Οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί της Ελλάδας και η διαμόρφωση της εθνικής τους συνείδησης Εκτύπωση
Τεύχος 114, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2011


ΟΙ ΒΛΑΧΟΦΩΝΟΙ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

της Μαρίας Ιωάννου

1. Εισαγωγή

Συνηθίζουμε να ταυτίζουμε την κοινωνία των Βλάχων με μια κλειστή και αποκομμένη ορεινή κοινωνία, προσανατολισμένη αποκλειστικά στην οικογενειακή κτηνοτροφία και στον ημινομαδικό τρόπο ζωής. Η ταύτιση αυτή –αληθής εν μέρει– οδηγεί κάποιες φορές σε εσφαλμένα συμπεράσματα σχετικά με την ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής συνείδησης στους Βλάχους κατά τους νεότερους χρόνους, καθώς και με τη συμβολή των τελευταίων στη διαμόρφωση της συλλογικής ταυτότητας του σύγχρονου ελληνισμού.

Παρά το ότι οι κτηνοτροφικές δραστηριότητες των Βλάχων έχουν τις ρίζες τους στον Μεσαίωνα, οι ορεσίβιοι νομάδες κτηνοτρόφοι Βλάχοι αποτελούν ένα μόνο μέρος του συνολικού πληθυσμού τους, καθώς από το 17ο αιώνα ένα τμήμα των βλαχόφωνων πληθυσμών αρχίζει να διασπείρεται σε διάφορα μέρη της βαλκανικής χερσονήσου και της υπόλοιπης Ευρώπης, εγκαταλείποντας τη ραχοκοκαλιά της Πίνδου, αλλά και τις ποιμενικές ασχολίες, για να εξελιχθεί στους πραματευτάδες αστούς οι οποίοι θα αποτελέσουν φορείς οικονομικής και πνευματικής δράσης από το 18ο αιώνα και μετά.

Είναι γεγονός πως οι βοσκοί γενικά αναγκάστηκαν από νωρίς να εξοικειωθούν με τις απαιτήσεις της χρηματικής οικονομίας, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν τους φόρους τους σε χρήμα. Έτσι τα τοπικά παζάρια ή τα μεγάλα ετήσια πανηγύρια «που ήταν οι μηχανές του βαλκανικού εμπορίου ως τις αρχές του 20ού αιώνα»1 ήταν οι χώροι όπου πουλούσαν ζώα, προβιές, μάλλινα είδη και τυριά, με αποτέλεσμα κάποιοι να στραφούν οριστικά στο χώρο του εμπορίου. Έτσι σε αρκετές περιοχές συνυπήρχαν βλάχικες κοινωνίες με εμποροβιοτεχνικό προσανατολισμό και άλλες που βρίσκονταν σε άμεση σχέση με την κτηνοτροφία, γεγονός που καταρρίπτει τη στερεότυπη άποψη που κυριάρχησε για τους Βλάχους μέχρι και σήμερα.

2. Ιστορικά στοιχεία

Σε βυζαντινές πηγές (Κεδρηνός, Κεκαυμένος, Φραντζής, Άννα Κομνηνή, Ν. Χωνιάτης, Χρονικόν του Μορέως κ.ά.) απαντούν και οι πρώτες αναφορές σχετικά με τους Βλάχους. Η πρώτη σαφής μνεία γίνεται ήδη από το 976 μ.Χ., όταν ο Κεδρηνός αναφέρεται στο φόνο του αδελφού του τσάρου Σαμουήλ, Δαβίδ, «παρά τινων Βλάχων οδιτών». Σε μαρτυρίες κάποιων από τους χρονογράφους αυτούς στηρίζεται και η πρώτη άποψη περί της καταγωγής των Βλάχων, που πρεσβεύει πως ήταν φύλα τα οποία μετακινήθηκαν στον ελληνικό χώρο από τις περιοχές βόρεια του Δούναβη προς αναζήτηση ευφορότερων βοσκοτόπων, σε αντίθεση με την άποψη που τους θεωρεί εκλατινισμένους αυτόχθονες του ορεινού όγκου της Πίνδου και γενικότερα του βορειότερου ελληνικού χώρου, που φύλασσαν τα σύνορα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στις ρωμαϊκές λεγεώνες.

Η επιστημονική έρευνα, ωστόσο, δεν μπορεί να υποστηρίξει μια συγκεκριμένη άποψη για το θέμα, καθώς τα ιστορικά στοιχεία είναι ανεπαρκή (ή μάλλον στρατευμένα στην προσπάθεια απόδειξης της ελληνικής καταγωγής των Βλάχων), ενώ το ζήτημα της καταγωγής των Βλάχων αποτέλεσε θέμα πολιτικής διαμάχης μεταξύ Ελλήνων και Ρουμάνων, η οποία κρατεί μέχρι σήμερα στους κόλπους κάποιων εθνικιστικών ομάδων στα Βαλκάνια που επιζητούν να εγείρουν μειονοτικό ζήτημα.

Έλλειψη ομοφωνίας υπάρχει επίσης και για την προέλευση του ονόματος Βλάχος. Από το λατινικό villicus που σήμαινε τον αγρότη, από τη συνένωση των λέξεων valles (κοιλάδα) και aqua (νερό) που παραπέμπει στις κτηνοτροφικές ασχολίες των Βλάχων, από την αρχαία λέξη βληχή (δωρικά βλαχά) που σημαίνει βέλασμα, από τον αιγυπτιακό όρο «φελάχ» που δηλώνει τον αγρότη, είναι μερικές από τις ετυμολογήσεις του όρου. Επικρατέστερη όμως είναι αυτή του Ν. Κατσάνη που ετυμολογεί τον όρο από το Volcae, μια κελτική φυλή η οποία συνόρευε με τα γερμανικά φύλα. Με το όνομα αυτό οι Γερμανοί αποκαλούσαν τους λατινόφωνους. Η λέξη πέρασε από τους Γερμανούς στους Σλάβους, όπου παρατηρείται μια αξιόλογη ποικιλία τύπων. Σύμφωνα με τον Ν. Κατσάνη, από τους Σλάβους η λέξη πέρασε στους Βυζαντινούς χρονογράφους, όπου κατά κύριο λόγο σημασιοδοτήθηκε με την έννοια «βοσκός».2

Οι ίδιοι οι Βλάχοι αυτοπροσδιορίζονται ως Αρουμάνοι (A+Romanus) ή Αρωμάνοι ή Αρμούνοι, όπως και οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι στις νότιες επαρχίες του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, δηλαδή Ρωμάνοι, Ρωμαίοι, Ρωμιοί, άρα υπήκοοι του Ρωμαϊκού κράτους.3 Άλλοι προσδιορισμοί με τους οποίους αναφέρονται οι Βλάχοι είναι: κουτσόβλαχοι (από το τουρκικό κιουτσούκ βαλάχ = μικρόβλαχοι), σε αντιδιαστολή με τους μπουγιούκ βαλάχ (=μεγαλόβλαχοι), τους κατοίκους δηλαδή της Μεγάλης Βλαχίας του Δούναβη. Ο όρος εκτός από γεωγραφική, ενέχει και πολιτική διάσταση καθώς χρησιμοποιήθηκε ως τεχνικός όρος στις συμφωνίες Βενιζέλου - Μαγιορέσκου το 1913.4 Ως Τσιντσάροι προσδιορίζονται οι Βλάχοι από τους Σλάβους (κυρίως τους Σέρβους) λόγω της ιδιαιτερότητας που έχει η γλώσσα τους με τους πολλούς συριστικούς ήχους.

Εκτός από την καταγωγή και την προέλευση του ονόματός τους, ερωτήματα ανακύπτουν και για το γλωσσικό ιδίωμα των Βλάχων, το οποίο χρησιμοποιούσαν κυρίως στο χώρο του σπιτιού και στις κοινωνικές συναναστροφές τους στο κλειστό περιβάλλον του χωριού. Για την εκκλησία και το εμπόριο οι Βλάχοι χρησιμοποιούσαν τα ελληνικά, η αξία των οποίων φαίνεται καθαρά από τον έμμετρο πρόλογο της Εισαγωγικής Διδασκαλίας η οποία γράφτηκε το 1802 από τον Βλάχο ιερωμένο της Μοσχόπολης Δανιήλ:

«Αλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, Αλλόγλωσσοι, χαρήτε,

κι ετοιμασθήτε όλοι σας Ρωμαίοι να γενήτε.

Βαρβαρικήν αφήνοντες γλώσσαν, φωνήν και ήθη,

οπού στους απογόνους σας να φαίνονται σαν μύθοι».5

Αρωμουνική ονομάζει τη βλαχική γλώσσα ο Αχιλλέας Λαζάρου,6 υποστηρίζοντας όπως και ο Ν. Κατσάνης την επίδραση της ελληνικής γλώσσας στην κουτσοβλαχική, μια επίδραση «ισχυρότερη από κάθε άλλη βαλκανική γλώσσα σε επίπεδο φωνητικό και λεξικολογικό».7 Όσον αφορά τη σχέση της κουτσοβλαχικής με τη ρουμανική, ο Ν. Κατσάνης τη θεωρεί «αδελφική» και όχι «μητρική», αφού είναι κι αυτή «ένα από τα παιδιά της Βαλκανικής Λατινικής όπως είναι και η Ρουμανική».8 Στην ομάδα των Ιταλικών και στην υποομάδα των Ανατολικών γλωσσών εντάσσεται η βλαχική γλώσσα, κατ' άλλους, και διακρίνεται στη μεγαλύτερη ομάδα των Μακεδονορουμάνων και στη μικρότερη των Μογλενιτών (περιοχή Αλμωπίας).9

Στον υπερχρονικό κόσμο του Ερωτοκρίτου του Βιτσέντζου Κορνάρου, έργου που γράφτηκε μεταξύ 1600 και 1610, όπου διάφορες ιστορικές περίοδοι συμπλέκονται για να συνθέσουν το ιδανικό ποιητικό περιβάλλον «οι Βλάχοι (Ρουμάνοι), […] αν και φιλικό βαλκανικό στοιχείο, διαλέγονται από τον Κορνάρο κατά την άποψη του A. Vincent, για να παίξουν το ρόλο του αντάξιου αντιπάλου»10 (εννοείται εναντίον της Αθήνας όπου βασιλεύει ο Ηράκλης, πατέρας της Αρετούσας).

Γραικοβλάχους αποκαλεί τους Βλάχους ο αγωνιστής του 1821 Ν.Κ. Κασομούλης.

«Οι Γραικοβλάχοι εκ τουναντίον καταγόμενοι από χωριά της Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, επειδή όμως εγειτνιάζοντο και περιεστοιχούντο από Ελληνικάς χώρας και Αρματολούς Έλληνας […] αν και απλοί και αμαθείς οι περισσότεροι, σύμφωνοι όμως προς τα έξεις με τους Έλληνας, επιρρεπέστεροι εξ ανατροφής ως προς την ανεξαρτησία των, πονητικοί συγγενείς μεταξύ των, πιστοί εις την φιλίαν, επαρατηρήθη ότι εάν και είχαν και ούτοι ιδιαίτερα τινά έθιμα ως προ το ζην και πολιτεύεσθαι από τους (Έλληνας) κατοίκους, διαφέροντες (όμως) καθόλου από τους Αρβανιτοβλάχους κατά τα λοιπά, και συνερχόμενοι εις γαμικούς δεσμούς και με Γραικούς, ωθούντο από εν αίσθημα φιλελεύθερον, το (ίδιον) το οποίον κεντούσε και τους Έλληνας κατοίκους».11

Διάσπαρτοι βλάχικοι πληθυσμοί μαρτυρούνται από τα τέλη του 10ου αιώνα σε Ήπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία και Αλβανία, ενώ φαίνεται πως άρχισαν να παίζουν σημαντικό πολιτικό ρόλο στις αντιπαραθέσεις των Βυζαντινών από τον 11ο αιώνα και μετά. Ο Κεκαυμένος στο Στρατηγικόν, εκφράζοντας την αντίθεση των αρχών της Κωνσταντινούπολης στην απείθαρχη αυτή φυλή, δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ύπαρξη πολυάριθμων Βλάχων στη Θεσσαλία και τις γειτονικές περιοχές, αναλύοντας παράλληλα με γλαφυρό τρόπο το «δόλιο και δειλό ήθος τους».12 Σύμφωνα με άλλη άποψη, είναι ο θρησκόληπτος φανατισμός του Βυζαντινού «αυλοκόλακα και στρατιωτικού» (του Κεκαυμένου) που χαρακτηρίζει έτσι τους Βλάχους, αφού το ότι «μιλούν το λατινογενές γλωσσικό τους ιδίωμα, αλλά και διατηρούν στις αυτόνομες πατριές τους διάφορα προχριστιανικά έθιμα, τους καθιστά ύποπτους στους κύκλους της ορθόδοξης εκκλησίας».13 Σύμφωνα με μαρτυρία κάποιου περιηγητή στα 1160, φαίνεται πως από τον 12ο αιώνα και μετά η Θεσσαλία επικράτησε να ονομάζεται Βλαχία, ίσως λόγω του ισχυρού πολιτικού ρόλου που έπαιζαν οι Βλάχοι κάτοικοι, οι οποίοι ζούσαν σε απρόσιτα καταφύγια και επιδίδονταν σε ληστρικές επιδρομές, χωρίς να υπακούν σε κανένα νόμο.14 Μεγάλη Βλαχία ή Άνω Βλαχία ονομάζεται η Θεσσαλία από τον Νικήτα Χωνιάτη από τον 13ο αιώνα και μετά,15 ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα ο Pouqueville την αποκαλεί Ελληνική Βλαχία, προς αποφυγή ταύτισης με τη Βλαχία του Δούναβη. Μικρή Βλαχία επικράτησε να ονομάζονται οι περιοχές τις Αιτωλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας,16 ενώ μια αναφορά του Χαλκοκονδύλη στους Βλάχους, τους τοποθετεί στη Μάνη μαζί με εγκατεστημένους εκεί σλαβικούς πληθυσμούς. Αρκετοί Βλάχοι κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων ήταν δουλοπάροικοι σε εκκλησιαστικά κτήματα και στρατιωτικές πρόνοιες, που σημαίνει πως ήταν εγκατεστημένοι σε σταθερούς οικισμούς και ενταγμένοι στις κοινωνικοοικονομικές βυζαντινές δομές. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των Σταυροφόρων το 1204, οι Βλάχοι συνέχισαν να παίζουν σημαντικό πολιτικό ρόλο στην περιοχή της Θεσσαλίας. Φαίνεται να ενεπλάκησαν στις αντιπαραθέσεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, υπέρ του πρώτου. Στη διάρκεια του 14ου αιώνα, πραγματοποιήθηκαν μαζικές και πολυάριθμες μετακινήσεις βλάχικων πληθυσμών από περιοχές της σημερινής κεντρικής και νότιας Αλβανίας προς τα νότια, για να εγκατασταθούν στην Κεντρική Ελλάδα, όπου και σταδιακά αφομοιώθηκαν από τους ήδη εγκατεστημένους εκεί βλάχικους πληθυσμούς, ενώ στενές σχέσεις φαίνεται να είχαν συνάψει με τους αρβανίτικους πληθυσμούς της περιοχής από τους οποίους και δύσκολα διαχωρίζονταν.

Προνόμια στους βλάχικους πληθυσμούς της Πίνδου παραχώρησαν οι Οθωμανοί ήδη από το 1430, όταν κάποιοι από τους πρώτους διευκόλυναν τον Καρά Σινάν Πασά στην προσέγγιση των Ιωαννίνων μέσα από τα εδάφη τους. Αυτονομία παραχωρήθηκε επίσης από τον Σουλτάνο Μουράτ Β΄ στην περιοχή του Μετσόβου, με παράλληλη αναγνώριση στους κατοίκους του δικαιώματος να φυλάνε οι ίδιοι τις διαβάσεις τους. Τα προνόμια αυτά καταστρατηγούνταν συχνά από τους τοπάρχες των Οθωμανών, ώσπου οι Βλάχοι της Πίνδου αναγκάστηκαν να υπαχθούν άμεσα στην Οθωμανική εξουσία, πάλι όμως από ένα προνομιακό καθεστώς φορολόγησης από το ταμείο της μητέρας του Σουλτάνου, της Βαλιδέ Σουλτάνας.

Στα τέλη του 15ου αιώνα τα πεδινά της Θεσσαλίας αποτελούν ακόμη τη μόνιμη εστία κάποιων βλάχικων πληθυσμών, ενώ πολλοί έχουν ήδη μετακινηθεί μόνιμα σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές αναζητώντας ασφάλεια, ιδιαίτερα μετά τον ερχομό στη Θεσσαλία Τούρκων εποίκων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι ως νομαδοκτηνοτρόφοι ανέπτυξαν ανταγωνιστικές σχέσεις με τους Βλάχους της περιοχής. Συρρίκνωση των μόνιμων βλάχικων εγκαταστάσεων στη Θεσσαλία παρατηρείται από το 16ο αιώνα, ενώ μείωση και τελικά εξαφάνιση του βλάχικου στοιχείου την ίδια εποχή γίνεται αισθητή και στην ορεινή περιοχή των Αγράφων.

Από τα μέσα του 16ου αιώνα η ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στα βλαχοχώρια οφείλεται σε ένα θεσμό που καλλιέργησαν οι Οθωμανοί για τη διατήρηση της τάξης και την επιβολή του ελέγχου στους υπόδουλους αγροτοποιμενικούς πληθυσμούς, τα αρματολίκια. Στις ομάδες των αρματολών που προέρχονται από τα τσελιγκάτα και τις τάξεις των κλεφτών παραχωρήθηκαν διάφορα προνόμια οικονομικά και πολιτικά. Έτσι οι ορεινές κοινότητες απολάμβαναν κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας μέσω της αυτοδιοίκησής τους, γεγονός που συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην πρόοδο των κοινοτήτων αυτών, τουλάχιστον όσο οι Οθωμανοί το επέτρεψαν, αφού το 1637 αντικατέστησαν τους χριστιανούς αρματολούς με έμπιστους μουσουλμάνους ή εξισλαμισμένους οδοφύλακες, κυρίως αλβανόφωνους.

Το 17ο αιώνα η ασφάλεια των χωριών της Πίνδου αρχίζει να κλονίζεται, καθώς οργανώνονται αποτυχημένα επαναστατικά κινήματα εναντίον των Οθωμανών με εστίες στρατολόγησης των επαναστατών τα αρματολίκια, αλλά και με την απώλεια των προνομίων για τα περισσότερα βλαχοχώρια που είχαν ενταχθεί στο ταμείο της Βαλιδέ Σουλτάνας, αφού αυτά παραχωρήθηκαν για την αποκατάσταση διακεκριμένων Οθωμανών ή των Σπαχήδων. Στο μεταξύ οι συγκρούσεις μεταξύ χριστιανών αρματολών (οι Τούρκοι είχαν αναγκαστεί να ξαναδώσουν τον έλεγχο των διαβάσεων σε κάποιους χριστιανούς γιατί η ληστεία είχε λάβει τεράστιες διαστάσεις) και κλεφτών (οι αρματολοί που είχαν μετατραπεί σε κλέφτες αντιδρώντας στην απόφαση των Οθωμανών να τους αντικαταστήσουν με μουσουλμάνους) επέφεραν την καταστροφή πολλών πλούσιων χωριών της Πίνδου. Η κατάσταση που προαναφέρθηκε μαζί με άλλους αστάθμητους παράγοντες (επιδημίες, φυσικές καταστροφές) είχε ως αποτέλεσμα να επιταχυνθεί με βίαιο τρόπο η μετακίνηση των Βλάχων από τα χωριά της Πίνδου και η μετοίκησή τους σε άλλες ορεινές περιοχές (όπως χωριά του Πηλίου, περιοχή του Ολύμπου κ. ά.) όπου θα μπορούσαν να ασκήσουν απρόσκοπτα τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Στις δύσκολες αυτές συνθήκες, ωστόσο, τέθηκαν τα θεμέλια για την οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη που ακολούθησε.

Το 18ο αιώνα οι συνθήκες διαβίωσης των βλάχικων πληθυσμών έγιναν ευνοϊκότερες λόγω της οργανωμένης κτηνοτροφίας που αναπτύχθηκε, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας ανάπτυξης της γεωργικής παραγωγής στις πεδινές περιοχές και της αποδυνάμωσης των ανταγωνιστών νομαδοκτηνοτρόφων Γιουρούκων Τούρκων. Η ευημερία που επήλθε οδήγησε σε υπερπληθυσμό και σε ανάγκη οργάνωσης νέων μορφών οικονομίας, όπως για παράδειγμα η βιοτεχνική εκμετάλλευση της κτηνοτροφικής παραγωγής, που με τη σειρά της θα επιφέρει και την επαγγελματική εκμετάλλευση των μεταφορών της παραγωγής αυτής μέσα από τα ορεινά περάσματα της Πίνδου. Κάποιοι μεταφορείς γίνονται κεφαλαιούχοι έμποροι της βιοτεχνικής παραγωγής των μάλλινων ειδών για να καταλήξουν σε μεταπράτες και διακινητές διαφόρων εμπορευμάτων. Αυτοί που εγκαθίστανται μόνιμα στις πόλεις (Γιάννενα, Μέτσοβο, Καλαρίτες κ. ά.) παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της νεοελληνικής αστικής τάξης σε πόλεις της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας. Άλλοι πάλι εγκαθίστανται στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σε παροικίες της Ευρώπης.17

Τροχοπέδη στην ανάπτυξη αυτή των χωριών της Πίνδου τέθηκε μετά το κίνημα των Ορλωφικών (1770), οπότε και νέες πληθυσμιακές έξοδοι σημειώθηκαν λόγω των γεγονότων αυτών, κατάσταση που διήρκεσε μέχρι τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Είναι χαρακτηριστική η καταστροφή και ο μαρασμός της Μοσχόπολης – από τα πιο σημαντικά κέντρα του βλάχικου πολιτισμού – την περίοδο αυτή, που σήμανε και τη συλλογική έξοδο των κατοίκων της.18 Οι παρεμβάσεις του Αλή Πασά των Ιωαννίνων – με απώτερο στόχο να μετατρέψει σε τσιφλίκια του τα βλαχοχώρια – που περιλάμβαναν αυξήσεις φόρων και έκτακτων εισφορών, επιθέσεις Τουρκαλβανών ληστών, απαγωγές αλλά και δολοφονίες επιφανών μελών των κοινοτήτων των Βλάχων, οδήγησαν πολλούς Βλάχους της Πίνδου σε αναγκαστικό εκπατρισμό προς την Ανατολική Ρωμυλία και την Ανατολική Μακεδονία, αλλά και προς τη Μικρά Ασία.

Τα χρόνια της Επανάστασης ήταν δύσκολα για τους κατοίκους των χωριών της Πίνδου, οι οποίοι αναγκάστηκαν να ζήσουν για χρόνια σε καλύβες στα βουνά για να αποφύγουν τις σφαγές, τις αγγαρείες και λεηλασίες των Οθωμανών,19 αλλά και αργότερα τις ομάδες ληστών που εκμεταλλευόμενες τη γενικότερη αναρχία δρούσαν ανενόχλητες. Έτσι, άρχισαν οι μετακινήσεις των βλάχικων πληθυσμών σε πιο ασφαλείς εστίες, μετακινήσεις που έγιναν μαζικότερες στα μετεπαναστατικά χρόνια και διήρκεσαν για 2 γενιές περίπου (1788 έως 1832),20 με αποτέλεσμα την τεράστια δημογραφική μείωση των βλάχικων χωριών. Η μεταναστευτική έξοδος σε Ρουμανία, π.Γ.Δ. Μακεδονίας, Ανατολική Μακεδονία, Δυτική Θράκη, αλλά και Μικρά Ασία και Αμερική21 συνεχίστηκε και κατά τους νεότερους χρόνους καθώς η ανέχεια – κυρίως στην άγονη περιοχή της Ηπείρου – και η μάστιγα της ληστείας22 ταλάνιζε τους πληθυσμούς των βλαχοχωριών με αποτέλεσμα την κατάρρευση της τοπικής οικονομίας.

Η οικονομία των τσελιγκάτων γνώρισε ισχυρή κρίση με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881, καθώς τα χειμαδιά τους βρέθηκαν σε ελληνικό έδαφος, ενώ οι ορεινοί οικισμοί ανήκαν στην Οθωμανική επικράτεια, γεγονός που ανάγκασε πολλές οικογένειες να εγκαταλείψουν προσωρινά ή μόνιμα την κτηνοτροφία και να στραφούν στη γεωργία, το εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα ή στην αγορά γης στην περίπτωση των πλούσιων τσελιγκάδων.23

Δύο αντίθετες τάσεις εμφανίστηκαν, πιο συγκεκριμένα, την εποχή αυτή στις βλάχικες κοινότητες, μετά τη σοβαρή κρίση που έπληξε τη μεταβατική κτηνοτροφία: Οι πιο πλούσιοι κτηνοτρόφοι, που διέθεταν ανώτερο μορφωτικό επίπεδο, επωφελούμενοι από το μεγαλύτερο εκχρηματισμό της οικονομίας στράφηκαν στο εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα, ενώ οι φτωχότεροι μετατράπηκαν σε γεωργούς επωφελούμενοι από την αγροτική μεταρρύθμιση. Οι μεγαλοτσελιγκάδες που έμειναν πιστοί στην κτηνοτροφία κατόρθωσαν με τον τρόπο αυτό να αυξήσουν τα όρια της εξουσίας τους στους μικροκτηνοτρόφους, αφού οι τελευταίοι συνήθως αναγκάζονταν να νοικιάσουν με ακριβό ενοίκιο τα βοσκοτόπια που οι πρώτοι είχαν καταφέρει να ιδιοποιηθούν.24

Με τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897,25 τον Μακεδονικό αγώνα που ακολούθησε, τις σκληρές αντιπαραθέσεις μέσα στους κόλπους των βλάχικων κοινοτήτων λόγω της ρουμανικής προπαγάνδας, τα βλαχοχώρια – ιδιαίτερα αυτά των Γρεβενών – αποδυναμώθηκαν δημογραφικά περισσότερο, ενώ η ποιμενική οικονομία βυθίστηκε σε ακόμη πιο μεγάλη κρίση λόγω της αγροτικής μεταρρύθμισης και της απόδοσης των εμπορευματικών καλλιεργειών στους καλλιεργητές, γεγονός που κατέστησε τους ημινομάδες βοσκούς «είδος υπό εξαφάνιση».26 Οι ελληνικές κοινότητες των περιοχών της Αν. Μακεδονίας και της Δυτ. Θράκης, που αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από Βλάχους, καταστράφηκαν όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν τις περιοχές αυτές (1913, 1916 έως 1918), με αποτέλεσμα να εξοριστούν πολλοί στη Βουλγαρία ή να γυρίσουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι παλαιοί αυτοί μετανάστες με τις οικογένειές τους εγκαταστάθηκαν πια οριστικά στις παροικίες που είχαν δημιουργήσει στις παραπάνω περιοχές.

Στη Μακεδονία εγκαταστάθηκε οριστικά μετά τη λήξη του Εμφυλίου και το τελευταίο κύμα νομάδων Αρβανιτόβλαχων, οι οποίοι εποίκισαν ένα σημαντικό αριθμό ερημωμένων χωριών της Φλώρινας και της Καστοριάς. Οι Αρβανιτόβλαχοι αυτοί βρέθηκαν σκορπισμένοι στην ελληνική Ήπειρο καθώς έχασαν τα καλοκαιρινά τους λιβάδια που παρέμειναν στο αλβανικό έδαφος μετά την οριστική χάραξη των συνόρων Ελλάδας και Αλβανίας. Η διασπορά και ενσωμάτωση μικρών ομάδων Αρβανιτόβλαχων σε όλα σχεδόν τα βλαχοχώρια και τις εγκαταστάσεις της Νότιας Βαλκανικής (μέχρι και τα περίχωρα της Αθήνας) ήταν στα τέλη του 19ου και 20ου αιώνα ο κανόνας, καθώς διέθεταν κτηνοτροφικές ικανότητες και τεχνογνωσία. Εποπλέον, οι διασυνδέσεις που είχαν με τους Τουρκαλβανούς ληστές (λόγω της γνώσης της αλβανικής γλώσσας) βοήθησαν τους Βλάχους τσελιγκάδες να διαφυλάξουν τις περιουσίες τους, με αποτέλεσμα οι Αρβανιτόβλαχοι να γίνουν έμπιστοι βοσκοί των πρώτων.

Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις από το 1769 και μετά και οι δημογραφικές ανακατατάξεις που επέφεραν είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν βλάχικες εγκαταστάσεις και στο έδαφος της π. Γ. Δ. Μακεδονίας, που πιθανόν να προϋπήρχαν στην περιοχή, ενώ και σε βορειότερες περιοχές των Βαλκανίων, από το Κοσσυφοπέδιο μέχρι και τη Βοσνία, μαρτυρείται η ύπαρξη Βλάχων. Σημαντικό οικονομικό κέντρο ενός μεγάλου αριθμού Βλάχων αναδείχθηκε το Μοναστήρι, που αποτελούσε τότε το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του ομώνυμου οθωμανικού βιλαετίου, μέσα στο οποίο ζουν οι πιο ανθηροί από τους βλάχικους πληθυσμούς της Βαλκανικής. Παροικίες Βλάχων δημιουργήθηκαν μέσω των μεταναστευτικών κινήσεων στα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και στην Αίγυπτο κυρίως από Μετσοβίτες Βλάχους, τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, καθώς και την Κεντρική ή Βόρεια Ευρώπη. Στα τέλη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με τον Weigand, o βλαχικός πληθυσμός που κατοικούσε εντός των συνόρων της Ελλάδας κυρίως και δευτερευόντως σε άλλες εκτός συνόρων περιοχές (Αλβανία, π.Γ.Δ.Μ.) ανερχόταν σε 154 αμιγώς βλάχικες και 76 μικτές κοινότητες με συνολικό αριθμό 149.520 άτομα.27

3. Η ανάπτυξη του εμπορίου και η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης

Είναι γεγονός πως εθνική συνείδηση οι Βλάχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (όπως και οι άλλοι λαοί που διαβιούσαν στα σύνορά της) δεν μπορεί παρά να απέκτησαν κατά το 19ο αιώνα, οπότε και αρχίζει η εξάπλωση των εθνικών ιδεολογιών στα Βαλκάνια. Τα εθνοτικά χαρακτηριστικά των γλωσσικών και πολιτιστικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν τις καθιστούν αυτομάτως σύγχρονα έθνη. Κατά τον Α.Κ. Βακαλόπουλο:

«Οι εθνικές συνειδήσεις των σκλαβωμένων χριστιανών κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξασθενούν και τελικά αποναρκώνονται. Στη θέση τους προβάλλει, αναπτύσσεται και επιβάλλεται η συνείδηση του χριστιανού, η οποία υψώνεται αντιμέτωπη προς τη συνείδηση του μουσουλμάνου».28

Ο Β. Νιτσιάκος,29 θεωρώντας αδύναμο το εξελικτικό σχήμα που υποστηρίζει ότι η εθνική συνείδηση και ο εθνικισμός προκύπτουν από τον εθνοτισμό (δηλαδή από μια ιστορική πραγματικότητα που προϋπάρχει) και όχι ως φαινόμενο που προκύπτει από τη διαδικασία συγκρότησης του εθνικού κράτους, δεν επικροτεί την άποψη ότι οι Βλάχοι μετεξελίχθηκαν από εθνοτική σε εθνική ομάδα. Διαχωρίζοντας επίσης την εθνοτική από την πολιτισμική ταυτότητα-παράδοση,30 αποδέχεται τους όρους «βλάχικος πολιτισμός»-«βλάχικη παράδοση» μόνο ως μια σύμβαση, καθώς η έννοια του πολιτισμού δεν υπαινίσσεται ένα ομοιογενές και συνεκτικό σύνολο αλλά μια δυναμική προσέγγιση που «δίνει χώρο τόσο στη δυνατότητα του μετασχηματισμού των ταυτοτήτων όσο και σ’ εκείνη της επινόησης παραδόσεων».31

Οι τοπικές κοινότητες του ορεινού χώρου της Πίνδου που αναπτύχθηκαν με βάση την κτηνοτροφική παραγωγική δραστηριότητα άρχισαν να μετασχηματίζονται από το 17ο αιώνα μέσα από την ανάπτυξη βιοτεχνικών δραστηριοτήτων σχετικών κυρίως με την κτηνοτροφική παραγωγή. Η αρχικά οικιακή βιοτεχνία μάλλινων ειδών θα οδηγήσει σε οργανωμένη βιοτεχνική παραγωγή και στην εμπορία των προϊόντων αλλά και των πρώτων υλών. Η βιοτεχνική αυτή δραστηριότητα που θα συντελέσει στην ανάπτυξη του εμπορίου θα οδηγήσει με τη σειρά της στη συγκέντρωση κεφαλαίου και σταδιακά στην ανάπτυξη ευρύτερων εμπορικών, μεταπρατικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και στη γέννηση μιας καινούργιας κάστας, αυτής των πραματευτάδων. Η μαρτυρία του Σκυριανού λογοτέχνη Κωνσταντίνου Φαλτάις για τις επαγγελματικές ασχολίες των Βλάχων είναι ενδεικτική:

«Οι λατινόφωνοι Βλάχοι αποτελούν λαόν ασχολούμενον με παν είδος τέχνης. Οι Βλάχοι θα ηδύνοντο να ονομασθούν οι παντεχνίται της Βαλκανικής. Ιδίως ασχολούνται με την αργυρουργίαν, την υφαντουργικήν, την βαρελοποιίαν, την κατασκευήν ξύλινων γεωργικών εργαλείων, την σαγματοποιίαν, την τσαρουχοποιίαν, την ορειχαλκουργικήν, την μαχαιροποιίαν, την αγιογραφίαν,την οικοδομικήν, την ραπτικήν, την ανθρακοποιίαν, την ξυλουργικήν, την υλοτομίαν, την τυροκομίαν. Είναι επίσης αγωγιάται, παντοπώλαι, ξενοδόχοι, διευθυνταί χανίων και γενικώς έμποροι, επιχειρηματίαι και επιστήμονες. Το υπόλοιπον μέγα μέρος των Βλάχων της Βαλκανικής είναι κτηνοτρόφοι, όχι όμως νομάδες, όπως κακώς και κατ’ εσφαλμένην αρχήν γράφεται. Βλάχοι γεωργοί, ναυτικοί και χειρώνακτες, άνευ ωρισμένης τέχνης, ελάχιστοι υπάρχουν».32

Άμεση συνέπεια είναι και οι αλλαγές (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές) που επέρχονται στους κόλπους των τοπικών κοινοτήτων της Πίνδου. Οι νέες διαστρωματώσεις που συντελούνται και οι αντιθέσεις που παράγουν στους κόλπους των κοινοτήτων θα οδηγήσουν και στον πολιτισμικό μετασχηματισμό τους. Αλλάζουν επίσης και οι σχέσεις μεταξύ κοινοτήτων, καθώς άλλες από αυτές εξελίσσονται σε σημαντικά βιοτεχνικά και εμπορικά κέντρα (όπως οι Καλαρίτες με τα πολλά καταστήματα, εργαστήρια βαφής και οργανωμένα υφαντουργεία, το Νυμφαίο με τα φημισμένα εργαστήρια αργυροχοΐας και κοσμηματοποιΐας και τους άριστους τεχνίτες που είναι οργανωμένοι σε συντεχνίες, η Γράμμοστα ή Γράμοστη και το Λινοτόπι, ονομαστές ελληνοβλαχικές κωμοπόλεις με τα ισχυρά τσελιγκάτα και τις οργανωμένες άρτια βιοτεχνίες τους που στηρίζονται στην πρωτογενή παραγωγή των τσελιγκάτων, τα χωριά των Αγράφων που προμηθεύουν ραμμένες κάπες στο γαλλικό στρατό και τα πληρώματα των στόλων της Μεσογείου), και άλλες παραμένουν κατά βάση κτηνοτροφικές (ο Κοκκινοπλός, η Φτέρη και η Μηλιά, ελληνοβλαχικές κωμοπόλεις γύρω από το φημισμένο για τα υφαντουργικά του εργαστήρια Λιβάδι στην περιοχή του Ολύμπου). Οι κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις γεννούν και μια διαφοροποίηση σε επίπεδο πολιτισμού, καθώς το κοινωνικό στρώμα των εμπόρων που γεννιέται μέσα από το χώρο των κτηνοτροφικών κοινοτήτων υιοθετεί νέες αξίες, διαμορφώνει νέα συνείδηση και παίζει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας.

Το εμπόριο λοιπόν, και μάλιστα το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων, είναι αυτό που καθορίζει την πολιτισμική εξέλιξη του βλάχικου κόσμου, ο οποίος – τουλάχιστον ένα τμήμα του – έχει εισέλθει στις νέες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, στο ευρύτερο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και της αστικοποίησης της κοινωνίας και σε μια εποχή που η ευρωπαϊκή βιοτεχνία αναζητούσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και πρώτες ύλες αλλά και φθηνά μεταποιημένα προϊόντα, επιδιώκοντας στη συνέχεια την προώθηση δικών της προϊόντων στην Ανατολή.

Οι Βλάχοι, άλλωστε, ήταν ξακουστοί για τα καραβάνια τους στη Βαλκανική χερσόνησο ήδη από τα Βυζαντινά χρόνια. Οι καρβανάροι ή κυρατζήδες (δηλαδή αγωγιάτες), που θεωρούνται όπως και οι ναυτικοί προπομποί του εμπορικού καπιταλισμού,33 μεταφέρουν εμπορεύματα μαζί με πρακτικές γνώσεις και πολιτισμό. Τα πολυάριθμα καραβάνια έφταναν από το Δυρράχιο μέχρι την Κωνσταντινούπολη και από το Δούναβη μέχρι το Μοριά. Οι ανθηρότατες ποιμενικές και βιοτεχνικές κοινότητες του Μετσόβου, του Συρράκου, της Σαμαρίνας και του Περιβολίου μάλιστα διαθέτουν η καθεμιά τους τουλάχιστον από 3.000 φορτηγά ζώα, τα οποία φροντίζονται επιμελώς, καθώς ακόμη και η Οθωμανική νομοθεσία έχει επιστρατευθεί υπέρ της φροντίδας τους: «Άλογα, μουλάρια και άλλα υποζύγια, απαγορεύεται να κυκλοφορούν απετάλωτα. Επίσης απαγορεύεται να φορτώνονται υπερβολικά. Δικαστή, πρόσεχε επίσης, να μην έχει κανείς στην υπηρεσία του αδύναμα και καχεκτικά υποζύγια».34 Δεν είναι υπερβολική η άποψη ότι οι Βλάχοι προορίζονταν να γίνουν οι έμποροι των Βαλκανίων, καθώς συνδύαζαν μια ποικιλία προϋποθέσεων: πλεόνασμα σε πρώτες ύλες και σε χειροτεχνικά προϊόντα, κινητικότητα και γνώση των δύσβατων περιοχών, καθώς και το δικαίωμα οπλοφορίας. Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς (1718) οι Βλάχοι κυρατζήδες ασχολήθηκαν με το διαμετακομιστικό εμπόριο με την Κεντρική Ευρώπη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν πλούσιες βλάχικες κοινότητες στη Βιέννη, στη Βουδαπέστη κ. α.35

Μετσοβίτες έμποροι, για παράδειγμα, διατηρούν την εποχή αυτή εμπορικούς οίκους στη Βενετία, τη Νεάπολη, την Τεργέστη, τη Μασσαλία, τη Βιέννη, τη Μόσχα, την Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, πουλώντας μάλλινα είδη, κάπες, γούνες, ή φημισμένο μετσοβίτικο τυρί. Λέγεται μάλιστα ότι ήδη από το 1719 υπήρχε στο Μέτσοβο γαλλικό εμπορικό πρακτορείο, που ασχολούνταν κυρίως με το εξωτερικό εμπόριο.

Πολλές οικογένειες του Συρράκου, επίσης, παρασκευάζουν το τυρί μανούρι και το εξάγουν σε Ιταλία, Μάλτα και Σμύρνη. Μεγαλοτσέλιγκες και υφαντουργοί από το Συρράκο και τους Καλαρίτες εξελίσσονται σε δραστήριους εμπόρους του περιζήτητου στις αγορές της Ευρώπης υφάσματος καπότου, και ιδρύουν καποτάδικα σε πολλά ευρωπαϊκά κέντρα μετά το 1760.

Το εμπορικό καραβάνι «είναι μια μορφή επαγγελματικής συνεργατικής εταιρείας, που συνδέεται απευθείας με την παραγωγή και την αγορά. Σε πολλές περιπτώσεις, οι φορείς της είναι και οι ίδιοι άμεσοι παραγωγοί στο πλαίσιο των τσελιγκάτων ή στα εργαστήρια μεταποίησης των κτηνοτροφικών προϊόντων».36 Εμποροπανηγύρεις, συντεχνίες ή συνάφια/εσνάφια, όπου είναι οργανωμένοι οι τεχνίτες, και τσελιγκάτα είναι τρεις θεσμοί πρωταρχικής σημασίας στο πλαίσιο της αγοράς, που επιτελούν σπουδαίες οικονομικές λειτουργίες στις προβιομηχανικές κοινωνίες. Οι εκπρόσωποι των συντεχνιών (βυρσοδέψες, τυρέμποροι, υφαντουργοί, κ.ά) φτάνουν συχνά ως τα τσελιγκάτα για να προ-πωλήσουν την παραγωγή τους. Οι κτηνοτρόφοι παραγωγοί των τσελιγκάτων είναι υποχρεωμένοι να μεταφέρουν τις πρώτες ύλες στις έδρες των συντεχνιών, βάζοντας έτσι στο κύκλωμα και το καραβάνι. Οι έμποροι των μεγάλων αποστάσεων και οι ιδιοκτήτες των μεγάλων εργαστηρίων έγιναν τελικά για τους ατομικούς παραγωγούς, που ήταν εγκατεστημένοι στις ορεινές κοινότητες, παραγγελιοδόχοι- προαγοραστές, προσανατολίζοντας την παραγωγή των ατομικών τεχνιτών σε αγορές που ξεπερνούσαν τα τοπικά πανηγύρια, αλλά ταυτόχρονα υπάγοντας τους οικοτέχνες αυτούς έμμεσα στην οικονομική εξουσία τους, αφού η επιβίωσή τους εξαρτιόνταν από τις παραγγελίες και τις προκαταβολές των εμπόρων ή των ιδιοκτητών εργαστηρίων. Αν μάλιστα ο έμπορος - προαγοραστής ήταν μόνο ένας, διαμορφωνόταν μια έμμεση σχέση εργασίας - κεφαλαίου, μια «έμμεση σχέση “μισθού με το κομμάτι”»,37 με έμμεση υπαγωγή της παραγωγής και της εργασίας στο κεφάλαιο, ένα σύστημα που ο Rubin ονομάζει καπιταλιστική οικοτεχνική βιομηχανία ή οικόσιτο σύστημα βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας.38

Τα φορολογικά προνόμια (π.χ. κατάργηση του προβατονόμιου) που απολάμβαναν κάποια βλαχοχώρια, όπως το Μέτσοβο, οδήγησαν κατά μεγάλο ποσοστό στην ιδιαίτερη αυτή άνθηση της κτηνοτροφίας στο χώρο της οποίας μπορούν να ανιχνευθούν «οι απαρχές της διαδικασίας οικονομικής και κοινωνικής διαφοροποίησης μέσα από την εμπορευματοποίηση των προϊόντων της κτηνοτροφικής παραγωγής και ιδίως του μαλλιού και των ακατέργαστων δερμάτων».39 Αργότερα όμως, και ιδιαίτερα στα χρόνια του Αλή πασά, οπότε και τα προνόμια αυτά άρχισαν να καταργούνται, οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι αναγκάζονται να προπωλούν την παραγωγή τους πιεζόμενοι από το φορολογικό σύστημα και τις υπερχρεώσεις, υποθηκεύοντας ουσιαστικά την παραγωγή τους στους τοκογλύφους.40

Αυτό το κομμάτι των Βλάχων που εντάσσεται στις νέες, εμπορικές-καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, διαμορφώνει παράλληλα μια «νεωτερική», δηλαδή εθνική συνείδηση: εξελληνίζεται, ακόμα και γλωσσικά, καθώς χρειάζεται μια έγκυρη γλώσσα επικοινωνίας που να μπορεί να προωθεί χωρίς εμπόδια τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες αλλά και να αποτελεί ασπίδα προστασίας απέναντι στις αυθαιρεσίες των οθωμανικών αρχών μέσω της συνεννόησης με τις χριστιανικές αρχές της Αυτοκρατορίας (Πατριαρχείο, Φαναριώτες). Σύμφωνα με τον Τοντόροφ και τον Μηλιό, οι ντόπιοι χριστιανοί έμποροι, ακόμη και στην περίπτωση που δεν ήταν ελληνόφωνοι, είχαν πολύ σημαντικούς διοικητικούς, πολιτικούς, τεχνικούς και πολιτιστικούς λόγους να μάθουν την ελληνική γλώσσα.41

Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, αρχίζει όμως η διαμόρφωση και εξάπλωση και των άλλων βαλκανικών εθνικισμών, μεταξύ των οποίων και του ρουμανικού εθνικισμού, ο οποίος αποκτά ερείσματα μεταξύ των Βλάχων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Έλληνα προξένου του Μοναστηρίου Γουλιέλμου Φοντάνα, τον Απρίλιο του 1890, προς τον υπουργό εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη: «Οι βλαχόφωνοι Ελληνίζοντες και Ρουμανίζοντες δύνανται να θεωρηθώσιν εν γένει ως θιασώται της ελληνικής γλώσσας, τούτο μεν εκ παλαιών παραδόσεων τούτο δε εκ συμφέροντος, διότι το αίσθημα τούτο υπερισχύει παρ’ αυτοίς παντός άλλου. Αλλά ούτε παρά τοις Ρουμανίζουσιν ούτε παρά τοις Ελληνίζουσιν μεταξύ των Βλάχων υπάρχει υπό εθνικήν έποψιν σταθερότης χαρακτήρος και πεποιθήσεων».42

Σε κάθε περίπτωση, εύκολα διαπιστώνεται ότι η διάδοση της ελληνικής εθνικής συνείδησης, γλώσσας και παιδείας σε ευρέα στρώματα των βλάχικων κοινωνιών, πολλές φορές εις βάρος της μητρικής τους γλώσσας που ήταν τα βλάχικα, προήλθε κυρίως από Βλάχους που ήταν φορείς των νέων (καπιταλιστικών) κοινωνικών σχέσεων: εμπόρους και λογίους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γεωργίου Αβέρωφ στο Μέτσοβο: «Ένα από τα αποτελέσματα των δωρεών του Αβέρωφ ήταν να γίνει το Μέτσοβο περισσότερο ελληνικό από βλάχικο. Σήμερα αν και τα Βλάχικα είναι η μητρική γλώσσα, την περιφρονούν και δραστήριες προσπάθειες αναλήφθηκαν για να καταπιεσθεί ένα μικρό βλάχικο σχολείο που το συντηρούσαν μερικές οικογένειες. Όταν παρουσιάζεται ξένος, το Μέτσοβο κάνει το παν για να αποκρύψει την βλάχικη προέλευσή του και καμώνεται πως είναι καθαρά Ελληνικό».43 Στην περιοχή του Μετσόβου είναι επίσης που το διάστημα 1708-1800 δεν υπάρχουν σε έγγραφα της εποχής βαπτιστικά ονόματα με βλάχικη ρίζα ή προέλευση. Τα περισσότερα είναι ελληνικά ενώ κυριαρχούν αυτά του εκκλησιαστικού εορτολογίου.44 Γνωστό είναι στην ιστορία της παιδείας και το Ελληνομουσείον του Μετσόβου όπου καλούνται να διδάξουν έμπειροι δάσκαλοι του γένους σε κατοπινούς λογίους και επιφανείς εμπόρους.

Χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση των χωριών Καλαρύτες και Συρράκο στα οποία ιδρύονται στα μέσα του 18ου αιώνα Σχολές της ελληνικής παιδείας, ενώ είναι εύλογη η έκπληξη του Pouqueville όταν συναντά στις περιοχές αυτές ανθρώπους που μιλούν ξένες γλώσσες, αλλά επίσης έχουν ιδρύσει βιβλιοθήκες με γαλλικές και ιταλικές εκδόσεις καθώς και με καλαίσθητες εκδόσεις των αρχαίων Ελλήνων κλασικών συγγραφέων. Η διαστρωμάτωση της τοπικής κοινωνίας στα προαναφερθέντα βλαχοχώρια περιγράφεται γλαφυρά στη Γεωγραφία Ηπείρου των Κ. Θεσπρωτού και Α. Ψαλίδα: «Εστόλισαν τα χωριά τους με οικοδομές καλές, με σχολεία ελληνικά, με ιατρούς. Ευρίσκεις ανθρώπους από αυτούς εμπείρους της ιταλικής και γαλλικής γλώσσης, χρυσικούς ονομαστούς και τεχνίτας μαλλίνων υφασμάτων όχι ποταπών. Οι έμποροι τούτοι ξενιτεύονται εις Ιταλίαν, Ισπανίαν, Ρουσσίαν και Τουρκίαν. Είναι και ποιμένες πολλοί, και πλούσιοι, καθώς και αγωγιάτες».45

Σε οικονομικούς χορηγούς της ελληνικής παιδείας αλλά και της τέχνης μετατρέπονται οι ισχυροί αγωγιάτες, βιοτέχνες και πραματευτάδες του Βλαχολίβαδου, ενός από τα φημισμένα βλαχοχώρια του Ολύμπου, οι οποίοι παράλληλα συμμετέχουν και σε όλους τους ένοπλους απελευθερωτικούς αγώνες, καθώς το Λιβάδι είναι και έδρα ομώνυμου αρματολικιού.

4. Το κουτσοβλαχικό ζήτημα

Σημαντικό κομμάτι στην ιστορία των Βλάχων αποτελεί το κουτσοβλαχικό ζήτημα που δημιουργήθηκε από την αλυτρωτική πολιτική της Ρουμανίας, η οποία έδρασε με συστηματικό τρόπο και για πολλές δεκαετίες στους τόπους όπου κατοικούσαν Βλάχοι. Ήδη από το 1895, το ρουμανικό κόμμα στη Σαμαρίνα είχε πετύχει να εξασφαλίσει κοινοτικά δικαιώματα από τις επαρχιακές αρχές, παρά το γεγονός ότι οι Βλάχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μόλις το 1905 αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστή εθνότητα από την Υψηλή Πύλη.46 Αναφέροντας ενδεικτικά, στα τέλη του 19ου αιώνα στη Σαμαρίνα υπερίσχυε το ελληνικό κόμμα, στην Αβδέλλα και στο Περιβόλι το βλάχικο, ενώ στη Σμίξη το βλάχικο κίνημα δεν βρήκε καθόλου έδαφος.47 Στις βλάχικες κοινότητες της οθωμανικής επικράτειας στις αρχές του 20ού αιώνα λειτουργούσαν 7 ρουμανικά γυμνάσια και 113 δημοτικά, τα οποία διατηρήθηκαν ως το 1940, 25 ρουμανικές εκκλησίες και 2 μητροπόλεις στο Μοναστήρι και στα Γιάννενα.48

Ακολουθούν δύο θρίαμβοι της ρουμανικής πολιτικής: Το 1905 αναγνωρίζεται ρουμανική εθνότητα των ορθόδοξων Βλάχων με έκδοση Ιραντέ από τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ, ενώ το 1913, με επιστολή του Ελ. Βενιζέλου προς τον πρωθυπουργό Τάκε Μαγιορέσκο, η Ελλάδα δεσμεύεται να δώσει αυτονομία στις κουτσοβλαχικές σχολές και εκκλησίες, καθώς και να επιτρέψει τη σύσταση επισκοπής για τους Κουτσόβλαχους με τη ρουμανική κυβέρνηση να μπορεί να επιχορηγεί κάτω από την επίβλεψη της ελληνικής κυβέρνησης τα ιδρύματα αυτά. Στην ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1905-1908) οι ρουμανίζοντες Βλάχοι συμμάχησαν με τους Μακεδόνες αυτονομιστές κατά των ελληνικών ένοπλων ομάδων. Αναζωπύρωση του θέματος έχουμε στη διάρκεια της Κατοχής καθώς μερίδα των ρουμανιζόντων Βλάχων, με ηγέτη τον Αλκιβιάδη Διαμάντη από τη Σαμαρίνα, συνεργάστηκε με τους Ιταλούς με σκοπό την ίδρυση μιας αυτόνομης βλαχικής περιοχής στην Ελλάδα, του «Πριγκιπάτου της Πίνδου», ιδέα που είχε συλληφθεί από την εποχή του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Η προσπάθεια επάνδρωσης της λεγόμενης «Λεγεώνας της Πίνδου», προς ενίσχυση των Ιταλών, δεν βρήκε την αναμενόμενη υποστήριξη, παρά μόνο στους φτωχούς κτηνοτρόφους που ήταν ευάλωτοι σε οικονομικές πιέσεις, ενώ οι Λεγεωνάριοι (μαζί με οπαδούς τους) που έγιναν μισητοί σε ελληνόφωνους και βλαχόφωνους της περιοχής λόγω της συμμετοχής τους σε λεηλασίες, αναγκάστηκαν σύντομα να εγκαταλείψουν την Ελλάδα.49 Το ελληνικό κράτος, που ήδη προσπαθούσε να αμβλύνει τις συνέπειες από τη συμφωνία του 1913, προχώρησε το 1945 στην κατάργηση των μειονοτικών δικαιωμάτων των Βλάχων (είχε προηγηθεί η προσχώρηση της Ρουμανίας στο ανατολικό μπλοκ).

Η προαναφερθείσα οδυνηρή κατάσταση προκάλεσε μεταπολεμικά και τη συγγραφή ιστορικών εργασιών για τους Βλάχους που, όμως, αντί να προστρέξουν στα πραγματικά ιστορικά γεγονότα και να αντιμετωπίσουν με νηφάλια ιστορική ματιά τα πράγματα, στρατεύτηκαν στον αγώνα να αποδείξουν την ελληνική καταγωγή των Βλάχων από την εποχή του Μεσαίωνα, συζήτηση που μας οδηγεί στις ολοκληρωτικές θεωρίες περί «καθαρότητας» του αίματος και στους εθνικούς μύθους περί ανωτερότητας των λαών.

5. Επίλογος

Η ενσωμάτωση των Βλάχων στο ελληνικό έθνος και κράτος ήταν μια διαδικασία μακρά και σύνθετη, δεδομένης και της καθυστερημένης προσάρτησης των βόρειων περιοχών της χώρας στις οποίες κυρίως διαβιούσαν. Κατά τον Νιτσιάκο, αυτός ήταν ο δεύτερος σημαντικός σταθμός στην ιστορία των βλάχικων κοινοτήτων, με πρώτο τη συγκρότηση των κοινοτήτων και τη συνακόλουθη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική τους ανάπτυξη. Η οικονομική ανάπτυξη όμως μαζί με τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών με κυριότερο τον εκπαιδευτικό, υπέσκαψαν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των τοπικών κοινωνιών προς όφελος των καθολικών εθνικών προτύπων κοινωνικής οργάνωσης και συλλογικής πρακτικής. Η υποβάθμιση των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών της ομάδας προς όφελος της εθνικής ομοιογένειας επηρέασε και την πολιτική υπόσταση των βλάχικων κοινοτήτων, καθώς αυτές υποτάχθηκαν σε ένα συγκεντρωτικό κράτος, χάνοντας την αυτοδιοίκηση και την αυτονομία που είχαν στο πλαίσιο του οθωμανικού διοικητικού συστήματος. Οι σημαντικές ρήξεις που επήλθαν στον κοινωνικό ιστό τους, ως επακόλουθο του νέου διοικητικού και πολιτικού πλαισίου λειτουργίας, τις αποδυνάμωσε και πολιτισμικά, με αποτέλεσμα την προϊούσα παρακμή τους, δηλαδή την περιθωριοποίηση ή τη σταδιακή εξάλειψη των στοιχείων ετερότητας με κυριότερο από αυτά τη βλαχική γλώσσα.

Η ταυτότητα των Βλάχων σήμερα, όπου διατηρείται, «τελεί σε παρατεταμένη μετάβαση και σ’ έναν μετέωρο σχηματισμό»50 διατηρώντας, είτε ως άμυνα είτε ως αδυναμία προσαρμογής, όψεις υπανάπτυξης που συντηρούν ζωντανές, όχι ως μουσειακά είδη, αρκετές παραδοσιακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής έκφρασης.

Μετά τον Εμφύλιο, οι ανατρεπτικές αλλαγές δεν οδήγησαν μόνο στη δημογραφική αφαίμαξη των βλάχικων κοινοτήτων αλλά και σε μια βαθιά ρήξη με τις πολιτισμικές καταβολές του παρελθόντος και στην απαξίωση κάθε παρωχημένου τρόπου ζωής. Μετά την επιφανειακή μάλλον και γραφική όψη της «επιστροφής στις ρίζες» κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80, η συζήτηση περί πολυ-πολιτισμικών κοινωνιών και σεβασμού των πολιτισμικών ετεροτήτων επανήλθε. Γεγονός είναι πάντως πως οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί της Ελλάδας δεν πρέπει να θεωρούνται ως ένα γραφικό κατάλοιπο κάποιου απωλεσθέντος κτηνοτροφικού βίου των βουνών, ούτε ως μουσειακό είδος, καθώς η συνεισφορά τους στην οικοδόμηση της νεότερης Ελλάδας, από κοινού με τους ελληνόφωνους και άλλους πληθυσμούς, αποδείχτηκε εξαιρετικά σημαντική.


1 Μαρκ Μαζάουερ Τα Βαλκάνια, Πέμπτη έκδοση, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003, σ. 80.

2 Ν. Κατσάνης, Ελληνικές επιδράσεις στα κουτσοβλαχικά, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 26 σημ. 4.

3 Alan J.B Wace – Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων. Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της Βόρειας Πίνδου, Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1989, σ. 3 σημ.4.

4 Βλ. Wikipedia, λήμμα Αρμάνοι.

5 Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σ. 7.

6 Στην ιστορική και φιλολογική πραγματεία του Η Αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις αυτής Αθήνα, 1976.

7 Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., εισαγ. σ. κα΄.

8 Ό.π.

9 Βλ. Δημήτρης Λιθοξόου, Μειονοτικά Ζητήματα και Εθνική Συνείδηση στην Ελλάδα, εκδ. Μπατάβια, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 34, σημ. iv.

10 Βλ. Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, επιμ. Στυλ. Αλεξίου, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1999, σ. κβ έως κγ.

11 Κασουμούλης Νικόλαο κ.ά., Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 - 1833, τόμος Α΄, Αθήνα 2003, 6104.

12 Cecaumeni, Strategicon et incerti scriptoris de officiis regiis libelus,έκδ. B.Wassiliewsky-v. Jernsted, Petersburg 1896, σ. 74, όπως παρατίθεται στο Δ. Λιθοξόου, ό.π., σ.24.

13 Βλ. Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου, εκδ. Πορεία, Αθήνα 2004, σ. 361.

14 Η μαρτυρία του Ισπανού περιηγητή Βενιαμίν εκ Τουδέλης (1159), που απαντάται στο Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα του Κυριάκου Σιμόπουλου (τόμος Α΄, Αθήνα 1976, σ. 223), παρατίθεται στο Δημήτρης Λιθοξόου, ό.π., σ. 25.

15 Ό.π.

16 Ο Ιωάννης Απόκαυκος, επίσκοπος Ναυπακτίας στα 1221, αναφέρει πως κοντά στη Βόνιτσα υπήρχε αξιόλογος αριθμός «Ρωμαίων αποίκων» που είχαν επονομαστεί Βλάχοι. Η μαρτυρία παρατίθεται στο Αστέριος Ι. Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, τόμος 2, εκδόσεις Ζήτρος, σ. 87.

17 Αστέριος Κουκούδης, ό.π., σ. 114.

18 Τον πλούτο (πνευματικό και υλικό) και το ευρωπαϊκό κάλλος της Μοσχόπολης επισημαίνει η Γεωγραφία των Θεσσαλών μοναχών Δανιήλ και Γρηγορίου που δημοσιεύτηκε στη Βιέννη το 1791. Βλ. Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σ. 215.

19 Ο Pouqueville αναφέρει πως ένας Τούρκος Πασάς, ο Ρούμελη Βαλέσι Σελίμ Πασάς, φτάνοντας στη Θεσσαλία συγκέντρωσε 400 γυναίκες από τα βλάχικα χειμαδιά μεταξύ Φαρσάλων και Τρικάλων και τις υποχρέωσε να μεταφέρουν τρόφιμα σε 2.000 χωρικούς που είχαν εξαναγκαστεί να δουλεύουν στα οχυρωματικά έργα των Οθωμανών στην πεδιάδα της Θεσσαλίας. Ό.π., σ. 245.

20 Ό.π., σσ. 139, 176-177.

21 Η μετανάστευση στην Αμερική πρωτοξεκίνησε γύρω στα 1900, ενώ μετά το 1908 ενθαρρύνθηκε ασυνείδητα από το οθωμανικό σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι Χριστιανοί έπρεπε να υπηρετούν στον τουρκικό στρατό. Βλ. Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σ. 170.

22 Σε διάρκεια 5 ετών (1878-1883) εισπράχτηκε από την περιοχή του Ζαγορίου το ποσό των 160 χιλιάδων λιρών Αγγλίας, συνήθως ως λύτρα για την επιστροφή απαχθέντων, ενώ οι αγριότητες των ληστών που συχνά παραβίαζαν τον «κώδικα της κλέφτικης τιμής» δύσκολα περιγράφονται. Βλ. Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σ. 195.

23 Ακόμη και αίτηση στις Μεγάλες Δυνάμεις υπέβαλαν οι Βλάχοι της Πίνδου ζητώντας να δοθούν στην Ελλάδα είτε λιγότερα είτε περισσότερα εδάφη για να μη βρίσκονται μοιρασμένοι σε δύο κράτη. Βλ. Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σ. 166.

24 Βλ. Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια - Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Πλέθρον, Αθήνα 2003, σσ. 27-8.

25Οι περισσότεροι Βλάχοι πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων. Οι εθελοντικές υπηρεσίες που έσπευσαν να προσφέρουν κάποιοι Βλάχοι στις τουρκικές αρχές λέγεται ότι δεν έγιναν αποδεκτές. Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σσ. 168-9.

26 Μαρκ Μαζάουερ Τα Βαλκάνια, ό.π., σ. 91.

27 Βλ. Gustav Weigand, Die Aromunen. Ethnografische-Philologische-Historische, Leipzig 1895, σσ. 281-294, αναφέρεται στο Δ. Λιθοξόου, ό.π., σ. 31.

28 Βακαλόπουλος Ε. Απόστολος, Η πορεία του γένους, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1966, σ. 70. Παρατίθεται στο άρθρο των Γ. Μηλιού και Δ. Ξιφαρά, «Η διαμόρφωση της “βλάχικης” αστικής τάξης και η ενσωμάτωσή της στον ελληνικό αστισμό», Θέσεις τ. 54, Ιανουάριος-Μάρτιος 1996, σσ. 33-41. (Επίσης: www.theseis.com).

29 Βλ. Νιτσιάκος Βασίλης «Οι Βλάχοι της Ελλάδας. Εθνική ένταξη και πολιτισμική αφομοίωση». Ευρωπαϊκή Εταιρία Νεοελληνικών Σπουδών. Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Νεοελληνικών Σπουδών, http://www.eens-congress.eu/?main__page=1&main__lang=de&eensCongress_cmd=showPaper&eensCongress_id=87

30 Όπως και ο Δ. Λιθοξόου, ό.π. , σ. 23.

31 Νιτσιάκος Βασίλης, ό.π.

32 Έξαρχος Γ. Αυτοί είναι οι Βλάχοι, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1994, παραπομπή από την εγκυκλοπαίδεια Πυρσός, Αθήνα 1933.

33 Βλ. Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου, ό.π., σ. 433.

34 J. Hammer, Des Osmanischen Reiches Staatsverfassung und Staatsverwaltung, 1815,1, σελ.153 [ΟΔΒΧ, 1979,σ. 406 σημ. 313. Παρατίθεται στο Γκόλιας, ό.π., σ. 437.

35 Βλ. Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, ό.π. σ. 26.

36 Ό.π. σ. 438.

37 Μηλιός-Ξιφαράς, ό.π.

38 Ι. Ι. Rubin, Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1994, σσ. 200 επ.

39 Μηλιός-Ξιφαράς, ό.π.

40 Βλ. Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου, ό.π. σ.462-3.

41 Βλ. αναλυτικά Ν. Τοντόροφ, Η Βαλκανική Πόλη: 15ος-19ος αιώνας, Τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: εκδ. Θεμέλιο, 1986, σσ. 287 επ. Επίσης, Γ. Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2000, σσ. 244-272.

42 Παρατίθεται στο Δ. Λιθοξόου, ό.π. σ. 34, σημ.vi.

43 Βλ. Alan J.B Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σ. 182.

44 Μηλιός-Ξιφαράς, ό.π. Στο ίδιο άρθρο γίνεται αναφορά στον Μιχαήλ Τοσίτσα (1885 - 1950) ο οποίος άφησε κληροδότημα στη γενέτειρά του το Μέτσοβο «προς διάδοσιν του ελληνισμού και εκρίζωσιν της επικρατούσης τοπικής διαλέκτου, της Βλάχικης καλούμενης».

45 Βλ. Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου, ό.π., σ. 345.

46 Τα δικαιώματα αυτά ήταν πρόσκαιρες παραχωρήσεις που είχε πετύχει με τις δωροδοκίες του ο δάσκαλος Απόστολος Μαργαρίτης, ο οποίος μετά το 1862 και με κρατική ενίσχυση αρχίζει την ίδρυση βλάχικων σχολείων. Βλ. Alan J. B. Wace - Maurice S. Thompson: Οι νομάδες των Βαλκανίων, ό.π., σ. 70 και σημ. 50.

47 Βλ. Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια , ό.π. σ. 24.

48 Βλ. Δημήτρης Λιθοξόου, ό.π. σ. 29.

49 Βλ. Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, ό.π. σ. 76.

50 Β. Νιτσιάκος , ό.π.


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή