Αυτονομία και κυριαρχία στη ριζική φιλοσοφία του Frieder Otto Wolf Εκτύπωση
Τεύχος 116, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2011


ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

ΣΤΗ ΡΙΖΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ FRIEDER OTTO WOLF

του Θεοφάνη Τάση

Αν και άγνωστος στην Ελλάδα ο Frieder Otto Wolf είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους Γερμανούς πολιτικούς φιλοσόφους. Καθηγητής φιλοσοφίας στο Freie Universität Berlin, πρόεδρος της Ανθρωπιστικής Ακαδημίας, πρώην ευρωβουλευτής των Πρασίνων ο Frieder Otto Wolf, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του γερμανικού Μάη ’68, συνδυάζει τη θεωρητική έρευνα με την πολιτική δραστηριότητα και διδασκαλία. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στην κατεύθυνση επεξεργασίας μιας ριζικής, όπως την ονομάζει, φιλοσοφίας η οποία αποβλέπει στην ολοκλήρωση του διαφωτιστικού προτάγματος. Η ριζική φιλοσοφία του Βολφ εμπνέεται προκειμένου ν’ ανανεώσει τη γερμανική φιλοσοφική παράδοση με κατευθύνσεις που προέκυψαν από τις συζητήσεις που εγκαινίασε το περιοδικό Radical Philosophy τη δεκαετία του 1970 στη Μεγάλη Βρετανία, με κυριότερους εκπροσώπους τους Alain Badiou, Étienne Balibar, Jacques Rancière, Judith Butler, Pierre Bourdieu και Antonio Negri. Ειδικότερα, ενάντια στη χεγκελιανή αντίληψη της φιλοσοφίας ως επιστήμης των επιστημών, ο Βολφ, με αφετηρία τον Locke αποδίδει στη φιλοσοφία έναν επικουρικό ρόλο ως προς την επιστήμη, την τέχνη και την πολιτική, με απώτερο στόχο την άρση των σχέσεων κυριαρχίας στην κοινωνία.

Στο παρόν κείμενο συζητούνται τα βασικά χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες της ριζικής φιλοσοφίας, όπως αναπτύσσονται στο ομώνυμο και σημαντικότερο μέχρι στιγμής έργο του Βολφ, με αναφορά (α) σε σύγχρονους κυρίως θεωρητικούς με τους οποίους ο Βολφ συνδιαλέγεται είτε άμεσα με την μορφή της πολεμικής είτε έμμεσα με τη μορφή της επίδρασης ή της συναντίληψης και (β) με την εκ του σύνεγγυς παρουσίαση των θέσεων του Βολφ. Αρχικώς συγκρίνω το θεωρητικό εγχείρημα του Βολφ με την καστοριαδική φιλοσοφία της αυτονομίας, καθώς αμφότεροι αναπτύσσουν μια μη θεμελιωτιστική αντίληψη της πολιτικής με έμφαση στη δημιουργικότητα της συλλογικότητας.1 Στη συνέχεια εξετάζω την έννοια του επιχειρήματος που αναπτύσσει ο Βολφ, ως συνδετικό ιστό μεταξύ πολιτικής δραστηριότητας και φιλοσοφείν στο πλαίσιο της σχέσης υποκειμένου και κυριαρχίας. Τέλος, με αφετηρία την έννοια της αλήθειας ως κοινωνικής δημιουργίας των πολλών (die Vielen) που συντελείται στο χώρο της κουβέντας (das Palaver), συζητώ τις στρατηγικές πολιτικών αληθείας (die Wahrheitspolitische Strategien), την έννοια της πρωτοβουλίας (die Initiative) και ακολούθως διερευνώ τις τέσσερις θεμελιώδεις πρωτοβουλίες οι οποίες, για τον Βολφ, αποτελούν προϋποθέσεις κάθε χειραφετητικής πολιτικής που αποβλέπει στην αυτονομία.


1. Ριζική φιλοσοφία, μια φιλοσοφία των πολλών

Πρωτεύον χαρακτηριστικό της ριζικής φιλοσοφίας είναι ότι συνιστά μια πολιτική φιλοσοφία που αντιτίθεται στις φιλοσοφίες που νομιμοποιούν σχέσεις κυριαρχίας.2 Αποβλέπει στην ενδυνάμωση του αυτόνομου πράττειν και σκέπτεσθαι των ανθρώπων, θεωρώντας τους εκ των προτέρων ικανούς για χειραφέτηση. Υπό την προοπτική της ριζικής φιλοσοφίας, το χειραφετητικό πρόταγμα δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ούτε στον Λόγο (die Vernunft), ούτε στην αναγκαιότητα, παρά μόνο στην ελεύθερη επιλογή των ανθρώπων που διατηρούν το δικαίωμα να μην δεχτούν την πρόσκληση για «συμμετοχή σε μια δραστηριότητα του σκέπτεσθαι την οποία πολλοί έχουν εγκαινιάσει ήδη».3 O Βολφ θεωρεί ότι το αυτόνομο πράττειν και σκέπτεσθαι των ανθρώπων, με βλέψη τη χειραφέτηση, μπορεί να ξεδιπλωθεί ανεξάρτητα από τη δραστηριότητα των φιλοσόφων οι οποίοι ενίοτε έδρασαν ακόμη και ανασταλτικά σε αυτή την κατεύθυνση.4 Έτσι, υποστηρίζει ότι όχι μόνο όλοι οι άνθρωποι φιλοσοφούν, αλλά ότι η ίδια η ριζική φιλοσοφία δημιουργείται εντός και δια της σκέψης των πολλών (die Vielen).5 Η εγγύτητα της αντίληψης του Βολφ με εκείνη του Καστοριάδη σε αυτό το σημείο είναι εμφανής. Για τον Καστοριάδη, ο οποίος θεωρεί αδιαχώριστη τη φιλοσοφία από τη δημοκρατία επισημαίνοντας την ταυτόχρονη ανάδυση των δυο δραστηριοτήτων στην αρχαία Αθήνα,6 ο στόχος της φιλοσοφίας είναι ομοούσιος με το στόχο της πραγματικής πολιτικής, δηλαδή τη δημιουργία αυτόνομων ανθρώπων σε μια αυτόνομη κοινωνία. Αντίστοιχα στον Βολφ η ριζική φιλοσοφία αναπτύσσει τις προτάσεις της σε αναφορά με την πραγματικότητα, απευθυνόμενη στους πολλούς και ασκώντας κριτική στις ποικίλες σχέσεις εξουσίας που εκδηλώνονται μέσα στην κοινωνία, αποβλέποντας σε μια δημοκρατική κοινωνία αυτοδύναμων πολιτών.7 Επιπλέον, τόσο ο Βολφ όσο και ο Καστοριάδης υιοθετούν μια συγκλίνουσα αντίληψη περί του επαναστατικού προτάγματος, δηλαδή συγκλίνουν σε μια θεώρηση, όπου οι «πολλοί» δεν αντιμετωπίζονται ως μάζα που πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί και ακολούθως να καθοδηγηθεί μέσω μιας «ανώτερης διδασκαλίας» την οποία διδάσκουν οι κάτοχοι της γνώσης φιλόσοφοι - εκπαιδευτές.

Ένα ακόμη κοινό σημείο μεταξύ των δυο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι αμφότεροι επιλέγουν ως αντίπαλό τους τον Πλάτωνα. Έτσι ο Καστοριάδης καταλογίζει στον Πλάτωνα τη δημιουργία μιας οντολογίας που έχει ως θεμελιώδη παραδοχή ένα καθορισμένο Είναι, γεγονός που συνεπάγεται στο πολιτικό πεδίο τη νομιμοποίηση των αξιώσεων εξουσίας μιας μειοψηφίας. Παράλληλα ο Βολφ εντοπίζει στο πλατωνικό έργο τις απαρχές ενός τρόπου του φιλοσοφείν που προσεταιρίζεται τα εργαλεία κριτικής της χειραφετητικής σκέψης, για να τα αξιοποιήσει σε συντηρητική κατεύθυνση: «Με ακριβώς αυτές τις τεχνικές φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας αιτιολογείται διαρκώς εκ νέου και επιχειρείται ακόμη και η εδραίωση της κυριαρχίας ανθρώπων επί ανθρώπων».8

Σε αντίθεση τόσο με τη σχολή της Φρανκφούρτης όσο και με το μεγαλύτερο μέρος της κλασικής χειραφετητικής σκέψης, ο Βολφ και ο Καστοριάδης συμπεριλαμβάνουν το υποκείμενο στο χειραφετητικό πρόταγμα. Έτσι στο καστοριαδικό σχήμα μια αυτόνομη κοινωνία είναι αδιανόητη δίχως αυτόνομα άτομα, ενώ στο πλαίσιο της ριζικής φιλοσοφίας ένα ριζοσπαστικό πράττειν δεν είναι εφικτό αν δεν συνοδεύεται από τον αυτομετασχηματισμό των πραττόντων. Αυτός ο αυτομετασχηματισμός συντελείται με κύριο χαρακτηριστικό την ανάληψη της ευθύνης του πράττειν από μέρους του υποκειμένου, με βλέψη τη σύσταση ενός εαυτού ανοιχτού και ικανού για αυτοδημιουργία.

Σε αυτό το σημείο όμως μπορούμε να διαπιστώσουμε και μια πρώτη διαφορά μεταξύ του Βολφ και του Καστοριάδη. Ενώ στον Καστοριάδη το θέμα της εξουσίας περιορίζεται κυρίως στο πολιτικό πεδίο, δηλαδή στη δημόσια άσκησή της από τους πολίτες, η ριζική φιλοσοφία στοχεύει στην επεξεργασία εναλλακτικών τρόπων αυτοδιαμόρφωσης και συνύπαρξης που δεν εκδηλώνονται αποκλειστικά στο πολιτικό πεδίο, αλλά και στο σχολείο, την οικογένεια, τη γειτονιά και την κοινωνία γενικά. Η επεξεργασία αυτών των εναλλακτικών πρακτικών είναι συνυφασμένη με την κριτική σε μορφές εξουσίας όπως εκδηλώνονται στα παραπάνω πεδία και έχει ως κεντρικό αίτημα την ισοκατανομή της ελευθερίας σε όλους. Σε αυτή τη συλλογιστική τόσο οι κοινωνικές σχέσεις όσο και οι κοινωνικοί θεσμοί κρίνονται από το κατά πόσο συντελούν θετικά ή αρνητικά στην ίση ελευθερία όλων, όπου με τον όρο ελευθερία εννοείται η δυνατότητα αυτοδιαμόρφωσης, κοινωνικής συμβίωσης και συμμετοχής στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Στο σχήμα του Βολφ αυτή η ελευθερία εδράζεται στη φυσική ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του θανάτου. Ο Βολφ, σε αναφορά με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία υποστηρίζει ότι ακριβώς λόγω της θνητότητας όλων των ανθρώπων είναι αδύνατον να θεμελιωθούν ιεραρχικές σχέσεις στην κοινωνία.9 Αυτό είναι ένα σημείο όπου η ριζική φιλοσοφία συγκλίνει εκ νέου με το καστοριαδικό σχήμα, όπου η επίγνωση της θνητότητας συντελεί στον αυτοπεριορισμό της πολιτικής κοινότητας και την αποφυγή της ύβρεως, αποτελώντας έτσι αναγκαία προϋπόθεση αλλά και ουσιώδες συστατικό της δημοκρατίας.10 Στην επόμενη ενότητα σκοπεύω να εξετάσω την προβληματική του Βολφ ως προς την ορθολογική θεμελίωση της πολιτικής πράξης, που επικεντρώνεται σε μια διαφορετική αντίληψη της έννοιας του επιχειρήματος με αναφορά, (α) με την αντίστοιχη προβληματική του Καστοριάδη η οποία περιστρέφεται γύρω από την έννοια του προτάγματος της αυτονομίας, ώστε, (β) να περιγράψω ακολούθως τη στάση του Βολφ έναντι της παράδοσης του Διαφωτισμού.


2. Ζήσε την ζωή σου αλλιώς:

Επιχείρημα, υποκείμενο και κυριαρχία στην ριζική φιλοσοφία

Με βάση τα προλεχθέντα δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η ριζική φιλοσοφία δεν αξιώνει έναν καθοδηγητικό ρόλο βάσει μιας γνώσης που υποδηλώνει την κατοχή της αλήθειας. Ο Βολφ αρνείται κατηγορηματικά τον παιδαγωγικό ρόλο του φιλοσόφου, όπως αυτός κυριάρχησε στη νεωτερικότητα, δίχως όμως να ενδίδει σε έναν φιλοσοφικό σχετικισμό.11 Έναντι αυτού του φιλοσοφικού σχετικισμού που συνήθως απολήγει είτε σ' έναν εκλεπτυσμένο κομφορμισμό είτε σε μια παιδαγωγική δράση η οποία τελικώς κατοχυρώνει μια διανοητική αυθεντία, ο Βολφ προκρίνει μια αντίληψη της φιλοσοφίας ως βοηθητικού οργάνου.12 Η ριζική φιλοσοφία επικεντρώνεται στην ενίσχυση της αυτοδυναμίας των ανθρώπων κατά την διερεύνηση καθημερινών προβλημάτων με απώτερο στόχο την κατάλυση των σχέσεων κυριαρχίας στο πολιτικό πεδίο. Ο Βολφ θεωρεί ότι ακριβώς αυτό το πολιτικό πεδίο έχει εγκαταλειφθεί από φιλοσόφους όπως ο Lyotard ή ο Derrida, οι οποίοι ακόμη και όταν υπεραμύνονται της πολλαπλότητας και της διαφορετικότητας αδυνατούν τελικώς να κατανοήσουν αλλά και να επικοινωνήσουν με τα κοινωνικά κινήματα.13 Με ποιο τρόπο όμως η ριζική φιλοσοφία ανταπεξέρχεται σε αυτό το έλλειμμα και πώς εν τέλει επιτελεί το έργο της;

Αρχικώς ο Βολφ προτείνει μια διαφορετική θεώρηση του επιχειρηματολογείν, όπου η επίκληση της πράξης ή της εμπειρίας έχουν σχετική μόνο αξία καθώς το περιεχόμενό τους αποτελεί πάντοτε εστία αντιπαραθέσεων.14 Στην προβληματική της ριζικής φιλοσοφίας η αξία ενός επιχειρήματος έγκειται στο κατά πόσο αποκαλύπτει μια διαφορετική πτυχή της πραγματικότητας η οποία ν’ αφορά τους αποδέκτες του επιχειρήματος. Να τους αφορά στο βαθμό που τους επιτρέπει τον εμπλουτισμό των πρακτικών της ζωής τους (die Lebenspraktiken). Έτσι για τον Βολφ δεν υπάρχει μια ορθή μέθοδος ούτε κάποια επίκληση ενός καθολικού Λόγου που ν’ απαλλάσσει τους ανθρώπους από το να εξετάζουν το επιχείρημα υπό συγκεκριμένες συνθήκες και με την προαναφερθείσα στόχευση. Εδώ εντοπίζουμε ένα ακόμη δείγμα της διανοητικής συγγένειας μεταξύ του Βολφ και του Καστοριάδη αλλά συγχρόνως και μια διαφορά τους. Από τη μια ο Βολφ, όπως και ο Καστοριάδης, αρνείται να θεμελιώσει το πρόταγμα της αυτονομίας σε κάποιο ύστατο ορθολογικό θεμέλιο, προκρίνοντας αντ’ αυτού το λόγον διδόναι και διαφεύγοντας έτσι από μια ωμή βουλησιαρχία. Από την άλλη όμως, ενώ ο Καστοριάδης παρουσιάζεται μάλλον αδιάφορος ως προς τις πρακτικές του υποκειμένου και την αυτοδιαμόρφωσή του εντός των σχέσεων κυριαρχίας, ο Βολφ φαίνεται να βρίσκεται στο σημείο αυτό εγγύτερα στον Foucault. Για τον Βολφ, όπως και για τον Φουκώ, το ζήτημα της κυριαρχίας τίθεται διαρκώς σε όλες τις σχέσεις των ανθρώπων, έτσι ώστε η διαμόρφωση καθημερινών πρακτικών να τίθεται υπό ομηρεία από τις εκάστοτε σχέσεις κυριαρχίας, οι οποίες εκδηλώνονται μέσω διαδικασιών κανονικοποίησης.15

Πρέπει να επισημανθεί ότι η επιχειρηματολογία της ριζικής φιλοσοφίας δεν διαφέρει μόνο ως προς τη μορφή αλλά και ως προς το περιεχόμενο έναντι άλλων χειραφετητικών θεωριών. Ο Βολφ στρέφεται ρητά εναντίον τριών θέσεων της παραδοσιακής φιλοσοφίας16 οι οποίες νομιμοποιούν σχέσεις κυριαρχίας, αναπτύσσοντας μια επιχειρηματολογία που εκτείνεται σε τρία μέτωπα: Πρώτον, ενάντια στη θέση ότι η κυριαρχία αποζητά μόνο να εξουσιάζει. Δεύτερον, ενάντια στη θέση που ακόμα και αν δέχεται την προβληματικότητα της κυριαρχίας, τη θεωρεί αναπόφευκτη. Τέλος, ενάντια στη θέση για το αδύνατο του διαχωρισμού κυριαρχίας και ελευθερίας, ούτως ώστε τελικά η κυριαρχία να καθίσταται αξεπέραστη. Ο στόχος της επιχειρηματολογίας του Βολφ δεν είναι απλώς η ενδυνάμωση του υποκειμένου μέσω μιας ερμηνευτικής και μιας αυτοδιακυβέρνησης, όπως στην προβληματική του Φουκώ,17 αλλά και η κατάλυση των σχέσεων κυριαρχίας με την δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτικής με γνώρισμα τη διαρκή αναπαραγωγή μη εξουσιαστικών σχέσεων. Σε αυτό το σημείο οι τροχιές της ριζικής φιλοσοφίας και του καστοριαδικού προτάγματος της αυτονομίας τέμνονται για άλλη μια φορά. Ο Βολφ, όπως και ο Καστοριάδης (ο οποίος ορίζει το πρόταγμα της κοινωνικής αυτονομίας ως διαρκή ρητή αυτοθέσμιση δίχως την επίκληση καμίας εξωκοινωνικής αρχής), δεν κουράζεται να επισημαίνει τους κινδύνους που διατρέχει η ριζική φιλοσοφία αν ενδώσει στον πειρασμό να υποκαταστήσει την έλλειψη επίκλησης μιας εξωκοινωνικής αρχής με τον εαυτό της, ανάγοντας τη ριζική φιλοσοφία σε ρυθμιστική αρχή. «Η ριζική φιλοσοφία δεν αποδέχεταικατόχους της αλήθειαςόπως αυτοί εμφανίστηκαν προ της ελληνικής φιλοσοφίας ούτε πείθεται από την ύπαρξη ενός Θεού εγγυητή των υπαρχουσών σχέσεων κυριαρχίας».18

Αλλά αν τόσο ο Βολφ όσο και ο Καστοριάδης συγκλίνουν ως προς τη σημασία του υποκειμένου για μια κριτική φιλοσοφία και μια δημοκρατική πολιτική, μπορούμε να διαπιστώσουμε μια κοινή αδυναμία. Ο μεν Καστοριάδης θεωρεί ως προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας αυτόνομης κοινωνίας την ύπαρξη αυτόνομων υποκειμένων και, αντιστρόφως, προϋπόθεση για τη συγκρότηση μιας αυτόνομης υποκειμενικότητας την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης κοινωνίας, ωστόσο δεν αναπτύσσει μια προβληματική για τους όρους συγκρότησης υποκειμενικότητας, πολύ περισσότερο της ρητής αυτοδημιουργίας του υποκειμένου σε σχέσεις κυριαρχίας. Ο δε Βολφ, ενώ εντοπίζει ορθά στην έλλειψη αυτοκυριαρχίας του υποκειμένου μια πηγή για την επιθυμία άσκησης εξουσίας στον άλλον, δεν επεξεργάζεται το ζήτημα της αυτοδιακυβέρηνσης του υποκειμένου με βλέψη την αυτοδημιουργία του.

Κατά την γνώμη μου, το εγκλωβισμένο χειραφετητικό δυναμικό των δυο προσεγγίσεων μπορεί ν’ αξιοποιηθεί αν στρέψει κανείς το ενδιαφέρον του στην εργασία που καταβάλλει το υποκείμενο στο πλαίσιο της αυτοδημιουργίας τους. Με τον όρο εργασία εαυτού19 εννοώ την καλλιέργεια μορφών αυτοδιακυβέρνησης που έχουν ως πυρήνα την επίγνωση ότι τόσο οι εσωτερικές σχέσεις εντός του υποκειμένου εξωτερικεύονται, όσο και το ότι οι εξωτερικές σχέσεις εσωτερικεύονται, επειδή το υποκείμενο αποτελεί πάντοτε προϊόν σχέσεων με άλλους. Ως προς το τελευταίο, ο Βολφ δεν θα διαφωνούσε καθώς ο ίδιος αντιμετωπίζει τις μορφές αυτοκυριαρχίας ως συμπεριφορές πρωτίστως κοινωνικές που μαθαίνονται όπως και η γλώσσα σε πολύ νεαρή ηλικία.20 Άλλωστε πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ριζική φιλοσοφία δεν προσεγγίζει το υποκείμενο ως μεμονωμένο, όπως η κλασική φιλοσοφία, αλλά ως δημιούργημα των σχέσεών του με τους άλλους (οικογένεια, φίλους, εραστές, συνεργάτες, γείτονες, συμπολίτες,).21 Μέσα σ’ αυτή την αλληλεπίδραση με τους άλλους γεννιούνται και πρακτικές αμφισβήτησης των υπαρχουσών σχέσεων κυριαρχίας. Για άλλη μια φορά ο Βολφ κινείται επιδέξια μεταξύ των συμπληγάδων. Από τη μια αρνείται τον ηγεμονικό ρόλο της φιλοσοφίας και των φιλοσόφων δίνοντας την πρωτοκαθεδρία στη δημιουργικότητα των πολλών, σεβόμενος την αυτονομία τους. Από την άλλη διασφαλίζει την αυτονομία των φιλοσόφων υποδεικνύοντας τις συνέπειες μιας άρνησης της κριτικής λειτουργίας της φιλοσοφίας μέσω ενός κοινωνικού στιγματισμού των φιλοσόφων ως «εχθρών του λαού», όπως έχει επιχειρηθεί από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Οι φιλόσοφοι λοιπόν δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε παρίες, αλλά ενεργά μέλη ανάμεσα στους πολλούς που συνεργάζονται συνεισφέροντας στην αμφισβήτηση των σχέσεων κυριαρχίας.22

Μέχρις εδώ πρέπει να κατέστη σαφές ότι η ριζική φιλοσοφία δεν εγκαταλείπει τα ιδεώδη του Διαφωτισμού και το «sapere aude», ωστόσο καταδεικνύει συγχρόνως το ολοκληρωτικό δυναμικό αυτών των ιδεωδών. Εντούτοις ο Βολφ επιμένει να προασπίζεται όχι μόνο την απελευθερωτική διάσταση του Λόγου έναντι οποιασδήποτε πανουργίας του, αλλά και τη συνακόλουθη δυνατότητα της επανάστασης. Όσον αφορά τη «σκοτεινή» πλευρά του Λόγου, ο Βολφ κατονομάζει τρία ιδεολογήματα τα οποία πηγάζουν απευθείας από τον Διαφωτισμό:23 α) Το επιστημονιστικό ιδεολόγημα ότι ο ορθός βίος αποτελεί ζήτημα αναλυτικής σκέψης, με άλλα λόγια ότι υπάρχει μια γνώση η οποία μπορεί να συλληφθεί έλλογα, εξασφαλίζοντας στους κατόχους της έναν ευδαίμονα βίο. β) Το τεχνοκρατικό ιδεολόγημα ότι όλα τα προβλήματα της ζωής επιδέχονται μια και μοναδική βέλτιστη λύση. Τέλος, γ) το ορθολογιστικό ιδεολόγημα ότι η ανθρώπινη πράξη είναι εξ ολοκλήρου έλλογη και διάφανη στον πράττοντα. Ακολούθως ο Βολφ επαναπροσδιορίζει τη βλέψη μιας χειραφετητικής φιλοσοφίας ως πρόταγμα μιας αυτοστοχαστικής χειραφετητικής δραστηριότητας η οποία δίχως να εγείρει αξιώσεις καθολικότητας δεν απεμπολεί αξιώσεις ορθολογικής εγκυρότητας:

Το ζητούμενο είναι ν’ αποδεσμευτεί η θεμελιώδης ιδέα του Διαφωτισμού ότι περισσότερη γνώση περί των προϋποθέσεων, των συνθηκών και των δομών της ίδιας της καθημερινής ζωής συνιστά έναν ουσιαστικό μοχλό οποιασδήποτε χειραφέτησης (αυτό ήταν το κάθε άλλο παρά κυνικό νόημα του συνθήματος «η γνώση είναι δύναμη» του εργατικού κινήματος του 19ου αιώνα) από τις θεωρησιακές και ολοκληρωτικές παραμορφώσεις της, αλλά όχι από μια καλώς εννοούμενη και αναστοχαστική ως προς τα όρια και τις προϋποθέσεις της ορθολογικότητα, η οποία αποδέχεται ως γνώσεις και αποφάσεις μόνο τεκμηριωμένους σε επιχειρήματα – διαφορετικών ειδών ανάλογα με το είδος επιχειρηματολογίας – λόγους, αποκλείοντας μια κατηγορία «λόγων» οι οποίοι δεν υπόκεινται σε εξέταση μέσω επιχειρήματος.24

Προκειμένου ν’ ανανεώσει το διαφωτιστικό πρόταγμα, ο Βολφ επεξεργάζεται μια πολιτική οικολογία με επίκεντρο τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος στη βάση της οποίας βρίσκεται μια κριτική στον παραδοσιακό υλισμό.25 Δεν έχω το περιθώριο να εξετάσω εδώ την έννοια του «εμπλουτισμένου υλισμού» που έχει αναπτύξει ο Βολφ στο πλαίσιο της ριζικής φιλοσοφίας, καθώς κάτι τέτοιο υπερβαίνει την πρόθεση αυτού του άρθρου. Αντί για αυτό, θα περιοριστώ στη διατύπωση μιας επιφύλαξης: Μια προβληματική αυτού του τύπου μπορεί να θεωρηθεί ως μια ακόμη εκδοχή της αντίθεσης φύσης και νόμου, που ταλανίζει τη φιλοσοφία από την αρχαιότητα. Η γονιμότητα της έννοιας του εμπλουτισμένου υλισμού που επεξεργάζεται ο Βολφ εξαρτάται από την εξισορρόπηση των δύο στοιχείων και την άρνηση αναγωγής του ενός στο άλλο, πράγμα κάθε άλλο παρά εύκολο.26


3. Ο χώρος της κουβέντας

Σε αντίθεση με τον Habermas, για ν’ αναφέρουμε έναν ακόμη υπερασπιστή του διαφωτιστικού προτάγματος, ο οποίος προτείνει την εγκαθίδρυση μιας δημόσιας σφαίρας διαβούλευσης ορθολογικών υποκειμένων που εγείρουν και αμφισβητούν αξιώσεις εγκυρότητας μέσω ενός ηθικού διαλόγου για την ολοκλήρωση του ημιτελούς προτάγματος της νεωτερικότητας, ο Βολφ προασπίζεται μια πραγματιστική αντίληψη της πολιτικής όπου το αγωνιστικό στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο. «Το πεδίο δράσης της ριζικής φιλοσοφίας από το οποίο ουδέποτε μπορεί ναποδεσμευτεί πλήρως δεν είναι η αφηρημένη επικοινωνιακή κοινότητα καθαρών υποκειμένων, αλλά οι πραγματικές σχέσεις ανθρώπινων υποκειμένων με τις επιθυμίες και τους αγώνες τους».27 Αυτή η αντίληψη τον φέρνει εγγύτερα στην έννοια της αγωνιστικής δημοκρατίας που αναπτύσσει η Mouffe.28 Όμως σε αντίθεση με την Mouffe που αντιπαραθέτει μια συγκρουσιακή αντίληψη της πολιτικής στη φιλελεύθερη αντίληψη της συναίνεσης όπως εκφράζεται από τον Rawls με μια έννοια δικαιοσύνης ως ακριβοδικίας29 ή από τον Habermas με τη διάκριση μεταξύ moral και ethical,30 ο Βολφ επιλέγει τον υπαρκτό χώρο συνάντησης των ανθρώπων ως χώρο παραγωγής μιας εναλλακτικής πολιτικής.31 Η έλλειψη κανόνων διαλόγου, συνοχής, συγκεκριμένων στόχων και πορισμάτων που χαρακτηρίζουν αυτό τον πραγματικό χώρο μπορούν ν’ αποτελέσουν τόσο γόνιμες συνθήκες για το άνοιγμα στο καινούργιο και την ανεκτικότητα έναντι της διαφορετικότητας, όσο και να λειτουργήσουν ως καύσιμα αέναων συγκρούσεων. Αυτός ο χώρος όπου «πραγματικοί» άνθρωποι συναντώνται, αντιπαρατίθενται και συνεργάζονται, ονομάζεται στην ορολογία της ριζικής φιλοσοφίας χώρος της κουβέντας (der Raum des Palavers).32

Με επιδεξιότητα και φαντασία ο Βολφ μετασχηματίζει τις αρνητικές συνδηλώσεις του όρου «κουβέντα» σε θετικές. Στο χώρο της κουβέντας δεν υφίσταται καμία αυθεντία, ενώ δεν υπάρχει τίποτα που να μην αμφισβητείται. Αυτή η σύλληψη φέρνει αναπόφευκτα στο νου την αρχαία αθηναϊκή αγορά σε αντιδιαστολή προς τον αθηναϊκό δήμο ως πεδίου πολιτικών διεργασιών, ένα είδος μήτρας της δημοκρατίας, όπου τα επιχειρήματα εναλλάσσονται με πειράγματα, γέλια και εκρήξεις θυμού. Ο χώρος της κουβέντας είναι για τον Βολφ ένας ζωντανός, δονούμενος από πάθη και συναισθήματα χώρος, ένας χώρος εκδίπλωσης της αυτονομίας, όπου ο αυτοκαθορισμός του καθενός συμπεριλαμβάνει αναγκαία πάντοτε και τον αυτοκαθορισμό του άλλου. Σε αυτή την προβληματική, η ριζική φιλοσοφία αποτελεί άλλη μια μορφή συμμετοχής στο χώρο της κουβέντας, δηλαδή συμμετοχής σ’ έναν δημόσιο πειραματισμό και αυτοσχεδιασμό όπου όμως οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη των προτάσεών τους.

Μέσω του χώρου της κουβέντας ο Βολφ επαναπροσδιορίζει τον επαναστατικό φορέα στο εδώ και τώρα, όμοια με τους Hardt-Negri,33 ως αμάλγαμα πολιτικών κομμάτων, κοινωνικών κινημάτων, συνδικάτων, δικτύων πολιτών και μη κυβερνητικών οργανώσεων οι οποίες δρουν τοπικά, εθνικά, αλλά και παγκόσμια. Ωστόσο σε αντίθεση με τους Χαρτ-Νέγκρι, ο Βολφ υπογραμμίζει τον σχετικά ανεξάρτητο ρόλο της υποκειμενικότητας ως παράγοντα κοινωνικής αλλαγής.34 Κατ’ αυτό τον τρόπο φιλοδοξεί να υπερβεί τόσο τις νεώτερες εκδοχές του μαρξισμού-λενινισμού, όσο και αυτές της κριτικής θεωρίας. Για τον Βολφ η καθοριστική διαφορά της ριζικής φιλοσοφίας από τις προαναφερθείσες θεωρίες είναι: α) ότι δρα στο παρόν τροφοδοτώντας τη συνεργασία και τον συντονισμό ενός φορέα που συγκροτείται ως πολλαπλότητα και όχι ως αυστηρά καθορισμένη μοναδικότητα και β) ότι οριοθετεί ένα πεδίο αυτοκατανόησης του επαναστατικού φορέα, όπου συζητούνται εκ νέου θεμελιώδεις έννοιες όπως Λόγος, επανάσταση και αλήθεια.35 Έτσι καθίσταται δυνατή η επανεξέταση της ιστορίας των χειραφετητικών εγχειρημάτων όχι μόνο εντός της φιλοσοφίας, αλλά και εντός της ιστορίας, ενώ συγχρόνως αυτή η επανεξέταση συνδυάζεται με την ανάλυση των προβλημάτων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, συνεισφέροντας στην εκπόνηση προγραμμάτων πολιτικής δράσης με στόχο την αυτονομία.36


4. Το ζήτημα της αλήθειας στο χώρο της κουβέντας και η έννοια της «πρωτοβουλίας»

Τα παραπάνω θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η ριζική φιλοσοφία αποτελεί απλώς ένα όργανο στην υπηρεσία αριστερών πολιτικών. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Τοποθετώντας την κατηγορία της αλήθειας στο κέντρο της ριζικής φιλοσοφίας, ο Βολφ ευελπιστεί ν’ ανακαλύψει το αρχιμήδειο σημείο απ’ όπου μπορεί να συνδέσει και να θέσει σε κίνηση μια συμμαχία πολιτικής και φιλοσοφίας με χειραφετητικό προσανατολισμό. Υπό αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζεται η επίκληση κατοχής μιας τελικής αλήθειας, επίκληση η οποία έχει χρησιμέψει, αλλά και εξακολουθεί να χρησιμεύει, στη νομιμοποίηση αξιώσεων κυριαρχίας στο πεδίο της πολιτικής. Ο Βολφ δεν αντιπροτείνει μια αντίστοιχη απόλυτη αξίωση αλήθειας για να την «επιβάλλει» υπό τη μορφή μιας θεωρίας της κοινωνικής ολότητας στα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα, αλλά θέτει ως στόχους του φιλοσοφείν του: α) στο φιλοσοφικό πεδίο μια κριτική του αποφαίνεσθαι (das Aussagen) και β) στο πολιτικό πεδίο τη διαύγαση των αντιθέσεων μεταξύ των κινημάτων, στοχεύοντας στη βελτίωση της επικοινωνίας τους. Προφανώς οι δυο στόχοι είναι συνυφασμένοι μεταξύ τους. Ξεκινώ με την κριτική στο αποφαίνεσθαι, ως τη θεμελιώδη μορφή του γλωσσικού πράττειν.

O Βολφ προσάπτει στην φιλοσοφική παράδοση ότι αυτή «θεωρεί ως επί το πλείστον μια αποδεδειγμένη γνώση ως μια ανώτερη μορφή ενός ισχυρισμού στην κατάταξη γνώμη-γνώση-απόλυτη γνώση».37 Όμως σε μια τέτοια θεώρηση της γνώσης, όπου η αποδεδειγμένη γνώση έχει τη μορφή ενός αποδεικτικού αποφαίνεσθαι, η φιλοσοφία ως εκπρόσωπος αυτού του αποφαίνεσθαι διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία έναντι όλων των μορφών σκέψης, υποσκάπτοντας την αυτονομία των υποκειμένων.38 Με αφετηρία την ερμηνεία του βιτγκενσταϊνικού επιχειρήματος της ιδιωτικής ομιλίας από τον Kripke, ο Βολφ επιχειρηματολογεί ότι η απόφανση είναι μια μορφή ανάμεσα στις άλλες γλωσσικές μορφές όπως η διαταγή, η αξιολόγηση και η ευχή. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν υφίσταται μια απόλυτη γνώση που ν’ αντιδιαστέλλεται στην απλή γνώση, αλλά υπάρχει αυτό που ο Βολφ ονομάζει ενισχυμένη γνώση. Διασαφηνίζοντας την έννοια της ενισχυμένης γνώσης προτείνει την αιτιολόγηση και την υπόσχεση απόδειξης ως εναλλακτικές που ενισχύουν ένα γνωστικό περιεχόμενο. Έτσι η φιλοσοφία χάνει το ρόλο της ως υπέρτατης αρχής περί των αποδεικτικών αποφάνσεων οι οποίες υποτίθεται ότι θεμελιώνουν κάθε μορφή γνώσης. Αυτή η απώλεια έχει ως συνέπεια οι φιλόσοφοι να μην μπορούν να διατυπώνουν ή να νομιμοποιούν αξιώσεις κυριαρχίας. Με βάση τα προλεχθέντα, κεντρικό ερώτημα της ριζικής φιλοσοφίας σχετικά με το ζήτημα της αλήθειας καθίσταται πλέον το ακόλουθο: Ποιος, κάτω από ποιες προϋποθέσεις, με ποια μέσα και με τι βλέψη θέτει κάθε φορά το ζήτημα της αλήθειας;

Έτσι η ριζική φιλοσοφία βρίσκεται για άλλη μια φορά στο χώρο της κουβέντας, όπου σε αντίθεση με το χώρο της παραδοσιακής φιλοσοφίας ζητούμενο δεν είναι το τι εστίν το ον ή ποιο είναι το είναι του Είναι, αλλά οι εναλλακτικές αυτών. Με άλλα λόγια, ο Βολφ παραμένοντας στη μαρξιστική παράδοση υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή φιλοσοφία θέτοντας το ερώτημα του Είναι απλώς μεταφράζει το ερώτημα για τη φύση του υπαρκτού, ενώ ζητούμενο παραμένει ο μετασχηματισμός αυτού. Ο χώρος της κουβέντας συνιστά το χώρο όπου κατασκευάζεται η αλήθεια, μια αλήθεια που επιτρέπει τόσο την αναζήτηση αυτής όσο και τη σύγκρουση γύρω από αυτή. Στην κουβέντα συνυπάρχουν αλήθειες για τα επιμέρους με αλήθειες για το Όλον. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια, και αυτό είναι το σημείο τομής μεταξύ φιλοσοφίας και πολιτικής, να δημιουργούνται «διαδικασίες αντιπαράθεσης περί συγκρουόμενων αξιώσεων αληθείας δίχως παρεμβάσεις συμφερόντων και αυθεντιών, ενώ συγχρόνως προωθούν τη μέγιστη δυνατή ένταση της αμοιβαίας κριτικής και την άμιλλα ως προς την ακρίβεια της ανάλυσης του περιεχομένου, των προϋποθέσεων και των συνεπειών των επιχειρημάτων της άλλης θέσης».39

Η άρνηση της ύπαρξης μιας ανώτερης στην ιεραρχία αρχής για την αξιολόγηση των κρίσεων και των επιμέρους αληθειών, από τη μια αποτελεί προϋπόθεση για τη λειτουργία και τη διαφύλαξη της δημοκρατικότητας του χώρου της κουβέντας, από την άλλη όμως θέτει το ερώτημα (που ο Βολφ καλείται ν’ απαντήσει), για ποιο λόγο και σε ποιους χώρους η αλήθεια που παράγεται δημόσια είναι δεσμευτική για όλους τους συμμετέχοντες. Πρώτα απ’ όλα όμως τίθεται το ζήτημα τι σημαίνει δεσμευτικότητα ως προς τις αποφάνσεις για την αλήθεια. Σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη αντίληψη όπου στην ιδιωτική σφαίρα δεν υφίσταται καμία δεσμευτικότητα ως προς τη δημόσια κατοχυρωμένη αλήθεια, ο Βολφ υποστηρίζει ότι η ιδιωτικοποίηση της αλήθειας την οποία κατοχυρώνει ο φιλελευθερισμός οδηγεί στην απολιτικοποίησή της, αντιπροτείνοντας ευφυώς το ερώτημα για τη βέλτιστη δυνατή συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια παραγωγή της αλήθειας δίχως την ύπαρξη μιας υπέρτατης κανονιστικής αρχής. Ο Βολφ, με τον όρο στρατηγικές πολιτικών αληθείας (die Wahrheitspolitische Strategien) προτείνει την προσπάθεια εγκαθίδρυσης αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών παραγωγής της αλήθειας, όπου η δεσμευτικότητα πηγάζει από την ελεύθερη και στοχαστική συμμετοχή των πολιτών σε αυτές τις διαδικασίες. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξαλείφει την αναγκαιότητα μιας εξωτερικής επιβολής της αλήθειας με τη μορφή ενός ξεχωριστού σώματος ή αρχής. Έτσι εγκαθιδρύεται ένας δημόσιος χώρος διαρκούς διαβούλευσης και αυτοοργάνωσης των πολιτών, όπου υλοποιείται και διασφαλίζεται η κοινωνική αυτονομία. Εντούτοις ο Βολφ δεν θ’ αναπτύξει τις στρατηγικές πολιτικών αληθείας στο επίπεδο του υποκειμένου ως προϋπόθεση της δημόσιας παραγωγής της αλήθειας. Κατά συνέπεια εκείνο που παραμένει ζητούμενο είναι η αυτοδιακυβέρνηση και όχι απλώς η αυτοκυριαρχία του υποκειμένου ως προϋπόθεση της κοινωνικής αυτονομίας.

Με βάση τις στρατηγικές πολιτικών αληθείας ο Βολφ αντιλαμβάνεται τη ριζική φιλοσοφία ως μια διανοητική δραστηριότητα η οποία έχει ως αφετηρία το αυτοσκέπτεσθαι του κάθε ανθρώπου στοχεύοντας στην ενδυνάμωσή του. Η ριζική φιλοσοφία αποτελεί μια μορφή πολιτικής της αλήθειας η οποία δεν ικανοποιείται με τη σχετικιστική αδιαφορία, ενώ συγχρόνως δεν αξιώνει ότι δύναται να εκπληρώσει τους δικούς της στόχους αληθείας. Με άλλα λόγια είναι μια δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει και καλλιεργεί συγχρόνως την αυτονομία του άλλου, υπερβαίνοντας το παραδοσιακό σχήμα μέσου και σκοπού. Στο πολιτικό πεδίο, γνώρισμά της αποτελεί το ότι αποσκοπεί στη συνάντηση με την απελευθερωτική πρακτική των πολλών προκειμένου να ολοκληρώσει το πρόταγμα του Διαφωτισμού. Στο φιλοσοφικό πεδίο αποδομεί μορφές του φιλοσοφείν (die formen des philosophierens) που νομιμοποιούν σχέσεις κυριαρχίας. Προκειμένου να εκπληρώσει τους παραπάνω στόχους, η ριζική φιλοσοφία εγκαινιάζει τέσσερις «πρωτοβουλίες» (Initiativen). Με τον όρο πρωτοβουλία ο Βολφ χαρακτηρίζει το ρίζωμα της δραστηριότητας στην επικαιρότητα σε συνδυασμό με τη διαρκή ανοιχτότητα ως προς τη διαφορετικότητα και το καινούργιο όπως αυτά αναδύονται στην πρακτική των πολλών. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται την πρωτοβουλία ως ένα «αφουγκραζόμενο πράττειν» του οποίου οι συνέπειες ουδέποτε προδιαγράφονται εξ ολοκλήρου, καθώς τα ίδια τα υποκείμενα και οι συλλογικότητες που το απαρτίζουν κρίνοντας την εκάστοτε συγκυρία επιλέγουν τι πρωτοβουλία θ’ αναλάβουν και κατά πόσο και πώς αυτή θα συντονιστεί με άλλες.

Ο Βολφ κατονομάζει τέσσερις θεμελιώδεις πρωτοβουλίες ως αναγκαίες προϋποθέσεις χειραφετητικών πρακτικών. Πρώτον, η κοινή δημιουργία νοημάτων ως απάντηση στην απουσία νοήματος της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτή η απουσία νοήματος αποκαλύπτεται μέσω της κριτικής που ασκεί η ριζική φιλοσοφία στα προτεινόμενα νοήματα, π.χ. στην κατανάλωση, την εφήμερη διασημότητα, το κύρος του status. Σε ένα δεύτερο στάδιο αναπτύσσονται στρατηγικές άρνησης αυτών των κυρίαρχων νοημάτων. Βέβαια, εδώ ελλοχεύει ένας κίνδυνος τον οποίο ο Βολφ ορθά επισημαίνει, το ότι οι στρατηγικές άρνησης μπορούν να αφομοιωθούν από τον καπιταλισμό, εκφυλιζόμενες με τη σειρά τους σε life style. Προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί αυτός ο κίνδυνος εισάγεται ο πραγματισμός ως δεύτερη θεμελιώδης πρωτοβουλία. Πραγματισμός, στην προβληματική της ριζικής φιλοσοφίας σημαίνει τη δημιουργία στρατηγικών άρνησης στο πλαίσιο πολιτικών για την αμφισβήτηση και αλλαγή των υπαρχουσών δομών εξουσίας. Πολιτικών όμως, αυτό οφείλουμε να το υπογραμμίσουμε, οι οποίες αφορούν άμεσα ζητήματα καθημερινότητας, αντιτιθέμενες τόσο στην Realpolitik (πολιτική του Πραγματικού) όσο και στην Wunschpolitik (πολιτική του Επιθυμητού).40 Κατ’ αυτό τον τρόπο η δημιουργική δραστηριότητα των πολλών με τ’ απρόβλεπτα και αυθόρμητα αποτελέσματά της κατευθύνεται προς την κριτική και τον μετασχηματισμό του υπαρκτού μέσω της υπονόμευσης των σχέσεων κυριαρχίας.

Έτσι φτάνουμε στην τρίτη πρωτοβουλία της ριζικής φιλοσοφίας που αφορά την υλικότητα αυτών των σχέσεων. Ο Βολφ επιχειρεί να διατυπώσει έναν σύγχρονο υλισμό, με τη μορφή μιας κοινωνικοπολιτικά συγκεκριμενοποιημένης «πολιτικής οικολογίας» η οποία θα μετασχηματίζει την αντιφατική δυναμική των κοινωνικών δομών στην κατεύθυνση μιας υπεύθυνης και χειραφετητικής πρακτικής.41 Ανανεώνοντας την παραδοσιακή έννοια του υλισμού, ο Βολφ φιλοδοξεί να καταστήσει εφικτή μια φιλοσοφία που ν’ αναγνωρίζει και ν’ αποδέχεται την περιπλοκότητα και τον πλουραλισμό της πραγματικότητας δίχως να προσπαθεί να την υποτάξει στις κατηγορίες της ενότητας, της συνεκτικότητας και της ολότητας. Στο πεδίο της πράξης αυτό καθιστά εφικτή μια χειραφετητική πολιτική που να μην διολισθαίνει σε καμία μεταφυσική, αλλά και να μην διαμορφώνει τελεολογικά χαρακτηριστικά.

Τέλος, σημείο σύγκλισης των προηγουμένων πρωτοβουλιών αποτελεί η πρωτοβουλία της αυτονομίας ως ίσης ελευθερίας όλων έναντι κάθε κυριαρχίας. Αυτή η πρωτοβουλία δεν θεμελιώνεται παρά στην ελεύθερη επιλογή και θέληση των πολλών. «Η αυτονομία γεννάται από την θέληση των πολλών να μην υποταχθούν σε καμία κυριαρχία, να μην ανεχθούν καμία κυριαρχία και να μην αποζητούν καμία κυριαρχία πάνω σε άλλους».42 Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Βολφ εμπλουτίζει την έννοια του υλισμού που εισάγει προσθέτοντας μια προβληματική της εξουσίας με επίκεντρο το περίφημο ουδέν άρχειν ουδέν άρχεσθαι θέλω, το οποίο από τη μια καθιστά εφικτή τη συνεργασία των πολλών δίνοντάς τους ένα χειροπιαστό κοινό πλαίσιο αναφοράς, ενώ από την άλλη επιχειρεί ν’ ανανεώσει το πρόταγμα του Διαφωτισμού ως πρόταγμα αυτονομίας που πραγματώνεται στην κοινωνικοποίηση της οικονομίας, την οικουμενοποίηση της πολιτικής και την πολιτικοποίηση των ανθρώπων. Πραγμάτωση βέβαια πάντοτε μερική καθώς υπό την προοπτική της ριζικής φιλοσοφίας η αυτονομία συνιστά ατέρμονη διαδικασία και όχι κατάσταση.


1 Wolf Frieder, The Missed Rendezvous of Critical Marxism and Ecological Feminism, Capitalism, Nature, Socialism, Volume 18, Issue 2, June 2007: 109 - 125.

2 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002, σ. 14.

3 Όπ.π., σ. 16.

4 Όπ.π., σ. 21

5 Όπ. π.: 44-46

6 Καστοριάδης Κορνήλιος, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα, Εκδόσεις Ύψιλον, 1986.

7 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 32-37.

8 Όπ. π.: 26.

9 Ο Βολφ σχολιάζει εκτενώς τον θάνατο του Κροίσου για ν’ αναδείξει τη σημασία του θανάτου στην πολιτική βλ. όπ. π.: 38-40

10 Καστοριάδης Κορνήλιος, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Εκδόσεις Κριτική, 2007: 437.

11 Wolf Frieder, Radikale Philosophie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 21-24.

12 Όπ. π.: 51.

13 Όπ. π.: 70- 76.

14 Όπ. π.: 63.

15 Όπ. π.: 66-70.

16 Όπ. π.: 76.

17 Ο Φουκώ αναπτύσσει αυτή την προβληματική στις τελευταίες διαλέξεις του στο Collège de France, βλ. Foucault Michel, Lherméneutique du sujet, Cours au Collège de France (1981-1982), Editions du Seuil-Editions Gallimard, 2001, όπως επίσης Foucault Michel, Le gouvernement de soi et des autres, Cours au Collège de France (1982-1983), Editions du Seuil-Editions Gallimard, 2008 και Le courage de la vérité: Le gouvernement de soi et des autres, Cours au College de France (1983-1984), Editions du Seuil-Editions Gallimard, 2009.

18 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 69.

19 Τάσης Θεοφάνης, «Μετά τον Καστοριάδη: Από το πρόταγμα της αυτονομίας στις πολιτικές του βίου», στον συλλογικό τόμο Αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη στοχαστή της αυτονομίας: Δεκαοχτώ εισηγήσεις, Επιμέλεια Δημήτρης Αρμάος, Αθήνα, Εκδόσεις Σύγχρονη Δελφική Αμφικτυονία, Απρίλης 2010.

20 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 28-32.

21 «Η κατασκευή ενός “εαυτού”, στην οποία, όσοι τον κατασκευάζουν και αναπαράγουν, συναντώνται γνήσια στην πολλαπλότητα, ετερότητα και πληθωρικότητα αλληλοσεβόμενων υποκειμένων περιέχει ορισμένες περιεχομενικές απαιτήσεις». Όπ. π.: 30.

22 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 73.

23 Όπ. π.: 76.

24 Όπ. π.: 76-77.

25 Wolf Frieder, «Schwierigkeiten mit der materialistischen Dialektik», Umwege, 1975: 100-126.

26 H πιο ενδιαφέρουσα προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στο «Nachhaltige Entwicklung und menschliche Freiheit - Ausgangsprobleme einer „politischen Ökologie“», στο Was ist Arbeit (Hrsg. Gerd Peter, Frieder Otto Wolf), Westfällisches Dampfboot, 2008: 326-354.

27 Όπ. π.: 81.

28 Ειδικότερα στα κείμενα «Προς ένα αγωνιστικό πρότυπο δημοκρατίας», στο Chantal Mouffe, Το δημοκρατικό

παράδοξο, Εκδόσεις Πόλις, 2001: 160-191 και «On the articulation between liberalism and democracy»

στο Chantal Mouffe, The return of the political, Verso, 2005: 102-116.

29 Rawls John, Η δίκαιη κοινωνία: Η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία. Μια αναδιατύπωση, Εκδόσεις Πόλις, 2006: 77-87 και 353-359.

30 Βλ. Habermas Jürgen, Moralbewußtsein und kommunikatives Handeln, Frankfurt 1983, όπως επίσης το άρθρο: Habermas Jürgen, «Moral und Sittlichkeit», Merkur, Τεύχος 12, 1985.

31 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 82-83.

32 Όπ. π.: 81-86.

33 Hardt Michael-Negri Antonio, Commonwealth: Das Ende des Eigentums, Campus, 2009: 179-191.

34 Wolf Frieder, «Neoliberaler Anti-Ödipus. Herrschaft, Subjektivität und Befreiung am Beispiel von Negri/Hardt», στο Kaindl, Christina (Επιμέλεια), Subjekte im Neoliberalismus, Marburg, 2007: 221- 247.

35 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 86.

36 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 89-90.

37 Όπ. π.: 75.

38 Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι αν και ο Heidegger έχει μια αντίστοιχη αφετηρία στην κριτική που αναπτύσσει ενάντια στην εμφάνιση της φιλοσοφικής αλήθειας ως απόλυτης, βέβαιης γνώσης, καταλήγει σ’ ένα εκ διαμέτρου αντίθετο συμπέρασμα, δηλαδή σε μια αντίληψη της φιλοσοφίας ως μεταφυσικής. Βλ. Martin Heidegger, Οι θεμελιώδεις έννοιες της Μεταφυσικής: Κόσμος - Περατότητα - Μοναξιά [Προοίμιο] (Μετάφραση: Θεοφάνης Τάσης), Εκδόσεις Ευρασία, 2009: 43-59.

39 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 106.

40 Όπ. π.: 146.

41 Wolf Frieder, «Ökologischer Sozialismus als politische Perspektive und als theoretisches Problem», στο Faber, Richard (Επιμέλεια), Sozialismus in Geschichte und Gegenwart, Würzburg, 1994: 247-260.

42 Wolf Frieder, Radikale Philosopohie, Westfälisches Dampfboot, 2002: 177.


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή