Επιτροπές εργαζομένων στις επιχειρήσεις Εκτύπωση
Τεύχος 10, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1985


Επιτροπές εργαζομένων στις επιχειρήσεις: προς την αποδυνάμωση του εργοστασιακού κινήματος και την εμπέδωση της καπιταλιστικής εξουσίας;
του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Εργατική συμπαράταξη για την αναπτυξιακή υπέρβαση της κρίσης

Η εισαγωγή του θεσμού των Επιτροπών Εργαζομένων από την κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ, με την εφαρμογή σε ελληνικά πλαίσια της 135 ΔΣΕ για την προστασία των αντιπροσώπων των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, έρχεται να ολοκληρώσει την πολιτική παρέμβαση στην διαμόρφωση θεσμών «συμμετοχής των εργαζομένων» στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας που ξεκίνησε τον προηγούμενο χρόνο με την καθιέρωση των Εποπτικών Συμβουλίων (Ν. 1385 83) και συνεχίστηκε με την θέσπιση της συμμετοχής των εκπροσώπων προβληματικών επιχειρήσεων (Ν. 1386 83)0. Μ' αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται η επαγγελία για την κατοχύρωση της «εργατικής συμμετοχής» στην παραγωγική διαδικασία, πράγμα που συνοδεύτηκε από τις διευκρινήσεις του Υπουργείου Εργασίας ότι ο καινούργιος θεσμός αποσκοπεί να συμβάλει στην «άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων» και στην «ενίσχυση της παραγωγικότητας» που είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την «ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας» και την επίτευξη της «αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης». Η προώθηση του νέου θεσμικού αυτού πλαισίου γίνεται σε μια περίοδο βαθειάς κρίσης της καπιταλιστικής οικονομίας που συνοδεύεται από μια ορισμένη επιζήτηση αδρανοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται μια προσπάθεια εξόδου από την ύφεση σε βάρος της εργατικής τάξης και με την ενδυνάμωση των θέσεων του βιομηχανικού κεφαλαίου, γεγονός που προσδίδει στο θεσμό των Επιτροπών Εργαζομένων μια σημαντική ιδιαιτερότητα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καινούργιου νομικού κειμένου καθιερώνονται

Αντιπρόσωποι (σε μικρές παραγωγικές επιχειρήσεις) και Επιτροπές Εργαζομένων (σε μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις) στη βιομηχανία, τις υπηρεσίες, το εμπόριο, στον ιδιωτικό και κοινωφελή τομέα της οικονομία με εξαίρεση τις ναυτεργατικές επιχειρήσεις και τις δημόσιες υπηρεσίες. Οι Αντιπρόσωποι και Επιτροπές Εργαζομένων εκλέγονται κατά ομάδες του προσωπικού (υπάλληλοι εργάτες νέοι) από την ετήσια συγκαλούμενη Γενική Συνέλευση όλων των μισθωτών εργαζομένων της επιχείρησης, και απολαμβάνουν την ίδια προστασία και τις ίδιες διευκολύνσεις που κατοχυρώνονται από το συνδικαλιστικό νόμο (1264 82) για τα μέλη των διοικήσεων των εργατικών σωματείων. Λειτουργούν κατά κύριο λόγο μέσα από μηνιαίες συνεδριάσεις (εργοδοσίας επιτροπής) με στόχο το διακανονισμό των ζητημάτων που αναφύονται μέσα στο εργοστάσιο και που αφορούν τις αρμοδιότητες των Επιτροπών Εργαζομένων. Αυτές οι τελευταίες εκφράζονται σε τρία επίπεδα: Αφ' ενός, συμπεριλαμβάνουν διαδικασίες συναπόφασης κεφαλαίου εργαζομένων σ' ό,τι αφορά τον προγραμματισμό των αδειών, τον τρόπο χρήσης μέσων ελέγχου της παρουσίας του προσωπικού, τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας, την οργάνωση ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, και την εκπόνηση προγραμμάτων επαγγελματικής και συνδικαλιστικής επιμόρφωσης. Αφ' ετέρου, αναφέρονται στην εκ των προτέρων πληροφόρηση των Επιτροπών από την εργοδοσία σε θέματα που αφορούν τη διαφοροποίηση του νομικού καθεστώτος της επιχείρησης, την αλλαγή των εγκαταστάσεων της, την εφαρμογή νέας τεχνολογίας, τις αλλαγές στο προσωπικό, την κατάσταση της παραγωγής και τον ισολογισμό απολογισμό της επιχείρησης. Τέλος, εμπεριέχουν διαδικασίες διαβούλευσης της Επιτροπής με τον εργοδότη ιδιαίτερα σε θέματα ομαδικών απολύσεων (Ν. 1387 83). Επίσης, στην περίπτωση που δεν λειτουργεί εργοστασιακό σωματείο, οι Επιτροπές συνιστούν μια ορισμένη μορφή υποκατάστατου του, παρακολουθώντας την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, προτείνοντας στην εργοδοσία βελτιωτικά μέτρα για τις εργασιακές συνθήκες, υποβάλοντάς της προς διευθέτηση εύλογα συλλογικά παράπονα του προσωπικού. Σε κάθε περίπτωση διαφωνίας εργαζομένων καπιταλιστικής διεύθυνσης προβλέπεται προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας η οποία και επιλύει την σχετική διένεξη με απόφαση υποχρεωτικής ισχύος.

Εφ' όσον η οικονομική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού οφείλεται στο «ότι η παραγωγικότητα της οικονομίας μας είναι χαμηλή», πράγμα που πήγαζα από «το χαμηλό ύψος των επενδύσεων σε σχέση με το ΑΕΠ, το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των επενδύσεων έχει διοχετευθεί σε τομείς που έχουν πάψει σήμερα να είναι διεθνώς ανταγωνιστικοί, και τέλος τις δυσμενείς συνθήκες παραγωγής που χαρακτηρίζουν πολλές επιχειρήσεις (ανάμεσα στις οποίες η αποξένωση του εργατικού δυναμικού και η χαλάρωση της εργατικότητας)», η κυβερνητική πολιτική επέλεξε το «κτύπημα του κακού στις ρίζες του με στόχο να αυξηθεί άμεσα η παραγωγικότητα της οικονομίας και η παραγωγή με νέες επενδύσεις, δηλαδή την αναπτυξιακή λύση». Μια τέτοια αναπτυξιακή λύση προϋπέθετε «ένα κλίμα συνεργασίας μεταξύ όλων των παραγωγικών τάξεων και ένα συνεχή διάλογο ανάμεσα στις παραγωγικές τάξεις και την κυβέρνηση». Και κατά κύριο λόγο μια τέτοια πολιτική αντιμετώπιση της κρίσης προϋπέθετε «την ενεργό συμμετοχή και συμπαράταξη των εργαζομένων»'2 '. Και ενώ από την πλευρά της εργατικής τάξης απαιτείται από την κυβέρνηση αυτή η δραστήρια συμμετοχή στην πραγματοποίηση της «αναπτυξιακής λύσης», δηλαδή σε μια «παραγωγή που βασίζεται σε όρους ανταγωνισμού, σε μια παραγωγή προϊόντων για εξαγωγές για την αναμέτρηση σε τρίτες αγορές με άλλες χώρες», από την άλλη πλευρά, δηλαδή του κεφαλαίου, «η ιδιωτική πρωτοβουλία θα κινηθεί και μπορεί να κινηθεί μέσα στα μεγάλα περιθώρια που δημιουργούν οι αναπτυξιακοί στόχοι του πενταετούς προγράμματος, αλλά όμως θα αναπτυχθεί πάνω σε βάσεις και με κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που αρμόζουν σε κοινωνικό λειτούργημα»*3 '. Κϊ ακόμη περισσότερο, οι μορφές κοινωνικοποίησης (Εποπτικά Συμβούλια προηγούμενα και Επιτροπές Εργαζομένων σήμερα) «επιλέγουν κάποιους στρατηγικούς χώρους της οικονομίας τοποθετώντας κανόνες αύξησης της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας, στους τομείς εκείνους της οικονομίας, που ο ιδιώτης επιχειρηματίας είτε ελέγχει, είτε εκμεταλλεύεται, είτε διαχειρίζεται τα μέσα παραγωγής», έτσι που η εισαγόμενη συνεργασία (δημοσίου επιχειρήσεων εργαζομένων) «θα συντελέσει ώστε να γίνει ορθολογικότερη αξιοποίηση των πόρων της εθνικής οικονομίας, να δημιουργηθούν οι συνθήκες παραγωγής εκείνες που θα μεγιστοποιούν την παραγωγή και την παραγωγικότητα, και θα κάνουν κοινωνικά αποδεκτές όλες τις δραστηριότητες των συγκεκριμένων επιχειρήσεων». Εκείνο που τελικά εξασφαλίζεται από αυτή την «απλή συμμετοχή των εργαζομένων (που δεν πρόκειται περί συνδιαχείρισης)», είναι η «κοινωνική συναίνεση τόσο στον προγραμματισμό όσο και στις επενδύσεις, και σε άλλα ζητήματα που αφορούν τους εργαζομένους του χώρου»*4 '.

Γίνεται κατά συνέπεια φανερό ότι ο εξοβελισμός του εργοστασιακού συνδικαλισμού και η «συμμετοχή» των Επιτροπών Εργαζομένων δεν εντάσσεται σε κανενός είδους λογική αμφισβήτησης, έστω και υποτυπώδους, της καπιταλιστικής διαχείρισης της παραγωγής: οι «εργατικές αρμοδιότητες» που καθιερώνονται δεν αποβλέπουν σε καμμιά περίπτωση στην μεταλλαγή των σχέσεων παραγωγής, αλλά αντίθετα συμβάλλουν στην ανάπτυξη της απαραίτητης «συνεργασίας», στην εδραίωση της αναγκαίας «συναίνεσης», στο να καταστεί «κοινωνικά αποδεκτό» το «κοινωνικό λειτούργημα» που ασκεί η ιδιωτική πρωτοβουλία. Επιχειρείται με άλλες λέξεις όχι μόνο η παθητική αδρανοποίηση της εργατικής τάξης, αλλά αυτή η ίδια η «ενεργητική της συμμετοχή» στην διαδικασία της καπιταλιστικής ανάκαμψης, δηλαδή αυτή καθαυτή η ιδεολογική και κοινωνική αλλοίωση του εργατικού συνδικαλισμού σαν ταξικού χειραφετησιακού κινήματος. Μέσα απ' τον λόγο για «κοινωνικοποίηση εργατικό έλεγχο αυτοδιαχείριση» που εκπέμπεται από την κυβερνητική εξουσία και ιδιαίτερα τις κοινωνικές δυνάμεις που την στηρίζουν αναδεικνύεται ο κεντρικός πολιτικός στόχος της «αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης» και «εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας», δηλαδή το πρόσωπο μιας αστικής κρατικής πολιτικής που στη θέση της αυταρχικής και βίαιης καταστολής των εργατικών αντιδράσεων ενάντια στις συνέπειες της κεφαλαιοκρατικής κρίσης τοποθετεί την «εργατική συμμετοχή», σαν διαδικασία ταξικής συνεργασίας και υποστήριξης της καπιταλιστικής επέκτασης.

2. Διεκδικητική λειτουργία και παραγωγική διαχείριση

Είναι προφανές ότι το πρώτο θέμα που ανακύπτει με τη λειτουργία των Αντιπροσώπων και Επιτροπών Εργαζομένων είναι το γιατί σαν υποκείμενο άσκησης αυτών των «εργατικών αρμοδιοτήτων» στην επιχείρηση (αλλά και των οποιωνδήποτε, διευρυμένων ενδεχόμενα, κοινωνικών εξουσιών) καθορίζονται αυτοί οι καινούργιοι σχηματισμοί και όχι τα ήδη διαμορφωμένα και με επαρκή ταξική εμπειρία εργοστασιακά σωματεία, πράγμα που σχετίζεται με το γενικότερο θέμα, που αφορά τη σοσιαλιστική μετάβαση, του κατά πόσον δηλαδή μπορεί ο διεκδικητικός εργατικός ρόλος να διαχωριστεί από τη λειτουργία της παραγωγικής διαχείρισης. Είναι νοητό, άλλο συλλογικό υποκείμενο (το επιχειρησιακό σωματείο) να πραγματώνει την αντικαπιταλιστική πάλη για την κατάκτηση εξουσιών στην παραγωγή και στους κοινωνικούς θεσμούς και πολιτικούς μηχανισμούς, και άλλος φορέας (η Επιτροπή Εργαζομένων) να ασκεί τις όποιες αυτοδύναμες διαχειριστικές λειτουργίες κατορθώνεται να κατακτηθούν απ' τους εργαζομένους; Μήπως μ' αυτό τον τρόπο δεν «ουδετεροποιείται» ο θεσμός της «συμμετοχής», δεν ενδυναμώνονται τα στοιχεία ενσωμάτωσης που αναγκαστικά εμπεριέχει, και παράλληλα δεν αποδυναμώνεται ο ταξικός μαχητικός χαρακτήρας του βιομηχανικού συνδικαλισμού; Για ποιο λόγο τελικά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προχωράει στη θέσπιση ενός καινούργιου οργάνου ενώ θα μπορούσε να αναθέσει αυτές τις «εργατικές αρμοδιότητες» στα ήδη διαμορφωμένα εργοστασιακά συνδικάτα, τα οποία άλλωστε έγκαιρα είχαν επισημάνει ότι «κανένα σύστημα συμμετοχής που δεν έχει σαν βάση το εργοστασιακό σωματείο δεν πρόκειται να γίνει δεκτό», μια και αυτό αποτελεί «τον φυσικό φορέα του εργατικού ελέγχου», ότι σε μια τέτοια περίπτωση «το αποτέλεσμα θα είναι η ενίσχυση της εργοδοσίας και η καταστροφή του πρωτοπόρου εργοστασιακού κινήματος που μετά το 1974 αναδείχθηκε σε ιστορικό υποκείμενο αλλαγής», καθώς και ότι μια τέτοια «προσπάθεια αποτελεί μηχανιστική μεταφορά ξένων προτύπων»;'5 '

Για να υποστηριχθεί μάλιστα ο διαχωρισμός ανάμεσα στα βιομηχανικά συνδικάτα όργανα ταξικής διεκδίκησης και στους θεσμούς εργατικού ελέγχου και συμμετοχής (τα οποία θεωρούνται σαν έμβρυα μιας δυνητικής εργατικής αυτοδιαχείρισης της παραγωγής), επιστρατεύονται ακόμη και οι αναλύσεις του Α. Γκράμσι πάνω στο τουριν*κο κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων στα τέλη της δεκαετίας του 1910 και στις αρχές της δεκαετίας του 1920 <6 >. Ακόμη, γίνεται προσπάθεια να παραλληλισθεί ο νέος θεσμός των Επιτροπών Εργαζομένων με την γκραμσιανή αντίληψη για τα εργοστασιακά συμβούλια σαν επαναστατικές εκφράσεις της εργατικής τάξης απέναντι στην καπιταλιστική εξουσία. Η συνδικαλιστική οργάνωση διεκδικεί, ενώ το συμμετοχικό όργανο ελέγχει και διαχειρίζεται: ένας διαχωρισμός κοινωνικών λειτουργιών που θα απαιτούσε μια με ριζικά διαφορετική μορφή οργανωτική συγκρότηση της εργατικής τάξης. Μια τέτοια θεώρηση των οργάνων εργατικού ελέγχου απολήγει στο να αποστερήσει από την ταξική συνδικαλιστική δραστηριοποίηση των εργαζομένων τον επαναστατικό πολιτικό της δυναμισμό και να ενισχύσει την συνδιαχειριστική διάσταση της «εργατικής συμμετοχής». Μια τέτοια αντίληψη υποβάθμιζα συνειδητά κατά κύριο λόγο τον ρόλο της εργατικής οργάνωσης, και στην προκειμένη περίπτωση του εργοστασιακού συνδικαλισμού, που από επαναστατικό κοινωνικό οργανισμό που έχει την δυνατότητα να είναι την περιόριζα σε συντεχνιακά πλαίσια, δηλαδή σε διεκδικήσεις που αφορούν τη βελτίωση των όρων εργασίας και αμοιβής της εργατικής δύναμης, έτσι ώστε σαν τέτοια να μπορεί να διαχειριστεί αυτοδύναμα την παραγωγική διαδικασία μετά την κατάργηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Πράγματι, άλλωστε, ο Α. Γκράμσι αντιπαραθέτει τα εργοστασιακά συμβούλια, που τα βλέπει σαν όργανα μιας κυοφορούμενης εργατικής εξουσίας στο εργοστάσιο, στα εργατικά συνδικάτα που τα θεωρεί σαν θεσμούς τελικά συντήρησης της κατάστασης κοινωνικής υποτέλειας των εργαζομένων. Η αναφορά του όμως αυτή γίνεται στα κλαδικά ομοιοεπαγγελματικά, με έξω επιχειρησιακή βάση, συνδικάτα, που πραγματικά εμφανίζουν έναν χαρακτήρα καθαρά συντηρητικό, γραφειοκρατικό, συντεχνιακό, που αναπαράγουν τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας και αδυνατούν να αποκτήσουν έναν επαναστατικό πολιτικό προσανατολισμό. Όμως στην ελληνική εργοστασιακή πραγματικότητα έχει αναδειχθεί και εμπεδωθεί η μορφή εκείνη ταξικής συγκρότησης των εργαζομένων που υπερβαίνει τις αντιδραστικές ανεπάρκειες των κλαδικών ομοιεπαγγελματικών οργανώσεων (το επιχειρησιακό σωματείο) και που ακριβώς ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά που απέδιδε ο Α. Γκράμσι στα ιταλικά εργοστασιακά συμβούλια (οργάνωση μέσα στην παραγωγή ενιαία συγκρότηση όλων των κατηγοριών του συνολικού εργαζόμενου δημοκρατική λειτουργία και μαζικός χαρακτήρας αντικαπιταλιστική φυσιογνωμία και σοσιαλιστική στρατηγική). Πέρα απ' αυτό, η θέση για τον οργανωτικό διαχωρισμό οργάνου διεκδίκησης (συνδικάτου) και οργάνου διαχείρισης (συμβουλίου) περιορίζει σκόπιμα τον ίδιο τον διεκδικητικό ορίζοντα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και ουσιαστικά αρνείται να δει ή να προσδώσει σ' αυτήν έναν επαναστατικό προσανατολισμό. Γιατί ακριβώς ο πολιτικός ταξικός χαρακτήρας της εργατικής οργάνωσης συγκροτείται μόνο στο βαθμό που επιδιώκει την ανατροπή των σχέσεων εκμετάλλευσης και ιεραρχίας, την αποδόμηση του διευθυντικού δικαιώματος, την κατάργηση της αστικής κυριαρχίας. Κατά συνέπεια, η κατ' εξοχήν πολιτική συνδικαλιστική διεκδίκηση είναι στην πραγματικότητα η σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και συνολικότερα της κοινωνικής ζωής, μέσα απ' την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και, την κατάργηση της συγκεντρωτικής διεύθυνσης και καταμερισμού της εργασίας. Γίνεται έτσι φανερό ότι εκείνο που το εργοστασιακό σωματείο κατά κύριο λόγο στρατηγικά επιδιώκει, είναι η εργατική συλλογική άσκηση της διαχειριστικής λειτουργίας, πράγμα που και του προσδίδει έναν επαναστατικό χαρακτήρα και το αναδεικνύει σε όργανο ανατροπής των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων αλλά και ταυτόχρονα σε υποκείμενο οργάνωσης της παραγωγής σε σοσιαλιστικές βάσεις.

Οι Αντιπρόσωποι, έτσι, και οι Επιτροπές Εργαζομένων αποτελούν στην ελληνική πραγματικότητα έναν θεσμό «ουδετεροποιημένο» που αποσκοπεί να προάγει την «συνυπευθυνότητα» των εργαζομένων στην καπιταλιστική διαχείριση, εφ' όσον: Απ' την μια πλευρά, «εκπροσωπεί» του εργαζόμενους (και μαζί και τα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης) σαν ένα άθροισμα ατόμων και όχι σαν μια ταξικά συγκροτημένη οργάνωση που από το σχηματισμό της και μόνο αποτελεί, δυνητικά τουλάχιστον, το αντίπαλο δέος στην καπιταλιστική εξουσία. Απ' την άλλη πλευρά, στερούμενος ο θεσμός τη δυνατότητα αγωνιστικής κινητοποίησης, δηλαδή το μαχητικό και αποτελεσματικό στοιχείο της εργατικής οργάνωσης, δεν μπορεί παρά να «συνδιαλέγεται» με την εργοδοσία κι αυτή η «συναπόφαση» να παίρνει τη θέση της έντασης αντιπαράθεσης στις σχέσεις κεφαλαίου εργασίας. Έτσι, οι Επιτροπές αυτές συμβάλλουν αντικειμενικά στην «άμβλυνση» του ταξικού ανταγωνισμού, ενώ αντίθετα μόνο η δημοκρατικά εκλεγμένη συνδικαλιστική εκπροσώπηση του επιχειρησιακού συνδικάτου μπορεί να εκπροσωπήσει ταξικά τους εργαζόμενους στη συγκρότηση τους σε τάξη που αποκτάει συνείδηση της ιστορικής της αποστολής. Προκύπτει κατά συνέπεια ότι απώτερη σκοπιμότητα της εισαγωγής του νέου θεσμού είναι η περιθωριοποίηση και αποδυνάμωση του βιομηχανικού συνδικαλισμού σαν ταξικού οργάνου της εργατικής παρέμβασης, η προσπάθεια απόσπασης κάθε διαδικασίας εργατικού ελέγχου απ' το πεδίο δράσης των εργοστασιακών σωματείων. Παράλληλα επιδιώκεται η εδραίωση ενός είδους «εκπροσώπησης» των εργαζομένων που δεν απέχει πολύ απ' ό,τι είναι γνωστό στην εργοστασιακή πραγματικότητα σαν «εργοδοτικός συνδικαλισμός», δηλαδή μια μορφή «εκπροσώπησης» που κατατρίβεται σε περιθωριακά εργασιακά ζητήματα, των οποίων η επίλυση επιζητείται σε συνεργασία με το κεφάλαιο, απεμπολώντας κάθε αγωνιστική πρακτική που στρατηγικά θα κατέτεινε στην αμφισβήτηση των παραγωγικών σχέσεων. Έτσι, μέσα απ' την αχρήστευση της διαδικασίας της συλλογικής διαπραγμάτευσης σε οικονομικά ζητήματα που επιβλήθηκε με την κυβερνητική οικονομική πολιτική της περιόδου 198285, και μέσα απ' το σημερινό σχεδιασμό αποβολής των συνδικαλιστικών σχηματισμών απ' την άσκηση των όποιων «εργατικών αρμοδιοτήτων», ολοκληρώνεται ουσιαστικά η αφαίρεση κάθε πεδίου δράσης του εργοστασιακού κινήματος. Η διεκδίκηση απ' την πλευρά της ΟΒΕΣ μέσα απ' την οργάνωση πανελλαδικών βιομηχανικών απεργιών, στην περίοδο 198384, στοιχειωδών εξουσιών εργατικού ελέγχου, που περιέκλειαν όμως την δυναμική μιας δραστικής κοινωνικής και πολιτικής παρέμβασης των βιομηχανικών εργατών, έτεινε να διαμορφώσει τους όρους έμπρακτης αμφισβήτησης της στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης, έτεινε να ανάδειξα το κίνημα της εργατικής τάξης σε αυτοδύναμη πολιτική υποκειμενικότητα. Παρ' όλο που οι αγωνιστικοί προσανατολισμοί του βιομηχανικού συνδικαλισμού βρίσκονταν σε μια ορισμένη αντιστοιχία με βασικούς άξονες της κυβερνητικής πολιτικής (εκτίμηση για το μεταπρατικό χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, για την εξαρτημένη φύση εντούτοις περιείχαν στόχους και κυρίως μια κοινωνική δυναμική (όπως ο κρατικός προγραμματισμός της οικονομίας κατευθυνόμενος από τις λαϊκές δυνάμεις, η θεμελίωση του κοινωνικού ελέγχου στους παραγωγικούς κάδους, η παρέμβαση πάνω στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, ο εργατικός έλεγχος των επενδυτικών διαδικασιών και της λειτουργίας των επιχειρήσεων), που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ρήγματα σ' αυτή την ίδια την διάρθρωση των καπιταλιστικών οικονομικών δομών, και να μετατρέψουν το εργοστασιακό κίνημα σε πρωτοπόρο επαναστατική δύναμη κοινωνικής αλλαγής στο κεντρικό πολιτικό σκηνικοί7) . Και ακριβώς ο επιχειρούμενος παραγκωνισμός με την θεσμοθέτηση των Επιτροπών Εργαζομένων σ' αυτό ακριβώς στοχεύει: στην παρεμπόδιση της ανάδειξης τέτοιων στόχων και αυτής της δυναμικής.

3. Συμμετοχή των εργαζομένων ή επαναστατικός εργατικός έλεγχος;

Απ' την άλλη πλευρά, η δεύτερη όψη του προβλήματος που μπαίνει στο αριστερό εργατικό κίνημα μ' αυτές τις Επιτροπές είναι το κατά πόσο οι εισαγόμενες διαδικασίες (συναπόφασης πληροφόρησης διαβούλευσης υποβολής παραπόνων)'και το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζονται σ' αυτούς τους «Αντιπροσώπους» των εργαζομένων, ανταποκρίνονται στις επιδιώξεις του εργοστασιακού συνδικαλισμού για την «αμφισβήτηση της εξουσίας του κεφαλαίου στην επιχείρηση, την αμφισβήτηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην οικονομία, την πραγμάτωση της ταξικής πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού» (ΟΒΕΣ); Κατά πόσον δηλαδή πρόκειται για την έναρξη μιας «επαναστατικής διαδικασίας με την οποία οι εργαζόμενοι επεμβαίνουν συγκεκριμένα πάνω στη δομή της επιχείρησης και την ευρύτερη οργάνωση της οικονομίας, αναδεικνύουν και επιβάλλουν κάτω από την καθημερινή πάλη νέες δομές, νέες μορφές οικονομικής οργάνωσης, με μια συνεχή διαδικασία μεταφοράς διευθυντικών, πειθαρχικών εξουσιών από την εργοδοσία στους εργάτες, τον καθορισμό μιας νέας μορφής οργάνωσης της εργασίας πέρα από τον ταιϋλορισμό» ή για την εισαγωγή ενός θεσμού που «οδηγεί στον εξανθρωπισμό των σχέσεων στο χώρο δουλειάς, στη διατήρηση ήπιου κλίματος, και σχέσεων συναίνεσης που δεν θίγουν το ιεραρχικό σύστημα, έχοντας κύριο στόχο την εξάλειψη της επιρροής των συνδικάτων, τη δημιουργία ατμόσφαιρας ταξικής συνεργασίας;»<8) Βέβαια είναι γενικότερα αποδεκτό σήμερα ότι τα συστήματα της συμμετοχής των εργαζομένων στοχεύουν «στην εξασφάλιση μεγαλύτερης παραγωγικότητας στην εργασία, στην απάμβλυνση των πατερναλιστικών και αντιδημοκρατικών σχέσεων στην επιχείρηση, στη δημιουργία ατμόσφαιρας ταξικής ειρήνης και συνεργασίας ανάμεσα στον εργοδότη και τους εργαζόμενους», καθώς και ότι «ποτέ δεν αμφισβήτησαν ριζικά το υφιστάμενο ιδιοκτησιακό σύστημα, στην ατομική (ή ομαδική) ή κρατική (καπιταλιστική σοσιαλιστική) ιδιοκτησία. Αντίθετα επινοήθηκαν και θεσπίστηκαν προκειμένου να πετύχουν ένα σίγουρο εκσυγχρονισμό του συγκεκριμένου συστήματος που θα το έσωζε από τον κίνδυνο αλλά ταυτόχρονα θα του εξασφάλιζε τη λαϊκή συναίνεση και τη συμπαράσταση που του έλειπε». Ωστόσο υποστηρίζεται επίσης ότι «ο αγώνας για μεγαλύτερη και ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων και ενίσχυση της επιρροής τους στις διαδικασίες διοίκησης των επιχειρήσεων, αν προωθείται από προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις, μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες ν' ανοίξει ο δρόμος για την αυτοδιαχείριση και την οικοδόμηση σοσιαλιστικών σχέσεων που θα θεμελιώνονται στην κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής»*9 '. Σηματοδοτεί όμως η λειτουργία των Επιτροπών Εργαζομένων μια τέτοια πορεία ενεργητικής και αυτοδύναμης ταξικής παρέμβασης της εργατικής τάξης στη δομή των παραγωγικών σχέσεων, που να μπορεί να μετεξελιχθεί δυναμικά σε μια επαναστατική αντικαπιταλιστική πρακτική;

Αρχικά, εισάγεται μια διαδικασία «συναπόφασης» που εξ' ορισμού δεν συνιστά μια αυτοδύναμη άσκηση εργατικής εξουσίας στα σχετικά ζητήματα, και σαν τέτοια δημιουργεί τους όρους για μια συνδιαχειριστική πρακτική. Η οποιαδήποτε όμως διαδικασία κοινής απόφασης εργαζομένων εργοδοσίας που συνεπάγεται την αντίστοιχη δέσμευση της εργατικής τάξης απέναντι σ' αυτήν (αφού είναι προϊόν και της δικής της βούλησης), και μάλιστα μέσα από κοινωνικές συνεδριάσεις, είναι έξω από την οπτική της στρατηγικής του εργατικού ελέγχου σαν επαναστατικής διαδικασίας. Πολύ περισσότερο μάλιστα που κοινές αποφάσεις κεφαλαίου εργασίας, όπως για παράδειγμα η «κοινή συναινέσει» σύνταξη εσωτερικών κανονισμών εργασίας των επιχειρήσεων ή διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων για τους εργατοϋπαλλήλους, δεν μπορούν παρά να συμβάλουν στη νομιμοποίηση της υπάρχουσας δομής, στην εδραίωση της εκμεταλλευτικής και ιεραρχικής φύσης της καπιταλιστικής παραγωγής. Άλλωστε δεν πρόκειται για κανενός είδους θεσμική καινοτομία: τα εργοστασιακά σωματεία είχαν ήδη κάθε δυνατότητα να επεξεργαστούν εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας ή να οργανώσουν σεμινάρια κοινωνικής εκπαίδευσης των εργαζομένων, και να διεκδικήσουν αγωνιστικά την κατάκτηση τέτοιων ή ευρύτερων στόχων αυτοδύναμα, χωρίς την οποιαδήποτε εργοδοτική παρέμβαση.

Στη συνέχεια, και εδώ βρίσκεται μια εξίσου σημαντική του διάσταση, επιδιώκεται η εμπέδωση της πρακτικής της «τριμερούς συνεργασίας», της σε τελική ανάλυση κρατικής διευθέτησης των εργασιακών διενέξεων, εφ' όσον, όπου διαπιστώνεται διαφωνία εργοδοσίας Επιτροπής, είτε στο επίπεδο των θεμάτων συναπόφασης, είτε στο επίπεδο της μη επίλυσης των «εύλογων συλλογικών παραπόνων» του εργαζόμενου προσωπικού από την καπιταλιστική διεύθυνση, η επίλυση της διαφοράς δεν επιζητείται στη μαχητική εργατική παρέμβαση (απεργία ή οποιαδήποτε άλλη δυναμική ενεργοποίηση) αλλά επαφίεται στην εφαρμογή του «δίκαιου και του νόμιμου» που καλούνται να εκφράσουν οι Επιθεωρήσεις Εργασίας. Όμως ακριβώς μια τέτοια διαδικασία διακανονισμού των ταξικών αντιθέσεων είναι που επιδίωξε να εκτοπίσει ο ταξικός συνδικαλισμός, γιατί η κρατική διαιτητική παρέμβαση συντείνει αντικειμενικά στην αναπαραγωγή εδραίωση των εκμεταλλευτικών και ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων, γιατί γίνεται εξίσου προσπάθεια να περιχαρακωθεί το πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης εκεί όπου το κράτος επιθυμεί να το περιορίσει, δηλαδή μέσα στα πλαίσια της υπάρχουσας αστικής νομοθεσίας. Ουσιαστικά, εφ' όσον λειτουργήσει ο θεσμός στην πληρότητα του θα έχει σαν αποτέλεσμα σ' αυτό το επίπεδο τον θρυμματισμό, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, της ταξικής εργατικής υποκειμενικότητας, εφ' όσον αυτή μορφοποιείται και πραγματώνεται ακριβώς στην αγωνιστική αντικαπιταλιστική πρακτική, που δεν αποσκοπεί να διευθετήσει «σύμφωνα με τους νόμους» (δηλαδή την παρέμβαση της κρατικής εξουσίας δια μέσου των Επιθεωρήσεων Εργασίας) τις εργασιακές διαφορές, αλλά να ανατρέψει θεμελιώδη στοιχεία της καπιταλιστικής εξουσίας και της αστικής νομιμότητας.

Τέλος, στην περίπτωση συνδικαλιστικής ενεργοποίησης των Επιτροπών (εκεί όπου τα εργοστασιακά συνδικάτα έχουν αποδυναμωθεί και εκτοπισθεί από την επιχείρηση), πρόκειται κατά κύριο λόγο για την θεσμοθέτηση μιας μορφής μη ταξικού, μη αγωνιστικού, «εργοδοτικού» συνδικαλισμού. Γιατί ακριβώς σ' αυτή την περίπτωση, η παρακολούθηση της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, οι προτάσεις προς την εργοδοσία βελτιωτικών μέτρων για τις συνθήκες εργασίας και η υποβολή «εύλογων (μα ποια κριτήρια;) συλλογικών παραπόνων», γενικά τέτοιου τύπου «συνδικαλιστικές αρμοδιότητες» των Επιτροπών, συμβάλουν στην ενίσχυση μιας ορισμένης μορφής «συνδικαλισμού» που έχει έξω απ' τον ορίζοντα του την ταξική πάλη και τη σοσιαλιστική στρατηγική.

Είναι φανερό ότι το περιεχόμενο του καινούργιου θεσμού ανταποκρίνεται σε μια μορφή «συμμετοχής των εργαζομένων» σε ορισμένες δευτερεύουσας σημασίας λειτουργίες της επιχείρησης, που ελαχιστοποιεί την ουσία του εργατικού ελέγχου και δεν συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πρακτικής απέναντι στην αστική κυριαρχία στο εργοστάσιο και την γενικότερη κοινωνική οργάνωση.

4. Η ολοκλήρωση της συναίνεσης των λαϊκών εργατικών δυνάμεων

Ενόσω η κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ θεσμοθετεί την «εργατική συμμετοχή» για την ενεργητική λαϊκή στήριξη της αστικής διαχείρισης και κρίσης, μέσα από τις Επιτροπές Εργαζομένων, οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΚΚΕεσ. διεκδικούν την πατρότητα του καινούργιου θεσμού εφ' όσον αποτελεί εφαρμογή της σχετικής πρότασης νόμου που είχε καταθέσει το 1976 για την επικύρωση της 135 ΔΣΕ και τα Συμβούλια Προσωπικού Επιχειρήσεων. Άλλωστε η μορφή αυτή «συμμετοχής των εργαζομένων» αποτέλεσε και την κεντρική πρόταση του ΚΚΕεσ. στο βιομηχανικό συνδικαλισμό: Το κόμμα αυτό είναι «ο πιο συνεπής υποστηρικτής των Επιτροπών Εργαζομένων που αποτελούν πρόκληση και στρέφονται ενάντια στα ρωμαλέα εργοστασιακά σωματεία» μια και το ΚΚΕεσ. «αγνοεί αφού πάντα η πρόσβαση του στο εργοστασιακό κίνημα ήταν ανύπαρκτη, ότι οι στόχοι που βάζει για τα Συμβούλια Προσωπικού (συνθήκες εργασίας, πληροφόρηση για το τι γίνεται στην επιχείρηση) έχουν προωθηθεί από τα εργοστασιακά σωματεία» (ΟΒΕΣ). Έτσι, δικαιολογημένα εκτιμά τη θεσμοθέτηση των Επιτροπών αυτών σαν «συνολικά θετική» (πέρα από επιμέρους αδυναμίες του νέου θεσμού) «πρόσφορη για την ελληνική εργοστασιακή πραγματικότητα» η οποία «ανοίγει και στη χώρα μας, με καθυστέρηση μερικών δεκαετιών από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το μέτωπο του θεσμού για την εκπροσώπηση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα» (αλήθεια μέχρι σήμερα τα εργοστασιακά σωματεία δεν εκπροσωπούσαν την εργατική τάξη κι έμεναν οι εργαζόμενοι χωρίς εκπροσώπηση;), εφόσον ακόμη και οι καθαρά συνδιαχειριστικές κατευθύνσεις της Πέμπτης Οδηγίας της Επιτροπής της ΕΟΚ δεν είναι έξω απ' το οπτικό πεδίο της «εργατική συμμετοχής» όπως την αντιλαμβάνεται η κυρίαρχη πολιτική αντίληψη του ΚΚΕεσ.'°. Μ' αυτήν όμως την αντιμετώπιση παρέχεται η συναίνεση στους σχεδιασμούς για την «συνυπευθυνότητα» των εργαζομένων στην καπιταλιστική διαχείριση. Ταυτόχρονα όμως οι ίδιες εργατικές του δυνάμεις διαπιστώνουν ότι «οι μορφές συμμετοχής πρέπει να κατευθύνονται από την αντίληψη της σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης, να εμπνέονται από την αντίληψης της ταξικής πάλης και να αποκλείουν ρυθμίσεις που οδηγούν στην ενσωμάτωση των εργαζομένων στο υπάρχον κοινωνικό σύστημα», και κάτω απ' αυτό το πρίσμα καταλήγουν σε μια διαμετρικά αντίθετη εκτίμηση, ότι δηλαδή οι Επιτροπές Εργαζομένων «παρά τα θετικά τους στοιχεία δεν εξασφαλίζουν πλήρως τους προηγούμενους όρους και προϋποθέσεις»*11 . Ποια είναι όμως τα επιμέρους θετικά στοιχεία; Μήπως οι διαδικασίες «συναπόφασης» σε περιθωριακού χαρακτήρα εργασιακά ζητήματα, ή η τριμερής (κρατική σε τελική ανάλυση) διευθέτηση των ταξικών αντιθέσεων, ή η προσπάθεια απεμπόλησης του εργοστασιακού συνδικαλισμού και λοιπές καινοτομίες της εξουσίας του ΠΑΣΟΚ;

Παράλληλα, αυτή η ίδια η ΓΣΕΕ, αντανακλώντας στη σύνθεση του συνδικαλιστικού κινήματος σε τριτοβάθμιο επίπεδο το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων του αριστερού λαϊκού κινήματος, συμπαρατάσσεται στην εισαγωγή των Επιτροπών Εργαζομένων εκτιμώντας ότι μ' αυτό τον τρόπο θα «ενισχυθεί το συνδικαλιστικό κίνημα και θα μπει η δημοκρατία στα εργοστάσια και τους τόπους δουλειάς». Πραγματώνοντας έτσι το συμπληρωματικό της ρόλο στην κυβερνητική πολιτική εξαντλείται στη διατύπωση μιας σειράς «διορθωτικών παρατηρήσεων» που αποσκοπούν στη βελτίωση του θεσμού: Οι Επιτροπές θα πρέπει να μετονομασθούν σε Συμβούλια Εργαζομένων, οι Γενικές Συνελεύσεις να συγκαλούνται δυο αντί μια φορά το χρόνο, ο όρος «κοινές συνεδριάσεις» (εργοδοσίας αντιπροσώπων) να αντικατασταθεί με τον όρο «συναντήσεις», να εμπλουτισθούν οι διαδικασίες συναπόφασης κεφαλαίου εργαζομένων 12) . Διαπιστώνεται μ' αυτό τον τρόπο ότι και η ίδια η ΓΣΕΕ ενστερνίζεται την λογική της κυβερνητικής ρύθμισης, περιορίζοντας τις βελτιωτικές της προτάσεις σε εντελώς δευτερεύουσας σημασίας σημεία του νομοθετικού κειμένου, επιζητώντας μάλιστα την ισχυροποίηση του πνεύματος που το διέπει. Δεν εναντιώνεται η εργατική συνομοσπονδία στο σχεδιασμό παραμερισμού του βιομηχανικού συνδικαλισμού, δεν αντιτίθεται σ' αυτή την ίδια τη διαδικασία συναινετικής ρύθμισης εργασιακών ζητημάτων, δεν απορρίπτει τη διαιτητική κρατική διευθέτηση. των ταξικών αντιθέσεων κατευθύνσεις που συνεπάγονται ακριβώς τη νομιμοποίηση του διευθυντικού δικαιώματος στην παραγωγή και την εξασθένιση του ταξικού χαρακτήρα του εργατικού κινήματος, αλλά ασχολείται με αλλαγές όρων μήπως και δημιουργηθεί σύγχυση του καινούργιου θεσμού με «τις γνωστές επιτροπές συμμετοχικής συνδιαχείρισης στη Δυτική Ευρώπη» μήπως και «δημιουργηθεί η αντίληψη συμμετοχής του εργοδότη στις λειτουργίες του Συμβούλιου» (!). Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει να κάνει κανείς με μια απλή αποποίηση του πολιτικού, αγωνιστικού, ταξικού ρόλου που έχει να διαδραματίσει μέσα σε μια σοσιαλιστική στρατηγική μια συνομοσπονδία εργαζομένων (όπως αυτή η πρακτική έχει εκφραστεί με αφορμή την εισοδηματική πολιτική μονομερούς λιτότητας ή με τον περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων): πρόκειται ακόμη περισσότερο για μια ενεργητική δραστηριοποίηση για τη στήριξη ενός θεσμού που στοχεύει κατ' ευθείαν στην αφυδάτωση του ταξικού χαρακτήρα, της ανατρεπτικής φύσης και του αυτόνομου ρόλου του εργατικού συνδικαλισμού.

Τέλος, οι εργατικές δυνάμεις του ΚΚΕ έρχονται να προσθέσουν ουσιαστικά τη δική τους συναίνεση στην καθιέρωση των Επιτροπών Εργαζομένων θεωρώντας ότι αυτή η θεσμική ρύθμιση «αποτελεί καρπό των αγώνων της εργατικής τάξης και μια κατ' αρχήν θετική ενέργεια του Υπουργείου Εργασίας του ΠΑΣΟΚ», παρ' ότι βέβαια «ικανοποιούνται μερικά μόνο από τα αιτήματα του προοδευτικού συνδικαλισμού κινήματος», ενώ ταυτόχρονα κρίνεται ότι οι καινούργιες ρυθμίσεις «στριμώχνουν το θεσμό στα πλαίσια της συνεργασίας των τάξεων και δεν παρέχονται στις Επιτροπές ουσιαστικές και αποφασιστικές αρμοδιότητες». Έτσι η κριτική αποτίμηση του εξαντλείται στην υιοθέτηση των «προτάσεων» της ΓΣΕΕ για τη βελτίωση των νομοθετικών ρυθμίσεων προς την κατεύθυνση της «αποφασιστικής ενίσχυσης και ουσιαστικοποίησης του ρόλου των Επιτροπών, και της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων τους», και των φραστικών και περιθωριακών διαφοροποιήσεων που πρόβαλε η εργατική συνομοσπονδία. Τελικά και το ΚΚΕ προσβλέπει σε μια διπλή εκπροσώπηση των εργαζομένων μέσα από «τις Επιτροπές Εργαζομένων και τους αντιπροσώπους των συνδικάτων (εκλεγμένους ή διορισμένους από τα συνδικάτα σύμφωνα με τις δικές τους διαδικασίες)»*Ι3). Μ' αυτό τον τρόπο της σε τελευταία ανάλυση σύμπλευσης του ΚΚΕ στην εισαγωγή και λειτουργία της νέας μορφής εργατικής «εκπροσώπησης» ολοκληρώνεται και η διασφάλιση της γενικής συναίνεσης στην προσπάθεια θεσμικής επιβολής της αδρανοποίησης της ταξικής φυσιογνωμίας του εργατικού συνδικαλισμού και της υποκατάστασης της από διαδικασίες εμπέδωσης των εξουσιών του κεφαλαίου στις επιχειρήσεις. Μια τέτοια αντιμετώπιση, παρ' όλο που έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τις γενικότερες τοποθετήσεις του ΚΚΕ απέναντι στα συμμετοχικά συστήματα του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλισμού*14, υπαγορεύεται από τις ανάγκες της συγκεκριμένης του τακτικής στο εργατικό κίνημα, πράγμα που αποκαλύπτει τόσο τον καιροσκοπικό χαρακτήρα των θέσεων του απέναντι στη συνδιαχείριση, όσο και τις πραγματικές του επιδιώξεις στο σημερινό λαϊκό κίνημα. Δηλαδή οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΚΚΕ συναινούν στη λογική των Επιτροπών Εργαζομένων επειδή ακριβώς μέσα απ' αυτό το πλαίσιο διανοίγονται δυνατότητες για την πραγματοποίηση βασικών τακτικών τους στόχων: Κατά πρώτο λόγο, προωθείται η οργανωτική και πολιτική αποδυνάμωση του εργοστασιακού κινήματος και των αγωνιστικών κινητοποιήσεων της δευτεροβάθμιας συγκρότησης του (ΟΒΕΣ), και κατά συνέπεια της πρακτικής και των στόχων που έχουν ανάδειξα στην κατεύθυνση της αποδόμησης των παραγωγικών σχέσεων και της θεμελίωσης της εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης. Κατά δεύτερο λόγο, επιτυγχάνεται η συνδικαλιστική νομιμοποίηση μέσα στις επιχειρήσεις όπου δρουν επιχειρησιακά σωματεία των «συνδικαλιστικών αντιπροσώπων» (για τους οποίους κάνει λόγο η 135 ΔΣΕ) και θα διορίζονται ενδεχόμενα από τα κλαδικά ομοιοεπαγγελματικά συνδικάτα, που χαρακτηρίζονται από συντεχνιακό πνεύμα, απουσία μαζικότητας και έλλειψη οργανωτικής παρέμβασης στην παραγωγή, και που συνιστούν το συνδικαλιστικό πρότυπο και τη λαϊκή συνδικαλιστική βάση του ΚΚΕ. Κατά τρίτο λόγο, συντελείται αυτή καθ' εαυτή η εμπέδωση διαδικασιών συναπόφασης, αναπαραγωγής της κοινωνικής υποτέλειας της εργατικής τάξης, εδραίωσης του διαχωρισμού διεύθυνσης της επιχείρησης και άμεσων παραγωγών, μονιμοποίησης του παραγκωνισμού της εργατικής τάξης από την πολιτική εξουσία. Γιατί ακριβώς το ιδανικό των πολιτικών αυτών δυνάμεων για την «συμμετοχή των εργαζομένων» όπως εκφράζεται μέσα από τις ρυθμίσεις για τις εργατικές κολεκτίβες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αναπαράγοντας αυτούσια δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής, εμπεριέχει τέτοιου είδους αλλοτριωμένες μορφές παρέμβασης των εργαζομένων, αντίστοιχες ποιοτικά μ' αυτές των Επιτροπών Εργαζομένων, που όχι μόνο δεν πραγματώνουν την πολιτική, οικονομική και μορφωτική κυριαρχία της εργατικής τάξης, αλλά αντίθετα συντείνουν στην ενίσχυση της επιδιωκόμενης συναίνεσης της στην αναπαραγωγή της κοινωνικής της αλλοτρίωσης.*15) .

Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1984

1.. Το κείμενο του νομοσχεδίου δημοσιεύτηκε στο ΕΞΠΡΕΣ 19 Σεπτεμβρίου 1984, αρ. 6444. Σ' ότι αφορά την κριτική ανάλυση της συμμετοχικής αντίληψης και της στάσης της Αριστεράς απέναντι σ' αυτήν: Α. Ταρπάγκος «Το αριστερό κίνημα απέναντι στην εργατική συμμετοχή», ΘΕΣΕΙΣ, τεύχος 5, Οκτώβρης Δεκέμβρης 1983.

2. Πρόκειται για τις αντιλήψεις που κυρίαρχα εκφράζονται στις συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ όπΟΧΓ στΤΐν πΟΟΚΤ.ΙΙΙΕνΤΙ πκηΐ'πτιϊκτη ηπή την ΓΡΝΟΤΤ ΛΡΤΙ· Λ TTurcrwirt, - „KOivmvivn???

ποίηση των μέσων παραγωγής, συμμετοχή, αυτοδιαχείριση, δρόμος για την αλλαγή: Οι θέσεις της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ», στο «Διεθνές σεμινάριο για την εργατική συμμετοχή, την κοινωνικοποίηση και την αυτοδιαχείριση», Έκδοση ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, Αθήνα 1983, σελ. 308353. 3. Είναι ακριβώς οι κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ όπως εκφράζονται από τον Γ. Αρσένη «Κοινωνικοποίηση στο δημόσιο τομέα», στο «Διεθνής διάσκεψη για την κοινωνικοποίηση, την αποκέντρωση και την αυτοδιαχείριση», Έκδοση ΓΣΕΕ ΚΕΜΕΤΕ, Αθήνα 198

3. σελ. 4563.

4.. Οι ιδέες αυτές για το πνεύμα που διέπει τους συμμετοχικούς θεσμούς που εισάγει το ΠΑΣΟΚ δίνονται από τον Γ. Δασκαλάκη «Εποπτικά Συμβούλια», στο ΓΣΕΕ ΚΕΜΕΤΕ «Διεθνής Διάσκεψη: Κοινωνικοποίηση Αποκέντρωση Αυτοδιαχείριση», Αθήνα 1983, σελ. 8297.

5. Πρόκειται για την εκτίμηση που κάνει η ίδια η εργοστασιακή ομοσπονδία: ΟΒΕΣ«Το εργοστασιακό σωματείο φορέας του εργατικού ελέγχου Μια απάντηση στους υποστηρικτές των εργοστασιακών συμβουλίων», ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, τεύχος 10, Δεκέμβρης 1983.

6. Α. Γκράμσι «Τα εργοστασιακά συμβούλια και το κράτος της εργατικής τάξης», Στοχαστής 1975, όπου u£qa στο σύνολο της σχετικής του αρθρογραφίας στο Όρντινε Νουόβο και το Αβάντι

εκθέτει με τον καθαρότερο τρόπο τον επαναστατικό χαρακτήρα της στρατηγικής των εργατικών συμβουλίων στην προοπτική της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας από τις λαϊκές εργατικές

7. Αναφορά στις εισηγήσεις της ΟΒΕΣ για την οικονομική κρίση, την αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη και το ρόλο του εργατικού κινήματος καθώς και για τις αρχές και στόχους του διεκδικητικού της προγράμματος, στο «Το εργοστασιακό κίνημα», Αθήνα 1984, σελ. 5173.

8. Από τις σχετικές εισήγησης της ΟΒΕΣ για τους στρατηγικούς και άμεσους στόχους του συνδικαλιστικού κινήματος καθώς και για τους νέους θεσμούς και τον αγώνα των εργατών για έλεγχο και συμμετοχή, στο «Το εργοστασιακό κίνημα: Αφιέρωμα στα πέντε χρόνια δράσης της ΟΒΕΣ»,Αθήνα 1984. σελ. 717 και 305 09. Πρόκειται. για βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν.από την αριστερή κριτική εκτίμηση των συμμετοχικών συστημάτων που έχουν εφαρμοστεί που εκτίθεται από τον Α. Μητρόπουλο «Εργασιακές σχέσεις και κοινωνικός μετασχηματισμός», 'Έκδοση ΕΕΔ, Αθήνα 1983, σελ, 146188.

10.. Τέτοιες είναι οι θέσεις για τον καινούριο θεσμό που δίνονται από τους Α. Πόντικα «Επιτροπές Εργαζομένων στην επιχείρηση: Ένας νέος θεσμός γεννιέται», Η ΑΥΓΗ, 23 Σεπτεμβρίου 1984, και Ν. Καϊμάκη «Συμμετοχή των εργαζομένων με προοπτική την αυτοδιαχείριση», στο ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ «Διεθνές σεμινάριο για: Εργατική συμμετοχή κοινωνικοποίηση αυτοδιαχείριση», Αθήνα 1883, σελ. 177184.

11. Αυτή η ανάλυση γίνεται από τον Ν. Καϊμάκη «Οι νέοι συμμετοχικοί θεσμοί και η προοπτική της αυτοδιαχείρισης», Η ΑΥΓΗ, 14 Οκτωβρίου 1984.

12.: Για τις τοποθετήσεις της ηγεσίας της εργατικής συνομοσπονδίας «θέσεις της ΓΣΕΕ για την 135 ΔΣΕ: Το κείμενο του υπομνήματος προς το Υπουργείο Εργασίας», Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΓΣΕΕ, τεύχος 200201, 30 Οκτώβρη 1984.

13. Με αυτό τον τρόπο μορφοποιείται η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις Επιτροπές Εργαζομένων Χ. Α. «Πώς θα υλοποιηθεί η 135 ΔΣΕ», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 4 Οκτώβρη 1984, καθώς και «Επιτροπές Εργαζομένων χωρίς όμως ουσιαστικές αρμοδιότητες», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 19 Σεπτέμβρη 1984.

14. Έτσι, ενδεικτικά ανάμεσα σε άλλες τέτοιου είδους τοποθετήσει«:: Γ. Ρούστκ «Συμπεράσματα από τις εμπειρίες της συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων στις χώρες της ΕΟΚ», στο ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ «Διεθνές σεμινάριο: Εργατική συμμετοχή κοινωνικοποίηση αυτοδιαχείριση», Αθήνα 1983, σελ. 3041.

15. Για την αποτίμηση των συμμετοχικών προτύπων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» πρόσφατο παράδειγμα: Μ. Ανδρουλάκης «Η ΕΣΣΔ σήμερα αύριο: Συνδικάτο και αυτοδιαχείριση», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 18 Οκτώβρη 1984.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή