Σημείωση για τη μη αναγνωρισμένη «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου». Ταξικές παράμετροι Εκτύπωση
Τεύχος 114, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2011


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΗ

«ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΒΟΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ».

ΤΑΞΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ

του Νίκου Τριμικλινιώτη


1. Εισαγωγή: Η ανεπαρκής θεώρηση για τους τουρκοκυπριακούς θεσμούς

Το κείμενο αυτό επιχειρεί να εμβαθύνει στην κατανόηση του τουρκοκυπριακού (τ/κ) κοινωνικοπολιτικού σχηματισμού σήμερα,1 αναπτύσσοντας περεταίρω τους προβληματισμούς που έθεσα αλλού (βλ. Τριμικλινιώτης 2004α), σε σχέση με τη μονομερή ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ) το 1983 και τις ανατροπές στους συσχετισμούς δύναμης στο πολιτικό σκηνικό στο μη αναγνωρισμένο κράτος, μετά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις των Τουρκοκυπρίων (2000-2004). Οι συντελούμενες μεταβολές είναι σημαντικές για την κατανόηση των προοπτικών επίλυσης του Κυπριακού και της διαλεκτικής της λύσης/μη λύσης.

Η άποψη ότι οι Τουρκοκύπριοι (Τ/Κ) ουσιαστικά «δεν υφίστανται ως κοινότητα», κι ότι αποτελούν απλά «προέκταση ή υποχείριο της Άγκυρας», είτε οι ίδιοι το θέλουν είτε όχι, είναι ευρέως διαδομένη στο ελληνικό και ε/κυπριακό κοινό. Η στάση του Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος αρνείτο επίμονα να συναντηθεί με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ με το δικαιολογητικό ότι είναι άσκοπο γιατί η Άγκυρα αποφασίζει, είναι ενδεικτική της αντίληψης αυτής. Παρόμοια στάση τηρούν και τα «γεράκια της ελληνοκυπριακής (ε/κ) πολιτικής».2 Παρεμπιπτόντως, οι απόψεις αυτές ταυτίζονται πλήρως με τις θέσεις Denktaş και των Τ/Κ ακροδεξιών που επιμένουν ότι οι Τ/Κ είναι και πρέπει να παραμείνουν προέκταση της Άγκυρας. Τέτοιες απόψεις φαίνεται να επιβεβαιώνουν την παρατήρηση του Landau ότι μια εξτρεμιστική εθνικιστική ιδεολογία έχει σαν αναγκαίο στήριγμα κι ενισχύεται από το επιχείρημα ότι στην «άλλη πλευρά» υπάρχει το αντίστοιχο μοχθηρό της κάτοπτρο.3

Ασφαλώς, έχω επίγνωση και της αντίθετης παγίδας: Στην προσπάθεια να καταρρίψουμε ένα ιδεολόγημα που ουσιαστικά οδηγεί στην αδράνεια κι εξουδετερώνει κάθε προοπτική και δυνατότητα δράσης από τους Κυπρίους, συγκεκριμένα από τους Τ/Κ, να «λυγίσουμε υπερβολικά το ραβδί από την άλλη μεριά» αντικαθιστώντας το με ένα άλλο θεώρημα-ιδεολόγημα απαλείφοντας τον ρόλο της Τουρκίας στην ΤΔΒΚ.

2. Ιδεολογήματα απόλυτης εξάρτησης κι αναλλοίωτης τουρκικής πολιτικής

Είναι φανερό πλέον ότι από ε/κ πλευράς υπήρξε υποτίμηση της αυτόνομης βούλησης των Τ/Κ. Αυτό ήταν έκδηλο στην υποτίμηση και στρεβλωτική προσέγγιση της κορυφαίας στιγμής για τους Τ/Κ: τις μαζικές τους κινητοποιήσεις κατά την περίοδο 2000-2004.4 Ασφαλώς, με αυτά δεν υπονοώ ότι οι δύο κοινότητες βρίσκονται στην ίδια θέση. Οι Ε/Κ μπορούν σχεδόν εντελώς αυτόνομα να αποφασίσουν. Έχοντας υπό τον έλεγχό τους αναγνωρισμένο κράτος, δεν βρίσκονται στη δύσκολη θέση που βρίσκονται οι Τ/Κ με την παρουσία 35 χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών και χιλιάδων εποίκων, ούτε είναι οικονομικά εξαρτώμενοι από άλλη χώρα για να καλύψουν το δημόσιο έλλειμμα κάθε χρόνο. Παρά ταύτα υπάρχει χώρος για αυτόνομη δράση από τους Τ/Κ. Εξάλλου, η υποτίμηση της όποιας τ/κ πολιτικής αυθεντικότητας σχετίζεται με τη βασική ιδέα που είναι διάχυτη ανάμεσα στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία, ότι, σε αντίθεση με την ε/κ κοινότητα που απέκτησε «εθνική συνείδηση» με οργανωτική βάση και κέντρα εξουσίας τουλάχιστον στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Τ/Κ δεν είχαν καμία «εθνική συνείδηση» πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόσφατες μελέτες μας έδειξαν ότι είναι απλοϊκή αυτή η προσέγγιση γιατί δεν λαμβάνει υπόψη «τον πολιτικό μετασχηματισμό που υπέστηκε η τ/κ κοινότητα στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα», αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως το «πρώτο κύμα του εθνικισμού».5

Ακόμα και αν ακολουθήσουμε τη λογική του ΕΔΑΔ ότι η ΤΔΒΚ είναι «υποτελής διοίκηση» όπου τον αποτελεσματικό έλεγχο ασκεί η Τουρκία με τα στρατεύματα της,6 και η οποία στερείται νομιμότητας και διεθνούς αναγνώρισης, η θεώρηση του βαθμού και της ποιότητας της αυτονομίας του καθεστώτος από την Τουρκία και η δυνατότητα να εκφραστούν μέσα και έξω από τις δομές αυτού του καθεστώτος η αυθεντική πολιτική βούληση των Τ/Κ αποτελεί ζήτημα νευραλγικής σημασίας για να κατανοήσουμε τις δυναμικές της λαϊκής εντολής και στήριξης της επίλυσης του Κυπριακού ή διαιώνισης του διχοτομικού στάτους κβο.

Υπάρχουν πολλές και διάφορες εκδοχές αυτής της θεώρησης, από «Αριστερές» ή «αντιιμπεριαλιστικές» μέχρι ακροδεξιές εκδοχές βασικά εθνικιστικών θεωρήσεων. Αυτές οι αντιλήψεις περί Τουρκίας και ΤΔΒΚ, που είναι ευρέως διαδεδομένες στην ε/κ και ελληνική διανόηση, τις πολιτικές ελίτ και ΜΜΕ είναι επιφανειακές και βασίζονται σε αποσπασματικές και συμπτωματικές αναλύσεις, που ουδέποτε μπόρεσαν να διεισδύσουν σε βάθος και να βοηθήσουν στην ερμηνεία της τουρκικής πολιτείας και της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό, καθώς και της σχετικής αυτονομίας των τ/κ πολιτικών πραγμάτων. Γι’ αυτό και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι προσεγγίσεις αυτές λειτουργούν ως ιδεολογικό παραπέτασμα το οποίο δεν αφήνει να ιδωθούν διαφορετικές τάσεις, προτεραιότητες, και ρήγματα. Όσο ισχυρή κι αν είναι μια δύναμη, ακόμα και η πιο δικτατορική, απαιτεί συνεχή νομιμοποίηση. Ευρύτερα, φαίνεται να αγνοείται, ή τουλάχιστον να υποβαθμίζεται, η αυτόνομη κι αυθεντική βούληση των Τ/Κ, οι οποίοι παρουσιάζονται είτε ως άβουλα θύματα, είτε απλώς ως υποχείρια του δίδυμου Denktaş–Άγκυρας. Επιπλέον, επικρατούν μηχανιστικές αντιλήψεις γύρω από το ρόλο του κράτους, του καθεστώτος στη ΤΔΒΚ, και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε οι ενδογενείς και εξωγενείς αλλαγές και επιδράσεις, ούτε η σχετική αυτονομία της πολιτικής και ιδεολογίας, ακόμα και σε συνθήκες ενός κοσμικού αυταρχικού κράτους, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «στρατιωτική κοινωνία»7 ή «στρατιωτική δημοκρατία»8 όπως η Τουρκία.9

3. Προς μια θεώρηση της ΤΔΒΚ ως κρατικής οντότητας

Η κρατική οντότητα, είτε είναι αναγνωρισμένη, είτε μη αναγνωρισμένη, δεν μπορεί να ταυτίζεται άκριτα κι αυτόματα με μια κοινωνία. Ούτε και μπορεί να αγνοείται, είτε σαν να μην υπάρχει, είτε γιατί θεωρείται παράνομη. Το αποτέλεσμα είναι η ανεπάρκεια στη θεώρηση και η αδυναμία κατανόησης της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, μέσα από νομικίστικες προσεγγίσεις. Αυτό συμβαίνει με τις δομές των Τ/Κ που αγνοούνται παντελώς από φόβο μήπως έστω και εμμέσως αναγνωριστεί η ΤΔΒΚ. Η ουσία είναι ότι στην ΤΔΒΚ ασκείται κρατική εξουσία μέσα από την οποία εκφράζονται συγκεκριμένα συμφέροντα.

Ανεξάρτητα λοιπόν από το νομοτυπικό ζήτημα της αναγνώρισης, τι είναι η ΤΔΒΚ ως κρατική οντότητα; Τι μορφή και δομή έχει ως κρατικό μόρφωμα; Πόσο εκφράζει τα συμφέροντα της τοπικής ταξικής δομής της εξουσίας και πόσο τα συμφέροντα της Τουρκίας; Έχει συντελεστεί η ανάπτυξη μιας τ/κ αστικής τάξης ή μια συμμαχία τάξεων ή ταξικών ομάδων, ή τέλος πάντων μιας ελίτ που τείνει να μετατραπεί σε αστική τάξη, και ποια η σχέση της με το κρατικό μόρφωμα της ΤΔΒΚ και την Άγκυρα; Πόσο αυτόνομη είναι η ΤΔΒΚ από την Άγκυρα και πόσο έχουν οι δομές του κράτους δημιουργήσει δεδομένα στην τ/κ κοινότητα και κοινωνία που επηρεάζουν τις σχέσεις των Τ/Κ με τους Ε/Κ, ιδίως αναφορικά με τις προοπτικές επανένωσης;

Αυτά τα ζητήματα δεν έχουν γίνει μέχρι σήμερα αντικείμενο έρευνας, τουλάχιστον από ό,τι γνωρίζουμε από την αγγλόγλωσση κι ελληνόγλωσση βιβλιογραφία.10 Οι εργασίες στα συλλογικά και ατομικά βιβλία του Clement Dodd (1993, 1999, 2000) χαρακτηρίζονται είτε από απολογητικού τύπου προσεγγίσεις, είτε από τις τυποποιημένες επίσημες τοποθετήσεις. Οι δε ε/κ (κι οι ελληνικές) προσεγγίσεις (βλ. Ιωαννίδης 1995, Γεννάρης, 2000) δεν μπορούν να προχωρήσουν πέραν της καταδίκης της ΤΔΒΚ στην ουσιαστική αναλυτική θεώρηση. Με δεδομένη την απουσία βιβλιογραφίας, τα κείμενα αυτά, όπως κι άλλα, αποτελούν χρήσιμες πηγές πληροφόρησης για άντληση στοιχείων για περεταίρω ανάλυση αλλά και ως καταγραφή των κυρίαρχων ιδεολογικών προσεγγίσεων, και ας έχουν λίγο μόνο ενδιαφέρον από επιστημονική άποψη.

Στο πλαίσιο των προσεγγίσεων αυτών διατυπώνεται η άποψη η οποία, όχι εντελώς αυθαίρετα, μιλά για «κυριαρχία των στρατιωτικών» κι αναφέρεται στην τ/κ κοινωνία σαν να έχει «στρατιωτικό χαρακτήρα», εξ ου και οι αναφορές στην «πλήρη εξάρτηση από την Τουρκία». Η όλη πολιτική διαδικασία, οι πολιτικοί θεσμοί, τα πολιτικά κόμματα, οι εκλογικοί ανταγωνισμοί, η άνοδος στην εξουσία του ενός ή του άλλου κόμματος, οι πολιτικές προσωπικότητες, όλα αυτά δεν αποτελούν παρά «ένα μέρος του πολιτικού σκηνικού που ελέγχεται και διευθύνεται από την Άγκυρα» (Ιωαννίδης 1996: 219-220). Έποικοι και Τ/Κ χαρακτηρίζονται σαν «ένα πολιτικό αμάλγαμα» (Ιωαννίδης 1996: 221). Ο Κώστας Γεννάρης (2000: 353) αναφέρεται στον «απόλυτο έλεγχο», ενώ σε πρόσφατο ντοκιμαντέρ του, που φαίνεται να έχει μια πιο ανοικτή προσέγγιση του ζητήματος, αναφέρεται στους Τ/Κ ως «άλλους εγκλωβισμένους».11

Οι προβληματικές θεωρήσεις περί της μη αυτόνομης βούλησης των Τ/Κ σχετίζονται με τη φοβία γύρω από την ίδια την ύπαρξη της ΤΔΒΚ. Η λογική ότι «δεν αναγνωρίζεται, είναι παράνομη, άρα δεν παράγει οποιεσδήποτε νομικές συνέπειες» αποτελεί ένα ιδεολογικό παραπέτασμα σχεδόν απροσπέλαστο που καθιστά αδύνατη την προσέγγιση της συγκεκριμένης δομής εξουσίας. Αντί να παρακαμφθεί ο νομικισμός και να ανοίξει ο χώρος για να ξανασκεφτούμε τον παραλογισμό του φόβου της αναγνώρισης μέσα από την κοινή δράση των Κυπρίων, όπως υποσχόταν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, ή όπως προτεινόταν προ της ένταξης στην ΕΕ,12 έγινε το αντίθετο.

Η οικονομική, πολιτική, και στρατιωτική εξάρτηση της ΤΔΒΚ από την Τουρκία είναι αδιαμφισβήτητη με την πρώτη ματιά στα μετρήσιμα μεγέθη. Ωστόσο αυτά δεν αναιρούν τη δυνατότητα μιας αυτόνομης πολιτικής κουλτούρας, συνείδησης, δράσης και βούλησης. Απλώς οι ιδιομορφίες του καθεστώτος εξαίρεσης της ΤΔΒΚ θέτουν ορισμένα όρια και φραγμούς στην αυτονομία των Τ/Κ που δεν ισχύουν σε τέτοιο βαθμό ή ένταση στις συνήθεις περιπτώσεις κρατικών οντοτήτων. Το ιστορικό της δημιουργίας της ΤΔΒΚ το 1983 απεικονίζεται συνήθως ως συνέχιση απλώς της μακροπρόθεσμης τουρκικής πολιτικής κι όχι ως μια συγκεκριμένη κίνηση μιας ιστορικής στιγμής. Η ερμηνεία ότι η ΤΔΒΚ ήταν ουσιαστικά αποτέλεσμα εκβιασμού από τον Rauf Denktaş (και της μερίδας που εκπροσωπεί), ο οποίος άδραξε την ευκαιρία για να «επιβάλει» νέα δεδομένα στο Κυπριακό, είναι μια θεώρηση που έχει ισχυρή απήχηση ανάμεσα σε Τ/Κ και Τούρκους μελετητές, πράγμα που σχεδόν αγνοείται, ή τέλος πάντων δεν είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους Ε/Κ και Ελλαδίτες μελετητές, με μόνη εξαίρεση το βιβλίο της Αναγνωστοπούλου (2004). Η πλήρης ταύτιση Denktaş-Άγκυρας είναι το αγαπημένο σενάριο της συνομωσιολογικής λογικής που επικρατεί. Μεμονωμένα υπάρχουν αναφορές στην «αυτονομία του Τ/Κ καθεστώτος»13 που ψηλαφούν τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις ανάμεσα στους Τ/Κ.14

Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η κατάσταση που προέκυψε με τη δύναμη των όπλων μετά το 1974 δημιούργησε νέα δεδομένα, τα οποία η Άγκυρα δεν θα ήθελε να ανατραπούν, όχι τουλάχιστον χωρίς ανάλογα ανταλλάγματα. Ωστόσο, δημιουργήθηκε μία μυθοποιημένη φιλολογία γύρω από τη «δεινή τουρκική διπλωματία», τις «πάγιες τουρκικές θέσεις», τις «επεκτατικές βλέψεις της Άγκυρας» και το «στρατιωτικό βαθύ κράτος» που όχι μόνο εμπόδισε στο να κατανοήσουμε έγκαιρα ότι η Άγκυρα τελικά θα δεχόταν το σχέδιο Ανάν,15 αλλά εξακολουθεί να εμποδίζει την ορθολογική κι αντικειμενική ανάλυση του τι ακριβώς συντελείται σήμερα στην Τουρκία και την ΤΔΒΚ.

3. Οι Τ/Κ και οι δομές της ΤΔΒΚ: Αμφίσημες κι αντιφατικές σχέσεις

Αρχή της αναλυτικής προσέγγισης των δομών της ΤΔΒΚ είναι η θεώρηση των δεδομένων που καθορίζονται από την κατοχή, τη διατήρηση και διαιώνιση της κρατικής εξουσίας από συγκεκριμένη κοινωνική τάξη ή από μια συμμαχία τάξεων ή ταξικών ομάδων στα συγκεκριμένα δεδομένα της χώρας ανάλυσης.16 Αυτό απαιτεί να έχουμε σαφή εικόνα της μορφής και του χαρακτήρα του κοινωνικού σχηματισμού και τις αντιπαλότητες που υπάρχουν. Ενώ παλαιότερες, και κατά καιρούς κυρίαρχες, εκδοχές της μαρξιστικής σκέψης θεωρούσαν την αστική τάξη ανίκανη να αντικαταστήσει, μέσα από μια πραγματική συγκυρία ρήξης, μια μορφή κράτους όπως είναι η δικτατορία, σε μια άλλη, όπως είναι η αστική δημοκρατία, οι εμπειρίες της μετάβασης της Πορτογαλίας και της Ελλάδας έδειξαν το αντίθετο (Πουλαντζάς 2006/1975: 59-60).

Στην Τουρκία παρατηρούμε μια παρόμοια ρήξη με αυτή της Πορτογαλίας και της Ελλάδας εντός κι εκτός της ιδιότυπης αστικής Δημοκρατίας της Τουρκίας, της οποίας ο πιο ισχυρός εκφραστής και θεμελιωτής υπήρξε ο στρατός. Ωστόσο, αυτό απαιτεί, όπως αναλύσαμε πιο πάνω, να εξετάσουμε πιο προσεκτικά το σημαντικό, αλλά προφανώς μεταβαλλόμενο ρόλο του στρατού στην Τουρκία από την εποχή του Κεμάλ μέχρι σήμερα. Τα συγκεκριμένα δεδομένα της Τουρκίας παρουσιάζουν συγκρίσιμα στοιχεία με τα πιο πάνω παραδείγματα, αλλά και ουσιαστικές διαφορές του ιστορικού και δομικού πλαισίου. Με τον ίδιο τρόπο, τα πολιτικά πράγματα και ο κοινωνικός/ταξικός συσχετισμός δύναμης στην ΤΔΒΚ δεν μπορεί να αντικρίζεται με στατικό και τυποποιημένο τρόπο.

Σίγουρα πρόκειται για «καθεστώς εξαίρεσης», ωστόσο, αυτό δεν μας λέει και πολλά για την κανονικοποίηση της εξαίρεσης, εφόσον η Κύπρος ήταν από ανέκαθεν μια «μόνιμη εξαίρεση».17 Οφείλουμε να εμβαθύνουμε στις δομές της ΤΔΒΚ και να αναλύσουμε τους όρους συγκρότησης του κοινωνικού σχηματισμού, πράγμα που ξεφεύγει από τον περιορισμένο χώρο της παρούσας μελέτης. Για μια ολοκληρωμένη μελέτη οφείλουμε να εξετάσουμε τις δομές της ΤΔΒΚ ως του υπαρκτού αλλά μη αναγνωρισμένου κρατικού μορφώματος στο βορρά, το οποίο παράγει πολιτικοκοινωνικά αποτελέσματα, ακόμα και νομικά αποτελέσματα. Μπορεί το ΕΔΑΔ να θεωρεί την ΤΔΒΚ υποτελή διοίκηση, ωστόσο, αυτή ασκεί de facto εξουσία και παράγει όλα τα αποτελέσματα άλλων κρατών, δεν είναι απλώς ένα διοικητικό σύστημα που κυβερνάται αποκλειστικά από στρατιωτική δύναμη. Αντιθέτως σε μεγάλο βαθμό, όπως άλλα σύγχρονα κράτη και νομικά συστήματα, η ΤΔΒΚ έχει δύο διαστάσεις (two-tiered) όπου κυβερνητικές και μετρήσιμες λειτουργίες είναι σε συνεχή και εξελισσόμενη σύγκρουση με μη άμεσα ορατές μορφές της κυρίαρχης εξουσίας.18

4. Οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις

Η παραδοσιακή προσέγγιση ότι η οικονομία της ΤΔΒΚ δεν είναι παρά εξάρτημα της Τουρκίας σίγουρα είχε πιο ισχυρά ερείσματα αμέσως μετά την εισβολή. Τα στοιχεία που παραθέτει ο Γεννάρης (2000: 361-362), τα οποία χρονολογούνται από το 1978 ως το 1988, δίνουν μια πρώτη, ελλιπή μεν αλλά αρκετά παραστατική, εικόνα της κατάστασης αυτής της κρίσιμης δεκαετίας ως προς την ιδιοκτησία και τα πρότυπα που εισήχθησαν από την Τουρκία. Δημόσιες εταιρείες που ίδρυσε ο Denktaş ελέγχουν τουλάχιστον τη μισή οικονομία. Ωστόσο, δεν παρουσιάζεται καμιά δυναμική προσέγγιση του συγγραφέα ούτε και υπάρχουν στοιχεία έστω στοιχειώδους ταξικής ανάλυσης. Τα ίδια ισχύουν και για τις απόψεις του Ιωαννίδη (1995).

Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις οικονομικές διαστάσεις της ραγδαίας ανάπτυξης της βόρειας Κύπρου, ιδίως μετά το 2003. Παράγονται κοινωνικά και πολιτικά αποτελέσματα από την ανάπτυξη αυτή, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις, προς την παγίωση της διχοτόμησης και των συμφερόντων που θέλουν διαιώνιση της κατάστασης, αν δεν κινηθεί η πορεία της λύσης. Τουρκοκυπριακές πηγές δείχνουν ότι η τ/κ οικονομία σημείωσε θετική μακροχρόνια μεγέθυνση (1977-2002) που, κατά μέσο όρο, μετρήθηκε σε 3,6% το χρόνο (Μάτσης 2005)19 και η οποία οδήγησε σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Τ/Κ. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε στους δευτερογενείς τομείς που σημείωσαν ψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, ενώ αντίθετα οι τριτογενείς τομείς της οικονομίας παρουσίασαν ανάμεικτα αποτελέσματα:

  • Ο τουρισμός σημείωσε μικρή ανάπτυξη, παρόλο που οι εισπράξεις σε ξένο συνάλλαγμα, όπως τις παρουσιάζουν οι τ/κ αρχές δείχνουν να αποτελούν πολύ ψηλό ποσοστό του ΑΕΠ.

  • Η τριτοβάθμια εκπαίδευση είχε μεγάλη συνεισφορά στην ανάπτυξη αφού προσέλκυε χιλιάδες φοιτητές από την Τουρκία και άλλες χώρες. Σημειώθηκε ικανοποιητικός ρυθμός επενδύσεων αλλά παρουσιάζεται να είναι περιορισμένος σε εμβέλεια καθώς η επίδρασή του στην παραγωγικότητα ήταν πολύ περιορισμένη.

  • Η τ/κ οικονομία στηρίχθηκε στο δημόσιο τομέα που δαπανά ψηλό ποσοστό του ΑΕΠ και συντηρεί ένα ψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα.

  • Η πραγματική προωθητική δυναμική του δημοσιονομικού ελλείμματος ήταν πολύ μεγαλύτερη του μεγέθους του, αφού ένα μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ αποτελούσαν τα ποσά της τουρκικής κρατικής βοήθειας, από την οποία σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτείται το έλλειμμα.20

Ωστόσο, ο ρυθμός ανάπτυξης της τ/κ οικονομίας αυξήθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 2000: το 2002 ήταν 6,9%, το 2003 11,4%, το 2004 ξεπέρασε το 15%, το 2005 έπεσε στο 13,5%, το 2006 ήταν 13,2%. Αν δούμε το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν στη βόρεια Κύπρο παρατηρούμε ότι τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί και από τα 4.409.000 δολάρια που ήταν το 2002 έχει φθάσει σήμερα στα 14.047.000 δολάρια.21 Ο τουρισμός των κατεχομένων αποτελεί μια από τις ατμομηχανές της ανάπτυξης: ο αριθμός κλινών το 1974 ήταν μόλις 4.493, το 2002 ήταν 10.611, ενώ το 2007 ξεπέρασε τις 15.000 κλίνες.22 Η άλλη «ατμομηχανή» είναι, όπως είπαμε, ο εκπαιδευτικός τομέας, όπου οι φοιτητές στα πανεπιστήμια έχουν αυξηθεί από 24.000 που ήταν το 2002 στις 42.000 σήμερα,23 με στόχο σε λίγα χρόνια αυτός ο αριθμός να αυξηθεί στις 60.000. Τέλος, ο τεράστιος δημόσιος τομέας καλύπτει το 46% του εγχώριου προϊόντος24 και καθιστά την οικονομία και την πολιτική εξαρτημένη από την επιχορήγηση της Άγκυρας.25 Αυτά που δεν φαίνονται στα στοιχεία είναι η «άτυπη οικονομία» που φέρνει μεγάλα εισοδήματα λόγω των δεκάδων καζίνο, καμπαρέ, και άλλων δραστηριοτήτων της παραοικονομίας. Επίσης, ο μεγάλος αριθμός των μη εγγεγραμμένων μεταναστών κι εποίκων από την Τουρκία, η νεοφιλελεύθερη στροφή της ηγεσίας του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (CTP) υπό τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ή τουλάχιστον της πιο ενσωματωμένης μερίδας του κόμματος στην εξουσία, και η αντιπαράθεση με τα συνδικάτα δημιουργεί νέες κοινωνικές και πολιτικές ρήξεις. Στις 6.3.08 έγινε γενική απεργία, ενώ τα συνδικάτα των δασκάλων και καθηγητών είχαν ξεκινήσει κινητοποιήσεις και συμμαχίες με άλλες κοινωνικές δυνάμεις αρκετά πριν τις εκλογές της 19ης Απριλίου 2009, που ανέδειξαν στην κυβέρνηση τον Ντερβίς Έρογλου του συντηρητικού Κόμματος Εθνικής Ενότητας (UBP), με 44% των ψήφων (έναντι 29% του CTP).

Βέβαια, η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία κτύπησε έντονα την Τουρκία, έχει ήδη επηρεάσει αρνητικά την οικονομία του βορρά, με σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης από το 2008.

5. Ταξικές και κοινωνικές παράμετροι

του κοινωνικού σχηματισμού στη βόρεια Κύπρο

Πώς αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τις ταξικές και κοινωνικές παραμέτρους στη βόρεια Κύπρο; Το όλο πλαίσιο του πολιτικού, του οικονομικού, του «πληθυσμιακού» ή «δημογραφικού» ζητήματος, κι ευρύτερα του κοινωνικού ζητήματος οφείλει να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ιστορικής ανάλυσης του κοινωνικού σχηματισμού και της μορφής του κρατικού μορφώματος της ΤΔΒΚ. Τα γραφόμενα Τ/Κ μελετητών διαφέρουν ριζικά ως προς τις ταξικές παραμέτρους του τ/κ κοινωνικού σχηματισμού.

Οι πρόσφατες αναλύσεις περί δημογραφικών και μεταναστευτικών πραγμάτων του Mete Hatay26 είναι σημαντικές διότι προσφέρουν μια πλούσια και ενδελεχή τουρκόγλωσση κι αγγλόγλωσση βιβλιογραφία για τον τ/κ κοινωνικό σχηματισμό.27 Με στοιχεία από διάφορες δημογραφικές εκθέσεις, ο Hatay δείχνει ότι υπάρχει υπερβολή στην άποψη ότι με τη μετανάστευση από την Τουρκία αποδομήθηκε η τ/κ κοινωνία. Ωστόσο, σε μια θεωρητική ερμηνεία της προσέγγισής του, η ανάλυσή του ισοπεδώνει την ταξική σύγκρουση, δίνοντας μια εικόνα ενσωμάτωσης και «απορρόφησης» του συνόλου των Τ/Κ από την ΤΔΒΚ. Το θεωρητικό σχήμα που αναδύεται θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τις θεωρήσεις περί αστικοποίησης (embourgoisement), με τις ιδιοτυπίες που προκύπτουν λόγω του μικροσκοπικού μεγέθους της χώρας και του Κυπριακού προβλήματος, ενώ έχουν παρόμοιο σχήμα με το θεωρητικό πλαίσιο που ο Καίσαρ Μαυράτσας περιγράφει την ε/κ κοινωνία ως «πελατειακό νεοκορπορατισμό».28

Με βάση, λοιπόν, ένα ιδιότυπο σχήμα αστικοποίησης, λόγω του μικρού μεγέθους της τ/κ κοινότητας που βρίσκεται ανάμεσα στις ισχυρότερες δυνάμεις των Ε/Κ από την μια και της Τουρκίας από την άλλη, η τ/κ κοινότητα στο σύνολό της αποτελεί μια «εξαίρεση» που τροφοδοτείται από την οικονομική στήριξη της Τουρκίας, λόγω πολιτικού υπερκαθορισμού επί του οικονομικού από τα χρόνια που η Τουρκία στήριζε τους θύλακες. Αν εξετάσουμε το ζήτημα με βεμπερικούς όρους, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιότυπη «νομοκατεστημένη τάξη» με εθνο-φυλετική θεμελίωση,29 οι όροι ύπαρξης της οποίας υπερκαθορίζονται από πολιτικούς παράγοντες στο γεωπολιτικό πλαίσιο μιας συνοριακής κοινωνίας με εθνοτική σύγκρουση. Με Πουλαντζικούς όρους30 έχουμε μια «μη παραγωγική τάξη», της οποίας οι συνθήκες ύπαρξης στηρίζονται στην αναπαραγωγή και προαγωγή μιας εθνοτικής ιδεολογίας στο σύνολο των Τ/Κ που γραφειοκρατικοποιείται από τον ιστορικό-πολιτικό σχηματισμό της μη αναγνωρισμένης ΤΔΒΚ: σκοπός είναι η καριέρα, η ανέλιξη και το ευκαιριακό κέρδος, αν είναι διαθέσιμο.

Φαίνεται λοιπόν να ισοπεδώνεται η τ/κ κοινότητα, που εκλαμβάνεται ως μια συλλογική κοινότητα μικροαστών, η οποία: (α) απολαμβάνει το προϊόν της εργασίας και (υπεραξίας) των μεταναστών από την Τουρκία και (β) την οικονομική ενίσχυση κι επιχορήγηση στον προϋπολογισμό κάθε χρόνου από την Άγκυρα. Η «μικροαστικοποίηση» προκύπτει από την εργασία στην ΤΔΒΚ,31 τις προοδευτικές και γενναιόδωρες κοινωνικές ασφαλίσεις και συντάξεις32 σε αντάλλαγμα για την πολιτική στήριξη και νομιμοποίηση της τουρκικής (στρατιωτικής) παρουσίας στον βορρά και της διαιώνισης του de facto διαχωρισμού της Κύπρου. Οι Τ/Κ εργάζονται κυρίως στο δημόσιο, ή σαν εργαζόμενοι «λευκού κολάρου» που αποτελούν τη «νέα μικροαστική τάξη», κατά τον Πουλαντζά. Τα συνδικάτα εκφράζουν τους δασκάλους, τους καθηγητές, τους εργαζομένους στο κράτος, στους δήμους, στις ημικρατικές εταιρείες, τις τράπεζες ή τα συνεργατικά ταμιευτήρια. Ακόμα και η DEV-IŞ, το πιο «εργατικό» από τα συνδικάτα, έχει 500 μέλη, από τα οποία μόνο 50 εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Σε αυτό το θεωρητικό σχήμα έχουμε λοιπόν διαπλοκή και πελατειακές σχέσεις μιας κοινωνίας που συνολικά και ισότιμα, απολαμβάνει τα προνόμια και τις απολαβές από τις περιουσίες των Ε/Κ, ως αποτέλεσμα της εισβολής και κατοχής, της επιχορήγησης και προστασίας από την Τουρκία, και της εργασίας των φτωχών μεταναστών σε μισθούς που κανένας Τ/Κ δεν δέχεται. Οι δε πολιτικές αντιδράσεις και ο λόγος αυτών που κατακρίνουν στον τύπο την παρουσία των μεταναστών είναι ο κλασικός ρατσιστικός λόγος και ο σοβινισμός της ευημερίας.33 Ωστόσο, αυτή η άποψη είναι ιδιαίτερα προβληματική, όπως αναλύω πιο κάτω.

Επίσης, μέσα από μια αποδόμηση του λόγου των διαδηλωτών και των ηγετών τους, απεικονίζονται οι κινητοποιήσεις των Τ/Κ ως μικροαστικές νοσταλγικές εξάρσεις που στρέφονται σε ένα ανύπαρκτο «ρομαντικοποιημένο» παρελθόν κι αποκλείουν τους μετανάστες από την Τουρκία. Κι οι αναφορές στην έκλειψη της «ευωδίας του γιασεμιού» της παλιάς πόλης συμβολίζουν τη «δυσωδία» από τους «άξεστους», «απολίτιστους» και «λερωμένους» φτωχούς μετανάστες από την Ανατολία που κάνουν τις εργασίες που αρνούνται οι μικροαστοί Τ/Κ.34 Όμως, η ζωή στους θύλακες (1964-1974) ήταν σκληρή, σκοτεινή κι αποκλεισμένη κι όχι ο χρυσός αιώνας της ισότητας, της αθωότητας, και της καθαρότητας.

Οι κινητοποιήσεις λοιπόν του 2000-2004, για τις απόψεις που εδώ παρουσιάζουμε, δεν είναι παρά η έκφραση μιας ανερχόμενης (μικρο)αστικής τάξης ή ταξικής ομάδας, που θέλει διέξοδο από την απομόνωση του εμπάργκο και την εξάρτηση από την Τουρκία. Αυτή η τάξη, αισθανόμενη κάπως ισχυρότερη, είχε την αυτοπεποίθηση τότε να συνδεθεί με την ευρωπαϊκή πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής αναδόμησης. Γι’ αυτό και παράγοντες του τ/κ Εμπορικού Επιμελητηρίου μπήκαν στην ηγεσία του κινήματος μαζί με τα μικροαστικά συνδικάτα κινητοποιώντας τις μάζες. Είναι ενδιαφέρον, ότι βρίσκουμε σε ε/κ εθνικιστικές προσεγγίσεις παρόμοιου τύπου προσεγγίσεις, που φαίνονται να ισοπεδώνουν τους Τ/Κ ως συλλογικά ευεργετούμενους από την κατοχή.

Συνολικά, οι πιο πάνω αναλύσεις προσφέρουν σημαντικά στοιχεία για μια πιο ολοκληρωμένη και συγκροτημένη ταξική ανάλυση του τ/κ σχηματισμού. Ωστόσο, ενώ τέτοιες παρατηρήσεις έχουν κάποια βάση, δεν ισχύει το ίδιο για το σύνολο ή το θεωρητικό του σχήμα. Γι’ αυτό και θα σταθούμε λίγο στη θεώρηση του τ/κ κοινωνικού σχηματισμού. Είναι φανερό ότι υπάρχει σύγκλιση ανάμεσα σε μελετητές κι ακτιβιστές ότι αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς συμφέροντα και συγκροτείται πλέον ένα πολιτικό ταξικό μπλοκ. Γι’ αυτό και συμμεριζόμαστε αυτό που ο Muharrem Faiz περιγράφει ως συγκρότηση ή «ανάδυση μιας νέας αστικής τάξης»:

Το κεφάλαιο της Β. Κύπρου δεν είναι μόνο μια «δωσίλογη μεταπρατική τάξη». Παρά το γεγονός ότι οι ευκαιρίες της για ανάπτυξη είναι υπερκαθορισμένες από τις ασύμμετρες σχέσεις με την Τουρκία, έχει γίνει οργανικός παίκτης στη διαδικασία. Επομένως οι πληθυσμιακές μεταγγίσεις αποτελούν όχι μόνο ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της τουρκικής κυριαρχίας στην Κύπρο αλλά και αναγκαιότητα για τους καπιταλιστές της Β. Κύπρου.35

Επίσης, υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στο θεωρητικό σχήμα του ισοπεδωτικού «πελατειακού νεο-κορπορατισμού», το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: είναι γνωστό ότι μερίδες της πολιτικής ελίτ αριστερών κομμάτων, συνδικάτων κ.λπ. απορροφώνται από το κράτος και ενσωματώνονται στην αστική τάξη. Αυτό δεν σημαίνει συλλογική ή ταξική ενσωμάτωση. Επίσης, υπάρχουν πολλά παραδείγματα από συμμαχίες τάξεων που βρέθηκαν στην εξουσία, κάτι που τα ισοπεδωτικά και αταξικά θεωρητικά σχήματα δεν μπορούν να αναλύσουν.

Έρευνες καταδεικνύουν ότι πέραν των ελίτ που άμεσα ευνοούνται, εξαρτώνται ή εργοδοτούνται από τις δομές της ΤΔΒΚ, οι Τ/Κ έχουν μια αμφίσημη σχέση με το υποτιθέμενο κράτος «τους» κι όχι ενσωμάτωση ή πλήρη απορρόφηση. Από τη μια μεριά η ΤΔΒΚ είναι το αντικείμενο κοροϊδίας και χλευασμού (κάποτε το λένε «πειρατικό κράτος») ή «υποτιθέμενο κράτος» (Navaro-Yiaşin 2006: 281-282) ή το ειρωνικό «κοίτα τι κράτος είναι» (Navaro-Yiaşin 2006: 291). Ακόμα κι από τους ίδιους τους Τ/Κ δημόσιους λειτουργούς στη δημόσια υπηρεσία χλευάζεται ως «δημόσια υπηρεσία της τεμπελιάς» (Navaro-Yiaşin 2006: 283). Από την άλλη μεριά όμως παραμένει αντικείμενο δημόσιας προβολής, και μια θέση στο δημόσιο αποτελεί αξιοζήλευτο μέσο για μια καριέρα στην βόρεια Κύπρο, εξ’ ου και η μελέτη της Navaro-Yiaşin που εντοπίζει το κέντρο αυτής της περίεργης αμφισημίας. Εντούτοις, η Navaro-Yiaşin, ορθά πιστεύουμε, αρνείται να αντιμετωπίσει το καθεστώς αυτό ως μια «ανωμαλία» ή ως «μια διοικητική μορφή που αντιβαίνει στις έγκυρες διαδικασίες των σύγχρονων κρατών» στο σύνολό τους. Αυτό το περίεργο αμάλγαμα βιοπολιτικής και κυριαρχίας συναντάται σε όλα τα σύγχρονα κράτη. Ανθρωπολογικές36 ή άλλες εμπειρικές μελέτες37 μας βοηθούν να ερμηνεύσουμε τη λειτουργία των δομών εξουσίας μέσα από τις κοινωνικές λειτουργίες σε μια κοινωνία για την οποία η ε/κ και ελλαδική πολιτική και κοινωνιολογική σκέψη αρνιόταν να αντιμετωπίσει ως αυθύπαρκτη οντότητα, έξω και πέρα από τις εξαρτήσεις. Το ότι οι Τ/Κ αντικρίζονται ως εξαρτήματα της Τουρκίας μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως έκφραση της αντίληψης ότι θα έπρεπε να είναι «δική μας» υποτελής μειονότητα.38 Εξ’ ου και τα διάφορα θεωρήματα ότι «ο εθνικισμός τους δεν είναι αυθεντικός απλά ότι αντέγραψαν ή κατόπτριζαν τον ε/κ», ή ότι «έχουν χάσει το δρόμο τους», ή απλώς ότι «ήταν, είναι και θα είναι υποχείριο της Άγκυρας».

Η αντίθεση στη θεώρηση ανάμεσα στους Τ/Κ Κυπριωτιστές της Αριστεράς και τους επικριτές τους πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερη προσοχή. Ενώ τα παραθέματα από ομιλίες και ρητορικά σχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένες φορές οι Κυπριωτιστές Τ/Κ αγγίζουν τα όρια, ή/και σε κάποιες περιπτώσεις περιέχουν λόγο που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως «ρατσιστικό» κατά των Τούρκων εποίκων, οφείλουμε να τα θέσουμε στο συγκεκριμένο ιστορικό-κοινωνικό τους πλαίσιο κι όχι να τα εντάσσουμε στο πλαίσιο μιας ακροδεξιάς προσέγγισης του ρατσιστικού αντιμεταναστευτικού λόγου. Το γεγονός ότι οι μετανάστες εργάτες είναι στον πάτο της εργατικής ιεραρχίας, ή ότι οι άτυποι και μη εγγεγραμμένοι μετανάστες τυγχάνουν της μέγιστης οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης είναι αναμφισβήτητο.

Δεν είναι τυχαίο που πολλοί Τ/Κ (γύρω στις 4.000-5.000) προτιμούν να εργαστούν στο νότο, παρά να εργαστούν σε συνθήκες άτυπης εργασίας στο βορρά. Το 2006 έγινε έρευνα ανάμεσα σε 301 Τ/Κ που εργάζονται στο νότο και 301 Τούρκους μετανάστες που εργάζονται στο βορρά39 και έδειξε ότι οι εργαζόμενοι αυτοί αισθάνονται ότι τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης παρά τις επίσημες αναφορές σε ίση μεταχείριση. Εξάλλου, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, 11% των εργοδοτών που επιθεωρήθηκαν δεν ήταν εγγεγραμμένοι στις Κοινωνικές ασφαλίσεις,40 ενώ οι πλείστοι Τ/Κ εργαζόμενοι στο νότο έχουν χαμηλότερες απολαβές, δεν είναι συνδικαλισμένοι, και περίπου τα 2/3 είναι ανασφάλιστοι.41 Επίσης, έρευνα που διενεργήθηκε από την ερευνητική υποεπιτροπή του Πανσυνδικαλιστικού Φόρουμ (όπου συμμετέχουν ε/κ και τ/κ συνδικάτα) έδειξε ότι υπάρχουν μεγάλοι αριθμοί Τ/Κ εργαζομένων που δεν είναι εγγεγραμμένοι στις κοινωνικές ασφαλίσεις και ότι τυγχάνουν δυσμενούς μεταχείρισης.42 Ασφαλώς, οι διαφορές ανάμεσα στις δύο καταστάσεις είναι τεράστιες, με πρώτο και κύριο το ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα στο νότο, που έχει εντάξει πάνω από 1000 Τ/Κ εργάτες (κυρίως στην ΠΕΟ) κι έχει κερδίσει απεργίες (ΠΕΟ σε συνεργασία με την DEV-IŞ) για ίση μεταχείριση των Τ/Κ. Στο βορρά ο ιδιωτικός τομέας είναι βασικά μια άτυπη οικονομία με ελάχιστη παρουσία συνδικάτων, γι’ αυτό και τα συνδικάτα ενίστανται τόσο πολύ στη χωρίς ρύθμιση συνεχή ροή μεταναστών από την Τουρκία.

Τρίτο, το θεσμικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, το εργατικό κίνημα, οι θεσμοί κατά των διακρίσεων είναι εμφανώς ασθενείς στον βορρά, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα του.43 Υπάρχουν γύρω στις 2000 ή «περίπου 1000 με αυξητική τάση»,44 που ζουν στον νότο ενώ μεγάλος αριθμός Τ/Κ έχουν διαβατήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας (35.000), ταυτότητες (60.000) και πιστοποιητικά γεννήσεως (75.000)45 που μαρτυρεί μεν τις ευκαιρίες που προσφέρονται λόγω ένταξης αλλά και δείχνει τις προοπτικές για συνεργασία σε ένα μελλοντικό ομόσπονδο κράτος, όταν, ακόμα και σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, υπάρχουν τα συνεκτικά στοιχεία ανάμεσα στους Τ/Κ και Ε/Κ. Τον Ιούλιο του 2006 είχαμε, στην οικοδομική βιομηχανία του νότου, την πρώτη «πολυπολιτισμική απεργία», όπως εφημερίδες του κατεστημένου έσπευσαν να τονίσουν, με συμμετοχή Ε/Κ, Τ/Κ και μεταναστών, η οποία μάλιστα κερδήθηκε.

Επίσης, οφείλουμε να κατανοήσουμε τη μεταφορά της πολιτικής/ταξικής σύγκρουσης στον πολιτισμικό τομέα ανάμεσα στους Τ/Κ και την Τουρκία, που απώθησε ιδεολογικά τους Τ/Κ από την Τουρκία μετά το 1974, περίπου όπως οι Ε/Κ απομακρύνθηκαν από το «εθνικό κέντρο» (1964-1974), σε μεγάλο βαθμό και ως αποτέλεσμα της απόπειρας επιβολής της Αθήνας στην Λευκωσία (βλ. Attalides 1979, Κιτρομηλίδης 1983). Ασφαλώς, οι όροι βάσει των οποίων διαρρήχτηκαν οι δεσμοί και οι παράγοντες που οδήγησαν στη ρήξη αυτή, και τη ριζοσπαστικοποίηση κοινωνικών/πολιτικών ομάδων αλλά κι οργανώσεων που προηγουμένως πρωτοστατούσαν στον εθνικισμό των Τ/Κ όπως οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, και οι διανοούμενοι, αντικατοπτρίζουν το ιστορικό πλαίσιο της μετά το 1974 κατάστασης στη βόρεια Κύπρο. Ο πολιτικός αυταρχισμός, η κυριαρχία του στρατιωτικοποιημένου εθνικισμού, η απομόνωση από τον έξω κόσμο (με την έννοια της μη άμεσης πρόσβασης σε χώρες του εξωτερικού πλην της Τουρκίας), καθώς επίσης εσωτερικές ταξικές/κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες οδήγησαν στη δημιουργία ενός πολιτιστικού μετώπου αντίστασης γύρω από την κυπριακότητα. Το ζήτημα της ταυτότητας έγινε έτσι μείζον ζήτημα αντίστασης στην «τουρκοποίηση» του βορρά από τους Τ/Κ Αριστερούς και δημοκράτες και ο κυπριωτισμός και οι κυπριακές λαϊκές τοπικές παραδόσεις, όπως και η κυπριακή λογοτεχνία σύμβολα αντίστασης.46 Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο Şener Levent έδωσε τίτλο «Η Πατρίδα μου είναι υπό κατοχή», και υπότιτλο «Τι ξέρει ένας Τούρκος Στρατηγός από Λευκωσιάτικες νύκτες που μυρίζουν γιασεμί;»47 στο κείμενο που έγραψε όταν το καθεστώς Denktaş τον είχε φυλακίσει.

Μια σύγκριση της «λαογραφίας» που αναπτύχθηκε από τους Ε/Κ (με την ευλογία και χρηματοδότηση του κράτους υπό ε/κ έλεγχο από το 1964), της επίσημης «επιστημονικής Κυπριολογίας»48 σε αντίθεση με τον ανεπίσημο «κυπριωτισμό»,49 και τις τ/κ αναφορές στον πολιτισμικό κυπριωτισμό ως αντίσταση στην πολιτιστική ηγεμονία της Τουρκίας στην Κύπρο μετά το 1974 στη βόρεια Κύπρο αποκαλύπτει ένα ανεξαρτησιακό πολιτιστικό υποκείμενο κόντρα στις επιβουλές των «μητέρων πατρίδων».50 Είναι λοιπόν φανερό ότι στον πολιτισμικό τομέα διεξάγεται μια σημαντική μάχη, της οποίας η αποδόμηση έχει μεν κάποιο νόημα για την αποκάλυψη των εξωπραγματικών στοιχείων μιας νοσταλγικής naïve αθωότητας, ωστόσο υποτιμά ή/και παραποιεί τις σημαντικές κοινωνικές και ταξικές παραμέτρους της κυπριωτιστικής θέσης.

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν παραδείγματα όπου ο κυπριωτικός λόγος ορισμένων Τ/Κ εκτρέπεται: Ενώ μπορεί να θωρηθεί ως ένας κατ’ αρχήν προοδευτικός αντιστασιακός τοπικισμός ενίοτε παράγει, όπως άλλωστε κάθε είδους εθνικισμός, τα δικά του οριενταλιστικά, ρατσιστικά και αυταρχικά στοιχεία (βλ. Balibar, 2001). Ωστόσο ισοπεδωτικές και κατά βάση αταξικές και μονόπλευρες προσεγγίσεις είναι ιδιαίτερα προβληματικές γιατί «πετάνε το μωρό μαζί με το βρώμικο νερό» και τελικά συναντούν σε πολλά σημεία αναλύσεις των Ε/Κ και Τ/Κ εθνικιστών για τους Τ/Κ ως ευεργετούμενους συλλογικά και συνολικά από την κατοχή.51 Στο πλαίσιο της ανάλυσης των κινητοποιήσεων, αξίζει να αναφερθούμε και σε άλλες προσεγγίσεις τ/κ και ε/κ πολιτικών χώρων που ιδεολογικά βρίσκονται στην Αριστερά σε σχέση με την προσέγγιση του πληθυσμιακού και κοινωνικοπολιτικού ζητήματος. Ορισμένοι Τ/Κ κυπριωτιστές της Αριστεράς θεωρούν ότι ο εποικισμός αποτελεί πολιτικό όπλο ελέγχου και μακροπρόθεσμα εξόντωσης των Τ/Κ ως κοινότητας, αλλά απεικονίζουν με παρόμοιο (κυνικό) τρόπο τις κινητοποιήσεις,52 ή απλώς θεωρούν ότι από κάποιο σημείο υφαρπάχτηκαν από την κλίκα του Ταλάτ για να τις χρησιμοποιήσουν σαν όχημα για την ανέλιξή τους στην εξουσία. Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε τις αναλύσεις ε/κ αριστερών ακτιβιστών-μελετητών που θεωρούν κομβικό σημείο στην ιστορία της Αριστεράς τις μαζικές κινητοποιήσεις, τις οποίες ερμηνεύουν με επαναστατικούς όρους δυαδικής εξουσίας, που προδόθηκαν διπλά: από την ηγεσία του κινήματος που ήθελε να καταλάβει την εξουσία και από τους Ε/Κ που είπαν «όχι» στο δημοψήφισμα.53

Ο Muharrem Faiz (2008α) αναλύει το πληθυσμιακό ζήτημα με ταξικούς όρους συνάρθρωσης συμφερόντων ανάμεσα στο μπλοκ εξουσίας στην ΤΔΒΚ το οποίο λειτουργεί ως σχετικά αυτόνομη αστική τάξη αλλά σε μιαν ασύμμετρη σχέση με την Τουρκία, η οποία λειτουργεί βάσει γεωπολιτικών σχεδιασμών. Η εκτίμησή του ότι στην ΤΔΒΚ εξελίσσεται μια διαδικασία «δημογραφικής μηχανορραφίας», η οποία είναι σαφώς πολιτική της Τουρκίας κι ας απεικονίζεται ως αποτέλεσμα φυσιολογικών μεταναστευτικών ροών, είναι βάσιμη (Faiz 2008b: 76). Υπάρχει σαφής αντίθεση συμφερόντων κι αυτή εκφράζεται μέσα από τη στάση των συνδικάτων και των λαϊκών οργανώσεων ενάντια στην ενσωμάτωση από την Τουρκία.

Η συνολική εικόνα που βλέπουμε τόσο στο βορρά, όσο και στο νότο είναι μια αμφίρροπη πάλη με ταξικές και κοινωνικές παραμέτρους που δεν χωρούν στα γενικά ισοπεδωτικά σχήματα όπως ο «πελατειακός νεοκορπορατισμός», ή θεωρίες περί αστικοποίησης (embourgeoisement) των Τ/Κ και Ε/Κ, κι ας περιγράφουν μέρος της κοινωνικής πραγματικότητας. Σε θεωρητικό κι εμπειρικό επίπεδο, οι θεωρήσεις για τον «εύπορο εργάτη» και την αστικοποίηση δεν έχουν την ίδια απήχηση όπως τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Υπάρχουν σαφή επιστημολογικά και αναλυτικά προβλήματα που σχετίζονται με το γεγονός ότι υποτιμούν ή παραγνωρίζουν τις σχέσεις παραγωγής και επικεντρώνονται στο «εποικοδόμημα», στα life-style, τις σχέσεις κατανάλωσης, και τις πολιτισμικές εκφάνσεις της ταξικότητας. Ωστόσο, ακόμα και με βάση τα μη μαρξιστικά αναλυτικά σχήματα, τα εμπειρικά αποτελέσματα των πρόσφατων ερευνών δείχνουν ότι η σμίκρυνση των διαφορών ανάμεσα στους εργάτες του «κυανού και λευκού κολάρου» ερμηνεύεται σαν τάση προς προλεταριοποίηση στο νέο τεχνολογικό πλαίσιο, με παράλληλη εμφάνιση των εργαζόμενων φτωχών. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο της βόρειας Κύπρου, τόσο το πληθυσμιακό και γεωγραφικό μέγεθος όσο και οι συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες καθόρισαν το πλαίσιο άσκησης της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας. Εξάλλου, η προβληματική των «μικρών κρατών»54 και των «νησιώτικων σπουδών»55 έχει να προσφέρει στους προβληματισμούς μας. Παρατηρούνται τάσεις και νοοτροπίες ανασφάλειας και ιδεολογίες περί εξάρτησης (οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής και στρατιωτικής), ενώ συνήθως οι ιδιότυποι εθνικισμοί τους διαφέρουν πολλές φορές ριζικά από τους εθνικισμούς από τους οποίους ισχυρίζονται ότι εκπορεύονται ή αυτούς των αποκαλούμενων «μητέρων πατρίδων».

Αυτό όμως καθόλου δεν ανατρέπει τα βασικά καπιταλιστικά γνωρίσματα του τ/κ κοινωνικού σχηματισμού με ταξικές αντιπαλότητες εντός του μη αναγνωρισμένου διεθνώς «μικροκράτους», όπου οι μετανάστες εργάτες αποτελούν το πιο ευάλωτο ταξικό τμήμα της εργατικής τάξης, ενώ οι μάζες των τ/κ εργαζομένων, που μέχρι πρόσφατα απολάμβαναν ένα σχετικά σταθερό, αλλά κατά πολύ χαμηλότερο από το ε/κ βιοτικό επίπεδο, αισθάνονται τις πιέσεις λόγω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ακόμα κι όταν η οικονομική μεγέθυνση αγγίζει το 10-15% ετησίως μετά το 2003. Υπάρχουν ασφαλώς και σημαντικές μερίδες πληθυσμού που καρπούνται την εκμετάλλευση όχι μόνο των Τ/Κ εργαζομένων αλλά και των ε/κ περιουσιών, όσο και την υπεραξία από την άτυπη εργασία. Από εδώ τροφοδοτείται μια ανερχόμενη τ/κ αστική τάξη στην ΤΔΒΚ, η οποία όμως δεν μπορεί ούτε να θεωρηθεί αυτόνομη αλλά ούτε και πλήρες εξάρτημα της Τουρκίας.

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Αλτουσέρ, Λ. (1994), «Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί», Θέσεις, Θεμέλιο, Αθήνα.

Αναγνωστοπούλου, Σ. (2004), Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού, Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Weber, M. (2007), Οικονομία και Κοινωνία: 2 Κοινότητες, Σαββάλας, σσ. 152-153.

Γαβριηλίδης, A. (2006), Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού: Ρίτσος - Ελύτης - Θεοδωράκης - Σβορώνος, εκδόσεις FUTURA, Αθήνα.

Γεννάρης, K. (2000), Εξ Ανατολών, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα.

Γεννάρης, K. (2008), Οι Τουρκοκύπριοι: οι άλλοι εγκλωβισμένοι, τίτλος της εκπομπής της σειράς ντοκιμαντέρ «Ανοικτοί Φάκελοι», 11 Ιουλίου 2008 στο ΡΙΚ.

Ιωαννίδης (1995), Νεο-Οθωμανικός Ιμπεριαλισμός 1955-1995, Καρατζάς/Τροχαλία, Αθήνα.

Μαρξ, K. Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, στο Μαρξ-Έγκελς (χ. η.) Διαλεκτά Έργα, τόμος Ι, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, σσ. 277-400.

Λεβέντ, Σ. (2002) Η Πατρίδα μου είναι υπό κατοχή -Τι ξέρει ένας Τούρκος στρατηγός από Λευκωσιάτικες νύκτες που μυρίζουν γιασεμί;, εκδ. ΣΥΜΕΛΑ, Λευκωσία.

Μάτσης, Σ. (2004), Έκθεση για την Οικονομία και Απασχόληση του ΙΝΕΚ για το 2004, Λευκωσία.

Μαυράτσας, Κ. (2003), Εθνική Ομοψυχία του Ελληνικού Εθνικισμού, Εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα.

Μελετίου, Κ. (2009), Το ζήτημα της Κύπρου, Οι Τούρκοι κατακτητές, το σχέδιο Ανάν και οι Έλληνες ακαδημαϊκοί, εκδ. Γόρδιος.

Παπαδόπουλλος, Θ. (1985), «Η Γένεση της Κυπριολογικής έρευνας», Κέντρο επιστημονικών Ερευνών (1985) Πρακτικά του Πρώτου Συμποσίου Κυπριακής Λαογραφίας, Λευκωσία, σσ. 1-5.

Παναγιώτου, Α. (1996), Κυπριωτισμός, έγγραφο για τον Νέο-κυπριακό σύνδεσμο.

Πουλαντζάς, Ν. (2001), Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, σσ. 237-412.

Πουλαντζάς, Ν. (2006/1975), Η Κρίση των Δικτατοριών (Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία), Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα.

Τριμικλινώτης, Ν. (2003), «Η ελεύθερη διακίνηση ως πολιτική πρόκληση για τους Κυπρίους», Θέσεις, τ. 84 στο http://www.theseis.com/76-/theseis/t84/t84.htm

–– (2004α), «Η Τουρκία, το Σχέδιο Ανάν και Εμείς», Θέσεις 87 (Απρίλιος-Ιούνιος 2004).

–– (2005β), «Το Εθνικό Ζήτημα, η Αριστερά και το Κυπριακό: Αντιιμπεριαλισμός ή Αντι-Εθνικισμός;», Θέσεις, τ. 92.

–– (2007), «Ξανακοιτάζοντας την τουρκοκυπριακή εξέγερση», Περιπέτειες Ιδεών, τ. 17 Πολίτης 25.11.2007, http://peripetiesideon.blogspot.com/

–– (2007), «Οι τελευταίες λέξεις του Οζγκέρ», Περιπέτειες Ιδεών, τ. 17 «Ξανακοιτάζοντας την Τουρκοκυπριακή Εξέγερση», Πολίτης 25.11.2007, http://peripetiesideon.blogspot.com/

–– (2010), Η Διαλεκτική του Έθνους-Κράτους και το Καθεστώς Εξαίρεσης: Κοινωνιολογικές και Συνταγματικές Μελέτες για την Ευρω-Κυπριακή Συγκυρία , Σαββάλας.


Αγγλόγλωσση

Ahmad, F. (1993), The Making of Modern Turkey, Routledge, London.

Baldacchino, G. (2007), “Introducing the World of Islands”, G Baldacchino, G .(ed) A World of Islands, Island Studies, University of Prince Edward Island, Canada in collaboration with Agenda Academic Malta, σσ. 1-32.

Dodd, C. H. (1993α), “From Federated State to Republic 1975-1993”, Dodd, C. H. (ed.) The Political, Social and Economic Development of Northern Cyprus, Eothen Press, Huntington, England, σσ. 103-135.

–– (1993β), “Political and Administrative Structures”, Dodd, C. H. (ed.) The Political, Social and Economic Development of Northern Cyprus, Eothen Press, Huntington, England, σσ. 167-192

–– (ed.) (1999), Cyprus, the Need for New Perspectives, UK: The Eothen Press.

Altay Nevzat (2005), Nationalism amongst the Turks of Cyprus: The First Wave, Acta Universitatis Ouluensis, University of Oulu, σ. 43.

Costas M. Constantinou & Yiannis Papadakis (2002), “The Cypriot State(s) in situ: cross-ethnic contact and the discourse of recognition”, Thomas Diez (ed.) The European Union and the Cyprus conflict, Modern conflict, postmodern union, Manchester University press, Manchester, σσ. 73-98.

Denktaş, R. (1988), The Cyprus Triangle, 2nd Edition, Lefkosa,

Ingebritsen, C. Neumann, Gstohl, S. and Beyer, J. (ed.) (2006), Small States in International Relations, University of Washington Press.

Kizilyurek (1990), Mehmet Yaşın (1990), στο συλλογικό Aydin Mehmet Ali (ed.) (1990) Turkish Cypriot Identity in Literature, Fatal Publication, London.

Muharrem Faiz (2008) “The population situation in North Cyprus”, The Cyprus Review, Fall 2008.

Hatay, Μ. (2007), Is the Turkish Cypriot Population Shrinking? An Overview of the Ethno-Demography of Cyprus in the Light of the Preliminary Results of the 2006 Turkish-Cypriot Census (Oslo/Nicosia: PRIO Report 2/2007).

Hatay (2008), “The Problem of Pigeons: Xenophobia and a Rhetoric of the “Local” in North Cyprus”, The Cyprus Review, Fall 2008.

Hatay, M. and Bryant, R. (2008), “The Jasmine Scent of Nicosia: Of Returns, Revolutions, and the Longing for Forbidden Pasts’, Journal of Modern Greek Studies, σσ. 423-449.

Ozdeser, H. and Ozyigit, A. (2007), “Foreign Trade and Economic Growth in Northern Cyprus: A Time Series Analysis”, International Research Journal of Finance and Economics, Issue 10 (2007), http://www.eurojournals.com/finance.htm

Papadakis, Y. (1998), “Enosis and Turkish Expansionism: Real Myths or Mythic Realities?”, Calotychos, V. (ed.) Cyprus and Its People, Nation, Identity, and Experience in an Unimaginable Community, 1995-1997, Westview Press, Oxford, σσ. 69-86.

Papadakis, Yiannis and Azgin, Bekir (1998), „Folklore“, In Zypern, (eds.) K. Grothusen, Steffani W., Zervakis P., pp. 703-720. Gottingen: Vandenhoeck and Ruprecht.

Sözen, Α. (1996), “Careerism in the North Cyprus Parliament”, Journal for Cypriot Studies, Vol. 2: 191-208, Issue3 (1996).

Trimikliniotis, Ν. (2003), “The Political Challenge of freedom of Movement: The Radical Potential”, ΙΚΜΕ (ed) Cyprus After a Solution – Left Policies, IKME, Λευκωσία, σσ. 26-52.

Trimikliniotis, Ν. (2006), “A Communist’s Post-modern Power Dilemma: One Step Back, Two Steps Forward, ‘Soft No’ and Hard Choices”, The Cyprus Review, Spring, 2006, vol. 18:1, σσ. 37-86).

Trimikliniotis, N. (2006), “Anti-imperialism or Anti-nationalism: The Cypriot Left in a State of Exception, Boundaries and Dilemmas of Nation-building”, Paper for Colloquium entitled, The Future of Partitions: Is There a Future Beyond Partitions?, University of Cyprus, 6 - 7 Oct. 2006.

Ugur, M. (1999), The European Union and Turkey: An Anchor / Credibility Dilemma, Ashgate Publishing

Worsley, P. and Kitromilides, P. (ed.) (1979), Small States in the Modern World: Conditions for their Survival, Revised Edition, New Cyprus Association and Cyprus Geographical Association, Nicosia, Cyprus.

Yael Navaro Yiaşin (2006), “Affect in the civil service: a study of a modern state system”, Postcolonial Studies, Special Issue: Cyprus, Vol. 9, No. 3, Sept. 2006, σσ. 281-294.

Zambouras, S (2001) “Turkey’s Policy: A Research Agenda”, στο Yiallourides, C. K. and Teakonas P (ed.) Greece and Turkey After the End of the Cold War, New York and Athens Caratzas, σσ. 363-374.


1 Το κείμενο στηρίζεται στο βιβλίο μου Η Διαλεκτική του Έθνους-Κράτους και το Καθεστώς Εξαίρεσης, Κοινωνιολογικές και Συνταγματικές Μελέτες για την Ευρω-Κυπριακή Συγκυρία, εκδόσεις Σαββάλας, 2009.

2 Π.χ. γνωστά στελέχη των κομμάτων ΕΔΕΚ, ΔΗΚΟ και ΕΥΡΩΚΟ.

3 Βλ. Papadakis, Y. (1998) “Enosis and Turkish Expansionism: Real Myths or Mythic Realities?”, σ. 79, σε Calotychos, V. (ed.) Cyprus and Its People, Nation, Identity, and Experience in an Unimaginable Community, 1995-1997, Westview Press, Oxford, σσ. 69-86.

4 Βλ. Περιπέτειες Ιδεών, τ. 17 «Ξανακοιτάζοντας την τουρκοκυπριακή Εξέγερση», Πολίτης 25.11.2007.

5 Βλ. Altay Nevzat (2005) Nationalism amongst the Turks of Cyprus: The First Wave, ACTA UNIVERSITATIS OULUENSIS, University of Oulu, σ. 43.

6 Βλ. Loizidou v Turkey, ECHR 18 December 1996, 108 ILR, 466-7 (papa 56).

7 Ahmad, F. (1993) The Making of Modern Turkey, Routledge, London.

8 Σία Αναγνωστοπούλου (2004) Τουρκικός εκσυγχρονισμός-– Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού», Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2004.

9 Για το θέμα αυτό βλ. Τριμικλινιώτης, Ν. (2003) «Η Τουρκία, το Σχέδιο Ανάν και Εμείς», Θέσεις 87, 2004, σσ. 127-148.

10 Δυστυχώς δεν γνωρίζω Τούρκικα, κι ας άρχισα μαθήματα δύο φορές. Ωστόσο, από επαφές με Τ/Κ φίλους και μελετητές δεν προκύπτει ότι έχουν γίνει τέτοιες ολοκληρωμένες μελέτες.

11 «Οι Τουρκοκύπριοι: οι άλλοι εγκλωβισμένοι» ήταν ο τίτλος της εκπομπής «Ανοικτοί Φάκελοι» που παρουσίασε την Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008 στο ΡΙΚ ο Κώστας Γεννάρης.

12 Βλ. Costas M. Constantinou & Yiannis Papadakis (2002) “The Cypriot State(s) in situ: cross-ethnic contact and the discourse of recognition”, Thomas Diez (ed.) The European Union and the Cyprus conflict, Modern conflict, postmodern union, Manchester University press, Manchester, σσ.73-98.

13 Bλ. Zambouras, S (2001) “Turkey’s Policy: A Research Agenda”, στο Yiallourides, C. K. and Teakonas P (ed.) Greece and Turkey After the End of the Cold War, New York and Athens Caratzas, σς. 363-374.

14 Φαίνεται να έχει βάση η θέση ότι ο Denktaş «άρπαξε την ευκαιρία για να πείσει το Τ/Κ κοινοβούλιο να ανακηρύξουν ανεξαρτησία», σε μια φάση ρευστότητας, «μόλις πριν οι στρατιωτικοί παραδώσουν την εξουσία [στους πολιτικούς], όπως ο ίδιος ο Denktaş ισχυρίζεται (Denktaş, R. The Cyprus Triangle, 2nd Edition, Lefkosa, 1988, σσ. 122-124), παρά τη ρητή αντίθεση της Άγκυρας σε αυτό το ενδεχόμενο από το 1979 (Denktaş 1988: 121). Ασφαλώς υπάρχει το στοιχείο της «αυτό-ηρωοποίησης» από τον Denktaş στα γραφόμενά του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ρόλος του Denktaş ήταν αμελητέος στην πορεία ή ότι η Άγκυρα δεν είχε άλλες προτεραιότητες και προσεγγίσεις από τις δικές του. Αντιθέτως οι σοβαροί μελετητές γύρω από το θέμα συγκλίνουν ότι πράγματι η υπόθεση αυτή φέρει έντονα την προσωπική σφραγίδα του Denktaş (βλ. Αναγνωστοπούλου 2004: 213, Dodd 1999: 135-136, Kızılyürek 1990).

15 Για μια κριτική ανάλυση των μύθων περί τουρκικού «επεκτατισμού» και Ένωσης βλ. Papadakis 1998.

16 Βλ. Λουί Αλτουσέρ (1994) «Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί», Θέσεις, Θεμέλιο, Αθήνα, σσ. 81-82.

17 Βλ. Trimikliniotis, N. (2006) “Anti-imperialism or Anti-nationalism: The Cypriot Left in a State of Exception, Boundaries and Dilemmas of Nation-building”, Paper for Colloquium entitled, The Future οf Partitions: Is There a Future Beyond Partitions?, University of Cyprus, 6 - 7 Oct. 2006.

18 Yael Navaro Yiaşin (2006) “Affect in the civil service: a study of a modern state system”, Postcolonial Studies, Special Issue: Cyprus, Vol. 9, No. 3, Sept. 2006, σσ. 281-294.

19 Ο Συμεών Μάτσης είναι ο συγγραφέας του κεφαλαίου 8 για την τ/κ οικονομία, που δημοσιεύτηκε στην Έκθεση για την Οικονομία και Απασχόληση του ΙΝΕΚ για το 2004, σσ. 125-155, από όπου και αντλούμε τα στοιχεία.

20 Αυτή είναι η εικόνα που δίνει η έκθεση του Μάτση. Συμφώνα με τον Μάτση «Τα ποσά αυτά επέτρεπαν στις τκ αρχές να παρουσιάζουν μικρότερο έλλειμμα βασιζόμενες στη γενναιόδωρη βοήθεια από την Τουρκία, που αποτελούσε επεκτατική ώθηση στο ΑΕΠ.

21 Στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο Erdogan (βλ. ΠΟΛΙΤΗΣ 02/08/2008).

22 Ο Erdogan τόνισε ότι, «στόχος είναι το 2013 να υπάρχουν 30.000 κλίνες» (ΠΟΛΙΤΗΣ 02/08/2008).

23 Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στα κατεχόμενα 28.000 δωμάτια φοιτητικής εστίας

24 Βλ. Huseyin Ozdeser and Ahmet Ozyigit (2007) «Foreign Trade and Economic Growth in Northern Cyprus: A Time Series Analysis», International Research Journal of Finance and Economics, Issue 10 (2007), http://www.eurojournals.com/finance.htm: “The second important note on the Northern Cyprus government is the fact that government expenditures make up a large percentage of the Gross National Product. In 2006, government expenditures accounted for 45.8 percent of the Gross National Product, which was down from 56.5 percent in 2002. (SPO, 2006). This is directly related to the high rate of public employment. The government has to allocate a large portion of its funds for payment of wages of the public sector employees. In 2006, 16 percent of GNP was used to pay for government employees. This diverts funds from more efficient uses to paying public employees engaged in repetitive and perhaps inefficient work that does not contribute much to overall productivity and growth”.

25 Σε αυτό το σημείο οι Ιωαννίδης 1995, Γεννάρης 2000, Μελετίου 2009 κ.ά. έχουν δίκιο. Το ζήτημα είναι αν παρά την τουρκική οικονομική στήριξη οι Τ/Κ διατηρούν την σχετική αυτονομία τους, την αυθεντική τους πολιτική βούληση – εκεί είναι που υπάρχει διάσταση απόψεων.

26 Βλ. Mete Hatay, Is the Turkish Cypriot Population Shrinking? An Overview of the Ethno-Demography of Cyprus in the Light of the Preliminary Results of the 2006 Turkish-Cypriot Census (Oslo/Nicosia: PRIO Report 2/2007). Mete Hatay (2008) “The Problem of Pigeons: Xenophobia and a Rhetoric of the ‘Local’ in North Cyprus”, The Cyprus Review, Fall 2008.

27 Οι αναλύσεις αυτές δεν έχουν Μαρξιστικό χαρακτήρα.

28 Βλ. Μαυράτσας, Κ. (2003) Εθνική Ομοψυχία του Ελληνικού Εθνικισμού, Εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα.

29 Βλ. Max Weber (2007) Οικονομία και Κοινωνία: 2 Κοινότητες, Σαββάλας, σσ. 152-153.

30 Βλ. Ν. Πουλαντζάς (2001) Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, σσ. 237-412.

31 Η ΤΔΒΚ δίνει επιταγές σε 55.000 Τ/Κ κάθε μήνα.

32 Δικαιούται κάποιος να συνταξιοδοτηθεί μετά από 25 χρόνια εργασίας. Αρχικά ήταν 10, έγινε 15 και τώρα είναι 25.

33 Βλ. Hatay, M. and Bryant, R. (2008) “The Jasmine Scent of Nicosia: Of Returns, Revolutions, and the Longing for Forbidden Pasts’, Journal of Modern Greek Studies, σσ. 423-449.

34 Mete Hatay (2008) “The Problem of Pigeons: Xenophobia and a Rhetoric of the ‘Local’ in North Cyprus”, The Cyprus Review, Fall 2008.

35 Βλ. Muharrem Faiz (2008) “The population situation in North Cyprus”, The Cyprus Review, Fall 2008.

36 Όπως αυτή της Navaro Yiashin 2006.

37 Ahmet Sözen (1996) “Careerism in the North Cyprus Parliament,” Journal for Cypriot Studies, Vol. 2: 191-208, Issue3 (1996).

38 Παρόμοια επιχειρήματα έχει αναπτύξει ο Άκης Γαβριηλίδης (2006), Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού: Ρίτσος - Ελύτης Θεοδωράκης Σβορώνος, εκδόσεις FUTURA, Αθήνα.

39 Η έρευνα έγινε για λογαριασμό του Management Centre από τους Dr. Ozay Mehmet, M. Tahiroglu, F. Lisanailer, S. Katircioglu με τίτλο “Labour Mobility and Labour Market Convergence in a Possible United Republic of Cyprus” και παρουσιάστηκε στις 3.2.2006 στα γραφεία του Management Centre στη βόρια Λευκωσία. Για το power point βλ. http://www.mc-med.org/Special/Labor/Program.htm

40 Λαμπράκη, A. (2005) «Χωρίς Κοινωνικές Ασφαλίσεις 6000 T/K», Φιλελεύθερος 14.01.2005.

41 Βλ. Δήλωση του κ. Ταλιαδώρου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Λαμπράκη, A. (2005) «Χωρίς Κοινωνικές Ασφαλίσεις 6000 T/K”, Φιλελεύθερος 14.01.2005.

42 Πανσυνδικαλιστικό Φόρουμ (2004) «Χάσμα στις Απολαβές E/K και T/K Εργαζομένων», Χαραυγή 03.01.2005.

43 Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα αλλά επιβεβαιώνει τις ενδείξεις από άλλες έρευνες και μελέτες.

44 Σύμφωνα με την έκθεση The Committee of Experts on the application of the European Charter for European or Minority Languages in Cyprus, παράγραφο 39, Council of Europe, ECRML (2006)3, Strasburg, 27.09.2006.

45 Βλ para.78 ECRI (2005) Third Report on Cyprus, European Commission against Racism and Intolerance, Council of Europe, Strasbourg, 16 May 2006.

46 Βλ. Τα κείμενα των Kizilyurek (1990) και Mehmet Yaşın (1990) στο συλλογικό: Aydin Mehmet Ali (ed.) (1990) Turkish Cypriot Identity in Literature, Fatal Publication, London.

47 Βλ. Σενέρ Λεβέντ (2002), Η Πατρίδα μου είναι υπό κατοχή, εκδ. ΣΥΜΕΛΑ, Λευκωσία.

48 Όπως την όρισε ένας από του εισηγητές της, ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος διευθυντής του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (βλ. «Η Γένεση της Κυπριολογικής Έρευνας», στο βιβλίο με επιμέλεια Αντρέα Ρουσουνίδη, Πρακτικά του Πρώτου Συμποσίου Κυπριακής Λαογραφίας, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, σσ. 1-5).

49 Βλ. Αντέας Παναγιώτου 1996, Κυπριωτισμός, έγγραφο για τον Νέο-κυπριακό σύνδεσμο. Για την ιστορία του Νεοκυπριακού συνδέσμου.

50 Papadakis, Yiannis and Azgin, Bekir (1998), “Folklore”, In, K. Grothusen, Steffani W., Zervakis P. (eds.), Zypern, σσ. 703-720. Gottingen: Vandenhoeck and Ruprecht 1998.

51 Αυτό αποτελεί μεγάλο ζήτημα, που επιφυλάσσομαι να αναπτύξω σε άλλο κείμενο.

52 Π.χ. τα κείμενα του Şener Levent που δημοσιεύει στην εφημερίδα του Afrika (πρώην Aurupa, δηλαδή Ευρώπη) και αναδημοσιεύει καθημερινά ο Πολίτης: χαρακτηριστική η μετονομασία «Αφρική» από «Ευρώπη» για να διακωμωδήσει το αυταρχικό κλείσιμό της από το καθεστώς Denktaş.

53 Βλ. Δημητρίου, Θ. και Βλάχος, Σ. (2007), Η Προδομένη Εξέγερση, Λευκωσία: Εκδ. Σοσιαλιστική Έκφραση.

54 Βλ. Worsley, P. and Kitromilides, P. (ed.) (1979), Small States in the Modern World: Conditions for their Survival, Revised Edition, New Cyprus Association and Cyprus Geographical Association, Nicosia, Cyprus. Ingebritsen, C., Neumann, Ι., Gstohl, S. and Beyer, J. (ed.) (2006), Small States in International Relations, University of Washington Press.

55 Βλ. Godfrey Baldacchino (2007), “Introducing the World of Islands”, σε G Baldacchino, G .(ed), A World of Islands, Island Studies, University of Prince Edward Island, Canada in collaboration with Agenda Academic Malta, σσ. 1-32.


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή