Πολύπλοκο κοινωνικό ή Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας; ... Εκτύπωση
Τεύχος 118, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2012


ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ

Ή ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ;

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ 1

του Μιχάλη Σκομβούλη


«Το πρόβλημα δείχνει επομένως να βρίσκεται στο ότι για να πάρεις θέση ενάντια στην

κυρίαρχη κοινωνική δομή, θα πρέπει να μπορείς να την αναγνωρίσεις»

Ν. Luhmann , ÖkologischeΚommuniκation

(για το έλλειμμα θεωρίας στα νέα κοινωνικά κινήματα)



1. Γενική εισαγωγή:

Η κριτική πολιτική οικονομία ως σύμπτωμα και ως αφετηρία


Την τελευταία περίπου δεκαετία έχουν πληθύνει οι εκπρόσωποι της οικονομικής επιστήμης που ασκούν κριτική στην κυρίαρχη νεοκλασική θεωρία, σε τέτοιο βαθμό που οι εναλλακτικές απόψεις έχουν λάβει πλέον έναν συστηματικό ρόλο εντός της οικονομικής επιστήμης. Η κριτική αυτή συνδέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το ευρύτερο κίνημα του κριτικού ρεαλισμού στις κοινωνικές επιστήμες. Στο κείμενο αυτό δεν θα μας απασχολήσει όμως τόσο η ευρύτερη φιλοσοφική σκοπιά της ενσωμάτωσης του κινήματος αυτού στα οικονομικά, όπως συμπυκνώθηκε κατεξοχήν στο έργο του T . Lawson . Τα αποτελέσματα αυτής της κριτικής που μας ενδιαφέρουν, επικεντρώνονται κυρίως στην τάση κριτικής της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας ως ανίκανης να συλλάβει την πολυπλοκότητα του «πραγματικού» κόσμου και στην πρόταξη μίας νέας ρεαλιστικής οντολογίας ως μεθοδολογική πρόταση ( Lawson 2005).
Στο κείμενο αυτό θα επικεντρωθούμε σε μία περισσότερο απτή μεθοδολογική πλευρά της κριτικής, ώστε να διαπιστώσουμε τις αδυναμίες της, θα λέγαμε, «εν δράσει». Επιδιώκουμε έτσι να δείξουμε πως αυτή η κριτική δεν μπορεί να έρθει σε ρήξη με τις προϋποθέσεις των νεοκλασικών οικονομικών, είτε λειτουργώντας συμπληρωματικά με αυτά, 2 είτε παλινδρομώντας σύμφωνα με την οπτική μας, σε μία ακόμη περισσότερο μεταφυσική κατεύθυνση. Σκοπός μας επομένως στο κείμενο αυτό δεν είναι να ασκήσουμε κριτική στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία, όσο να ασκήσουμε κριτική στους κριτικούς της. Ασκούμε κριτική στην κριτική πολιτική οικονομία από τησκοπιά της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. 3 Για το λόγο αυτό, χρησιμοποιούμε αυτές τις μεθοδολογικές αδυναμίες για να προτείνουμε στο δεύτερο μέρος μία ανακατασκευή των βασικών γραμμών της έννοιας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή της έννοιας που, όπως θα φανεί στη συνέχεια, θεωρούμε ως την μήτρακάθε προσπάθειας άρθρωσης μιας συστηματικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Αντιλαμβανόμαστε μάλιστα τη μεθοδολογική κριτική στα ετερόδοξα ή πλουραλιστικά οικονομικά ως προνομιακό σημείο αφετηρίας ενός τέτοιου εγχειρήματος εξαιτίας της ιδεολογικής θέσης υποκατάστασηςπου έχουν καταλάβει απέναντι σ’ αυτό που υπήρξε η κριτική της πολιτικής οικονομίας, και της φιλοδοξίας τους να αποδώσουν ριζοσπαστικήδιάσταση στην κριτική 4 τους στα κυρίαρχα οικονομικά, συνοψίζοντας ευρύτερες ιδεολογικές τάσεις στις κοινωνικές επιστήμες. Ταυτόχρονα όμως, δεν επιδιώκουμε την υπεράσπιση μίας ορισμένης ορθοδοξίας αλλά αντιθέτως μας ενδιαφέρει, διαμέσου αυτής της κριτικής, να ανοιχθούν οι απαραίτητοι δίοδοι για μια επίκαιρη ανακατασκευή, ώστε να «(επανα)πυροδοτηθεί» (Χέγκελ) η απόλυτα κεντρική έννοια, η έννοια των εννοιών, της (μαρξικής) κριτικής της πολιτικής οικονομίας.
Έχοντας αυτή την απόβλεψη, καταρχάς θα επικεντρωθούμε σε τρείς πρόσφατες προσπάθειες, όλες εκ των οποίων έχουν ως κεντρικό τους μοτίβο τον πολύπλοκοχαρακτήρα των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Θεωρούμε τις τρεις αυτές προσπάθειες ως σημαντικές διότι εκπροσωπούν με προωθημένο και επεξεργασμένο θεωρητικά τρόπο τρεις από τις κεντρικές ιδεολογικές τάσεις στο χώρο των πλουραλιστικών οικονομικών: τον (γαλλικής έμπνευσης) πολιτικισμό-ρεπουμπλικανισμό, τον (γερμανικής προέλευσης) ιστορικιστικό ινστιτουσιοναλισμό και τον (αγγλοσαξονικό) κανονιστικό πλουραλισμό. Συγκεκριμένα, θα επικεντρωθούμε στο βιβλίο του Γάλλου θεσμικού οικονομολόγου J . Shapir Lestrousnoirsdelascienceé conomique, που εκδόθηκε στη Γαλλία το 2000 και επανεκδόθηκε το 2003, προκαλώντας έντονες συζητήσεις, 5 στη συνέχεια στην πρόσφατη μελέτη του G . Hodgson για την ιστορική ιδιαιτερότητα, και τέλος θα στο πολύ πρόσφατο βιβλίο του Chr . Arnsperger , CriticalPoliticalEconomy(2008), που θα μπορούσε να νοηθεί και ως μια σύνθεση αυτού του είδους των επιχειρημάτων.


2. Τρεις εκδοχές του επιχειρήματος της πολυπλοκότητας

στην πλουραλιστική/κριτική οικονομία


Εκκινούμε από το επιχείρημα του Shapir ότι αφετηριακό σημείο της θεωρίας οφείλει να είναι ο αποκεντρωμένος 6 χαρακτήρας των σύγχρονων οικονομιών ( Shapir 2003: 35). Ο αποκεντρωμένος χαρακτήρας, είναι το βασικό στοιχείο που προσδίδει δυναμικό χαρακτήρα στις καπιταλιστικές οικονομίες, ένα γεγονός που καθιστά αδύναμο κάθε επιχείρημα περί μίας exanteπρόβλεψης της κίνησης του πλήθους των οικονομικών δράσεων. Η έμφαση επομένως για κάθε θεωρία περί της οικονομίας θα πρέπει να τοποθετηθεί στην ιδέα της κρίσης, και όχι σ’ αυτήν της ισορροπίας. Είναι γι’ αυτό το λόγο άλλωστε που οι θεσμοί που πλαισιώνουν την οικονομική δράση είναι εξίσου πολύπλοκοι και ανοιχτοί σε μετασχηματισμό, όντας εντελώς ετερογενείς προς τις πειραματικές συνθήκες των κυρίαρχων οικονομικών.
Τα νεοκλασικά οικονομικά δεν αποτελούν όμως μία απλώς επιστημονική υπόθεση. A ντιθέτως, σύμφωνα με τον Shapir θα πρέπει να τονιστεί ο κανονιστικός ρόλοςπου παίζουν οι εξωπραγματικές υποθέσεις της οικονομικής επιστήμης: Εκεί όπου η κοινωνία δεν ανταποκρίνεται στις αρχές της ,δεν σημαίνει παρά ότι θα πρέπει να προσαρμοστεί σ’ αυτές. Πίσω απ’ αυτή την απαίτηση βρίσκεται για τον Shapir μία σαφώς ολοκληρωτική απόβλεψη (2003:72), που ομογενοποιεί κάθε χρονική ή θεσμική ποικιλότητα της κοινωνικά εδραζόμενηςοικονομικής δράσης. Η αγορά των νεοκλασικών οικονομικών μετατρέπεται σε μία κλειστή ολότητα που προϋποθέτει δρώντες με πλήρη εξατομίκευση, μεταβατικότητα και συνέχεια (2003:77-78). Τα στοιχεία αυτά καθιστούν τη γενική ισορροπία μια ολοκληρωτικά κανονιστική έννοια. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε το σύνολο της κοινωνικής πολυπλοκότητας θα πρέπει να αναχθεί σε μίακαι στατικήισορροπία (2003:90-97). Η οπτική του Shapir αντιτίθεται κυρίως σ’αυτόν το γενικόχαρακτήρα της θεωρίας ισορροπίας και στηρίζει αυτή την αντίθεση στην παράθεση μίας σειράς διαφοροποιημένων εμπειρικών πραγματικοτήτων, υπονοώντας έτσι την ανάγκη σύλληψης της κοινωνικής πραγματικότητας σε διαφορετικά επίπεδα.
Η πραγμάτευση του για το χρήμα είναι ίσως το κυριότερο παράδειγμα που δείχνει πώς ο Shapir αντιτίθεται στη θεωρητική γενίκευση ακόμα και όταν αυτή δεν προέρχεται από τα κυρίαρχα οικονομικά, αλλά από εξίσου ετερόδοξες αντιλήψεις. Αναφερόμαστε στην κριτική που ασκεί στην αντίληψη που αναπτύσσουν για το χρήμα οι Aglietta και Orl é an στο βιβλίο τους LaViolencedelaMonnaie. Οι συγγραφείς αυτοί οδηγούνται σ’ ένα έλλειμμα σύλληψης του κοινωνικού, όταν εντέλει περιστέλλουν την πολυπλοκότητα της κοινωνικοοικονομικής δράσης στη χρηματική έκφραση, μεταμορφώνοντάς την σ’ ένα είδος κοινωνικής μεταφυσικής ( Shapir 2003: 250). Αντιθέτως, στόχος του Shapir είναι να υπογραμμίσει την αναγκαιότητα των μη-οικονομικών στοιχείων, και ιδίως των θεσμικών, για την παραγωγή της οικονομικής έννοιας του χρήματος. Θέλει έτσι να φέρει στην επιφάνεια το επιχείρημα που υπονοείται στους όρους της γενικής ισορροπίας: δηλαδή την προ-ύπαρξη μίας σειράς από αυταρχικούς θεσμούς. Ο Shapir αντιπαραθέτει σε μια τέτοια συνθήκη αυτή της ρεπουμπλικανικής τάξης 7 ( Shapir : 2003:345), ως μια συνειδητή θεσμοποίησητης κρίσης συντονισμού, που δημιουργεί η ελεύθερη δράση των ατόμων. Παραταύτα, εντός αυτής της εικόνας ενός « economiste - republicain » δεν μπορεί να κρυφτεί ότι αυτό που ο Shapir κατά βάση προβάλλει ως εναλλακτική, ανήκει σε μία από τις πλέον θεμελιώδεις ιδεολογικές προϋποθέσεις της σημερινής κυρίαρχης σκέψης (ιδίως στη Γαλλία): Αυτής που αντιπαραθέτει τη Δημοκρατίαστον Ολοκληρωτισμό.
Από τη μεριά του και ο G . Hodgson ξεκινάει το επιχείρημά του με μία επίθεση στον ολοποιητικό χαρακτήρα των γενικών θεωριών και κυρίως της νεοκλασικής θεωρίας, και των περιοριστικών συνθηκών που ενστερνίζεται ( Hodgson 2001: 15-16 ). Οι συνθήκες αυτές στηρίζουν μία θεωρία με ανιστορικό χαρακτήρα που θεωρεί την αγορά ως αιώνιο ιδανικό, μη υποκείμενο σε καμία ιστορική εξέλιξη. Ο τελευταίος αυτός όρος, μας δίνει όμως το κλειδί για να καταλάβουμε τη σιωπηρή μετατόπιση του Hodgson από το ζήτημα της ιστορικής μοναδικότητας σ’αυτό της οντολογίας ( Hodgson 2001: 37-39 ). Αναφερόμενος στο οντολογικό επιχείρημα της ρεαλιστικής μεθοδολογίας, καθώς επίσης και στη χρήση βιολογικών αναλογιών, θέτει ως βασικό ερώτημα την αναζήτηση των εξελικτικών καθολικώναρχών ( evolutionary universals ) (σημείο που συνιστά εξάλλου και την κριτική του στο Μαρξ, εφόσον θεωρεί ότι ο Μαρξ υποεκτιμά και δεν ορίζει επαρκώς τις υπεριστορικές του έννοιες - Hodgson 2001: 50 )
Παρατηρείται έτσι μια ένταση μεταξύ από τη μία μεριά της τάσης του Hodgson να αντιπαρατεθεί στις ολοποιητικές έννοιες, βασιζόμενος στον μη-αναγώγιμο και σύνθετο χαρακτήρα της ιστορικής μοναδικότητας και, από την άλλη μεριά, της τάσης του να εντοπίζει γενικές έννοιες που αντιστοιχούν στον οντολογικό χαρακτήρα της ανθρώπινης κοινωνικο-ιστορικής ζωής. 8 Στην πραγματικότητα αυτή η ένταση εξαφανίζεται όταν διαπιστώνουμε ότι ο Hodgson εντοπίζει την κοινή βάση της ποικιλίας των ιστορικών και θεσμικών εκφράσεων στην έννοια της συνήθειας. Η λέξη «βάση» που χρησιμοποιήσαμε θα πρέπει εδώ να κατανοηθεί στην κυριολεκτική της σημασία, δεδομένου ότι για τον Hodgson όλοι οι θεσμοί της οικονομίας, όπως και εν γένει του πολιτισμού, 9 και εντέλει όλες οι αναδυόμενες από την ανθρώπινη δράση ιδιότητες, μπορούν να αναχθούν σ’ αυτή τη θεμελιώδη έννοια:


[…] οι κανόνες είναι ενταγμένοι επειδή οι άνθρωποι επιλέγουν να τους ακολουθήσουν. Επιπλέον, όπως ισχυρίζονται οι πραγματιστές φιλόσοφοι και οι «παλιοί» ινστιτουσιοναλιστές οικονομολόγοι οι θεσμοί λειτουργούν επειδή είναι ενταγμένοι σε κοινές συνήθειες σκέψης και συμπεριφοράς. Επομένως οι θεσμοί είναι αναδυόμενες κοινωνικές δομές, που βασίζονται σε κοινές νοητικές έξεις. Πάνω σ’ αυτές τις δομές αναδύονται και τα ενεργά ή τα δυνητικά πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς. Οι συνήθειες είναι το συγκροτητικό υλικό των θεσμών, παρέχοντάς τους εντεινόμενη σταθερότητα, ισχύ και κανονιστική εξουσία ( Hodgson 2001:296 )


Η επιμονή στο να αποδίδει εντός αυτής της διαδικασίας μία πρωτεραιότητα στους θεσμούς υλικής αναπαραγωγής δεν θα πρέπει να μας κάνει να κατανοήσουμε τη συνήθεια μόνο με βιολογικούς όρους ( Hodgson 2001: 299 ). Είμαστε πολύ κοντύτερα σε μία καθολική έννοια ερμηνείας της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς όπως αυτή της δράσης στον Μαξ Βέμπερ και ακόμη περισσότερο σε μία αμερικανική πραγματιστική διασκευή της καντιανής ηθικής υποκειμενικής διάθεσης των εκπροσώπων της Γερμανικής Ιστορικής Σχολής. Η πραγματική όμως πηγή έμπνευσής του μπορεί να βρεθεί στην εξήγηση του Βέμπλεν για τους θεσμούς ( Veblen 1898 ), μία προσέγγιση που υμνείται από τον Hodgson ακριβώς επειδή απέκοψε την έννοια της συνήθειας από μία μόνο βιολογική ερμηνεία της ( Hodgson 2001:141 ).
Η έννοια της συνήθειας παίρνει έτσι για τον Hodgson το χαρακτήρα μίας υπερβατολογικής (ψευδο)βιολογίας, αποτελώντας την υλική συνθήκη της ειδικής ανθρώπινης δημιουργικότηταςκαι τη θεμελιακή πηγή της πολυπλοκότητας των ιστορικών θεσμών. 10 Κάτι τέτοιο γίνεται σαφές όταν θεωρούμε την οπτική του Hodgson για τους ιστορικούς θεσμούς και την εξέλιξή τους, μία οπτική που αρθρώνεται σ’ ένα πλαίσιο «βαθιάς συνέχειας», δηλαδή μιας λογικής για την οποία ένα ιστορικό στάδιο παράγει ένα θεσμό που κληρονομείται στο επόμενο, αλλά και στο επόμενο, διαμορφώνοντας την εξελεγκτική-τελεολογική κοινή ταυτότητατης ανθρώπινης ιστορικής κατάστασης ( Hodgson 2001: 339 ).
Η δημιουργική ανθρώπινη δράση ως κανονιστική αναφορά της πολυπλοκότητας γίνεται ρητά το κεντρικό διακύβευμα για τον Arnsperger ( Arnsperger 2008: 4 ). Ο Arnsperger αφιερώνει το βασικό κομμάτι της κριτικής του στη νεοκλασική θεωρία ακριβώς στην καταγγελία της περιστολής των ανθρώπων σε εγωιστικά αυτόματα. Εντός αυτού του πλαισίου μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες των κυρίαρχων οικονομικών είναι ότι στερούνται τις δύο βασικές πηγές της κριτικής ορθολογικότητας: τις βιωμένες εμπειρίες και τον (ανθρώπινο) πόνο ( Arnsperger 2008: 45 και 53 ). Μία αντίστοιχη κριτική απευθύνει και στον Μαρξ, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος περιορίζει το κοινωνικό πεδίο σε δύο ή τρεις τάξεις, υιοθετώντας το υπεροπτικό τεχνικό και «επιστημονιστικό» βλέμμα ( Arnsperger 2008: 58-59 ). Τέλος, είναι εξίσου απορριπτικός και για τα σύγχρονα οικονομικά της πολυπλοκότητας, τα οποία «απο-ανθρωποποιούν» πλήρως το αντικείμενό τους, ωθώντας έτσι σε μια ακόμη χειρότερη κατάσταση από τα παραδοσιακά νεοκλασικά οικονομικά, τα οποία τουλάχιστον αναγνώριζαν ένα είδος «ελευθερίας επιλογής».
Απέναντι σ’ αυτές τις εκδοχές απο-ανθρωποποιημένης πολιτικής οικονομίας, ο Arnsperger ρητά προτείνει την επιστροφή στον κριτικό ανθρωπισμό, που εμπνέεται από τις απόψεις του κλασικού Διαφωτισμού. 11 Το αντίστοιχο αυτής της επιστροφής για την πολιτική οικονομία είναι το πρόγραμμα για μία κριτική χαλίνωση( harnessing ) της πολυπλοκότητας μέσω της συνειδητής δράσης και διάδρασης των ατόμων ( Arnsperger 2008: 167-168 ). Πάνω σ’ αυτή τη σκέψη ο Arnsperger προχωρά σε μία παράδοξη, αλλά από ορισμένη σκοπιά δικαιολογημένη, σύνδεση μεταξύ Χάγεκ και την πρώτη κριτική θεωρία της σχολής της Φρανκφούρτης, ειδικά αυτής του Μ. Χορκχάιμερ. Ο Χάγεκ, από τη μία μεριά, αντιπροσωπεύει τη χειραφετητική πλευρά του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού, ειδικά όσον αφορά τη δέσμευσή της για την ατομική ελευθερία. Ο Χάγεκ ως ανθρωπιστής «έχει στη σκέψη του μία κανονιστική σύλληψη της δύναμης του ατόμου» ( Arnsperger 2008: 87 ), όταν την ίδια στιγμή η εικόνα του για τον θεωρητικό χαρακτηρίζεται από την ηθική δέσμευση να μην επιβάλλει βίαια μία ex ante τάξη στο σύνθετο πλουραλισμό. Παρά ταύτα το μεγάλο του λάθος είναι ότι, όντας θύμα της πίστης στην ορθολογικότητα της αγοράς, παλινδρομεί σε μία αντίληψη της αγοράς ως διαδικασίας χωρίς υποκείμενο.
Το κενό αυτό στον ανθρωπισμό του Χάγεκ συμπληρώνεται με την αναφορά στον Χορκχάιμερ και την αναγκαία κανονιστική της βάση. Πρόκειται όμως για μία αναφορά ρητά αποκαθαρμένη από τα μαρξιστικά στοιχεία της Σχολής της Φρανκφούρτης ( Arnsperger 2008: 127 και 138 ). Αντιθέτως, η σημασία της συνεισφοράς της πρέπει να βρεθεί στη διατύπωση ενός αιτήματος Κριτικής Θεωρίας (με κεφαλαίο Κ και Θ), που κυρίως παραπέμπει στη γενική ικανότητα του θεωρητικού ως συνειδητό, ορθολογικό υποκείμενο να αναστοχάζεται κριτικά πάνω στις υπάρχουσες κυρίαρχες θεωρίες και τη δυνατότητα μίας «αγαθής κοινωνίας» ( Arnsperger 2008: 142 ). Στην άρθρωση αυτού του προγράμματος οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Arnsperger δεν προχωρά σε καμία ιδιαίτερη ανάλυση των αντικειμενικών σχέσεων που πλαισιοποιούν την απο-ανθρωποιημένη οικονομική θεωρία. 12 Αντίθετα, τα μέσα της κανονιστικής θεωρίας που προτείνει είναι ιδιαιτέρως υποκειμενικά. Το κύριο βάρος του επιχειρήματός του βρίσκεται στη διάκριση μεταξύ «κριτικών» και «μη-κριτικών συμπεριφορών», καθώς και στην κατασκευή σειράς κινήτρων και μικροοικονομικώνμοντέλων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τα άτομα να σκεφτούν σύμφωνα με ορθολογικά κριτικά κριτήρια. Η κριτική πολιτική οικονομία συλλαμβάνεται έτσι ως ένα «ιδεώδες κινήτρων»:


Είναι ακριβώς αυτό που οι κριτικές περιγραφές της οικονομίας σκοπεύουν να κάνουν: Συνδυάζουν ρεαλιστικά και ουτοπικά στοιχεία μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προγράμματα κινήτρων από κριτικά ορθολογικούς δρώντες, που συμμετέχουν στην μη-αναγώγιμη πολλαπλότητα της συνεχούς οικονομικής διαδικασίας ( Arnsperger 2008: 266 ).


Δεν προκαλεί έκπληξη, ότι κλείνει την κριτική οικονομική θεωρία του, με τη φιγούρα του οικονομολόγου ως του αναστοχαστικού και κοινωνικά ευαίσθητου διαφωτιστή που αποδέχεται και συζητά κριτικά τον πλουραλισμό των παραδειγμάτων ( Arnsperger 2008: ch . 11 ).

Μπορούμε τώρα να εντοπίσουμε τα κοινά στοιχεία των προαναφερθέντων προσεγγίσεων και να συστηματοποιήσουμε έτσι και τα σημεία κριτικής:

-Οι πλουραλιστικές προσεγγίσεις της οικονομίας σταθερά επικαλούνται τον ηγεμονικό ή ακόμα και καταπιεστικό χαρακτήρα των νεοκλασικών οικονομικών. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι πλουραλιστές οικονομολόγοι καταγγέλλουν τη νεοκλασική κυριαρχία στα πανεπιστήμια ( Arnsperger - Varoufakis 2006), και τον ρόλο του κράτους ώστε αυτή να επιτευχθεί. Ταυτόχρονα, δ εν διατυπώνουν κάποια θεωρητική πρόταση γιατί αυτό συμβαίνει με συστηματικό και σταθερό τρόπο: Με άλλα λόγια στερούνται μίας θεωρίας της κυριαρχίας των καπιταλιστικών θεσμών, και ειδικά του κράτους.
-Οι εκπρόσωποι των πλουραλιστικών οικονομικών φανερώνουν μία έντονη καχυποψία και απόρριψη για αυτό που αποκαλείται γενικές ή μεγάλες θεωρίες. 13 Επιμένουν στο ότι μια γενική θεωρητική έννοια δεν μπορεί να συλλάβει τον δυναμικό, πολυδιάστατο και τελικά πολύπλοκο χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων, ενώ επιπλέον προειδοποιούν για τον αναγωγιστικό, μεταφυσικό ή ακόμη «ολοκληρωτικό» κίνδυνο. Ταυτόχρονα, δείχνουν να αγνοούν ή και να αποκρύβουν ότι στις προτάσεις τους μπορούν να βρεθούν έννοιες υπερ-γενικευμένου χαρακτήρα, όπως δημοκρατία, συνήθεια ή κριτική, που αποκτούν παντοδύναμη εξηγητική ικανότητα, υπονοώντας πολύ ισχυρές μεταφυσικές υποθέσεις για τη φύση του ανθρώπου και της κοινωνίας που σπανίως τίθενται και δικαιολογούνται ως τέτοιες (δηλαδή ως μεταφυσικές).
- Παρά τη σκληρή ρητορική τους αντίθεση στο νεοκλασικισμό, τα πλουραλιστικά οικονομικά δεν μπορούν να έρθουν σε ρήξη με το μεθοδολογικά ατομικιστικό πλαίσιο. Παρ’ όλη την επιμονή τους στον πολύπλοκο χαρακτήρα των κοινωνιών, η σταθερή μεθοδολογική πρακτική τους στην εξήγηση μαζικών κοινωνικών φαινομένων βρίσκεται στην αναγωγή τους σε ατομικά και υποκειμενικά κίνητρα ή το περισσότερο στις διυποκειμενικές τους σχέσεις( Hodgson 2007 ). Η δε επίκληση της κανονιστικότητας της ανθρώπινης ελευθερίας, δεν μας παρέχει ιδιαίτερους λόγους για το πώς αυτή συνδέεται με τη θεωρητική πρακτική, πέραν της γενικόλογης αναφοράς στη δημοκρατία και τον πλουραλισμό. Κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η έννοια της πολυπλοκότητας στη μεθοδολογία των σύγχρονων ετερόδοξων οικονομικών εκπληρώνει περισσότερο μία ιδεολογικήπαρά μία θεωρητική λειτουργία, αποτελώντας έτσι μέρος της γενικότερης ανθρωπιστικής και κανονιστικής συγκρότησης που τα (ορθόδοξα ή ετερόδοξα) οικονομικά διατηρούν από τις απαρχές τους (βλ. Heinrich 1999: πρώτο μέρος και Σωτηρόπουλος 2007).

Οι λόγοι για τους οποίους μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτή τη θεωρητική στάση ιδεολογική θα κατανοηθούν ακόμη καλύτερα, εάν αντιληφθούμε πόσο διαφορετικά γίνεται αντιληπτή η έννοια της πολυπλοκότητας από τη σκοπιά της σύγχρονης συστημικής κοινωνικής θεωρίας.


3. Παρέκβαση: Για την έννοια της πολυπλοκότητας

στη σύγχρονη συστημική κοινωνική θεωρία


Εντός αυτού του τύπου κοινωνικής θεωρίας θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην κατασκευή και τη χρήση της έννοιας της πολυπλοκότητας από τον Γερμανό κοινωνιολόγο Νικλας Λούμαν – ο οποίος είχε την «αυθάδεια» να χαρακτηρίσει τη θεωρία του ως «ριζικά αντι-ανθρωπιστική, ριζικά αντι-περιφερειακή και ριζικά κονστρουκτιβιστική». Για τον Λούμαν το ερώτημα της πολυπλοκότητας δεν τίθεται ως σημείο γενικής αναγωγής, δεδομένου ότι κυρίως την αντιλαμβάνεται ως δομημένη πολυπλοκότητα. Αυτό σημαίνει ότι η πολυπλοκότητα γίνεται αντιληπτή μέσα από τη διαφοράμεταξύ ενός συστήματος και του περιβάλλοντός του, καθώς και μέσα από την εσωτερική διαφοροποίηση μέσα στο ίδιο το σύστημα ( Luhmann 1995: 7-9 και 21 ). Το εσωτερικό κλείσιμο του κάθε συστήματος επιτυγχάνεται από τη λειτουργία της δικής του καθοδηγητικής νοηματικής διαφοράς, η οποία θέτει μέσω αποκλεισμούτις ιδιαίτερες περιβαλλοντικές συνθήκες του συστήματος ( Luhmann 1995: 32 ).
Η αναφορά σε οποιοδήποτε θεμελιακό ή ουσιώδες θεμέλιο γίνεται εδώ ακατάλληλη. Η αναπαραγωγή του κάθε συστήματος πραγματοποιείται μέσα από τη δική του καθοδηγητική διαφορά, η οποία γίνεται κατανοητή ως κυρίαρχη επικοινωνιακή σημαντική ( Semantik), που μεταμορφώνει έτσι την αναπαραγωγή αυτή σε μια διαδικασία αναπαραγωγής μορφών μέσω μορφών,δηλαδή αναπαραγωγής του συστήματος μέσω σχέσεων των δικών του στοιχείων. 14 Κύριο παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει η θεώρηση του Λούμαν για το οικονομικό σύστημα, η οποία έχει ως κυρίαρχ o σημαντικό κώδικααυτόν μεταξύ πληρωμών/ μη πληρωμών. Αυτό το σύστημα διαφοροποιείται εσωτερικά σε δύο κυκλώματα – το εξωτερικό των εμπορευμάτων που ικανοποιούν τις «ανάγκες» και το εσωτερικό που είναι το κύκλωμα του χρήματος και εκφράζει την κατεξοχήν ( eigen) λογική του κώδικα ( Luhmann 1988: 134-140) – με τα δύο μαζί να έχουν το κοινό ενδοσυστημικό τους περιβάλλονστην αγορά, η πειθαρχική λειτουργίατης οποίας επιτρέπει την απρόσκοπτη τήρηση της καθοδηγητικής διαφοράς του συστήματος ( Luhmann 1988: 118 και Luhmann 1995: 383). Πάνω σ’ αυτή τη σκέψη ο Λούμαν κάνει ιδιαίτερα σημαντικές παρατηρήσεις για το πώς ο ανταγωνισμός που επιβάλλει η αγορά, και ιδιαίτερα η χρηματαγορά την οποία ο Λούμαν χαρακτηρίζει ως πρωτεύουσα (όχι πρωτογενή) αγορά ( Eigenmarkt) ( Luhmann 1988: 116 και 118), διασφαλίζει την επικοινωνιακή ενοποίηση του οικονομικού συστήματος. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι όμως και η μέριμνά του να απομακρύνειτην έννοια του κεφαλαίου απ’ αυτή τη συντονιστική λειτουργία επικοινωνίας και να επικεντρώσει την τελευταία αποκλειστικά στο χρήμα ( Luhmann 1988: 170). Είναι ευνόητο ότι μία τέτοια πιθανή εμπλοκή του κεφαλαίου σ’ αυτή τη λειτουργία θα δημιουργούσε τη δυνατότητα και για την εισαγωγή ενός εξωθεωρητικού/ ιδεολογικού στοιχείου κυριαρχίαςεντός του συστήματος, κάτι το οποίο θα ήταν ξένο από την μόνο περιγραφική στάση «θεωρητικής εποχής» που λέει ότι υιοθετεί η θεωρητική οπτική του Λούμαν. 15
Σε κάθε περίπτωση, η έννοια της συστημικής ενοποίησης που επικαλείται ο Γερμανός κοινωνιολόγος, δείχνει να καθιστά αδύνατη μία μορφή συνειδητού συνολικού/ «μονοπωλιακού» ελέγχου του οικονομικού συστήματος, που θα παρέπεμπε σ’ έναν περιβαλλοντικό (και κυρίως πολιτικό) έλεγχο ( Luhmann 1995: 36 και 43). Υπό αυτή την προοπτική η συνεχής παρουσία της τυχαιότητας ή της ανισορροπίας δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως το αποτέλεσμα μίας «ιδιαίτερης δημιουργικότητας ή ζωτικότητας» των συμμετεχόντων στο σύστημα, αλλά ως η ανάγκη του κάθε συστήματος να μην χάσει πλήρως την επαφή με το περιβάλλον του (βλ. το χαρακτηριστικό παράδειγμα της αστάθειας των τιμών, Luhmann 1995: 50 και αντιπαρέβαλε με Μαρξ 1978-α: 115). Μ’ άλλα λόγια, η τυχαιότητα ως συστημικήκατάσταση διατηρεί την επικοινωνία μεταξύ του συστήματος και του πολύπλοκου περιβάλλοντός του, που αποτελείται από τα άλλα συστήματα. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που ο Λούμαν ρητά απορρίπτει την προϋπόθεση ενός είδους ανθρώπινης συνείδησης, ή κυβερνητικού «σχεδίου» πίσω απ’ αυτήν την επικοινωνία, και την αποδίδει σε αμοιβαία ερεθίσματα.
Εντός αυτής της αντίληψης της πολυπλοκότητας μπορούμε να κατανοήσουμε ότι η προκλητική θέση του Λούμαν για το χωρισμόμεταξύ του κοινωνικού συστήματος και του ανθρώπινου υποκειμένου 16 – το οποίο βρίσκεται στο περιβάλλοντου συστήματος ( Luhmann 1995: 212) και δεν συμμετέχει ποτέ ως τέτοιοστην κοινωνία – βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις προαναφερθείσες ουσιοκρατικές και ανθρωπιστικές προσεγγίσεις. 17 Δεδομένου ότι η πολυπλοκότητα ως δομημένη είναι μια επιλεκτική διαδικασία που δουλεύει μέσα από διάκρισηκαι διαφοροποίηση( Luhmann 1995: 25-27 και 214), και όχι μέσω ενός πλουραλιστικού πολλαπλασιασμού, είναι εμφανές ότι ο Λούμαν κατανοεί την ατομική δράση όχι ως ιδιότητα που απορρέει από την ενοποιημένη ανθρώπινη συνείδηση, αλλά ως μονάδακάθε φορά προσαρμοσμένη στις επικοινωνιακές και σημαντικές απαιτήσεις των αντίστοιχων (υπο)συστημάτων. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αν και ο Λούμαν υιοθετεί μέρος της εξελικτικής ορολογίας, η οπτική που διατηρεί για την ιστορία δεν υπονοεί καμία «βαθιά εξελικτική συνέχεια», αλλά υπογραμμίζει το ρόλο της ιστορικής τομής (με την έννοια του Ereignis- Συμβάντος), που εγκαθίδρυσε το πέρασμα στους νεωτερικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Είναι ακριβώς αυτή η τομή που διαμορφώνει το νεωτερικό κοινωνικό σύστημα, επιτρέποντας τη διαφοροποίηση της δράσης από μία ενοποιημένη ή ηθική συνείδηση ( Luhmann 1995: 240). Η ιδιαιτερότητα του νεωτερικού κοινωνικού συστήματος επιτρέπει την ύπαρξη μιας έντονα διαφοροποιημένης κοινωνικής τάξης ( Ordnung/order), όχι όμως μέσω της συνειδητής/ γενικευμένης «χαλίνωσης» της πολύπλοκης τυχαιότητας, αλλά μέσω και εξαιτίαςτου χαρακτήρα αυτής της τυχαιότητας ( Luhmann 1998: ch . 3), σ’ ένα επιχείρημα που απομακρύνει αποφασιστικά τη λουμανική οπτική από τον τεχνικισμό της κυβερνητικής.

Ο λόγος που πραγματοποιήσαμε αυτή την παρέκβαση μέσω των αναπτύξεων του Λούμαν για την πολυπλοκότητα, δεν είναι διότι προτείνουμε ότι αυτή η οπτική θα έπρεπε να υιοθετηθεί και από την κριτική της πολιτικής οικονομίας, αλλά για να υπογραμμιστεί , όπως σημειώσαμε ήδη, πόσο διαφορετικά συλλαμβάνεται, στο συστημικό κοινωνικοθεωρητικό πλαίσιο, η έννοια της πολυπλοκότητας και άρα πόσο αδύναμη μπορεί να είναι αυτή ως κανονιστικήέννοια για την επιστροφή του κριτικού υποκειμένου ή για το αίτημα μιας πλουραλιστικής δημοκρατικής τάξης. Μπορούμε τώρα να αναρωτηθούμε εάν στην οπτική της κριτικής της πολιτικής οικονομίας υπάρχει μία μετα-ανθρωπιστική συστηματική έννοιαπου να μας αποτρέπει από την παλινδρόμηση στη μεταφυσική του κριτικού ανθρώπινου υποκειμένου ή τη μεταφυσική της αυτονομίας της ρεπουμπλικανικής πολιτικής.


4. Από την πολυπλοκότητα στην ανακατασκευή

της έννοιας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής


Θεωρούμε ότι υπάρχει πράγματι μια τέτοια έννοια και αυτή είναι η έννοια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής(στο εξής ΚΤΠ). Η χρήση αυτής της έννοιας δεν σημαίνει άρνηση της πραγματικής ύπαρξης της ιστορικής και ρυθμιστικής ποικιλομορφίας των συγκριτικά διαφορετικών ή «εθνικών» καπιταλισμών, ή της συνύπαρξης ή συνάρθρωσης στοιχείων από «ιστορικά» προηγούμενους τρόπους παραγωγής. Το αντικείμενοτης θεωρίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν μπορεί να εξαντλείται όμως στην εύρεση της «συνάρθρωσής» του με άλλους τρόπους παραγωγής. Θεωρητική πρακτική που οδήγησε στην υποτίμηση του ειδικάκαπιταλιστικού προσδιορισμού της έννοιας καπιταλιστικόςτρόπος παραγωγής ή στην αποκλειστική επικέντρωση σε εμπειρικά μοντέλα σύγκρισης «εθνικών» καπιταλισμών και καθεστώτων συσσώρευσης. 18 Το κεντρικό αντικείμενοτης έννοιας του ΚΤΠ συνίσταται αντιθέτως στην έκθεση της πυρηνικής αναπαράστασης ( Kerngestalt) που συνιστά τον ιδανικό ως ιδεατό μέσο όροτου εμπειρικού αντικειμένου ( Althusser 2003: 450-451). Το αντικείμενο αυτό ως ειδική σχέση σχέσεων(«συνδυασμός») τοποθετείται ως γενική μήτρα 19 που θέτει τα όρια εντός των οποίων οι εμπειρικές ιδιαιτερότητες μπορούν να αναπτυχθούν ώστε να μπορούν να ονομάζονται καπιταλιστικές (δεν ορίζει ούτε τη συνδικαλιστική πυκνότητα, ούτε το βαθμό μονοπωλίου, ούτε τα όρια της κρατικής παρέμβασης κλπ.: Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 287).
Ενώ ο «κλασικός» ορισμός του ΚΤΠ ήταν οπισθοβαρής, δίνοντας έμφαση στα «καταγωγικά» ιστορικά στοιχεία του («ο άνθρωπος των σκούδων») που τον διαφοροποιούσαν και ταυτόχρονα τον συνέδεαν «μεταβατικά» με τους προηγούμενους – εντός της «γενικής εξέλιξης των τρόπων παραγωγής» – η πρόκληση για μία επίκαιρη ανακατασκευή της έννοιας θα ήταν ένας εμπροσθοβαρής ορισμός, όπου η έμφαση θα δινόταν στα ειδικά δυναμικά στοιχείατης αυτονομίας του (αυτό που ο Λούμαν ονόμαζε eigen ) και θα αναφερόταν στο ολικό ανάπτυγμάτου, όπου η υλική/ πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο και η νοηματική ενοποίηση που ανέλυσε έξοχα ο Μαρξ στα Άμεσα αποτελέσματα της διαδικασίας παραγωγήςως Mystifikation , λαμβάνονται ως συντελεσμένα. Συναντάμε έτσι εδώ το ζήτημα που ανέδειξε ίσως με τη μεγαλύτερη έμφαση ο Λ. Αλτουσέρ στη «θεωρητικιστική» του φάση, αυτό δηλαδή της διάκρισης μεταξύ του εννοιακού/ θεωρητικού αντικειμένου και ενός προ-εννοιακού/ ιδεολογικού αντικειμένου (ή θα ήταν καλύτερα να γράψουμε ιστορικού κόσμου).
Έστω και αν φαίνεται περιττό, θα άξιζε να τονιστεί ότι αυτή η διάκριση θα πρέπει να εκληφθεί στην «ασθενή» εκδοχή της: Η ίδια η θέσηυπέρ της διάκρισης διαπερνάται από ένα ιδεολογικό στοιχείο από το οποίο είναι αδύνατο να απαλλαγεί: πρόκειται για μία διαχωριστική γραμμή που δεν μπορεί ποτέ να χαραχθεί ως οριστική διάκριση επιστήμης/ ιδεολογίας ( Althusser 1990), και βρίσκεται σε μία σχέση διαρκούς επαν-εισαγωγήςτης ιδεολογίας στη θεωρία και το αντίστροφο. Όσο θεμιτό είναι όμως να αποδεχτούμε τον μη τετελεσμένο χαρακτήρα αυτής της διάκρισης, άλλο τόσο προβληματικό είναι να αποδεχτούμε τον πλήρη ιστορικό ή «αγωνιστικό»/ ιδεολογικό καθορισμό των εννοιών, διότι σ’ αυτή την περίπτωση δύο θεωρητικά αδιέξοδα είναι εξασφαλισμένα: Το ένα έρχεται από πολύ παλιά και αφορά την ηγεμονία του καταστροφολογικού ιστορικισμού εντός του μαρξισμού, όπου η παραγωγή των εννοιών από την «ιστορική πραγματικότητα» του καπιταλισμού και τους «αγώνες», γίνεται κατά κανόνα το πρόσχημα για την κατάδειξη της εγγενούς (νομοτελειακής) τάσης προς τη «δομική» κρίση και την αναπόφευκτη κατάρρευσητου καπιταλιστικού συστήματος. Το δεύτερο σχετίζεται με την αντι-θεωρητική τάση που ευδοκίμησε ιδιαίτερα εντός του υπάρχοντος μεταμοντερνισμού και την εξάντληση των εννοιών του είτε στον αισθητισμό της ενικότητας, είτε σε αθεωρητικές βιωματικές-ανθρωπιστικές διεκδικήσεις «ταυτότητας», είτε τέλος στην παλινδρόμηση σε προ-μαρξικά (και προ-εγελιανά) μοντέλα καθολικής οντολογίας. 20
Το ίδιο το γεγονός ότι οι έννοιες του ΚΤΠ εδράζονται σε καπιταλιστικές πραγματικές αφαιρέσεις, ότι αναπαράγονται συστημικάστην καπιταλιστική Alltagsleben [καθημερινότητας] (Ρανσιέρ 2003: 219) μ’ όλη την υλικότητα και τη βία των πρακτικών της, μέχρι μάλιστα να λάβουν χαρακτήρα «φυσικής πρόληψης» (Μαρξ 1978-α: 125), δεν θα πρέπει ούτε καν αυτό να γίνει αποδεκτό ως ένα θετικό-βιωματικό δεδομένο, και θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ενός όχι καθαρά εννοιολογικού, αλλά αναπαραστασιακού/ φαινομενολογικού λόγου. Αντικείμενο δηλαδή της συγγραφής μιας, ελλείπουσας στο μαρξισμό, Φαινομενολογίας του κεφαλαίου, που θα ανέπτυσσε τους ιστορικούς - συνειδησιακούς προσδιορισμούς της «οικολογίας» 21 εντός της οποίας αρθρώθηκε και διαφοροποιήθηκε ο ΚΤΠ. Ακόμα όμως και απέναντι σ’ αυτή τη φαινομενολογία η θεωρία του ΚΤΠ θα έπρεπε να διεκδικήσει τη συστηματική της αυτονομία ( Arthur 2002: ch . 3 και 129-131). Κανένα άνοιγμα στις οικολογικές/ αναπαραστασιακές ή ιστορικές συνθήκες δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εργασία της έννοιας, ως τον βασικό όρο ανακατασκευής της θεωρίας του ΚΤΠ.
Η εργασία της έννοιας του ΚΤΠ θα άξιζε σήμερα να αναζητήσει τους λόγους του παροπλισμού της όχι μόνο στις εξωτερικές συνθήκες, αλλά στον τρόπο κατασκευής της «κλασικής» έννοιας του ΚΤΠ. Πρόκειται για έναν οντολογικό τρόπο κατασκευής που θα ονομάζαμε νομικό-παραγωγιστικό, όπου η έννοια του τρόπου παραγωγής εν γένειπαράγεται «ρεαλιστικά» από τις σχέσεις παραγωγής, που με τη σειρά τους ορίζονται από τους νομικούς όρους ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (όπου για παράδειγμα ότι ο ΚΤΠ ορίζεται από την τυπική σχέση μεταξύ νομικής ιδιοκτησίας και χρήσης των μέσων παραγωγής από την αστική και εργατική τάξη αντίστοιχα, και την «αντίφαση» μεταξύ τους). 22 Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Μαρξ επέμεινε στον ορισμό της έννοιας μέσω της «διαλεκτικής» μεταξύ των παραγωγικών σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων (με κορυφαία περίπτωση τον Πρόλογοτου 1859), ένα γεγονός που έδωσε μετέπειτα την αφορμή σε πολλούς κριτικούς (και σε εκπροσώπους των πλουραλιστικών οικονομικών όπως είδαμε) να μιλήσουν για «τεχνοκρατική» ή «παραγωγιστική» νοοτροπία.

Δεν θα πρέπει όμως να διαφύγει της προσοχής ότι ο Μαρξ εννοιοποίησε επίσης ρητά τον ΚΤΠ ως μια δομή κοινωνικών μορφών, που δρουν μ’ έναν παραγωγικότρόπο πάνω στις «πραγματικές» σχέσεις:


[…] o κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, όπως και κάθε άλλος, δεν αναπαράγει μόνο διαρκώς το υλικό προϊόν, αλλά και τις κοινωνικές οικονομικές σχέσεις, τους μορφικούς ( Formbestimmheiten) οικονομικούς προσδιορισμούς του σχηματισμού του. Γι’ αυτό, το αποτέλεσμά του φαίνεται το ίδιο μόνιμα σαν προϋπόθεσή του, όπως και οι προϋποθέσεις του εμφανίζονται σαν αποτέλεσμά του. Και είναι η αδιάκοπη αναπαραγωγή των ίδιων σχέσεων που την προβλέπει ο ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης σαν αυτονόητη, σαν αναμφισβήτητο γεγονός. Όσο θα εξακολουθεί να υπάρχει σαν τέτοια η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, ένα μέρος της νεοπροστιθέμενης εργασίας θα αναλύεται πάντα σε μισθό εργασίας, ένα άλλο μέρος σε κέρδος (τόκο και επιχειρηματικό κέρδος) και ένα τρίτο σε πρόσοδο […]. Η καθορισμένη μορφή ( DiebestimmteGestalt), με την οποία αντιπαρατίθενται τα μέρη της αξίας , προϋποτίθεται γιατί αναπαράγεται διαρκώς, και αναπαράγεται διαρκώς, γιατί διαρκώς προϋποτίθεται» (Μαρξ 1978-β: 1070-1071– μτφ. ελαφρά αλλαγμένη – η έμφαση είναι δική μας).


Στο απόσπασμα αυτό διαπιστώνουμε κάτι πολύ περισσότερο από την επανάληψη του θεμελιακού δόγματος της κλασικής πολιτικής οικονομίας για τη διάσπαση του προϊόντος σε μισθό, κέρδος και πρόσοδο. Στην πραγματικότητα έχουμε το ριζικό μετασχηματισμό του δόγματος αυτού εντός της κριτικής της πολιτικής οικονομίας και την δι’ αυτού συγκρότηση της μορφικής δομής αναπαραγωγής του ΚΤΠ. 23 Η επιμονή του Μαρξ να ορίσει τον ΚΤΠ μέσω της αναπαραγωγής των μορφών του, μας δίνει έτσι τη δυνατότητα να καταλάβουμε γιατί οι μορφές των σχέσεων αγοράς παίζουν έναν πολύ σημαντικότερο ρόλο απ’ αυτόν που συνήθως έγινε αποδεκτός από το μαρξισμό. Ιδιαιτέρως σημαντικές είναι οι εξαιρετικές σελίδες που αφιέρωσε ο Μαρξ στην έννοια του ανταγωνισμού στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Είναι σ’ αυτές τις σελίδες όπου ο ανταγωνισμός της αγοράς αναδεικνύεται ως το σημείο όπου το κεφάλαιο εκφράζεται κατ’ εξοχήν ως μία συνολική κοινωνική απρόσωπηδύναμη μορφώνπου δρα και δομεί της συνθήκες της παραγωγής (Μαρξ 1978-β: 247 και 249).
Ενώ όμως η έννοια του ΚΤΠ μπορεί να μας προσφέρει, όπως καθίσταται φανερό, ένα μη-ουσιοκρατικό συστηματικό πλαίσιο, και ενώ διαδραμάτισε έναν τόσο κρίσιμο ρόλο στη μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας, αυτή η έννοια, ερμηνευόμενη μέσα από ένα ουσιοκρατικό και νομικο-παραγωγιστικό πλαίσιο, έπεσε στην αφάνεια στη μαρξίζουσα και ευρύτερα ριζοσπαστική βιβλιογραφία. Σήμερα εμφανίζεται να αφορά μόνο κάποιους οπαδούς του παλιού δομικού μαρξισμού. Μία σημαντική περίπτωση ανάμεσά τους είναι ο Γάλλος θεωρητικός Ζακ Μπιντέ. Παρότι θα αποστασιοποιηθούμε από την τάση του να θεωρεί τις καπιταλιστικές σχέσεις εντός ενός δυισμού μίας «κυριαρχικής δομής» και μίας «κανονιστικής μεταδομής» που διανοίγει χειραφετητικές δυνατότητες, 24 αξίζει να τονιστεί ότι αυτός συνεχίζει να αναδεικνύει έναν όρο ( Bidet 2004: μέρος II ) που συγκροτεί ένα διαφορετικό τρόποορισμού του ΚΤΠ και σύμφωνα με την προσέγγισή μας οφείλει να παίξει το ρόλο εννοιακής αντικατάστασης, από τη σκοπιά της μαρξιστικής διαλεκτικής, της εύκολης και ιδεολογικής χρήσης του όρου «πολυπλοκότητα». Αναφερόμαστε στην τοπολογική 25 προβληματική ορισμού του ΚΤΠ, μία μεταφορική ασφαλώς έκφραση 26 που όμως προσφέρει μία σημαντική αναπαραστασιακή αποτύπωση, αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε ειδική άρθρωση ( Gliederung), του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι σημαντικό να σημειωθεί και πάλι ότι μέσα από την τοπολογική προβληματική ενδιαφερόμαστε για την εννοιακή ανακατασκευή του ανεπτυγμένου συγχρονικούόλουπου συγκροτεί τον ΚΤΠ. Αξίζει επομένως να επαναληφθεί ότι θεωρούμε αυτή την τοπολογία ως αυτόνομηαπό την ιστορική γένεση των πραγματικών στοιχειακών χαρακτηριστικών της. Κατ’ αυτό τον τρόπο επιδιώκουμε να υποσκάψουμε την κλασική οντολογική θεώρηση των τρόπων παραγωγής ως μία διαδοχή των «πραγματικών» τρόπων παραγωγής της ανθρώπινης εξέλιξης 27 (μ’ άλλα λόγια την ίδια ιδέα της «βαθιάς συνέχειας» που αναφέρθηκε ήδη στη συζήτηση του επιχειρήματος του Hodgson ).

Μπορούμε επομένως να αξιοποιήσουμε αυτόν τον μεταφορικό, αλλά προσδιορισμένο όρο για να αντικαταστήσουμε τον εξίσου μεταφορικό, αλλά πολύ περισσότερο «χαλαρό» και ιδεολογικό όρο της πολυπλοκότητας. Σε μία τέτοια τοπολογία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής θα διακρίνουμε τρεις δομικούς- τοπολογικούς χώρους:

α) Ο πρώτος τόποςείναι αυτός της παραγωγής. Χώρος που λειτουργεί χρησιμοποιώντας νοήματα καταμερισμού ταυτοτήτων και απόδοσης παραγωγικών ιδιοτήτων, περιλαμβάνοντας και τον έμφυλο καταμερισμό(παραγωγικών) ιδιοτήτων εντός της οικογένειας. Ο τόπος αυτός κατέχει τον προσδιορισμό του ρητού διαχωρισμού των κοινωνικών τάξεωνκαι της διαμόρφωσης των υλικών χωροχρονικών όρων απόσπασης υπεραξίας μέσω αφηρημένης εργασίας. Είναι κατά συνέπεια δραστική εντός του η «διάσημη» διαλεκτική μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων. Από τη σκοπιά της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, αυτός ο τόπος διαδραματίζει και έναν ιδιαίτερο πολιτικόρόλο (Μπαλιμπάρ 1988 και Bidet 2000 [1985]: κεφ. 3), αφού συγκροτεί το μοναδικό χώρο όπου η συγκρουσιακότητα και η βία της ταξικής πάληςεκφράζονται με σχετικά ρητό και ορατό τρόπο. Ο τόπος αυτός πριμοδοτήθηκε από τον μαρξισμό ως η προνομιακή οπτική, η «βάση», για τον ορισμό του ΚΤΠ. Αυτός είναι ο βασικός λόγος εξάλλου για την θεμελιώδη υποθεματοποίησητου ρόλου της αγοράς στην ιστορία των μαρξιστικών «οικονομικών», τα οποία πρωτίστως αντιλαμβάνονταν την αγορά ως «καταδικασμένη» να εξαφανισθεί από την κυριαρχία του μεγάλου «μονοπωλιακού» κεφαλαίου που κυριαρχεί την παραγωγή. 28 Ταυτόχρονα η ορατή παρουσία της ταξικής πάλης εντός του δημιούργησε την τάση τοποθέτησης ενός «πρωτείου των σχέσεων παραγωγής έναντι των παραγωγικών δυνάμεων». 29 Θα πρέπει όμως καταρχάς να παρατηρηθεί, όσον αφορά την γενική πριμοδότηση της διαλεκτικής παραγωγικών σχέσεων - παραγωγικών δυνάμεων ως «βάσης» του ΚΤΠ, ότι αυτή αφορά μόνο τον τόπο της παραγωγής, και ως εκ τούτου η αποκλειστική επικέντρωση σ’ αυτόν είναι ανεπαρκές κριτήριο ορισμούτου ΚΤΠ, δεδομένου ότι έτσι χάνεται εντελώς από τη θεωρητική οπτική η ιδιαίτερη αυτονομία της καπιταλιστικής αγοράς και του καπιταλιστικού κράτους. Από την άλλη μεριά, πριν μιλήσουμε για το πρωτείο της ταξικής πάλης έναντι των δυνάμεων της παραγωγής, δεν θα πρέπει να υποτιμάμαι ότι ο ηγεμονικός ιδεολογικός λόγος ενοποίησης του τόπου της παραγωγής είναι αυτός της τεχνικής 30 (συμπεριλαμβάνοντας εδώ και την έννοια της τεχνικής οργάνωσης), και άρα ότι ο κυρίαρχος κώδικας επικοινωνίας εντός του είναι αυτός της διάκρισης παραγωγικό/ μη παραγωγικό.
β) Ο δεύτερος τόποςείναι αυτός της αγοράς. Η αγορά επιτυγχάνει την νοηματική ενοποίησή της μέσω σημασιών διατομικής ετεραρχικής «ελευθερίας», που αναφέρονται σε συμβολαιοκρατικές ανταλλαγές (φυσικών) αγαθών, οι οποίες γίνονται αντιληπτές ως εκδηλώσεις «πραγματικών» προτιμήσεων/ επιλογών. Ταυτόχρονα η ετεραρχική αυτή δόμηση εμπλέκει διαδικασίες συνεχούς αμοιβαίας παρατήρησηςπου παράγουν ενεργήματα γενικευμένου ανταγωνισμού. Από τη σκοπιά της κριτικής της πολιτικής οικονομίας οι μορφές αυτών των ενεργημάτων έχουν την ιδιαιτερότητα ότι δεν (πρέπει να) κατανοούνται ως ανταλλαγές φυσικών αγαθών, αλλά ως χρηματικές διαμεσολαβήσεις του κεφαλαίου σκοπεύουσες σε αντικειμενοποιητικές προ-συμμετροποιήσεις μελλοντικά μετατεθειμένωναξιών – εντός των οποίων ασφαλώς εντάσσονται και οι χρηματικές προ-συμμετροποιήσεις που περιλαμβάνονται στα συμβόλαια της αγοράς εργασίας. Η χρηματική διαμεσολάβηση παίρνει όμως κατά τη στιγμή των πληρωμών το χαρακτήρα της αρνητικής αυτο-απώθησηςαπό τη σφαίρα των εμπορευματικών «ανταλλαγών», συνδέοντας τες με τον τρόπο μίας εξαφανιζόμενηςδιαμεσολάβησης(Μαρξ 1978-α: 118, 124-25). Γι’ αυτό και ο τόπος αυτός αναπαρίσταται-αποτυπώνεται στην οικονομική θεωρία ως αχρήματη ισορροπία φυσικών ανταλλαγών 31 της οποίας η χρηματική τιμή αποτελεί απλώς σινιάλο επικύρωσης, ενώ η αναπαράσταση του χρόνου που εμπλέκει είναι αυτή της συνέχειαςμιας σειράς σημείων ισορροπίας. Η προοπτική της χρηματικής διαμεσολάβησης των δραστικών εντός της αγοράς μορφών, είχε βέβαια τεθεί σε δεύτερο πλάνο από τη μαρξιστική «οικονομική θεωρία» προς χάριν της «εργασιακής θεωρίας της αξίας», και αναδείχθηκε σχετικά πρόσφατα, επιφέροντας σημαντικές συνέπειες στην ερμηνεία της μαρξικής συγκρότησης της έννοιας της αξίας ( Heinrich 1999: 196-251, Murray 2000, Arthur 2002: κεφ. 3, Milios 2009). Η παραδοσιακή αποστροφή για την επανεκτίμηση των μορφών της αγοράς εντός μίας χρηματικής θεωρίας της αξίας, άφησε το αποτύπωμά της και στη δομιστική ανασυγκρότηση του μαρξισμού, που εκφράστηκε κυρίως μέσω της απόρριψης της διαλεκτικής της αξιακής μορφής, 32 απόρριψη η οποία αποτέλεσε ένα από τα κύρια επιστημολογικά της εμπόδια ώστε να συλλάβει το χαρακτήρα της καπιταλιστικής αγοράς και το ρόλο της στην αναπαραγωγή του ΚΤΠ – εμπόδιο που είχε εντέλει ως συνέπεια και τον κίνδυνο να γίνουν αντιληπτές (και εν μέρει αποδεκτές) οι σχέσεις αγοράς μέσα από την οπτική του κανονιστικού ατομικιστικού-συμβολαιοκρατικού πλαισίου ( Bidet 1990). Η θεμελιώδης διαμεσολάβηση που επιτυγχάνει το κεφάλαιο μέσω του χρήματος στην αγορά, μετατρέπει κατά συνέπεια τη διάκριση πληρωμή/ μη πληρωμήστον κυρίαρχο δυικό κώδικα επικοινωνίας εντός αυτού του τοπολογικού χώρου.
γ) Ο τρίτος τόποςείναι αυτός του κράτους. Ξέρουμε πολύ καλά ήδη από τις αναλύσεις του Μαρξ για την εργάσιμη μέρα στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίουότι το καπιταλιστικό κράτος κατέχει μία ιδιαίτερη (φυσική και δικαϊκή) δύναμη παρέμβασηςπου ως αποτέλεσμα μπορεί να έχει είτε τη συμπίεση είτε τη διεύρυνση της κεφαλαιακής συσσώρευσης ανάλογα με τα ερεθίσματα που λαμβάνει από το συσχετισμό της ταξικής πάλης στον τόπο της παραγωγής και τη διασφάλιση της μακροχρόνιας δυναμικής της κεφαλαιακής συσσώρευσης (Μαρξ 1978-α: 250 και 284-285). Οι απαιτήσεις αυτής της παρεμβατικής δύναμης κάνουν το κράτος έναν πολυσύνθετο μηχανισμό με μία ισχυρή αυτονομία απέναντι στις τεχνικές απαιτήσεις της παραγωγής και τις χρηματικές μορφές της αγοράς. Το κράτος πραγματοποιεί την ιδεολογική ενοποίησή του μέσω νοημάτων ιεραρχικής υπαγωγής σε μία καθολικευτική - ενική (εθνική) ταυτότητα. Αυτή η δυνατότητα καθολικευτικής επέμβασης κάνει το κράτος τον κεντρικό χώρο επικύρωσηςκαι ταυτόχρονα εξουδετέρωσης κάθε αλλαγής του συσχετισμού της ταξικής πάλης. Μ’ αυτό τον τρόπο ορίζει/ περιορίζει την έκταση του πολιτικού γεγονότος, αποκλείονταςτο στοιχείο της ταξικής κυριαρχίας. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι πολιτικές δυνάμεις που συμπυκνώνουν ή εκπροσωπούν ταξικά συμφέρονται δεν μπορούν να έχουν αποτελέσματα πάνω στο κράτος (αυτό που ο Πουλαντζάς αποκαλούσε «πολιτική πάλη των τάξεων»), ούτε σημαίνει ότι για παράδειγμα μία ταξική σύγκρουση στον τόπο της παραγωγής (για παράδειγμα μία απεργία πείνας μεταναστών εργατών) δεν μπορεί να προκαλέσει αποτελέσματα κατάργησης ή δημιουργίας ενός νόμου του κράτους. Σημαίνει όμως ότι αυτά τα αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να εισέρθουν και να αναγνωρισθούν από το κράτος ως ένα ταξικόγεγονός ( Althusser 1994 [1978]: 481-482). Η ενότητα-ενοποίηση της αυτονομίας του τόπου του κράτους δεν προκύπτει έτσι ως «ισορροπία» ταξικών συσχετισμών, 33 αφού ο τόπος αυτός παραμένει, ειδικά στις πυρηνικές δομές της ενότητάς του, σφραγισμένοςαπέναντι σ’ αυτούς τους συσχετισμούς. Ο μηχανισμός του κράτους επιτυγχάνει την ουδετεροποίηση της επεμβατικής του δύναμης μέσω της νομικο-διοικητικής γλώσσας που χρησιμοποιείται στις αποφάσεις του, μετατρέποντας έτσι σε κυρίαρχο επικοινωνιακό του κώδικα τη διάκριση νόμιμο/ μη-νόμιμο. 34

Από την παραπάνω τριαδική τοπολογία του ΚΤΠ, θα επικεντρωθούμε σε δύο βασικές συνέπειες που προκύπτουν ως καίριες για την παρούσα ανακατασκευή. Η πρώτηαφορά τον τρόπο με τον οποίο εννοιοποιείται ο σχετικά σταθερός ιστορικός χαρακτήρας του ΚΤΠ, και άρα η τοπολογία της άρθρωσής του. Στην ιστορία του μαρξισμού η ιδέα της «κρίσης» έχει γενικά υπερτονιστεί και έχει οδηγήσει σε καταστροφολογικές αναπαραστάσεις για την «κατάρρευση» της καπιταλιστικής οικονομίας, μέσα από τις αδήριτες «ιστορικές τάσεις» της. Η εγκαθίδρυση μίας σταθερής σύνδεσης, μεταξύ αυτής της ιδέας της κρίσης και της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» παρήγαγε μοντέλα που κατέληγαν άμεσαστην κατάρρευση του καπιταλισμού, ως της αναγκαστικής «μοίρας» του, 35 συμβάλλοντας έτσι σ’ ένα είδος μεταφυσικής φιλοσοφίας της ιστορίας. Ενάντια σ’ αυτή την οπτική θα ήταν χρήσιμο να ανακατασκευαστεί η ιδέα της περιοδικής κρίσης του ΚΤΠ, ως ένα εσωτερικό μέρος της δυναμικής αναπαραγωγής του. Για να διατυπώσουμε αυτό το συμπέρασμα μ’ έναν ίσως προκλητικό τρόπο, μπορούμε να πούμε ότι από τη στιγμή που αποδεχόμαστε την έννοια του ΚΤΠ, θα πρέπει επίσης να αποδεχτούμε και την ανεξαρτησία τηςαπό τους ιστορικούς της όρους. Και έτσι να συμβάλλουμε στην κατασκευή εννοιών που συμπεριλαμβάνουν πρωτίστως τη στατική διάστασή της, καταλαβαίνοντας εντός της τη δυναμική και τις κρίσεις που επιφέρει. Η βαρύτητα όμως μίας τέτοιας θέσης δεν θα ήταν μόνο θεωρητική αλλά και πολιτική, καθώς η κατοχή μιας ισχυρής εννοιοποίησης της δομικής ευστάθειας του συστήματος, θα επέτρεπε την ορθότερη στρατηγική εκτίμηση των αστάθμητων ασυνεχειών και των δυνατοτήτων εμφάνισης ριζικών επαναστατικών καταστάσεων.

Η δεύτερηκαι πλέον σημαντική συνέπεια αφορά τον τρόπο της αιτιακής εξήγησηςπου υποδεικνύει αυτό το εννοιακό σχήμα. Η κλασική θεώρηση εντός του μαρξισμού είναι να δίνεται η πρωτεραιότητα στον οικονομικό παράγοντα, ή ακόμα καλύτερα στην οικονομική βάση της παραγωγής έναντι του ιδεολογικό-πολιτικού «εποικοδομήματος» του κράτους, αλλά και της αγοράς η οποία θεωρείται μόνο ως μία «ψευδαίσθηση» που κρύβει τις «πραγματικές» οικονομικές δυνάμεις. Μία άλλη, εξίσου κλασική πλέον, ερμηνεία μιλάει για τη σχετική αυτονομία του πολιτικού εποικοδομήματος και ειδικότερα του κράτους σε σχέση με την ταξική κυριαρχία στο χώρο της παραγωγής (Πουλαντζας 1985-β:108-111). Ενάντια και στις δύο αυτές προσεγγίσεις, το ενδιαφέρον θα άξιζε να τοποθετηθεί στην απόλυτη αυτονομία και το επιχειρησιακό κλείσιμοτων τριών αυτών τοπολογικών χώρων. Κατά συνέπεια η ενότητα της αναπαραγωγής τους δεν θα έπρεπε να γίνεται κατανοητή ούτε μέσω κάποιου είδους συνειδητού πολιτικού «σχεδίου ηγεμονίας» της κυρίαρχης τάξης, ούτε μέσα από κάποια αιτιακή σχέση βάσης-εποικοδομήματος, αλλά ως μία σχέση αμοιβαίων ερεθισμάτων. Η αμφισβήτηση της αιτιακής εξήγησης προς χάριν της απόλυτης αυτονομίας και της αποκεντρωμένης επικοινωνίας μέσω αμοιβαίων ερεθισμάτων, φέρνει στο προσκήνιο διαδικασίες μη-τελεολογικής και χρονικά διαφοροποιημένης αναπαραγωγής, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερπροσδιορισμένη. Η διαπίστωση του υπερπροσδιορισμού δεν πρέπει όμως να γίνεται το άλλοθι για την ιδεολογική επαν-εισαγωγή μίας ορισμένης αντίληψης «υπερπολυπλοκότητας», που καταργεί τον ειδικό προσδιορισμό σε τελευταία ανάλυση, χωρίς να προτείνει οποιονδήποτε αναστοχασμό του εννοιολογικού αυτού σχήματος, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την αποδιάρθρωση της έννοιας του ΚΤΠ, προς χάριν της «πολυπλοκότητας εν γένει» (προς αυτή την κατεύθυνση, Resnick - Wolff 1987: 50-52 36 ). Η επίκληση του μη-τελεολογικού διαφοροποιημένου χαρακτήρα της αναπαραγωγής, δεν μπορεί επομένως να σημαίνει ότι μια τέτοια αναπαραγωγή συντελείται ως μια συνεχής, ρέουσα και «χαοτική», «αναδημιουργία» cum και in nihilo . Ο κάθε τοπολογικός χώρος αναπτύσσει δομές «δομικής σύζευξης» με τους άλλους, έτσι ώστε τα ερεθίσματα να μπορούννα γίνουν δεκτά. Χωρίς να μπορούμε εδώ να τις αναπτύξουμε πλήρως, θα αρκεστούμε να αναφερθούμε στο χώρο του κράτους και τις δομικές συζεύξεις που αναπτύσσει με την αγορά μέσω του δημόσιου χρέουςκαι με την παραγωγή μέσω των ολοπαγών ιδρυμάτωναπόδοσης παραγωγικής ταυτότητας (σχολεία, στρατός, φυλακές κλπ.).
Εφόσον αποδεχτούμε τις συνθήκες αυτής της αναπαραγωγής, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι ο δραστικός/ δομών παράγοντας – ως ο προσδιορισμός σε τελευταία ανάλυση του ΚΤΠ – δεν θα πρέπει να τοποθετείται πλέον στην «οικονομία» (δηλαδή στην παραγωγή), αλλά στο ίδιο το κεφάλαιο, ως τον τρόποτης αμοιβαίας δόμησης και της συμμετροποίησης αυτών των τοπολογικών χώρων. Την ίδια στιγμή που είναι πλήρως αυτόνομοι οι τρεις δομικοί χώροι του ΚΤΠ, είναι ταυτόχρονα πλήρως εξαρτημένοι από το κεφάλαιο, ως τον τρόπο επικοινωνίαςτους μέσω μίας κυρίαρχης σημαντικής συντονισμού. 37 Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν τίθεται εξάλλου θέμα «διαγραφής» της κοινωνικής-επικοινωνιακής δράσης των ταξικών υποκειμένων, αλλά καταγραφήςτων ορίων στα οποία αυτή η δράση κινείται εντός της κυριαρχίας της σημαντικής του κεφαλαίου, 38 συγκροτώντας τα ως τους ενεργούς «φορείς» ( Träger) της αναπαραγωγής της – μία διαδικασία που στο μαρξισμό τέθηκε παραδοσιακά ως ζήτημα πραγμοποίησης/ φετιχισμού.
Είναι απαραίτητο εδώ να σημειωθεί ότι αυτή η χρήση της έννοιας του φετιχισμού προϋπο- θέτειτην εσωτερική διαφοροποίησήτης στο δίπολο φετιχισμός/ ιδεολογία. O ι δύο όροι έχουν συλληφθεί είτε μέσω της αναγωγής του ενός στον άλλο, είτε δια του αμοιβαίου αποκλεισμού ως δύο διαφορετικές και ανταγωνιστικές θεωρίες υποκειμενοποίησης (Μπαλιμπαρ 1996: 125-129). Στην παρούσα ανακατασκευή κατανοούμε τον φετιχισμό ως έννοια-μήτρα και την ιδεολογία ως παράγωγη έννοια. Αυτό σημαίνει ότι η ιδεολογία εξειδικεύεται πάντοτε σε τοπική κλίμακα, αναφέρεται σε εμπειρικά διαπιστώσιμους μηχανισμούς και έχει πολεμικό-πολιτικό χαρακτήρα που την κάνει να αρθρώνεται μέσω της κανονιστικής διάκρισης εχθρός-φίλος, και να διατηρεί μία προνομιακή σχέση με τον τοπολογικό χώρο του κράτους. Αντιθέτως, ο φετιχισμός έχει διάχυτο/ διαπεριοχικό χαρακτήρα, είναι άμεσηυποκειμενοποίηση δια της δομούσας επικοινωνιακής σημαντικής του κεφαλαίου και δρα μέσα στην ίδια τη λειτουργικότητα των πραγμάτων ( Baudrillard 1991), αποτελώντας τον όρο-μήτρα της διατύπωσης ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Σε αντίθεση με τον Αλτουσέρ που μιλούσε ακόμα για «δομή με βάθος» ( Althusser κ.α. 2003: 432, 434) η σημαντική του κεφαλαίου γίνεται έτσι επιφανειακή, φανερή, τόσο εκτυφλωτικά/ θεαματικά φανερή 39 που καθίσταται διάχυτη και αφανήςστην ίδια τη λειτουργικότητα των πραγμάτων.

Υπό αυτή την προοπτική πράγματι αναδεικνύεται ένας τόπος όπου το κεφαλαίο, βρίσκει τον τρόπο έκφρασης με τις λιγότερες τριβές και γι’ αυτό θα μπορούσε να του αποδοθεί όχι ένας κυρίαρχος, αλλά ένας ιδιαίτερος/ πρωτεύωνρόλος συντονισμού.Αυτός είναι ο τόπος της αγοράς, η οποία και καταλαμβάνει αυτόν τον σημαντικό συντονιστικό ρόλο στην επικοινωνία της σημαντικής του κεφαλαίου, αφού συγκροτεί και τον τόπο όπου τόσο η παραγωγή, όσο και το κράτος οφείλουν να εκθέτουν/ διαμεσολαβούν τα ενεργήματά τους. Η απόδοση του συντονιστικού αυτού ρόλου στον ανταγωνισμό της αγοράς εννοιοποίηθηκε καταρχάς από τον ίδιο τον Μαρξ, στην ανάλυσή του για το ρόλο του ανταγωνισμού στη λειτουργία εξίσωσης των διαφορετικών τιμών αγοράς προς την αξία αγοράς του συνολικού (κοινωνικού) κεφαλαίου (Μαρξ 1978-β: 228, 1072, 1081). 40 Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο θα έπρεπε, ενάντια στην κριτική πολιτική οικονομία, να αναγνωρίσουμε στη σημαντική που χρησιμοποιείται «εκτατικά» από τα νεοκλασικά οικονομικά, και αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αυτορύθμιση και την ισορροπία της αγοράς, όχι τόσο την κυριαρχία κάποιων «αλλοτριωτικών» και «απάνθρωπων» συμφερόντων, αλλά μια απαραίτητη αυτο-περιγραφήτου τόπου της αγοράς, που διευκολύνει αναγκαία το συντονιστικό της ρόλο στην επικοινωνιακή αναπαραγωγή του ΚΤΠ.


5. Αντί επιλόγου:

Εκμετάλλευση, ταξική πάλη, επαναστατικό υποκείμενο.

Πέραν κάθε οικονομίας;


Σημειώσαμε ήδη με έμφαση το γεγονός ότι η έννοια του ΚΤΠ τέθηκε αποφασιστικά στο περιθώριο από το μεγαλύτερο μέρος της μαρξιστικής και ριζοσπαστικής θεωρίας. Εκτός των εξωτερικών ιδεολογικό-πολιτικών εξελίξεων και των δικών της αδυναμιών στον «κλασικό» ορισμό της, που οδήγησαν είτε σ’ ένα γενικότερο παροπλισμό σημαντικών μαρξιστικών εννοιών μέσα από μια πλουραλιστική προβληματική που επικεντρώνεται εν γένει στο «κοινωνικό» και το «πολιτικό» (à la Mouffe - Laclau ), είτε στη διήθηση αυτών των εννοιών μέσα από ένα εμπειριστικό πλαίσιο όπως έγινε στον αναλυτικό μαρξισμό, αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως αυτή η επιμελής αδιαφορία που επιφυλάχθηκε για την έννοια του ΚΤΠ οφείλεται κυρίως σε σειρά ιδεολογικών αντιστάσεων, τις οποίες αυτή η έννοια προκαλεί με ένταση, λόγω των ισχυρών αντι-εμπειριστικών, αντι-ιστορικιστικών και αντι-ανθρωπιστικών απαιτήσεων που ενέχει. Αντί άλλου επιλόγου θα παρουσιάσουμε μέρος από αυτές τις αντιστάσεις και έτσι, παρότι κάτι τέτοιο φαίνεται αδόκιμο, θα επιδιώξουμε να προκαταλάβουμε ορισμένες από τις κριτικές που μπορεί να γεννήσει η προηγηθείσα ανακατασκευή της έννοιας.
Η πρώτη από αυτές τις αντιστάσεις αφορά την μη τοποθέτηση της έννοιας της εκμετάλλευσης και της απόσπασης υπεραξίας ως τον κεντρικό σκοπότου ΚΤΠ. Πράγματι η έννοια της εκμετάλλευσης δεν υφίσταται ως μια γενική κατηγορία εντός της τοπολογίας του ΚΤΠ (τοπικά «παρατηρείται» στην παραγωγή και μόνο), ούτε καν εμφανίζεται ως τέτοιαστην επικοινωνιακή ενοποίηση του ΚΤΠ που επιτελεί η σημαντική του κεφαλαίου. Ο λόγος είναι ότι η τοποθέτηση αυτή επιδιώκει να αποφύγει δύο σημαντικούς ιδεολογικούς κινδύνους: Αφενός την προσέγγιση που αντιλαμβάνεται την εκμετάλλευση και την απόσπαση υπεραξίας ως το χαρακτηριστικό του καπιταλισμού που πρωτίστως μπορεί να μετρηθεί εμπειρικάκαι άρα μπορεί να «διορθωθεί» μέσω παρεμβάσεων στην αγορά που θα άλλαζαν τη διανομήτου υπερπροίοντος, μετασχηματίζοντας τον καπιταλισμό σ’ ένα είδος «σοσιαλισμού της αγοράς». Πρόκειται για την εμπειριστική ιδεολογική παράσταση στο θεωρητικό πεδίο που ο Αλτουσέρ θεματοποίησε εξαιρετικά εύστοχα ως «λογιστική » παράσταση της υπεραξίας ( Althusser 1994 [1978]: 408-409). 41 Στο αντίθετο άκρο εμφανίζεται ο ίσως ακόμη πιο ελκυστικός ιδεολογικά κίνδυνος της τελεολογικήςαναπαράστασης της εκμετάλλευσης και της απόσπασης υπεραξίας. Εδώ η «τελεολογική συγκρότηση» της υπεραξίας εκκινεί από την οντολογική-ανθρωπολογική βάση της παραγωγής ως τον «μεταβολισμό» των ανταλλαγών του ανθρώπου με τη φύση. Ο καπιταλισμός θεωρείται η αλλοτριωμένη-διαστρεβλωμένη εκδοχή αυτού του μεταβολισμού, οι μορφές της αγοράς και το κράτος είναι «αντανακλάσεις» αυτής της αλλοτρίωσης, ενώ προνομιακός φορέας της είναι το προλεταριάτο/ εργατική τάξη, το οποίο εμπεριέχει έτσι στην οντότητά του μία διαφωτιστική αποστολή απελευθέρωσης του ανθρώπου. 42
Εκτός όμως της ανάγκης κριτικής των ιδεολογικών χρήσεων του ζητήματος, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τίθεται αντικειμενικάένα θεωρητικόερώτημα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο η εκδήλωση της εκμετάλλευσης στον τοπικό χώρο της παραγωγής συνδέεται με την καθολική κυριαρχία του κεφαλαίου στον ΚΤΠ – μετατρέποντας έτσι το ζήτημα της απόσπασης υπεραξίας σε ζήτημα της κινητοποίησης της συνολικής τοπολογίαςτου ΚΤΠ και όχι σ’ ένα ερώτημα που μπορεί να αναχθεί σε εμπειρική μέτρηση ή στην τελεολογική σκοπιά ενός προνομιακού φορέα. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι σ’ αυτή την προοπτική η συνεχής και διευρυνόμενη συσσώρευση μέσω απόσπασης υπεραξίας, σχετίζεται με τη συγκεκριμένη οργάνωση του κοινωνικού χρόνουαναπαραγωγής εντός του ΚΤΠ και άρα με τη δυναμικήδιάσταση 43 με την οποία το κεφάλαιο επιτελεί τη νοηματική ενοποίησή του, στρέφοντας τον όχι απλώς στη μορφή Χ-Ε-Χ΄ αλλά και στην ΔΧ = (Χ΄-Χ) > 0, όπου «συσσώρευση και αναπαραγωγή συμπίπτουν» (Οικονομάκης-Σωτηρόπουλος 2003) – το ζήτημα ως τέτοιο επομένως κείτεται εκτός της τοπολογικής-συντακτικής αναπαράστασης όπως την παρουσιάσαμε παραπάνω.
Σε κάθε περίπτωση αξίζει να σημειώσουμε ότι φαίνεται ιδιαιτέρως αξιόλογη η πρόταση να θεωρηθεί η έννοια της πειθαρχίας/ πειθάρχησης (βλ. Σωτηρόπουλος 2009) ως κομβικό σημείο της ενοποίησης της εκμετάλλευσης που επιτελεί η σημαντική του κεφαλαίου. Η σημασία της πειθαρχίας 44 διακρίνεται τόσο για τη διαπεριοχικότηταόσο και τη διαχρονικότητάτης, διατρέχει δηλαδή όλους τους τοπολογικούς χώρους του ΚΤΠ όσο και όλες τις χρονικές φάσεις της αναπαραγωγής του. Ενώ εμφανίζεται έτσι ρητά και προνομιακά σε περιόδους συστολής και εκκαθάρισης της κεφαλαιακής συσσώρευσης («κρίσης»), παίζει εξίσου κεντρικό ρόλο, συναρθρωμένη με άλλες σημασίες (όπως μίας à la Veblen «επιδεικτικής κατανάλωσης» 45 ), και σε περιόδους κεφαλαιακής διεύρυνσης («άνθησης»).
Το δεύτερο είδος κριτικής που αξίζει να τεθεί εδώ, αφορά τον περιορισμό εντός της παρουσίασης που επιχειρήθηκε του ρόλου της ταξικής πάλης και των επαναστατικών/ μετασχηματιστικών αποτελεσμάτων που μπορεί αυτή να επιφέρει. Ορίσαμε ότι η ταξική πάλη μπορεί να τεθεί με ρητότρόπο μόνο στον τόπο της παραγωγής και άρα ότι οι άλλοι τοπολογικοί χώροι του ΚΤΠ σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να διαπερνώνται εξ ορισμούαπό την ταξική πάλη. Με το να αναζητά κανείς να αποδώσει ένα ριζικά μετασχηματιστικό ρόλο στην ταξική πάλη ως «κινητήρια δύναμη», όχι μόνο προβάλλει, εκτατικά, σχήματα της παραγωγής στο σύνολο του ΚΤΠ, αλλά και συγχέει την αναπαραγωγική λειτουργίατης ταξικής πάλης με μια συγκυρία ριζικούεπαναστατικού μετασχηματισμού – ένα σχήμα σύγχυσης δηλαδή που αποτελεί τον κανόνα στην πλειοψηφία των εργατιστικών προσεγγίσεων και συνοδεύεται με την καταστροφολογική αντίληψη της μόνιμης «δομικής» κρίσης και επικείμενης «κατάρρευσης» του καπιταλισμού. Επιπλέον, με το να αποζητά κάποιος να εισαγάγει εκ των προτέρων μια ισχυρή έννοια υποκειμένου εντός του θεωρητικού λόγου με αντικείμενο τον ΚΤΠ είναι σαν να προσπαθεί να εισαγάγει σε μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο, «εξωτερικά», ένα υποκείμενο –ή καλύτερα θα πρέπει να γράψουμε ένα Υποκείμενο. Η δυνατότητα συγκρότησης ενός επαναστατικού Υποκειμένου δεν πρέπει ασφαλώς να βρίσκεται εντελώς εκτός της οπτικής της θεωρίας, αποτελεί όμως αντικείμενο ενός άλλου θεωρητικού λόγου, σχετικά αυτόνομουαπό τον θεωρητικό λόγο της έννοιας του ΚΤΠ και πλησιέστερου προς τη στρατηγικήτης πολιτικής συγκυρίας. Ενός θεωρητικού λόγου που θα είχε ως αντικείμενό του τη δυνατότητα και τη συγκρότηση του (επαναστατικού) υποκείμενου της ταξικής πάλης. 46 Η σύγχυση μεταξύ των δύο θεωρητικών λόγων 47 έχει οδηγήσει είτε στην «καταστροφολογική» προσδοκία που βλέπει παντού μπροστά της «επαναστατικές καταστάσεις», είτε σε μία γενική οντολογία των συγκρουσιακών πρακτικών που περιορίζεται εντέλει σε νομιναλιστικούς αγώνες δικαιωμάτων. Η δυνατότητα συνάντησηςτων δύο θεωρητικών λόγων είναι σπάνια και σχετίζεται με τις περιόδους εμφάνισης ριζικών επαναστατικών ρήξεων στο ιστορικό/ εμπειρικό αντικείμενο του ΚΤΠ: Στην ιστορία αυτού του αντικειμένου μπορούμε να διακρίνουμε δύο τέτοιες στιγμές συνάντησης, η πρώτη συγκεντρώνεται γύρω από το 1917, η δεύτερη γύρω από το 1968. 48
Αφήσαμε ως τελευταία τη γενικότερη κριτική «καταδίκη» της συστημικής θεώρησης που υπονοεί η έννοια του ΚΤΠ, ως οπτικής που εξαλείφει την οφειλόμενη κανονιστικήαποστολή μίας κριτικής θεωρίας. Αφενός έχουμε την κλασική διαφωτιστική κριτική η οποία προβάλλει την «κανονιστική ευθύνη» που θα πρέπει να αναλάβει ο κριτικός θεωρητικός, μία οπτική που υπονοεί μ’ άλλα λόγια ότι ο θεωρητικός είναι ο ίδιος ένα προνομιακό ηθικό/ κανονιστικό υποκείμενο και μπορεί να αναλάβει «την ευθύνη» (είδαμε ότι η κριτική οικονομική θεωρία βασίζεται σε μία τέτοια αντίληψη). Αφετέρου έχουμε την επαναστατική κριτική, που θα έβλεπε στο δομικό χαρακτήρα της έννοιας του ΚΤΠ την αποδοχή της «οικονομίας του συστήματος» ( Sanchez - Estop 2010) και άρα την άρνηση της επαναστατικής ανατροπής του (που πρόσφατα ονομάστηκε και «ζωτικότητα του πλήθους»), ξεχνώντας ίσως ότι η ίδια η κριτική ανατροπή της πολιτικής οικονομίας προϋποθέτει την εννοιακή ανασυγκρότησητου αντικειμένου της πολιτικής οικονομίας, τη συγκρότησή της σε σύστημα (Ρανσιέρ 2003: 195), ότι δηλαδή κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι η πολιτική οικονομία βαλμένη σε έννοιες( Althusser 2003:430).
Απέναντι σ’ αυτές τις δύο οπτικές, που θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε ως «παλαιοευρωπαικό ελιτίστικο διαφωτισμό» και «βιαστικό μετα-μοντερνισμό», η υλιστική διαλεκτική θα μπορούσε να παρέμβει με μία τρίτη θέση. Αυτή η παρέμβαση θα ήταν η επανατοποθέτηση της διάκρισης θεωρητικού και εμπειρικού αντικειμένου, ως μία ποτέ πλήρως τετελεσμένη διαχωριστική γραμμή μεταξύ θεωρίας και ιδεολογίας. Μ’ αυτή την κίνηση δεν θα απελευθερωνόταν μόνο η μαρξιστική θεωρία από την πίεση μίας άμεσης ιδεολογικοποίησης, αλλά θα απελευθερώνονταν και η ιδεολογικο-πολιτική πάλη από την πίεση «πραγμάτωσης» κάποιων φιλοσοφικών/ επιστημονικών εννοιών, 49 αναγνωρίζοντας έτσι την αναγκαιότητα τακτικής διαμεσολάβησης που επιτελούν οι ειδικά πολιτικοί φορείς ιδεολογικής ανάλυσης και παρέμβασηςστη συγκυρία. Η επανεπινόηση αυτού του σχετικού «διαχωρισμού» θα άνοιγε ίσως το δρόμο για να ξανασυναντηθούν σε πολιτικό επίπεδο ο μαρξισμός ως θεωρητικό σύστημακαι ως ιδεολογία μαζών(Μηλιός 1997: 24-33). Θα άνοιγε παράλληλα το δρόμο για να θεωρητικοποιηθεί και πάλι (μετά την τοπο-θέτηση από τον Μαρξ του λόγου της κλασικής πολιτικής οικονομίας – Μαρξ 1978-α: 94, σημ. 32) η υλική-ιδεολογική αναγκαιότητατου κυρίαρχου θεωρητικού λόγου, χωρίς αυτός να «καταγγέλλεται» λόγω της απόστασής του από την «πραγματικότητα», κάνοντας την όποια προσπάθεια κριτικής εντέλει τον ηθικό νομιμοποιητή αυτής της πραγματικότητας μέσω της επίκλησης μίας κοινωνικά ευαίσθητης, ανθρωπιστικής και αγωνιστικής (εντέλει ιδεαλιστικής) «θεωρίας» που βρίσκεται σε «επαφή» μαζί της.
Έτσι λοιπόν όσο οι εκπρόσωποι των πλουραλιστικών οικονομικών, αλλά και της «ζωτικότητας του πλήθους», δεν κουράζονται να μας επαναλαμβάνουν πόσο μακριά βρίσκονται οι κυρίαρχοι οικονομολόγοι και τα μοντέλα τους από τις «πραγματικές» κοινωνικές σχέσεις και τους «πραγματικούς» ανθρώπους, θα μπορούσαμε να τους υπενθυμίσουμε ότι, από την άλλη, αυτοί οι οικονομολόγοι μιλάνε ίσως καλύτερα από τον καθένα την άμεση γλώσσα που είναι εγγύτερα στο Πραγματικό, και αυτό στον ΚΤΠ δεν είναι παρά το κεφάλαιο ( Zizek 2000:276). Αν μη τι άλλο, σε μία δύσκολη συγκυρία αυτοί θα έχουν και το κράτος μαζί τους, και εδώ δεν εννοούμε ασφαλώς μόνο την έννοια του κράτους…


Βιβλιογραφικές Αναφορές


Althusser Louis (1976), “Ideology and Ideological Apparatuses of the State” in
Essays in Self-Criticism, NLB.
Althusser Louis (1990), Philosophy and the spontaneous philosophy of the scientists
& other essays, Verso.
Althusser Louis (1995), Sur la Reproduction, PUF .
Althusser Louis (1994 [1978]), “ Marx dans ses limites ” , σε Ecrits Philosophiques et
Politiques, tom. 1, STOCK/IME C .
Althusser et all.(2003), ΝαΔιαβάσουμετοΚεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα .
Audier Serge (2008), La Pensée anti-Mai ’68. Essai sur les origines d’une
restauration intellectuelle, La Découverte.
Arnsperger Christian (2008), Critical Political Economy. Complexity, rationality and
the logic of post-orthodox pluralism. Routledge.
Arnsperger Christian - Varoufakis Yannis (2006), “What is neoclassical economics”,
Journal of Post-autistic economics, issue 38.
Arthur Chris (2002), New Dialectic and Marx’s Capital, Brill.
Banaji Jairus (2010[1977]), “Modes of production in a materialist conception of
history”, σε Banaji Jairus, Theory as History, Brill, 2010.

Μπαλιμπάρ Ετιέν (1988), «Ο Μαρξ και η επιχείρηση», Θέσεις, τεύχος 23-24,

Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1988.

Μπαλιμπαρ Ετιέν (1996), Η φιλοσοφία του Μαρξ, Νήσος.

Μπαλιμπάρ Ετιέν (2003), «Σχετικά με τις θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού

υλισμού», σε Althusser L . et al ., Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά
Γράμματα .
Braveman Harry (1974), Labour and Monopoly Capital, Monthly Review Press .
Bidet Jacques (1990), Théorie de la Modernité, PUF .
Bidet Jacques (2000[1985]), Que Faire du Capital?, PUF .
Bidet Jacques (2004), Explication et Reconstruction du Capital, PUF .
Page Deux .
Bourdin J.-C. (2008), “ Matérialisme aléatoire et pensée de la conjoncture: Au-delà de
Marx ” , σε J.-C. Bourdin (dir.), Althusser: une lecture de Marx, PUF .
Bryan, D. and Rafferty, M. (2006) Capitalism with Derivatives, A Political Economy
of Financial Derivatives, Capital and Class: Palgrave Macmillan.
Campbell Martha (2004), “Value objectivity versus habit ”, in Bellofiore-Taylor, The
Constitution of Capital, Essays in volume one of Marx’s Capital, Palgrave .
Davis John (2006), “The nature of heterodox economics ” , Journal of
Post-Autistic Economics Review, issue 40 .
E conomie ” ,Multitudes9, mai-juin 2002 .
Economakis George E. (2005), “ Definition of the Capitalist Mode of Production: A Re-
examination (with Application to Non-capitalist Modes of Production) ” ,
History of Economics Review, 42, summer 200 5.
Foster-Carter Aidan (1978), “The modes of production controversy ”, New Left
Review, I/107, January-February 1978.
Hardt M.- Negri T., (2002), Αυτοκρατορία, Scripta.
Heinrich Michael (1999), Die Wissenschaft vom Wert, Westfälisches Dampfboot.
Hodgson G.M. (1991), “Economics and Systems Theory”, in After Marx and Sraffa,
MacMillan .
Hodgson G.M. (2001), How Economics Forgot History, Routledge .
Hodgson G.M. (2007), “Meanings of Methodological Individualism”, Journal of Economic
Methodology, 14(2).
Howard, M.C. & King J.E. (1989), A History of Marxian Economics, Volume I, 1883-
1929, Princeton University Press .
Howard, M.C. & King J.E. (2008), The Rise of Neoliberalism in Advanced Capitalist
Economies, Palgrave MacMillan .
Lawson Tony (200 6 ), “The nature of heterodox economics” , Cambridge Journal of
Economics, 2006, 30.
Luhmann Niklas (1988), Die Wirtschaft der Gesellschaft, Suhrkamp.
Luhmann Niklas (1995), Social Systems,Stanford University Press .
Luhmann Niklas (1998), Observations on Modernity, Stanford University Press .

Μαρξ Καρλ (1978-α), Το Κεφάλαιο, τομ. 1, Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ (1978-β), Το Κεφάλαιο, τομ. 3, Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ (1989), Grundrisse, τομ. 1, Στοχαστής.
McIntyre Richard (1996), “Mode of Production, Social Formation and Uneven Development,
or Is There Capitalism in America?”, σε Callari-Rucio, Postmodern Materialism and the Future of Marxist Theory. Essays in the Althusserian Tradition, Wesleyan University Press .
Milios John (2009), “Rethinking Marx’s Value-Form Analysis from an Althusserian
Perspective ” RethinkingMarxism21:2.

Μηλιός Γιάννης (1997), Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές εκδόσεις.

Μηλιός Γ., Δημούλης Δ., Οικονομάκης Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό, Νήσος.

Μπωντριγιάρ Ζαν (1990), Ο καθρέφτης της παραγωγής, Αλεξάνδρεια.

Μπωντριγιάρ Ζαν (1991), Η έκσταση της επικοινωνίας, Αλεξάνδρεια.

Murray, P. (2000), “Marx’s ‘truly social’ labour theory of value: Abstract labour in
Marxian value theory” Pt. 1 , Historical Materialism, no. 6 .

Οικονομάκης Γ. - Σωτηρόπουλος Δ.Π. (2003), «Εμπόρευμα και Χρήμα: Ο Μαρξ

αντιμέτωπος με τους κλασικούς», Θέσεις, Τεύχος 84, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2003.

Orl é an Andr é (2002), “ Essentialisme mon é taire et relativisme m é thodologique ” ,
Multitudes9, mai-juin 2002 .
Postone Moishe (1993), Time, Labour and Social Domination, Cambridge University
Press.
Postone Moishe (1997), “Rethinking Marx (in a Post-Marxist World)”, σε Charles
Camic ( ed. ), Reclaiming Sociological Classics, Blackwell.

Πουλαντζάς Νίκος (1985 [1975]-α), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τομ. α΄,

Θεμέλιο.

Πουλαντζάς Νίκος (1985 [1975]-β), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τομ. β΄

Θεμέλιο.

Ρανσιέρ Ζακ (2003), «Η Έννοια της Κριτικής και η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», σε

Althusser et all (2003), Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα.
Sanchez - Estop Juan Domingo (2010), «Οι τέσσερις λόγοι –που είναι πέντε– του
Jacques Lacan : Μια κριτική της (όχι μόνο) Πολιτικής Οικονομίας», Θέσεις,
Τεύχος 111, Απρίλιος - Ιούνιος 2010.
Shapir Jacques (2003), Les Trous Noirs de la Science Economique, Seuil .
Shapir Jacques (2004), “ L’économie est-elle une anti-politique ? ” , Cahiers
d’économie politique, 2004/2 - n° 47 .

Σωτήρης Παναγιώτης (2011), «Δομή και συγκυρία στο έργο του Αλτουσέρ», Θέσεις,

Τεύχος 115, Απρίλιος-Ιούνιος 2011.

Σωτηρόπουλος Δ. Π. (2007), «Σχόλια στη συζήτηση περί “πλουραλισμού” στην

οικονομική σκέψη», Θέσεις, Τεύχος 101, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2007.

Σωτηρόπουλος Δ. Π. (2009), «Η εποχή Hayek : Ο νεοφιλελευθερισμός ως πειθαρχία»,

Θέσεις, τεύχος 108, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009.

Τζέιμσον Φρέντρικ (2008), Μία μοναδική νεωτερικότητα, Αλεξάνδρεια.

Veblen Thorstein (1898), “Why is Economics not an Evolutionary Science?”, The
Quarterly Journal of Economics, Vol. 12 No.4 (Jul. 1898) .
Zizek Slavoj (2000), The Ticklish Subject, Verso.
Zizek Slavoj (2009), First as Tragedy, then as Farce, Verso.

1 Μία λιγότερο επεξεργασμένη και σαφώς μικρότερη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στο First International Conference in Political Economy “Beyond the Crisis”(IPPE)– που διεξήχθη μεταξύ 10-12 Σεπτεμβρίου 2010 στο Ρέθυμνο.
2 Όπως έχουν ήδη αρχίσει να υποστηρίζουν ανοικτά κάποιοι εκπρόσωποι των πλουραλιστικών οικονομικών ( Davis 2006).
3 Για το τι σημαίνει αυτό βλ. Althusser κ. ά. 2003: 398.
4 Εξαιτίας του υπερσυντηρητικού ιδεολογικού χαρακτήρα που διέπει το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της οικονομικής επιστήμης, η επίκληση από τα κριτικά οικονομικά των πολλαπλών κινήτρων και των κοινωνικών επιρροών ως χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς των ατόμων φαντάζει ως «ριζοσπαστική» επιλογή που εισάγει το «κοινωνικό». Πρόκειται όμως, κατά βάση, για θέσεις που για την υπόλοιπη κοινωνική επιστήμη είναι πλέον πλήρως ενσωματωμένες στη mainstream οπτική, ιδιαίτερα στις θεωρίες των μικρο-μάκρο συνδέσεων που δίνουν αποκλειστικά έμφαση στη δράση και τα κίνητρα των ατόμων. Ας αναφέρουμε εδώ ως το πλέον διάσημο όνομα, αυτό του A . Giddens .
5 Για τη συζήτηση αυτή βλ. κυρίως τις αναφορές των Deleplace 2002 και A . Orlean 2002. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση του Deleplace , ότι αυτό το οποίο τελικά καταλήγει να προτείνει ο Shapir δεν είναι πολύ διαφορετικό από τη «νέα μικροοικονομία» της αβεβαιότητας.
6 Ο όρος αυτός έπαιξε κεντρικό ρόλο στη συζήτηση περί οικονομικών συστημάτων κυρίως τη δεκαετία του ’70, την οποία ο Shapir γνωρίζει λόγω και της ενασχόλησής του με το σοβιετικό σύστημα, μία ενασχόληση που έχει ως κύρια αναφορά το έργο του Ch . Bettelheim . Αυτή η ενασχόληση δίνει ορισμένες φορές στην επιχειρηματολογία του και μια μακροθεωρητική αίσθηση που δεν συναντάμε συχνά στα πλουραλιστικά οικονομικά, παρότι και το δικό του επιχείρημα του μένει μικροοικονομικό. Βλ. σχετικά και την πραγμάτευσή του για τη συζήτηση περί οικονομικού υπολογισμού τη δεκαετία του ’30, Shapir 2003:131κ. ε.
7 Για την ανάπτυξη της θέσης του για την αναγκαιότητα της ρεπουμπλικανικής κυριαρχίας επί της οικονομίας, βλ. Shapir 2004.
8 Βλ. για παράδειγμα τον ορισμό του για την παραγωγή ως του «καθολικού όλων των ανθρώπινων κοινωνιών», Hodgson 2001: 315.
9 Για μια κριτική αυτής της υποκειμενικής αρχής από τη σκοπιά της αντικειμενικότητας που ενέχουν οι μαρξιστικές έννοιες, βλ. Campell 2004.
10 «Η αλλαγή είναι σε τελική ανάλυση πάντοτε μία αλλαγή των συνηθειών σκέψης. Εν ολίγοις ο πολιτισμός και το Geist είναι και τα δύο εκδηλώσεις ενός συστήματος κοινών συνηθειών σκέψης και συμπεριφοράς. Εφόσον οι συνήθειες είναι θεμελιώδεις για όλη την ανθρώπινη δραστηριότητα, είναι επίσης και για τον πολιτισμό» ( Hodgson 2001: 294). Για το οντολογικό πρωτείο της συνήθειας, Hodgson 2001: 351.
11 Η βασική αναφορά του είναι εδώ ο Γάλλος Καντιανός φιλόσοφος Alain Renault ( Arnsperger 2008: 74-75). Για τις ιδεολογικές θέσεις του A . Renault (τα βιβλία του οποίου μεταφράζονται αφειδώς στα ελληνικά), που μαζί με τον L . Ferry πρωτοστάτησαν στην επίθεση, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, στον αντι-ανθρωπισμό του ’60 ως τη φιλοσοφία που συνόδευσε την πολιτική ριζοσπαστικότητα της περιόδου, βλ. Augier 2008: 193 κ. ε.
12 Σ’ ένα από τα άρθρα που έχει γράψει ο Arnsperger μαζί με τον Γ. Βαρουφάκη, σημειώνεται ότι τα θεμελιακά «μετα-αξιωμάτα» της νεοκλασικής οικονομίας, υπονοούν ότι υποστηρίζονται από μία συγκεκριμένη «κοινωνική οντολογία» ( Arnsperger - Varoufakis 2006). Όμως, όπως και τους περισσότερους εκπροσώπους των πλουραλιστικών οικονομικών, αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η κανονιστική καταγγελία των νεοκλασικών οικονομικών και όχι το ερώτημα για αυτή την «κοινωνική οντολογία». Ερώτημα που θα τους μετατόπιζε από το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης στο λόγο της θεωρίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ), ή έστω σ’ αυτόν μίας ανταγωνιστικής κοινωνικής θεωρίας.
13 Ειδικά αυτό το σημείο είναι μία από τις βασικότερες πλευρές της σκέψης του Hodgson , που συνεχώς επανέρχεται στο έργο του υπό την ονομασία «αρχή της μη-καθαρότητας». Για την ανάπτυξη αυτού του όρου, Hodgson 1991: 163-165.
14 Βλ. σ’ αυτό το σημείο την εγκωμιαστική αναφορά στη μαρξική θεωρία της αξιακής μορφής, Luhmann 1995: 23.
15 Η επιδίωξη του Λούμαν για μία μόνο θεωρητική και ιδεολογικά ουδέτερη παρατήρηση του νεωτερικού κοινωνικού συστήματος θα άξιζε να συγκριθεί με την πολύ πιο διάσημη στην Ελλάδα αξίωση «περιγραφικότητας» του Π. Κονδύλη. Κυρίως για να φανεί από αυτή τη σύγκριση η αποτυχία αυτής της τελευταίας αξίωσης, εφόσον ο Κονδύλης αναγκάζεται να παρακάμπτει συνεχώς την ουδετερότητά του και να πέφτει σε παθιασμένες και ιδεολογικά αντιδραστικές καταδίκες της «μαζικής δημοκρατίας» και του «κοσμοπολιτικού, εκθηλυμένου μαζικού πολιτισμού». Μία αποτυχία δε που γίνεται σχεδόν κωμική όταν την υπεράσπισή του αναλαμβάνουν οι εθνικιστές «ρεαλιστές» διεθνολόγοι και οι πνευματικοί ταγοί του Έθνους, τύπου Γιανναρά. Απέναντι σ’ αυτή την αποτυχία, η περιγραφική ψυχρότητα (και δεινότητα) του Λούμαν συνοδεύεται από την εξαιρετικά ασθενή (και ως τέτοια πανίσχυρη και υπόρρητα αναγνωρισμένη) ιδεολογική δέσμευση υπέρ της αναπαραγωγής του νεωτερικού κοινωνικού συστήματος (βλ. τον χαρακτηρισμό του ως «ιδεολόγου της νεωτερικότητας» σε Τζέημσον 2008: 104), ζητώντας «απλώς» το σύστημα να συνεχίσει να υπάρχει, έναντι μίας «καταστροφής», η οποία θα μπορούσε να είναι και μία αντι-συστημική επανάσταση. Μία τέτοια δέσμευση θυμίζει την ανάλογη ελάχιστα κανονιστική δέσμευση του Χέγκελ υπέρ του νεωτερικού κράτους στον πρόλογο της Φιλοσοφίας του Δικαίου, και θα άξιζε, το λιγότερο, το σεβασμό των μαρξιστών.
16 Η έννοια των αυτο-αναφερόμενων συστημάτων παίρνει τη θέση του (καντιανού) υποκειμένου, Luhmann 1995: 28.
17 Ένας σαφής ολισμός υιοθετείται από τον Λούμαν (Luhmann 1995: 224, 228).
18 Για έναν υπερτονισμό των επιβιώσεων προ-καπιταλιστικών στοιχείων, που οδηγεί σε μία λατρεία για τους «ατομικούς» κοινωνικούς σχηματισμούς και εντέλει σε μία αποδιάρθρωση της έννοιας του ΚΤΠ, βλ. McIntyre 1996. Για τη γενικότερη στροφή των οπαδών του Αλτουσέρ προς την ενικότητα των «κοινωνικών σχηματισμών», βλ. Σωτήρης 2011.
19 Για μία κλασική πραγμάτευση της μήτρας του ΚΤΠ βλ. Μπαλιμπάρ 2003. Θα δούμε όμως ότι η προσέγγισή μας διαφοροποείται από την τάση να σκέφτεται με όρος μιας γενικής οντολογίας των σταθερών στοιχείων της παραγωγής.
20 Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η στροφή πολλών οπαδών του ύστερου Αλτουσέρ σε φιλοσοφικό επίπεδο σε μία καθολική συγκρουσιακή οντολογία. Για μία τέτοια περίπτωση βλ. Bourd ι n 2006. Από την άλλη μεριά είναι αλήθεια ότι οι Χαρντ και Νέγκρι στην Αυτοκρατορία ανέλαβαν την ενοποίηση πολλών μοτίβων του ριζοσπαστικού μεταμοντερνισμού. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο ότι και αυτή η ενοποίηση γίνεται στη βάση μίας καθόλα νεωτερικήςβιταλιστικής οντο(θεο)λογίας. Όπως και κάθε προ-εγελιανή οντολογία, και αυτή αναζητά το σημείο της απόλυτα ομοιογενούς, αδιαφοροποίητης και οργανικής έκφρασης, όπου ο δημιουργών Λόγος (που εδώ έχει πάρει την ονομασία της εμμενούς ζωτικής δημιουργικότητας του πλήθους) μπορεί να «ειδωθεί» και να εκφραστεί άμεσα( Hardt - Negri 2002: 260).
21 Οι Χάρντ-Νέγκρι κάνουν προς αυτή την κατεύθυνση κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις (Χάρντ-Νέγκρι 2002: 363-366). Όμως οι προτεραιότητές τους, όπως είπαμε, τους οδηγούν περισσότερο στην κατεύθυνση μίας –έστω αισιόδοξης– βιταλιστικής οντολογίας.
22 Η υπερσυγκέντρωση σ’ αυτόν τον βασισμένο στην παραγωγή νομικότρόπο ορισμού του ΚΤΠ, παραμένει η κυρίαρχη οπτική στα ελάχιστα άρθρα που διερευνούν ακόμα την έννοια, βλ. Economakis 2005. Μία ενδιαφέρουσα κριτική σ’αυτόν τον τρόπο ορισμού (κοινό στο σοβιετικό και τον δυτικό μαρξισμό) έχει ασκήσει από ιστορικιστική σκοπιά ο Banaji , ο οποίος τονίζει τη σημασία της δραστικότητας του κεφαλαίου για τη διαμόρφωση του ΚΤΠ ( Banaji 2010 [1977]: 54). Ταυτόχρονα, διατυπώνει και τη θέση ότι η θεωρία της ιστορίας ως διαδοχή τρόπων παραγωγής διατυπώνεται μόνο αναδρομικά, δηλαδή στο εσωτερικό του ΚΤΠ ( Banaji 2010 [1977]: 65 κε.). Πρόκειται για μία αναγκαία ιστορικιστική παραδοχή, ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος μίας «οντολογικής» σύλληψης των τρόπων παραγωγής ως «εξέλιξη της ανθρωπότητας» και την οποία την είχε κατανοήσει ήδη ο Μαρξ ως τρόπο ιστορικής περιοδολόγησης στο εσωτερικότης αστικής κοινωνίας, και την είχε εκφράσει με την περίφημη διατύπωσή του για την ανθρώπινη ανατομία ως το κλειδί της ανατομίας του πιθήκου (Μαρξ 1989: 70).
23 Χωρίς να είναι ο σκοπός μας να το αναπτύξουμε περαιτέρω σ’ αυτό το κείμενο, σημειώνουμε ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται και πολλές αναπτύξεις του Μαρξ στα Grundrisse, ειδικά στα σημεία όπου μιλάει για τα «συνθετικά» στοιχεία της παραγωγής.
24 Η υπόρρητη αποδοχή ενός παρόμοιου (καντιανού) δυισμού στηρίζει σε μεγάλο βαθμό και τη στροφή του Ε. Μπαλιμπάρ προς μία πολιτική των δικαιωμάτων και της πολιτειότητας.
25 Αυτός ήταν ο όρος που χρησιμοποιήθηκε συστηματικά από τον Λ. Αλτουσέρ στις αναφορές του στον ΚΤΠ ( Althusser 1976: 140, 177, 183, Althusser 1990: 213-215, 220).
26 Για τα όρια της τοπολογικής αναπαράστασης, βλ. L . Althusser 1995:85-87.
27 Βλ. τη σημαντική σ’ αυτό το σημείο κριτική στο Μπωντριγιάρ 1990 αλλά και Althusser κ. ά. 2003: 425-427. Είναι χαρακτηριστικό για τον οντολογικό χαρακτήρα αυτής της προσέγγισης, ότι στη δεκαετία του 1970 – τη μοναδική περίοδο που έγινε συζήτηση για την έννοια – αυτή ηγεμονεύθηκε, τόσο στο σοβιετικό, όσο και στο δυτικό πλαίσιο, από έναν έντονα ανθρωπολογικό λόγο, που επικεντρωνόταν στη σχέση των «προ-καπιταλιστικών» χωρών με τις καπιταλιστικές και στη συνάρθρωση των «τρόπων παραγωγής τους», εννοώντας πάντοτε τον τρόπο παραγωγής εν γένει (βλ. σχετικά τη συζήτηση σε Foster - Carter 1978).
28 Η «επιστροφή» όμως της αγοράς μέσω αυτού που αποκλήθηκε «νεοφιλελεύθερη» φάση του καπιταλισμού ( Howard - King 2008: ch . 6), ανέδειξε και πάλι με επείγοντα τρόπο την αναγκαιότητα επαναξιολόγησης της σημασίας του ανταγωνισμού της αγοράς εντός της μαρξικής κριτικής.
29 Βλ. κυρίως Althusser 1995: 44 και 243-252.
30 Για την κατάδειξη της κυριάρχησης του τεχνικού στοιχείου στον τόπο της παραγωγής στον αναπτυγμένο ΚΤΠ, αναφερόμαστε στην κλασική μελέτη του H . Braveman 1974.
31 Η παρουσία του χρήματος γίνεται έτσι ορατή μόνο σε φάσεις ανισορροπίας, γι’ αυτό και η ενεργητική παρουσία του χρήματος θεματοποιείται ρητά μόνο από οικονομικές θεωρίες που δομούν ad hoc τις παρεμβάσεις τους σε σχέση με τη θεματική της χρηματικής ανισορροπίας (κεϋνσιανισμός). Για το ότι το χρήμα γίνεται «προφανές» σε περιόδους χρηματικών κρίσεων βλ. Μαρξ 1978-α: 150-151.
32 Η εχθρότητα αυτή για τη θεωρία της αξιακής μορφής, που βρήκε την κύρια έκφρασή της στην κριτική του Althusser για την έννοια του φετιχισμού ( Althusser 1994 [1978]: 499-508), συνεχίζεται και στις μετέπειτα δομιστικές ερμηνείες του Κεφαλαίου( Bidet 2000 [1985]: κεφ. IX ). Η ερμηνεία όμως αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον διαβαστεί ως μία αντίθεση στον «εγελιανισμό» μίας τελεολογικής γραμμικής «λογικής» του κεφαλαίου (όπως η κατά Uno - Sekine «διαλεκτική» του κεφαλαίου). Στη σταθερά της απόρριψης της «διαλεκτικής του κεφαλαίου» από την αλτουσεριανή σχολή θα μπορούσε έτσι να περικλείεται ένα μήνυμα επανάγνωσης του Χέγκελ, ο οποίος εκτός από στοχαστής της «τελεολογικής ανάπτυξης της έννοιας», υπήρξε και ο θεωρητικός ενός συστήματος (ενότητας) διαφορών. Το μήνυμα αυτό είχε πάρει άλλωστε ρητή διατύπωση στην εκπληκτική έκκληση-έγκλιση του Αλτουσέρ προς τους μελετητές του Χέγκελ στο «ο Λένιν μπροστά στο Χέγκελ»: « Εδώ και 150 χρόνια κανείς δεν κατάλαβε τον Χέγκελ. Για να κατανοήσει κανείς τον Χέγκελ, θα έπρεπε πρώτα να μελετήσει κατά βάθος και να κατανοήσει το Κεφάλαιο του Μάρξ ».
33 Για την κριτική αυτής της αντίληψης που συναντάται και στους κλασικούς του μαρξισμού (κυρίως τον Ένγκελς), βλ. Πουλαντζάς 1985 –β: 113-117.
34 Από τη σκοπιά του ΚΤΠ, και σε αντίθεση με το συστημισμό του Λούμαν, η διαμόρφωση ενός νομικού συστήματος γίνεται αντιληπτή ως εσωτερικόμέρος του κράτους και όχι σαν ένα εντελώς αυτόνομο σύστημα. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι άλλοι τόποι (όπως η αγορά – Μαρξ 1978-β: 439) δεν μπορούν να παράγουν αυτόνομα νομικές μορφές, αλλά ότι το δίκαιο μπορεί να συγκροτηθεί ως σύστημαπαρά μόνο στο εσωτερικό του κράτους.
35 Ως παραδειγματική περίπτωση αυτού του τρόπου σκέψης μπορεί να θεωρηθεί το μοντέλο «κατάρρευσης» του καπιταλισμού του Henryk Grossman , βλ. Howard και King 1989: 316-336. Λόγω της καθαρότητας και της ριζοσπαστικότητας της θέσης του, ο Grossman αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει και τη διαδικασία της κρίσης ως εκκαθαριστικής και «αναπτυξιακής» λειτουργίας, η προοπτική αυτή χάνεται όμως μπροστά στις «ιστορικές τάσεις» κατάρρευσης εντός της παραγωγής, που μετατρέπουν την αγορά και τις χρηματικές μορφές σε «επιφαινόμενα» ( Howard - King 1989:326).
36 Η αποδιάρθρωση αυτή είχε ήδη προετοιμαστεί από την εσωτερική κριτική που δέχτηκε η κλασική έννοια του ΚΤΠ στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η κριτική αυτή στράφηκε εναντία στην επιστημολογική συγκρότηση της έννοιας και υπέρ μιας ρεαλιστικής εύρεσης των γενικών κοινωνικών όρων ύπαρξης του καπιταλισμού ( Cutler , Hirst , Hindess , Hussein 1977: 179-182, 210 κ. ε. και 223 κ. ε.), χωρίς όμως, κατά την οπτική μας, να μπορεί να δικαιολογήσει για ποιο λόγο ο εντοπισμός αυτών των «πραγματικών» κοινωνικών όρων ύπαρξης πραγματοποιείται με λιγότερο δογματικό τρόπο απ’ την επιστημολογική συγκρότηση του αντικειμένου, η οποία εγγράφει στο εσωτερικό της τη διάκρισή της με το προεννοιακό-ιδεολογικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι έτσι ο αντιμεταμοντέρνος υπερβατολογικός ρεαλισμός που κατέκλισε τον αγγλόφωνο μαρξισμό, και ο «μεταμοντέρνος» μαρξισμός των Resnick - Wolff , συναντιούνται στην άρνησή τους για την κατασκευή συστηματικών εννοιών.
37 Ως μία «αυθόρμητη» προσπάθεια θεματοποίησης αυτής της σημαντικής του κεφαλαίου, μπορεί να διαβαστεί το βιβλίο του A . Bihr 2007. Μία περισσότερο επεξεργασμένη θεωρητικά προσπάθεια, αλλά χωρίς αυτή την πρόθεση και πέφτοντας σε ορισμένες περιπτώσεις στον εργατισμό, αποτελούν οι αναπτύξεις περί της «φαντασματικότητας» του κεφαλαίου, σε Arthur 2002: ch . 8. Από την άλλη ο υψηλά μεταφυσικός χαρακτήρας της προσέγγισης του Άρθουρ μας υπενθυμίζει ορθώς ότι η αναγκαιότητα διατύπωσης μιας θεωρίας της σημαντικής του κεφαλαίου, σε καμία περίπτωση δεν εξαντλεί το κεφάλαιο ως το Πραγματικό του ΚΤΠ.
38 Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας και να οριοθετηθεί εντός της θεωρίας του ΚΤΠ μία θεωρία της «οικονομίας των (ταξικών) πρακτικών», όπως αυτή που βρίσκουμε στον Μπουρντιέ, ως το οιονεί «μικροθεωρητικό» στοιχείο της.
39 Βλ. Baudrillard 1991 και για μία ευρύτερη ανάλυση Skomvoulis 2009.
40 Για μία από τις ελάχιστες πραγματεύσεις που ενσωματώνουν το ρόλο του ανταγωνισμού ως στοιχείο συνοχής της μαρξικής κριτικής βλ. Μηλιος, Δημούλης, Οικονομάκης 20005: κυρίως 181-185. Ο ειδικός ρόλος των μορφών της αγοράς για τη συντονιστική λειτουργία του κεφαλαίου, επανεκτιμήθηκε άλλωστε πρόσφατα στο βιβλίο των Bryan και Rafferty ( Bryan - Rafferty 2006), που προσφέρει, σ’ αυτή την προοπτική μία πολύ ενδιαφέρουσα αξιολόγηση της λειτουργίας αντικειμενικής προ-συμμετροποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών, με κύριο όχημα τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα προϊόντα.
41 Αυτή η ιδεολογική στάση εκφράστηκε με τον πλέον έντονο τρόπο από τον αναλυτικό μαρξισμό – ο οποίος αξίζει να σημειωθεί ότι βασίσθηκε εν μέρει στην εκμετάλλευση κάποιων τεχνικιστικών στοιχείων που υπήρχαν ήδη σε σημεία της ανάλυσης του Αλτουσέρ (βλ. την κριτική σε Postone 1997) – με πλέον χαρακτηριστική περίπτωση τον Τζων Ρέμερ.
42 Στην οντολογία του κοινωνικού Είναιτου ύστερου Λούκατς μπορούμε να βρούμε τη σημαντικότερη και πλέον επεξεργασμένη εκδοχή αυτής της αντίληψης. Τόσο ο Αντόρνο (που έβρισκε στο φυσικό πόνο την «αντίσταση» στην ταυτότητα) όσο και ο Χάμπερμας (που αντικατέστησε την εργασία με τη διυποκειμενική επικοινωνία) παρά τις επιφυλάξεις τους δεν φαίνεται να μπόρεσαν να ξεφύγουν από αυτόν τον τελεολογικό νατουραλισμό. Τα τελευταία τέλος χρόνια ο Τζ. Χόλλογουεη εισηγήθηκε μία (ίσως υπερβολικά) αυθορμησιακή και μάλλον απλοποιημένη εκδοχή αυτού του τύπου μαρξισμού.
43 Τη δυναμική αυτή διάσταση της καπιταλιστικής συσσώρευσης ως αναγκαία για την αναπαραγωγή της κυριαρχίας της, ανέδειξε πρόσφατα ο M . Postone , σ’ ένα βιβλίο που πρέπει να θεωρείται κλασικό ( Postone 1993). Θεωρούμε όμως εξαιρετικά προβληματικό (και το καταλαβαίνουμε ως ένα είδος τεχνολογικού ντετερμινισμού) το πολιτικό συμπέρασμα που υπονοεί αυτή η προσέγγιση, ότι η σταθερότητα της καπιταλιστικής δυναμικής παράγει χειραφετητικές δυνατότητες με τις οποίες τα κοινωνικά κινήματα οφείλουν να «συντονιστούν». Η προσέγγιση αυτή, που εμπνέεται από κάποιους σκόρπιους στοχασμούς του Μαρξ για τις μηχανές στα Grundrisse, έχει αποτελέσει τη μήτρα πολλών θέσεων και του Νέγκρι. Για μια σκληρή πολιτική κριτική της θέσης αυτής, βλ. Zizek 200 9 : 75, για μία θεωρητική κριτική της, βλ. Bidet 2004: 119-121.
44 Εντός αυτού του πλαισίου η έννοια της πειθαρχίας μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό πεδίο εισδοχής της προβληματικής του Φουκώ στο μαρξισμό, πηγαίνοντας πέραν της μεταφυσικής των βιοπολιτικών αναγνώσεών του.
45 Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ο χαρακτήρας της κατανάλωσης πρέπει να είναι πειθαρχημένος. Όπως είχε δείξει καλά ο Μπατάιγ ο καπιταλισμός είναι ασύμβατος με μία μη-αναγώγιμη δαπάνη.
46 Ο Λένιν γράφοντας κείμενα πολιτικής στρατηγικής αγγίζει ορισμένες φορές τα όρια συγκρότησης ενός θεωρητικού λόγου. Είναι όμως το έργο του Α. Μπαντιού, που αποτελεί ίσως την πλέον συστηματική προσπάθεια συγκρότησης ενός τέτοιου θεωρητικού λόγου για το πολιτικό Υποκείμενο. Ο Μπαντιού θεματοποιεί σαφώς την εγγύτητα αυτού του θεωρητικού λόγου με τη στρατηγική της πολιτικής συγκυρίας, γι’ αυτό και αρνείται τη δυνατότητα μίας «πολιτικής φιλοσοφίας». Για λόγους που ίσως αναλύσουμε σε άλλο κείμενο, και άλλοι σημαντικοί μαθητές του Αλτουσέρ (αναφερόμαστε κυρίως στους Ζ. Ρανσιέρ και Ε. Μπαλιμπάρ) στράφηκαν κατεξοχήν σε διαφορετικές εκδοχές θεωρητικού λόγου περί της συγκρότησης του πολιτικού-ταξικού υποκειμένου – είτε περί της αδυναμίας αυτής της συγκρότησης. Με τίμημα όμως την εγκατάλειψη του θεωρητικού λόγου για τον ΚΤΠ.
47 Για τις συνέπειες της σύγχυσης, μέσω της επίκλησης των πρακτικών, της θεωρίας των δομών με την στρατηγική στην κοινωνική-πολιτική συγκυρία, θα μπορούσαμε να ξαναδιαβάσουμε την κριτική του Πουλαντζά στο κείμενο του Μπαλιμπάρ, βλ. Πουλαντζάς 1985-α: 119-121.
48 Τα κείμενα του Λούκατς τη δεκαετία του ’20 και του Φουκώ τη δεκαετία του ’70 μπορούν να θεωρηθούν οι βασικότερες μαρτυρίες της συνάντησης μεταξύ του δομικού και του πολιτικού-στρατηγικού θεωρητικού λόγου.
49 Εξίσου θα απελευθερώνονταν και η πολιτική-πρακτική θέση του ίδιου του θεωρητικού, αφού αυτός θα μπορούσε να συμμετάσχει πλέον στην πρακτική πολιτική πάλη, όχι από την παρανοϊκή θέση του κατόχου της «αλήθειας», της «ζωής» ή των «αξιών», αλλά ως ένα μέλος κόμματος ή ως ένας διαδηλωτής ανάμεσα σε άλλους. Το ακριβώς αντίθετο βλέπουμε στην πολιτική συγκυρία της τρέχουσας κρίσης χρέους, με την υπερπροβολή των διάφορων «ειδικών οικονομολόγων» της Αριστεράς, που σαν έτοιμοι από καιρό αποφάνθηκαν για την «ορθή εθνικά στρατηγική» απέναντι στο ευρώ και την εθνική ανάπτυξη. Μερικοί μάλιστα έφτασαν στο σημείο να ορίσουν και την ακριβή ισοτιμία (!!!) της δραχμής, για την «μετα-ευρώ εποχή».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή