Περί κατώτατων μισθών, ή η ανήσυχος μέριμνα για τους ανέργους Εκτύπωση
Τεύχος 119, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2012


ΠΕΡΙ ΚΑΤΩΤΑΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ Ή Η ΑΝΗΣΥΧΟΣ ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΡΓΟΥΣ

του Βασίλη Δρουκόπουλου


«Οι άνεργοι δεν έχουν τον κατώτατο μισθό ούτε 13ο ούτε 14ο μισθό, πρέπει να νοιαστούμε και γι’ αυτούς»

Λουκάς Παπαδήμος, πρωθυπουργός, 13.1.2012.


Μέσα στο δαιμονιώδη ορυμαγδό της ριζικής αποσάθρωσης του κοινωνικού κράτους και του ξηλώματος του πλέγματος των εργασιακών σχέσεων, η έννοια και η σημασία του κατώτατου μισθού έχουν καταστεί ιδιαίτερα επίκαιρες.

I.

Ας υπενθυμίσουμε τις πρόσφατες αλλαγές. Σύμφωνα με την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 38/Α, 28/2/2012), και όχι με νόμο της Βουλής, προφανώς για την αποφυγή πιθανών διαρροών, εντάσεων και δημοσιότητας: «Το Υπουργικό Συμβούλιο έχοντας υπόψη [...] 5. Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της» αποφάσισε τη μείωση κατά 22% των κατώτατων ορίων μισθών και ημερομισθίων που είχαν διαμορφωθεί από την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ της 15/7/2010 (και κατά 32% για τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών και τους μαθητευόμενους). Τα νέα όρια περιορίζονται στα 585, 511 και 357 ευρώ (ακαθάριστα) αντίστοιχα (Καθημερινή, 29/2/2012). Οι μειώσεις αυτές ισχύουν αναδρομικά από 14/2/2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Προβλέπεται επίσης ότι: «Η άμεση προσαρμογή στα νέα μειωμένα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων [...] δεν προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων» (Άρθρο 1, παρ. 3).
Ας σημειωθεί επίσης ότι i. Δεν ισχύει κανένας περορισμός για τον εργοδότη που προσλαμβάνει νέο ενώ με το προηγούμενο καθεστώς απαγορευόταν να έχει απολύσει προσωπικό πριν από την πρόσληψη, ή να απολύσει άλλους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της περιόδου της απασχόλησης των νέων ( Ημερησία, 3/3/2012), ii. Μειωμένα κατά 22% από 12/3/2012 είναι και τα 14 επιδόματα (μεταξύ των οποίων το επίδομα μητρότητας, το επίδομα για τους αποφυλακιζόμενους κ.ά.) που χορηγεί ο ΟΑΕΔ συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος ανεργίας και iii. Οι μειώσεις των κατώτατων μισθών είναι πιθανόν ότι θα συμπαρασύρουν και τις αποζημιώσεις λόγω απόλυσης. Τέλος, ας επαναφέρουμε στη μνήμη μας ότι σύμφωνα με το νέο Μνημόνιο-2 (ΦΕΚ 28/Α, 14/2/2012. Άρθρο 4, παρ. 3: 801): «Η Κυβέρνηση θα εργασθεί μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους για τη μεταρρύθμιση του συστήματος καθορισμού των μισθών σε εθνικό επίπεδο. Έως το τέλος Ιουλίου 2012 θα καταρτιστεί ένα χρονοδιάγραμμα για την αναθεώρηση της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Η πρόταση θα στοχεύει στην αντικατάσταση του ύψους των μισθών που ορίζονται στην ΕΓΣΣΕ με ελάχιστο ύψος μισθού νομοθετημένο από τη κυβέρνηση σε διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους» (δική μου υπογράμμιση). Σε απλά ελληνικά, τα επίπεδα των μισθών δεν θα συμφωνούνται μεταξύ εργοδοτών και εργαζόμενων μετά από διαπραγμάτευση στο πλαίσιο της ΕΓΣΣΕ αλλά η κυβέρνηση θα ορίζει πλέον μονομερώς τον κατώτατο μισθό ενώ σκόπιμα αφήνεται να διαρρέει ότι τον Ιούνιο 2012 θα επέλθουν νέες μειώσεις στους κατώτατους μισθούς και όχι μόνον σ’ αυτούς.

II.


Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ανακινείται το ζήτημα για τη θέσπιση κατώτατου μισθού. Ο Μαρξ καταγράφει σχετικά και όπως παρατηρεί, στο βρετανικό κοινοβούλιο:

«[...] όπου εδώ και πάνω από 400 χρόνια σκάρωναν νόμους σχετικά με το ανώτατο όριο που δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να ξεπεράσει ο εργατικός μισθός, ο Whitbread [βουλευτής του Φιλελεύθερου κόμματος, επικεφαλής της αντιπολίτευσης, κοινωνικός μεταρρυθμιστής] πρότεινε το 1796 να καθοριστεί με νόμο ένα κατώτατο όριο μισθού για τους μεροκαματιάρηδες του αγρού. Ο Pitt [του Συντηρητικού κόμματος, πρωθυπουργός] αντιτάχτηκε, παραδέχτηκε όμως ότι η κατάσταση των φτωχών ήταν φριχτή» Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, μτφ. Γιάννης Δ. Σκουριώτης, Αθήνα 1954 [1867]: 811 και μτφ. Παναγιώτης Μαυρομμάτης, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002 (ανατύπωση): 765.

Για πρώτη φορά κατώτατος μισθός σε εθνικό επίπεδο υιοθετήθηκε το 1894 από τη Νέα Ζηλανδία ενώ καθιερώνεται στη Βρετανία το 1908-9 με εισηγητή τον Ο. Τσώρτσιλ του κόμματος των Φιλελευθέρων εκείνη την εποχή. Για τα επόμενα 100+ χρόνια μεταξύ «ορθόδοξων» και «μεταρρυθμιστών» οικονομολόγων (και πολιτικών) διατηρήθηκε μια έντονη, με διακυμάνσεις, διαμάχη σε δύο επάλληλα και επικοινωνούντα επίπεδα.
Το πρώτο αφορούσε την υιοθέτηση του κατώτατου μισθού. Οι μεν «ορθόδοξοι» ιδεοληπτικά διατείνονταν ότι είναι απορριπτέο οτιδήποτε αντίκειται στην ανεμπόδιστη προσαρμογή και τάση προς το φυσιολογικό επίπεδο ισορροπίας των μισθών που προβλέπεται από το υπόδειγμα του τέλειου ανταγωνισμού, όπως αποτυπώνεται στη λειτουργία των αγορών εργασίας στην οικονομία. Οι δε «μεταρρυθμιστές» υποστήριζαν την άποψη ότι οι αγορές εργασίας δεν λειτουργούν απρόσκοπτα και δεν υπόκεινται στο πρότυπο του ιδεατού ανταγωνισμού που αποικίζει τα μυαλά πολλών οικονομολόγων αλλά που δε διαβιώνει πάνω στη γη.
Το δεύτερο αναφερόταν στο εμπειρικό ζήτημα των συνεπειών της εφαρμογής νόμων για τον κατώτατο μισθό. Οι μεν πρόβαλλαν τον ισχυρισμό ότι τα ευρήματα της έρευνάς τους αναδείκνυαν αρνητικά αποτελέσματα στην απασχόληση, τόσο γενικά όσο και ιδιαίτερα στους απασχολούμενους νεαρής ηλικίας (άρα και αύξηση της ανεργίας) όπως και άνοδο των τιμών αλλά και μείωση των κερδών, κλείσιμο των επιχειρήσεων, μηδενική επίπτωση στον περιορισμό της φτώχειας κ.ά. Σχετικά, ας σημειώσουμε την αξιομνημόνευτη ρήση του «νομπελίστα» Milton Friedman :

«Το γεγονός είναι ότι [...] ο κατώτατος μισθός είναι ο κύριος λόγος της ανεργίας των νεαρών Νέγρων. Από όλους τους νόμους που ισχύουν σ’ αυτή τη χώρα, πιστεύω ότι ο νόμος περί κατωτάτων μισθών είναι εκείνος που πιθανόν κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά στους Νέγρους. Δεν επιδιώκει να είναι ένας νόμος ενάντια στους Νέγρους, αλλά στην πραγματικότητα έτσι έχει αποδειχθεί [...]» Milton Friedman στο The Minimum Wage Rate: Who Really Pays? An interview with Yale Brozen and Milton Friedman, The Free Society Association, Washington, 1966: 11.
Οι δε «μεταρρυθμιστές» ερμηνεύουν τα ευρήματα των μελετών τους με αντίθετο τρόπο. Επιπλέον, αποκαλύπτουν ότι η ύπαρξη κατώτατου μισθού τείνει να μετριάσει τις έντονες μισθολογικές ανισότητες, αναδιανέμει το παραγόμενο προϊόν υπέρ των εργαζόμενων, αναβαθμίζει την ποιότητα της εργασίας σε κλάδους χαμηλών αμοιβών, ενισχύει τα κίνητρα των εργατών να ψάξουν για δουλειά, προστατεύει τους εργαζόμενους σε τομείς που δεν καλύπτονται ικανοποιητικά από διμερείς διαπραγματεύσεις, συντελεί στην άνοδο της παραγωγικότητας, συμβάλλει στην προαγωγή ψυχικής ικανοποίησης που αντανακλά θετικά στο συμφέρον της εταιρείας, ελαττώνει την ευκαιριακή εργασία και το κόστος ανανέωσης προσωπικού, αυξάνει το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας και προφυλάσσει τους πιο ευπρόσβλητους εργαζόμενους, παρόλο που η καθιέρωση του κατώτατου μισθού δεν αποτελεί λύση-πανάκεια για την απάλειψη της φτώχειας. Ειδικότερα, για το επίδικο ζήτημα της επίπτωσης στην απασχόληση υποδεικνύεται ότι το τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα στην απασχόληση από την εφαρμογή κατώτατου μισθού εντοπίζεται αποκλειστικά στους νεαρούς εργαζόμενους και είναι πολύ μικρό ως αμελητέο, ενώ ενδυναμώνει την απασχόληση των γυναικών. Αντίθετα, η ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων με κατώτατο μισθό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, είναι δυνατόν να έχει θετικά αποτελέσματα σε συγκεκριμένους κλάδους αλλά και στη γενική απασχόληση. Από την άλλη μεριά, άλλοι δύο «νομπελίστες» αμερικανοί οικονομολόγοι, ο James Buchanan και ο Merton Miller, κατέγραψαν ως εξής τις σκέψεις τους στη WallStreetJournal(25/4/1996: Α/20). Ο μεν πρώτος:
«Έτσι όπως κανένας φυσικός δε θα ισχυριζόταν ότι “το νερό κυλάει προς την ανηφόρα”, κανένας οικονομολόγος που σέβεται τον εαυτό του δε θα υποστήριζε ότι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό θα αύξαιναν την απασχόληση. Ένας τέτοιος ισχυρισμός, αν προβληθεί σοβαρά, ισοδυναμεί με άρνηση ότι υπάρχει έστω το ελάχιστο επιστημονικό περιεχόμενο στα Οικονομικά, και ότι, ως συνέπεια, οι οικονομολόγοι δεν μπορούν παρά να γράφουν ως υπερασπιστές ιδεολογικών συμφερόντων. Ευτυχώς, μόνο μια φούχτα οικονομολόγοι είναι πρόθυμοι να χαραμίσουν τη διδασκαλία δύο αιώνων· δεν έχουμε ακόμα μεταβληθεί σε μια σύναξη από πόρνες που ακολουθούν τους στρατιώτες όπου αυτοί στρατοπεδεύουν».

Και ο έτερος «νομπελίστας» επιγραμματικά αναφώνησε σχετικά: «Τρέμω για το επάγγελμά μου!».
Πριν επανέλθουμε στο πρώτο επίπεδο αξίζει να επισημάνουμε τις απόψεις των Φαβιανών σοσιαλιστών που είχαν διατυπωθεί στις αρχές του περασμένου αιώνα:
«Φαίνεται να επικρατεί μια παράλογη αντίληψη μεταξύ οικονομολόγων και πολιτικών, ακόμα και σ’ εκείνους που δεν έχουν δογματική προκατάληψη ενάντια στην κρατική ρύθμιση, ότι η χρηματική σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου είναι τόσο ιερή που όταν κανείς παρεμβαίνει σ’ αυτή με νόμο διαπράττει μια ασυγχώρητη οικονομική και πολιτική αμαρτία [...] [Η Πολιτική Οικονομία των πανεπιστημιακών καθηγητών] έχει παραπλανήσει το έθνος σε κάθε εμπειρικό ζήτημα και θα αποσοβούσε, αν μπορούσε, τη θέσπιση ενός νόμου για τον κατώτατο μισθό προσφέροντας ακόμα μια λανθασμένη ετυμηγορία εναντίον του [...] [Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές] είχαν εναντιωθεί στους Νόμους περί Εργοστασίων, στην απαγόρευση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης των παιδιών σε τρυφερή ηλικία, στην περίφραξη των επικινδύνων μηχανημάτων, στις εργατικές ενώσεις, με μια λέξη, ενάντια σε όλη την τάση της σύγχρονης βιομηχανικής και κοινωνικής νομοθεσίας. Mε τον ίδιο τρόπο που δασκάλεψαν τους ατομικιστές αντίπαλους του Νόμου για το Δεκάωρο πώς να σκέπτονται, έτσι [οι πανεπιστημιακοί καθηγητές] σκέπτονται και ενάντια στη θέσπιση ενός νόμου για τον κατώτατο μισθό. Πιεστικά ισχυρίζονται ότι το κόστος παραγωγής θα αύξαινε στους κλάδους όπου θα εφαρμοζόταν ο κατώτατος μισθός και επομένως αναπόφευκτα αυτοί θα κατέρρεαν λόγω της μικρότερης ζήτησης για τα προϊόντα τους, η οποία θα προέκυπτε από την άνοδο της τιμής ως αποτέλεσμα του υψηλότερου κόστους της παραγωγής. Κάτι τέτοιο θα έτεινε να αυξήσει υπερβολικά τις τάξεις των ανέργων, και το τελευταίο στάδιο των ξεθεωμένων εργατών θα ήταν χειρότερο από το πρώτο. Αυτό το επιχείρημα βασίζεται στην υπόθεση ότι οι συγκεκριμένοι κλάδοι μπορούν μόνο να επιζήσουν με ξεζουμισμένη εργασία. Στις ίδιες υποθέσεις είχε βασιστεί και η ουσιαστική εναντίωση στη νομοθεσία για την κατάργηση των παθογόνων, επικίνδυνων και ανθυγιεινών εργοστασίων και βιοτεχνικών εργαστηρίων και στην απαγόρευση από το κράτος της εξαντλητικής υπερεργασίας των γυναικών και των παιδιών» The Fabian Society, TheCaseforaLegalMinimumWage, Fabian Tract No. 128, July 1906, London: 2, 4-5.

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στο πρώτο επίπεδο. Αν πράγματι στις αγορές εργασίας λειτουργούσε ο τέλειος ανταγωνισμός τότε ο κάθε εργοδότης που θα προχωρούσε σε μια ελάχιστη περικοπή του προσφερόμενου μισθού θα αντιμετώπιζε τότε την άμεση και ολική αποχώρηση των εργατών του, ή θα μπορούσε να προσλάβει όσους εργάτες χρειαζόταν με τον ήδη διαμορφωμένο μισθό. Τέτοια συμπεράσματα είναι απόλυτα παρόλογα και κανένας γνωστικός οικονομολόγος δεν θα τα ενστερνιζόταν. 1Οτιδήποτε άλλο είναι μονοψώνιο όπ oυ ο εργοδότης έχει, περισσότερο ή λιγότερο, τη διακριτική ευχέρεια να ορίσει τον προσφερόμενο μισθό ( Dolado et al., 1996: 330). Και σ’ αυτή την περίπτωση η καθιέρωση ενός κατώτατου μισθού, που προσδιορίζεται σ’ ένα συγκεκριμένο εύρος, ανεβάζει το μισθό και ταυτόχρονα αυξάνει την απασχόληση. Πέρα όμως από την επίκληση του μονοψωνιακού προτύπου, πρέπει να επισημανθεί ότι η ύπαρξη τέλειου ανταγωνισμού προϋποθέτει την ύπαρξη ίσης διαπραγματευτικής δύναμης μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, όπως προκύπτει απο το γεγονός ότι και τα δύο μέρη είναι λήπτες τιμών ( wage takers). Όμως,
«Ποιος αισθάνεται τη μεγαλύτερη πίεση για να καταλήξει σε συμφωνία και να πάρει τη δουλειά, και ποιος έχει περισσότερους πόρους και εναλλακτικές επιλογές να στηριχτεί σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία – η εταιρεία ή ο εργάτης;» ( Kaufman, 2010: 434).

Επιπλέον, πιο συγκεκριμένα για τους πόρους που διαθέτουν τα δύο μέρη:
«[...] οι εργοδότες έχουν βαθύτερες τσέπες απ’ ό,τι οι εργάτες που ζουν από τον ένα μισθό στον άλλο, και έτσι [οι εργοδότες] μπορούν να επιβιώσουν για πολύ περισσότερο καιρό αν δεν κλειστεί η συμφωνία. Ομοίως, οι εργοδότες πιέζονται λιγότερο να συνάψουν μια συμφωνία αφού η ροή των εσόδων, ως κανόνας, συνεχίζεται ακόμα και όταν μια θέση εργασίας παραμείνει κενή, ενώ η ροή εσόδων του εργάτη ,ως κανόνας, σταματάει χωρίς αυτή τη θέση» ( Ibid.: 437).

Τέλος, αναφορικά με τα δικαιώματα των εργοδοτών και εργατών σε μια καπιταλιστική οικονομία όπως μας θυμίζει πάλι ο Kaufman ( Ibid.) ανατρέχοντας σ’ έναν παλιό οικονομολόγο της θεσμικής σχολής, τον John R. Commons: το κεφάλαιο σπανίζει ενώ η εργασία είναι φθηνή και επομένως οι κοινωνίες δίνουν μικρή σημασία στην προστασία των εργαζόμενων και επίσης οι εργοδότες έχουν προνομιακή πρόσβαση στη νομοθετική και δικαστική εξουσία. Αυτά ως προς τη θεωρία, όπως αυτή όμως διαμορφώνεται από την πραγματικότητα και όπου αναδεικνύονται όλες αυτές οι καταλυτικές ασυμμετρίες.
Στο δεύτερο επίπεδο τώρα των εμπειρικών ευρημάτων. Περιορίζομαι στο επίδικο ζήτημα της απασχόλησης. Οι τρεις πιο πρόσφατες επισκοπήσεις της βιβλιογραφίας που καλύπτουν την έρευνα, σε διάφορες χώρες και χρονικές περιόδους, για τις επιπτώσεις της υιοθέτησης κατώτατων μισθών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι γενικά δεν έχει υπόσταση η αρνητική εικαζόμενη σχέση μεταξύ απασχόλησης και κατώτατου μισθού ενώ για τους νέους η σχέση προσεγγίζει το μηδέν ( Doucouliagos and Stanley, 2009, Vaughan- Whitehead, 2010 και Croucher and White, 2011). Αυτό παραπέμπει σε μια παλιότερη σχετική φράση: «Η συζήτηση για την επίπτωση του κατώτατου μισθού στην απασχόληση είναι μια συζήτηση για τιμές περί το μηδέν» ( Freeman, 1996: 642). Ας συνεχίσουμε όμως να είμαστε αμερόληπτοι. 2Η πιο πρόσφατη έρευνα που έχω υπόψη μου ( Dolton and Bondibene, 2012) πράγματι καταλήγει στο ότι, ιδίως σε περιόδους ύφεσης, υφίσταται μια αρνητική σχέση για τους νέους ενώ για τους ενήλικες προσεγγίζει το μηδέν. Τα πρώτα κριτικά σχόλια που ακολούθησαν θέτουν σε μερική αμφισβήτηση τα αποτελέσματά της.

III.

Και για την Ελλάδα;
Οι θιασώτες και διαπρύσιοι υπέρμαχοι της ορθόδοξης αντίληψης των «ελεύθερων» αγορών και σφοδροί πολέμιοι της οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης επιχειρηματολογούν ως εξής:
«Στην Ελλάδα, οι μισθοί προσδιορίζονταν έως σήμερα σε μεγάλο βαθμό από το κράτος [...] [Η] ύπαρξη νομοθετημένου κατώτατου μισθού, που έχει προσδιοριστεί με Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους εργαζόμενους όλης της χώρας [...] αποτελεί πράγματι σοβαρό εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία της επίσημης αγοράς εργασίας στη χώρα, κυρίως όσον αφορά στην ένταξη των νέων εργαζομένων [...] [Ε]ίναι αδιανόητο η πολιτεία να συνεχίζει να επιβάλλει με νόμους κατώτατους μισθούς και μονιμότητες στην απασχόληση [...]» Alpha Bank, Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, 19.1.2012: 2, 3.

Αλλά βέβαια «παρέρχονται εν σιγῆ» ό,τι ακολουθεί.
Η διαχρονική εξέλιξη του κατώτατου μισθού αποκαλύπτει ότι σε πραγματικούς όρους μόλις το 2010 αυτός επανέρχεται στα επίπεδα του 1984, με άλλα λόγια οι αμειβόμενοι όχι μόνον είχαν δει την αγοραστική τους δύναμη να υπόκειται σε σημαντικές απώλειες όλη αυτή την περίοδο αλλά και βέβαια, δεν είχαν επωφεληθεί ούτε από την αύξηση της παραγωγικότητας (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2011: 222). Πιο συγκεκριμένα, από την αρχή της δεκαετίας του 1990 υπήρξε μια δραματική απόκλιση του ρυθμού μεταβολής του δείκτη παραγωγικότητας από εκείνον του κατώτατου μισθού ( Fotoniata and Moutos, 2010: 215). Επιπλέον, μεταξύ 1995 και 2008 η μεταβολή του κατώτατου μισθού σε σχέση με το μέσο μισθό ήταν της τάξης του -8,4%. Μόνον η γειτονική Βουλγαρία είχε μεγαλύτερη σχετική μεταβολή σε βάρος του κατώτατου μισθού από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συν την Κροατία και την Τουρκία) ( Vaughan- Whitehead, 2010: 21). Ακόμα, μεταξύ 1999 και 2008 η μεταβολή του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα σε σχέση με το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο ήταν -4,2%. Σ’ αυτή την περίπτωση, μόνον η Κροατία είχε μεγαλύτερη μείωση bid.: 23). Τέλος, διαπιστώθηκε ότι η πτώση του πραγματικού κατώτατου μισθού μεταξύ 1984 και 1993 δε συνοδεύτηκε από πτώση της ανεργίας στους νέους και τις γυναίκες ( Fotoniata and Moutos, 2010: 219). Είναι ένα εύρημα που προσιδιάζει στη γνωστή Κεϋνσιανή άποψη ότι η αντιμετώπιση της ανεργίας δεν πρέπει να επιδιωχθεί με μισθολογικές περικοπές.
Αναφορικά με τις τέσσερις μελέτες ( Koutsogeorgopoulou , 1994, Kapopoulos et al ., 2003, Karageorgiou , 2004 και Fotoniata and Moutos , 2010) που αναλυτικά εξετάζουν την ελληνική περίπτωση, η τελική ετυμηγορία απορρίπτει την ύπαρξη αρνητικής σχέσης μεταξύ απασχόλησης και κατώτατων μισθών. Αξίζει να επισημανθεί ότι όλα αυτά τα στατιστικά στοιχεία και τα ευρήματα που έχουν προκύψει, έστω με τους περιορισμούς τους και τις τυχόν ατέλειές τους, φαίνεται να αγνοούνται ή να αποσιωπούνται από το ΔΝΤ, το οποίο στην 5η Έκθεσή του για την Ελλάδα (Δεκέμβριος 2011: 25, 47) αναφέρεται αποκλειστικά στα ονομαστικά επίπεδα επισημαίνοντας τους ταχείς ρυθμούς ανόδου τους σε σχέση με το μέσο ρυθμό αύξησης στο σύνολο της Ευρωζώνης. Και παρόλο που ομολογεί ότι «η διατήρηση [του θεσμού] του κατώτατου μισθού [...] για όλους τους εργαζόμενους είναι υψίστης σημασίας» προσθέτει ότι μπορεί να απαιτείται και αναθεώρησή του, προλειαίνοντας έτσι την από 14ης Φεβρουαρίου μείωσή του. Αυτά περί αντικειμενικής επιστημονικής ευσυνειδησίας και έλλειψης προκατάληψης. Τέλος, είναι άξιο απορίας αν ο τωρινός αλλά και ο επερχόμενος (καθώς ήδη αναφέρθηκε στην τρίτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) μονομερής προσδιορισμός από την κυβέρνηση του κατώτατου μισθού και όχι ως προϊόντος της διαπραγμάτευσης μεταξύ εργοδοτών και εργατών, όπως ως πρόσφατα αποτυπωνόταν στην ΕΓΣΣΕ, βρίσκει σύμφωνους τους παντοειδείς συντάκτες των οικονομικών δελτίων που ξιφουλκούν υπέρ της ολοσχερούς κατάργησής του. Διερωτάται κανείς αν έχουν λάβει υπόψη τους την πιο πάνω αναγνώριση εκ μέρους του ΔΝΤ για την ανάγκη διατήρησης του θεσμού του κατώτατου μισθού. Μήπως δεν πρέπει να απορρίψω τελείως το ενδεχόμενο οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ να είναι πράγματι, όπως φαινομενικά παρουσιάζεται, πιο συνετοί, μετριοπαθείς, οξυδερκείς και αυτοπειθαρχημένοι σε σύγκριση με τους Έλληνες ομοϊδεάτες τους που δίνουν την εντύπωση ότι έχουν αναγάγει την περιορισμένη ορατική τους ικανότητα σε αταλάντευτη γραμμή πλεύσης; Αλλά και πάλι, να σχεδιάζουν οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ χωρίς υστεροβουλία και χωρίς να αποβλέπουν σε κάποια σκοπιμότητα; Ρητορικά είναι βέβαια τα ερώτηματα και έτσι αυτοί με επιδεξιότητα προσποιούνται υποκριτική αγαθότητα. Όμως, το ΔΝΤ επανακάμπτει με τη γενική διευθύντρια Κρ. Λαγκάρντ αυτή τη φορά, η οποία και ισχυρίζεται ότι :

«...ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι υψηλότερος περίπου 50% απ’αυτόν στην Πορτογαλία, 17% απ’ αυτόν στην Ισπανία και πολλαπλάσιος άλλων χωρών όπως π.χ. της Κροατίας. Έγιναν πολλά τα τελευταία χρόνια για να αυξηθούν αυτές οι διαφορές. Τώρα είναι καθαρό ότι η χώρα πρέπει να επιστρέψει σ’ έναν βηματισμό που είναι βιώσιμος μακροπρόθεσμα. Προφανώς, η μεγέθυνση δεν πρόκειται να προέλθει από αυτές τις αλλαγές στον κατώτατο μισθό, επειδή θα προκύψει μικρότερη κατανάλωση, μικρότερη είσπραξη φόρων [...] αλλά αυτό [η μείωση του κατώτατου μισθού] είναι ένα απαραίτητο βήμα για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας» (συνέντευξη που μαγνητοφωνήθηκε από την Australian Broadcasting Corporation στις 24/2/2012 και μεταδόθηκε στις 16/3/2012).

Αποκαλύπτεται έτσι ότι η «ανάκτηση» της ανταγωνιστικότητας, μέσω της μείωσης των μισθών, ανενδοίαστα και ανερυθρίαστα ανακηρύσσεται ως το υπέρτατο αγαθό και φυσικά κατατροπώνει όχι μόνον τους εργαζόμενους αλλά και επικρατεί θριαμβευτικά απέναντι σε όλα τα υπόλοιπα οικονομικά μεγέθη.
Ενώ τέλος, το ΔΝΤ ( IMF Survey Magazine, 15/3/2012), μεταξύ άλλων, αναμασάει ταυτόσημα επιχειρήματα, αλλά και επίσης δεν παραλείπει να προσθέσει το κοινότοπο επιμύθιο:

«Ένας χαμηλότερος κατώτατος μισθός θα συμβάλλει στη μείωση της απόκλισης στην ανταγωνιστικότητα, και επίσης θα βοηθήσει ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους να αποκτήσουν ένα πάτημα στην αγορά εργασίας. Η ανεργία των νέων στην Ελλάδα είναι οδυνηρά υψηλή, κοντά στο 40%».

Εδώ πράγματι η άδολη συμπόνια ανυψώνεται στο απόγειό της.

IV.

Κρίνω ότι πέρα από τις θεωρητικές αναζητήσεις και τα εμπειρικά ευρήματα το διακύβευμα της υιοθέτησης κατώτατων μισθών πρέπει να αναλύεται επίσης και σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, εκείνο των κοινωνικο-πολιτικών εκβάσεων. Προς τούτο παραθέτω ένα αξιοσημείωτ o απόσπασμα από ένα βιβλίο του Ben Fine:
«[...] η νομοθεσία του κατώτατου μισθού δεν είναι απλά ένα οικονομικό μέτρο αλλά μια αντανάκλαση και αποκρυστάλλωση πολύ ευρύτερων κοινωνικών διαδικασιών. Από αυτή την οπτική γωνία, παρουσιάζεται πιο άμεσα ως ένα μέτρο που δυνητικά μετατοπίζει το συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των πιο αδύναμων διαπραγματευτικά τμημάτων του εργατικού δυναμικού. Αυτό που πετυχαίνει στ’ αλήθεια είναι λιγότερο βέβαιο αν λάβει κανείς υπόψη τους υπόλοιπους παράγοντες που επηρεάζουν τα καταληκτικά αποτελέσματα στην αγορά εργασίας. Αλλά είναι σημαντικό να οριοθετηθεί το νομοθετικό και ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει τη μορφή της η νομοθεσία του κατώτατου μισθού. Στο ένα άκρο, [η νομοθεσία] είναι απλά μια οικονομική πολιτική με περισσότερα ή λιγότερα ευνοϊκά αποτελέσματα και ανοικτή σε μια αποτελεσματική εφαρμογή ή εγκατάλειψη ανάλογα με τις οικονομικές πιέσεις της εποχής. Στο άλλο άκρο, μπορεί να υφίσταται ένα ζήτημα συνταγματικών δικαιωμάτων στο οποίο η κοινωνία με μεγαλύτερη ασφάλεια αναγνωρίζει τις υποχρεώσεις της στο εργατικό δυναμικό» Ben Fine, LabourMarketTheory: aconstructivereassessment, Routledge, London, 1998: 232.

Η ευκολία με την οποία οι μισθοί και οι συνθήκες εργασίας των απασχολουμένων μπορούν να απαξιωθούν και να υποτιμηθούν συγκροτεί τη βάση της επιβίωσης των αναποτελεσματικών παραγωγών, της χαμηλής παραγωγικότητας, της υποβάθμισης των επιπέδων δεξιότητας, της ξεπερασμένης τεχνολογίας, των κατώτερης ποιότητας προϊόντων. Πρόκειται για όλα αυτά τα στοιχεία της απουσίας δυναμικής αποτελεσματικότητας, δηλαδή όσα η αστική πολιτική τάξη τολμά να αποκηρύσσει και να αναθεματίζει αλλά και ταυτόχρονα να επικαλείται τη μείωση των μισθών, κατώτατων ή μη, που τάχα θα ενισχύσει την παραγωγή, την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα και βέβαια θα τονώσει την απασχόληση όπως αναφέρθηκε στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου! Η μέριμνα για τους ανέργους πρέπει λοιπόν να διαμεσολαβείται από τη σταδιακή φτωχοποίηση και τελική εξαχρείωση των εργαζόμενων...
Καταλήγοντας, επιλέγω τρία αποσπάσματα με συντάκτη τον Adam Smith τον οποίο οι απανταχού «φιλελεύθεροι» (κλασικοί και νέοι) έχουν αναγορεύσει, δίκαια σε γενικές γραμμές κατά τη γνώμη μου, (αλλά και καταχρηστικά οικειοποιηθεί, ισχυρίζονται μερικοί άλλοι όπως π.χ. η Emma Rothschild), ως την εμβληματική φυσιογνωμία της ιδεολογικής τους θέσης. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί κανείς να τον «διαβάλλει» ως ένθερμο υποστηρικτή της εργατικής τάξης. Μπορεί βέβαια και να τους έχ oυν διαφύγει τα συγκεκριμένα χωρία...
«Το ποιος είναι ο συνήθης μισθός της εργασίας εξαρτάται παντού από το συμβόλαιο που γίνεται συνήθως μεταξύ των δύο αυτών μερών, τα συμφέροντα των οποίων δεν είναι καθόλου τα ίδια [...] Δεν είναι δύσκολο, ωστόσο, να διαβλέψουμε ποιο από τα δύο μέρη θα έχει, υπό φυσιολογικές συνθήκες, το πλεονέκτημα στη διαμάχη και θα εξαναγκάσει το άλλο μέρος σε μια συμμόρφωση με τους όρους του. Οι εργοδότες, λόγω του μικρότερου αριθμού τους, είναι σε θέση να εναντιώνονται πολύ ευκολότερα. Και, πέραν αυτού, ο νόμος επικυρώνει, ή τουλάχιστον δεν απαγορεύει τις ενώσεις τους, ενώ απαγορεύει τις ενώσεις των εργατών. Δεν υπάρχουν νομοθετικές πράξεις εναντίον της ένωσης για τη μείωση της τιμής της εργασίας, υπάρχουν όμως πολλές τέτοιες πράξεις εναντίον της ένωσης για την αύξησή της. Σ’ όλες αυτές τις διαμάχες οι εργοδότες είναι σε θέση να αντέξουν επί ένα πολύ μακρύτερο διάστημα» Adam Smith, 2000 [1776]: 108, 109.
«Οποτεδήποτε ο νόμος προσπάθησε να ρυθμίσει το μισθό των εργατών, αυτό γινόταν πάντα με σκοπό τη μείωση, και όχι την αύξησή του» ( Ibid.: 196).
«Κάθε φορά που η νομοθεσία επιχειρεί να ρυθμίσει τις διαφορές μεταξύ των εργοδοτών και των εργατών τους, αυτοί τους οποίους συμβουλεύεται είναι πάντα οι εργοδότες» ( Ibid.: 209).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, HEλληνική Οικονομία και η Απασχόληση, Αθήνα 2011.

Croucher, Richard and Geoff White, “The impact of minimum wages on the youth labour market, an international literature review for the Low Pay Commission”, March 2011, http://www.lowpay.gov.uk/lowpay/research/pdf/CroucherWhiteFinal.pdf

Dolado, Juan J. et al., “The economic impact of minimum wages in Europe”, Economic Policy, October 1996.

Dolton, Peter and Chiara Rosazza Bondibene, “The international experience of minimum wages in an economic downturn”, Economic Policy, January 2012.

Doucouliagos, H. and T.D. Stanley, “Publication bias in minimum-wage? a meta-regression analysis”, British Journal of Industrial Relations, No. 2, 2009.

Fotoniata Eugenia and Thomas Moutos, “Greece: neglect and resurgence of minimum wage policy” στο Vaughan-Whitehead, Daniel (ed.), The Minimum Wage Revisited in the Enlarged EU, Edward Elgar, Cheltenham and International Labour Office, Geneva, 2010.

Freeman, Richard B., “The minimum wage as a redistributive tool”, The Economic Journal, May 1996.

Kapopoulos, P. et al., “Identification problems on the causal relationship between minimum wage and employment”, Briefing Notes in Economics, June/July 2003.

Karageorgiou, L., “The impact of minimum wages on youth and teenage employment in Greece”, Spoudai, No. 4, 2004.

Kaufman, Bruce E., “Institutional Economics and the minimum wage: broadening the theoretical and policy debate”, Industrial and Labor Relations Review, April 2010.

Koutsogeorgopoulou, V., “The impact of minimum wages on industrial wages and employment in Greece”, International Journal of Manpower, Nos. 2-3, 1994.

Smith, Adam, Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών, μτφ. Χρήστος Βαλλιάνος , Ελληνικά Γράμματα , Αθήνα 2000 [1776].

Stigler, George, “Do economists matter?”, Southern Economic Journal, January 1976.

Vaughan-Whitehead, Daniel (ed.), The Minimun Wage Revisited in the Enlarged EU, Edward Elgar, Cheltenham and International Labour Office, Geneva, 2010.

Whaples, Robert, “Is there consensus among American labor economists? Survey results on forty propositions”, Journal of Labor Research, Fall 1996.

1 Και όμως, σ’ ένα ερωτηματολόγιο που απευθύνθηκε σε 193 «οικονομολόγους της εργασίας», μελών της Αμερικανικής Οικονομικής Εταιρίας, 6 στους 7 υποστήριξαν ότι «λίγοι αμερικανοί εργάτες απασχολούνται σε μονοψωνιακές αγορές εργασίας» ενώ παράλληλα, και αντιφατικά, δεν πίστευαν ότι η αγορά εργασίας λειτουργεί σύμφωνα με το πρότυπο του τέλειου ανταγωνισμού ( Whaples , 1996).
2 Αυτό ως ένα ταπεινό υπερασπιστικό επιχείρημα στο βαρύγδουπο γραπτό διανόημα του απροκατάληπτου «νομπελίστα» (τον τέταρτο σ’ αυτό το άρθρο!) George Stigler (1976: 349): «Μια απόδειξη επαγγελματικής ακεραιότητας του οικονομολόγου είναι το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να στρατολογήσει κανείς καλούς οικονομολόγους για να υπερασπιστούν [...] τους νόμους περί κατώτατων μισθών. Οι ομάδες που επιζητούν τέτοια νομοθεσία πρέπει αντίστοιχα να ψάξουν αλλού για τους εκπροσώπους και τους θεωρητικούς τους – και κρίνοντας από την επιτυχία τους, οι ερζάτς οικονομολόγοι κάνουν καλά τη δουλειά τους».


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή