λένιν, «Γράμματα από μακριά» (Μάρτιος 1917, Λ.Α. 1953, τ. 23).

27 Για μία ανάλογη προσέγγιση των σχετικών συζητήσεων βλ. Martin (2007: 125-132).

28 Βλέπε π.χ. Hilferding (1981: 234-5) και Bukharin (1972: 27).

29 Το κατά πόσο μία τέτοια ανάγνωση μπορεί να προκύψει μέσα από το έργο του Foucault παραμένει ένα ανοικτό ερώτημα. Σχετικά με τα ζητήματα αυτά μπορεί κανείς να ανατρέξει σε Deuleuze (1988), Foucault (2007).

30 Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να ερμηνεύσουμε μία σειρά από γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στη διεθνή συγκυρία, ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με παράγοντες άλλους από τις επονομαζόμενες «μεγάλες δυνάμεις»: π.χ. τον πόλεμο Ιραν-Ιρακ, τους πολέμους στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στη Γιουγκοσλαβία που οδήγησαν στη δημιουργία νέων εθνικών κρατών, τη στρατιωτική παρουσία της Συρίας στο Λίβανο από το Μάιο του 2000 μέχρι τον Απρίλιο του 2005, τη στρατιωτική παρουσία των Βιετναμέζων στην Καμπότζη από το 1978 έως το 1989, τη διένεξη Ινδίας-Πακιστάν, το Κυπριακό κτλ.

31 Στο σχήμα του Α. Smith, τα άτομα προϋποτίθενται ως ίσα και δρώντας το καθένα εγωιστικά για το συμφέρον του, προάγουν τελικά όλα μαζί χωρίς να το γνωρίζουν το δημόσιο συμφέρον. Στην προσέγγιση του Μαρξ, αφενός μεν η καπιταλιστική κοινωνία προϋποτίθεται ως ένα δομημένο όλον με συγκεκριμένες ταξικές και ιεραρχικές διαιρέσεις και αρμοδιότητες οι οποίες συνεπάγονται αντίστοιχους ρόλους για τα άτομα, τα οποία συγκροτούνται εντός των κοινωνικών αυτών σχέσεων και επομένως είναι (ανάλογα με την ταξική τους θέση) πρωταρχικώς άνισα, αφετέρου δε αυτή η συγκεκριμένη κοινωνία παράγει στην «επιφάνειά» της μία δική της ιδιαίτερη «αλήθεια», που δεν είναι άλλη από την «αλήθεια» των φυσικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί ειρωνικά το σχήμα του Σμιθ για να δείξει ότι αυτό δεν αποτελεί παρά τη θεωρητικοποίηση της αυθόρμητης «αλήθειας» της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή της κυρίαρχης ιδεολογίας που διαμορφώνεται στο πλαίσιο της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Στη Μαρξική προσέγγιση το «αόρατο χέρι» δεν είναι παρά η εκδήλωση της αστικής ηγεμονίας, καθώς το στρατηγικό καπιταλιστικό συμφέρον επικυρώνεται ως το γενικό-εθνικό συμφέρον της κοινωνίας, μέσα από τους ανταγωνισμούς των κοινωνικών ομάδων και των ατόμων (που εμφανίζονται ως «ατομικά» ή «μερικά» συμφέροντα). Επομένως, και στο πεδίο της μαρξιστικής προσέγγισης το σμιθιανό σχήμα του «αόρατου χεριού» παραμένει θεωρητικά γόνιμο, καίτοι αποκτά ένα ριζικώς διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο. Βλ. χαρακτηριστικά τις τελευταίες παραγράφους του 4ου κεφαλαίου του 1ου τόμου του Κεφαλαίου (Μαρξ 1978α: 188-89).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή