Μια παράδοξη ισορροπία. Στο μεταίχμιο ηγεμονικών και μετα-ηγεμονικών αναγνώσεων του Πολιτικού. Εκτύπωση
Τεύχος 118, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2012


ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ.

ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΗΓΕΜΟΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ-ΗΓΕΜΟΝΙΚΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ

(Αλέξανδρος Κιουπκιολής: Πολιτικές της ελευθερίας. Αγωνιστική δημοκρατία, μετα-αναρχικές ουτοπίες και η ανάδυση του πλήθους, Αθήνα, Εκκρεμές 2011, 215 σσ.)


του Γιώργος Κατσαμπέκης 1


Το βιβλίο του Αλέξανδρου Κιουπκιολή, Πολιτικές της ελευθερίας,που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εκκρεμές, καταπιάνεται με μερικά από τα πιο κρίσιμα τρέχοντα ζητήματα στη σύγχρονη πολιτική θεωρία και πρακτική, με έμφαση στον χώρο της ύστερης ριζοσπαστικής διανόησης, διαγράφοντας μία παλινδρομική κίνηση στο νοητό φάσμα μεταξύ μεταμαρξισμού και μετααναρχισμού (ή νεοαναρχισμού). Αν θα θέλαμε, απλοποιώντας ίσως κάπως αυθαίρετα, να συμπυκνώσουμε με τη μορφή διλήμματος το βασικό διερευνητικό άξονα που διατρέχει τα τέσσερα κεφάλαια που συνθέτουν τη συλλογή, θα το θέταμε ως εξής: Ποια είναι η θεωρητική/αναλυτική κωδικοποίηση (ποιο το πλαίσιο ή το σχήμα) που εξυπηρετεί καλύτερα τις προοπτικές ανάγνωσης, ερμηνείας και ανάλυσης των διαφόρων εγχειρημάτων, αλλά και των δυνατοτήτων πολιτικής αντίπραξης στην τρέχουσα ηγεμονική τάξη με προσανατολισμό τη διαρκή και ριζική ανανέωση των αρχών της οικουμενικής ισότητας και ελευθερίας; Ποιες θεωρητικές διαδρομές μπορούμε να ακολουθήσουμε και ποια μεθοδολογικά πρίσματα ή εργαλεία είναι πιο πρόσφορα γα την ψηλάφηση και αναψηλάφηση των διαφόρων καινοφανών συμβάντων (ή «ανωμαλιών», αν θα θέλαμε να μιλήσουμε με όρους επιστημολογίας à laΤόμας Κουν [ Thomas Kuhn]) που διαταράσσουν επίμονα και δύστροπα τις διάφορες κανονικότητες των (ημι)παγιωμένων πολιτικοκοινωνικών συστημάτων εντός των οποίων συνυπάρχουμε, λειτουργούμε και ενίοτε επαναπαυόμαστε; Ή, για να το θέσουμε με τα λόγια του συγγραφέα, σε ποιες «δεξαμενές σκέψης και επιχειρήματος» θα προσφύγουμε για την «αναψηλάφηση διαφορετικών πολιτικών προτάσεων που θέλουν να δώσουν νέα ώθηση στην ισόνομη χειραφέτηση των καιρών μας» (σ. 11);

Σκοπός εδώ δεν είναι μία εξ αποστάσεως, ουδέτερη απόπειρα καταγραφής και «αντικειμενικής» ανάλυσης, αλλά η ενεργός εμπλοκήσε ένα εγχείρημα για την ουσιαστική δικαίωση των όρων της καθολικής ισοελευθερίας. Γνωρίζει καλά άλλωστε (χωρίς να χρειάζεται να το δηλώσει) ο συγγραφέας, αφού ο λόγος του διατρέχεται από τα «κεκτημένα» της μεταδομιστικής παράδοσης, πως καθώς εμπλέκεται στην πραγμάτευση συγκεκριμένων ζητημάτων, ταυτόχρονα περιγράφει, ερμηνεύει, αλλά και κατασκευάζεικομμάτι ή κομμάτια του πεδίου/αντικειμένου. Η ενεργός εμπλοκήεπομένως στην οποία αναφερόμαστε δεν είναι τόσο θέμα επιλογής ή σκοπού, αλλά περισσότερο ενσυνείδητης ή ασυνείδητης, δεδηλωμένης ή συγκαλυμμένης πράξης–κάτι που προφανώς οι υπέρμαχοι ενός «άχρωμου» θετικιστικού επιστημονισμού δε θα δεχόντουσαν έτσι εύκολα, καθώς θα διέκριναν στον ορίζοντα τα γνωστά «φαντάσματα» του μεταμοντερνισμού ή του σχετικισμού, αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο όσον αφορά τη συγκεκριμένη διάσταση του ζητήματος. Ο Κιουπκιολής άλλωστε είναι αρκετά σαφής επ’ αυτού ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου, όπου σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Οι πολιτικές έγνοιες της θεωρητικής μας συζήτησης έχουν ως έσχατο θεμέλιο ένα υποκειμενικό πλεόνασμα δέσμευσης. Εξερευνούμε δοκιμές και προοπτικές νέων κοινωνικών πλοκών με αναβαθμισμένη ισότητα και αυτονομία, γιατί εν τέλει ορμώμαστε από μια ισχυρή επένδυση σε ένα ηθικό-πολιτικό πρόταγμα που έρχεται από το παρελθόν και ανοίγεται στο μέλλον: την ατομική και κοινωνική ελευθερία των πολλών που γίνεται πράξη μέσα από μια ριζική εξίσωση στη νομή των ποικίλων εξουσιών και των πόρων τους» (σ. 11˙ η έμφαση δική μας).

Σε μια περίοδο λοιπόν σαν και αυτή που διανύουμε, μια περίοδο περιστολής του πεδίου των εναλλακτικών στρατηγικών σε όλα σχεδόν τα επίπεδα του συλλογικού βίου (σε επίπεδο νόησης, πρακτικής, κ.λπ.), ανάμεσα σε «τείχη» και ποικιλόμορφους φραγμούς που εγείρονται για την κατάδειξη των εκάστοτε επιλεγμένων και αυστηρά επιβαλλόμενων «μονόδρομων» – που μόνο προς την προαγωγή των ιδεών και των προϋποθέσεων της ισοελευθερίας δεν οδηγούν – και των λιτανικά επιζητούμενων «ευρύτατων πολιτικών συναινέσεων», μία τέτοια θεωρητικοπολιτική συμβολή, με προσανατολισμό την κριτική κατανόηση μιας πολιτικής οντολογίας του ενδεχομενικού, του αστάθμητου του κοινωνικού ρου, της «ρηγματικής εμμένειας» (όπως πολύ εύστοχα περιγράφεται στο βιβλίο˙ σσ. 173-174), της κατάφασης στο εναλλακτικό ως ανεκρίζωτη δυνατότητα, με δεδηλωμένο ζητούμενο την προοπτική δημιουργικής ανατροπής της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων (σ. 13) και με το βλέμμα στραμμένο στην ενίσχυση των προϋποθέσεων της καθολικής ισοελευθερίας, δεν κρίνεται απλώς χρήσιμη ή αναγκαία, αλλά μάλλον επιτακτική.

H μελέτη του Κιουπκιολή, αφορμώμενη από συμβάντα που διατάραξαν την όποια «κανονική» ροή των τελευταίων ετών (βλ. την έκρηξη του Δεκέμβρη του 2008 ή τις ιδιότυπες μορφές μαζικής διαμαρτυρίας του μαυροφόρου πλήθους για τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007), αποπειράται να διασχίσει μια πολύπτυχη πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα (με αναφορές τόσο στην ημεδαπή, όσο και στην αλλοδαπή) δοκιμάζοντας και ελέγχοντας ποικίλα θεωρητικά/μεθοδολογικά «οχήματα», άλλοτε διαδοχικά, άλλοτε αντιπαραθετικά ή/και διαζευκτικά. Αυτή η νοερή διαδρομή μας ταξιδεύει από τη νεο-γκραμσιανή 2«ηγεμονική» θεώρηση των Ερνέστο Λακλάου [ Ernesto Laclau] και Σαντάλ Μουφ [ Chantal Mouffe], στα μετα-ηγεμονικά διαβήματα των Μάικλ Χαρτ [ Michael Hardt] και Αντόνιο Νέγκρι [ Antonio Negri], ως τα νεοαναρχικά ή μετααναρχικά μονοπάτια της νεο-αυτονομίας που χαράσσουν μεταξύ άλλων ο Ρίτσαρντ Ντέι [ Richard Day] και ο Τζον Χόλογουέι [John Holloway]. Ο συγγραφέας, κρατώντας συγκεκριμένες πλευρές των στοχαστών τους οποίους παρουσιάζει/ σχολιάζει, προσχωρεί (νοερά) διερευνητικά πότε στο ένα «στρατόπεδο» (σύστημα σκέψης) και πότε στο άλλο˙ μας μιλά άλλοτε με τη φωνή του ενός, και άλλοτε με τη φωνή του άλλου, αναδεικνύοντας με ενάργεια τις προβολές της εκάστοτε προσέγγισης στην πολιτικοκοινωνική εμπειρική πραγματικότητα (στην τρέχουσα ιστορία), αλλά και τα όρια ή/και τις ανεπάρκειές της. Στη συνέχεια, αποστασιοποιείται, επιστρέφει στη δική τουφωνή, ώστε να κρίνει ή/και να αποδομήσει σε κάποιο βαθμό την κάθε προσέγγιση. Δεν περιορίζεται ωστόσο σε μία «στεγνή» περιγραφική παράθεση ή μόνο στην κριτική αποδόμηση, αφού αυτό που ακολουθεί τούτο το ιδιότυπο «παιχνίδι ρόλων», είναι η ανάπτυξη ενός συνθετικού επιχειρήματος που ενσωματώνει διαλογικά ή/και αντιπαραθετικά (συχνά με παράδοξο, αλλά παραγωγικό ωστόσο τρόπο) στοιχεία των αντιτιθέμενων οπτικών σε μια νέα πρόταση/ πρόταγμα (κάτι που αποτελεί ίσως και την πολυτιμότερη συμβολή του συγγραφέα στον τρέχοντα διάλογο και προβληματισμό).

Ο Κιουπκιολής, με ιδιαίτερα επιδέξιο τρόπο, φέρνει σε διάλογο προσεγγίσεις που εκ πρώτης όψης θα φάνταζαν εντελώς ασύμπτωτες – ίσως σε ριζική διαφωνία – όπως αυτή της νεογκραμσιανής«ριζοσπαστικής δημοκρατίας» (που αποκτά ιδιαίτερη ορατότητα στην ημεδαπή τον τελευταίο καιρό) με αυτή της «ριζικής εμμένειας» και του «αμεσοπολιτικού» βιοπολιτικού πλήθους των Χαρτ, Νέγκρι και λοιπών οπαδών του ίδιου θεωρητικού ρεύματος, όπως ο Πάολο Βίρνο [ Paolo Virno], με την πρώτη να κατέχει στα κείμενα έναν χαρακτήρα μάλλον βάσης, αλλά όχι και ακλόνητου θεμελίου. Αυτή ακριβώς η διαμάχη αποτελεί και τον νοητό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται και τα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου σε «σπειροειδή τροχιά» (σ. 21)˙ άλλοτε με διάθεση ολομέτωπης εμπλοκής, άλλοτε μέσω πιο έμμεσων οδών. Για να φέρει εις πέρας αυτό το πρωτότυπο, αλλά και ομολογουμένως ιδιαίτερα απαιτητικό έργο ο Κιουπκιολής εμφορείται από ένα γνήσια αγωνιστικόπνεύμα (με τον τρόπο που η Σαντάλ Μουφ εννοεί τον όρο). Αναγνωρίζοντας έναν κρίσιμο πυρήνα νοήματος, εξηγητικής ισχύος, αλλά και νομιμότηταςστην εκάστοτε προσέγγιση, προχωρά στην εκδίπλωση των βασικών γραμμών των θεωρητικών της προκείμενων, στην ανίχνευση των ενδείξεων αλλά και των ορίων επαλήθευσής της στο πεδίο του εμπειρικού, για να την εκθέσει τελικά στα «πυρά» αντίπαλων/ αντιτιθέμενων προσεγγίσεων, αλλά και στα «πυρά» της σχετικής εμπειρίας˙ «πυρά» που ωστόσο αποδεικνύονται ευεργετικά εφόσον ενσωματωθούν κριτικά σε μία ανασκευασμένη συνθετική θεώρηση, την οποία και μας προσφέρει στο τρίτο και εκτενέστερο κεφάλαιο του τόμου (σσ. 97-117). Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται τόσο για να φωτίσει τα διάφορα «τυφλά σημεία» της εκάστοτε προσέγγισης, όσο και για να βοηθήσει τον συγγραφέα, και βεβαίως τον αναγνώστη, να δει κριτικά και αναστοχαστικά το εκάστοτε θεωρητικό/ μεθοδολογικό πλαίσιο ή πρόταγμα. Η κριτική ανασκευή εδώ ωστόσο δεν παρουσιάζεται ως μονόδρομος, ως αυτοσκοπός, ή ως συν-ολική/ τελική λύση, αφού αναδεικνύεται και η σημασία της διάστασης της παραγωγικής έντασης που προκύπτει από την επιλογή ως λύσης της μη-λύσης. Η μη-λύσηως διατήρηση της διαφωνίας, ως εμφατική κατάφαση στον καταστατικά παράδοξο χαρακτήρα της δημοκρατίας αποκτά εδώ τον χαρακτήρα προτάγματος(με θετικόπεριεχόμενο και πρόσημο) κόντρα σε επιβεβλημένες και διαρκώς ζητούμενες συγκλίσεις, «τρίτους δρόμους», μέσες λύσεις-οδούς και γενικές συναινέσεις (που έχουν ηγεμονεύσει τα τελευταία χρόνια τόσο σε επίπεδο θεωρητικής παραγωγής, όσο και σε αυτό της κεντρικής πολιτικής σκηνής). Η χρησιμότητα αυτής της επιλογής αναδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο στα δύο κεφάλαια που πραγματεύονται την ανάδυση και τις περιδιαβάσεις του «πλήθους της μεταπολιτικής» στους δρόμους της Ελλάδας της ύστερης μεταπολίτευσης (σσ. 23-63). Για τον Κιουπκιολή (και ας επιτραπεί εδώ το μακροσκελές παράθεμα), «κάθε αισιόδοξη προοπτική συμφιλίωσης έχει τα όριά της. Η λογική της ηγεμονίας με την αντιπροσώπευση και τους αποκλεισμούς συγκρούεται επί της αρχής με τη λογική της οριζόντιας, αδιαμεσολάβητης, αυτόνομης δραστηριότητας του ετερόκλιτου πλήθους». Επομένως, ως γονιμότερη λύση προτείνεται «η μη λύση: η εκκρεμής προσπάθεια διαζευκτικής σύζευξης των δύο λογικών στις πολιτικές κινήσεις της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, με τη διατήρηση της μεταξύ τους έντασης. Αυτή η αρνητική σύναψη θα επιτρέψει τη διηνεκή αμφισβήτηση εκ των έσω τόσο των κάθετων ιεραρχιών, των ομογενοποιήσεων και των αποκλεισμών, όσο και ενός παραλυτικού, ασυντόνιστου και απροσανατόλιστου αυθορμητισμού, που συγκαλύπτει επίσης τις πιθανές δομές εξουσίας στα σχήματα δράσης του. […] Έτσι η μη σύνθεση των αντιμαχόμενων πολιτικών μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή αναστοχασμού, ανοικτότητας και δύναμης για ένα εναλλακτικό δημοκρατικό σχέδιο» (σ. 54). Με την επιλογή αυτής της παράδοξης (μη-)λύσης αποφεύγουμε τελικά το διπλό γλίστρημα πίσω στην ουσιοκρατία, αφού τόσο η «ηγεμονική» προσέγγιση, όσο και η «μετα-ηγεμονική», δείχνουν να επιστρέφουν στην επικράτεια της ουσίαςμε τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Για να το θέσουμε όσο πιο σχηματικά γίνεται, στην πρώτη περίπτωση (Λακλάου-Μουφ) με τη σχεδόν δογματική προσκόλληση στην ουσία του πολιτικού ως ανταγωνισμούκαι μόνο και την έμφαση στο ρόλο της ηγεμονίαςως ουσιαστικά συνώνυμης της πολιτικής, και στη δεύτερη περίπτωση (Χαρτ-Νέγκρι) με την οιονεί θρησκευτική εξύψωση της εμμένειαςσε υφέρπουσα ορίζουσα μιας προκαθορισμένης ροής του κοινωνικού (βλ. τη «φυσική» τάση του υποκειμένου για εξέγερση).

Όλα καλά λοιπόν μέχρι εδώ. Αλλά όπως κάθε θεωρητικό-αναλυτικό εγχείρημα, το συγκεκριμένο βιβλίο δεν στερείται και των «τυφλών», ή έστω θολών, σημείων του. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να συμβαίνει άλλωστε, όταν πραγματεύεται ένα τόσο ευρύ φάσμα θεωρητικοπολιτικών διακυβευμάτων στην αιχμή της τρέχουσας συζήτησης-αντιπαράθεσης και βιβλιογραφικής παραγωγής; Βασικό αντικείμενο λοιπόν μιας κριτικής που θα μπορούσε να ασκηθεί από τη μεριά μας στον Κιουπκιολή και θα εκθέσουμε εδώ εν συνόψει είναι η σύλληψη του «ριζικά νέου». Εδώ ο συγγραφέας φαίνεται πως εμπνέεται από το έργο στοχαστών όπως η Χάνα Άρεντ [Hannah Arendt], ο Ζυλ Ντελέζ [Giles Deleuze], ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Αλαίν Μπαντιού [Alain Badiou], και βεβαίως το δίδυμο Χαρτ και Νέγκρι. Δείχνει λοιπόν ο Κιουπκιολής να πριμοδοτεί μία σύλληψη του πολιτικού, ως νέα δημιουργία, ως ανάδυση νέων μορφώνκαι νέων περιεχομένων– ως ενδεχόμενων μεταξύ άλλων – αλλά καθώς φαίνεται με ένα αξιολογικό πρόσημο κάπως πιο θετικό από αυτό της όψης της αρνητικότητας που πριμοδοτούν (μεταξύ άλλων) οι Λακλάου και Μουφ. Αυτό το «ριζικά νέο» όμως δεν καθορίζεται, κατά τη γνώμη μας, επαρκώς. Ένα πρώτο στοιχείο στην προσπάθειά μας να το ψηλαφήσουμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου είναι ότι το «ριζικά νέο» φαίνεται να υπέρκειται της διαδικασίας του διαφορικού προσδιορισμού. Δεν ορίζεται ως σχέση διαφοράς δηλαδή, δεν αποκτά την ταυτότητά του ως προς το κάτι το άλλο, το διαφορετικό, π.χ. σε σχέση με το «παλαιό», και προσπερνά έτσι τη σχέση του αποκλεισμού, το διαφορικό παίγνιο, τη διάσταση του αρνητικού. Πόσο νέα είναι όμως αυτή η «νέα δημιουργία», τα «νέα μορφώματα αγώνα», ή η «νέα ρήξη» και ο λόγος της, στα οποία αναφέρεται ο συγγραφέας και πώς συλλαμβάνεται εδώ η ιδιαίτερη ποιότητα του « νέου»;

Ίσως οφείλουμε να στραφούμε στην οντολογία επιχειρώντας μία εν τάχει διερεύνηση του ζητήματος. Στο επίπεδο της μορφήςδεν είναι απαραίτητα σίγουρο ή δεδομένο ότι μπορούμε να προσβλέπουμε σε κάτι το ριζικά«νέο», το καινοφανές, όσον αφορά την πολιτική (ως ιδιαίτερο τρόπο άρθρωσης του κοινωνικού). Είναι π.χ. μάλλον προβληματικές ορισμένες διατυπώσεις/ διαπιστώσεις ότι οι ηγεμονικές μορφές πάλης ή οι εξουσιαστικές σχέσεις «μας τελείωσαν» γιατί απλούστατα ο κόσμος μας είναι μετα-ηγεμονικός, άρα το σχήμα της λογικής της ηγεμονίαςξεπεράστηκε από τη ζώσα πραγματικότητα και εμπειρία (βλ., μεταξύ άλλων, και τις σχετικές παρατηρήσεις του Σκοτ Λας 3). Η ιδιαίτερη συνθήκη της συγχρονίας μάλλον προς το αντίθετο θα συνηγορούσε. Από την άλλη, προφανώς, η ηγεμονία δεν είναι μόνο συστατικό στοιχείο του πολιτικού ως τρόπου άρθρωσης του κοινωνικού, αλλά μάλλον ένας φακός για να «διαβάσουμε» τον κόσμο. Και βεβαίως δεν έχουμε να κάνουμε με μία έννοια αθώα ή χωρίς τα ιδιαίτερα φορτία της, αφού ταυτόχρονα συνιστά (όπως ιστορικά εμφανίστηκε άλλωστε στο λόγο των Λένιν και Γκράμσι) 4και πρόταγμα. Πρακτικά, όσον αφορά τη μορφή, για να επιστρέψουμε στην επαγγελία του « νέου», και σε σχέση με τα παραδείγματα που μπορούμε εδώ να επικαλεστούμε, το πρόβλημα των διαφόρων μορφών άρθρωσης του « νέου» (π.χ. Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ [ΠΚΦ], αντίδραση μαυροφορεμένων στις πυρκαγιές 2007, Δεκέμβρης 2008,αυτά που θα μπορούσαν δηλαδή να ιδωθούν ενδεχομένως ως ρηγματικές εκφάνσεις του «μετα-ηγεμονικού») είναι, θα μπορούσε να στηρίξει κανείς, ακριβώς η ίδια του η μορφή. Το ΠΚΦ λ.χ. (και τα διάφορα περιφερειακά ή τοπικά του παρακλάδια, όπως το Ευρωπαϊκό ή το Ελληνικό ΚΦ) αν δεν έχει εκφυλιστεί πλήρως, πάντως σίγουρα έχει απολέσει σημαντικό τμήμα του πρώτου σφρίγους του, ενώ ο ελληνικός Δεκέμβρης του 2008 (πέρα από τη γενικότερη σημασία του ως αυτό που μπορεί να σημάνει ως «στιγμή», ως «συμβάν» ρήξης και άρα ως χαραμάδα διάνοιξης νέων προοπτικών θέσμισης του κοινωνικού) δε φαίνεται να έχει αφήσει τον απόηχο, τους κυματισμούς στην (ημι)παγιωμένη επιφάνεια του κοινωνικού πεδίου που ίσως να περιμέναμε.

Μετά βεβαίως, αν περάσουμε από τη μορφήστα ιδιαίτερα περιεχόμενα(π.χ. ο queer λόγος, ή η πράσινη ιδεολογία κ.λπ.), ούτως ή άλλως δε θα μιλάμε πάντα για κάτι το «νέο»; Ούτως ή άλλως δεν έχουμε πάντα λιγότερο ή περισσότερο νέα άρθρωση, με νέο-α περιεχόμενο-α; Από την άλλη, αν επιστρέψουμε στη θεσμίζουσα καταστατική αρχή του ενδεχομενικού, προφανώς και δεν μπορούμε παρά να είμαστε ανοιχτοί στο ενδεχόμενο ανάδυσης του ριζικά «νέου» ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε επίπεδο ανάλυσης, οπότε κάπου εδώ φαίνεται πως επιστρέφουμε στην αρχή του κύκλου που ξεκινήσαμε να διαγράφουμε με τις πρώτες λέξεις του προβληματισμού μας για το «ριζικά νέο» . Ίσως επομένως η πιο γόνιμη οδός (ακολουθώντας το πνεύμα που χαρακτηρίζει άλλωστε και τη μελέτη του Κιουπκιολή) να είναι η διατήρηση της αβεβαιότητας ως προς το «ριζικά νέο» με την ταυτόχρονη αναγνώριση της αναζήτησης ή/και επιδίωξής του – (έστω ουτοπικής, αλλά) μάλλον απαραίτητης για τα κάθε λογής χειραφετητικά εγχειρήματα και τη δημοκρατία συνολικά˙ ακριβώς όπως συμβαίνει και με την κοινωνία, η οποία αν και συνιστά «αδύνατο αντικείμενο», 5αξίζει ωστόσο να την υπερασπιστούμε.

Καταληκτικά οφείλουμε να σημειώσουμε πως εν συνόλω έχουμε να κάνουμε με μία ιδιαίτερα προσεγμένη και πρωτότυπη μελέτη η οποία εμπλουτίζει δημιουργικά τον τρέχοντα θεωρητικοπολιτικό διάλογο, θέτει νέα ζητήματα, αλλά και χαράσσει κατευθύνσεις προς νέες οδούς διερεύνησης και πραγμάτευσης των ήδη υπαρχόντων. Το βιβλίο του Κιουπκιολή αξίζει να διαβαστεί επισταμένως, με κριτική ματιά, και να μας απασχολήσει τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, τόσο επιστημονικά όσο και πολιτικά, και μάλιστα όχι μόνο στο ιδιαίτερο μικρο-πλαίσιο (στα συμφραζόμενα) που συνθέτει η δυσάρεστη συγκυρία στην ημεδαπή, αλλά και στο πλαίσιο που συνθέτουν οι διάφοροι καταιγιστικοί μετασχηματισμοί και τα τρέχοντα διακυβεύματα σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. 6


1 Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε η πρόσκληση από τις εκδόσεις «Εκκρεμές» (στις οποίες οφείλω θερμές ευχαριστίες) για συμμετοχή στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο Ζάππειο, στον χώρο της 34ης Γιορτής Βιβλίου (Δευτέρα 16 Μαΐου 2011). Το αρχικό κείμενο της ομιλίας αναθεωρήθηκε και εμπλουτίστηκε σημαντικά για τις ανάγκες του γραπτού λόγου. Ωστόσο διατηρεί περισσότερο τον χαρακτήρα σύντομης βιβλιοπαρουσίασης παρά αναλυτικής κριτικής αποτίμησης.

2 Ο όρος «νεο-γκραμσιανός ας μην ξενίσει σε αυτό το σημείο. Μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη η χρήση του στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία, ωστόσο έχει ήδη πολιτογραφηθεί ως αναφορά στο έργο των Λακλάου και Μουφ στη διεθνή βιβλιογραφία και αρθρογραφία. Βλ . ενδεικτικά Jacob Torfing, New theories of discourse: Laclau, Mouffe, and Žižek, Wiley-Blackwell, Oxford & Massachussets 1999 ( ειδικά σσ . 35-53) και Benjamin Arditi, Politics on the Edges of Liberalism, Edinburgh University Press, Edinburgh 2007, σ . 55. Δε θα ήταν υπερβολή άλλωστε να πούμε πως ο λόκληρο το Hegemony and Socialist Strategy( Verso, London 1985) των Λακλάου και Μουφ μπορεί να ιδωθεί ακριβώς ως απόπειρα άρθρωσης ενός νεο-γκραμσιανού προτύπου ηγεμονίας, ή τουλάχιστον ως απόπειρα επαν-οικειοποίησης και μετεξέλιξης του πυρήνα του γκραμσιανού επιχειρήματος υπό νέο πρίσμα. Αυτή η απόπειρα βεβαίως δε στερείται αντινομιών ή έστω θολών σημείων, χωρίς να μπορούμε ωστόσο εδώ να παραθέσουμε αναλυτικά τις βασικές γραμμές ανάπτυξης και μετεξέλιξης/ εμπλουτισμού του «νεο-γκραμσιανού» επιχειρήματος.

3 Scott Lash, “Power after Hegemony. Cultural Studies in Mutation?”, Theory, Culture & Society,Μάιος 2007, vol. 24(3), σσ . 55-78.

4 Δεν θέλουμε εδώ βεβαίως να αφήσουμε να εννοηθεί πως ο Λένιν και ο Γκράμσι έχουν ενιαία θέση περί ηγεμονίας (κι ας την αποδίδει, όπως γνωρίζουμε, ο τελευταίος στον πρώτο). Στο ίδιο το έργο του Γκράμσι άλλωστε μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικές χρήσεις και περιεχόμενα του όρου σε κείμενα που γράφτηκαν το 1926 ή και νωρίτερα σε σχέση με τα Τετράδια της Φυλακής (με έναν κρίσιμο πυρήνα ωστόσο να παραμένει). Γι’ αυτές τις διαφορές, αλλά και τις διαφορές με τον Λένιν βλ. Norbert ο Bobbio, “Gramsci and the conception of civil society”, στο Chantal Mouffe ( επιμ .), Gramsci and Marxist Theory, Routledge & Kegan Paul Books, London-Boston-Henley 1979, σσ . 38-41. Για την περιπέτεια του όρου , τις διάφορες χρήσεις / εννοιολογήσεις του από τον Λένιν και άλλους , αλλά και ορισμένες αντινομίες της επεξεργασίας / θεωρητικοποίησης του Γκράμσι βλ . επίσης Perry Anderson, “The Antinomies of Antonio Gramsci”, New Left Review, τχ . 100, 1977, σσ . 5-78· Peter D.Thomas, The Gramscian Moment, Brill, Leiden & Boston 2009, σσ . 159-241· Walter L. Adamson, Hegemony and Revolution: Antonio Gramsci's Political and Cultural Theory, University of California Press, Berkeley-Los Angleles-London 1980, σσ . 170-179· Αλέξανδρος Α . Χρυσής , « Ηγεμονία και Πολιτική Συμμαχιών », Θέσεις, τ . 40, Ιούλ .- Σεπ . 1992.

5 Εδώ βεβαίως δεν αναφερόμαστε στη γνωστή αποστροφή της Θάτσερ ότι η κοινωνία «δεν υπάρχει», αλλά στις διατυπώσεις του Λακλάου σχετικά με την κοινωνία, την ιδεολογία και το κοινωνικό. Βλ. E rnesto Laclau, «Το αδύνατον της κοινωνίας», στο Για την επανάσταση της εποχής μας, εισαγ.-επιμ.-μτφρ. Γιάννης Σταυρακάκης, νήσος, Αθήνα 1997, σσ. 177-182.

6 Η ανάδυση των «αγανακτισμένων» πλατειών σε Ελλάδα και Ισπανία ήρθε πολύ πρόσφατα να τονίσει ακόμα περισσότερο την επικαιρότητα των στοχασμών του Κιουπκιολή και τη σημασία των υπό πραγμάτευση θεωρητικών προσεγγίσεων και προτύπων για την κατανόηση των διαφόρων νεοαναδυόμενων εγχειρημάτων ριζικής πολιτικής αλλαγής. Για τη σχετική συζήτηση βλ. και το ενδιαφέρον άρθρο του Σωτήρη Βανδώρου, «Το πλήθος στην πλατεία», B ook P ress, 20.06.2011 ( http://www.bookpress.gr/stiles/debate/to-plithos-sthn-plateia, τελευταία πρόσβαση 01.09.2011).


 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή