Ένα πράγμα με υπερβατικές ιδιότητες: Το χρήμα ως κοινωνική σχέση στον καπιταλισμό Εκτύπωση
Τεύχος 120, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2012


ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑ ΜΕ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ:

ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ1

του Michael Heinrich

θεώρηση μετάφρασης Μπάμπης Αντωνίου

Τι είναι το χρήμα; Αυτή η ερώτηση δύσκολα διατυπώνεται στην καθημερινή ζωή. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να υπάρχει αρκετό. Οι αστικές οικονομικές θεωρίες συρρικώνουν το χρήμα στην οικονομική του λειτουργία. Αλλά η πανταχού παρουσία του χρήματος είναι κρίσιμη και προϋποθέτει κάποιες συνθήκες. Έτσι η κριτική των οικονομικών αγορών είναι ελλιπής όταν αποσιωπά ορισμένες θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις που αντικειμενοποιούνται στο χρήμα.

«Το χρήμα κάνει τον κόσμο να κινείται». Αυτή η δήλωση επιβεβαιώνεται σ’ όλα τα επίπεδα της καθημερινής ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία: είτε το θέμα αφορά την αγορά ψωμιού, επιχειρηματικές επενδύσεις ή συνταξιοδοτικά ταμεία, η σχετική ερώτηση είναι πάντα εάν υπάρχει αρκετό χρήμα και εάν όχι, πώς να βρούμε περισσότερο.

Εκείνο που εκπλήσσει είναι ότι το χρήμα μετά βίας παίζει κάποιο ρόλο στις νεοκλασικές οικονομικές θεωρίες, οι οποίες επικρατούν στα πανεπιστήμια και μεταξύ των οικονομικών συμβούλων των κυβερνήσεων. Για τη νεοκλασική σχολή που παρέχει θεωρητική στήριξη στις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο κυκλοφορίας, ένα πρακτικό βοήθημα που απλοποιεί τις συναλλαγές και χρησιμοποιείται σαν μονάδα μέτρησης. Η νεοκλασική σχολή αρνείται στο χρήμα οποιαδήποτε εγγενή οικονομική σχέση: μόνο οι «πραγματικές» ποσότητες, η ποσότητα των αγαθών που παράγονται και ανταλλάσσονται, επενδύονται ή καταναλώνονται, είναι αποφασιστικές από αυτή την άποψη.

Η νομισματική σφαίρα φαίνεται για την νεοκλασική σχολή σαν ένα πέπλο που κρέμεται πάνω από την «πραγματική» σφαίρα των φυσικών προϊόντων. Αυτό το πέπλο μπορεί να προκαλέσει βραχυπρόθεσμη ζημιά σαν αποτέλεσμα κακής διαχείρισης (όπως όταν οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν πάρα πολύ χρήμα και προκαλούν πληθωρισμό), αλλά, μακροπρόθεσμα, οι «πραγματικές» θεμελιώδεις σχέσεις επιβάλλονται. Και όταν επιτρέπεται στις αγορές να λειτουργήσουν χωρίς εμπόδια – έτσι λέει το μάθημα της επικρατούσας νεοκλασικής σχολής – επακολουθεί ένα κοινωνικό «βέλτιστο» (μέγιστο αποτέλεσμα στη χαμηλότερη τιμή).

Για τον κεϋνσιανισμό, που παίζει σήμερα πολύ μικρό ρόλο στην ακαδημαϊκή οικονομική επιστήμη, το χρήμα έχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική σημασία απ’ ό,τι για τη νεοκλασική θεωρία. Το χρήμα δεν περιορίζεται στη λειτουργία του σαν μέσο κυκλοφορίας, αλλά η ικανότητά του να λειτουργεί σαν μέσο διατήρησης της αξίας ωθείται σε πρώτη γραμμή και συνδέεται με τη θεμελιακή αβεβαιότητα των συνθηκών σε μια οικονομία αγοράς: το χρήμα λειτουργεί ως μέσο διασφάλισης έναντι ενός κατά βάση αβέβαιου μέλλοντος.

Εάν η αβεβαιότητα είναι αύξουσα, σύμφωνα με το κεντρικό επιχείρημα, διατηρείται περισσότερο χρήμα σε «ρευστή» μορφή, έτσι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δαπανούν λιγότερο ή εμπλέκονται λιγότερο σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, για να μην χάσουν την πρόσβασή τους στο χρήμα βραχυπρόθεσμα. Αυτό οδηγεί σε αυξημένα επιτόκια και μείωση επενδύσεων, το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε μειωμένο εισόδημα και αυξημένη ανεργία. Ο κεϋνσιανισμός δεν αναγνωρίζει μια αυτόματη διαδικασία ικανή να θεραπεύσει μια τέτοια κρίση και από εδώ προκύπτει η ανάγκη για κρατική παρέμβαση.

Η κεϋνσιανή θεώρηση του χρήματος είναι περισσότερο διαφοροποιημένη από εκείνη της νεοκλασικής σχολής, κοινή ωστόσο και στις δυο είναι η τάση να περιορίσουν το χρήμα σε μια απλή ουσιώδη λειτουργία. Και για τις δυο θεωρίες, το χρήμα είναι προπάντων ένα βοήθημα, ασήμαντο κατά τη νεοκλασική θεωρία, σημαντικό στην περίπτωση του κεϋνσιανισμού. Το ερώτημα τι είναι πράγματι το χρήμα και πώς συνδέεται με τον ειδικό τρόπο κοινωνικοποίησης που είναι εγγενής σε μια κοινωνία που παράγει εμπορεύματα, δεν τίθεται καν.


Χρήμα απλώς ένα υπερεκτιμημένο εργαλείο;

Αυτή η ερώτηση είναι κεντρική στη μαρξιστική προσέγγιση του χρήματος. Διάφορες τάσεις στα αγγλικά και γαλλικά εργατικά κινήματα του 19ου αιώνα αποσκοπούσαν στο να μετασχηματίσουν τον καπιταλισμό, αλλάζοντας το νομισματικό σύστημα: έτσι η ιδιωτική εμπορευματική παραγωγή θα διατηρούνταν, αλλά το χρήμα θα το αντικαθιστούσαν δελτία που δηλώνουν ώρες εργασίας ή πιστοποιητικά τιτλοποίησης αγαθών (όμοια με το εισιτήριο θεάτρου). Σε αντίθεση με αυτές τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, ο Μάρξ προσπάθησε να δείξει ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής κάνει αναγκαίο ένα ιδιαίτερο μέσο συναλλαγής, το χρήμα, το οποίο από την ίδια τη φύση του δεν είναι τόσο αθώο όσο ένα εισιτήριο θεάτρου.

Οι ξεχωριστοί παραγωγοί ατομικών εμπορευμάτων, συνδέονται ο ένας με τον άλλον μέσω του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αλλά τα προϊόντα τους αποκτούν κοινωνικό χαρακτήρα μόνον αναδρομικά, δηλαδή όταν πραγματοποιούν την αξία τους στην αγορά. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην συναλλαγή, ο κοινωνικός χαρακτήρας των αγαθών που παράγονται δεν συνίσταται μόνο στην ικανότητά τους να ικανοποιούν τις ανάγκες άλλων: τα προϊόντα πρέπει ν αντικρύζονται σε μια ποσοτική σχέση ανταλλαγής τους, πρέπει να κατέχουν μια αξία επιπρόσθετα της αξίας χρήσης τους.

Στην αστική κοινωνία ο πλούτος γίνεται μια αφηρημένη ποσότητα: δεν συνίσταται πλέον στην πολλαπλότητα των αξιών χρήσης των αγαθών, αλλά σε μια αφηρημένη «αξία». Αλλά η αξία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή θεωρώντας ένα απλό εμπόρευμα, διότι αυτό υπάρχει μόνο στη σχέση του με τα λοιπά. Ωστόσο, η αξία βρίσκει μια περιορισμένη μόνο, συμπληρωματική έκφραση, στη σχέση συναλλαγής ενός εμπορεύματος με ένα άλλο εμπόρευμα. Η αξία ενός εμπορεύματος μπορεί να πετύχει μια καθολική αξιακή κοινωνική έκφραση μόνο όταν καταφέρει να συσχετιστεί με μια άλλη ανεξάρτητη ενσάρκωση της αξίας – δηλαδή όταν μπορεί να αναφέρεται σε ένα πράγμα που σχετίζεται με όλα τα άλλα εμπορεύματα, όχι απλά ως ένα άλλο εμπόρευμα, αλλά ως άμεση μορφή ύπαρξης της αξίας. Μόνο σε μια τέτοια σχέση μπορεί ένα απλό εμπόρευμα πραγματικά να επιβεβαιώσει τον χαρακτήρα του ως αξίας ανεξάρτητης από τον υλικό του χαρακτήρα (αξία χρήσης). Ο αφηρημένος πλούτος κάνει αναγκαίο ένα ιδιαίτερο υλικό τύπο ύπαρξης – και το χρήμα είναι ακριβώς αυτό.
Σε μια κοινωνία βασισμένη στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, το χρήμα δεν είναι απλώς ένα περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό εργαλείο. Είναι το αναγκαίο μέσο της οικονομικής κοινωνικότητας.

Οι ατομικοί παραγωγοί εμπορευμάτων, δεν συγκροτούν την κοινωνική τους σχέση ο ένας με τον άλλον ως άνθρωποι. Μόνο τα προϊόντα τους στέκουν σε σχέση το ένα με το άλλο, ως αξίες. Για την ακρίβεια, επειδή τα απομονωμένα άτομα χάνονται πίσω από τα προϊόντα τους, η κοινωνική συνοχή πρέπει με την κυριολεκτική έννοια να αντικειμενοποιηθεί, να περιοριστεί σε ένα πράγμα, το χρήμα. Το χρήμα δεν είναι απλά – όπως διατείνεται η νεοκλασική σχολή – μια απλοποίηση της διαδικασίας ανταλλαγής εμπορευμάτων, που θα μπορούσε να μη λαμβάνεται υπόψη στη θεωρητική ανάλυση. Το χρήμα είναι κυρίως το μέσο με το οποίο οι μεμονωμένοι ατομικοί παραγωγοί εμπορευμάτων μπορούν να συσχετιστούν ο ένας με τον άλλον.

Με το να γίνει χρήμα, ένα πράγμα αποκτά κοινωνικές ιδιότητες και κοινωνικές δυνάμεις. Ο Μάρξ περιγράφει αυτή την «υπερβατική» ιδιότητα ενός πράγματος ως φετιχισμό. Ένας τέτοιος φετιχισμός δεν είναι απλώς μια πλάνη ή ένα είδος «εσφαλμένης συνείδησης». Στην αστική κοινωνία το χρήμα πραγματικά κατέχει τη μεγαλύτερη δύναμη. Ωστόσο, κατέχει μια τέτοια δύναμη χάρη σε μια ειδική κοινωνική σχέση, την οποία υποκρύπτει το χρήμα: Είναι οι ξεχωριστοί κάτοχοι εμπορευμάτων, οι οποίοι συγκροτούν την κοινωνική τους σχέση μόνο μέσω ενός πράγματος, του χρήματος.

Το χρήμα έχει δύναμη μόνο γιατί όλοι οι κοινωνικοί πρωταγωνιστές σχετίζονται με το χρήμα, ως χρήμα, δηλαδή ως ανεξάρτητη ενσάρκωση της αξίας. Αλλά στο βαθμό που τα άτομα ενεργούν ως κάτοχοι εμπορευμάτων, ανταλλάσσοντας προϊόντα, δεν έχουν άλλη επιλογή, παρά να έρθουν σε μια τέτοια σχέση με το χρήμα. Έχουμε πει ότι ο φετιχισμός περιέχει μια πλανερή άποψη ως προς το ότι το χρήμα φαίνεται να κατέχει μια εγγενή κοινωνική δύναμη. Το γεγονός ότι αυτή η δύναμη είναι το αποτέλεσμα μιας αυτοφυώς συντελούμενης κοινωνικής διαδικασίας, δεν γίνεται αντιληπτό στην καθημερινή επίγνωση της πραγματικότητας. Η διαδικασία χάνεται στο αποτέλεσμά της.

Η παραγωγή εμπορευμάτων είναι συνεπώς αδύνατη χωρίς τη συσχέτιση μεταξύ εμπορευμάτων και χρήματος. Γι’ αυτό το λόγο, υπάρχει ένας κύριος περιορισμός για όλα τα ουτοπικά σχέδια: εάν κάποιος επιθυμεί να καταργήσει το χρήμα, πρέπει επίσης να καταργηθεί το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που καθιστούν αναγκαίο το χρήμα. Δεν μπορεί κανείς να έχει το ένα χωρίς το άλλο.


Από το χρήμα στο κεφάλαιο

Εάν το σύνολο της κοινωνικής διαδικασίας αναπαραγωγής διαμεσολαβείται από το εμπόρευμα και το χρήμα, δηλαδή εάν η εμπορευματική παραγωγή δεν συνίσταται απλώς σε μια επιμέρους ύπαρξη στο πλαίσιο ενός διαφορετικού τρόπου παραγωγής (όπως ήταν η περίπτωση της πρώϊμης φεουδαρχικής περιόδου στη Δυτική Ευρώπη), τότε το χρήμα αποκτά νέα ποιότητα ως κεφάλαιο.

Η αυτόνομη ενσωμάτωση της αξίας, μέσω της οποίας ολοκληρώνεται η οικονομική κοινωνικοποίηση της εμπορευματικής παραγωγής, γίνεται κύριος σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας. Για την ακρίβεια, επειδή το χρήμα είναι η ενσάρκωση του αφηρημένου πλούτου, ο οποίος δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε εμμενή όρια, δεν μπορεί κάποιος να έχει «αρκετό» χρήμα στη διάθεσή του.
Το εμπόριο και η παραγωγή δεν πρέπει μόνο να δημιουργούν χρήμα, αλλά πρέπει επίσης να δημιουργούν συνεχώς αυξανόμενες ποσότητες χρήματος.

Η γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής είναι δυνατή μόνο όταν η παραγωγή μετασχηματίζεται σε καπιταλιστική παραγωγή, όταν ο πολλαπλασιασμός και η αύξηση του αφηρημένου πλούτου γίνεται ο άμεσος σκοπός της παραγωγής και όλες οι άλλες κοινωνικές σχέσεις υπάγονται σε αυτό το σκοπό.

Η «καταστρεπτική δύναμη του χρήματος» που ήταν το αντικείμενο των περισσότερων κριτικών σε πολλούς προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής (πολλοί συγγραφείς στην αρχαία Ελλάδα, για παράδειγμα), βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία της καπιταλιστικοποίησης της κοινωνίας, ως αποτέλεσμα της γενίκευσης της χρηματικής σχέσης.

Σοσιαλιστικές ιδέες της αγοράς που στοχεύουν να καταργήσουν την καπιταλιστική παραγωγή, ενώ διατηρούν την αγορά, την εμπορευματική παραγωγή και το χρήμα (λόγω της «αποτελεσματικότητάς τους» στην περιοχή της παραγωγής και της καινοτομίας), έρχονται αντιμέτωπες με ένα θεμελιώδες πρόβλημα: πώς να εμποδίσουν την επανακαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας χωρίς να εμποδίσουν την «αποτελεσματικότητα» της αγοράς.


Καπιταλιστική παραγωγή και χρηματοπιστωτικές αγορές

Επειδή η κοινωνική συνοχή σε μια κοινωνία εμπορευματικής ανταλλαγής είναι κυρίως εδραιωμένη μέσω του χρήματος, το χρήμα επίσης έχει τη δύναμη να διασπάσει τη συνοχή: η «πιθανότητα των κρίσεων» – την οποία ο Μάρξ σημείωνε στο 3ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου – είναι δοσμένη με το χρήμα. Το χρήμα όχι μόνο διαμεσολαβεί τη συναλλαγή μέσα στην αλυσίδα εμπόρευμα-χρήμα-εμπόρευμα (κάποιος πουλά το δικό του εμπόρευμα για να αγοράσει στη συνέχεια άλλο εμπόρευμα), αλλά μπορεί και να διασπάσει τη διαμεσολάβηση. Η πώληση χωρίς επακόλουθη αγορά (δηλαδή το χρήμα που πάρθηκε από πώληση δεν χρησιμοποιείται για περαιτέρω αγορές) προκαλεί διάσπαση της αλυσίδας αναπαραγωγής. Όταν αυτό συμβεί, τα παραγόμενα προϊόντα δεν μπορούν πλέον να πουληθούν και η παραγωγή περιορίζεται ή εν μέρει λιμνάζει. Η συνέπεια αυτού είναι αχρησιμοποίητο κεφάλαιο από τη μια πλευρά και αναπασχόλητες δυνάμεις εργασίας απ’ την άλλη. Αλλά μια σειρά επιπλέον περιστάσεων είναι αναγκαία ώστε η πιθανότητα μιας κρίσης να καταστεί πραγματική κρίση.

Στον παραδοσιακό μαρξισμό, αυτές οι περιστάσεις τοποθετούνται κυρίως στις συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως στο «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους». Σε αντίθεση, το χρήμα και η πίστη παίζουν έναν δευτερεύοντα ρόλο ως απλά «φαινόμενα της κυκλοφορίας». Εξαιτίας μιας μονόπλευρης άποψης εστιασμένης στην παραγωγή, χάνεται η θέα του γεγονότος: όπως η εμπορευματική παραγωγή χωρίς χρήμα είναι αδύνατη, η καπιταλιστική παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πίστη (καθώς επίσης εξελιγμένες μορφές, όπως πιστωτικό χρήμα, μετοχές κλπ.).

Για την ακρίβεια ο ευλύγιστος χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής παραμένει στο γεγονός ότι η συσσώρευση δεν φτάνει στα όριά της όταν εξαντλήσει το πραγματοποιημένο κέρδος των προηγούμενων περιόδων παραγωγής, αλλά μπορεί να επεκταθεί πολύ πέρα από αυτό μέσω της πίστης, διαδικασία η οποία υποδηλώνει τον κίνδυνο κρίσεων και υπερπαραγωγής. Ωστόσο, η πίστη (ή, κατά περίπτωση, οι συναλλαγές με μετοχές) αναπτύσσεται μόνον σε εκείνους τους τομείς στους οποίους μπορεί να αναμένεται υψηλό επίπεδο μελλοντικού κέρδους. Από αυτή την άποψη, ένα ισχυρό κερδοσκοπικό στοιχείο είναι εγγενές στο οικονομικό σύστημα. Αυτό το κερδοσκοπικό στοιχείο ενισχύεται μέσω ιδιαίτερων οικονομικών εργαλείων όπως τα δικαιώματα προαίρεσης (options: δικαιώματα αγοράς αξιογράφων σε μια εκ των προτέρων προσδιορισμένη τιμή). Πάντως το κερδοσκοπικό στοιχείο είναι εγγενές σε κάθε ιδιαίτερη περίσταση της καπιταλιστικής παραγωγής: ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί ποτέ να είναι τελείως σίγουρος ότι τα προϊόντα του θα πουληθούν και σε τι τιμή ή εάν οι επενδύσεις του θα φέρουν το αναμενόμενο επίπεδο κέρδους στο μέλλον. Έτσι πίστη και κερδοσκοπία δεν είναι σε καμιά περίπτωση εξωτερικές περιστάσεις που παρουσιάζονται σε μια κατά τα άλλα μη κερδοσκοπική καπιταλιστική παραγωγή. Χωρίς χρηματοπιστωτικό τομέα και κερδοσκοπία (σπεψθλατιον), η καπιταλιστική παραγωγή είναι αδύνατη.

Αυτή η συσχέτιση θα ήταν πιο ισχυρή αν λαμβάνονταν υπόψη στο πεδίο της θεωρίας των κρίσεων, κάτι που δεν έγινε στον παραδοσιακό μαρξισμό. Είναι επίσης σημαντικό ζήτημα για τη σύγχρονη κριτική της παγκοσμιοποίησης.
Είναι σύνηθες η κριτική να απευθύνεται στον «αχαλίνωτο» καπιταλισμό του οποίου οι καταστρεπτικές δυνάμεις φαίνεται να εξαρτώνται από ένα κερδοσκοπικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Δεν είναι πρόφατο φαινόμενο το ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα θέτει πρότυπα κερδοφορίας και αποδοτικότητας κόστους, στα οποία οι μεμονωμένες επιχειρήσεις πρέπει να συμμορφωθούν για να μπορέσουν να αντλήσουν πιστώσεις ή να εκδώσουν μετοχές. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα πάντα είχε τέτοια «λειτουργία ελέγχου». Εκείνο που είναι νέο είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναδυθεί ένα διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο με αυξανόμενο ρυθμό υπαγορεύει διεθνή πρότυπα αξιοποίησης του κεφαλαίου. Εάν η αύξηση της κερδοσκοπίας θεωρηθεί ως η κύρια αιτία των κακών του καπιταλισμού, η οποία επομένως είναι ανάγκη να ρυθμιστεί, τότε η αναγκαία εσωτερική σχέση μεταξύ του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της καπιταλιστικής παραγωγής διασπάται και – σκόπιμα – ο «καλός» παραγωγικός καπιταλισμός αντιδιαστέλλεται προς τον «κακό» κερδοσκοπικό χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Κατά κανένα τρόπο δεν είναι βέβαια προκαθορισμένα τα όρια της «αποτελεσματικής» ρύθμισης των κεφαλαιακών ροών. Με αυτή την έννοια τα αιτήματα των επικριτών της παγκοσμιοποίησης για περισσότερη ρύθμιση δεν είναι αυτόματα μη ρεαλιστικά και απραγματοποίητα.

Ωστόσο, μπορούμε να αμφιβάλλουμε για το εάν μια τέτοια ρύθμιση θα οδηγούσε σε εξαφάνιση των πιο απεχθών όψεων του καπιταλισμού. Ακόμη και σε ένα ισχυρά ρυθμισμένο καπιταλισμό, η ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών, ο περιορισμός της κοινωνικής ανισότητας, ή και η καλή ζωή δεν θα είναι σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας. Σκοπό της θα αποτελεί κυρίως η αξιοποίηση, η συσσώρευση αφηρημένου πλούτου. Στο πλαίσιο αυτού του σκοπού, οι άνθρωποι και η φύση αποτελούν μόνο μέσα και επομένως η μεταχείρισή τους είναι ανάλογη.

 
 

1 “A Thing with Transcendental Qualities: Money as a Social Relationship in Capitalism”, in http://mrzine.monthlyreview.org/2006/heinrich031106.html. Επίσης στα ελληνικά http://www.rebelnet.gr/articles/view/A-Thing-with-Transcendental-Qualities---Money-as-a

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 35ο έτος (1982-2017), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή