Ανακαλύπτοντας εκ νέου το σοσιαλισμό και ανακτώντας τον Μαρξ Εκτύπωση
Τεύχος 112, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2010


Το άρθρο του Μ. Λίμποβιτς «Ανακαλύπτοντας εκ νέου το σοσιαλισμό και ανακτώντας τον Μαρξ» ενδεχομένως να ξενίσει κάποιους από τους τακτικούς αναγνώστες των Θέσεων. Και αυτό γιατί ο συγγραφέας πραγματεύεται το θέμα του χωρίς αρχικά να εμπλέξει τις γνωστές θεωρητικές έννοιες με τις οποίες ο μαρξισμός προσεγγίζει και αναλύει τις ταξικά οργανωμένες κοινωνίες και τα προβλήματα που θέτει η στρατηγική της ανατροπής του καπιταλισμού και η σοσιαλιστική «οικοδόμηση» από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Στη θέση αυτών των θεωρητικών εργαλείων, ο αναγνώστης θα συναντήσει ορισμένες από τις εννοιολογικές κατηγορίες που είχε επεξεργαστεί ο ίδιος ο Μαρξ στα πρώιμα κείμενά του, και που σε κάποιο βαθμό διατήρησε και σε έργα της ωριμότητάς του, όπως η έννοια του «πλούσιου και βαθιά προικισμένου ανθρώπου», που αναπτύσσεται στα Χειρόγραφα του 1844 ή η έννοια των «συνεταιρισμένων παραγωγών» που αναπτύσσεται ιδιαίτερα στα Grundrisse (χειρόγραφα του 1857).

Ο Λίμποβιτς επιστρατεύει λοιπόν, όπως και πάμπολλοι άλλοι διανοούμενοι την επαύριο του 20ού Συνεδρίου του 1956, την ανθρωπιστική προβληματική του νεαρού Μαρξ για να ασκήσει κριτική στο σοβιετικό μοντέλο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, που με διάφορες μορφές κυριάρχησε στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Το ενδιαφέρον του άρθρου είναι ότι, σε αντίθεση με την πλειοψηφία της ετερόδοξης διανόησης της Ευρώπης της περιόδου της «αποσταλινοποίησης», ο Λίμποβιτς κατορθώνει τελικά να διατυπώσει μια συνεκτική, αριστερή κριτική στο σοβιετικό μοντέλο. Αυτό το επιτυγχάνει χάρη σε μια εύστοχη σύνθεση των ιδεών του ανθρωπισμού των Χειρογράφων με κάποιες από τις παρατηρήσεις που επεξεργάστηκε ο Μαρξ κυρίως στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, όπως π.χ. η διάκριση μεταξύ της τυπικής (νομικής) κατοχής των μέσων παραγωγής από τους άμεσους παραγωγούς και της πραγματικής ιδιοποίησής τους απ’ αυτούς, ή ακόμα η βασική για την όποια σοσιαλιστική στρατηγική θέση ότι οι παραγωγικές δυνάμεις δεν αναπτύσσονται ποτέ «εν κενώ» αλλά φέρουν πάντα τη σφραγίδα συγκεκριμένων παραγωγικών σχέσεων και ενός συγκεκριμένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Η σύνθεση αυτή επιτρέπει στον Λίμποβιτς να ανιχνεύσει τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία του Κράτος και Επανάσταση του Λένιν (τη «σοσιαλιστική» αρχή της διανομής του κοινωνικού πλούτου σύμφωνα με την ατομική συμβολή του καθενός) και να προσεγγίσει το σοσιαλισμό όχι ως ένα σύστημα οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνίας εν ονόματι της εργατικής τάξης, αλλά ως αυτό που είναι: η πολιτική εξουσία των εργαζομένων που έχουν πάρει τις τύχες τους στα χέρια τους. Με τον τρόπο αυτό ξαναφέρνει στο προσκήνιο κάποιες θέσεις, που για πρώτη φορά διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της κινέζικης Πολιτιστικής Επανάστασης.

Ο μεταφραστής

ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΕΚ ΝΕΟΥ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

ΚΑΙ ΑΝΑΚΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΑΡΞ

(Παρουσίαση στο φεστιβάλ ανατρεπτικού κινηματογράφου, συζήτηση για το «Σοσιαλισμό», 3-7 Μαϊου 2010, Ζάγκρεμπ, Κροατία)

του Michael Lebowitz

μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος


Τι είναι ο σοσιαλισμός; Για πολλούς ανθρώπους, που μαθήτευσαν στα κείμενα του 20ού αιώνα, ισχύουν ουσιαστικά οι παρακάτω θέσεις:

  1. Σοσιαλισμός είναι το πρώτο στάδιο μετά τον καπιταλισμό και ακολουθείται από το ανώτερο στάδιο, τον κομμουνισμό.

  2. Η συνθήκη για τον κομμουνισμό είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

  3. Η αρχή της κατανομής του κοινωνικού προϊόντος που προσιδιάζει στο σοσιαλισμό και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι «στον καθένα, ανάλογα με τη συμβολή του».

Με δυο λόγια, ο σοσιαλισμός στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας είναι το στάδιο κατά το οποίο αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις και μ’ αυτό τον τρόπο προετοιμάζεται ο δρόμος για το ανώτερο στάδιο. Παραπέρα, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του σοσιαλιστικού σταδίου είναι η θέση του υλικού κινήτρου, η εφαρμογή της «σοσιαλιστικής αρχής» του «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με την εργασία του».

Οι θέσεις αυτές, μπορούν σε σημαντικό βαθμό να αναχθούν στον ίδιο τον Λένιν. Είναι επίσης ευρύτερα γνωστό ότι οι θέσεις αυτές αναγνωρίστηκαν ως τα θεωρητικά θεμέλια των πιο διαφορετικών εγχειρημάτων οικοδόμησης του σοσιαλισμού κατά τον 20ό αιώνα, όπως το σοβιετικό μοντέλο και η γιουγκοσλαβική αυτοδιαχείριση – εγχειρημάτων που, όπως ξέρουμε, κατέληξαν σε μια άθλια εφαρμογή των αρχών του συντηρητισμού. Το ερώτημα λοιπόν που θέτω είναι κατά πόσο θα πρέπει να απορρίψουμε αυτές τις θέσεις – όχι μόνο βασιζόμενοι στην κατάληξη αυτών των ιστορικών εγχειρημάτων, αλλά και θεωρώντας τις ως διαστρέβλωση του Μαρξ.

1. Ο σύνδεσμος-κλειδί

«Πρέπει να επανεφεύρουμε το σοσιαλισμό» – με αυτή τη φράση ο Ούγκο Τσάβες ηλέκτρισε τους ακτιβιστές μιλώντας στο κλείσιμο του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ στο Πόρτο Αλλέγκρε, τον Ιανουάριο του 2005. «Δεν μπορεί να είναι το είδος του σοσιαλισμού που είδαμε στη Σοβιετική Ένωση», τόνισε ο Τσάβες, «αλλά θα προβάλλει καθώς θα αναπτύσσουμε συστήματα που στηρίζονται στη συνεργασία, και όχι στον ανταγωνισμό». Ο Τσάβες θεωρεί ότι αν πρόκειται ποτέ να τελειώνουμε με τη φτώχεια στην οποία ζει σήμερα η πλειοψηφία του σύγχρονου κόσμου, θα πρέπει να υπερβούμε τον καπιταλισμό. «Όμως δεν μπορούμε να προσφύγουμε στον κρατικό καπιταλισμό, που θα αποτελούσε την ίδια διαστροφή με τη Σοβιετική Ένωση. Πρέπει να διεκδικήσουμε το σοσιαλισμό ως θέση, ως πρόταγμα και ως διαδρομή, αλλά ένα νέο τύπο σοσιαλισμού, έναν ανθρωπιστικό σοσιαλισμό, που θέτει πάνω από τα πάντα τους ανθρώπους και όχι τις μηχανές ή το κράτος» (Lebowitz, 2006: 109).

Με δυο λόγια, τη νέα σοσιαλιστική κοινωνία δεν θα την ορίσουν ούτε η επέκταση των μέσων παραγωγής, ούτε η διεύθυνση από το κράτος. Αντίθετα, στο κέντρο της θα βρίσκονται οι άνθρωποι. Αυτό είναι το φάντασμα που πλανάται πάνω από τον καπιταλισμό - το φάντασμα του σοσιαλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα. Στον πυρήνα του βρίσκεται ο «σύνδεσμος-κλειδί» της ανθρώπινης ανάπτυξης και πρακτικής – μιας έννοιας που μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά στο Βολιβαριανό Σύνταγμα της Βενεζουέλας, που υιοθετήθηκε το 1999.

Στο άρθρο 299 του Συντάγματος αυτού αναγνωρίζεται ρητώς ότι ο στόχος μιας ανθρώπινης κοινωνίας πρέπει να είναι η «εξασφάλιση της συνολικής ανθρώπινης ανάπτυξης». Στη διακήρυξη του άρθρου 20 τονίζεται ότι «καθένας δικαιούνται την πλήρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του». Το άρθρο 102 εστιάζει στην «ανάπτυξη του δημιουργικού δυναμικού κάθε ανθρώπου και την πλήρη άσκηση της προσωπικότητάς του σε μια δημοκρατική κοινωνία» – το θέμα της ανθρώπινης ανάπτυξης διαπερνά όλα τα άρθρα του Βολιβαριανού Συντάγματος.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Το σύνταγμα αυτό εστιάζει επίσης στο ζήτημα του πώς αναπτύσσουν οι άνθρωποι τις δυνατότητες και τις ικανότητές τους – πώς δηλαδή προκύπτει η συνολική ανθρώπινη ανάπτυξη. Το άρθρο 62 του Συντάγματος διακηρύσσει ότι η συμμετοχή του λαού στη «διαμόρφωση, την εκτέλεση και τον έλεγχο της διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων είναι ο αναγκαίος δρόμος για την επίτευξη της εμπλοκής που θα εξασφαλίσει την πλήρη ανάπτυξή τους, τόσο την ατομική, όσο και τη συλλογική». Ο αναγκαίος δρόμος. Η ίδια έμφαση σε μια δημοκρατική, συμμετοχική και πρωταγωνιστική κοινωνία είναι επίσης παρούσα στην οικονομική σφαίρα, και γι’ αυτό το λόγο το άρθρο 70 υπογραμμίζει την «αυτο-διαχείριση, τη συν-διαχείριση, τους συνεταιρισμούς σε όλες τις μορφές» και γι’ αυτό επίσης το λόγο ο στόχος του άρθρου 102 για την «ανάπτυξη του δημιουργικού δυναμικού κάθε ανθρώπινης ύπαρξης» δίνει έμφαση στην «ενεργό, συνειδητή και ομαδική συμμετοχή» (Lebowitz, 2006: 72, 89-90).

Αυτός ο σύνδεσμος-κλειδί, η εστίαση δηλαδή στην ανθρώπινη ανάπτυξη και την πρακτική και την ενεργό συμμετοχή ως «αναγκαίο δρόμο» βρισκόταν στον πυρήνα της προοπτικής του Μαρξ. Ο νεαρός Μαρξ, για παράδειγμα, οραματιζόταν ένα «πλούσιο άνθρωπο», που θα είχε αναπτύξει τις δυνατότητες και τις ικανότητές του σε σημείο ώστε να είναι σε θέση «να αντλεί ικανοποίηση με ένα πολύπλευρο τρόπο», «ο πλούσιος άνθρωπος προικισμένος βαθιά με όλες τις αισθήσεις» (Marx, 1844: 302). «Στη θέση του πλούτου και της φτώχειας της πολιτικής οικονομίας», ο Μαρξ πρότεινε: «να δημιουργηθεί ο πλούσιος άνθρωπος και η πλούσια ανθρώπινη ανάγκη» (Marx, 1844: 304).

Ωστόσο, αυτός που μιλούσε με τόση γλαφυρότητα για τους πλούσιους ανθρώπους δεν ήταν μόνο ένας νεαρός, ρομαντικός, προ-μαρξιστής Μαρξ, όπως τον αποκαλούν. Στα Grundrisse ο Μαρξ επέστρεψε ρητά και κατηγορηματικά σ’ αυτή την άποψη του ανθρώπινου πλούτου – την «ανάπτυξη της πλούσιας ατομικότητας, που είναι πολύπλευρη τόσο στην παραγωγή της, όσο και στην κατανάλωσή της» (Marx, 1973: 325). Έθεσε μάλιστα το ερώτημα, τι είναι πλούτος, «αν δεν είναι η καθολικότητα των ατομικών αναγκών, των ικανοτήτων, των απολαύσεων, των παραγωγικών δυνάμεων, κλπ.»; (Marx, 1973: 488)

Με δυο λόγια, ο Μαρξ προσέβλεπε σε μια κοινωνία όπου το κάθε άτομο θα είναι σε θέση να αναπτύξει πλήρως το δυναμικό του, δηλαδή να «ξεδιπλώσει ελεύθερα τις δημιουργικές του δυνατότητες», «να αναπτύξει πλήρως το ανθρώπινο περιεχόμενο», «να αναπτύξει όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις ως αυτοσκοπό» (Marx, 1973:488, 541, 708). Θα μπορούσε να είναι σαφέστερο; Αυτή ήταν η αντίληψη του Μαρξ για το σοσιαλισμό – η δημιουργία μιας κοινωνίας που απομακρύνει όλα τα εμπόδια για την πλήρη ανάπτυξη των ανθρώπων.

Πώς όμως παράγονται τα πλούσια ανθρώπινα όντα; Ο Μαρξ ήταν πάντα σαφής ως προς το ότι οι άνθρωποι αναπτύσσονται μέσω της ίδιας της δραστηριότητάς τους. Αυτή ήταν η έννοια της «επαναστατικής πρακτικής» – «η σύμπτωση των μεταβαλλόμενων περιστάσεων και της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της αυτο-αλλαγής» (όπ. π.) Οι άνθρωποι δεν αναπτύσσονται λαμβάνοντας δώρα άνωθεν. Αυτή ήταν η ουσία του ουτοπικού σοσιαλισμού την οποία απέρριπτε ο Μαρξ – η πεποίθηση ότι αν αλλάξουμε τις συνθήκες για τους ανθρώπους (για παράδειγμα, δημιουργώντας νέες δομές, νέες κοινότητες και τα σχετικά, και εισάγοντας στη συνέχεια τους ανθρώπους σ’ αυτές), οι άνθρωποι αυτοί θα γίνουν διαφορετικοί.

Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, η έννοια της επαναστατικής πρακτικής του Μαρξ είναι η κόκκινη κλωστή που διατρέχει το έργο του απ’ άκρη σ’ άκρη. Ο Μαρξ μιλούσε, για παράδειγμα, για το πώς οι άνθρωποι αναπτύσσονται μέσω των ίδιων των αγώνων τους, για το πώς αυτό είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο η εργατική τάξη μπορεί να «κατορθώσει να ανοίξει δρόμο μέσα από την κόπρο των αιώνων και να αποκτήσει τη δυνατότητα μιας εκ νέου θεμελίωσης της κοινωνίας». Και είπε στους εργάτες ότι θα πρέπει να δώσουν αγώνες επί πενήντα χρόνια. Προκειμένου «όχι μόνο να προκαλέσετε μια κοινωνική αλλαγή, αλλά επίσης να αλλάξετε τους εαυτούς σας, να προετοιμαστείτε για την άσκηση της πολιτικής εξουσίας» (Lebowitz, 2003: 179-84).

2. Συνδυασμένα προϊόντα

Το ίδιο πάντα σημείο – αλλάζουμε μέσω της δραστηριότητάς μας. Και αυτό ισχύει για όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων. Κάθε διαδικασία δραστηριότητας έχει δύο προϊόντα: τη μεταβολή των συνθηκών και τη μεταβολή αυτού που δρα. Κάθε εργασιακή διαδικασία δημιουργεί ένα διττό προϊόν, ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο προϊόν. Όπως σχολίασε ο Μαρξ στα Grundrisse, κατά την παραγωγή «οι παραγωγοί αλλάζουν επίσης, με την έννοια ότι δημιουργούν νέες ιδιότητες στον εαυτό τους, αναπτύσσονται μέσα στην παραγωγή, μετασχηματίζονται, αναπτύσσουν νέες δυνάμεις και ιδέες, …νέες ανάγκες και νέα γλώσσα» (Marx, 1973: 494). Εδώ πραγματικά βρίσκεται η ουσία της συνεργατικής κοινωνίας που βασίζεται στην κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής – «όταν ο εργάτης συνεργάζεται με άλλους εργάτες βάσει ενός σχεδίου, αποβάλλει τα δεσμά της ατομικότητάς του και αναπτύσσει τις δυνατότητες του ανθρώπινου είδους» (Marx, 1977: 447).

Τι συμβαίνει όμως με την ανθρώπινη δραστηριότητα υπό τις καπιταλιστικές συνθήκες παραγωγής; Ποιο είναι το συνδυασμένο προϊόν που αναπτύσσεται δίπλα στα περιέχοντα υπεραξία εμπορεύματα που αναδύονται από αυτή την ιδιαίτερη παραγωγική διαδικασία; Πώς διαμορφώνονται αυτές οι ικανότητες των παραγωγών από τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό;

Στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, οι άνθρωποι υπόκεινται στην «ισχυρή θέληση μιας ύπαρξης έξω απ’ αυτούς, που υποτάσσει τη δραστηριότητά τους στο σκοπό της». Εδώ, η δημιουργική δύναμη της εργασίας του εργάτη αναδεικνύεται ως η ισχύς του κεφαλαίου, «ως μια ξένη δύναμη που έρχεται αντιμέτωπη με αυτούς» (Marx, 1973: 694, 1977: 1053-4, 1058). Οι εργάτες παράγουν προϊόντα που αποτελούν ιδιοκτησία του κεφαλαίου, που στρέφονται εναντίον τους και κυριαρχούν πάνω τους ως κεφάλαιο. Ο κόσμος του πλούτου, σχολίαζε ο Μαρξ, αντιμετωπίζει τον εργάτη «ως ένα ξένο κόσμο που τον εξουσιάζει».

Και αυτός ο ξένος κόσμος κυριαρχεί πάνω στον εργάτη όλο και περισσότερο, γιατί το κεφάλαιο δημιουργεί συνεχώς νέες καταναλωτικές ανάγκες ως αποτέλεσμα της απαίτησής του να πραγματώνει την υπεραξία που περιέχεται στα εμπορεύματα (Lebowitz, 2003: 37-9). Για τους εργάτες, η παραγωγή στο πλαίσιο αυτής της σχέσης αποτελεί μια διαδικασία «πλήρους απογύμνωσης», «πλήρους αλλοτρίωσης», τη «θυσία του ανθρώπου ως σκοπού καθ’ εαυτόν υπέρ ενός εντελώς εξωτερικού σκοπού» (Marx, 1973: 488). Και το κενό αυτό δεν θα μπορούσε να καλυφθεί παρά μόνο με χρήμα, την αληθινή ανάγκη που δημιουργεί ο καπιταλισμός. Γεμίζουμε το κενό της ζωής μας με πράγματα – ωθούμαστε στην κατανάλωση.

Αλλά ο καταναλωτισμός είναι μόνο ένας τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο παραμορφώνει τους ανθρώπους. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ περιγράφει τον ακρωτηριασμό, την «παράλυση του σώματος και του μυαλού» του εργάτη «που είναι δεμένος χειροπόδαρα εφ’ όρου ζωής με μια εξειδικευμένη εργασία», παράλυση που συντελείται στον καταμερισμό εργασίας που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής. Μήπως η ανάπτυξη των μηχανών διέσωσε τους εργάτες στο καπιταλιστικό καθεστώς; Ασφαλώς, το δυναμικό που θα επέτρεπε στους εργάτες να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους είναι παρόν. Ωστόσο, μπορείτε να διακρίνετε τον τρόμο με τον οποίο ο Μαρξ εξηγούσε τον τρόπο με τον οποίο οι μηχανές προσέφεραν την τεχνική βάση για την καπιταλιστική «αντιστροφή» – και πώς αυτή συμπλήρωσε το «χωρισμό των διανοητικών δεξιοτήτων της παραγωγικής διαδικασίας από τη χειρονακτική εργασία» (Marx, 1977: 482-4, 607-8, 614).

Στην κατάσταση αυτή, κεφάλι και χέρι γίνονται χωριστά και εχθρικά, χάνεται «κάθε άτομο ελευθερίας, τόσο στη χειρονακτική, όσο και στη διανοητική δραστηριότητα». «Όλα τα μέσα για την ανάπτυξη της παραγωγής υφίστανται μια διαλεκτική αντιστροφή», έδειχνε ο Μαρξ, καθώς «παραμορφώνουν τον εργάτη σε ανθρώπινο θραύσμα», τον υποβαθμίζουν και «αποξενώνουν απ’ αυτόν το διανοητικό δυναμικό της εργασιακής διαδικασίας» (Marx, 1977: 548, 643, 799). Με δυο λόγια, πέραν της παραγωγής εμπορευμάτων και του ίδιου του κεφαλαίου, το συνδυασμένο προϊόν της καπιταλιστικής παραγωγής που αναγνώρισε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο είναι ο κατακερματισμένος, ακρωτηριασμένος άνθρωπος, η απόλαυση του οποίου συνίσταται στην κατοχή και κατανάλωση πραγμάτων – ένας φτωχός άνθρωπος.

3. Το φάντασμα που πλανάται πάνω από το Κεφάλαιο του Μαρξ

Από τη στιγμή που έχουμε κατανοήσει τη συνεπή εστίαση του Μαρξ στην ανθρώπινη ανάπτυξη, είναι σαφές ότι η ίδια η προκείμενη του Κεφαλαίου είναι η έννοια μιας κοινωνίας όπου η ανάπτυξη όλων των ανθρώπινων δυνάμεων γίνεται αυτοσκοπός. Η «κοινωνία της ελεύθερης ατομικότητας, στη βάση της καθολικής ανάπτυξης των ατόμων και της υπαγωγής της συλλογικής, κοινωνικής παραγωγικότητάς τους ως του κοινωνικού τους πλούτου» (Marx, 1973: 158), είναι το φάντασμα που πλανάται πάνω από το Κεφάλαιο του Μαρξ.

Μπορούμε να αμφισβητήσουμε στο ελάχιστο την παρουσία αυτού του άλλου κόσμου από την εισαγωγική φράση του Κεφαλαίου; Η φράση αυτή μας εισάγει άμεσα στη φρίκη μιας κοινωνίας όπου ο πλούτος εμφανίζεται όχι ως πραγματικός ανθρώπινος πλούτος, αλλά μάλλον ως «ένας τεράστιος σωρός εμπορευμάτων» (Marx, 1977: 125). Σε αντιδιαστολή με την κοινωνία που προωθείται από το κίνητρο των καπιταλιστών να αυξήσουν την αξία του κεφαλαίου τους (και το οποίο αντιμετωπίζει τους ανθρώπους και τη φύση ως απλά μέσα), ο Μαρξ παρουσιάζει στο Κεφάλαιο την «αντίστροφη κατάσταση, όπου ο αντικειμενικός πλούτος υπάρχει για την ικανοποίηση της ανάγκης του εργάτη για ανάπτυξη» (Marx, 1977: 772).

Ποια «αντίστροφη κατάσταση»; Στην πραγματικότητα, η «αντίστροφη κατάσταση» που είναι προσανατολισμένη στην ανθρώπινη ανάπτυξη είναι η προοπτική από την οποία ο Μαρξ ασκεί μια συνεπή κριτική στον καπιταλισμό. Εν κατακλείδι, ο Μαρξ περιγράφει το γεγονός ότι στον καπιταλισμό τα μέσα παραγωγής χρησιμοποιούν τους εργάτες ως «αυτή την αντιστροφή, μάλλον αυτή τη διαστροφή που προσιδιάζει και χαρακτηρίζει την καπιταλιστική παραγωγή» (Marx, 1977: 425). Αν διαβάσουμε το Κεφάλαιο με σκοπό να εντοπίσουμε τις αντιστροφές και τις διαστροφές του καπιταλισμού που παράγουν ακρωτηριασμένα ανθρώπινα όντα, θα έχουμε μια αίσθηση της ιδέας του Μαρξ για την αναγκαία εναλλακτική στρατηγική για την παραγωγή πλούσιων ανθρώπων. Κατανοούμε τι είναι αυτό που προσιδιάζει και χαρακτηρίζει την παραγωγή κατά τη Μαρξική αντίληψη του σοσιαλισμού, αν αντιστρέψουμε την καπιταλιστική αντιστροφή.

Με δεδομένη τη Μαρξική περιγραφή του ακρωτηριασμού του σώματος και του μυαλού του εργάτη, του πώς όλα τα μέσα για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής «υφίστανται μια διαλεκτική αντιστροφή» και αποξενώνουν τον εργάτη από «τις διανοητικές δυνατότητες της εργασιακής διαδικασίας», δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι επισήμανε στο Κεφάλαιο ότι «οι επαναστατικές ζυμώσεις που έχουν σαν σκοπό την κατάργηση του παλαιού καταμερισμού της εργασίας βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση με την καπιταλιστική μορφή παραγωγής» (Marx, 1977: 619). Προκειμένου να αναπτύξουν τις ικανότητες και το δυναμικό τους, οι παραγωγοί θα πρέπει να βάλουν ένα τέλος σ’ αυτό που ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα αποκάλεσε «υποδουλωτική υπαγωγή του ατόμου στον καταμερισμό της εργασίας και συνακόλουθα, την αντίθεση μεταξύ διανοητικής και χειρονακτικής εργασίας» (Marx, 1962: 24).

Μάλιστα, η επέκταση των ικανοτήτων των ανθρώπων απαιτεί την ενοποίηση της διανοητικής και της χειρονακτικής δραστηριότητας. Ο συνδυασμός της εκπαίδευσης με την παραγωγική εργασία όχι μόνο καθιστά εφικτή την αύξηση της παραγωγής, αλλά, όπως έδειξε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, «είναι η μόνη μέθοδος για την παραγωγή πλήρως αναπτυγμένων ανθρώπων» (Μarx, 1977:614). Η απάντηση στον ακρωτηριασμό των ανθρώπων είναι «η διαφοροποίηση της εργασίας, η ρευστοποίηση των καθηκόντων, και η κινητικότητα του εργάτη προς όλες τις κατευθύνσεις» – αυτό είναι το νόημα της ανάπτυξης της ανθρώπινης ικανότητας. Το μερικά αναπτυγμένο άτομο, υποστηρίζει ο Μαρξ, «πρέπει να αντικατασταθεί από το πλήρως αναπτυγμένο άτομο, για το οποίο οι κοινωνικές λειτουργίες αποτελούν διαφορετικούς τρόπους της δραστηριότητας που αναλαμβάνει διαδοχικά» (Marx, 1977: 617-8).

Με δυο λόγια, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει καθόλου το γεγονός ότι ο Μαρξ προσέβλεπε σε μια επανασύνδεση του νου και του χεριού, στην ενοποίηση της διανοητικής και της χειρονακτικής εργασίας – δηλαδή σε μια εποχή όπου ο ατομικός εργάτης θα μπορεί να θέτει τη μυϊκή του δύναμη υπό τον έλεγχο του μυαλού του. Μ’ αυτό λοιπόν τον τρόπο εξασφαλίζεται (με τα λόγια της Κριτικής της Γκότα) ότι «οι παραγωγικές δυνάμεις θα αυξάνονται επίσης μαζί με τη συνολική ανάπτυξη του ατόμου, και ότι όλες οι πηγές του συνεργατικού πλούτου θα ρέουν σε μεγαλύτερη αφθονία» (Marx, 1962: 24).

Ποιο είδος παραγωγικών σχέσεων, μπορεί λοιπόν να προσφέρει τις συνθήκες για την πλήρη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων; Μόνο εκείνες στις οποίες έχουμε μια συνειδητή συνεργασία μεταξύ των συνεταιρισμένων παραγωγών. Μόνο εκείνες όπου ο σκοπός της παραγωγής είναι ο σκοπός των ίδιων των εργατών. Σαφώς, λοιπόν, αυτό απαιτεί κάτι περισσότερο από τη διοίκηση των εργατών στους μεμονωμένους χώρους εργασίας. Αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις θα αποτελέσουν στόχο των εργατών στην κοινωνία – των εργατών στις συλλογικότητές τους.

Όταν δίνουμε έμφαση στον κρίσιμο σύνδεσμο μεταξύ ανθρώπινης ανάπτυξης και πρακτικής, εννοείται ότι χρειάζεται να είμαστε σε θέση να αναπτυχθούμε μέσω μιας δημοκρατικής, συμμετοχικής και ενεργού δραστηριότητας σε κάθε όψη της ζωής μας. Μέσω της επαναστατικής πρακτικής στις κοινότητές μας, τους χώρους εργασίας και σε όλους τους κοινωνικούς θεσμούς, αναδεικνυόμαστε ως «πλούσιοι άνθρωποι» – πλούσιοι σε ικανότητες και ανάγκες – σε αντιδιαστολή με τους πτωχευμένους και ακρωτηριασμένους ανθρώπους που παράγει ο καπιταλισμός. Η έννοια αυτή είναι μια έννοια δημοκρατίας στην πράξη, δημοκρατίας ως πρακτικής, δημοκρατίας ως ενεργού συμμετοχής. Η δημοκρατία με αυτή την έννοια – δημοκρατία στις γειτονιές, τις κοινότητες, τις κομμούνες – είναι η δημοκρατία των ανθρώπων που αυτομετασχηματίζονται σε επαναστατικά υποκείμενα.

4. Ο σοσιαλισμός για τον 21ο αιώνα

Περιγράφουμε εδώ ένα στοιχείο της έννοιας του σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα – της έννοιας του σοσιαλισμού ως ένα ιδιαίτερο οργανικό σύστημα παραγωγής, κατανομής και κατανάλωσης. Η οργανωμένη από τους εργάτες κοινωνική παραγωγή είναι ουσιώδης για την ανάπτυξη των ικανοτήτων των παραγωγών και την οικοδόμηση νέων σχέσεων – σχέσεων συνεργασίας και αλληλεγγύης. Και, αν οι εργάτες δεν αποφασίζουν στους χώρους δουλειάς τους και στις συλλογικότητές τους και δεν αναπτύσσουν τις ικανότητές τους, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι κάποιος άλλος θα το κάνει. Με δυο λόγια, η δημοκρατία της ενεργού συμμετοχής σε όλους τους χώρους δουλειάς μας, είναι ουσιώδης συνθήκη για την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγών.

Υπάρχουν βέβαια και άλλα στοιχεία σ’ αυτό το σοσιαλιστικό συνδυασμό, τα οποία διερευνώ στο τελευταίο μου βιβλίο The Socialist Alternative: Real Human Development [Η σοσιαλιστική αλτερνατίβα: Η πραγματική ανθρώπινη ανάπτυξη] (Lebowitz, 2010). Η κοινωνία που θέλουμε να οικοδομήσουμε είναι μια κοινωνία που αναγνωρίζει ότι «η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η συνθήκη για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων» (Marx and Engels, 1848: 506). Πώς όμως μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι η συλλογική και κοινωνική μας παραγωγικότητα κατευθύνεται στην ελεύθερη ανάπτυξη όλων και δεν χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των ατομικών στόχων των καπιταλιστών, ή των κρατικών γραφειοκρατών; Μια δεύτερη πλευρά αυτού που ο Τσάβες τον Ιανουάριο του 2007 αποκάλεσε «στοιχειώδες τρίγωνο του σοσιαλισμού» αφορά την κατανομή των μέσων παραγωγής. Η δεύτερη αυτή πλευρά είναι η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Βεβαίως, είναι ουσιώδες να κατανοήσουμε ότι η κοινωνική ιδιοκτησία δεν είναι το ίδιο με την κρατική ιδιοκτησία. Η κοινωνική ιδιοκτησία προϋποθέτει μια βαθιά δημοκρατία – όπου οι άνθρωποι λειτουργούν ως υποκείμενα, τόσο ως παραγωγοί, όσο και ως μέλη της κοινωνίας, καθορίζοντας τη χρήση των αποτελεσμάτων της κοινωνικής μας εργασίας.

Ωστόσο, είναι αρκετή η κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η συνεργασία στην παραγωγική διαδικασία, προκειμένου να «εξασφαλίσει τη συνολική ανθρώπινη ανάπτυξη»; Τι είδους άνθρωποι παράγονται όταν σχετιζόμαστε με άλλους ανθρώπους μέσω μιας σχέσης ανταλλαγής και προσπαθούμε να αποκομίσουμε το μέγιστο δυνατό όφελος για τον εαυτό μας; Αυτό μας οδηγεί στην τρίτη πλευρά του τριγώνου: την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών και των συλλογικών στόχων. Εδώ η εστίαση είναι στο ότι η παραγωγική μας δραστηριότητα βασίζεται στην αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης ιδιότητας και των αναγκών μας ως μελών της ανθρώπινης οικογένειας. Με δυο λόγια, η προκείμενη είναι η ανάπτυξη μιας αλληλέγγυας κοινωνίας – όπου ο καθένας υπερβαίνει το ίδιον συμφέρον του και όπου μέσω της δραστηριότητάς μας, οικοδομούμε την αλληλεγγύη μεταξύ μας και ταυτόχρονα παράγουμε τους εαυτούς μας σε διαφορετική κατεύθυνση.

Οι τρεις αυτές πλευρές του «σοσιαλιστικού τριγώνου» αποτελούν στοιχεία ενός όλου. Είναι συστατικά μέρη μιας «δομής όπου όλα τα στοιχεία συνυπάρχουν ταυτόχρονα και στηρίζονται αμοιβαία» (Marx, 1847: 167). Οι προκείμενές της είναι αποτελέσματα του συστήματος. Και τα προϊόντα της είναι η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η οργανωμένη από τους εργάτες κοινωνική παραγωγή, και ένας αλληλέγγυος προσανατολισμός στις συλλογικές ανάγκες και στόχους. Ακόμα, η ίδια η ανεξαρτησία αυτών των ιδιαίτερων στοιχείων προϋποθέτει ότι η πραγματοποίηση του κάθε στοιχείου εξαρτάται από την ύπαρξη των άλλων δυο. Στο σοσιαλισμό ως οργανικό σύστημα, «κάθε οικονομική σχέση προϋποθέτει όλες τις άλλες στην [σοσιαλιστική] οικονομική τους μορφή, και ό,τι θεωρείται δεδομένο είναι επίσης και μια προϋπόθεση, όπως συμβαίνει σε κάθε οργανικό σύστημα» (Marx, 1973: 278).

Βεβαίως, ένα οργανικό σύστημα δεν πέφτει από τον ουρανό. Ένα νέο σύστημα δεν παράγει ποτέ τις προκείμενές του εξ αρχής. Αντίθετα, καθώς αναδύεται, κατ’ ανάγκην κληρονομεί προκείμενες από το παλαιό σύστημα. Οι προκείμενες και οι προϋποθέσεις του είναι ιστορικές, είναι προκείμενες που έχουν παραχθεί έξω από το σύστημα. Επομένως, κάθε νέο σύστημα, κατά την ανάδυσή του είναι ελαττωματικό: «από κάθε άποψη, οικονομική, ηθική και πνευματική, φέρει ακόμα τη σφραγίδα με τα σημάδια γέννησης της παλιάς κοινωνίας». Η αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ του είναι και του γίγνεσθαι ενός οργανικού συστήματος βρίσκεται στον πυρήνα μιας διαλεκτικής προοπτικής.

Όπως το έθεσε ο Χέγκελ, ο «νέος κόσμος γεννιέται τόσο μικρός όσο ένα νεογέννητο βρέφος». Αναπτύσσει τη δυναμική του «όταν τα προηγούμενα σχήματα και μορφές … αναπτύσσονται και πάλι, αλλά πλέον αναπτύσσονται και διαμορφώνονται στους κόλπους του νέου μέσου και με το νόημα που έτσι απόκτησαν» (Hegel, 1967: 75-6, 81). Ο Μαρξ κατανόησε αυτή την ανάπτυξη ως μια διαδικασία του γίγνεσθαι – «η διαδικασία του γίγνεσθαι αυτής της ολότητας αποτελεί μια στιγμή της διαδικασίας της, της ανάπτυξής της». Και πώς επέρχεται αυτή η ανάπτυξη; «Η ανάπτυξή της σε ολότητα συνίσταται ακριβώς στην υπαγωγή όλων των στοιχείων της κοινωνίας σ’ αυτήν, ή στη δημιουργία των οργάνων εκείνων που ακόμα της λείπουν. Ιστορικά, έτσι προκύπτει μια ολότητα» (Marx, 1973: 278).

5. Η πρώτη απόρριψη

Τα παραπάνω μας φέρνουν στην πρώτη πρόταση της κληρονομημένης θεωρίας που θα πρέπει να απορρίψουμε. Διαβάζοντας τη διάκριση μεταξύ της νέας κοινωνίας όπως αυτή αναδύεται αρχικά, και της κοινωνίας αυτής αφού θα έχει ήδη παραγάγει τα δικά της θεμέλια, ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση, ερμήνευσε αυτή τη διαφορά ως δυο διακριτά στάδια, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Όμως, είναι η σύλληψη αυτή των δυο σταδίων (τα οποία μάλιστα αποκάλεσε «στάδια οικονομικής ωριμότητας») συμβατή με την άποψη του Μαρξ;

Ο Μαρξ, στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα έκανε πράγματι τη διάκριση μεταξύ μιας κομμουνιστικής κοινωνίας «που έχει αναπτύξει τα δικά της θεμέλια», και μιας κοινωνίας που «μόλις αναδύεται από την καπιταλιστική κοινωνία, η οποία, γι’ αυτό το λόγο, από κάθε άποψη, οικονομική, ηθική, και πνευματική, φέρει ακόμα τη σφραγίδα της παλιάς κοινωνίας από την οποία αναδύεται». Παραπέρα, αναγνώρισε σαφώς, ότι ήταν «αναπόφευκτο» η νέα αυτή κοινωνία «όταν θα έχει μόλις αναδυθεί μετά από μια παρατεταμένη κυοφορία από τα σπλάχνα της καπιταλιστικής κοινωνίας» να χαρακτηρίζεται από «ελαττώματα» – ελαττώματα όπως ο προσανατολισμός προς την ανταλλαγή ισοδυνάμων (όπου η ίδια ποσότητα εργασίας που έχει προσφερθεί με μια μορφή στην κοινωνία ανταλλάσσεται με μια άλλη μορφή»).

Όμως αυτή η αντίληψη των δυο διακριτών σταδίων διαστρέφει την προοπτική του Μαρξ. Πώς μπορεί αυτό που είπε ο Μαρξ να διαφέρει από τη γενική περιγραφή ενός οργανικού συστήματος και την περιγραφή της ανάπτυξης του καπιταλισμού – κατά την οποία ένα νέο σύστημα υποχρεωτικά αναπτύσσεται στη βάση των κληρονομημένων ιστορικών προκείμενων και η περαιτέρω ανάπτυξή του απαιτεί το μετασχηματισμό των προκείμενων αυτών σε προκείμενες παραγόμενες από το ίδιο το σύστημα; Όπως έγινε και με τον καπιταλισμό στη διαδικασία της γένεσής του, ο σοσιαλισμός πρέπει να προχωρήσει πέραν αυτού που έχει κληρονομήσει, προκειμένου να παραγάγει τις δικές του προκείμενες. Θα πρέπει να γεννήσει προκείμενες στη σοσιαλιστική τους οικονομική μορφή.

Και, από τη στιγμή που ο σοσιαλισμός παράγει όντως τις προκείμενές του, μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα «έχει αναπτύξει τα δικά του θεμέλια». Και πάλι, αυτή η αναπτυξιακή διαδικασία είναι η διαδικασία γένεσης του οργανικού συστήματος του σοσιαλισμού: «η ανάπτυξή του σε ολότητα συνίσταται στην υπαγωγή όλων των στοιχείων της κοινωνίας σ’ αυτήν, ή στη δημιουργία των οργάνων που της λείπουν. Αυτός είναι ιστορικά ο τρόπος με τον οποίο [το σύστημα] καθίσταται ολότητα» (Marx, 1973: 278, η υπογράμμιση δική μας).

Όπως υποστήριξα στο The Socialist Alternative:

Δεν θα καταλάβουμε ποτέ την αντίληψη του Μαρξ για το σοσιαλισμό ή ό,τι είχε να μας πει για τα οικονομικά συστήματα γενικά αν δεν συλλάβουμε την ουσιώδη διάκριση μεταξύ του «γίγνεσθαι» και του «είναι» ενός συστήματος – μεταξύ της ιστορικής ανάδυσης μιας ιδιαίτερης κοινωνικής μορφής και της φύσης αυτής της μορφής από τη στιγμή που έχει αναπτύξει τα δικά της θεμέλια (Lebowitz, 2010: κεφ. 4).

Μήπως θα πρέπει να δεχτούμε ότι ο Μαρξ εγκατέλειψε τη διαλεκτική του προοπτική υπέρ μιας έννοιας διακριτών σταδίων με διαφορετικές αρχές;

Στην πραγματικότητα μια τέτοια υποκατάσταση είναι αβάσιμη. Όμως έχει σημασία; Έχει καμιά σημασία αν αντιλαμβανόμαστε το σοσιαλισμό ως ένα ενιαίο οργανικό σύστημα στη διαδικασία του γίγνεσθαι ή αν το θεωρούμε ως δυο ξεχωριστά στάδια; Ε λοιπόν, έχει! Γιατί, η έννοια των ξεχωριστών σταδίων είναι μόνο το πρώτο βήμα στη λενινιστική ερμηνεία που κατέστη η κληρονομημένη θεωρία όλων των εγχειρημάτων οικοδόμησης του σοσιαλισμού κατά τον 20ό αιώνα. Η έννοια αυτή δημιουργεί το θεωρητικό χώρο για την έννοια της ξεχωριστής «σοσιαλιστικής αρχής», της διανομής ανάλογα με τη συμβολή του καθενός, και για τη θέση που αποδόθηκε στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων κατά τη μετάβαση από το κατώτερο στο ανώτερο στάδιο.

6. Η δεύτερη απόρριψη

Ας εξετάσουμε πρώτα το τελευταίο. Ενθυμούμαστε ότι το κεντρικό ερώτημα που έθεσε ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση ήταν ο χαρακτήρας του κράτους μετά τον καπιταλισμό. Η απάντησή του ήταν ότι αυτός ποίκιλε: το κράτος θα είναι αχρείαστο στο υψηλότερο στάδιο του κομμουνισμού. Ωστόσο, ένα κάποιο κράτος θα απαιτείται σαφώς στο πλαίσιο του σοσιαλισμού. Γιατί; Γιατί, μέχρι εκείνη τη στιγμή όπου θα είναι εφικτό να κατανέμονται τα αγαθά σύμφωνα με τις ανάγκες και μέχρι τη στιγμή όπου θα είναι δυνατό να επιτρέπεται στους ανθρώπους να επιλέγουν τις δραστηριότητες που επιθυμούν, θα απαιτείται η ύπαρξη ενός κράτους. Και τι θα προσδιορίσει εκείνη τη στιγμή; Το κράτος θα χρειάζεται για να ρυθμίζει «την ποσότητα των προϊόντων που θα λαμβάνει ο καθένας» και αυτό θα συνεχίζεται μέχρις ότου το σοσιαλιστικό στάδιο επιφέρει μια «τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Η ανάπτυξη αυτή θα είναι η «οικονομική βάση για τον πλήρη μαρασμό του κράτους» και την ανάπτυξη του κομμουνισμού. Η διανομή ανάλογα με τις ανάγκες των ανθρώπων θα είναι εφικτή «μόνον όταν η εργασία τους καταστεί τόσο παραγωγική ώστε αυτοβούλως να εργάζονται ανάλογα με τις ικανότητές τους» (Lenin, 1965: 114-5).

Με δυο λόγια τα πάντα θα εξαρτώνται από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ώστε να οδηγηθούμε στο ανώτερο στάδιο «οικονομικής ωριμότητας». Δεν τίθεται όμως κανένα ερώτημα σχετικά με τη φύση αυτών των παραγωγικών δυνάμεων και τον οργανικό δεσμό μεταξύ του χαρακτήρα αυτών των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό τους. Αυτό όμως αγνοεί όλα όσα είχε να αναπτύξει σχετικά ο Μαρξ στον Α΄ τόμο του Κεφαλαίου! Οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στον καπιταλισμό απορρέουν και αντανακλούν το ιδιαίτερο σύνολο σχέσεων παραγωγής που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό.

Τελικά, ο τυπικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναπτύχθηκε καθώς το κεφάλαιο προχώρησε στην υπαγωγή όλων των στοιχείων της κοινωνίας σ’ αυτό και στη δημιουργία των οργάνων που του έλλειπαν. Αυτή ήταν η «ιστορική αναμόρφωση των παραδοσιακά κληρονομημένων μέσων εργασίας σε μια μορφή πρόσφορη στο κεφάλαιο» (Marx, 1973: 694, 699). Με δυο λόγια, οι νέες αυτές παραγωγικές δυνάμεις δεν ήταν ουδέτερες. Όπως εξήγησε ο Μαρξ, «ίδιο και χαρακτηριστικό» των παραγωγικών δυνάμεων που αναπτύσσει το κεφάλαιο είναι ότι αυτά «παραμορφώνουν τον εργάτη σε θραύσμα ανθρώπου, τον υποβιβάζουν στο επίπεδο προέκτασης της μηχανής, καταστρέφουν το ανθρώπινο περιεχόμενο της εργασίας του, μετατρέποντάς την σε μαρτύριο. Αλλοτριώνουν τις πνευματικές δυνατότητες της εργασιακής διαδικασίας από τον εργάτη, … παραμορφώνουν τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός εργάζεται …». Μάλιστα, «στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος», κατέληγε ο Μαρξ, «όλες οι μέθοδοι για την αύξηση της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας εφαρμόζονται εις βάρος του ατομικού εργάτη ...» (Marx, 1977: 799).

Βεβαίως, δεν είναι έτσι όλες οι νέες παραγωγικές δυνάμεις. Οι παραγωγικές δυνάμεις που εισάγονται από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς, δεν θα είναι προσανατολισμένες στην ανάπτυξη πλούσιων ανθρώπων, αντί να διαιρούν, να ακρωτηριάζουν ή να βλάπτουν με κάποιο άλλο τρόπο τους παραγωγούς; Όπως ακριβώς το κεφάλαιο αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις που υπηρετούν τους σκοπούς του, οι ιδιαίτερες παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται σε μια κοινωνία συνεταιρισμένων παραγωγών θα αντανακλούν την «αντίστροφη κατάσταση όπου ο αντικειμενικός πλούτος υπάρχει προκειμένου να ικανοποιεί τη δημοκρατία της ενεργού συμμετοχής στους χώρους εργασίας, που καταργεί τη διάκριση μεταξύ σκέψης και εκτέλεσης». Αυτό προϋποθέτει μια μεταβολή στην οικονομική δομή της κοινωνίας που επιτρέπει την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων «με τη συνολική ανάπτυξη του ατόμου».

Αν αγνοήσουμε τον σύνδεσμο μεταξύ των παραγωγικών σχέσεων και των ιδιαίτερων παραγωγικών δυνάμεων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο αυτών των σχέσεων, τότε το μόνο που έχει σημασία είναι η επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων ανεξάρτητα από το ιδιαίτερο συνδυασμένο προϊόν τους. Αν αγνοήσουμε το χαρακτήρα των παραγωγικών σχέσεων και την επίδρασή τους στην ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων, τότε οδηγούμαστε λογικά στην εισαγωγή του ταιυλορισμού και στο καπιταλιστικό εργοστάσιο. Η ενεργός συμμετοχή στο χώρο εργασίας, που αποτελεί επένδυση στις ανθρώπινες ικανότητες, γίνεται τότε ζήτημα που αφορά το ανώτερο στάδιο. Εντωμεταξύ, η παραγωγική διαδικασία κάνει τη δουλειά της παραγωγής αλλοτριωμένων και άδειων εργατών, που πρέπει να κατέχουν όλο και περισσότερα ξένα εμπορεύματα.

7. Η τρίτη απόρριψη

Τρίτον, είναι ανάγκη να απορρίψουμε την πρόταση ότι η κατανομή σύμφωνα με τη συμβολή του καθενός είναι «η σοσιαλιστική αρχή». Αυτή ήταν μια σοβαρή παρερμηνεία (και εσφαλμένη εφαρμογή) της Κριτικής του Προγράμματος της Γκότα του Μαρξ. Το αναπόφευκτο «ελάττωμα» που αναγνώρισε ο Μαρξ στον αναδυόμενο σοσιαλισμό μετασχηματίστηκε από ελάττωμα σε αρχή. Το ελάττωμα αυτό ήταν μια ιστορική προκείμενη που όφειλε να υποταχθεί και όχι μια αρχή κατανομής που θα έπρεπε να ενισχυθεί.

Η ακριβής φύση αυτής της προκείμενης ήταν η συνεχιζόμενη ύπαρξη μιας ανταλλακτικής σχέσης – μιας ανταλλαγής όχι εμπορευμάτων, αλλά μάλλον της εργασίας ενός ατόμου με την κοινωνία: «την ίδια ποσότητα εργασίας που έχει αποδώσει στην κοινωνία με μια μορφή την εισπράττει με μια άλλη». Ήταν μια ανταλλαγή μεταξύ ενός ιδιοκτήτη (του ιδιοκτήτη αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε «προσωπική συνθήκη παραγωγής» ή «εργασιακή δύναμη»), και ενός άλλου, που κατέχει τις αξίες χρήσης που αυτός ο πρώτος επιθυμεί. Και ο Μαρξ σημείωνε εδώ ότι «η ίδια αρχή ισχύει όπως και κατά την ανταλλαγή ισοδυνάμων εμπορευμάτων: μια δεδομένη ποσότητα εργασίας υπό μια ορισμένη μορφή ανταλλάσσεται με μια ίση ποσότητα εργασίας μια άλλης μορφής».

Η αρχή ανταλλαγής των ισοδυνάμων είναι «δώσε μου αυτό που θέλω και θα σου δώσω αυτό που θέλεις». Και αυτό βεβαίως προϋποθέτει το αντίθετό του: Αν δεν λάβω το ισοδύναμο, δεν θα λάβεις αυτό που θέλεις. Αν τα μέλη της κοινωνίας σχετίζονται μεταξύ τους ως ιδιοκτήτες της εργασιακής τους δύναμης, το κάθε μέλος επιδιώκει να μεγιστοποιήσει το εισόδημα για μια δεδομένη ποσότητα εργασίας (ή να ελαχιστοποιήσει την εργασία για ένα δεδομένο εισόδημα).

Η συνέχιση αυτή του «αστικού δικαίου» αποκαλύπτει βεβαίως ότι ο δεσμός μεταξύ των μελών της κοινωνίας δεν είναι η αλληλεγγύη. Το μόνο πράγμα που ενδιαφέρει σε μια τέτοια κοινωνική σχέση είναι το πόση εργασία έχει συνεισφέρει ένα άτομο. Εξ αιτίας της ανισότητας των ικανοτήτων των ατομικών παραγωγών, η ανταλλακτική αυτή σχέση χαρακτηρίζεται υποχρεωτικά από την ανισότητα κατά την κατανομή.

Ο Μαρξ καταδίκασε απερίφραστα αυτή τη σχέση ως μια απόλυτα μονόπλευρη προοπτική. Έδειξε ότι η σχέση αυτή «σιωπηρά αναγνωρίζει τα άνισα ατομικά προσόντα και επομένως την άνιση παραγωγική ικανότητα ως φυσικά προσόντα». Με τη θεώρηση αυτή, όσοι κατέχουν μεγαλύτερες παραγωγικές ικανότητες δικαιούνται να εισπράξουν περισσότερα. Τίποτα άλλο δεν ενδιαφέρει. Τα άνισα από την άποψη των ικανοτήτων τους άτομα, θεωρούνται, όπως σημείωνε ο Μαρξ, «μόνο από μια ορισμένη πλευρά, για παράδειγμα, στην περίπτωση αυτή, θεωρούνται μόνο ως εργάτες και δεν εξετάζουμε τίποτα άλλο πάνω τους, όλα τα άλλα αγνοούνται» (Marx, 1962: 23-4).

Με δυο λόγια, όπως ακριβώς η Πολιτική Οικονομία στην οποία άσκησε κριτική ο Μαρξ στα πρώιμα κείμενά του, η αντίληψη αυτή της κατανομής σύμφωνα με τη συμβολή, αντιμετωπίζει τον παραγωγό «μόνο ως εργάτη ... Δεν τον εξετάζει καθώς εργάζεται, ως ανθρώπινο άτομο» (Marx, 1844: 241). Αγνοούμε όλα τα άλλα πλην του ότι είναι ιδιοκτήτες. Μάλιστα, η κριτική που ασκεί ο Μαρξ σ’ αυτή την ιδιαίτερη σχέση ανταλλαγής στο σοσιαλισμό στην αρχική φάση της ανάδυσής του, αντανακλά την πρώιμη κριτική που άσκησε στην πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, που αρχίζει με την προκείμενη ότι είμαστε διαχωρισμένοι ο ένας από τον άλλον, ότι η κοινότητα των ανθρώπων είναι στον πυρήνα της μια σχέση διαχωρισμένων ιδιοκτητών. Η κριτική αυτή αρχίζει με «τη σχέση ανθρώπου με άνθρωπο, ως σχέση ιδιοκτήτη με ιδιοκτήτη» (Marx, 1844a: 217).

Η σχέση ανταλλαγής, έγραφε ο Μαρξ στα Grundrisse, είναι μια σχέση που προϋποθέτει ότι παρά «τη συνολική αλληλεξάρτηση των παραγωγών», οι παραγωγοί αυτοί είναι ξεχωριστοί και απομονωμένοι – και ότι αυτό που υπάρχει είναι «η συνολική αμοιβαία απομόνωση των ιδιωτικών τους συμφερόντων» (Marx, 1973: 156-8). Εμπλεκόμαστε σε ανταλλαγή μέσα από το προσωπικό μας συμφέρον. Αλλά, τι είδη ανθρώπων παράγονται σ’ αυτή τη σχέση που αρχίζει από το χωρισμό «ανθρώπου από άνθρωπο»; Σαφώς, παράγονται άνθρωποι που παραμένουν αλλοτριωμένοι μεταξύ τους, από τη δραστηριότητά τους και από τα προϊόντα μας.

Ας εξετάσουμε από την άλλη μεριά, την εναλλακτική προοπτική που οραματίστηκε ο Μαρξ, το «συνεταιρισμό ανθρώπου με άνθρωπο», όπου έχουμε «συλλογική δραστηριότητα και συλλογική απόλαυση – δηλαδή δραστηριότητα και απόλαυση που εκδηλώνονται και επιβεβαιώνονται στο πραγματικό άμεσο συνεταιρισμό με τους άλλους ανθρώπους». Όπως έδειξε ο Μαρξ στα Grundrisse, «ως βάση της παραγωγής προϋποτίθεται μια συλλογική παραγωγή, η συλλογικότητα προϋποτίθεται ως η βάση της παραγωγής. Η εργασία των μεμονωμένων ατόμων θεωρείται εξ αρχής ως κοινωνική εργασία» (Marx, 1973: 172). Στη σχέση αυτή, ο «κοινοβιακός χαρακτήρας», ο «κοινωνικός χαρακτήρας», της δραστηριότητάς μας θεωρείται δεδομένος και μ’ αυτό τον τρόπο υπάρχει μια ανταλλαγή, όχι ανταλλακτικών αξιών, αλλά «δραστηριοτήτων, προσδιορισμένων από συλλογικές ανάγκες και συλλογικούς σκοπούς» (Marx, 1973: 171-2).

Αυτό που είναι τόσο προφανές εδώ είναι το συνδυασμένο προϊόν που χαρακτηρίζει αυτή τη σχέση – κατά τη συνειδητή ανάπτυξη συλλογικών σχέσεων και την παραγωγή κατ’ ευθείαν για άλλους δεν ικανοποιούμε μόνο τις ανάγκες των άλλων, αλλά ακόμα, παράγουμε τους εαυτούς μας ως πλούσιους ανθρώπους. Η διαδικασία της ανάπτυξης του σοσιαλισμού ως οργανικού συστήματος είναι η διαδικασία της ανάπτυξης αυτής της συλλογικότητας. Πώς θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε ότι ο σοσιαλισμός θα αναπτυσσόταν στη βάση μιας αρχής που θεωρεί τα μέλη αυτής της κοινωνίας «μόνο ως εργάτες και δεν βλέπει τίποτα άλλο σ’ αυτούς, όλα τα άλλα αγνοούνται!» Αυτή η μονοδιάστατη αντίληψη, κατά τον Μαρξ, δεν αντιμετωπίζει τους παραγωγούς ως ανθρώπους. Έρχεται επιπλέον σε αντίθεση με μια διαφορετική σχέση – αυτά που δικαιούται ένας άνθρωπος «σύμφωνα με την ικανότητά του ως μέλος της κοινωνίας». Η νέα αρχή της κατανομής που εισάγει ο σοσιαλισμός η πραγματική σοσιαλιστική αρχή, επεκτείνει «αυτό που είναι επιθυμητό για την από κοινού ικανοποίηση των αναγκών ... αναλογικά με την ανάπτυξη της νέας κοινωνίας» (Marx, 1962: 23-4).

To σημείο που θα πρέπει να συγκρατήσουμε από την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα είναι βεβαίως ότι ο σοσιαλισμός αναδύεται αναπόφευκτα με μειονεκτήματα, που κληρονομεί από τον καπιταλισμό. Ωστόσο, δεν αναπτύσσεται πάνω στα θεμέλια αυτών των μειονεκτημάτων. Αντίθετα, η ανάπτυξή του σε οργανικό σύστημα «συνίσταται ακριβώς στην υπαγωγή όλων των στοιχείων της κοινωνίας σ’ αυτήν, ή στη δημιουργία εκείνων των οργάνων που ακόμα της λείπουν». Ο σοσιαλισμός αναπτύσσεται με την αλλαγή της οικονομικής δομής που υποτάσσει τα άτομα και αποτρέπει τη συνολική τους ανάπτυξη.

8. Το γιουγκοσλαβικό μοντέλο της αυτοδιαχείρισης της αγοράς

Τι συμβαίνει λοιπόν, αν αντί της συνειδητής προσπάθειας να υποτάξετε το εγωιστικό συμφέρον, οικοδομώντας την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της κοινωνίας, επιχειρείτε να χτίσετε πάνω στα θεμέλια αυτού του μειονεκτήματος; Ας εξετάσουμε στο πλαίσιο αυτό την εμπειρία της γιουγκοσλαβικής αυτοδιαχείρισης. Αναφερόμενη στο σοβιετικό μοντέλο, το 1949, η γιουγκοσλαβική ηγεσία το περιέγραψε ως κρατικό καπιταλισμό και γραφειοκρατικό δεσποτισμό. Και υποστήριξε ότι η γραφειοκρατία στη Σοβιετική Ένωση είχε καταστεί μια νέα τάξη. Η κρατική ιδιοκτησία, έλεγαν οι Γιουγκοσλάβοι, είναι μόνο μια προϋπόθεση του σοσιαλισμού. Για να υπάρξει σοσιαλισμός απαιτούνται σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής – δηλαδή αυτοδιαχείριση. Χωρίς εργατική διαχείριση, έλεγαν, δεν υπάρχει σοσιαλισμός.

Ξεκίνησε λοιπόν μια διαδικασία για την ανάπτυξη επιχειρήσεων εργατικής διαχείρισης, βασισμένων στην κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Βεβαίως, η ακραία αλλοτρίωση που χαρακτήριζε το σοβιετικό χώρο εργασίας θα έπρεπε να αποφευχθεί. Όμως κάτι πήγε στραβά. Στο τέλος, δεν υπήρχε ούτε κοινωνική παραγωγή οργανωμένη από τους εργάτες, ούτε κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

Τι είχε συμβεί; Αφενός, καθώς απουσίαζε η όποια συντηρήσιμη απόπειρα εκπαίδευσης των εργατών στους χώρους εργασίας σχετικά με το πώς διοικούνται οι επιχειρήσεις τους, η διάκριση μεταξύ σκέψης και ενέργειας παρέμενε. Παρ’ όλον ότι είχαν την εξουσία να αποφασίσουν σχετικά με κρίσιμα ζητήματα όπως επενδύσεις, μάρκετινγκ, και παραγωγή, τα εργατικά συμβούλια αισθάνονταν ότι δεν είχαν τα προσόντα να λάβουν τέτοιου είδους αποφάσεις – σε σύγκριση με τους μάνατζερς και τα τεχνικά στελέχη. Έτσι λοιπόν, είχαν την τάση απλά να προσυπογράφουν τις προτάσεις που προέρχονταν από τη διεύθυνση.

Γιατί οι εργάτες δεν ήταν πραγματικοί αυτο-διαχειριστές; Ένα πολύ σημαντικό μέρος του προβλήματος είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο υπήρξαν αυτές οι επιχειρήσεις: Λειτουργούσαν στην αγορά και το μόνο πράγμα που τις κινητοποιούσε ήταν το ίδιο συμφέρον. Όταν ο στόχος είναι η μεγιστοποίηση του εισοδήματος ανά εργάτη και όχι η ανάπτυξη της ανθρώπινης ικανότητας, η γιουγκοσλαβική εμπειρία δείχνει ότι είναι ίσως λογικό να βασιζόμαστε σ’ εκείνους τους τεχνικούς εμπειρογνώμονες που υπόσχονται ότι θα οδηγήσουν τους εργάτες σ’ αυτό το στόχο. Το αποτέλεσμα είναι η υπονόμευση της εργατικής διαχείρισης και η εξασφάλιση ότι οι εργάτες δεν θα αναπτύξουν το δυναμικό τους.

Επιπλέον, η έμφαση στο ίδιο συμφέρον επηρεάζει αναγκαστικά την αλληλεγγύη. Αν ο στόχος της εργατικής διαχείρισης είναι η συνεργασία μεταξύ μιας συγκεκριμένης ομάδας παραγωγών για την προώθηση του ίδιου συμφέροντός τους, τότε ποιοι είναι οι Άλλοι; Οι άλλες ομάδες ανταγωνιστών εργατών, οι παραγωγοί που πωλούν τις απαιτούμενες εισροές, τα μέλη της κοινωνίας που αποτελούν τις αγορές σας ή αυτοί που προβάλλουν κάποια αξίωση επί των μέσων παραγωγής σας ή των αποτελεσμάτων της εργασίας σας, αυτοί που σας φορολογούν – το κράτος, τελικά, όλοι οι άλλοι. Πώς οικοδομείτε την αλληλεγγύη στους κόλπους της κοινωνίας σ’ αυτή τη βάση;

Η εστίαση στο ίδιο συμφέρον επηρέασε επίσης και την έννοια της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Ενώ οι επιχειρήσεις αυτές ήταν νομικά κρατική ιδιοκτησία και θεωρούνταν ως κοινωνική ιδιοκτησία, υπήρχε μια διαφοροποίηση στην πρόσβαση στα μέσα παραγωγής. Κάποιοι εργάτες κατείχαν σαφώς καλύτερα μέσα παραγωγής από τους άλλους, ενώ οι άνεργοι (ένα αυξανόμενο ποσοστό λόγω των επενδύσεων εντάσεως μηχανών) προφανώς δεν είχαν καμιά πρόσβαση σε μέσα παραγωγής.1

Η αυξανόμενη ανισότητα ήταν προϊόν μονοπωλίου – η ικανότητα αποκλεισμού των άλλων από συγκεκριμένα μέσα παραγωγής. Αντί της κοινωνικής ιδιοκτησίας, είχαμε μάλλον μια ομαδική ιδιοκτησία.

Παρ’ όλα τα μέτρα και τις συνταγματικές αλλαγές που εισήχθησαν για την ενίσχυση των εργατών απέναντι σ’ αυτό που περιγράφτηκε ως μια «τεχνο-γραφειοκρατία» που έλεγχε τη διευρυμένη αναπαραγωγή, τα μέτρα αυτά δεν αμφισβήτησαν την παγιωμένη εξουσία της σχέσης ομαδικής ιδιοκτησίας – μιας σχέσης που μόνο επιδερμικά ήταν σχέση εργατικής διαχείρισης. Στο κάτω-κάτω, αυτοί που καταλάβαιναν από μάρκετινγκ και πωλήσεις εμπορευμάτων, αυτοί που γνώριζαν τα ζητήματα των επενδύσεων, τα περί τοποθέτησης των διαθεσίμων της επιχείρησης στις τράπεζες και της δημιουργίας δεσμών με άλλες επιχειρήσεις, τα περί συγχωνεύσεων, κ.ο.κ., ήταν οι μάνατζερς και τα τεχνικά στελέχη αυτών των επιχειρήσεων. Οι εργάτες δεν γνώριζαν αυτά τα πράγματα, γνώριζαν μόνο ότι εξαρτώντο από τα τεχνικά στελέχη.

Η γιουγκοσλαβική περίπτωση αποδεικνύει ότι ακόμα και με κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και με τη θεσμοθέτηση εργατικών συμβουλίων προς το σκοπό της εργατικής διαχείρισης, μια συντριπτική έμφαση στο ίδιο συμφέρον υποσκάπτει την ανάπτυξη του σοσιαλισμού ως οργανικού συστήματος. Ο προσανατολισμός προς το ίδιο όφελος προσβάλλει και τις τρεις πλευρές του σοσιαλιστικού τριγώνου.

Θα έπρεπε να μας εκπλήξει μια τέτοια εξέλιξη; Είναι ακριβώς το σημείο που τόνισε ο Τσε Γκεβάρα στο Άνθρωπος και σοσιαλισμός στην Κούβα:

Η χίμαιρα ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να επιτευχθεί με τη βοήθεια των στομωμένων εργαλείων που μας άφησε ο καπιταλισμός (το εμπόρευμα ως οικονομικό κύτταρο, το ατομικό υλικό συμφέρον ως μοχλός, κλπ.) είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αδιέξοδο. Και φθάνοντας εκεί, αφού έχεις διασχίσει μια μεγάλη απόσταση με πολλά σταυροδρόμια, είναι δύσκολο να αντιληφθείς πότε ακριβώς πήρες τη λάθος στροφή (Tablada, 1989: 92).

9. Το φάντασμα του σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα

Η έννοια του σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα ως οργανικό σύστημα παραπέμπει στην ανάγκη οικοδόμησης όλων των πλευρών του σοσιαλιστικού τριγώνου. Προφανώς, οι διαφορετικές συγκεκριμένες περιστάσεις σημαίνουν ότι δεν θα είναι δυνατόν να οικοδομηθούν όλες οι πλευρές με τον ίδιο ρυθμό, ή να ακολουθήσουν τα ίδια βήματα όλες οι χώρες. Ωστόσο, αυτό που προωθεί αυτή η έννοια είναι η αναγνώριση της αλληλεξάρτησης αυτών των στοιχείων.

Η αποτυχία ανάπτυξης μιας πλευράς αυτού του συνδυασμού δεν σημαίνει ότι ο σοσιαλισμός είναι προς το παρόν ημιτελής. Σημαίνει μάλλον ότι είναι προσβεβλημένος. Στο τέλος, τα ελαττώματα αυτά είναι ελαττώματα από την άποψη της νέας κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, είναι αναπόσπαστα τμήματα της παλιάς κοινωνίας. Η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ο δεσποτισμός των χώρων εργασίας, και το ίδιο συμφέρον ως στόχος της παραγωγής, παραπέμπουν στο παλαιό οργανικό σύστημα και προσβάλλουν τα στοιχεία που είναι ξένα προς αυτό. Σε αντιδιαστολή με μια έννοια των σταδίων, όπου έχετε τη δυνατότητα να παραμερίσετε κάποια ζητήματα για ένα μεταγενέστερο στάδιο, η έννοια του σοσιαλισμού ως οργανικού συστήματος υποστηρίζει θεωρητικά αυτό που έχει αποδείξει η εμπειρία του 20ού αιώνα – ότι δηλαδή η συνεχής παρουσία των στοιχείων όχι μόνο τείνει στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού, αλλά αργά ή γρήγορα θα ανοίξει το δρόμο για την αναστήλωσή του.

Όμως, ο σοσιαλισμός για τον 21ο αιώνα είναι μόνο μια έννοια, ένα φάντασμα; Σήμερα στη Βενεζουέλα έχουμε σίγουρα μια απόπειρα να καταστήσουμε αυτό το φάντασμα πραγματικότητα. Παρ’ όλον ότι η προσπάθεια είναι να προωθηθούν και οι τρεις πλευρές του σοσιαλιστικού τριγώνου (και μάλιστα με την ανάπτυξη των κοινοτικών συμβουλίων, τα οποία ο Τσάβες αποκάλεσε κύτταρα του νέου σοσιαλιστικού κράτους), το φάντασμα αυτό απέχει πολύ από την πραγματοποίησή του και τα εμπόδια (τόσο τα εξωτερικά όσο και τα εσωτερικά) είναι τεράστια (Lebowitz, 2006: κεφ. 7. Lebowitz, 2007).

Παρ’ όλα αυτά, το φάντασμα του σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα έχει πολύ περισσότερη υλική υπόσταση απ’ ότι το φάντασμα για το οποίο έγραψε ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στα μέσα του 19ου αιώνα. Το φάντασμα του σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα είναι ένα φάντασμα, αλλά φάντασμα ικανό να καταστεί υλική δύναμη. Είναι σε θέση να καθοδηγήσει το νου των μαζών ακριβώς γιατί τοποθετεί στον πυρήνα του την ανθρώπινη ανάπτυξη και πρακτική. Ο σοσιαλισμός για τον 21ο αιώνα προσφέρει ένα όραμα, το οποίο ταυτόχρονα ανακαλύπτει εκ νέου το σοσιαλισμό και αποκαλύπτει τον Μαρξ. Και σ’ αυτό τον κόσμο της καπιταλιστικής κρίσης, του οικολογικού ολέθρου και του φαντάσματος της βαρβαρότητας, χρειαζόμαστε απεγνωσμένα αυτό το όραμα. Η επιλογή που έχουμε μπροστά μας είναι σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα.

Βιβλιογραφία

Hegel, G.W.F. 1967. The Phenomenology of Mind. New York: Harper Torchbooks.

Lebowitz, Michael A. 2003. Beyond CAPITAL: Marx’s Political Economy of the Working Class, Second Edition. New York: Palgrave Macmillan.

Lebowitz, Michael A. 2003a. “El Pueblo y la propiedad en la construcción del comunismo”, Marx Ahora, No. 16, 2003 (Havana).

Lebowitz, Michael A. 2006. Build it Now: Socialism for the Twenty-First Century. New York: Monthly Review Press.

Lebowitz, Michael A. 2007. “Venezuela: A Good Example of the Bad Left of Latin America”, Monthly Review, Vol. 59, No. 3, July-August.

Lebowitz, Michael A. 2010. The Socialist Alternative: Real Human Development. New York: Monthly Review Press.

Lenin, V.I. 1965. The State and Revolution. Peking: Foreign Languages Press.

Marx, Karl and Engels, Frederick. 1846. The German Ideology, in Marx and Engels, Collected Works, Vol. 5. New York: International Publishers, 1976.

Marx, Karl and Engels, Frederick. 1848. The Communist Manifesto, in Marx and Engels, Collected Works, Volume 6. New York: International Publishers, 1976.

Marx, Karl. 1844. Economic and Philosophical Manuscripts of 1844, in Marx and Engels, Collected Works, Vol. 3. New York: International Publishers, 1975.

Marx, Karl. 1844a “Comments on James Mill”, in Marx and Engels, Collected Works, Vol. 3. New York: International Publishers, 1975.

Marx, Karl. 1845.“Theses on Feuerbach”, in Marx and Engels, Collected Works, Vol. 5. New York: International Publishers, 1976.

Marx, Karl. 1847. The Poverty of Philosophy, in Marx and Engels, Collected Works, Volume 6. New York,: International Publishers, 1976.

Marx, Karl. 1962. Critique of the Gotha Programme, in Marx and Engels, Selected Works, Vol. II. Moscow: Foreign Languages Publishing House, 1962.

Marx, Karl. 1973. Grundrisse. New York: Vintage Books.

Marx, Karl. 1977. Capital, Vol. I. New York: Vintage Books.

Tablada, Carlos. 1989. Che Guevara: Economics and Politics in the Transition to Socialism. Sydney: Pathfinder, 1989.

1 Για μια συζήτηση του γενικού προβλήματος της διαφοροποιημένης πρόσβασης στα μέσα παραγωγής βλ. Michael A. Lebowitz, 2003a.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή