Γιατί το κράτος είναι μία μηχανή Εκτύπωση
Τεύχος 113, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2010


ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΗΧΑΝΗ1

του Λουί Αλτουσέρ

μετάφραση Μιχάλης Σκομβούλης

9. Σε τι συνίσταται ο «διαχωρισμένος»

και «εργαλειακός» χαρακτήρας του κράτους

[…] Αυτό επομένως που κάνει το κράτος να είναι κράτος είναι ότι είναι φτιαγμένο, όσο το δυνατόν, ώστε να είναι διαχωρισμένο από την πάλη των τάξεων, ώστε να είναι το εργαλείο αυτών που κρατούν την εξουσία. Ότι είναι «φτιαγμένο γι’ αυτό το σκοπό» είναι εγγεγραμμένο στην ίδια τη δομή του κράτους, στην ιεραρχία του κράτους και στην υποχρέωση υπακοής (και επιφυλακής) που υπάρχει για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, όποια και εάν είναι η θέση τους. Αυτό εξηγεί άλλωστε την εξαίρεση που γίνεται για το προσωπικό του στρατού, της αστυνομίας και για το διοικητικό προσωπικό του κράτους. Δεν υπάρχουν συνδικάτα στο στρατό, ούτε στο υψηλό πολιτικό προσωπικό και η απεργία τους απαγορεύεται, υπό την απειλή δρακόντειων κυρώσεων. Υπάρχουν ασφαλώς (εδώ και κάποιο καιρό) συνδικάτα στην αστυνομία και (πρόσφατα) στο δικαστικό σώμα, και υπάρχουν εδώ και πολύ λίγο καιρό και στα CRS,2 όμως δεν υπάρχουν συνδικάτα στο «σκληρό πυρήνα», το στρατό, τους χωροφύλακες, στις κινητές μονάδες (gardes mobiles) κλπ. που αποτελούν την κατεξοχήν κατασταλτική δύναμη. Και ακόμη και εάν η αστυνομία μπορεί να απεργήσει (σε εξαιρετικές περιπτώσεις), δεν έχουμε γνωρίσει ποτέ απεργία στο στρατό, ούτε στα CRS, ούτε στη χωροφυλακή, παρά μόνο «δυσαρέσκειες» είτε την περίοδο της Αντίστασης, είτε το 1968, είτε σε κάποιες άλλες περιστάσεις, όταν οι δυνάμεις της τάξης έκριναν ότι έχουν εμπλακεί απερίσκεπτα σε μάχες που ήταν είτε αμφίβολες είτε με μεγάλο κόστος γι’ αυτές (και σε μόνο εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις έχουμε γνωρίσει διαμαρτυρίες σε άσκηση βίας που τους ζητήθηκε και δεν ανταποκρινόταν στην αντίληψή τους για τη «διατήρηση της τάξης»). Ασφαλώς, το δικαίωμα στην απεργία αναγνωρίζεται από το σύνταγμα του 1946 στους δημόσιους υπαλλήλους, αλλά όχι στους δημόσιους υπαλλήλους «αρχής», και αυτό το δικαίωμα στην απεργία δεν αφορά ούτε το στρατό, ούτε τις δυνάμεις της τάξης (CRS, κινητές μονάδες, εθνική χωροφυλακή με την τελευταία να αποτελεί άλλωστε μέρος του στρατού). Και όταν ένα συνδικάτο δικαστικών παίρνει κάποιες προοδευτικές πρωτοβουλίες στιγματίζεται σκληρά όχι μόνο από τον υπουργό αλλά και από τους υψηλόβαθμους δημόσιους υπαλλήλους που επιβάλλουν στους «παραβάτες» πειθαρχικές ποινές για την παράβλεψη του «καθήκοντος της επιφυλακής» το οποίο απαιτείται από όλους τους δημόσιους υπαλλήλους και πρακτικά επιτρέπει την επιβολή όλων των επιθυμητών κυρώσεων σε μια δεδομένη δύσκολη συγκυρία.

Μας είναι δύσκολο να αναπαραστήσουμε στον εαυτό μας αυτήν την «κατάσταση εξαίρεσης» του κράτους και των υπαλλήλων του γιατί έχουμε την τάση να αφήνουμε στη σκιά τα ιδιαίτερα «καθήκοντα» των στρατιωτικών, των CRS, των χωροφυλάκων, των δικαστικών, των υψηλόβαθμων δημόσιων υπαλλήλων, δηλαδή το σκληρό πυρήνα του κράτους, τον πυρήνα που κατέχει και εμπεριέχει τη φυσική δύναμη, τη δύναμη επέμβασης του κράτους, καθώς και την «πολιτική» του δύναμη. Δεν σκεφτόμαστε παρά μόνο τα δευτερεύοντα φαινόμενα των απεργιών και των διαδηλώσεων των υπαλλήλων των «δημόσιων υπηρεσιών», των διδασκόντων, των υπαλλήλων στο σιδηρόδρομο, και άλλων εργαζόμενων του «δημόσιου τομέα». Έχουμε την τάση να παίρνουμε τις διαδηλώσεις ορισμένων δικαστικών, διδασκόντων και άλλων ως ανοικτές μορφές ταξικής πάλης, ενώ θα έπρεπε να αναρωτηθούμε, το λιγότερο, σχετικά με την τάση και τα αποτελέσματα αυτών των εκδηλώσεων.

Σκέφτομαι εδώ αυτό που ο Μαρξ είπε για τους επιθεωρητές εργοστασίων, οι οποίοι ήταν σαφώς πιο «προωθημένοι» από τους δικούς μας τους σύγχρονους επιθεωρητές εργασίας (και μιλάω εδώ για το σύνολο και όχι για κάποιες ατομικές περιπτώσεις που μπορεί να είναι αξιοσημείωτες), και για την καταδίκη εκ μέρους τους της απάνθρωπης διάρκειας της εργάσιμης μέρας. Οι προσπάθειές τους στέφθηκαν με επιτυχία όταν το αστικό αγγλικό κράτος καθιέρωσε, το 1850, την εργάσιμη μέρα των 10 ωρών. Ο Μαρξ έδειχνε ότι ακριβώς αυτό το μέτρο, αποτέλεσμα της εργατικής πάλης των τάξεων, που πολεμήθηκε αγρίως από ένα μέρος της αγγλικής βιομηχανικής αστικής τάξης, και επιβλήθηκε από το αστικό αγγλικό κράτος, εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα την αγγλική καπιταλιστική μπουρζουαζία προστατεύοντας τη χειρωνακτική εργασία της, δηλαδή προστατεύοντας την υγεία και την αναπαραγωγή της εργατικής της δύναμης. Είναι δε μετά απ’ αυτό το μέτρο, σκανδαλώδες για τους περισσότερους καπιταλιστές, που εμφανίστηκαν διάφορες αστικές μελέτες (που ο Μαρξ αναφέρει) οι οποίες έδειχναν ότι στις δέκα ώρες πλήρους εργασίας, οι εργαζόμενοι παρήγαγαν περισσότερο απ’ ότι στις δώδεκα ή δεκαπέντε ώρες, όπου η κούραση μείωνε την απόδοσή τους σε συνολικά χαμηλότερα επίπεδα από την απόδοση μιας εργάσιμης ημέρας δέκα ωρών.

Αυτό είναι το κράτος: ένας μηχανισμός ικανός να πάρει μέτρα ενάντια σ’ ένα μέρος, βλέπε ενάντια στην πλειοψηφία των αστών, για να υπερασπίσει τα «γενικά συμφέροντα» της κυρίαρχης τάξης. Γι’ αυτό και το κράτος οφείλει να είναι διαχωρισμένο. Είναι ακριβώς παίζοντας πάνω σ’ αυτή τη φύση του κράτους, πάνω στο διαχωρισμό του, πάνω σ’ αυτές τις αξίες που διασφαλίζουν το διαχωρισμό (πάνω απ’ όλα να μην κάνουμε πολιτική και «δημόσιες υπηρεσίες» μαζί) όπου το αγγλικό αστικό κράτος μπορούσε να επιβάλλει το νόμο των 10 ωρών και όπου ο Ντε Γκωλ μπορεί να κινητοποιήσει στο όνομα του κράτους, του έθνους και της πατρίδας, αρκετές κρατικές στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να αναγνωριστεί από τους συμμάχους ως ο Πρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης της Γαλλικής Republique (= του γαλλικού ρεμπουπλικανικού κράτους) παίζοντας έτσι το χαρτί της νομιμότητας σε όλα τα πεδία και σε όλα τα ερωτήματα.

Να ’μαστε όμως εδώ μπροστά σ’ ένα παράδοξο. Πράγματι πώς να σκεφτούμε ότι το κράτος είναι ένα εργαλείο, άρα «διαχωρισμένο», και είναι ταυτόχρονα το εργαλείο που εξυπηρετεί την κυρίαρχη τάξη για να εξασφαλίσει την κυριαρχία της και να την αναπαράγει. Να την εξασφαλίσει: το κράτος οφείλει να είναι ισχυρό. Να την αναπαράγει: το κράτος οφείλει να διαρκεί ώστε να διαρκούν και οι όροι της εκμετάλλευσης.

Δεν υπάρχει αντίφαση, ή καλύτερα δεν θα υπήρχε, εάν το κράτος δεν ήταν παρά ένα εργαλείο πλήρως ξένο από την πάλη των τάξεων. Ακριβώς όμως εάν είναι «διαχωρισμένο», είναι γιατί αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι αυτονόητος, ούτε χωρίς κόπο, και η απόδειξη είναι όλα αυτά τα μέτρα που είναι υποχρεωμένο να παίρνει το κράτος σε σχέση με τις διαφορετικές κατηγορίες των υπαλλήλων, των πολιτικών, των αστυνομικών, των στρατιωτικών, των δικαστικών ώστε να εξασφαλίσει για τα καλά αυτό το «διαχωρισμό», όλα τα μέτρα κλεισίματος στο διαχωρισμό των καθηκόντων, όλα τα μέτρα ιεραρχικοποίησης, που ποικίλλουν άλλωστε ανάλογα με τους διάφορους μηχανισμούς, έχουν πάντοτε κάτι κοινό: έναν αυστηρό ορισμό της υπευθυνότητας, καθώς και όλα τα μέτρα για τις υποχρεώσεις, την υπηρεσία, την επιφυλακή κλπ.

Δεν είναι σίγουρο, όπως μόλις φάνηκε, ότι όλα αυτά τα μέτρα είναι αποκλειστικά προορισμένα να «διαχωρίσουν» το κράτος από τα αποτελέσματα ή την διαπέραση της εργατικής και λαϊκής πάλης των τάξεων (ας μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων των «δυνάμεων της τάξης» έχουν αγροτική, εργατική και λαϊκή καταγωγή, όπως το είχε δείξει καλά ο Γκράμσι). Όλα αυτά τα μέτρα μπορούν επίσης να προορίζονται να «διαχωρίσουν» το κράτος από μορφές διαιρέσεων που μπορούν να γεννηθούν στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης, από ίντριγκες ορισμένων ομάδων, δηλαδή πρακτικών τελείως εκτός του «πνεύματος της δημόσιας υπηρεσίας» που οφείλει να κυριαρχεί και κατά κανόνα κυριαρχεί, στους εκπροσώπους του κράτους, εάν εξαιρέσουμε ορισμένα σκάνδαλα (σπάνια στη Γαλλία, πιο συχνά αλλού π.χ. το σκάνδαλο της Λόκχηντ, σχεδόν παντού στον δυτικό κόσμο).

Εάν όμως λάβουμε υπόψη μας όλα αυτά τα δεδομένα, είναι σαφές ότι το «εργαλείο του κράτους» ή ο «μηχανισμός του κράτους» ή απλά το κράτος δεν είναι ουδέτερο, αλλά κλίνει σε τρομερό βαθμό από την πλευρά της διοικούσας τάξης. Επισήμως, ασφαλώς «δεν κάνει πολιτική», όπως το ζητά άλλωστε και η ιδεολογία του αστικού κράτους. Το κράτος δεν κάνει πολιτική, διότι δεν είναι οπαδός, βρίσκεται «υπεράνω των τάξεων» και το μόνο που κάνει είναι να διαχειρίζεται αντικειμενικά και εξισωτικά τις υποθέσεις του έθνους, τις υποθέσεις όλων. Εάν θα θέλατε να είχε μία πολιτική, αυτή θα ήταν η πολιτική της «δημόσιας υπηρεσίας». Αυτή είναι η ιδεολογία που το κράτος ενσταλάζει στους εκπροσώπους του, σε όποια θέση και εάν αυτοί εργάζονται.

Ο Μαρξ ήταν ο πρώτος που άσκησε κριτική σ’ αυτή τη μυστικοποίηση: το κράτος είναι «διαχωρισμένο» για να μπορεί ακριβώς να είναι ταξικό κράτος, ώστε να υπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Εκ των πραγμάτων όλοι οι υψηλόβαθμοι εκπρόσωποι είναι οι εκπεφρασμένοι και εγκεκριμένοι υπερασπιστές των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Ο αρχηγός του κράτους διασφαλίζει την κρατική ενότητά του και διοικεί την πολιτική του. Αποτελεί μέρος του πολιτικού μηχανισμού του κράτους, μαζί με την κυβέρνηση και τους υπουργούς, οι οποίοι ευχαρίστως προστατεύονται πίσω από τον τεχνικό χαρακτήρα των ζητημάτων και τις τεχνικές τους ικανότητες για να κρύψουν την πολιτική που κάνουν και να εξυπηρετήσουν τα ανώτερα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Η τεράστια πλειοψηφία των υψηλόβαθμων δημόσιων υπαλλήλων, πολιτικών, στρατιωτικών ή αστυνομικών, είναι μεγαλοαστοί καταγωγής ή καριέρας. Και καθώς προχωράμε στην ιεραρχία και στην υπευθυνότητα, στο μυστικό του κράτους ή στην επιφυλακή του κράτους, το κράτος γίνεται πια τόσο πολύπλοκο που καθώς φτάνουμε μπροστά σ’ ένα γκισέ του PTT,3 SNCF,4 ή της Κοινωνικής Ασφάλισης, έχουμε χάσει εδώ και καιρό την ταξική πολιτική που από απόσταση αλλά επίμονα κυβερνά όλους τους διοικητικούς μηχανισμούς, και μπορούμε να έχουμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε, σύνθετες ασφαλώς, «τυπικότητες», οι οποίες θα μπορούσαν να απλοποιηθούν και είναι «φυσικές».

Τι πιο φυσικό από το να αγοράσουμε ένα καρνέ εισιτηρίων για το λεωφορείο ή μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών; Ακριβώς όμως, στη Γαλλία σχετικά με την κάρτα απεριορίστων διαδρομών, υπάρχει ένα ολόκληρο κίνημα διαμαρτυρίας, που αμφισβητεί το καλώς-θεμελιωμένο της αύξησης της τιμής της. Από τη στιγμή δε που πρόκειται για χρήματα δεν έχουμε καθόλου πλέον την ίδια εντύπωση αυτής της «φυσικής τυπικότητας» όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ταμείο της εφορίας, ούτε ακόμα όταν καταπίνουμε τους τρομερούς έμμεσους φόρους που υφαρπάζουν υπεραξία από το λαϊκό πορτοφόλι (17,5% στη Γαλλία !), φορτώνοντας το μεγαλύτερο φορολογικό βάρος στους πλέον αδικημένους οι οποίοι, όντας ήδη αντικείμενο εκμετάλλευσης στη δουλειά τους, δεν βρίσκουν «φυσικό» να έχουν να πληρώσουν εκτός του χαρτιού της εφορίας (πάνω στο οποίο ένας υπουργός μπορεί να κάνει υποκριτικά κάποιες παραχωρήσεις για τους γέρους και τους φτωχούς) και ένα δρακόντειο φόρο στο ψωμί και στο γάλα, για να μη μιλήσουμε για τα ρούχα και τα αντικείμενα λαϊκής κατανάλωσης.

Το κράτος είναι ταξικό κράτος από την πολιτική του, αυτό όλοι μπορούν να το γνωρίζουν. Είναι ευθέως δεμένο με την κυρίαρχη τάξη με τους υψηλόβαθμους και τους μεσαίους δημόσιους υπαλλήλους, διότι αυτοί οι φορείς είναι μεγαλοαστοί ή ιδεολογικά πεπεισμένοι αστοί. Και καθώς αυτοί οι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι κρατούν τους άλλους μέσω ολόκληρου του συστήματος της ιεραρχίας, μέσω ολόκληρου του συστήματος της εξαίρεσης που τοποθετείται υποτιθέμενα «εκτός της πάλης των τάξεων», το λιγότερο συνταγματικά, αλλά και πραγματικά στις αποφασιστικές περιπτώσεις (ο στρατός, η αστυνομία, τα CRS, η χωροφυλακή, οι μυστικές υπηρεσίες, οι φυλακές κλπ.), μπορούμε δικαίως να πούμε, ώστε να παρέμβουμε με καλύτερα αποτελέσματα, ότι το «κράτος είναι διαχωρισμένο από την ταξική πάλη».

Ότι υπήρξαν αντιφάσεις στο μηχανισμό του κράτους, ότι ο στρατός δεν προχωρά όπως η αστυνομία, ότι είχε, σε ορισμένες χώρες, πολιτικές βλέψεις και μπορούσε να περάσει σε πράξεις, ότι σε άλλες είναι η αστυνομία που ελέγχει τα πάντα, η επίσημη ή οι παράλληλες αστυνομίες, ότι σ’ άλλες όπως στη Γαλλία, ο υπουργός Οικονομικών κατέχει μια θέση και ασκεί έναν υπέρμετρο έλεγχο, είναι μέσα στα «συνηθισμένα». Ένα κράτος είναι σύνθετο. Ότι οι αντιφάσεις μπορούν να χρησιμεύσουν ως αφετηρία σε βλέψεις ή φιλοδοξίες ορισμένων τμημάτων της αστικής τάξης, το ξέρουμε και έχει αποτελέσει αντικείμενο μελετών. Ότι τέλος οι ίδιες οι αντιφάσεις μπορούν να οξυνθούν από την πάλη των τάξεων εν γένει, και κυρίως (αυτό που μας ενδιαφέρει) από την εργατική και λαϊκή πάλη των τάξεων και την επέκτασή της, βοηθώντας στην πρόκληση απεργιών σε ορισμένες διοικήσεις και κατά κύριο λόγο στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα, όλα αυτά είναι πολύ καθαρά. Όμως δεν θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε στα σοβαρά την ιδέα ότι ο μηχανισμός του κράτους είναι ασταθής, ακόμα και εάν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και το 1968 (προπαντός κατά τη διάρκεια της ψυχοδραματικής απουσίας του Ντε Γκωλ, όταν πήγε να δει τον Massu, που «δεν έκανε πολιτική»), κλονίσθηκε σοβαρά στη δομή και την ενότητά του. Η αστυνομία, τα CRS, οι κινητές μονάδες, η χωροφυλακή κράτησαν και πολύ καλά μάλιστα –οι διαδηλωτές στα οδοφράγματα κάτι ξέρουν– χωρίς να ρίξουν ούτε ένα πυροβολισμό (βλ. τα Απομνημονεύματα του διοικητή Grimaud)· ενώ όσον αφορά το στρατό κράτησε τα άρματά του κάτω από τα δέντρα του δάσους του Rambouillet, μη φανερώνοντας τη δύναμή του, ώστε έτσι να ασκήσει καλύτερα την πίεσή του στις ταραχές.

Μετά απ’ αυτό, το να υποστηρίζει κανείς ότι το κράτος «εξ ορισμού διαπερνάται από την πάλη των τάξεων» είναι σαν να παίρνει τις επιθυμίες του για πραγματικότητα. Είναι σαν να παίρνει τα αποτελέσματα, ακόμη και τα βαθιά αποτελέσματα, ή και τα ίχνη της πάλης των τάξεων (αστικής και εργατικής) για την ίδια την ταξική πάλη. Διότι ακριβώς υποστηρίζω ότι το κράτος, στην καρδιά του, που είναι η δύναμη της φυσικής, πολιτικής, αστυνομικής και διοικητικής του επέμβασης, είναι φτιαγμένο, στο μέτρο του δυνατού, ώστε να μην αγγίζεται, ούτε ακόμα να «διαπερνάται», από την πάλη των τάξεων. Ότι εκεί φτάσαμε, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία, όπου με ευχαρίστηση αναπτύσσουν από τον Γκράμσι και μετά μία θεωρία της αδυναμίας ή της ανυπαρξίας του κράτους, είναι σαφές πως μου φαίνεται ότι είναι λάθος. Ότι υπήρξαν δυσκολίες για να φτάσουμε εκεί, είναι μερικές φορές φανερό: γεγονός όμως είναι ότι φτάσαμε, τόσο εμείς όσο και στην ΕΣΣΔ, χρησιμοποιώντας μάλιστα μέσα αρκετά συγγενή. Ενίοτε, ορισμένοι φορείς του μηχανισμού του κράτους απεργούν, ποτέ όμως όλοι, ποτέ στη φυσική καρδιά του κράτους, και μπορούμε να σκεφτούμε αυτές τις εκδηλώσεις δυσαρέσκειας ως βαλβίδες ασφαλείας και ως σύστημα προειδοποίησης, που επιτρέπει μια αυτορρυθμιζόμενη διόρθωση, και καταλήγει σε προτάσεις όπως «πρέπει να πληρώσουμε καλύτερα τους υπαλλήλους του κράτους, ή πρέπει να βελτιώσουμε τις διοικητικές υπηρεσίες, για να βρίσκονται σε καλύτερη επαφή με το κοινό, να απλοποιήσουμε τις διοικητικές τυπικότητες» – ο ίδιος ο Giscard [d’ Estaing], ο αρχηγός του κράτους, αριστεύει σ’ αυτές τις ανακουφιστικές διατυπώσεις, που, ό, τι και να λέμε, έχουν το αποτέλεσμα τους.

Όλα αυτά, για να ξαναπούμε με έμφαση ότι η διατύπωση του Μαρξ και του Λένιν για το κράτος ως εργαλείο και άρα ως διαχωρισμένο από την πάλη των τάξεων για να εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, είναι μια δυνατή διατύπωση, που δεν υπάρχει περίπτωση να εγκαταλείψουμε.

Το ίδιο ισχύει – μιας και βρισκόμαστε ακόμα σε ζητήματα ορολογίας – και για την έκφραση «μηχανισμός» ή «μηχανή».

10. Γιατί λοιπόν το κράτος είναι μία μηχανή;

Στην εισήγησή του για το κράτος στο πανεπιστήμιο του Sverdlovsk (1919), ο Λένιν φανερώνει μια εκπληκτική επιμονή στο να μη χρησιμοποιήσει παρά μόνο δύο όρους. Δεν μιλάει για θεσμό, ούτε για οργάνωση, ούτε για οργανισμό, αλλά για μηχανισμό και μηχανή. Και επιμένει ακόμα περισσότερο να λέει ότι αυτή η «μηχανή» είναι «ιδιαίτερη» και αυτός ο «μηχανισμός» είναι «ιδιαίτερος», χωρίς όμως να λέει σε τι είναι ιδιαίτερα. Θα πρέπει επομένως εμείς να επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτούς τους όρους, οι οποίοι οφείλουν να έχουν ένα ακριβές νόημα, από τη στιγμή που ο Λένιν, χωρίς να καταφέρνει (όχι περισσότερο απ’ ό,τι και ο Μαρξ πριν απ’ αυτόν) να το διατυπώσει, κρατιέται απ’ αυτούς σαν να επρόκειτο για την τελευταία δυνατή λέξη σχετικά με το κράτος.

Δεν θα προδίδαμε τον Λένιν εάν λέγαμε ότι εφόσον το κράτος είναι ένας «ιδιαίτερος» μηχανισμός ή μια «ιδιαίτερη» μηχανή, πρόκειται για μοναδική οντότητα, άρα ότι δεν είναι όπως τα υπόλοιπα: που σημαίνει, όχι όπως τα υπόλοιπα που βρίσκουμε στην «κοινωνία» ή στην «κοινωνία πολιτών». Δεν είναι επομένως απλός θεσμός, όπως το Συμβούλιο του Κράτους, δεν πρόκειται για έναν σύνδεσμο, όπως είναι ο Σύνδεσμος γονέων και κηδεμόνων, ούτε πρόκειται για μια λίγκα, όπως η Λίγκα για τα δικαιώματα του ανθρώπου, δεν είναι οργάνωση, όπως τα πολιτικά κόμματα ή οι Εκκλησίες, ούτε οργανισμός (όρος ακόμη πιο θολός). Το κράτος είναι μια ιδιαίτερη μηχανή επειδή είναι φτιαγμένο από ένα άλλο μέταλλο, δηλαδή (μιας και το μέταλλο των αρμάτων, των πολυβόλων και των οπλοπολυβόλων στοιχειώνει κάθε σκέψη για το νεωτερικό κράτος) ότι πρόκειται για μια άλλη δομή, για ένα άλλο υλικό, για μια εντελώς άλλη σύσταση. Και αυτό μας παραπέμπει σ’ ό,τι θα πούμε για να δείξουμε ότι το κράτος είναι «διαχωρισμένο» και «εργαλείο».

Μένουν οι όροι του μηχανισμού και της μηχανής.

Εάν επέμεινα στην ορολογία, είναι γιατί ο Μαρξ και ο Ένγκελς επέμειναν και αυτοί, με μια απίστευτη επιμονή, να πιστεύουν ότι ορισμένες λέξεις που χρησιμοποίησαν για το κράτος, και δεν χρησιμοποίησαν παρά μόνο γι’ αυτό, ήταν η ένδειξη για μια έννοια που δεν κατάφερναν να διατυπώσουν, αλλά προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να επισημάνουν. Διότι μηχάνημα και μηχανή χρησιμοποιούνται (στην ορολογία του Μαρξ, το λιγότερο, που γνωρίζω) αποκλειστικά για το κράτος, ένα πράγμα από μόνο του εκπληκτικό: Ο Μαρξ δεν μιλάει για παράδειγμα ποτέ, απολύτως ποτέ, για τη «μηχανή της παραγωγής», ούτε βέβαια για το μηχανισμό της παραγωγής, όροι που γίνονται τρέχοντες σήμερα (και που είναι εξάλλου αρκετά ουδέτεροι). Αυτό που έχει σημασία, εκτός απ’ αυτή την εξαίρεση, και υπό αυτήν την εξαίρεση, είναι το ζευγάρι μηχανισμός-μηχανή. Τι θα μπορούσε, αν όχι να σημαίνει, τουλάχιστον να καταδεικνύει.

Ο μηχανισμός που σηματοδοτεί την εμφάνιση (την εξωτερική εκτύλιξη ενός πράγματος με όλες τις παγίδες [apprets] του) σημαίνει, σύμφωνα με το λεξικό, «ένα σύνολο στοιχείων, που δουλεύουν για τον ίδιο σκοπό διαμορφώνοντας ένα όλο». Ο μηχανισμός του κράτος μπορεί να κάνει να εμφανιστούν μια ποικιλία μηχανισμών (κατασταλτικών, πολιτικών, ιδεολογικών), αυτό όμως που είναι αποφασιστικό για το νόημά τους ως μηχανισμοί του κράτους, είναι ότι δουλεύουν όλα μαζί για «ένα κοινό σκοπό». Είναι η περίπτωση του κράτους στον ορισμό του ως εργαλείο: Ένα εργαλείο (που μπορεί να αποτελείται από στοιχεία) υπάρχει για τη λειτουργία ενός σκοπού: συγκεκριμένα, τη διατήρηση της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης. Όμως αυτό σημαίνει, ότι στο σύνολο των στοιχείων, δεν υπάρχει κανένα που να είναι περιττό, αντιθέτως όλα είναι πλήρως προσαρμοσμένα στο στόχο τους, ως κομμάτια αυτού του αρθρωμένου όλου που είναι ο μηχανισμός, δηλαδή το κράτος. Κάτι που υποθέτει άλλωστε ένα είδος μηχανισμού, όπου όλα τα μέρη, όλοι οι τροχοί δουλεύουν προς τον ίδιο στόχο, ο οποίος είναι προφανώς εξωτερικός στο μηχανισμό, γιατί αλλιώς ο μηχανισμός δεν θα ήταν «διαχωρισμένος». Αυτή η εξωτερικότητα εμφανίζεται πολύ ισχυρή όταν σκεφτόμαστε εκφράσεις όπως «ένας μηχανισμός βασανισμού» ή έναν μηχανισμό προσθετικού μέλους κλπ.

Η ιδέα του μηχανικού επαγόμενη από το συντονισμό όλων των στοιχείων του μηχανισμού προς έναν (εξωτερικό) σκοπό δεν επικαλείται πολύ απλά την ιδέα της μηχανής; ή των μηχανημάτων όπως το λέει ο Μαρξ; (αν και στα γερμανικά η λέξη Maschinerie δεν έχει ακριβώς τη σημασία που έχει στα γαλλικά). Δεν το πιστεύω και θα ήθελα να προχωρήσω σε μία πρόταση.

Ας σημειώσουμε καταρχάς ότι υπάρχουν δύο λέξεις που ο Μαρξ και ο Λένιν αποφεύγουν επιμελώς. Όχι μόνο δεν μιλάνε για το κράτος με όρους οργανισμού, αλλά δεν μιλάνε ούτε με όρους μηχανικισμού (mecanisme).5 Η μηχανή επιβάλλεται, άρα, έναντι του μηχανικισμού. Θέλουν εδώ ο Μαρξ και ο Λένιν να πουν ότι το κράτος είναι μια τεράστια μηχανή, αλλά τόσο σύνθετη, που αν και βλέπουμε το πολιτικό αποτέλεσμα, χανόμαστε στο μηχανικισμό των λεπτομερειών του; Ίσως. Θέλουν να πούνε, ο Μαρξ και ο Λένιν, χαρακτηρίζοντας το κράτος ως «μηχανή», ότι δουλεύει ολομόναχο όπως ορισμένες μηχανές (η ατμομηχανή για παράδειγμα); Είναι γνωστό όμως, για όλους όσοι υπήρξαν σύγχρονοι της ατμομηχανής και των νόμων του Φουριέ, όπως και των νόμων του Καρνό,6 ότι καμία μηχανή δεν δουλεύει μόνη της. Αν λέγαμε κάτι τέτοιο, θα ήταν μια μεταφορά για να επιμείνουμε στον «αυτόνομο» ή «αυτοκίνητο» χαρακτήρα του κράτους. Γνωρίζουμε όμως αρκετά για το κράτος για να πούμε ότι δεν έχει καμία σχέση με την αυτονομία. Ο Μαρξ και ο Λένιν ποτέ δεν μίλησαν για αυτονομία του κράτους.

Βρίσκουμε τον 17ο αιώνα, αλλά σε μια γλώσσα προφανώς στιγματισμένη από τις γνώσεις της εποχής, για παράδειγμα στον Μπόσσυε, την έκφραση η «μεγάλη μηχανή του κράτους», που η εκδήλωση και η επίδειξη συνδέεται με την ιδέα μιας μηχανικής κίνησης συγκρίσιμης των «μηχανικών» μηχανών εκείνης της εποχής. Βαλλιστικές και άλλες πολεμικές μηχανές υπήρχαν έτσι από την αρχαιότητα. Μηχανή: «σύστημα σώματος που μετασχηματίζει μια εργασία σε μία άλλη», είτε ανθρώπινη ενέργεια, είτε βαρύτητα. Κατά τον 17ο αιώνα μια μηχανή μετασχηματίζει μια κίνηση σε μία άλλη, χωρίς να βγαίνουμε ποτέ από την κίνηση, της οποίας κινητήρια δύναμη είναι είτε ένα ζωντανό ον είτε η βαρύτητα. Τον 19ο αιώνα όμως, από το 1824, όταν ο Μαρξ ήταν 12 ετών, ο Καρνό μελέτησε τις «μηχανές καύσης» (machine à feu) κάνοντας εκπληκτικές ανακαλύψεις! Αυτές τις «μηχανές καύσης που είναι οι ατμομηχανές» πάνω στις οποίες βασίσθηκε ολόκληρος ο αγγλικός καπιταλισμός.

Ο Μαρξ μίλησε για την ατμομηχανή, όπως και τη μηχανή απλώς (tout court), καθώς και για τη εργαλειομηχανή στο κεφάλαιο για τη σχετική υπεραξία του 1ου Βιβλίου του Κεφαλαίου: είχε διαβάσει προσεκτικά Μπάμπατζ,7 αυτόν τον τίμιο τεχνικό αλλά χωρίς θεωρητικό πνεύμα, ο οποίος έγραφε: «Η συνένωση όλων αυτών των απλών εργαλείων που κινούνται από ένα μοναδικό κινητήρα σχηματίζει μία μηχανή»8 (1832). Ο Μαρξ επέμενε στο γεγονός ότι δεν ήταν η ατμομηχανή που επαναστατικοποίησε την παραγωγή, αλλά η εργαλειομηχανή: η μηχανή που θέτει σε γρήγορη κίνηση μια ολόκληρη σειρά εργαλείων, εκεί όπου το ανθρώπινο χέρι δεν μπορεί να κινήσει αργά παρά ένα.

Ο Μαρξ είναι σε τέτοιο βαθμό στοιχειωμένος από τη σχέση «κινητήρας-μετάδοση και εκτελεστική μηχανή», που περνάει πολύ γρήγορα στον κινητήρα: «Ο κινητήρας δίνει την ώθηση σ’ ολόκληρο μηχανισμό. Παράγει ο ίδιος την κινητήρια δύναμή του, όπως η ατμομηχανή, η θερμική μηχανή, η ηλεκτρομαγνητική μηχανή κλπ. ή δέχεται την ώθηση από μια φυσική δύναμη που βρίσκεται έξω απ’ αυτή. Ο μηχανισμός μετάδοσης … ρυθμίζει την κίνηση, τη διανέμει, αλλάζει τη μορφή της όπου αυτό είναι αναγκαίο, λχ. από κατακόρυφη σε περιστροφική και αντίστροφα και τη μεταδίδει στις εργαλειομηχανές».9

Από τη στιγμή που δεν πρόκειται πάρα για μετάδοση και για μετασχηματισμό της κίνησης, τα πάντα εξαρτώνται από τον κινητήρα αυτής της νέας «μηχανής» που είναι η μηχανή καύσης ή ενέργειας (calorique). Αδυσώπητο το λεξικό λέει: «Μηχανή: κατασκευασμένο αντικείμενο, γενικά σύνθετο, σχεδιασμένο να μετασχηματίζει την ενέργεια και να χρησιμοποιεί αυτή τη μετάδοση (διακρίνεται, καταρχήν, από τον μηχανισμό και τα εργαλεία που μόνο χρησιμοποιούν ενέργεια)».

Εάν αυτή είναι η κατάλληλη διάκριση, η «μηχανή» θα προσέθετε κάτι ουσιώδες στο «μηχανισμό», στην ιδέα της απλής χρήσης μιας δεδομένης ενέργειας θα προσέθετε την ιδέα του μετασχηματισμού της ενέργειας (ενός τύπου ενέργειας σ’ έναν άλλο τύπο ενέργειας: για παράδειγμα, της θερμικής σε κινητική ενέργεια). Στην περίπτωση του μηχανισμού ένας μόνο τύπος ενέργειας είναι αρκετός, στην περίπτωση της μηχανής έχουμε να κάνουμε, το λιγότερο, με δύο τύπους ενέργειας, και πάνω απ’ όλα με τον μετασχηματισμό της μίας ενέργειας στην άλλη.

Εφόσον το κράτος δεν είναι παρά ένα «ρόπαλο» (gourdin) και εφόσον δεν είναι επαρκώς ορίσιμο από τον όρο «εργαλείο» – όρος ο οποίος χωρίς να είναι λανθασμένος είναι πολύ γενικός – δεν βλέπω το γιατί, για έναν ολόκληρο αιώνα, ο Μαρξ και ο Λένιν επέμειναν σε τέτοιο βαθμό να μιλάνε όχι μόνο για μηχανισμό αλλά επίσης για «μηχανή», χωρίς αυτή η βίαιη επιμονή τους να μην σκιαγραφούσε κάποιο θεμελιακό νόημα που όμως άφησαν χωρίς εξήγηση. Όταν κάποιος πιάνεται έτσι από μία ή δύο λέξεις, που ως τέτοιες πλησιάζουν το ίδιο νόημα, με τη δεύτερη να αναπτύσσει την πρώτη προσθέτοντάς της μια ουσιώδη σαφήνεια, όταν γαντζώνεται έτσι απ’ αυτές χωρίς να μπορεί να πει το γιατί, τότε σημαίνει ότι έχει αγγίξει ένα σημείο ζωτικό και σκοτεινό μαζί. […]

13. Γιατί το κράτος είναι μια «ιδιαίτερη» μηχανή

[…] Θα έλεγα επομένως ότι το κράτος είναι μία μηχανή με τη δυνατή και ακριβή έννοια του όρου, όπως αυτή καθιερώθηκε κατά το 19ο αιώνα, μετά την ανακάλυψη της ατμομηχανής, της ηλεκτρομαγνητικής μηχανής κλπ., δηλαδή υπό την έννοια του τεχνητού εξαρτήματος (dispositif artificial), αποτελούμενου από έναν κινητήρα κινούμενο από την ενέργεια Ι, στη συνέχεια από ένα σύστημα μετάδοσης, με το όλο να είναι σχεδιασμένο να μετασχηματίζει μια δεδομένη ενέργεια (Α) σε μια άλλη δεδομένη ενέργεια (Β).

Μια τέτοια μηχανή συγκροτεί καταρχάς ένα τεχνητό σώμα που εμπεριέχει τον κινητήρα, το σύστημα μετάδοσης και τα εκτελεστικά όργανα ή αυτά της εφαρμογής της μετασχηματισμένης από τη μηχανή ενέργειας. Στην περίπτωση των εργαλειομηχανών (ή των μηχανών οργάνων [instrument]), αυτό το σώμα είναι υλικό, και περιέχει διαφορετικά κομμάτια «ιδιαίτερου» μετάλλου, που εξασφαλίζουν το μετασχηματισμό της ενέργειας Α σε ενέργεια Β και της εφαρμογής από τα εργαλεία (τα οποία γενικά είναι πολυάριθμα) πάνω στη επεξεργασμένη απ’ αυτά τα εργαλεία πρώτη ύλη.

Θα μπορούσαμε άνετα να γενικεύσουμε, λέγοντας ότι κάθε μηχανή, έδρα και μέσο μετασχηματισμού της ενέργειας, περιέχει ένα ιδιαίτερο υλικό «σώμα» φτιαγμένο από ιδιαίτερο μέταλλο. Την ίδια στιγμή που αποτελεί τον όρο του μετασχηματισμού της ενέργειας, το σώμα της μηχανής είναι, ως σώμα, διαχωρισμένο από τη λειτουργία του ενεργειακού μετασχηματισμού που επιτελεί. Εκ των πραγμάτων – στην ατμομηχανή για παράδειγμα – το μεταλλικό «σώμα» της μηχανής είναι πλήρως διακριτό, άρα «διαχωρισμένο», από το κάρβουνο που μετασχηματίζει το νερό σε ατμό και τον ατμό σε οριζόντια κίνηση και στη συνέχεια κυκλική, αλλά και εξίσου «διαχωρισμένο» από τα εργαλεία και από την εργασία αυτών των εργαλείων πάνω στην πρώτη ύλη (το βαμβάκι κλπ.). Ο διαχωρισμός του υλικού σώματος της μηχανής και των υλικών ενέργειας που καταναλώνει για το μετασχηματισμό τους, είναι ο απόλυτος όρος ύπαρξης της μηχανής και της λειτουργίας της. Ασφαλώς, το σώμα της μηχανής (τα διάφορα κομμάτια φτιαγμένα από διαφορετικά υλικά) απαιτεί επίσης ενέργεια για την παραγωγή, όμως η μηχανή δεν υφίσταται παρά μόνο εάν αυτή η προηγούμενη ενέργεια έχει ολοκληρώσει το έργο της και έχει ακινητοποιηθεί στο εσωτερικό του σώματος της μηχανής: αυτή η προηγηθείσα ενεργεία δεν επεμβαίνει πλέον ως ενέργεια κατά τη διάρκεια λειτουργίας της μηχανής γιατί έχει εξαφανιστεί στο αποτέλεσμά της: τους λέβητες, τα έμβολα, τους ιμάντες, τους μοχλούς και τους τροχούς, μέσω των οποίων πραγματοποιείται ο ενεργειακός μετασχηματισμός.

Μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε στη μηχανή του κράτους προκείμενου να καταλάβουμε καλύτερα γιατί ο Μαρξ μιλάει για μηχανή, και γιατί αυτή έχει ένα σώμα και πάνω απ’ όλα να καταλάβουμε ποια ενέργεια μετασχηματίζει σε ποια άλλη ενέργεια.

Ότι το κράτος έχει ένα υλικό «σώμα» το ξέρουμε ήδη: η ύπαρξή του μας αποκαλύφθηκε από τη στιγμή που θεωρήσαμε ότι το κράτος είναι ένας μηχανισμός, ένας μηχανισμός επιπλέον «διαχωρισμένος». Ο «διαχωρισμός» του κράτους λαμβάνει έτσι ένα καινούργιο νόημα. Το κράτος είναι «διαχωρισμένο» γιατί αναγκαστικά έχει ένα σώμα εντεταλμένο για να παράγει μετασχηματισμό ενέργειας. Επιπλέον, μπορούμε να καταλάβουμε ότι αυτό το υλικό σώμα είναι «ιδιαίτερο», μ’ άλλα λόγια ότι δεν είναι ένα οποιοδήποτε σώμα, αλλά είναι ένα σώμα «όχι όπως τα άλλα», φτιαγμένο από ένα «ιδιαίτερο μέταλλο», του οποίου μπορέσαμε να πάρουμε μια ιδέα εξετάζοντας την «ιδιαίτερη» φύση του σώματος των φορέων του κράτους, των στρατιωτικών, των δυνάμεων της τάξης, της αστυνομίας, αλλά επίσης και των δημόσιων υπαλλήλων των διάφορων διοικήσεων. Μας μένει η ερώτηση κλειδί: αυτή του μετασχηματισμού της ενέργειας και της φύσης της ενέργειας Β που προέρχεται από το μετασχηματισμό της ενέργειας Α από τη μηχανή του κράτους.

Από τη μεριά μου, θα έλεγα ότι το κράτος μπορεί να οριστεί, υπό μια τέτοια σχέση, υπό δύο όρους. Μπορούμε καταρχάς να πούμε ότι το κράτος είναι μια μηχανή εξουσίας, όπως όταν μιλάμε για μια μηχανή τρυπήματος ή μια μηχανή εκτύπωσης (machine à percussion ou impression) κλπ. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πράγματι ορίζουμε την εν λόγω μηχανή από τον τύπο ή τη μορφή ενέργειας Β που παράγει ως αποτέλεσμα του μετασχηματισμού της προϋπάρχουσας ενέργειας Α.

Σ’ αυτή την περίπτωση τοποθετούμε την έμφαση στο αποτέλεσμα του ενεργειακού μετασχηματισμού και λέμε καθαρά ότι το κράτος είναι μία μηχανή παραγωγής εξουσίας. Κατά κανόνα πρόκειται για νόμιμη εξουσία, όχι μόνο για λόγους που βασίζονται στο ηθικό προνόμιο της νομιμότητας, αλλά και γιατί ακόμα και όταν ένα κράτος είναι δεσποτικό ή και ακόμα «δικτατορικό» έχει πάντοτε πρακτικό συμφέρον να βασίζεται στους νόμους, και εάν είναι ανάγκη σε νόμους εξαίρεσης, τους οποίους πάλι εάν είναι ανάγκη μπορεί να τους αναστείλει «κατά βούληση». Κάτι τέτοιο είναι πιο ασφαλές γι’ αυτό, διότι οι νόμοι είναι επίσης ένα μέσον για να ελέγξει το δικό του κατασταλτικό μηχανισμό. Όλοι ξέρουμε, προς κατάπληξή μας, ότι ακόμη και τα πιο τυραννικά, φανατικά και απαίσια κράτη δίνουν νόμους στον εαυτό τους, δίνουν νόμους στο τρομακτικό και εξοντωτικό καθεστώς τους, ο Χίτλερ εξέδωσε νόμους για τους Εβραίους. Ξέρουμε επίσης ότι κανένα κράτος στον κόσμο δεν είναι τόσο λεπτολογικό για τους νόμους του όσο η ΕΣΣΔ, όπου ασκείται μία καταστολή νομίμως επιλεκτική και άρα προστατευμένη, διότι απαιτείται από το νόμο. Το κράτος, υπό αυτή τη σχέση, είναι μηχανή παραγωγής νόμιμης εξουσίας. Και, εκ των πραγμάτων, ολόκληρος ο πολιτικός μηχανισμός όπως και ολόκληρη η διοίκηση περνάει τον καιρό της παράγοντας νόμιμη εξουσία, δηλαδή νόμους με διατάγματα, αποφάσεις, που είναι, όπως λέμε, στο όριο εφαρμογής, όταν η παραγόμενη από τη μηχανή του κράτους εξουσία, έρχεται σε άμεση σχέση με το συγκεκριμένο. Έλεγα πριν λίγο ότι το κράτος δεν παράγει τίποτα: και υπό το νόημα της παράγωγης υλικών αγαθών, αυτό είναι ακριβές. Όμως το πλέον μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του συνίσταται στην παραγωγή νόμιμης εξουσίας, δηλαδή νόμων, διαταγμάτων και αποφάσεων: το άλλο κομμάτι της δραστηριότητάς του συνίσταται στον έλεγχο της εφαρμογής τους, από τους ίδιους τους υπαλλήλους του κράτους, οι οποίοι με τη σειρά τους υπόκεινται στον έλεγχο του σώματος των επιθεωρητών, των ελεγκτικών συνεδρίων,10 και φυσικά των υποκείμενων στους νόμους πολιτών.

Δεν αρκεί όμως να ορίσουμε το κράτος ως μηχανή εξουσίας, διότι αυτή η ενέργεια Β (εξουσία) δεν μας δίνει καμία πληροφορία για την ενέργεια (Α) που μετασχηματίζεται και παράγει αυτό το αποτέλεσμα: την εξουσία. Ποια είναι λοιπόν η ενέργεια Α που μετασχηματίζεται σε (νόμιμη) εξουσία από τη μηχανή του κράτους; Είναι δύσκολο να την ονομάσουμε, διότι εδώ τα πράγματα γίνονται πολύ σύνθετα και ακόμη περισσότερο περίπλοκα. Για να δώσουμε μια ιδέα θα ανατρέξω και πάλι σε μία σύγκριση και θα πω ότι το κράτος είναι – υπό αυτή τη δεύτερη σχέση, άρα υπό τη σχέση της ενέργειας που μετασχηματίζει, αυτής που «λειτουργεί» στον κινητήρα του και το κάνει να κινείται ώστε να διασφαλίζει το μετασχηματισμό της σε ενέργεια Β – μια μηχανή ισχύος ή μια μηχανή βίας, με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε για ατμομηχανή ή για βενζινομηχανή.

Να πούμε μία λέξη εδώ για την ατμομηχανή. Ο Καρνό το είχε δει καθαρά όταν μιλούσε όχι για ατμομηχανή, αλλά για μηχανή καύσης (ή μάλλον για «μηχανές καύσης»). Διότι η ενέργεια Α, αυτή που συνιστά τον «κινητήρα» των μετέπειτα μετασχηματισμών, είναι η καύση, η θερμότητα, η «θερμική» ενέργεια, και όχι ο ατμός. Είναι η θερμότητα που, μετασχηματίζοντας το νερό σε ατμό, και χρησιμοποιώντας την κινητική ενέργεια του ατμού, θέτει σε κίνηση το έμβολο, που κάνει τη μηχανή να κινείται. Από την κινητική ενέργεια των αερίων στην κίνηση του εμβόλου, δεν υπάρχει, για να μιλήσουμε με ακρίβεια, αλλαγή τάξεως, είναι μία μόνο ενέργεια, η κινητική ενέργεια, που αλλάζει απλά μορφή. Αντιθέτως, είναι μεταξύ του κάρβουνου σε στατική κατάσταση και του κάρβουνου στη φωτιά που παράγεται το άλμα και η αλλαγή ενέργειας.

Ας θυμηθούμε το κείμενο του Μαρξ που αναφέραμε σχετικά με τη μηχανή. Ο Μαρξ ενδιαφερόταν σχεδόν αποκλειστικά για την εργαλειομηχανή και άρα για τα τελευταία στάδια του ενεργειακού μετασχηματισμού: ειδικότερα, ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τους μετασχηματισμούς της κίνησης, την κινητική ενέργεια, που παρατηρείται στο τέλος της διαδικασίας, τη στιγμή που η κίνηση μεταδίδεται στα εργαλεία, τα οποία έτσι πολλαπλασιάζουν τα χέρια του ανθρώπου εντός της εργαλειομηχανής. Και, πράγματι, ο Μαρξ δεν ενδιαφερόταν για τον ίδιο τον κινητήρα, λέγοντας «παράγει ο ίδιος την κινητήρια δύναμή του» (!), σημειώνοντας ότι ήταν αδιάφορο αν η ενέργεια του κινητήρα ήταν «εξωτερική» (είτε φυσική, είτε ανθρώπινη) στη μηχανή ή αν ήταν «εσωτερική». Ένας άνθρωπος ακριβώς όπως και μία υδατόπτωση δεν κινούν την εργαλειομηχανή παρά από έξω. Όταν ο κινητήρας είναι «εσωτερικός», όπως στην περίπτωση της ατμομηχανής, τα πράγματα δεν αλλάζουν καθεστώς για τον Μαρξ. Δεν αναρωτιέται τι συμβαίνει σ’ αυτόν εδώ τον κινητήρα και γράφει απλά, και όχι χωρίς λόγο, ότι, από τη σκοπιά της τεχνολογίας της παραγωγής, δεν είναι η ατμομηχανή που επαναστατικοποίησε την παραγωγή αλλά η εργαλειομηχανή. Το ζήτημα όμως δεν είναι εδώ.

Διότι αυτό που δεν ενδιέφερε τον Μαρξ στην περίπτωση της εργαλειομηχανής, τον ενδιέφερε ίσως (;) στην περίπτωση της μηχανής-κράτος, μολονότι είναι αληθοφανές ότι ο Μαρξ, παρότι είχε καλούς λόγους, δεν ήταν ενήμερος σχετικά με τη συσχέτιση που πραγματοποιούσε και δεν είχε συνείδηση γι’ αυτήν.

Στην περίπτωση της μηχανής-κράτος, εάν αυτή είναι μια μηχανή εξουσίας, είναι επειδή μετασχηματίζει σε ενέργεια-Εξουσία μια άλλη προϋπάρχουσα ενέργεια, την ενέργεια-Ισχύ ή την ενέργεια-Βία. Ποια είναι λοιπόν αυτή η ενέργεια Α, που καταδεικνύουμε εδώ ως Ισχύς ή Βία; Πολύ απλά είναι η ισχύς ή η βία της πάλης των τάξεων, η Ισχύς ή η Βία, που «δεν έχει ακόμη» μετασχηματιστεί σε Εξουσία, που δεν έχει μετασχηματιστεί σε νόμους και δίκαιο.

Να σημειώσουμε αμέσως, ώστε να αποφύγουμε εδώ κάθε πειρασμό επίκλησης μεταφυσικών Δυνάμεων (την αγαπημένη στον Σοπενάουερ «Βούληση», ή τη «Βούληση για δύναμη», η οποία στον Νίτσε έχει ένα τελείως διαφορετικό νόημα απ’ αυτό που μας απασχολεί κλπ.), ότι Ισχύς και Βία δεν είναι απόλυτες έννοιες, αλλά σχετικές, ότι η Ισχύς υποδεικνύει την Ισχύ του πιο ισχυρού και η Βία αυτή του πιο βίαιου, και ότι Ισχύς και Βία σκιαγραφούν άρα μία συγκρουσιακή διαφορά, όπου, εντός της διαφοράς και της σύγκρουσης, είναι ο πιο δυνατός που αναπαριστά την Ισχύ, που είναι άρα η Ισχύς, και ο πιο βίαιος που αναπαριστά τη Βία, που είναι άρα η Βία. Σ’ ένα στημένο απ’ αυτούς θέατρο, ορισμένοι θέλουν να βλέπουν την καθαρή και μόνη Ισχύ, την καθαρή και μόνη Βία, παράγοντας αποτελέσματα θαυμασμού που τους βολεύουν. Εμείς όμως μιλάμε εδώ για κάτι τελείως διαφορετικό: μιλάμε για την πάλη των τάξεων, όπου μία τάξη δεν είναι δυνατή ή βίαιη παρά επειδή είναι κυρίαρχη, και άρα ασκεί τη δύναμη και τη βία της πάνω σε μια άλλη τάξη (που από τη μεριά της είναι και αυτή μια δύναμη) και την οποία οφείλει να κρατήσει σε υποταγή εντός μιας αδιάκοπης πάλης, προκειμένου να έχει το πάνω χέρι. Το σχετικά σταθερό αποτέλεσμα (και αναπαραγόμενο στη σταθερότητά του από το κράτος) αυτής της αντιπαράθεσης δυνάμεων (διότι συσχετισμός δυνάμεων είναι μια λογιστική και στατική έννοια) βρίσκεται ακριβώς στο ότι αυτό που μετράει είναι το δυναμικό πλεόνασμα ισχύος που διατηρεί εντός της πάλης των τάξεων η κυρίαρχη τάξη, και είναι αυτό το πλεόνασμα συγκρουσιακής ισχύος, πραγματικό ή δυνητικό, που συγκροτεί την ενέργεια Α, η οποία θα μετασχηματισθεί σε εξουσία από τη μηχανή του κράτους: θα μετασχηματισθεί σε δίκαιο, σε νόμους, και σε νόρμες.

Ακριβώς όπως ο Μαρξ μπόρεσε να πει ότι «στο ρούχο ο ράφτης έχει εξαφανιστεί» (αυτός και όλη η ενέργεια που δαπάνησε για να το κόψει και να το ράψει), έτσι και ολόκληρος ο πίσω κόσμος της αντιπαράθεσης ισχύος και βίας, των χειρότερων βιαιοτήτων της πάλης των τάξεων έχουν εξαφανιστεί, προς χάριν του ενός και μοναδικού αποτελέσματος, της δύναμης της κυρίαρχης τάξης, η οποία δεν παρουσιάζεται καν ως αυτό που είναι: το πλεόνασμα της δικής της ισχύος πάνω στην ισχύ των κυριαρχούμενων τάξεων, αλλά ως σκέτη Ισχύς (Force tout court). Και είναι αυτή η Ισχύς, αυτή η Βία που μετασχηματίζεται σε εξουσία από τη μηχανή του κράτους.

Καταλαβαίνουμε τότε υπό ποιο νέο νόημα το κράτος είναι μια «διαχωρισμένη» μηχανή. Διότι πράγματι η ταξική κυριαρχία επικυρώνεται εντός και δια του κράτους από το ότι μόνο η Ισχύς της κυρίαρχης τάξης εισέρχεται και αναγνωρίζεται στο κράτος – και, επιπλέον, αυτή είναι ο μόνος «κινητήρας» του κράτους, η μόνη ενέργεια που εισέρχεται και μετασχηματίζεται σε εξουσία, σε δίκαιο, σε νόμους, σε νόρμες. Ναι, μόνο η Ισχύς της κυρίαρχης τάξης μπαίνει στο κράτος και αναγνωρίζεται από αυτό, καθώς και μέσω αυτού του βίαιου «διαχωρισμού» που κάνει αυτή την είσοδο στο κράτος να είναι ταυτόχρονα η ριζική απόρριψη και η άρνηση της πάλης των τάξεων από την οποία παρόλα αυτά προέρχεται, ως το αποτέλεσμα, και επίσης, θα λέγαμε, ως ο όρος της. Ότι κάθε κράτος είναι συγκροτημένο για να υποβαστάζει αυτή την απόλυτη και βίαιη απόρριψη, ότι το σώμα του είναι φτιαγμένο «γι’ αυτό» το επισημάναμε ήδη αρκετά, περιγραφικά όμως, μόνο τώρα λοιπόν μαθαίνουμε τους θεωρητικούς λόγους αυτών των αποτελεσμάτων που αποκεντρώνουν αλλά παρόλα αυτά διατηρούν την προσοχή.

Και δεν είναι απλά στο σώμα του όπου το κράτος είναι φτιαγμένο για να απορρίπτει αυτόν τον «πίσω κόσμο» της πάλης των τάξεων από τον οποίο και μόνο προκύπτει, για να απωθήσει αναγκαία όλα τα υπόλοιπα: είναι φτιαγμένο έτσι επίσης και στην ιδεολογία που επαγγέλλεται, μια ιδεολογία η οποία υπό χίλιες μορφές, αρνείται την ύπαρξη της πάλης των τάξεων, αρνείται τη λειτουργία της ταξικής φύσης του κράτους, για να προπαγανδίσει από το πεπεισμένο στόμα των υπαλλήλων του (ή των πολιτικών του κομμάτων που έχουν συμφέρον ή που ζουν στη συνενοχή αυτής της ψευδαίσθησης) την κατήχηση των αρετών της «δημόσιας υπηρεσίας», του κράτους των δημοσίων υπηρεσιών, υπό το πρόσχημα ότι εξασφαλίζει το ταχυδρομείο, το σιδηρόδρομο, τα νοσοκομεία, ή τα περίπτερα (tabac)! Έχουμε εδώ μια τεράστια επιχείρηση ακύρωσης, αμνησίας και πολιτικών απωθήσεων. Είναι αυτή η επιχείρηση που σφραγίζει και εξασφαλίζει τον «διαχωρισμό» του κράτους, τον οποίο η κυρίαρχη τάξη έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη, όχι μόνο στην ιδεολογία της, αλλά μέχρι και στην πρακτική της για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή της ηγεμονίας της. Οι λόγοι για τους οποίους μόνο η Ισχύς (= πλεόνασμα Ισχύος) και η Βία (= πλεόνασμα Βίας) αναπαρίστανται και μετασχηματίζονται από το κράτος σε εξουσία, για τους οποίους εν ολίγοις μόνο η κυρίαρχη τάξη έχει πρόσβαση στο κράτος για να μετασχηματίσει τη δική της ισχύ σε εξουσία· αυτοί οι λόγοι είναι ταξικοί λόγοι που καλύπτονται από τον εμπαιγμό – δυστυχώς αποτελεσματικό – της ιδεολογίας των «δημόσιων υπηρεσιών», και είναι τόσο έντονα δεμένοι με την ίδια τη φύση του σώματος του κράτους που μπορούν, παρά την καθαρότητα τους, να παραμείνουν «μυστικοί» όπως το λέει ο Μαρξ, και «κρυμμένοι» κάτω από όλο το κοινωνικό οικοδόμημα. Πρόκειται για έναν «φετιχισμό» τον οποίο ο Μαρξ, όλως τυχαίως, δεν κατέδειξε!


1 Μετάφραση από το κείμενο «Marx dans ses limites», L. Althusser, Ecrits Philosophiques et Politiques, Tome 1, STOCK/IMEC, σ. 443-453 και 475-482.

2 CRS. Γαλλικά ΜΑΤ (ΣτΜ).

3 PTT. Γαλλική υπηρεσία ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών. Έχει καταργηθεί από το 1991 (ΣτΜ).

4 SNCF. Γαλλικοί σιδηρόδρομοι (ΣτΜ).

5 Πρόκειται για ένα δύσκολο μεταφραστικά σημείο αφού ο Αλτουσέρ αντιπαραθέτει «machine» και «appareil» με «mecanisme». Προτιμήσαμε αντί να αλλάξουμε την καθιερωμένη μετάφραση του appareil ως μηχανισμού, να μεταφράσουμε το mecanisme ως «μηχανικισμό», αφού αυτό που θέλει να αποκλείσει ο Αλτουσέρ εδώ είναι την ιδέα ότι το κράτος δρα σύμφωνα με μία ορισμένη φιλοσοφία, ή και ιδεολογία, «οργανιστική» ή «μηχανιστική» (ΣτΜ).

6 Nicolas Léonard Sadi Carnot (1796-1832), Γάλλος μαθηματικός και μηχανικός, το έργο στο οποίο αναφέρεται ο Αλτουσέρ είναι το Réflexions sur la puissance motrice du feu et sur les machines propres à développer cette puissance (Paris, 1824) (ΣτΜ).

7 Charles Babbage (1791-1871): Άγγλος μαθηματικός, μηχανικός και εφευρέτης, έγραψε το έργο On the Economy of Machinery and Manufactures (1835) στο οποίο αναφέρεται συχνά ο Μαρξ στο Κεφάλαιο. (ΣτΜ).

8 Babbage, On the Economy of Machinery, London 1832, σ. 136. Όπως αναφέρεται από το Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τομ . 1, Σύγχρονη Εποχή, 2002, σ. 391.

9 Μαρξ, Το Κεφάλαιο, όπ. π., σ. 388 (μτφ. ελαφρώς αλλαγμένη).

10 Cour de comptes: ανώτατο δικαστικό όργανο του γαλλικού κράτους, με ευθύνη τoν έλεγχο της αξιοπιστίας των δημόσιων λογαριασμών (ΣτΜ).


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 35ο έτος (1982-2017), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή