Η εποχή των εξεγέρσεων και η Αριστερά Εκτύπωση
Τεύχος 120, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2012


Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΞΕΓΕΡΣΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ

(ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ «ΠΛΑΤΕΙΕΣ», ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

ΣΕ ΈΝΑ ΤΟΠΙΟ ΕΚΠΛΗΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ)1

του Παναγιώτη Σωτήρη

1. Οι «Πλατείες»: μια αυθεντική λαϊκή εξέγερση...

Από τις 25 Μαΐου μέχρι και τα μέσα Ιουλίου 2011 η Ελλάδα έζησε τη μεγαλύτερη ακολουθία συνεχόμενων κινητοποιήσεων εδώ και αρκετές δεκαετίες.2 Οι τεράστιας μαζικότητας συγκεντρώσεις, η εκπληκτική διασπορά συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων και συνελεύσεων σε όλη την Ελλάδα, η εντυπωσιακή αντοχή απέναντι στο όργιο καταστολής που κορυφώθηκε στις 29 Ιούνη 2011, όταν η κυβέρνηση εξαπέλυσε τις ένστολες συμμορίες κρατικής αλητείας να διαλύσουν τις συγκεντρώσεις, το πλήθος των πρακτικών αυτοοργάνωσης, συλλογικής συζήτησης και αλληλεγγύης κατέδειξε ότι είχαμε μπει σε ένα νέο ιστορικό κύκλο, μια πραγματική εποχή των εξεγέρσεων.

Έδειξε, με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, ότι η συνθήκη κοινωνικής ισοπέδωσης που κυβέρνηση και Τρόικα προσπάθησαν να επιβάλουν, αυτό το τεράστιο πείραμα νεοφιλελεύθερης κοινωνικής μηχανικής, που ξεπερνά τα όρια της «εσωτερικής υποτίμησης» και οδηγεί σε μια ανεξέλεγκτη κοινωνική καταστροφή,3 συνάντησαν πραγματικές αντιστάσεις, διαμόρφωσαν συνθήκη κοινωνικής έκρηξης, επιτάχυναν διαδικασίες ανασύνθεσης του λαού ως συλλογικού υποκειμένου, ως κοινωνικής συμμαχίας, ως συνάντησης και ενοποίησης όλων των κοινωνικών τάξεων και μερίδων που βρίσκονταν στο στόχαστρο της κυρίαρχης πολιτικής.

Αυτό που ζήσαμε ήταν μια πραγματική λαϊκή εξέγερση, ήταν η μορφή που θα έπαιρνε ο ξεσηκωμός του πραγματικού λαού, της πραγματικής ελληνικής κοινωνίας, των πραγματικών λαϊκών στρωμάτων: ένα αντιφατικό μείγμα οργής, αγανάκτησης, «αντιπολιτικών» αντανακλαστικών, προωθημένης αγωνιστικότητας αλλά και ιδεολογικών αντιφάσεων, προχωρημένων πολιτικών συνθημάτων αλλά και γηπεδικών τόνων. Αλλά αυτός είναι ο λαός και είναι λάθος να έχουμε το αντανακλαστικό που κάποτε σατίρισε ο Μπρεχτ με το στίχο του «ας εκλέξει έναν άλλο λαό».4

Τα όσα ακολούθησαν τις πλατείες, όλη η πολιτική και κοινωνική ακολουθία μέχρι το καλοκαίρι του 2012, έδειξαν ότι κάθε άλλο παρά στιγμιαίο ιστορικό γεγονός ή ξέσπασμα ήταν οι «Πλατείες». Αντίθετα, ανέδειξαν δυναμικές και ρήγματα με μεγάλο βάθος και μετατοπίσεις στις πολιτικές και κοινωνικές εκπροσωπήσεις που ανέτρεψαν τελικά πάρα πολλά από τα δεδομένα στην ελληνική πολιτική σκηνή.

2. Ένα νέος ιστορικός κύκλος, οριακά εξεγερσιακός

Η αναφορά σε εξέγερση δεν πρέπει να ξενίζει. Με αυτό προσπαθούμε να εντοπίσουμε την ιδιαίτερη ποιότητα και δυναμική που είχε αυτή η κινητοποίηση που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της απλής επίδειξης δύναμης ή της καταγραφής της δυσαρέσκειας που βλέπουμε στα περισσότερα κοινωνικά κινήματα.5 Αυτή η ιδιαίτερη ποιότητα και δυναμική εκφράστηκε στην επιμονή των κινητοποιήσεων, στην απόπειρα έμπρακτης παρεμπόδισης της ψήφισης των μέτρων, στο συνολικό πολιτικό τόνο που πήραν. Εκφράστηκε στην απαίτηση «να φύγουν όλοι», στη ανάπτυξη μορφών πολιτικοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης στο εσωτερικό τους, στην εκτεταμένη χρήση μορφών αυτοοργάνωσης, αλληλεγγύης και συλλογικότητας. Ο ίδιος εξεγερσιακός τόνος είχε αποτυπωθεί και σε όλες τις κινητοποιήσεις που οδήγησαν στο κίνημα των Πλατειών: στη συγκλονιστική μαζικότητα της απεργίας στις 5 Μάη 2010 και την απόπειρα να κινηθούν εργαζόμενοι προς το ίδιο το κοινοβούλιο, στην ταχύτατη κλιμάκωση των απεργιών το χειμώνα 2010-2011, σε πρωτόγνωρες κινηματικές πρακτικές όπως η κατάληψη του Υπουργείου Υγείας από τους απεργούς υγειονομικούς, στον ηρωικό πολύμηνο αγώνα των κατοίκων της Κερατέας, στις διάφορες εκδοχές των κινημάτων «Δεν πληρώνω» και της ανυπακοής στα κάθε λογής χαράτσια.

Άλλωστε, η είσοδος σε ένα νέο ιστορικό οριακά εξεγερσιακό κύκλο γίνεται εμφανής και εάν κοιτάξουμε το διεθνές τοπίο. Με συμβολική συμπύκνωση και αφετηρία τον ελληνικό Δεκέμβρη του 20086 έχουν καταγραφεί διάφορες εκφάνσεις αυτού του νέου ιστορικού κύκλου. Οι εντυπωσιακές κινητοποιήσεις της φοιτητικής νεολαίας στη Βρετανία με τα έντονα στοιχεία ριζοσπαστικοποίησης, η έκρηξη των νέων πάλι στη Βρετανία το καλοκαίρι του 2011, όπου η απλή απεικόνιση των λεηλασιών ως παραβατικότητας ή ανομίας εξαλείφει τον χαρακτήρα συλλογικού κοινωνικού φαινομένου που πήραν, η μαχητικότητα των εργατικών κινητοποιήσεων στη Γαλλία το φθινόπωρο του 2010 με την ιδιαίτερη βαρύτητα των πρακτικών αλληλεγγύης, οι πολύμορφες φοιτητικές κινητοποιήσεις στην Ιταλία, οι καταλήψεις πανεπιστημίων στην Καλιφόρνια,7 οι μεγάλες και εκρηκτικές κινητοποιήσεις στη Χιλή, που για πρώτη φορά αμφισβητούν τα πολιτικά και κοινωνικά όρια του συνδυασμού ανάμεσα στον τυπικό εκδημοκρατισμό και στη διατήρηση του «κεκτημένου» του νεοφιλελευθερισμού της χούντας, ο εντυπωσιακός σε ένταση και διάρκεια αγώνας των φοιτητών στο Κεμπέκ,8 και πάνω από όλα το ίδιο το γεγονός των νικηφόρων Αραβικών εξεγέρσεων, με την καταλυτική δράση της νεολαίας, αποδεικνύουν την ιδιαίτερη εξεγερσιακή ποιότητα του τρέχοντος κύκλου κινητοποιήσεων.

Το βάθεμα της οικονομικής κρίσης, η επιλογή από τις κυρίαρχες τάξεις μιας στρατηγικής «φυγής προς τα εμπρός», η γενικευμένη επίθεση σε όσους εργαζομένους διατηρούν κατακτήσεις (π.χ. η παγκόσμια επίθεση στους εργαζομένους στο δημόσιο9) η αντιμετώπιση της νεολαίας ως αναλώσιμου υλικού, η αμιγώς κατασταλτική θεώρηση των νέων, ιδίως των ανέργων, ως νέων «επικίνδυνων τάξεων», η λογική της γενιάς των «μειωμένων προσδοκιών», η υπόσχεση επιπλέον θυσιών για ένα μέλλον περισσότερο παρά ποτέ αβέβαιο, όλα αυτά θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν τέτοιες κοινωνικές και πολιτικές εκρήξεις.

3. Οι σημαίες της οργής

Μεγάλη συζήτηση έγινε τις μέρες του κινήματος των πλατειών στο θέμα της παρουσίας των ανθρώπων με τις ελληνικές σημαίες. Μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς αλλά και του αντιεξουσιαστικού χώρου τους αντιμετώπισαν ως ακροδεξιούς ή και φασίστες. Αυτή η αντιμετώπιση υπήρξε πολλαπλά μυωπική. Πρώτον, γιατί δεν καταλάβαινε ότι οι άνθρωποι που κατέβαιναν με μια ελληνική σημαία, ήταν κατεξοχήν αυτοί που έδιναν την ιδιαίτερη δυναμική του κινήματος, οι άνθρωποι, δηλαδή, που μέχρι τότε δεν συμμετείχαν σε ριζοσπαστικές κινηματικές πρακτικές, αποδέχονταν την κυρίαρχη ρητορεία, ψήφιζαν τα κόμματα εξουσίας και τώρα αποδεσμεύονταν από αυτά κάνοντας το κρίσιμο βήμα προς τη συλλογική πάλη και κινητοποίηση, εξέφραζαν δηλαδή κατεξοχήν το ρήγμα στις σχέσεις εκπροσώπησης που έδινε αποσταθεροποιητική δυναμική σε αυτό το κίνημα.10 Δεύτερον, γιατί έστω και αντιφατικά προσλάμβαναν αυτό που όντως συνέβαινε, δηλαδή την επιβολή συνθήκης μειωμένης εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας από τους μηχανισμούς της ΕΕ και των δανειστών και την αποδοχή αυτής της συνθήκης και από την ελληνική αστική τάξη με σκοπό το σάρωμα των κοινωνικών κατακτήσεων.11 Τρίτον, γιατί η χρήση της ελληνικής σημαίας παρέπεμπε στη διεκδίκηση όχι απλώς της ανάκλησης της μιας ή της άλλης ρύθμισης αλλά στη συνολικότερη ανατροπή που θα έδινε ξανά σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα την αίσθηση όντως του αυτοκαθορισμού, της συλλογικής προσπάθειας για να μπορούν να ζήσουν με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια σε αυτό το γεωγραφικό χώρο. Σε τελική ανάλυση τι άλλο είναι η διεκδίκηση του σοσιαλισμού ή της κοινωνικής χειραφέτησης γενικότερα παρά η διεκδίκηση μιας φιλόξενης πατρίδας για το «έθνος των εργαζομένων»;

4. Οι «Πλατείες» ως τομή στην ακολουθία των κινητοποιήσεων

Οι κινητοποιήσεις αυτές αποτελούν τομή επειδή αποτελούν τη συνάντηση ανάμεσα στον κόσμο του αγώνα και τα αναγκαστικά αντιφατικά κοινωνικά κομμάτια που κατεβαίνουν για πρώτη φορά στο δρόμο. Αυτό τις έκανε πιο απειλητικές, γιατί αποτύπωναν έμπρακτα μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης για το αστικό μπλοκ, που δεν μπορούσε εύκολα να τη χειριστεί. Είναι προφανές ότι, όπως έχει καταγραφεί και σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης,12 έχουμε εντυπωσιακή διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων από το ΠΑΣΟΚ και από το πολιτικό σύστημα ευρύτερα. Ιδιαίτερα η απομάκρυνση από το ΠΑΣΟΚ μεγάλων κομματιών εργαζομένων αποσταθεροποιούσε εκείνη την κοινωνική συμμαχία που υπήρξε ιδιαίτερα κομβική στις προηγούμενες δεκαετίες για τη σχετική σταθερότητα του πολιτικού συστήματος και την ηγεμόνευση των υποτελών τάξεων από κρίσιμες πλευρές της αστικής στρατηγικής.

Τα όσα ακολούθησαν τις «Πλατείες» έδειξαν πόσο καθοριστικές ήταν για την αναδιάταξη των συλλογικών εκπροσωπήσεων και την τεράστιας κλίμακας αποσταθεροποίηση ιστορικά διαμορφωμένων σχέσεων εκπροσώπησης. Σε πείσμα μιας αντίληψης που θα ήθελε το ρήγμα στις σχέσεις εκπροσώπησης να είναι απλώς το άμεσο αποτέλεσμα της επιδείνωσης των υλικών όρων ζωής, πρέπει να επιμείνουμε ότι χωρίς συλλογικές πολιτικές πρακτικές που να αποτυπώνουν έμπρακτα την απομάκρυνση από παραδοσιακές αναφορές, χωρίς όλο το φάσμα των αγωνιστικών πρακτικών, των συζητήσεων, της πολύμορφης αλληλόδρασης που συμπεριλάμβανε η εμπειρία των «Πλατειών», πολύ δύσκολα θα είχαν πάρει την έκταση που τελικά πήραν.

Επιπλέον, η συνάντηση αυτών των διαφορετικών κοινωνικών κομματιών όχι μόνο στο δρόμο, αλλά και σε συλλογικές διαδικασίες συζήτησης, συντονισμού και πολιτικοποίησης, σηματοδοτεί ουσιαστικά και μια διαδικασία ανασύνθεσης του λαού ως συλλογικού υποκειμένου, ως κοινωνικής συμμαχίας όλων των στρωμάτων που σήμερα βρίσκονται στο στόχαστρο των πολιτικών της κοινωνικής καταστροφής. Αυτή η ανασύνθεση δεν αποτυπώνεται μόνο στην κοινή συμπόρευση και στις κινητοποιήσεις, αλλά και στην ανάδειξη κοινών στόχων και αιτημάτων, όπως και στον ίδιο τρόπο που η συγκέντρωση σε κάθε Πλατεία λειτουργούσε ως αποτύπωση και «οπτικοποίηση» αυτής της νέας λαϊκής ενότητας.

Συνολικότερα, μεγάλες κινήσεις μαζών όπως ήταν οι «Πλατείες» μας καλούν να ξανασκεφτούμε την ίδια την έννοια του λαού, όχι με την κλασική έννοια του αφηρημένου πολιτικού υποκειμένου της συνταγματικής παράδοσης (που μυστικοποιεί τη διαίρεση και τη σύγκρουση), αλλά με τρόπους που περιλαμβάνουν τον κοινωνικό ανταγωνισμό και την αντίθεση όχι μόνο στα διεθνή κέντρα εξουσίας αλλά και στις εγχώριες δυνάμεις του κεφαλαίου, που την αντιπαραθέτουν σε όλες τις μορφές του ρατσισμού και την ταυτίζουν όχι με το έθνος ή το αφηρημένο σύνολο των πολιτών, αλλά με τη συμμαχία όλων αυτών μέσα σε έναν κοινωνικό σχηματισμό που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εξαρτώνται από την εργατική τους δύναμη για να επιβιώσουν.

Αυτό επιτρέπει να στοχαστούμε ξανά τη λαϊκή κυριαρχία, ως μορφή συλλογικού αυτοκαθορισμού, ως συλλογική πολιτική ικανότητα να αμφισβητηθούν και να ανατραπούν μορφές καπιταλιστικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης (συμπεριλαμβανομένης και της εξαναγκαστικής ικανότητας να επιβληθεί η «βούληση του λαού» ενάντια στους όποιους «εχθρούς του λαού») και ως συλλογική προσπάθεια να δημιουργηθούν νέες κοινωνικές μορφές που να στηρίζονται στη συνεργασία, την αλληλεγγύη και ένα μη εκμεταλλευτικό παραγωγικό υπόδειγμα.13

Αυτό δίνει σήμερα ιδιαίτερη δυναμική στο ζήτημα της δημοκρατίας. Από την πλατεία Ταχρίρ, μέχρι τη Wall Street, περνώντας από τα διάφορα πρόσωπα της ελληνικής εξέγερσης, το δημοκρατικό αίτημα ξανάρχεται στο προσκήνιο, όχι ως διαδικαστικό και εργαλειακό αίτημα «διαβούλευσης», αλλά ως εκρηκτική απαίτηση της πολύμορφης πλειοψηφίας των «από κάτω» να ορίσουν τις τύχες τους, αναδεικνύοντας το ριζοσπαστικό δημοκρατισμό ως κατεξοχήν «χνάρι του κομμουνισμού» στις σημερινές συλλογικές πρακτικές.14

5. Ο πραγματικός συσχετισμός δύναμης

Στο σημείο αυτό, όντως, υπάρχει ένα ανοιχτό ερώτημα. Γιατί παρόλα αυτά το κίνημα, δεν μπόρεσε σε εκείνη τη φάση να νικήσει; Γιατί δεν έπεσε η κυβέρνηση μετά τις συγκλονιστικές διαδηλώσεις στις 5 Ιούνη 2011; Γιατί η κυβέρνηση και στις 15 Ιούνη προσπέρασε το σκόπελο της κατάρρευσης, έστω και εάν για λίγες ώρες τελούσε υπό κατάρρευση, και στις 28 και 29 Ιούνη, χωρίς μεγάλες απώλειες κοινοβουλευτικές, κατάφερε να ψηφίσει το μεσοπρόθεσμο, παρότι αντιμετώπιζε τη μεγαλύτερη απώλεια ουσιαστικής νομιμοποίησης που αντιμετώπισε ελληνική κυβέρνηση σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού;

Σίγουρα έπαιξε ρόλο η τρομαχτική πίεση της Τρόικα που δεν ήθελε με τίποτε να διακυβευθεί η συμμόρφωση με τα μέτρα σε μια συγκυρία όπου οι εξελίξεις στην Ελλάδα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά για το σύνολο της Ευρωζώνης, αφού η κρίση του ευρώ είχε αρχίσει να γίνεται εμφανής. Προφανώς έπαιξε ρόλο η λογική ότι η πολιτική εξουσία σήμερα πρέπει να κινείται αδιαφορώντας πλήρως για το πολιτικό κόστος. Ωστόσο, αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν το γιατί αυτό το κίνημα, σε εκείνη τη φάση δεν μπόρεσε να νικήσει.

Είναι σαφές ότι είμαστε σε μια φάση όπου τα κινήματα καλούνται να ξεπεράσουν τα όρια της κινητοποίησης ως επίδειξης δύναμης που ασκεί πολιτική πίεση προς την πολιτική εξουσία για να την αναγκάσει σε αναδίπλωση. Πρέπει να ξαναδούμε τι καθιστά ένα κίνημα πραγματικά επικίνδυνο. Από τη μια, απαιτείται όντως κλιμάκωση των αγώνων και μάλιστα σε τέτοια κλίμακα που πραγματικά να δημιουργούν μεγάλο κόστος στη λειτουργία κρίσιμων πλευρών της οικονομίας και της διοίκησης, να αποτελούν, δηλαδή, πραγματικό «κατέβασμα του διακόπτη» (εξ ου και ο πανικός στα ΜΜΕ στην περίπτωση που όντως ελάμβαναν χώρα οι απειλές τμήματος της ηγεσίας της ΑΔΕΔΥ για «λευκές απεργίες» ή για «μη είσπραξη» ή τα σοβαρά προβλήματα που απειλούσε να δημιουργήσει η μη πληρωμή των έκτακτων φορολογικών εισφορών).

Από την άλλη, χρειάζεται η πολιτικοποίηση του κινήματος που να το κάνει ασφυκτικό για το πολιτικό σύστημα, όχι μόνο σε επίπεδο πρακτικών αλλά και σε επίπεδο συγκεκριμένων διεκδικήσεων που να ορίζουν τη ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική και όχι απλώς τη δυσαρέσκεια ή την διεκδίκηση να αποσυρθούν συγκεκριμένα μέτρα. Χρειαζόταν, δηλαδή ένας συνδυασμός ανάμεσα στην όξυνση της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης και των συνακόλουθων αποτελεσμάτων αποσταθεροποίησης, αλλά και στην ανάδειξη, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, της δυνατότητας μιας πολιτικής εναλλακτικής λύσης. Τελικά, αυτά τα στοιχεία, έστω και μετέωρα και αντιφατικά, αποτυπώθηκαν στην κινηματική κλιμάκωση από τον Οκτώβρη του 2011 έως το Φλεβάρη του 2012 και στις μεγάλες εκλογικές μετατοπίσεις στις εκλογές του Μάη και Ιούνη 2012.

Με αυτή την έννοια, ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα το οποίο θα έθετε το ίδιο – και όχι μόνο πολιτικές πρωτοπορίες στο εσωτερικό του – στόχους όπως η διαγραφή του χρέους ή η έξοδος από το ευρώ, σε συνδυασμό με κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και κατοχύρωση εκείνων των μορφών αλληλεγγύης που επιτρέπουν την αντοχή των αγώνων, θα διαμόρφωνε άλλη πίεση απέναντι στο πολιτικό σύστημα και την τρόικα, θα γινόταν πραγματικά πολιτικά επικίνδυνο και αποσταθεροποιητικό.

Είναι σαφές ότι ένα τέτοιο κίνημα θα ήταν αποσταθεροποιητικό όχι μόνο γιατί θα καταδείκνυε ότι μια ευρύτερη λαϊκή συμμαχία (και όχι απλώς πολιτικές τάσεις) αναγνωρίζει εαυτόν σε μια στρατηγική ρήξης με τον πυρήνα της κυρίαρχης πολιτικής αλλά και συγκροτεί συλλογικές πρακτικές που παγιώνουν αυτή τη στρατηγική και βέβαια εκπροσωπείται πολιτικά, τροφοδοτείται ιδεολογικά, και συγκροτείται ως συλλογικό υποκείμενο από πολιτικές εκφράσεις που μπορούν να ηγηθούν ευρύτερων ανατρεπτικών δυναμικών. Αυτό θα σήμαινε ότι θα αποτυπωνόταν η δυνατότητα ενός κοινωνικού και πολιτικού μετώπου που θα όριζε πλευρές μιας σύγχρονης εργατικής αντι-ηγεμονίας. Το πολιτικό σύστημα δεν πρόκειται να αναδιπλωθεί εύκολα και να υποχωρήσει εάν δεν υπάρξει άλλου τύπου πολιτική απάντηση, συγκρότηση, πρωτοπορία και ηγεσία μέσα στις ίδιες τις λαϊκές μάζες, που να αποτυπώνει μια πραγματική υλική δυναμική υπονόμευσης της αστικής στρατηγικής.

Αυτή η δυνατότητα προσέκρουσε, σε εκείνη τη φάση, στην υπαρκτή πολιτική, ιδεολογική και πολιτισμική κρίση της Αριστεράς, μια κρίση που μπορούσε να αποτελεί αρνητικό αντικειμενικό παράγοντα στο συνολικό συσχετισμό δύναμης αφού δεν επέτρεπε να υπάρξει εκείνη η κρίσιμη πολιτική και ιδεολογική ραχοκοκαλιά που θα μετασχημάτιζε τη δυναμική του κινήματος σε πραγματικά ανατρεπτική κατεύθυνση.

6. Η μεταδημοκρατική και μεταηγεμονική συνθήκη

Απέναντι στη δυναμική που αναπτύχθηκε στις Πλατείες, αλλά και στις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν, ο συνασπισμός εξουσίας οχυρώθηκε σε μια εντυπωσιακή αυταρχική μετατόπιση. Αυτό γίνεται ένα πιο μόνιμο χαρακτηριστικό της συγκυρίας, όπως φάνηκε από την τρομαχτική κλιμάκωση της καταστολής. Η πολιτική ως προσπάθεια απόσπασης συναίνεσης και άρθρωσης κοινωνικών συμμαχιών μετασχηματίζεται στην δια πυρός και σιδήρου επιβολή μιας συνθήκης κοινωνικής καταστροφής, στην υποχρεωτική ενσωμάτωση της βούλησης των διεθνών οργανισμών, στην αμιγώς διοικητική και αστυνομική διεκπεραίωση της συντριβής των κοινωνικών δικαιωμάτων. Τα νομοσχέδια με ένα άρθρο, οι σαρωτικοί «εφαρμοστικοί νόμοι» που πρέπει να ψηφιστούν σε λίγες ώρες για να μη χάσουμε τη επόμενη δόση εξαθλίωσης, η χατζηαβατική προβολή της υποτακτικής συμμόρφωσης στους πιστωτές σε αναπόδραστη «εθνική σταυροφορία», αντανακλούν αυτή την βαθιά αυταρχική μετάλλαξη.

Με αυτή την έννοια, η επιλογή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να προχωρήσει στην ψήφιση του μεσοπρόθεσμου αντανακλά μια κρίσιμη και αποφασιστική μετατόπιση των όρων άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Η κυρίαρχη αυτή τη στιγμή επιλογή των αστικών κέντρων είναι η συνέχιση αυτής της πολιτικής και η επιμονή σε μια μεταδημοκρατική και μεταηγεμονική συνθήκη15 που θα προσπερνά την κρίση νομιμοποίησης ή θα επιδιώκει να τη χειριστεί σε επίπεδο πολιτικής σκηνής και όχι πολιτικής στρατηγικής. Αυτή είναι η εκδοχή του σύγχρονου βοναπαρτισμού ή καισαρισμού που θεωρεί ότι το πολιτικό σύστημα μπορεί να λειτουργεί, έστω και χωρίς χαρισματικό «καίσαρα», σαν να μην υπάρχει η κοινωνική διαπάλη.16

Το αποκορύφωμα αυτού του σύγχρονου βοναπαρτισμού φάνηκε στην ακολουθία των γεγονότων που οδήγησαν στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου κλήθηκε να εφαρμόσει ένα δεκαετές πρόγραμμα ακόμη μεγαλύτερης λιτότητας και περιορισμένης λαϊκής κυριαρχίας και αντιμετώπισε όχι μόνο την έκρηξη της 19-20 Οκτώβρη 2011 αλλά και τη λαϊκή εξέγερση στις 28 Οκτώβρη, με τη συμβολική συμπύκνωση της εικόνας της «ακυβερνησίας», επέλεξε το δρόμο της «ηρωικής εξόδου» μέσα από ένα δημοψήφισμα. Αν και σχεδιάστηκε για να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη για να αποδεχτεί τις πολιτικές της κοινωνικής βαρβαρότητας, το δημοψήφισμα εμπεριείχε το υπαρκτό ενδεχόμενο απόρριψης του προγράμματος που επέβαλε η Τρόικα ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ. Υπό το φόβο ότι κάτι τέτοιο δεν θα αποσταθεροποιούσε μόνο το ελληνικό πακέτο λιτότητας αλλά και όλη την χρηματοοικονομική και νομισματική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το διευθυντήριο της ΕΕ και το ΔΝΤ, εξαπέλυσαν μια άνευ προηγουμένου επίθεση ενάντια στο δημοψήφισμα, χρησιμοποιώντας όλες τις μορφές ανοιχτού εκβιασμού, συμπεριλαμβανόμενης της απειλής για υποχρεωτική χρεοκοπία και αποπομπή από την Ευρωζώνη. Η άλλη προφανής λύση, δηλαδή η άμεση προκήρυξη εκλογών, αν και αποτέλεσε ρητό αίτημα της ΝΔ, επίσης απορρίφθηκε, καθώς εμπεριείχε τον κίνδυνο της καθυστέρησης ή της αμφισβήτησης των μέτρων που έχουν επιβληθεί. Έτσι, η απαίτηση ήταν για μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», της οποίας το πρόγραμμα (αλλά ακόμη και το πρόσωπο του πρωθυπουργού Λ. Παπαδήμου, τέως αντιπροέδρου της ΕΚΤ) ανοιχτά υπαγορεύτηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ.

Σε πλήρη περιφρόνηση ακόμη και των κανόνων της «δυτικής» φιλελεύθερης διακυβέρνησης και της εθνικής κυριαρχίας, απαίτησαν ότι αυτή η πολιτική, που ισοδυναμούσε με μια εξαιρετικά βίαιη αλλαγή κοινωνικού παραδείγματος, όχι μόνο θα αποτελούσε αντικείμενο διακομματικής συμφωνίας, αλλά και θα εφαρμοζόταν πριν από οποιαδήποτε νέα εκλογική διαδικασία. Το μήνυμα ήταν απλό: δεν υπήρχε περιθώριο για άσκηση πολιτικής πέραν από τις απαιτήσεις των αγορών και των διεθνών οργανισμών. Οι δυνάμεις του κεφαλαίου στην Ελλάδα καθώς και τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ ανοιχτά υποστήριξαν αυτή τη στρατηγική, παρουσιάζοντας την τεχνητή εικόνα μιας κοινωνίας που απαιτούσε «συναίνεση» στην κορυφή. Όμως, αυτό που δεν συναισθάνθηκαν όσοι επένδυσαν πρωτίστως στην αποδιάρθρωση συλλογικών εκπροσωπήσεων και στην απόπειρα απόσπασης συναίνεσης από υποκείμενα εν δυνάμει εξατομικευμένα, αποκαρδιωμένα και αντιμέτωπα με συνθήκη διαρκώς απομειούμενων προσδοκιών, ήταν ότι η περιφρόνηση των όρων άρθρωσης της πολιτικής ενέχει τον κίνδυνο να οδηγεί σε αλλεπάλληλες στιγμές καταστροφικής ισορροπίας, με το ρίσκο κάθε φορά η κυριαρχία των αστικών δυνάμεων να μην είναι δεδομένη. Οι εκπλήξεις της άνοιξης του 2012 αυτό ακριβώς έδειξαν.

7. Οι «Πλατείες» ως πρόκληση για την Αριστερά

Η Αριστερά είχε και έχει πολλά να διδαχθεί από το κίνημα των Πλατειών. Να διδαχθεί τόσο από την ίδια την εμπειρία του, μελετώντας τις πρακτικές και την επινοητικότητά του, αλλά και από τα όρια κα τις αντιφάσεις του, προσπαθώντας να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική και την τακτική της.

Καταρχάς πρέπει να μελετήσει αυτό το πείραμα αυθεντικής λαϊκής δημοκρατίας. Οι συνελεύσεις, η δυνατότητα συμμετοχής, η αυστηρή τήρηση κανόνων ισηγορίας και αλληλοσεβασμού, η προσπάθεια για συλλογική επεξεργασία θέσεων, έστω και στοιχειωδών, δείχνουν το δρόμο για μια δημοκρατική διαδικασία που θα υπερβαίνει και τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό και την κονταρομαχία της «πλατφόρμας» που ταλανίζει το συνδικαλιστικό ή το φοιτητικό κίνημα.17

Εκφράζουν αυτές οι μορφές αυτοοργάνωσης την αγωνία για μια πραγματική αυτοδιάθεση του χώρου και του χρόνου; Και βέβαια, εάν εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη δυνατότητα να αναδυθούν μορφές μιας σύγχρονης «δυαδικής εξουσίας», τότε πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα σε όλες αυτές τις μορφές συγκρότησης, αυτοοργάνωσης και πάλης που οι ίδιες οι λαϊκές μάζες αναδεικνύουν.18 Αυτό από μόνο του είναι ένα κρίσιμο βήμα πολιτικοποίησης. Επιπλέον, το να δοκιμάζει η Αριστερά να παρέμβει δημιουργικά σε ένα τέτοιο κίνημα, σεβόμενη τους κανόνες και αποφεύγοντας να λειτουργήσει ως «από μηχανής θεός» ή ως αυτόκλητος καθοδηγητής, είναι μια κρίσιμη δοκιμασία για να διαπιστώσει εάν μπορεί πραγματικά να κερδίσει με τις απόψεις και τις ιδέες της και να διαμορφώσει πολύ πιο ουσιαστικούς δεσμούς συντροφικότητας και αλληλεγγύης.

Οι πλατείες ήταν πολύ διδακτικές και ως προς το τι σημαίνει πολιτική παρέμβαση σε ένα κίνημα. Υπήρξαν «αντιπολιτικά» αντανακλαστικά, όμως αυτά έδειχναν και το πώς για μεγάλη μερίδα της κοινωνίας η πολιτική ταυτίζεται με τον κυνισμό και την υποκρισία της επίσημης πολιτικής σκηνής. Αυτό που διεκδίκησαν ήταν μια διαφορετική εκδοχή πολιτικής, ανέδειξαν την πολιτικοποίηση ως πρόκληση. Έδειξαν, ταυτόχρονα, ότι ένα κίνημα πολιτικοποιείται ή μετασχηματίζεται από την Αριστερά, μόνο όταν αυτή είναι ενεργή μέσα σε αυτό, όταν γίνεται κομμάτι του, όταν αναλαμβάνει μερίδιο της συλλογικής ευθύνης, όταν σέβεται τη δική του δημοκρατία και τη σχετική αυτονομία του.

Διαφορετικά, η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική μπορεί να συμπαρασύρει και την Αριστερά, ακόμη κι όταν έχει το όπλο της αγωνιστικότητας, της συλλογικότητας και της επεξεργασμένης γνώμης. Άρα η όποια παρέμβαση για την πολιτικοποίηση πρέπει να είναι «εμμενής» προς το κίνημα και τα χαρακτηριστικά, τα όρια και τις δυναμικές του, και όχι εξωτερική ή αντιθετική. Το κίνημα αυτό ήταν και ένα τεράστιο αίτημα συλλογικότητας, η διάθεση δηλαδή «να κάνουμε πράγματα μαζί». Η απλή εξωτερική εκφορά ενός λόγου δεν αρκεί ή μπορεί κάποιες στιγμές να φαντάζει και «αλλότρια» προς τη δυναμική του κινήματος. Αντίθετα, ο σεβασμός στην έστω και επίπονη δημοκρατία και στις κοινές πρακτικές, είναι η προϋπόθεση για να ακουστεί κάποιος.

Με βάση τα παραπάνω, εάν ήταν μία φορά λανθασμένη η στάση της Αριστεράς εκείνης που αντιμετώπισε το κίνημα των Πλατειών ως αυθόρμητο ξέσπασμα χωρίς πολιτικό βάθος, υποτιμώντας τη δυναμική του και τη συλλογική δυνατότητα του κόσμου του αγώνα να κάνει πολιτική, να παράγει λόγο, να διαμορφώσει στρατηγική και τακτική, άλλο τόσο λάθος έχει η Αριστερά που εγκαταλείπει το ρόλο της πολιτικοποίησης, μεταφοράς εμπειρίας, γνώσης που έχει, που υποκλίνεται στην αυθόρμητη δυναμική των πραγμάτων, που αρνείται να βάλει κρίσιμα χνάρια στρατηγικής.

Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μια Αριστερά εξωτερική προς το κίνημα, που την εξωτερικότητά της τη μεταφράζει στη μία περίπτωση σε εχθρότητα στη δεύτερη σε υπόκλιση στο αυθόρμητο. Μια Αριστερά που είναι κομμάτι του κινήματος μπορεί ταυτόχρονα να σέβεται την αυτονομία του και να μην αυτοαναιρεί το πολιτικό και ιδεολογικό φορτίο της. Γι’ αυτό το λόγο, όσο λάθος θα ήταν να πούμε ότι οι «πλατείες» είναι το «κόμμα μας» ή ακόμη χειρότερα να φτιάξουμε το «κόμμα των πλατειών», άλλο τόσο λάθος είναι η βίαιη αποσύνδεση της πολιτικής διαδικασίας από τις σημερινές κοινωνικές διεργασίες, που θα έλεγε ότι το τι γίνεται κεντρικά πολιτικά στην Αριστερά ορίζεται με βάση προειλημμένα σχέδια και δεν επηρεάζεται από τη δυναμική της εξέγερσης.19

8. Η θύελλα δεν κόπασε τον Ιούλη…

Το εκπληκτικό με το κίνημα των Πλατειών ήταν ότι τελικά αποτέλεσε μια μόνο στιγμή σε έναν ιδιότυπο παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο. Το φθινόπωρο του 2011 στην προοπτική της ψήφισης και νέων νόμων στο πλαίσιο του «Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος» που ψηφίστηκε το καλοκαίρι, είχαμε μια νέα κλιμάκωση των κοινωνικών αγώνων. Οι καταλήψεις των Υπουργείων, μια πρωτότυπη και ευρηματική μορφή κινητοποίησης που αντιμετώπιζε ταυτόχρονα το οικονομικό κόστος των απεργιών και παρέλυε κρατικές λειτουργίες ήταν ένα καινούριο στοιχείο. Αποκορύφωμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν το απεργιακό διήμερο στις 19-20 Οκτώβρη, ίσως η μεγαλύτερη απεργία που γνώρισε ποτέ ο δημόσιος τομέας. Το νέο μισθολόγιο και η αμφισβήτηση της μονιμότητας μέσω της εφεδρείας λειτούργησαν ως καταλύτες και γι’ αυτό είχαμε μια εκπληκτική συμμετοχή ιδίως από τους κλάδους που ήταν στην αιχμή της «εφεδρείας» όπως οι ΟΤΑ. Παράλληλα, είχαμε μια νέα κλιμάκωση σε όλη την περίοδο του φθινοπώρου 2011 και του χειμώνα 2011-12 των κινημάτων ανυπακοής γύρω από τα «χαράτσια» (την εισφορά αλληλεγγύης και κυρίως το ενσωματωμένο στους λογαριασμούς της ΔΕΗ τέλος ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων), με εντυπωσιακή για τα ελληνικά δεδομένα επιμονή ανθρώπων συνειδητά να διαλέγουν δρόμους και πρακτικές πολιτικής ανυπακοής. Πλευρά αυτής της συνθήκης «ανομίας» κατά τους συστημικούς σχολιαστές, δηλαδή ριζοσπαστικής έμπρακτης αμφισβήτησης των μνημονιακών πολιτικών, ήταν και η μετατροπή των παρελάσεων στις 28 Οκτώβρη σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, με αποκορύφωμα τη διακοπή και ακύρωση της μεγάλης στρατιωτικής παρέλασης στη Θεσσαλονίκη, κίνηση που δεν είχε μόνο το συμβολισμό της «ακυβερνησίας» αλλά και της συμβολικής σύνδεσης με την ιστορία του αντιφασιστικού αγώνα (στοιχείο που θα επαναληφθεί επίσης και στις παρελάσεις στις 25 Μαρτίου, όπου μπορεί να υπήρξε προληπτική κατασταλτική περιφρούρηση της κεντρικής παρέλασης στην Αθήνα, αλλά στην περιφέρεια υπήρξε πλήθος εκδηλώσεων διαμαρτυρίας). Αυτό, ακριβώς, το στοιχείο θα ενισχύσει την αίσθηση μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης και θα οδηγήσει στο ιδιότυπο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που έφερε την κυβέρνηση Παπαδήμου. Την ίδια ώρα, η εντυπωσιακή απήχηση και αλληλεγγύη στην απεργία της Χαλυβουργίας έδινε το στίγμα της αλληλεγγύης που μπορεί να βρει ένας μαχητικός αγώνας που έφερνε στο προσκήνιο και την κεντρικότητα της εργατικής φιγούρας.

Η κυβέρνηση Παπαδήμου, παρότι αρχικά θα φέρει ένα κλίμα αμηχανίας στο κοινωνικό σώμα, κύρια μέσα από την επικοινωνιακή επένδυση στην απαξίωση και βίαιη απόσυρση του Γ. Παπανδρέου ως αποδιοπομπαίου τράγου, δεν θα αργήσει να έρθει αντιμέτωπη με την κοινωνική έκρηξη. Η ψήφιση του δεύτερου μνημονίου στις 12 Φλεβάρη 2012 ενόψει της νέας δανειακής σύμβασης θα οδηγήσει σε πρωτοφανή έκρηξη, με τη 48ωρη απεργία στις 10-11 Φλεβάρη και τις συγκλονιστικές τεράστιες διαδηλώσεις και εκτεταμένες συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα.

Την ίδια ώρα βάθαινε καθημερινά η κοινωνική κρίση. Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των μέτρων γίνονταν ολοένα και πιο αισθητές, σπρώχνοντας στα όριά τους μηχανισμούς άτυπης αλληλεγγύης όπως η οικογένεια, που μέχρι τώρα λειτουργούσαν αποτρεπτικά για την εκδήλωση ανοιχτών μορφών κοινωνικής περιθωριοποίησης. Στο πρώτο τρίμηνο του 2012 η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία έφτασε το 22,6% με την ανεργία των νέων 15-24 να αγγίζει το 52,7%.20 Η ελληνική οικονομία βρίσκεται στην πέμπτη συνεχόμενη χρονιά ύφεσης (2008: -0,2%, 2009: -3,2%, 2010: -3,5%, 2011: -6,9%, Α΄ Τρίμηνο 2012: -6,5% σε σύγκριση με Α΄ Τρίμηνο 2011).21 Το συνολικό κόστος αποδοχών μειώθηκε πάνω από 25% σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τράπεζες της Ελλάδος,22 με ορισμένες κατηγορίες μισθωτών να αντιμετωπίζουν μειώσεις ακόμη και πάνω από 40%, ενώ τα πράγματα γίνονται χειρότερα εάν συνυπολογίσουμε τη μεγάλη αύξηση της φορολογίας των μισθωτών. Η εμφάνιση φαινομένων όπως οι άστεγοι, η μαζική συμμετοχή σε συσσίτια, η έκρηξη των αυτοκτονιών ήταν ενδείξεις μιας εξελισσόμενης κοινωνικής καταστροφής.

Ο συνδυασμός ανάμεσα στην οικονομική κρίση, το βάθεμα της κοινωνικής κρίσης, αλλά και τις συσσωρευμένες συλλογικές αγωνιστικές εμπειρίες της τελευταίας διετίας αποτυπώθηκε στο αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μάη. Δύο χρόνια συσσωρευμένης οργής και αγανάκτησης, πλειοψηφικών κινητοποιήσεων και συλλογικής πάλης βρήκαν την αντανάκλασή τους στην κάλπη. Η καταβαράθρωση του δικομματισμού σε ένα άθροισμα που στο παρελθόν αποτελούσε από μόνο του ποσοστό συντριβής ενός κόμματος, η μειοψηφική καταγραφή των μνημονιακών δυνάμεων, το τεράστιο ποσοστό των ψηφοφόρων που προτίμησαν κόμματα που δεν πέρασαν το φράγμα του 3%, η απουσία προφανούς κυβερνητικής λύσης, όλα αυτά έδειξαν το βάθος της πολιτικής κρίσης και την τεράστια απόσταση που χωρίζει την ελληνική κοινωνία από την επίσημη πολιτική σκηνή, το ρήγμα ανάμεσα στο τι όντως συμβαίνει στην κοινωνία και την αντίληψη των πραγμάτων που έχουν τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ, οι καθεστωτικές δυνάμεις και ο μηχανισμός της επιτροπείας από την Τρόικα. Δυστυχώς, μέρος της αγανάκτησης πήγε είτε σε κατευθύνσεις βαλκανικού εθνικοφιλελευθερισμού (Ανεξάρτητοι Έλληνες) είτε, πολύ χειρότερα, στους νοσταλγούς του Χίτλερ, που μπόρεσαν, στο επόμενο διάστημα, να δείξουν με ποικίλους τρόπους το αποκρουστικό τους πρόσωπο. Όμως ευθύνη είχαν και εκείνοι που έκαναν ό,τι μπορούσαν ώστε ο ρατσισμός, η αντιμεταναστευτική υστερία και η αποθέωση του αυταρχισμού να θεωρηθούν αναπόσπαστα στοιχείου του κυρίαρχου πολιτικού λόγου. Το πιο σημαντικό στοιχείο των εκλογών της 6ης Μάη ήταν ότι μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας μετακινήθηκε σε κατευθύνσεις αριστερές. Αυτό αποτύπωσε τη διάθεση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για ριζική αλλαγή πορείας ενάντια στον υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό, τη σαρωτική λιτότητα και τη συνθήκη μειωμένης λαϊκής κυριαρχίας. Το αποτέλεσμα συμπύκνωσε τη μετάβαση από τη διαμαρτυρία στην απαίτηση μιας πολιτικής τομής και ανατροπής και εκ των πραγμάτων οδήγησε στην πραγματική διακύβευση του «μνημονιακού κεκτημένου». Ακόμη και οι μνημονιακές δυνάμεις θα αναδιπλωθούν στη ρητορική της «επαναδιαπραγμάτευσης» απέναντι στην εκρηκτική απόρριψη των μνημονίων. Φάνηκε, έτσι, ότι μπορούσε να υπάρξει το κρίσιμο άλμα από την κοινωνική και κινηματική καταγραφή της διαμαρτυρίας, στην καθοριστική και μη εύκολα αντιστρέψιμη επιστροφή του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο.

Τελικά στις εκλογές της 17ης Ιουνίου η ΝΔ κατάφερε να έχει μια οριακή νίκη που άνοιξε το δρόμο για τη συγκρότηση ξανά μνημονιακής κυβέρνησης. Συντέλεσαν σε αυτό οι πολυεπίπεδοι εκβιασμοί από ελληνικά και διεθνή κέντρα εξουσίας, τα προγραμματικά ελλείμματα των διαφόρων εκδοχών της Αριστεράς, η αδυναμία επιθετικής και όχι αμυντικής απάντησης στον εκβιασμό για το ευρώ, η έλλειψη συστηματικής επεξεργασίας ενός δρόμου κοινωνικού μετασχηματισμού σε ρήξη με τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό» της ΕΕ και την αρχιτεκτονική του ευρώ. Όμως, παρ’ όλα αυτά, οι εκλογές ανέδειξαν τη βαθιά κοινωνική πόλωση και διαίρεση στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, με τις ενεργές ηλικίες, τους μισθωτούς, τα λαϊκά στρώματα, τους κατοίκους των αστικών κέντρων να πολώνονται περισσότερο προς τα αριστερά και τις αγροτικές περιοχές, τις μεγάλες ηλικίες, τα περισσότερο εύπορα στρώματα να πολώνονται προς τα δεξιά. Με το δεδομένο της συνέχισης των πολιτικών της λιτότητας και της αναίρεσης κοινωνικών κατακτήσεων, αλλά και του βαθέματος της κρίσης της Ευρωζώνης, μπορεί κανείς να αναμένει ότι σύντομα θα έχουμε νέο κύκλο κοινωνικών συγκρούσεων. Με αυτή την έννοια μπορούμε να μιλάμε για καμπή στον «παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο» που είναι σε εξέλιξη στην Ελλάδα, αλλά το ενδεχόμενο ριζικών ανατροπών παραμένει ενεργό.

9. Η πρόκληση ενός νέου «ιστορικού μπλοκ»

Οι πλατείες αλλά και όλες οι μετέπειτα εξελίξεις άνοιξαν ένα ριζικά νέο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, ανέδειξαν με τρόπο ιστορικά πρωτότυπο τη διαδικασία ανασύνθεσης ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου, όντως μιας συμμαχίας των λαϊκών τάξεων, των δυνάμεων της εργασίας. Ο ρόλος της Αριστεράς στην οικοδόμηση της πολιτικής συμπύκνωσης αυτού του κινήματος ήταν και είναι κομβικός. Απέναντι στην πορεία προς έναν ιδιότυπο σύγχρονο κοινοβουλευτικό βοναπαρτισμό ή καισαρισμό, η απάντηση δεν μπορεί να έχει τη μορφή ενός νέου «κοινωνικού συμβολαίου» που θα φέρει μεν πρόσκαιρη ανακούφιση στις λαϊκές τάξεις αλλά τελικά θα συμβάλει στην παλινόρθωση της αστικής ηγεμονίας.23 Μια άλλου τύπου παρέμβαση και συγκρότηση της Αριστεράς έχει τη δυνατότητα να πάει τα πράγματα σε ανατρεπτική κατεύθυνση, να ανοίξει δρόμους κοινωνικού μετασχηματισμού. Είναι σαφές ότι η εποχή των εξεγέρσεων άνοιξε ένα νέο ιστορικό κύκλο στον οποίο η Αριστερά δεν καλείται απλώς να τονώσει τη διαμαρτυρία ή να επιβιώσει ως ιδεολογικό χνάρι. Άνοιξε μια περίοδος όπου η Αριστερά έρχεται αντιμέτωπη με το ερώτημα της εξουσίας, όχι απλώς ως εκλογικό ενδεχόμενο, αλλά και ως πραγματική πολιτική πρόκληση.

Όλα όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, θέτουν μια μεγάλη πολιτική και θεωρητική πρόκληση. Μας υποχρεώνουν να σκεφτούμε ξανά με όρους επαναστατικής στρατηγικής, όχι με την έννοια μιας αφηρημένης θεωρητικής δικαίωσης της ριζικής κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, ούτε με την έννοια μιας απλής αντικαπιταλιστικής ρητορικής, αλλά με την έννοια των ιδιαίτερα πρωτότυπων και αναγκαστικά άνισων και διακυβευόμενων βημάτων που θα οδηγήσουν από τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό» σε μια νέα σοσιαλιστική προοπτική.

Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται μια τομή στον τρόπο που κάνει πολιτική η Αριστερά, συμπεριλαμβανομένης της επαναστατικής, από τη δεκαετία του 1980. Για μια ολόκληρη περίοδο η αριστερή πολιτική σήμαινε κύρια την οργάνωση αντιστάσεων και την απόσπαση παραχωρήσεων από τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό και, παράλληλα, την εξασφάλιση της αναπαραγωγής της κομμουνιστικής ή κομμουνιστικά προσανατολισμένης αναφοράς κύρια ως μορφής ιδεολογικής έγκλησης. Άλλωστε, ευρύτερα στην Ευρώπη η όποια ενασχόληση με το ζήτημα της εξουσίας έπαιρνε απλώς τη μορφή της συμμετοχής ή ανοχής σε ήπια νεοφιλελεύθερες σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, συνήθως με καταστροφικά αποτελέσματα, όπως δείχνουν οι εμπειρίες της Γαλλίας και της Ιταλίας. Σήμερα, όμως, τα ερωτήματα που αφορούν την εξουσία, την πραγματική επίδραση στο συσχετισμό δυνάμεων, της εκκίνησης ακολουθιών ριζικής κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο της αριστερής πολιτικής. Αυτό μας βρίσκει απροετοίμαστους ίσως, αλλά, σε πείσμα ενός ορισμένου μεταφυσικού μαρξισμού, η ιστορική έκπληξη έρχεται πάντοτε όταν οι συνθήκες είναι ανώριμες.

Γι’ αυτό είναι ανάγκη να ξαναγυρίσουμε στη σύλληψη του Γκράμσι για το «ιστορικό μπλοκ». Παραδοσιακά η έννοια του ιστορικού μπλοκ έχει διαβαστεί σε αναφορά με τη συνάρθρωση βάσης και εποικοδομήματος ή υλικής πρακτικής και ιδεολογίας. Όντως, κάποιες από τις αναφορές του ίδιου του Γκράμσι παραπέμπουν σε μια τέτοια ανάγνωση, όπως εκεί όπου αναφέρεται στο ιστορικό μπλοκ ως την «ενότητα ανάμεσα σε φύση και πνεύμα (βάση και εποικοδόμημα)».24 Όμως, θα ήταν πολύ καλύτερο να ορίσουμε το ιστορικό μπλοκ ως το αποτέλεσμα μιας στρατηγικής για την ηγεμονία, ως την περιγραφή των κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογιών διαδικασιών και συνθηκών που μπορούν να κάνουν μια κοινωνική τάξη – ή μια συμμαχία κοινωνικών τάξεων – να γίνει μια ιστορική δύναμη, μέσα από τη διαλεκτική ιδεολογίας, πρακτικής και στρατηγικής.

Με αυτή την έννοια, είναι επίσης μια θέση για τη συνθετότητα του κοινωνικού όλου ως πεδίου πολιτικής παρέμβασης. Έτσι διαβάζω την αναφορά του Γκράμσι ότι «βάση και εποικοδόμημα διαμορφώνουν ένα “ιστορικό μπλοκ”, δηλαδή το σύνθετο, αντιφατικό και ασύμφωνο σύνολο των εποικοδομημάτων είναι η αντανάκλαση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής».25 Αυτό ενισχύεται από την επιμονή του Γκράμσι ότι σε αυτή τη σύλληψη του ιστορικού μπλοκ, «οι υλικές δυνάμεις είναι το περιεχόμενο και οι ιδεολογίες η μορφή, αν και αυτή η διάκριση ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο έχει καθαρά διδακτική αξία, καθώς οι υλικές δυνάμεις θα ήταν ασύλληπτες ιστορικά χωρίς μορφή και οι ιδεολογίες θα ήταν απλές ατομικές φαντασιοπληξίες χωρίς υλικές δυνάμεις».26

Ωστόσο, η πλήρης δύναμη της σύλληψης του Γκράμσι για το ιστορικό μπλοκ, όχι απλώς ως μια αναφορά στη σχέση ανάμεσα σε βάση και εποικοδόμημα αλλά – και κύρια – στις διαδικασίες, πρακτικές και συνθήκες (με την έννοια της οικονομίας, της πολιτικής, της ιδεολογίας και της μαζικής διανοητικότητας) που καθιστούν δυνατή την ηγεμονία και κατά συνέπεια τον κοινωνικό μετασχηματισμό, έρχεται σε αποσπάσματα όπως το ακόλουθο: «Εάν οι σχέσεις ανάμεσα στους διανοουμένους και το λαό-έθνος, ανάμεσα στους ηγέτες και τους όσους καθοδηγούν (…) παρέχεται από μια οργανική συνοχή στην οποία το συναίσθημα-πάθος γίνεται κατανόηση και μετά γνώση (όχι μηχανικά αλλά με έναν τρόπο ζωντανό), τότε και μόνο τότε έχουμε μια σχέση αντιπροσώπευσης. Μόνο τότε μπορεί να λάβει χώρα (…) μια κοινή ζωή, που μόνο αυτή είναι κοινωνική δύναμη, με τη δημιουργία ενός “ιστορικού μπλοκ”».27 Σε αυτή τη βάση η Christine Buci-Glucksmann28 διακρίνει το παθητικό ιστορικό μπλοκ (που το συνδέει με την έννοια της παθητικής επανάστασης στον Γκράμσι ως τη μορφή αστικής ηγεμονίας στον ώριμο καπιταλισμό) από ένα εκτεταμένο ιστορικό μπλοκ ως υποκείμενο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και επιμένει ότι ο Γκράμσι προσφέρει μια στρατηγική σύλληψη διαφορετική από αυτή που έδωσαν η Β΄ και η Γ΄ Διεθνής.

Το ιστορικό μπλοκ μπορεί να αποτελέσει μια έννοια στρατηγικής, εξειδικεύοντας ακριβώς το αίτημα μιας σύγχρονης ηγεμονικής πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική που θα έβαζε ως στόχο τη διαμόρφωση ενός νέου ιστορικού μπλοκ αναφέρεται στη συνάρθρωση και το συνδυασμό της πολιτικής στρατηγικής, του σχεδίου για το μετασχηματισμό, της ιδεολογίας, των μορφών οργάνωσης, περιλαμβάνει το σύνολο των πρακτικών και των μορφών πολιτικής που μπορούν να οδηγήσουν στο να γίνουν οι υποτελείς τάξεις μια ιστορική δύναμη που μπορεί να διεκδικήσει την ηγεμονία και να εκκινήσει μια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού.

Το να σκεφτόμαστε την πολιτική της Αριστεράς με όρους «ιστορικού μπλοκ» και ηγεμονίας σημαίνει να κινηθούμε από την αντίσταση στην οικοδόμηση μιας εναλλακτικής λύσης. Αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια «προοδευτική κυβέρνηση» που θα προσπαθήσει να αποφύγει τη λιτότητα ενώ θα παραμένει μέσα στο δομικό νεοφιλελευθερισμό της Ευρωζώνης και τη συστημική βία του χρέους. Σημαίνει τη δυνατότητα μιας πλατιάς αντικαπιταλιστικής κοινωνικής συμμαχίας, την οικοδόμηση, παράλληλα και διαλεκτικά συνδεδεμένα, ενός αγωνιστικού μετώπου και ενός αριστερού μετώπου ανατροπής, την επεξεργασία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος ως «συγκεκριμένης – και εφικτής (…) – ουτοπίας», τον αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας όχι μόνο στο επίπεδο της κυβέρνησης αλλά και από κάτω, επιδιώκοντας ηγεμονία σε μια σύνθετη και άνιση διαδικασία μετασχηματισμού και πειραματισμού.

Αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να στηρίζεται απλώς στην απόρριψη του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, αλλά και σε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία άμεσα βήματα για να αποφύγουμε την κοινωνική καταστροφή και να βγούμε από το φαύλο κύκλο «λιτότητα-ύφεση-ανεργία» και να ξεκινήσουμε μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού. Πρέπει να περιλαμβάνει την άμεση παύση πληρωμών στο χρέος, την έξοδο από το ευρώ και τη ρήξη με την ΕΕ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών επιχειρήσεων, τη γενναία αναδιανομή εισοδήματος και πάνω από όλα ένα αίτημα παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Σε αυτή τη βάση μια στρατηγική για ένα νέο «ιστορικό μπλοκ» απαιτεί όχι απλώς αιτήματα αλλά ένα εναλλακτικό παραγωγικό υπόδειγμα, σε κατεύθυνση μη καπιταλιστική και πέρα από τη λογική της αγοράς, ένα εναλλακτικό αναπτυξιακό μοντέλο, που αντιστοιχεί ακριβώς στη διαλεκτική οικονομίας και πολιτικής μέσα στο ιστορικό μπλοκ. Αναπτυξιακό μοντέλο, όχι με την έννοια μιας ποσοτικής μεγέθυνσης, ούτε ως πρόταση για καλύτερη καπιταλιστική ανάπτυξη, αλλά ως συλλογική εμπιστοσύνη ότι σε αυτό τον τόπο υπάρχουν συλλογικοί υλικοί και κοινωνικοί παραγωγικοί όροι και πόροι για μια καλύτερη ζωή.

Αυτό απαιτεί μια σύγχρονη αντίληψη δημοκρατικού κοινωνικού σχεδιασμού μαζί με την έμφαση στην αυτοδιαχείριση, την ανάκτηση παραγωγικών μονάδων που αργούν, π.χ. μέσα από κατάληψη από τους εργαζομένους, τη διαμόρφωση μη εμπορικών δικτύων διανομής, την επανακατοχύρωση του «κοινού» χαρακτήρα των δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών που σήμερα αντιμετωπίζουν την ιδιωτικοποίηση και τις «νέες περιφράξεις», την αξιοποίηση των «χναριών του κομμουνισμού» στα τωρινά κινήματα και τις αντιστάσεις στη βία του κεφαλαίου και των αγορών.29

Ένα εν δυνάμει «ιστορικό μπλοκ» σημαίνει ότι διεκδικούμε την πολιτική εξουσία όχι μόνο με την έννοια μιας «αριστερής κυβέρνησης» αλλά και με την έννοια μιας πραγματικής αλλαγής στην άρθρωση του συσχετισμού δυνάμεων. Χωρίς ισχυρό εργατικό κίνημα, χωρίς ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα, χωρίς το πλήρες ξεδίπλωμα μορφών λαϊκής εξουσίας και αυτο-οργάνωσης, καμιά κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα μπορέσει να αντέξει την τεράστια πίεση που θα δεχτεί από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, την ΕΕ και το ΔΝΤ, πρόγευση των οποίων πήραμε στην προεκλογική περίοδο για τις εκλογές της 17ης Ιουνίου.

Γι’ αυτό είναι ανάγκη να πειραματιστούμε με νέες μορφές κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας από τα κάτω και να δημιουργήσουμε νέες μορφές κοινωνικής πρακτικής και αλληλόδρασης, στηριγμένες στην αλληλεγγύη και την κοινή δουλειά, νέες μορφές άμεσης δημοκρατίας, πρακτικές εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και φυσικά ούτε στιγμή να μη σταματήσουμε την πάλη και τον αγώνα με κοινοβουλευτικά και εξω-κοινοβουλευτικά μέσα. Χωρίς αγωνιζόμενη κοινωνία, χωρίς δυνατό και οργανωμένο κίνημα, χωρίς μορφές λαϊκής δημοκρατικής αυτοοργάνωσης, αλληλεγγύης, ακόμη και αυτοάμυνας, η όποια αριστερή ή προοδευτική κυβέρνηση θα είναι στο τέλος πολύ αδύναμη για να προχωρήσει σε ρήξεις. Αντίθετα, υπό την προϋπόθεση της επίγνωσης ότι εντάσσεται σε μια μακρά και αντιφατική περίοδο μετάβασης και μετασχηματισμού, της πάλης και από πάνω και από κάτω, της αξιοποίησης και της κυβερνητικής εξουσίας (ριζοσπαστικοποιώντας το τωρινό θεσμικό και συνταγματικό πλαίσιο) και των μορφών «λαϊκής εξουσίας», δοκιμάζοντας τρόπους ώστε όντως να τσακιστούν ή να μετασχηματιστούν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί (ή να οργανωθεί η άμυνα του λαού απέναντί τους), και μη υποτιμώντας τη διαρκή πάλη με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, τότε ναι το αίτημα μιας αριστερής κυβέρνησης μπορεί να είναι τμήμα μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής.30 Όχι εύκολα, όχι αυτονόητα, όχι αυτόματα, αλλά αναγκαστικά αντιφατικά, όπως δείχνει η συζήτηση στο κομμουνιστικό κίνημα από την «Εργατική Κυβέρνηση» του Δ΄ Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το ερώτημα του Γκράμσι για «Συντακτική Συνέλευση» των αντιφασιστικών δυνάμεων, την αναμέτρηση του Πουλαντζά με το δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό, τις σύγχρονες εμπειρίες π.χ. της Βολιβίας.31

Ο συνδυασμός της λαϊκής εξουσίας από τα κάτω και των νέων μορφών αυτοδιαχείρισης και μη εμπορικής διανομής μπορούν να διαμορφώσουν τους όρους για σύγχρονες μορφές «δυαδικής εξουσίας», δηλαδή την πραγματική ανάδυση νέων, μη καπιταλιστικών πολιτικών και κοινωνικών μορφών. Δεν θα είναι εύκολος δρόμος. Θα απαιτήσει μια αγωνιζόμενη κοινωνία που αλλάζει αξίες, προτεραιότητες, αφηγήσεις, ακριβώς το ηθικο-πολιτικό στοιχείο στο οποίο πάντοτε επέμεινε ο Γκράμσι. Με αυτή την έννοια ο στόχος της αριστερής πολιτικής δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στο 2009, όχι τόσο γιατί δεν υλικά εφικτό, όσο κυρίως γιατί θέλουμε να πάμε πέρα από την εμπιστοσύνη στις «αγορές», το στηριγμένο στην υπερχρέωση καταναλωτισμό και ένα παραγωγικό πρότυπο που όξυνε ανισότητες. Σε μια τέτοια «κοσμοαντίληψη» η δημόσια εκπαίδευση, υγεία, οι δημόσιες μεταφορές, η προστασία του περιβάλλοντος και ουσιαστικά η ποιότητα της καθημερινής ζωής και κοινωνικότητας, είναι πιο σημαντικά πράγματα από τα εισαγόμενα καταναλωτικά είδη και τα φτηνά δάνεια.

Μια τέτοια διαδικασία μπορεί (και πρέπει…) να είναι ταυτόχρονα και μια διαδικασία γνώσης. Τόσο με την έννοια της αξιοποίησης της γνώσης που έχουν σωρεύσει οι άνθρωποι στα κινήματα (ποιος μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα ένα σχολείο ή ένα νοσοκομείο: διορισμένοι «τεχνοκράτες» ή οι άνθρωποι που εργάζονται και αγωνίζονται εκεί;). Όσο όμως και με την έννοια ότι ο αγώνας, η αλληλεγγύη και οι κοινές πρακτικές επιτρέπουν στους ανθρώπους να αποκτούν γνώση, να μαθαίνουν να κάνουν πράγματα με τρόπο διαφορετικό, να επανεφευρίσκουν μορφές μαζικής διανοητικότητας και πολιτιστικής ηγεμονίας.

Αυτά απαιτούν μια νέα σύλληψη του πολιτικού υποκειμένου. Η σημασία της μετωπικής πολιτικής έχει φανεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Μόνο μέσα από μια λογική και πρακτική μετώπου μπορούν να συναρθρωθούν διαφορετικές εμπειρίες, αναφορές, στρατεύσεις, ευαισθησίες. Δεν χρειαζόμαστε μια μεταφυσική σύλληψη του κόμματος ως του εγγυητή της αλήθειας και της ορθής γραμμής, αλλά μια πολύ πιο ευρεία και βαθιά συνάμα σύλληψη του αριστερού πολιτικού μετώπου, όχι ως αθροίσματος ρευμάτων και πολιτικού μέσου όρου, αλλά ως διαλεκτικής διαδικασίας, ως πεδίου αγώνων και συγκρούσεων, ως διαδικασία ανάδυσης και επίλυσης αντιθέσεων, ως δυναμική συλλογική δημοκρατική διαδικασία, διαδικασία γνώσης που να μπορεί να αποτελέσει το εργαστήρι για νέες ιδέες, πολιτικά σχέδια, υποκειμενικότητες.32 Σε αντίθεση με την παραδοσιακή εργαλειακή αντίληψη της πολιτικής οργάνωσης, που διαχωρίζει μέσα και σκοπούς, μια επαναστατική αντίληψη σημαίνει την ταύτιση μέσων και σκοπών, απαιτώντας μια εσωτερική δημοκρατική κουλτούρα που να κάνει τη μορφή οργάνωσης αντανάκλαση των κοινωνικών σχέσεων που οραματιζόμαστε και διεκδικούμε.

10. To be continued…

Αναγκαστικά πρόωρα, όπως συμβαίνει με κάθε μεγάλη ιστορική ανατροπή, όλα όσα ζήσαμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια από τις Πλατείες έως τους πολιτικούς σεισμούς της άνοιξης και της αρχής του καλοκαιριού του 2012, τάραξαν τις βεβαιότητές μας, μας ξεβόλεψαν, μας υποχρέωσαν να κάνουμε πολιτική με τρόπους πρωτότυπους και διαφορετικούς. Όμως, τίποτε δεν θα έπρεπε να τρομάζει την Αριστερά περισσότερο από τη ρουτίνα και την επανάληψη.

Η ιστορία ευτυχώς εξακολουθεί να έχει περισσότερη φαντασία ό,τι νομίζουμε.

 

1 Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε, σε μια πρώτη μορφή, στο συλλογικό τόμο Δημοκρατία Under Construction σε επιμέλεια των Χρ. Γιοβανόπουλου και Δ. Μητρόπουλου (Αθήνα, εκδ. Α/συνέχεια, 2011). Η μορφή που παρουσιάζεται εδώ περιλαμβάνει εκτεταμένες προσθήκες και παρεμβάσεις που προσπαθούν να παρακολουθήσουν εξελίξεις που ακολούθησαν το κίνημα των Πλατειών. Οι προσθήκες ολοκληρώθηκαν στις 18 Ιούνη 2012, οπότε αφορούν τις εξελίξεις έως και τότε.

 

2 Έρευνες κοινής γνώμης αποτύπωσαν την τεράστια κλίμακα της συμμετοχής στις κινητοποιήσεις. Ενδεικτικά, το «Πολιτικό Βαρόμετρο 92» της εταιρείας Public Issue (www.publicissue.gr) υπολογίζει ότι τον Ιούνιο του 2011 περίπου το 29% του ενήλικου πληθυσμού συμμετείχε σε κάποιου είδους κινητοποίηση, διαμαρτυρία ή άλλη ανάλογη εκδήλωση, ποσοστό που αναλογεί σε περίπου 2.600.000 άτομα.

 

3 Αρκεί να αναλογιστούμε ότι στο δεύτερο τρίμηνο του 2011 η ελληνική οικονομία ήταν σε συνθήκη ύφεσης -7,3% σε σχέση με ένα χρόνο πριν, η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία ήταν στο 16,3%, η ανεργία των νέων στο 43% (στοιχεία από την ιστοσελίδα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, www.statistics.gr). Την ίδια στιγμή όλες οι προβλέψεις μιλούσαν για παρατεταμένη ύφεση, για συνεχιζόμενη αύξηση της ανεργίας και για συνεχιζόμενη μείωση των λαϊκών εισοδημάτων με δεδομένό ότι ήδη έχει υπάρξει μείωση κατά -11,4% των πραγματικών μισθών. Βλ. ΙΝΕ-ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ, Ετήσια Έκθεση. Η Ελληνική οικονομία και η απασχόληση, Αθήνα, 2011.

 

4 Η αναφορά είναι στο ποίημα του Μπ. Μπρεχτ, «Η λύση» (Ποιήματα, μτφ. Μ. Πλωρίτης, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977).

 

5 Πρβλ. τον κλασικό ορισμό του Charles Tilly σε Social Movements. 1768-2004, Boulder and London: Paradigm Publishers, 2004: 3-4.

 

6 Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση αυτής της εκτίμησης για το Δεκέμβρη του 2008 βλ. Π. Σωτήρη, «Η έκρηξη της ελληνικής νεολαίας το Δεκέμβριο του 2008. Κοινωνικά αίτια και προεκτάσεις», Νέοι, έγκλημα και κοινωνία, τ. 3, 2009: 23-35.

 

7 Για τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των νεολαΐστικων κινητοποιήσεων στην Μ. Βρετανία και σε άλλα σημεία του πλανήτη βλ. C. Solomon και T. Palmieri (επιμ.), Springtime. The New Student Rebellions, London: Verso, 2011.

 

8 Για τη σημασία του φοιτητικού κινήματος στο Κεμπέκ βλ. P. Hallward, “The Threat of Quebec’s Good Example, 2012”, http://www.socialistproject.ca/bullet/647.php#continue.

 

9 Βλ. ενδεικτικά: “(Government) workers of the world unite! Public-sector unions have had a good few decades. Has their lack run out?”, The Economist, 6-1-2011.

 

10 Όπως παρατηρεί και ο Στάθης Κουβελάκης η χρήση των «εθνικών συμβόλων» «υποδηλώνει ότι η πολιτική κρίση έχει πλέον μετατραπεί σε εθνική κρίση αντιπροσώπευσης, σε απονομιμοποίηση των “από πάνω” και ριζική αμφισβήτηση της ικανότητάς τους να διευθύνουν την κοινωνία και να ηγούνται του εθνικού σχηματισμού. Οι ελληνικές σημαίες στις πλατείες σημαίνουν πρώτα και κύρια ότι “η Ελλάδα”, δηλαδή “ο λαός της”, βρίσκεται εκεί, στις πλατείες και τους δρόμους, έχοντας κάνει απόσχιση από τους θεσμούς και το προσωπικό που υποτίθεται ότι τον αντιπροσωπεύουν και δρουν στο όνομά τους» («Η ώρα της κρίσης. Έξι θέσεις για την εξέγερση», εφ. Δρόμος, 11/06/2011).

 

11 Οι Κώστας Δουζίνας και Πέτρος Παπακωνσταντίνου αποτύπωσαν με τον πιο σαφή τρόπο αυτή τη συνθήκη μειωμένης εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας: «Η απώλεια της οικονομικής κυριαρχίας συνοδεύεται από χωρίς προηγούμενο επιθέσεις στην πολιτική και νομική ακεραιότητα της χώρας. Οι επιθεωρητές της ΕΕ και του ΔΝΤ επισκέπτονται τακτικά τη χώρα, εξετάζουν τα δεδομένα και υπαγορεύουν πολιτικές. Σύμφωνα με το νέο σχέδιο ξένοι απεσταλμένοι θα εγκατασταθούν στα Υπουργεία και θα διευθύνουν τις εταιρείες που θα ιδιωτικοποιήσουν το δημόσιο πλούτο. [...] Ένα νέο είδος αποικιοκρατίας αναδύεται, με τις ελίτ στις Βρυξέλες να αντιμετωπίζουν τον Ευρωπαϊκό Νότο ως φτωχούς χωρίς αξία ή ως αποικιακούς υπηκόους που πρέπει να αναμορφωθούν και να εκπολιτιστούν» (C. Douzinas, P. Papakonstantinou, “Greece is standing up to EU neocolonialism”. The Guardian 27-6-2011).

 

12 Βλ. ενδεικτικά Public Issue ό.π.

 

13 Για το επιχείρημα που παρουσιάζεται εδώ βλ. επίσης P. Sotiris, “Rethinking the notions of ‘people’ and ‘popular sovereignty’”, 2011, www.greekleftreview.wordpress.com.

 

14 Πιο αναλυτικά για το δημοκρατικό αίτημα σήμερα βλ. Π. Σωτήρης, «Ανακτώντας τη δημοκρατία», Εκτός Γραμμής, τ. 29, 2012.

 

15 Βλ. Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, Αθήνα, Εκκρεμές, 2006, Δημήτρη Μπελαντή, «Η άνοδος της ελληνικής μεταδημοκρατίας», εφ. Δρόμος, 20-11-2010, Δημήτρη Μπελαντή, «Κρίση και πολιτικό σύστημα», 2010, www.rednotebook.gr.

 

16 Πάνω σε αυτό είναι πολύ σημαντικές οι παρατηρήσεις του Στάθη Κουβελάκη: «Οπως τόνιζε ο Γκράμσι, σε συνθήκες γενικευμένης (“οργανικής”) πολιτικής κρίσης, κρίσης του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας και της μορφής του κράτους, οι τάσεις αυτονόμησης του πολιτικού σκηνικού από τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις και τους κανόνες της κοινοβουλευτικής εναλλαγής, δηλαδή οι τάσεις “βοναπαρτισμού” ή “καισαρισμού”, τείνουν να υπερισχύσουν. Προσέθετε δε ότι “μπορεί να υπάρχει λύση καισαρική και χωρίς Καίσαρα, χωρίς μεγάλη προσωπικότητα ‘ηρωική’ και αντιπροσωπευτική’”. Σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού τέτοιες λύσεις παίρνουν τη μορφή “κυβερνήσεων συνασπισμού”, “μεγάλων συμμαχιών οικονομικο-κορπορατιστικού και πολιτικού-κομματικού χαρακτήρα” πολύ διαφορετικών από τον σχετικά προσωποπαγή και οργανωτικά περιορισμένο μηχανισμό του βοναπαρτιστικού φαινομένου του 19ου αιώνα. Πρόκειται με άλλα λόγια για μορφές συγκρότησης κυρίαρχου πολιτικού μπλοκ που παρακάμπτουν/αλλοιώνουν τις διαμεσολαβήσεις της αντιπροσώπευσης και της εκλογικής νομιμοποίησης χωρίς όμως να τις καταργούν και να προβαίνουν σε ρήξη με την υπάρχουσα καθεστωτική μορφή» (Στάθης Κουβελάκης, «Η μεγάλη καμπή», εφ. Δρόμος, 18/06/2011).

 

17 Για τη σημασία των δημοκρατικών μορφών στις ελληνικές πλατείες βλ. Costas Douzinas, “In Greece we see democracy in action”, The Guardian, 15-6-2011. Ο ίδιος περιγράφει ως εξής το χειραφετητικό βίωμα της ισηγορίας μέσα στη Συνέλευση της Πλατείας Συντάγματος: «Τα δεκατρία λεπτά που δόθηκαν σε κάθε ομιλητή ήταν ελάχιστα (…) όμως πρόλαβα να τα πω όλα αυτά και άλλα ακόμη σ’ εκείνα τα δεκατρία λεπτά, το χρόνο ομιλίας που επιβάλλει το αξίωμα ισότητας της πλατείας. Όταν η ισότητα γίνεται αξίωμα, η δημόσια παρουσία και ομιλία γίνονται απόλαυση, παράσταση και λειτουργία». (Κ. Δουζίνας, Αντίσταση και φιλοσοφία στην κρίση. Πολιτική, ηθική και Στάση Σύνταγμα, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2011: 15).

 

18 Προφανώς και αναφερόμαστε στη δυνατότητα ανάδυσης μορφών δυαδικής εξουσίας υπό την προϋπόθεση της κλιμάκωσης των κοινωνικών αγώνων σε πραγματικά ανατρεπτική κατεύθυνση. Αξίζει, πάντως, να σημειώσουμε ότι η δυαδική εξουσία, στη λενινιστική εκδοχή της, δεν αναφέρεται απλώς σε μια οριακή συνθήκη «καταστροφικής ισορροπίας δυνάμεων», ούτε απλώς στην αδυναμία της αστικής τάξης να κυβερνήσει. Αυτό στο οποίο παραπέμπει η έννοια της δυαδικής εξουσίας είναι εκείνη η κατάσταση όπου μέσα από την ίδια τη δυναμική της επαναστατικής διαδικασίας και την εφευρετικότητα των λαϊκών μαζών αναδεικνύονται, έστω και σε εμβρυακή μορφή, οι νέες επαναστατικές κρατικές μορφές, συγκρούεται η αστική κρατική μορφή με την αναδυόμενη εκδοχή του επαναστατικού μη-κράτους. Βλ. σχετικά V.I. Lenin, “The Dual Power”, Collected Works, vol. 2, Moscow: Progress Publishers, 1970.

 

19 Πάνω σε αυτό χρήσιμη και η παρατήρηση του Στάθη Κουβελάκη: «Η πολιτική ξεπηδάει λοιπόν από το ίδιο το κίνημα, από τα ερωτήματα που αυτό θέτει, αλλά ταυτόχρονα το υπερβαίνει στο βαθμό που το συνδέει με το γενικότερο συσχετισμό εντός της κοινωνίας και, εν τέλει, με το πεδίο όπου συμπυκνώνεται αυτός ο συσχετισμός, το πεδίο του κράτους και της πολιτικής εξουσίας. Για να είμαι ακριβής, κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο στο βαθμό που αυτή η εσωτερική σύνδεση πραγματοποιείται, στο βαθμό που η ίδια η πολιτική συγχρονίζεται με το κίνημα, μαθαίνει και αλλάζει μέσα απ’αυτό, αποβάλλοντας κάθε υπεροψία και τάση χειραγώγησης». (Στ. Κουβελάκης, «Χρόνος του κινήματος, χρόνος της πολιτικής», 2011, www.aristerovima.gr).

 

20 Βλ. σχετικά Ελληνική Στατιστική Αρχή, Έρευνα εργατικού δυναμικού. Α΄ Τρίμηνο 2012, www.statistics.gr.

 

21 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή 2011, Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, Δελτίο Τύπου, Τριμηνιαίοι Εθνικοί Λογαριασμοί, Α΄ Τρίμηνο 2012.

 

22 Στο ίδιο, σ. 82.

 

23 Ο Στάθης Κουβελάκης περίγραψε εύστοχα αυτό το ενδεχόμενο: «Η δεύτερη δυνατότητα είναι ένας κοινωνικός συμβιβασμός που χωρίς να αμφισβητεί τα θεμέλια του συστήματος παίρνει υπόψη του κάποια στοιχειώδη λαϊκά συμφέροντα και επιβάλλεται ως το “μη χείρον βέλτιστον”. Για να το πούμε κάπως σχηματικά η λύση ενός “Έλληνα Κίρχνερ”, ο οποίος σημειωτέον εύκολα θα μπορούσε να σκυλεύσει μεγάλο μέρος του εκλογικής δύναμης μιας πολιτικά ανήμπορης Αριστεράς» («Η μεγάλη καμπή», ό.π.).

 

24 Α. Gramsci, Selections from the Prison Notebooks, London: Lawrence and Wishart, 1971: 137.

 

25 Στο ίδιο, σ. 366.

 

26 Στο ίδιο, σ. 378.

 

27 Στο ίδιο, σ. 418.

 

28 Christine Buci-Glusksmann, “Bloc Historique », σε G. Bensussan και G. Labica, Dictionnaire critique du marxisme, Paris: PUF, 1982.

 

29 Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση αφετηριών για ένα εναλλακτικό παραγωγικό υπόδειγμα βλ. Π. Σωτήρης, «Τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς… (σημειώσεις για ένα εναλλακτικό παραγωγικό πρότυπο)», http://aristerovima.gr/blog.php?id=3202.

 

30 Βλ. πάνω σε αυτό το ζήτημα Γ. Καλαμπόκας, «Ανοιχτά ερωτήματα για μια θεωρία της μετάβασης: αντίσταση, ηγεμονία, εξουσία», Εκτός Γραμμής, τ. 27, 2012: 11-14.

 

31 Βλ. Thesis on Comintern Tactics (απόφαση του Δ΄ Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς), http://www.marxists.org/history/international/comintern/4th-congress/tactics.htm, την έκθεση του Athos Lisa για τις συζητήσεις με τον Γκράμσι στη φυλακή (ισπανική μετάφραση σε http://www.gramsci.org.ar/8/53.htm), Ν. Πουλαντζάς, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα: Θεμέλιο, 1984, Álvaro García Linera, Las tensiones creativas de la revolución. La quinta fase del Proceso de Cambio, La Paz, 2011.

 
 

32 Για τη συζήτηση πάνω στο ερώτημα του Αριστερού Μετώπου σήμερα βλ. Παναγιώτη Σωτήρη, «Επιστροφή της πολιτικής, επιστροφή της στρατηγικής, επιστροφή της Αριστεράς», Εκτός Γραμμής τ. 26, 2011, Σπύρος Σακελλαρόπουλος «Η επαπειλούμενη καταστροφή και η ανάγκη δημιουργίας Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου», 2011, www.aristerovima.gr, Στάθης Κουβελάκης, «Χρόνος του κινήματος …», ό.π.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 35ο έτος (1982-2017), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή