Επτά θέσεις για την επιστημολογία του κοινωνικού αποκλεισμού στην ύστερη νεωτερικότητα Εκτύπωση
Τεύχος 115, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2011


ΕΠΤΑ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ

ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

του Νίκου Τσίρου[1]


1. Εισαγωγή

Για την εννοιολογική συγκρότηση του κοινωνικού αποκλεισμού κρίσιμη είναι μια εξαρχής διαπίστωση: ως κοινωνικό πρόβλημα τέθηκε αλλά και αναδείχθηκε από τα πάνω, δηλαδή από πλευράς της κυρίαρχης εξουσιαστικής λογικής για τη διαχείριση των ποικιλώνυμων μορφών αποστέρησης που γεννιούνται στο πλαίσιο των δυτικών κοινωνιών. Σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ήπειρο δεν είναι τυχαίο, ότι η στοχευμένη πορεία ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σε Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέθηκε, μεταξύ άλλων, με μιαν ορισμένη δικαιοκρατική αντίληψη της κοινωνίας των πολιτών. Έτσι, η ουσιαστικοποίηση της όποιας πολιτικής συμμετοχής ταυτίστηκε με την άνευ ετέρου εξισωτική λογική της πλήρους απόλαυσης των κοινωνικών δικαιωμάτων από το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Οι επίσημες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέλαβαν εργολαβικά εδώ και είκοσι σχεδόν χρόνια πλήθος πρωτοβουλιών για την ανάδειξη εκείνων των πολιτικών ενσωμάτωσης, που υποτίθεται ότι θα άμβλυναν τα προβλήματα των κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων.[2] Εν τω μεταξύ και μέσω της αβίαστης επέκτασης του ετερόκλητου πλήθους όσων κοινωνικών ομάδων δύνανται να χαρακτηρισθούν ως αποκλεισμένες, ολοένα και περισσότερες ομάδες διεκδικούν για τους εαυτούς τους το σχετικό αρνητικό προνόμιο. Επομένως, η νέα αυτή πραγματικότητα επιβάλλει την επαναπροσέγγιση του φαινομένου του κοινωνικού αποκλεισμού. Στη συνέχεια θα προτείνω επτά θέσεις, που πιστεύω ότι συνδέουν την έννοια με τους συγκροτησιακούς όρους των κοινωνιών της εποχής μας.


2. Θέση πρώτη:

Η μυθοπλαστική χρήση του κοινωνικού αποκλεισμού από το πολιτικό σύστημα

Η εννοιολογική απλοχεριά με την οποία οι κοινωνικοί επιστήμονες δεξιώνονται συνεχώς νέες κοινωνικές ομάδες ως αποκλεισμένες εξηγεί και τη δυσκολία στη σύλληψη ενός ιδεοτυπικά «καθαρού» ορισμού. Πριν καν κλείσει η πόρτα εισόδου για τις υφιστάμενες κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες, εκκολαπτόμενες φουρνιές καινούργιων παριών γρονθοκοπούν ως κοινωνιολογικά παρείσακτα παραδείγματα κάθε τελική προσπάθεια εννοιολογικής αποσαφήνισης του φαινομένου. Αυτό είναι το τίμημα μιας άνευ ετέρου συνταύτισης του κοινωνικού αποκλεισμού με την κοινωνική πρακτική της άρνησης ή της μη πραγματοποίησης των κοινωνικών δικαιωμάτων.[3] Φαίνεται πως οι επεξεργασμένες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης συντηρούν ως αναγκαία μια πραγματολογική αλήθεια, χωρίς την οποία θα έχανε την αξία της κάθε προσπάθεια ανάδειξης της σημασίας αυτών των πολιτικών: το θέμα δεν είναι γι’ αυτές να κλείσει το βαθύ τραύμα που συντηρεί την εγκάρσια ουλή της διάκρισης του «εμείς» και του «άλλου», του «φίλου» και του «εχθρού», του «όμοιου» και του «διαφορετικού». Πιο κρίσιμη από την υπέρβαση είναι η συμφιλίωση με το παλαιόθεν τραύμα, τη διαπίστωση ότι θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις ανοιχτές πληγές μας και στο μέλλον, ως υποκείμενα που αρέσκονται να επινοούν διαρκώς τον αιώνιο έτερο.

Η πρώτη θέση μου συνοψίζεται στην εξής παρατήρηση: η μυθοπλασία του πολιτικού συστήματος αναφορικά με το ζήτημα του κοινωνικού αποκλεισμού ενθυλακώνει την προηγούμενη Μεγάλη Ιδέα του κοινωνικού δεσμού. Στο κέντρο της βρίσκεται η συνάθροιση, ο δεσμός, η σχέση.[4] Στο κέντρο - απόκεντρο οι υποψήφιοι του κοινωνικού αποκλεισμού. Η μεγάλη χίμαιρα του Πολιτικού υπάρχει στο επίπεδο της ιδεολογικής ηγεμονίας του, όπου διατείνεται πως μπορεί να θεραπεύσει τις ανοιχτές πληγές των κοινωνικά απόβλητων προς όφελος της ισχυροποίησης του κοινωνικού δεσμού. Εντούτοις το Πολιτικό ως σύστημα κυριαρχικών σχέσεων εξουσίας επιβάλλεται αντιπροσωπεύοντας αυτήν ακριβώς τη μεγάλη χίμαιρα. Στο ερώτημα γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο, η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη φύση του κοινωνικού δεσμού. Ακριβέστερα βρίσκεται στην πραγματική απουσία του κοινωνικού δεσμού στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας.[5] Ο κοινωνικός δεσμός εγκαθίσταται λαθραία στην κοινωνική πραγματικότητα ως ρωγμή της και όχι ως συνεκτικός ιστός της.


3. Θέση δεύτερη:

Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως προϊόν της συλλογικής κοινωνικής φαντασίωσης

Κατά συνέπεια οφείλουμε σύντομα να εξετάσουμε τα δομικά χαρακτηριστικά που διέπουν τις δυτικές κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας, έτσι ώστε αποδεικτικά να διατυπώσουμε τη χαλάρωση ή και την απουσία του κοινωνικού δεσμού από τους κόλπους τους. Όσο πιο συνοπτικά και σχηματικά διατυπωμένο: η απουσία του κοινωνικού δεσμού από την κοινωνική πραγματικότητα συνοδεύεται αναγκαστικά και από την περιχαράκωση του κοινωνικού αποκλεισμού στον προνομιακό χώρο της κατασκευής ιδεολογιών. Ο κοινωνικός αποκλεισμός συναρθρώνεται πια στην τερατώδη σημασία του με τα δύο έτερα πεδία της ατομικής και της συλλογικής επιθυμίας: το συμβολικό και το φαντασιακό.[6]

Η δεύτερη θέση μου θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: η πολιτική κατασκευή του κοινωνικού αποκλεισμού έχει μέλλον λαμπρό όσο χρησιμοποιεί και μεγεθύνει τη συλλογική κοινωνική φαντασίωση για να συμπεριλάβει στα σπλάχνα της, όσο γίνεται περισσότερες ομάδες κοινωνικά αποκλεισμένων. Η πραγματικότητα ωσάν να ήταν παρούσα, ενώ είναι μονίμως μυθοπλαστική, αυτό είναι το γερό πάτημα της επίκλησης του κοινωνικού αποκλεισμού. Η ύψιστη κοινωνική φαντασίωση είναι αυτή που γνωσιοθεωρητικά θα μπορούσε να ολοκληρώσει το αχανές πέρασμα στην πλήρη απουσία του κοινωνικού δεσμού και του ομόλογού του κοινωνικού αποκλεισμού. Η φαντασίωση αυτή θα ανακάλυπτε την παγκόσμια ήπειρο των κοινωνικά αποκλεισμένων με τέτοιο τρόπο ώστε να μετέτρεπε την αποτυχία της πολιτικής διαχείρισης του κοινωνικού αποκλεισμού σε οικουμενικό χειραφετητικό πρόταγμα της ύστερης νεωτερικότητας: «Κοινωνικά αποκλεισμένοι όλων των χωρών ενωθείτε».[7] Μόνο που η πολυπόθητη ένωση θα λάμβανε χώρα εν μέσω παντελούς απουσίας του κοινωνικού δεσμού, ως συμβαντική επανάσταση ενός ήδη ακινητοποιημένου πολιτικού σκηνικού.


4. Θέση τρίτη:

Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως μετωνυμία του μεγάλου αποκλεισμού

της κοινωνίας

Η ιδεολογική διαχείριση του κοινωνικού αποκλεισμού προϋποθέτει έναν ορισμένο τρόπο λειτουργίας της μαζικής δημοκρατίας που αφήνει ανοιχτό έναν ευέλικτο χώρο για την ανάπτυξη της ατομικής δράσης. Η διαφοροποίηση, η πολυπλοκότητα και η ατομοποίηση καταγράφονται ως τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν τον τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, στο πλαίσιο των οποίων το άτομο εμφανίζεται αποκομμένο από κάθε ουσιώδη ή υπερατομικό δεσμό.[8] Σημαντικοί κοινωνικοί επιστήμονες τονίζουν με έμφαση την αδυναμία των κοινωνιών της ύστερης νεωτερικότητας να συγκροτήσουν την ενότητά τους, εξαιτίας της προϊούσας πολυπλοκότητας των επιμέρους στοιχείων που τις συνθέτουν. Κοινωνίες που κατακερματίζονται σε ετερώνυμα λειτουργικά υποσυστήματα δε διαθέτουν κανένα κεντρικό όργανο για την καθοδήγησή τους. Είναι κοινωνίες χωρίς κορυφή και χωρίς κέντρο, όπου το πολιτικό σύστημα και η πολιτική πρακτική ασκούνται από τις δικές τους και μόνο τιθέμενες δυνάμεις.[9] Ουσιαστικά η πατρική φιγούρα όλων των ειδών του κοινωνικού αποκλεισμού σκιαγραφείται στην οριστική ρήξη της πολιτικής με την ίδια την κοινωνία. Η ενότητα του πολιτικού συστήματος στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας ενδυναμώνεται, κατά τρόπο οξύμωρο, από το διαρκή αποκλεισμό της κοινωνίας στην οργάνωση, στη λειτουργία και στην εκτέλεση των παντοειδών εγχειρημάτων του. Μέσω της ικανότητάς της να αυτοπαρατηρείται, η πολιτική εξουσία διαθέτει τη δυνατότητα να αίρει ή να εκμεταλλεύεται την αβεβαιότητα των εξουσιαζόμενων κερδίζοντας πόντους σε νέα ισχύ.

Η τρίτη θέση μου, προκύπτει από την προαναφερθείσα διαπίστωση του αποκλεισμού της κοινωνίας από την οργάνωση και τη λειτουργία του Πολιτικού: εφεξής η πολιτική της διαχείρισης των διαφόρων κοινωνικών αποκλεισμών εγγράφεται στο κοινωνικό σώμα ως μετωνυμία του μεγάλου αποκλεισμού της κοινωνίας από την πολιτική.[10] Όμως οι διάφοροι αυτοί αποκλεισμοί λειτουργούν μονάχα μεταστατικά και ως συμπτώματα του μεγάλου αποκλεισμού, όχι ως αμιγώς κοινωνικές πραγματικότητες, αλλά ως κυρίαρχα σύμβολα του σημαινόμενου κοινωνικού πεδίου.


5. Θέση τέταρτη:

Κοινωνικός αποκλεισμός σημαίνει καθολική ακύρωση του κοινωνικού δεσμού

Έτσι και αλλιώς ο τόπος της νεωτερικότητας έγινε φαντασμαγορικός. Οι τόποι διαποτίζονται με βάση τις κοινωνικές επιρροές που ασκούνται από αρκετή απόσταση. Η εμπιστοσύνη δεν επενδύεται τόσο στα άτομα, όσο στις αφηρημένες ικανότητές τους. Για την υπόθεση εργασίας του κοινωνικού αποκλεισμού, η πολυθρύλητη διάκριση μεταξύ κοινότητας και κοινωνίας σε ό,τι αφορά το ζήτημα της κοινωνικής αλληλεγγύης κατέστη ήδη ένα αναποτελεσματικό μοντέλο για την κοινωνικοθεωρητική ανάγνωση του φαινόμενου του κοινωνικού αποκλεισμού. Πράγματι, τόσο η περίφημη οργανική αλληλεγγύη των κοινοτικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων όσο και η μηχανική αλληλεγγύη των πιο χαλαρών και αφηρημένων κοινωνικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων ομονοούσαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στην κανονιστική αναγκαιότητα αλλά και στην παρουσία του κοινωνικού δεσμού. Η κοινωνική πραγματικότητα σύγκειται τόσο στη λογική της κοινωνικοποίησης όσο και στη λογική της κοινοτικοποίησης στη στοιχειώδη ύπαρξη του κοινωνικού δεσμού.[11] Το πραγματικό όμως διαστρέφεται στη μετανεωτερική λογική των δυτικών κοινωνιών. Η ατομική κοινωνική δράση συντελείται βαθμηδόν και χωρίς να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η όποια ακτινοβολία ενός ζωοποιού και ζωηφόρου κοινωνικού δεσμού. Οι προσπάθειες ενοποίησης της ορθολογικής δράσης είναι αναγκασμένες να συντελούνται εν μέσω διασταυρωμένων αξιώσεων ισχύος, που ενίοτε βαίνουν εναντιωματικές και παράλληλες. Το άθροισμα των ορθολογικών ατομικών συμπεριφορών, που κινούνται ωσάν να μη γνωρίζουν την ελάχιστη ύπαρξη κοινωνικών δεσμών αλληλεγγύης, έχει ως συνέπεια την κατασκευή μιας χαώδους συλλογικής ανορθολογικότητας.

Διατυπώνω την τέταρτη θέση μου σχετικά με την αδυναμία ευρέσεως ενός έντιμου διακανονισμού γύρω από την έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού ως εξής: η επιλεκτική άνεση με την οποία σωρεύονται ετερόκλητες συνθέσεις ή κοινωνικές ομάδες ώστε να εισχωρήσουν όλες τους στην εννοιολογική χοάνη του κοινωνικού αποκλεισμού οφείλεται στη de facto αυτοακύρωση του κοινωνικού δεσμού. Μονάχα οι μετανεωτερικές κοινωνίες κατορθώνουν να ιδιοποιούνται αναστοχαστικά τη γνώση, έτσι ώστε να περιγράφουν ως σύμπτωμα και όχι ως παθογένειες ή κρίσεις τις δομικές ανισότητες που αναδύονται εντός τους.[12] Μονάχα οι μετανεωτερικές κοινωνίες ανάγουν το συμβολικό και φαντασιακό πεδίο σε πραγματικούς - υλικούς όρους ύπαρξής τους, έτσι ώστε να αδιαφορούν εάν τελικά όλοι οι κοινωνικοί εταίροι καταπέσουν στη σφαίρα του κοινωνικού αποκλεισμού. Ο κοινωνικός αποκλεισμός σχετίζεται τελικά με μιαν ορισμένη κοσμοεικόνα υψηλής αυτοεκτίμησης που οι δυτικές κοινωνίες τρέφουν για τον εαυτό τους. Τούτο, διότι μονάχα με την επέκταση του φαντασιακού πεδίου του κοινωνικού αποκλεισμού μπορεί να κατασκευαστεί μια ισχυρή ταυτότητα και ένας πόλος έλξης που συντηρεί τις εξουσιαστικές δομές αυτών των κοινωνιών.


6. Θέση πέμπτη:

Κοινωνικός αποκλεισμός σημαίνει την αδιαφορία

των μετανεωτερικών κοινωνιών να θεσπίζονται σε φαντασιακό επίπεδο

Τούτου δοθέντος δεν πρέπει να εκπλήσσει η εννοιολογική αμφιρρέπεια του κοινωνικού αποκλεισμού, που υποχρεώνει άλλους κοινωνικούς επιστήμονες να τον δεξιώνονται ως ένα αυστηρά προσδιορισμένο φαινόμενο, δηλαδή ως μια κατάσταση αναγνωρίσιμη και δυνητικά ερμηνεύσιμη, ενώ άλλους να τον αντιλαμβάνονται ως μιαν ατελεύτητη δυναμική διαδικασία, ως μιαν έννοια - ορίζοντα, που δημιουργεί και εξελίσσει το φαινόμενο.[13] Η σκιαμαχία γύρω από το ζήτημα του εάν ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι πρωτίστως κοινωνική κατάσταση ή διαδικασία ή ακόμη και η μεσαία λύση της σύζευξης των δυο όρων, έτσι ώστε ο κοινωνικός αποκλεισμός να κατανοείται τόσο ως κατάσταση όσο και ως διαδικασία, κατά τη γνώμη μου αποκρύπτει την ουσιωδέστερη σημασία της οικείας διαμάχης: γύρω από το ζήτημα της σύγκρουσης του κοινωνικού αποκλεισμού, περί του εάν είναι κατάσταση ή διαδικασία λανθάνει η σύγκρουση του κοινωνικού αποκλεισμού στο συμβολικό και φαντασιακό επίπεδο της συλλογικής επιθυμίας. Οι υπερασπιστές του κοινωνικού αποκλεισμού ως κατάστασης, στην ουσία επιθυμούν μια στέρεη συμβολική τάξη, αρνούμενοι τις ρωγμές και τα ελλείμματα που η τάξη αυτή παράγει στο χώρο της επιθυμίας. Με τον τρόπο αυτό εκλαμβάνουν ως συμπαγή την εικόνα μιας κοινωνίας που χτίζει σφαγιαστικά τη φαντασίωσή της πάνω στον τερατώδη Άλλον. Αντίθετα, οι πιο υποψιασμένοι αναλυτές που αντιλαμβάνονται τον κοινωνικό αποκλεισμό ως διαδικασία διαισθάνονται την ελλειμματική δομή της συμβολικής τάξης του και δεν προεξοφλούν τις κοινωνικές ομάδες που θα υποστούν στο μέλλον κοινωνικό αποκλεισμό. Κοντολογίς, οι μεν στρατεύονται στη θεσμική παρουσία του κοινωνικού αποκλεισμού, παρακάμπτοντας τη διαδικασία της διαρκούς φαντασιακής θέσμισής του, οι δε απολογούνται για τη συνεχή μετάσταση του κοινωνικού αποκλεισμού στο πεδίο της κοινωνικής φαντασίωσης, ξεχνώντας όμως ότι αυτός είναι ήδη παρών ως υφιστάμενη θεσμισμένη - συμβολική τάξη πραγμάτων.

Έχει στα αλήθεια τόσο μεγάλη σημασία η ερμηνεία του κοινωνικού αποκλεισμού ως κατάσταση ή ως διαδικασία ή και τα δύο μαζί; Η πέμπτη θέση μου περί κοινωνικού αποκλεισμού σχετίζεται με την απάντηση στο ερώτημα αυτό και είναι θέση απερίφραστα αποφατική. Θα είχε σημασία μονάχα όταν οι κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας αντιμετώπιζαν τον κοινωνικό αποκλεισμό ως αίτιο και όχι ως σύμπτωμα των παθογενειών και των επιμέρους κρίσεών τους. Η συμπτωματική προσέγγιση του φαινομένου του κοινωνικού αποκλεισμού καθιστά εκ των πραγμάτων δευτερεύουσα τη συζήτηση περί του εάν βιώνεται ως κατάσταση ή ως διαδικασία. Μια τέτοια ουσιολογική προσέγγιση φιλοτεχνείται ερήμην της πραγματικής όψης του κοινωνικού αποκλεισμού, που επιβεβαιώνει τη μόνιμη οικουμενική απουσία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τη στιγμιαία αυτοϋπονόμευση κάθε απόπειρας χτισίματος μιας ομοιογενούς συμβολικής τάξης.[14]

Η πέμπτη θέση μου θα μπορούσε να συνοψισθεί ψυχαναλυτικά και ως ακολούθως: Ο κοινωνικός αποκλεισμός δε θα πρέπει να ερμηνευθεί strictο sensu ούτε ως κατάσταση ούτε ως διαδικασία, αλλά ως η ριζική αδιαφορία των κοινωνιών της ύστερης νεωτερικότητας να θεσμισθούν προεχόντως σε φαντασιακό επίπεδο. Κατά κυριολεξία, ο μεγάλος αποκλεισμός ισοδυναμεί με τη επιθυμία αυτών των κοινωνιών να συγκροτηθούν πάνω στο σύμπτωμα της συλλογικής κοινωνικής νεύρωσης κατά τρόπο ανενδοίαστο, έξω από κάθε ηθικό, κανονιστικό, αξιακό ή ρυθμιστικό φραγμό.


7. Θέση έκτη:

Ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν μπορεί να καταπολεμηθεί ως καθολικό φαινόμενο

Ο πιθανός αντίλογος στην παραπάνω θέση, ίσως θα προερχόταν από τους λεγόμενους δημοκράτες της «διαφοράς». Η ριζοσπαστική θεώρηση της δημοκρατίας και του Πολιτικού, τους ωθεί σε μιαν ορισμένη ουσιοποίηση του «αγωνιστικού πλουραλισμού» στο πλαίσιο των έμμεσων κοινοβουλευτικών συστημάτων. Η Mouffe π.χ. υπερτονίζει το ανέφικτο μιας συναίνεσης χωρίς αποκλεισμούς. Εφόσον η δημοκρατική συναίνεση είναι κατ’ ανάγκην μια «συγκρουσιακή συναίνεση», το νέο ζητούμενο είναι η εκλεπτυσμένη επανεισαγωγή της διάκρισης «φίλου» - «εχθρού». Στη θέση του «εχθρού» εισάγεται τώρα η έννοια του «αντιπάλου» και στη θέση του ακραίου «ανταγωνισμού» υιοθετείται η νέα ιδέα του «αγωνισμού», ήτοι η εντός κανονιστικών ορίων ενάσκηση του ιδιαίτερου πάθους του Πολιτικού.[15] Παραμένει όμως αναπάντητο το ακόλουθο ερώτημα σε ό,τι αφορά τους δημοκράτες της διαφοράς: Μέχρι ποιο σημείο και μέχρι ποιο βαθμό έντασης μπορούν να οδηγηθούν οι ανισομερείς κοινωνικές σχέσεις ενσωμάτωσης - αποκλεισμού, όταν διαπιστωμένα είναι εμπειρικά αναπαλλοτρίωτες για την ύπαρξη των δημοκρατικών πολιτευμάτων της ύστερης νεωτερικότητας; Όταν επομένως έχει ex post κριθεί, ότι για τη λειτουργία και την οργάνωση των σύγχρονων δημοκρατιών είναι δομικά αναγκαία η βαθύριζη διάκριση ανάμεσα σε «εμάς» και στους «άλλους».[16]

Το ιδίωμα των δημοκρατών της «διαφοράς» οραματίζεται μια νέα μορφή κοινότητας (commonality) που σε επίπεδο φαντασιακής θέσμισης θα μπορούσε να συγκροτηθεί ως ένας ισχυρός και ομοιογενής «Δήμος», ταυτόχρονα όμως θα ήταν ανοιχτός σε πλείστες μορφές πλουραλισμού και ετερότητας. Έτσι πιστεύουν οι μετανεωτερικοί στοχαστές ότι θα επέλυαν το πρόβλημα της ανόθευτης και ζωοποιού δράσης του Πολιτικού σε συλλογικό επίπεδο.[17] Η θέση αυτή έχει ένα στοιχείο νοσταλγικότητας, επειδή υπογραμμίζει τη δυνατότητα της ανεμπόδιστης επιβίωσης, ακόμη και σήμερα, κοινοτικών στοιχείων, μέσα σε ένα πλήρως λειτουργικά διαφοροποιημένο και ατομοποιημένο κοινωνικό περιβάλλον. Από την άλλη πάλι πλευρά, είναι δύσκολο να εξηγήσει κατά πόσο το φαντασιακά ομοιογενές αυτής της νέας κοινότητας θα μπορούσε να κάμψει την προϊούσα διαφοροποίηση των μοντέρνων κοινωνιών. Πιο πεζές ανάγκες που έχουν να κάνουν με τη λεπτομερειακή αποτίμηση των κερδών και των ζημιών των εμπλεκόμενων κοινωνικών ομάδων εξηγούν τελικά το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού. Η ίδια η νεωτερική έννοια της διαφοράς λειτουργεί αποτρεπτικά προς την κατεύθυνση μιας αξιακής θεμελίωσης του Πολιτικού. Η περιβόητη différance στο έργο Derrida εκφράζει προσφυώς τη διττή σημασία του differ (διαφέρω) και του defer (αναβάλλω).[18] Η «διαφορά» ως διαρκής εκκρεμότητα και αναβολή καθιστά το γλωσσικό πεδίο εσαεί μη δυνάμενο να ρηματοποιηθεί, διπλά αποστασιοποιημένο, τόσο χρονικά όσο και χωρικά από το φαινόμενο που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κατανοήσει.

Η έκτη θέση μου περί κοινωνικού αποκλεισμού εισηγείται την καθολική αδυνατότητα της καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού ως φαινομένου. Η αδυνατότητα αυτή εξηγείται από την αναλυτική παρατήρηση, ότι ο αποκλεισμός από ορισμένα λειτουργικά πεδία των μετανεωτερικών κοινωνιών συνεπάγεται ενσωμάτωση σε κάποια άλλα πεδία και αντίστροφα. Η ρευστοποίηση των κοινωνικών σχέσεων στο όνομα μιας διαρκώς εκκρεμούς και εμμένουσας διαφοράς συμβολίζει την εικόνα ενός μη ρηματοποιημένου αποκλεισμού, ενός αποκλεισμού που βαθμιαία αποστασιοποιείται από τις πραγματικές ανάγκες των υποκειμένων του. Ο κοινωνικός αποκλεισμός του μη αποκλεισμού, αυτό είναι το ευφάνταστο ιδίωμα των κοινωνιών της ύστερης νεωτερικότητας, που εμμονικά κατανοούν τα κοινωνικά φαινόμενα όχι ως αίτια αλλά ως συμπτώματα των παθογενειών και των κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος οργάνωσης της παραγωγής.


8. Θέση έβδομη:

Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι η συνάθροιση

των επιμέρους ατομικών εγωλογιών

Μια τελευταία παρατήρηση έχει να κάνει με την πολιτική πρακτική απέναντι στο φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού. Κοινωνιοντολογικά ιδωμένο, το ίδιο κίνητρο (το κίνητρο του πολιτικού πάθους) θα μπορούσε να συνδράμει στην ανάδειξη πολιτικά εχθρικών συναισθημάτων, με αποτέλεσμα την έκρηξη φοβικών κινημάτων (π.χ. εθνικιστικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών, λαϊκιστικών κ.λπ.) ή αντίθετα να αποτελέσει το αναγκαίο υπόβαθρο για ομογενοποιημένες συλλογικές ταυτίσεις και για την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης. Επομένως δεν είναι prima facie ασυμφιλίωτη μια επάλληλη μορφή συνεργασίας μεταξύ μιας «αυθεντικής» πολιτικής που ενεργοποιεί βιώματα και αισθήματα και μιας πολιτικής που στοχεύει στη διασφάλιση των δικαιωμάτων και στην απομείωση του κοινωνικού αποκλεισμού. Όμως δε θα πρέπει να λησμονούμε ότι η ερμηνεία του Πολιτικού ως αγωνίσματος υπερπολιτικοποιεί το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού, αφού προνομιακό πεδίο του αγωνιστικού μοντέλου είναι η εντός του δήμου ριζοσπαστική αισθητικοποίηση της πολιτικής δράσης.[19] Κάτι τέτοιο συνεπάγεται υπέρμετρες προσδοκίες που ενδεχόμενα θα απέληγαν σε πρακτικές εξουσιαστικών καταχρήσεων και ακόμη πιο διευρυμένων αποκλεισμών.

Ίσως το πιο δημοκρατικό μοντέλο για την πολιτική διαχείριση του κοινωνικού αποκλεισμού να είναι τελικά το συμμετοχικό - διαβουλευτικό, στο πλαίσιο του οποίου ο αποκλεισμός θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί υπό καθεστώς όσο γίνεται πιο συμμετροποιημένων σχέσεων εξουσίας.[20] Όμως και στο μοντέλο αυτό ο κοινωνικός αποκλεισμός αποκτά ένα φενακισμένο περιεχόμενο, στο βαθμό που αρνείται να αναμετρηθεί με τις εξωγλωσσικές εμπειρίες και τα υπαρξιακά βιώματα των υποκειμένων, θεωρώντας ότι αυτά μπορούν δύσκολα να αποτελέσουν μια υλικά κατατάξιμη πρώτη ύλη για τη θεσμική συγκρότηση της έννοιας του ίδιου του Πολιτικού. Σε ό,τι αφορά το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού θα πρέπει κανείς να λάβει σοβαρά υπόψη αυτήν ακριβώς την αδυναμία των διαφορετικών δημοκρατικών μοντέλων να αναμετρηθούν νικηφόρα μαζί του. Αυτό οφείλεται στην κοινωνιοντολογική ρίζα του κοινωνικού αποκλεισμού, που στην πραγματικότητα αποτελεί τη συμπτωματική μετάφραση των νέων δομικών ανισοτήτων που αναφύονται στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Για να περιγράψουν τις ανισότητες, αρχικά οι κυρίαρχες πολιτικές τάξεις της ύστερης νεωτερικότητας και στη συνέχεια καλοπροαίρετοι, πλην εύπιστοι, εάν όχι ευπειθείς κοινωνικοί επιστήμονες, ανέδειξαν τον κοινωνικό αποκλεισμό ως αίτιο των σύγχρονων κοινωνικών στρωματώσεων. Ενώ η κοινωνική πραγματικότητα σημασιοδοτείται εντελώς αντίστροφα: οι δομικές ανισότητες μεταξύ των διαφόρων ομάδων είναι το αίτιο του κοινωνικού αποκλεισμού, ο δε κοινωνικός αποκλεισμός παρίσταται ως το σύμπτωμα του ρευστού και αχανούς κοινωνικού πεδίου, που κατασκευάζει διακρίσεις και χτίζει διαφορές, χωρίς να γνωρίζει όρια και ηθικές περιστολές.

Η σωστή ανάγνωση του φαινομένου θα επανέφερε τη συζήτηση στα ορθά, πλην τετριμμένα, εάν όχι παλαιομοδίτικα γνωσιοθεωρητικά όριά της. Θα γινόταν π.χ. αμέσως σαφές, ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός ως έννοια - μόδα της εποχής δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη συγκαιρινή αναδιατύπωση των δομικών ανισοτήτων μεταξύ των διάφορων κοινωνικών ομάδων, που απλά συστοιχίζεται με τα ιστορικά και πολιτισμικά συμφράζομενα της ύστερης νεωτερικότητας. Περισσότερο πικρή στο στόμα θα απέμενε η στυφή γεύση μιας τελευταίας κοινωνιοντολογικής διαπίστωσης: Η μη δυνατότητα καταπολέμησής του από τις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες επιβεβαιώνει, αφενός ότι κάθε μοντέλο δημοκρατίας θεμελιώθηκε διιστορικά στην κάθετη τομή του «ομοίου» και του «ετέρου», αφετέρου ότι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες μαθαίνουν να ζουν (αλλά και να επιθυμούν) υπό συνθήκες συμβολικής και φαντασιακής διαίρεσης και κοινωνικού αποκλεισμού.[21]

Η τελευταία έβδομη θέση μου περί κοινωνικού αποκλεισμού συνοψίζεται ως εξής: Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως αιματηρή συνάθροιση των διασκορπισμένων ατομικών εγωλογιών, αυτή είναι η νεολογία του μετανεωτερικού συλλογικού αυτισμού, που ενώ πιστεύει ότι τιθάσευσε την άβυσσο του πραγματικού, αντίθετα οδηγεί την κοινωνική φαντασίωση στο γκρεμό της πιο αχαλίνωτης συλλογικής νεύρωσης ή ακόμη και της ψύχωσης.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Badiou Α. (2008), Η πολιτική και η λογική του συμβάντος. Μπορούμε να στοχαστούμε την πολιτική, Αθήνα: Πατάκης.

Benhabib S. (1995), «Ein deliberatives Modell demokratischer Legitimität», Deutsche Zeitschrift für Philosophie, 43: 3-29.

Glucksmann M. (2003), «Louis Althusser», στο Πετμεζίδου Μ. (επιμ.), Σύγχρονη Κοινωνιολογική Θεωρία, τ. ΙΙ, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 79-133.

Καβουνίδη Τ. (1999), «Κοινωνικός αποκλεισμός: έννοια, κοινοτικές πρωτοβουλίες, ελληνική εμπειρία και διλήμματα πολιτικής, στο Καραντινός Δ., Μαράτου - Αλιπράντη Λ., Φρονίμου Ε., (επιμ.), Διαστάσεις του Κοινωνικού Αποκλεισμού στην Ελλάδα. Κύρια θέματα και προσδιορισμός προτεραιοτήτων πολιτικής, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 47-48.

Κονδύλης Π. (2007), Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Βασικά στοιχεία της κοινωνικής οντολογίας, Τόμος Ια, Αθήνα: Θεμέλιο.

Laclau E. (2010), «Η δημοκρατία ανάμεσα στην αυτονομία και την ετερονομία», στο: Η απραγματοποίητη δημοκρατία, Αθήνα: futura, 143-158.

Luhmann N. (1981), Politische Theorie im Wohlfahrtsstaat, München: Olzog.

Λύτρας Α. (2004), «Κοινωνικός αποκλεισμός: η παγκοσμιότητα του ριζοσπαστικού συντηρητισμού», στο Λύτρας Α., Σουλιώτης Κ. Αποκλεισμοί στην παγκοσμιοποίηση: ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, Αθήνα: Παπαζήσης, 25-59.

Mouffe C. (2004), Το δημοκρατικό παράδοξο, Αθήνα: Πόλις.

Μουσούρου Λ. (1998), «Κοινωνικός αποκλεισμός και κοινωνική προστασία», στο Κασιμάτη Κ. (επιμ.), Κοινωνικός αποκλεισμός: η ελληνική εμπειρία, Αθήνα: Gutenberg, 67-85.

Παπαδοπούλου Δ. (2002), Από την κοινωνική ευπάθεια στον κοινωνικό αποκλεισμό, Αθήνα: Μελέτες Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ.

Schnapper D. (2008), Η κοινωνική ενσωμάτωση. Μια σύγχρονη προσέγγιση, Αθήνα: Κριτική.

Τσαούσης Δ. (1998), «Πολιτισμός, ελεύθερος χρόνος και κοινωνικός αποκλεισμός», στο Κασιμάτη Κ. (επιμ.), όπ. π., 87-119.

Τσατσάνης Μ. (2009), «Παλαιές και νέες διαιρετικές τομές», στο Κωνσταντινίδης Γ., Μαραντζίδης Ν., Παππάς Τ. (επιμ.), Κόμματα και πολιτική στην Ελλάδα. Οι σύγχρονες εξελίξεις, Αθήνα: Κριτική, 35-59.

Τσιάκαλος Γ. (1998), «Κοινωνικός αποκλεισμός: Ορισμοί, πλαίσιο και σημασία», στο Κασιμάτη Κ. (επιμ.), όπ. π., 39-65.

Τσιρώνης Χ. (2005), «Οι νέοι και το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού στην ύστερη νεωτερικότητα», στο Τσομπάνογλου Γ., Κορρές Γ., Γιαννοπούλου Ι. (επιμ.), Κοινωνικός αποκλεισμός και πολιτικές ενσωμάτωσης, Αθήνα: Παπαζήσης, 251-270.

Wolin R. (2007), Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον μεταμοντερνισμό, Αθήνα: Πόλις.

Zizek S. (2006), Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, Αθήνα: Scripta.



[1] Εισήγηση στη θεματική συνεδριακή ενότητα «Θεωρητικές Προσεγγίσεις των Κοινωνικών Ανισοτήτων», η οποία έλαβε χώρα στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου «Κοινωνικές Ανισότητες στη Σύγχρονη Ελλάδα», που διεξήχθη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (27-28 Νοεμβρίου 2009) με την υποστήριξη του Παντείου Πανεπιστημίου και της Επιστημονικής Εταιρίας για την Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη.

[2] Ο Γ. Τσιάκαλος, 1998: 42 κ. ε., επισημαίνει την παρακολουθηματική ενασχόληση των επιστημόνων με τον κοινωνικό αποκλεισμό σε διάφορα προγράμματα παρέμβασης στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την πρωτίστως πολιτική και όχι επιστημονική σημασία της έννοιας επεξηγεί ο Δ. Τσαούσης, 1998: 88 κ. ε., που στη ουσία αντικαθιστά τον όρο φτώχεια.

[3] Προς την κατεύθυνση αυτή, βλ. μεταξύ άλλων, Γ. Τσιάκαλο, 1998: 55-56, Δ. Παπαδοπούλου, 2002: 34-37, Τ. Καβουνίδη, 1999: 53, Λ. Μασούρου, 1998: 67-68.

[4] Πρβλ. Α. Badiou, 2008: 156, που κινούμενος στην ίδια κατεύθυνση θεωρεί ως αναγκαίο μέτρο της μυθοπλασίας του Πολιτικού τον κοινωνικό δεσμό.

[5] Η D. Schnapper, 2008: 75-87, περιγράφει με ακρίβεια τη διάκριση μεταξύ του κοινωνικού δεσμού που είναι θέμα κοινοτικής τάξης (Gemeinschaft) και του κοινωνικού δεσμού που είναι θέμα κοινωνικής τάξης (Gesellschaft). Έτσι, η ίδια η διαδικασία της κοινωνικοποίησης χαρακτηρίζεται από τον οργανικό διαχωρισμό των ανθρώπων, αφού εντός της κοινωνίας εμφανίζονται διαχωρισμένοι παρά τους δεσμούς που τους ενώνουν.

[6] Η Λακανική διάκριση μεταξύ πραγματικών, συμβολικών και φαντασιακών αγαθών έχει ιδιαίτερη, εν προκειμένω, σημασία. Στο βαθμό που ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν μπορεί να σχετισθεί με το πραγματικό αγαθό μιας ενιαίας και αδιαφοροποίητης ύπαρξης απομένει το συμβολικό πεδίο ως η αναγνώριση του ατόμου από τον άλλο ως όμοιο με αυτόν για να παραχθεί το φαινόμενο σε επίπεδο ιδεολογικο-πολιτικής μυθοπλασίας.

[7] Η κοινωνική φαντασίωση καλύπτει ουσιαστικά την αδυναμία της κοινωνίας να συγκροτηθεί ως ενότητα σε συμβολικό πεδίο. Διατηρεί τη ψευδαισθησιακή εικόνα αυτής της ενότητας. Πρβλ. S. Zizek, 2006: 209 κ. ε.

[8] Επ’ αυτού, Π. Κονδύλης, 2007: 18 κ. ε.

[9] Πρβλ. Ν. Luhmann, 1981: 22.

[10] Σύμφωνα με την ιδέα της μετωνυμικής αιτιότητας το αίτιο ενυπάρχει στα αποτελέσματά του, πράγμα που του δίνει τη δυνατότητα της συγχρονικής εξήγησης. Βλ. Μ. Glucksmann, 2003: 88-89.

[11] Ο Π. Κονδύλης, 2007: 77-85, επισημαίνει ότι η μηχανική και η οργανική αλληλεγγύη υπήρξαν πάντοτε αλληλένδετες ως τύποι αλληλεγγύης, οπότε το αντιθετικό ζεύγος «κοινότητα»-«κοινωνία» δεν μπορεί να αποτελέσει μοντέλο για την κοινωνικοθεωρητική διάρθρωση των ανθρώπινων σχέσεων.

[12] Ο Α. Λύτρας, 2004: 53, θεωρεί ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι μια ανασύνθεση της έννοιας της κοινωνικής ανισότητας. Όμως, ο κοινωνικός αποκλεισμός ενώ αφορά τους φτωχούς, δεν ασχολείται με τους μηχανισμούς διαμόρφωσης, την έκταση και τις συνέπειες της φτώχειας, όπως ορθά επισημαίνει στη συνέχεια ο ίδιος συγγραφέας, όπ. π. 55. Αυτό εξηγείται από την ιδεολογική χρήση της έννοιας, που απαλλαγμένη από τους πραγματολογικούς όρους της ύπαρξής της επιμένει να αντιμετωπίζει το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού μονάχα στο στενεμένο πεδίο της εμφάνισής του.

[13] Υπέρ της ιδέας του κοινωνικού αποκλεισμού ως μετρήσιμης κατάστασης, βλ. Λ. Μασούρου, 1998: 67-68, ενώ αντίθετα υπέρ της ιδέας του κοινωνικού αποκλεισμού ως δυναμικής διαδικασίας, βλ. Δ. Παπαδοπούλου, 2002: 26, Τ. Καβουνίδη, 1999: 27-30. Στην ενδιάμεση ζώνη όσων αντιλαμβάνονται τον κοινωνικό αποκλεισμό τόσο ως κατάσταση όσο και ως διαδικασία βρίσκονται οι: Δ. Τσαούσης, 1998: 91-92, Γ. Τσιάκαλος, 1998: 56, Χ. Τσιρώνης, 2005: 254.

[14] Ο Π. Κονδύλης, 1998: 61, ομιλεί για την πολιτική εκμετάλλευση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και με έμφαση τονίζει ότι δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα, υπό την αυστηρή έννοια ότι ως ανθρώπινο δικαίωμα επιτρέπεται να θεωρείται μονάχα ένα δικαίωμα το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι, χωρίς τη διαμεσολάβηση εξουσιαστικών αρχών και συλλογικών υποκειμένων.

[15]C. Mouffe, 2004: 188-189.

[16] Σε ό,τι αφορά την ανάλυσή μας, ο κοινωνικός αποκλεισμός μπορεί να κατανοηθεί μονάχα στην τεταμένη σχέση του με το ζήτημα της κοινωνικής ένταξης, χωρίς το ένα φαινόμενο να ακυρώνει το άλλο. Σύμφωνα με τη συλλογιστική των δημοκρατών της διαφοράς τα δύο αυτά φαινόμενα αυτοϋπονομεύονται, έτσι ώστε στο πεδίο της κοινωνικής στρατηγικής η ενσωμάτωση σε ένα κοινωνικό σύστημα να ισοδυναμεί σχεδόν ταυτόχρονα με τον αποκλεισμό από ένα άλλο.

[17] Ο Ε. Laclau, 2010: 143 κ. ε., υπήρξε από τους πρώτους που στοχάστηκε τη διαλεκτική ανάμεσα στην ετερονομία και την αυτονομία σε όλα τα επίπεδα των πολιτικών επιχειρημάτων. Επί λέξει αναφέρει, όπ. π. 151: «Η απόλυτη αυτονομία θα προϋπέθετε ότι μόνο η ενσωμάτωση είναι εν τέλει νοητή και ότι κάθε αποκλεισμός είναι καθαρά παροδικός ή φαινομενικός και προορισμένος να υποταγεί στην εγκλειστική ταυτολογική λογική [...] Το δεύτερο είδος αποκλεισμού είναι, τουναντίον, καταστατικό: το αλλότριο το οποίο του εναντιώνεται είναι μη αναγώγιμο σε οποιοδήποτε είδος εσωτερίκευσης».

[18] Πρβλ. R. Wolin, 2007: 360-361.

[19] Π. χ. η C. Mouffe, 2004: 133.

[20] Μάλιστα η S. Benhabib, 1995: 10, θεωρεί ότι μια διαλογική θεωρία της ηθικής και της πολιτικής είναι πάντοτε αναγκαία για την αξίωση ισχύος του διαβουλευτικού δημοκρατικού μοντέλου.

[21]Δεν είναι άλλωστε τυχαία η έννοια της «διαιρετικής τομής», που βοηθά στην ίσως πιο πλήρη κατανόηση και θεώρηση του πολιτικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Για την έννοια βλ. Μ. Τσατσάνη, 2009, 35 κ. ε.


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή