Εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, νεοκλασική και μαρξιστική ανάλυση: μια θεώρηση Εκτύπωση
Τεύχος 120, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2012


ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΕΙΣ,

ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΗ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ: ΜΙΑ ΘΕΩΡΗΣΗ1

των Γιώργου Οικονομάκη και Γιώργου Παπαλεξίου

1. Εισαγωγή

Κωδικοποιώντας τη βασική θεωρητική προβληματική της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας για τις εξωτερικές (περιβαλλοντικές) επιβαρύνσεις, διαπιστώνουμε ότι η νεοκλασική θεωρία αναγνωρίζει την αδυναμία της αγοράς να επιλύσει μέσω του μηχανισμού των τιμών το πρόβλημα της εσωτερίκευσης των εξωτερικών επιβαρύνσεων στις τιμές του ρυπαίνοντα. Αδυνατεί να εντάξει αυτές τις επιβαρύνσεις στο ειδικό καπιταλιστικό (ταξικό) πλαίσιό τους και συνακόλουθα να εντοπίσει τις ταξικές «μεροληψίες» των επιπτώσεών τους. Ταυτόχρονα, τα νεοκλασικά οικονομικά αναγνωρίζουν ότι στο θεωρητικό τους πλαίσιο η «άριστη» λύση συνεπάγεται παραμένουσα (συσσωρευόμενη) ρύπανση. Θεωρώντας τις επισημάνσεις αυτές ως στοιχειώδη βάση εκκίνησης μιας μαρξιστικής κριτικής στα κυρίαρχα οικονομικά για τις εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, στο παρόν άρθρο επιδιώκουμε τη συγκρότηση όψεων μιας μαρξιστικής θεώρησης της σχέσης φύση - καπιταλιστική οικονομία.

2. Οι εξωτερικές επιβαρύνσεις στη νεοκλασική προβληματική

Η νεοκλασική (ή ορθόδοξη) οικονομική θεωρία αντιμετωπίζει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα τη ρύπανση του αέρα ή των υδάτων, ως αρνητικές εξωτερικές οικονομίες ή εξωτερικές επιβαρύνσεις. Οι εξωτερικές επιβαρύνσεις εμφανίζονται στην περίπτωση που «η παραγωγή ή η κατανάλωση ενός αγαθού από τον ιδιοκτήτη του μειώνει την ευημερία τρίτων προσώπων, ομάδων ή κοινωνικών συνόλων χωρίς να είναι δυνατή η αποζημίωσή τους μέσω των τιμών της αγοράς».

Πρόκειται για έκφραση της αδυναμίας της αγοράς «να περικλύσει στην τιμή του αγαθού ολόκληρο το κόστος με το οποίο επιφορτίζεται η κοινωνία – κοινωνικό κόστος – αλλά μόνο το μέρος εκείνο που βαρύνει τον ιδιοκτήτη του αγαθού, δηλαδή μόνο το ιδιωτικό κόστος. Η αδυναμία αυτή της αγοράς έχει σαν αποτέλεσμα τη διάσταση μεταξύ ιδιωτικού και κοινωνικού κόστους. Το ιδιωτικό κόστος είναι μικρότερο από το κοινωνικό». Η εξωτερική επιβάρυνση εκφράζει αυτήν την απόκλιση κοινωνικού και ιδιωτικού κόστους, ήτοι την αδυναμία να «εσωτερικευτεί» στις τιμές της αγοράς η διαφορά κοινωνικό μείον ιδιωτικό κόστος (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 191, 195).

Υπάρχουν εξωτερικές επιβαρύνσεις «που δημιουργούνται από τους παραγωγούς και άλλες που οφείλονται στους καταναλωτές» (Stiglitz 1992: 265, σχετικά και Καράγιωργας χ.χ.έ.: 193-4). Οι εξωτερικές επιβαρύνσεις που δημιουργούνται από τους παραγωγούς επιδρούν τόσο σε άλλους παραγωγούς («εξωτερικές επιβαρύνσεις παραγωγής») όσο και στους καταναλωτές ή στα «νοικοκυριά» («μικτές εξωτερικές επιβαρύνσεις»). Εξωτερικές επιβαρύνσεις παραγωγής «προκαλούνται όταν η παραγωγή μιας επιχείρησης αυξάνει το κόστος (…) μιας άλλης χωρίς να είναι δυνατή η αποζημίωση της τελευταίας μέσω της αγοράς» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 193-4). Επομένως, η εξωτερική επιβάρυνση παραγωγής που υφίσταται μια επιχείρηση «ενδέχεται να μειώσει τα κέρδη της (…) ή και να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών της» (Stiglitz 1992: 265). Με άλλα λόγια, η κερδοφορία της ρυπαίνουσας επιχείρησης επιτελείται σε βάρος άλλων επιχειρήσεων.

Καθώς στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της αγοράς «οι ιδιώτες υπολογίζουν μόνο το ιδιωτικό κόστος για να αποφασίσουν πόσο θα παράγουν [όταν υπάρχουν εξωτερικές επιβαρύνσεις], υπερτιμώνται [αυξάνονται] οι ποσότητες που θα παραχθούν. Έτσι παράγονται από το αγαθό [που προκαλεί εξωτερικές επιβαρύνσεις] ποσότητες μεγαλύτερες από τις κοινωνικά επιθυμητές» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 191-2). Σε όρους νεοκλασικής οικονομικής ανάλυσης, παραγωγή μεγαλύτερη από την κοινωνικά επιθυμητή σημαίνει ότι στο σημείο ισορροπίας της αγοράς το οριακό όφελος (εκφραζόμενο από την καμπύλη ζήτησης της αγοράς) είναι μεν ίσο με το ιδιωτικό οριακό κόστος (που αποτυπώνεται στην καμπύλη προσφοράς του κλάδου η οποία εκφράζει μόνο το ιδιωτικό κόστος) αλλά μικρότερο από το κοινωνικό οριακό κόστος (το άθροισμα ιδιωτικού οριακού κόστους και εξωτερικής οριακής επιβάρυνσης). Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, ωστόσο, «[η] αποτελεσματικότητα απαιτεί το οριακό κοινωνικό κόστος να ισούται με το οριακό όφελος»2 (Stiglitz 1992: 267). Για μια αποτελεσματική κατανομή των πόρων, επομένως, δεδομένου ότι στο σημείο ισορροπίας της αγοράς το (κοινωνικό) οριακό κόστος είναι μεγαλύτερο από το οριακό όφελος, η παραγωγή πρέπει να μειωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο από το επίπεδο που προσδιορίζεται εκ της αγοράς .

Σε ό,τι αφορά πιο συγκεκριμένα στο περιβάλλον: «Το εξωτερικό κόστος που συνεπάγεται η μόλυνση [ορθότερα ρύπανση]3 του περιβάλλοντος σχεδόν αγνοείται στους υπολογισμούς και τις αποφάσεις για το τι και πόσο θα παραχθεί». Ο επιχειρηματίας δεν συνυπολογίζει στο κόστος παραγωγής του «[τ]ην ανάλωση ορισμένων στοιχείων του περιβάλλοντος» για το λόγο ότι «δεν πληρώνει καμιά τιμή γι’ αυτήν την ανάλωση». Αν όμως ήταν δυνατό «να επιφορτιστεί με το βάρος για τη ζημιά που κάνει στο περιβάλλον, το κόστος και η τιμή του αγαθού θα ήταν υψηλότερα και η παραγωγή (…) θα περιοριζόταν σε χαμηλότερα επίπεδα ή και θα σταματούσε οριστικά» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 197, 195).

Ως ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία εξωτερικών περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων θεωρείται το λεγόμενο «πρόβλημα των κοινών πόρων».4 «Κεντρικό χαρακτηριστικό του είναι ότι υπάρχει κοινό απόθεμα σπάνιων αγαθών, η πρόσβαση προς το οποίο δεν υφίσταται περιορισμούς». Στην περίπτωση αυτή η κάθε ιδιωτική δραστηριότητα πρόσβασης στον κοινό πόρο «επιβάλλει μια αρνητική οικονομία» ή εξωτερική επιβάρυνση σε όλες τις άλλες ιδιωτικές δραστηριότητες πρόσβασης σε αυτόν (Stiglitz 1992: 266).

Οι λύσεις στο πρόβλημα των αρνητικών εξωτερικοτήτων μπορούν να προέρχονται είτε από την πλευρά των ιδιωτών είτε από κρατική παρέμβαση. Σε κάθε περίπτωση κρίσιμο είναι το θεσμικό πλαίσιο για τα δικαιώματα ιδιοκτησίας στο περιβάλλον. Δυο ενδεχόμενα μπορούν να θεωρηθούν δυνατά, σε ένα εντελώς απλοποιημένο σχήμα:

α) Το θεσμικό πλαίσιο (ο Νόμος) επιτρέπει τη ρύπανση, δηλαδή αναγνωρίζει επί της ουσίας «δικαιώματα ιδιοκτησίας» στους υπεύθυνους της ρύπανσης. Στην εκδοχή αυτή τα θύματα της ρύπανσης πρέπει να αποζημιώσουν αυτούς που προκαλούν τη ρύπανση (παραγωγούς ή καταναλωτές) για να περιορίσουν τη ρύπανση.

β) Το θεσμικό πλαίσιο (ο Νόμος) απαγορεύει τη ρύπανση, δηλαδή αναγνωρίζει επί της ουσίας «δικαιώματα ιδιοκτησίας» στα θύματα της ρύπανσης. Τα θύματα της ρύπανσης πρέπει να αποζημιωθούν από αυτούς που την προκαλούν (παραγωγούς ή καταναλωτές) προκειμένου να την ανεχτούν.

Στο πρώτο θεσμικό πλαίσιο τα θύματα έχουν την τάση να υποτιμούν τις εξωτερικές επιβαρύνσεις που προκαλεί η ρύπανση, ενώ στο δεύτερο τα θύματα έχουν την τάση να υπερτιμούν τις εξωτερικές επιβαρύνσεις που προκαλεί η ρύπανση. Επομένως, στο πρώτο θεσμικό πλαίσιο το κοινωνικά άριστο επίπεδο παραγωγής που προκύπτει αν συνυπολογιστούν οι εξωτερικές επιβαρύνσεις είναι υψηλότερο και η περιβαλλοντική ρύπανση μεγαλύτερη από ό,τι στο δεύτερο (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 197-202).

2.1. Εκούσιες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες

Μια λύση στο πρόβλημα των εξωτερικών επιβαρύνσεων χωρίς προσφυγή στην άμεση5 κρατική παρέμβαση (αλλά και εκτός του όποιου αυτοδιορθωτικού μηχανισμού της αγοράς) είναι, κατά τους νεοκλασικούς οικονομολόγους, «οι εξωτερικές επιβαρύνσεις να “εσωτερικευτούν” με άμεσες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη και με τον τρόπο αυτό να μειωθεί η παραγωγή στο κοινωνικά άριστο επίπεδο και να περιοριστεί η μόλυνση [ρύπανση] του περιβάλλοντος». Αυτή η λύση προϋποθέτει «εκούσιες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη χωρίς να παρεμβαίνει το κράτος» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 202).

«Η παραδοχή ότι όποτε υπάρχουν [αρνητικές] εξωτερικές οικονομίες, τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να συνενωθούν και να προβούν σε ορισμένες διευθετήσεις μέσω των οποίων εσωτερικεύονται οι [αρνητικές] εξωτερικές οικονομίες και διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα, αναφέρεται ως το θεώρημα του Coase» (Stiglitz 1992: 269).

Ο Coase (1960) υποστήριξε ότι ένα επιθυμητό επίπεδο περιβαλλοντικής υποβάθμισης θα μπορούσε να είναι ανεκτό μέσω της διαπραγμάτευσης του ρυπαίνοντα με τον δεχόμενο τη ρύπανση. Αν αυτός που ρυπαίνεται κατέχει κάποιο ιδιοκτησιακό δικαίωμα που έχει ζημιωθεί τότε μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημιάς. Αν ο ρυπαίνων έχει το δικαίωμα, τότε αυτός που υφίσταται τη ρύπανση μπορεί να πληρώσει ή να «δωροδοκήσει» τον ρυπαίνοντα προκειμένου να μην ρυπαίνει. Όμως στα θέματα της ρύπανσης δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστούν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας, ενώ η ρύπανση μπορεί να επεκταθεί γεωγραφικά ή να υποβαθμιστεί η ποιότητα των κοινών αγαθών όπου δεν υπάρχουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Για να καταλήξουν, λοιπόν, σε μια συμφωνία τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει πρώτα να έχει επιλυθεί το ζήτημα του ποιος θα αποζημιώσει ποιον, δηλαδή το ζήτημα του θεσμικού πλαισίου (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 203) ή των «δικαιωμάτων ιδιοκτησίας» (Stiglitz 1992: 269). Στην πλέον ασαφή ιδιοκτησιακά περίπτωση των κοινών φυσικών πόρων, όπου «τα δικαιώματα ιδιοκτησίας (…) δεν ανήκουν σ’ ένα μόνο άτομο», υποστηρίζεται, ωστόσο, ότι θα μπορούσε να βρεθεί ενδεχομένως ένας αποτελεσματικός τρόπος «αντιμετώπισης των [αρνητικών] εξωτερικών οικονομιών» μέσω συνενώσεων των παραγωγών που εκμεταλλεύονται αυτόν τον κοινό φυσικό πόρο (Stiglitz 1992: 269).

Αλλά, ακόμη και για δεδομένο θεσμικό πλαίσιο, οι εκούσιες διαπραγματεύσεις είναι πολύ δύσκολο να οδηγήσουν σε συμφωνία. Καταρχήν, «[σ]τις περισσότερες περιπτώσεις ρύπανσης του περιβάλλοντος εμπλέκεται συνήθως μεγάλος αριθμός ιδιωτών είτε από την πλευρά των θυμάτων είτε από την πλευρά των υπεύθυνων ή και από τις δυο πλευρές». Οι διαπραγματεύσεις αυτές ανάμεσα σε πολυπληθή σύνολα «είναι εξαιρετικά επίπονες και το διαπραγματευτικό κόστος τόσο μεγάλο ώστε να υπερκαλύπτει το όφελος που ενδεχόμενα θα προέκυπτε αν οι διαπραγματεύσεις οδηγούσαν σε κλείσιμο της συμφωνίας. Άρα η συμφωνία δεν θα οδηγούσε σε βελτίωση της κατάστασης σύμφωνα με το κριτήριο Pareto» και επομένως θεωρείται προτιμότερη η υπάρχουσα ρύπανση παρά «μια αλλαγή μέσω διαπραγματεύσεων που συνεπάγεται εξαιρετικά υψηλό [διαπραγματευτικό] κόστος» (Καράγιωργας χ.χ.έ,: 204-5, βλ. και Βλάχου 2001: 63).

Ακόμα και όταν το διαπραγματευτικό κόστος είναι πολύ μικρό, ίσως και μηδενικό, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι συμπίπτουν οι εκτιμήσεις αποζημίωσης των εμπλεκομένων μερών θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία που να μην παραβιάζει το κριτήριο Pareto.6 Όμως, «δεν φαίνεται να είναι δυνατό το κλείσιμο συμφωνίας που θα βελτίωνε την κατάσταση», καθώς πολύ δύσκολα θα συμπέσουν οι εκτιμήσεις για την απαιτούμενη αποζημίωση των δυο πλευρών (θύτες και θύματα της ρύπανσης). Έτσι, η όποια λύση που θα οδηγούσε σε χειροτέρευση της θέσης της μιας από τις δυο πλευρές θα παραβίαζε το κριτήριο Pareto (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 205-6).7 Επιπρόσθετα, η όποια διαδικασία διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του κριτηρίου Pareto δεν λαμβάνει υπόψη την ταξική διάσταση της διαπραγμάτευσης, δηλαδή το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων. Ο ασθενής πόλος της διαπραγμάτευσης θα βγει ζημιωμένος, και άρα θα παραβιαστεί το κατά Pareto κριτήριο.

Όπως υποστηρίζεται από τους νεοκλασικούς οικονομολόγους, ένας άλλος τρόπος με τον οποίο «ο ιδιωτικός τομέας» μπορεί χωρίς την άμεση κρατική παρέμβαση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των εξωτερικών επιβαρύνσεων «είναι να εσωτερικεύσει την εξωτερική οικονομία, σχηματίζοντας οικονομικές μονάδες επαρκούς μεγέθους έτσι ώστε το μέγιστο μέρος των συνεπειών κάθε πράξης να λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό κάθε μονάδας». (Stiglitz 1992: 268-9). Για παράδειγμα αν μια επιχείρηση Α ρυπαίνει με τα απόβλητά της μια θαλάσσια περιοχή και μειώνει την απόδοση μιας αλιευτικής επιχείρησης Β, οι δυο επιχειρήσεις θα μπορούσαν να συγχωνευτούν σε μία επιχείρηση. Μια τέτοια συγχώνευση «θα “εσωτερίκευε” τις εξωτερικές επιδράσεις και θα έκανε τη νέα επιχείρηση να προσαρμόσει τα επίπεδα παραγωγής των δύο δραστηριοτήτων της στα νέα δεδομένα κόστους παραγωγής». Εντούτοις, η μέθοδος «της συγχώνευσης των οικονομικών μονάδων» θα ήταν αποτελεσματική «μόνο όταν πρόκειται για εξωτερικές επιβαρύνσεις παραγωγής που αφορούν πολύ μικρό αριθμό επιχειρήσεων» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 204).

2.2. Άμεση κρατική παρέμβαση στη λειτουργία της αγοράς

«Εφόσον με άμεσες διαπραγματεύσεις και εκούσιες συμφωνίες δεν είναι δυνατή η “εσωτερίκευση” των εξωτερικών επιβαρύνσεων και ο περιορισμός της ρύπανσης του περιβάλλοντος, γίνεται αναγκαία η παρέμβαση του κράτους». Η παρέμβαση αυτή προϋποθέτει την απάντηση στο ερώτημα του θεσμικού πλαισίου πάνω στα δικαιώματα ιδιοκτησίας στο περιβάλλον, καθώς από αυτήν εξαρτάται: α) ο προσδιορισμός του κοινωνικά άριστου επιπέδου παραγωγής και β) το ποιος θα φέρει το βάρος των μέτρων για τον περιορισμό της ρύπανσης» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 206-7).

Για δεδομένη τεχνολογία, η προσαρμογή στο θεωρούμενο κοινωνικά άριστο επίπεδο παραγωγής μπορεί να επιτευχθεί με κρατικά μέτρα όπως η επιβολή φόρου ίσου «με την οριακή εξωτερική επιβάρυνση» κατά μονάδα προϊόντος, ή ο άμεσος ποσοτικός έλεγχος της παραγωγής. Η άριστη ωστόσο λύση, που προσδιορίζεται από την ισότητα κοινωνικού οριακού κόστους (καμπύλη προσφοράς του κλάδου με ενσωματωμένη την εξωτερική επιβάρυνση) και οριακού οφέλους (όπως αυτό εκφράζεται από την αγοραία καμπύλη ζήτησης), «δεν οδηγεί σε πλήρη εξάλειψη της εξωτερικής επιβάρυνσης». Στο νέο σημείο ισορροπίας «παραμένει ακόμα επιβάρυνση». Σύμφωνα με τη νεοκλασική προβληματική οποιοσδήποτε περαιτέρω περιορισμός της ρύπανσης θα είχε ως αποτέλεσμα το όφελος από τον περιορισμό της ρύπανσης να είναι μικρότερο από τις απώλειες οφέλους λόγω μείωσης της παραγωγής και της κατανάλωσης του αγαθού (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 208-11). Επιπρόσθετα, «η κρατική παρέμβαση μπορεί να πάρει τη μορφή μέτρων που να ωθούν τις επιχειρήσεις στην εισαγωγή και εφαρμογή νέων τεχνολογικών μεθόδων (…) περιορισμού της ρύπανσης. (…) Σύμφωνα με τη νεοκλασική οριακή θεωρία η ρύπανση θα πρέπει να περιορίζεται ως εκείνο το σημείο από το οποίο το κόστος των τεχνικών βελτιώσεων για τον παραπέρα περιορισμό της ρύπανσης αρχίζει να ξεπερνά το όφελος από τη μείωση της ζημιάς (εξωτερικών επιβαρύνσεων) που προκαλεί η ρύπανση» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 212).

Επομένως και στην περίπτωση αυτή η νεοκλασική θεωρία επιχειρεί να προσδιορίσει ένα άριστο κοινωνικό επίπεδο ρύπανσης, ήτοι αποδέχεται παραμένουσα ρύπανση. Τα μέτρα με τα οποία το κράτος μπορεί να ωθήσει τις επιχειρήσεις στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών για τον περιορισμό της ρύπανσης είναι: Πρώτον, «η επιβολή φόρου κατά μονάδα εκβαλλόμενης βλαπτικής ουσίας» σε ύψος τέτοιο που η οριακή ζημιά που προκαλεί η ρύπανση να ισούται με το οριακό κόστος των τεχνικών βελτιώσεων για τον περιορισμό της ρύπανσης. Δεύτερον, «η πώληση από το κράτος “δικαιωμάτων ρύπανσης”» στη βάση ενός προκαθορισμένου επιτρεπτού συνολικού επιπέδου ρύπανσης. Τρίτον, η επιδότηση στις επιχειρήσεις για την εισαγωγή τεχνολογιών που περιορίζουν τη ρύπανση.

Σε αντίθεση με το φόρο για τον περιορισμό της ρύπανσης που φαίνεται ότι αναγνωρίζει κάποιο δικαίωμα ιδιοκτησίας στα άτομα που υφίστανται τις συνέπειες της ρύπανσης, η επιδότηση δίνει δικαίωμα ιδιοκτησίας στους ρυπαίνοντες. Πέραν αυτού, η επιδότηση δεν θεωρείται αποτελεσματικό μέσο για τον περιορισμό της ρύπανσης διότι δημιουργεί κίνητρα εισόδου στον επιδοτούμενο κλάδο με αποτέλεσμα να περιορίζεται μεν η ανά επιχείρηση ρύπανση αλλά να αυξάνεται η συνολική ρύπανση του κλάδου (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 211-7).8

Εκτός των φόρων και των επιδοτήσεων «για ελάττωση της ρύπανσης, το κράτος χρησιμοποιεί εν γένει [νομοθετικές-διοικητικές] ρυθμίσεις, προσπαθώντας να περιορίσει τις αρνητικές εξωτερικές οικονομίες». Δυο είναι οι σημαντικές κατηγορίες ρυθμίσεων για την ελάττωση της ρύπανσης. Η πρώτη αφορά στην άμεση ρύθμιση του επιπέδου ρύπανσης. Η δεύτερη αφορά στη ρύθμιση της διαδικασίας παραγωγής («ρυθμίσεις εισροής»). Για παράδειγμα, το κράτος μπορεί να μην επιτρέψει τη χρήση κάποιων τύπων άνθρακα ή να επιβάλλει τη χρήση μηχανημάτων ελάττωσης της ρύπανσης, την κατασκευή καπνοδόχου συγκεκριμένου ύψους κ.λπ. «Όταν χρησιμοποιούνται μόνο ρυθμίσεις εισροής, ο ρυθμιστής μπορεί να επιτύχει το αποδοτικό επίπεδο δαπανών για ελάττωση της ρύπανσης. Όμως δεν επιτυγχάνεται το αποδοτικό επίπεδο παραγωγής του ρυπαίνοντος εμπορεύματος» (Stiglitz 1992: 278-80).

Ανεξάρτητα από την επιλογή μέτρων της κρατικής παρέμβασης και από το θεσμικό πλαίσιο αντιμετώπισης της ρύπανσης, είναι αμφίβολο εάν και κατά πόσο είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, επομένως και το άριστο κοινωνικά επίπεδο παραγωγής ή ρύπανσης (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 206 κ.ε.).

3. Μια πρώτη κωδικοποίηση, τα βασικά επίδικα αντικείμενα

Από την παραπάνω γενική παρουσίαση της βασικής νεοκλασικής (ορθόδοξης) προβληματικής πάνω στις εξωτερικές (περιβαλλοντικές) επιβαρύνσεις (παραγωγής ή μικτές) προκύπτουν:

α) Η αναγνώριση της αδυναμίας της αγοράς (του μηχανισμού των τιμών) να εσωτερικεύσει αυτομάτως τις εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις στις τιμές του ρυπαίνοντος κλάδου ή της ρυπαίνουσας επιχείρησης και επομένως να διορθώσει αυθορμήτως (αυτορυθμιζόμενη) μια μη αποτελεσματική κατανομή των πόρων.

β) Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας που προσλαμβάνουν αυτές οι μη εσωτερικευόμενες στις τιμές των ρυπαινόντων εξωτερικές επιβαρύνσεις ειδικότερα στη σφαίρα της παραγωγής (εξωτερικές επιβαρύνσεις παραγωγής) μεταξύ των επιχειρήσεων: η κερδοφορία των επιχειρήσεων που είναι υπαίτιες της ρύπανσης πραγματοποιείται σε βάρος της κερδοφορίας άλλων επιχειρήσεων, που πλήττονται από τη ρύπανση. Συντελείται επομένως εσωτερίκευση των εξωτερικών επιβαρύνσεων παραγωγής στις τιμές των θυμάτων της ρύπανσης. Δεδομένης της υπόθεσης μιας τέλειας ανταγωνιστικής αγοράς, προϋποτίθεται ίση ισχύς μεταξύ των εκάστοτε θυτών και θυμάτων της ρύπανσης.

γ) Η ανάγκη διαπραγματεύσεων μεταξύ θυτών και θυμάτων της ρύπανσης με αμφίβολα ωστόσο αποτελέσματα. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο (μη αναγνωριζόμενο, άλλωστε) θέμα της (ταξικής) ισχύος των εμπλεκομένων. Ούτε στο, συναφές, ζήτημα της πιθανής συνεργασίας των ρυπαινόντων – η οποία καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να αποδοθεί σε κάποιον από αυτούς η υπαιτιότητα.9

δ) Η (θεσμική) παραβίαση ή αντιστροφή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» (βλ. και Ψαρρέα 2008: 160, Λιοδάκη 2011: 84), ήτοι η αναγνώριση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στους ρυπαίνοντες. Η παραβίαση αυτή, όπως και το αμφίβολο των περιβαλλοντικών διαπραγματεύσεων, δεν συζητιέται πάντως σε συσχετισμό με την πολιτική ισχύ των εμπλεκομένων στη ρύπανση.

ε) Η ανάγκη κρατικής παρέμβασης, για τον περιορισμό της ρύπανσης, με επίσης αμφίβολα αποτελέσματα, τουλάχιστον από την άποψη της αδυναμίας «εντοπισμού και σύλληψης (…) εκείνου του μέρους του παραγωγικού κόστους που εξωτερικεύεται» (Λιοδάκης 2011: 83).10 Η κρατική παρέμβαση, σε κάθε περίπτωση, συντελείται από ένα «ουδέτερο» μηχανισμό, που, στη βάση της «πλουραλιστικής» αντίληψης για την κατανομή της εξουσίας στην κοινωνία, εκφράζει (εκπροσωπεί) την κρατική εξουσία ως «συνισταμένη των εξουσιών όλων των ατόμων και ομάδων» με αντιτιθέμενα (μεν) συμφέροντα (αλλά) και ίση πολιτική ισχύ (Καράγιωργας, χ.χ.έ.: 68-71, 28-9).

στ) Η αγνόηση των σωρευτικών επιπτώσεων της ρύπανσης επί της φέρουσας ικανότητας ή της ικανότητας απορρόφησης του οικοσυστήματος. Η νεοκλασική θεωρία προσδιορίζει ένα άριστο κοινωνικό επίπεδο ρύπανσης («αριστοποίηση») με παραμένουσα, επομένως συσσωρευόμενη, ρύπανση και κατασπατάληση των λεγόμενων κοινών πόρων. Οι ρυπαίνοντες μπορούν να συνεχίσουν να ρυπαίνουν (στο επίπεδο της «αριστοποίησης») «καθόσον το όφελος από αυτήν την ενέργεια [τη συνέχιση της ρύπανσης] μπορεί να είναι μεγαλύτερο του κόστους, προκαλώντας έτσι ενδεχομένως μια μη αντιστρέψιμη οικολογική καταστροφή» (Λιοδάκης 2011: 84).

Η «αριστοποίηση» με παραμένουσα (συσσωρευόμενη) ρύπανση και κατασπατάληση κοινών πόρων υποδηλώνει την «υποεκτίμηση» του κόστους παραγωγής στις περιπτώσεις περιβαλλοντικών αρνητικών εξωτερικοτήτων, επομένως την «υπερεπέκταση» των σχετικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Το αποτέλεσμα είναι να εξαντλούνται οι παραγωγικοί πόροι, να υποβαθμίζεται/επιβαρύνεται το περιβάλλον και να μετατίθεται μεγάλο μέρους του κόστους στην κοινωνία (Λιοδάκης 2011: 89), ήτοι σε άλλους παραγωγούς και στα «νοικοκυριά».

Όπως σημειώσαμε, για τη νεοκλασική θεώρηση δεν τίθεται ζήτημα κοινωνικού συσχετισμού δύναμης που να επιβάλει τη μετάθεση της αρνητικής εξωτερικότητας. Πέραν αυτών, η «αριστοποίηση» με παραμένουσα (συσσωρευόμενη) ρύπανση υποδεικνύει ότι «τα νεοκλασικά οικονομικά τείνουν (…) να αγνοούν (…) τόσο τα φυσικά όρια όσο και τη σπανιότητα των (φυσικών) παραγωγικών πόρων» υπερτονίζοντας «τη δυνητική υποκατάσταση οικονομικών πόρων και τεχνολογιών» (Λιοδάκης 2011: 82). Ταυτόχρονα τα νεοκλασικά οικονομικά, αγνοούν πλήρως την ταξική-οικονομική διαφοροποίηση στις δυνατότητες δυνητικής υποκατάστασης οικονομικών πόρων και τεχνολογιών. Ο υπερτονισμός της δυνητικής υποκατάστασης εδράζεται στη νεοκλασική θεωρία της παραγωγής η οποία, καίτοι αναγνωρίζει κάποια όρια στην υποκατάσταση συντελεστών της παραγωγής (θεωρία του φθίνοντος οριακού λόγου τεχνικής υποκατάστατης), αποδέχεται τη δυνατότητα άπειρων λύσεων παραγωγικής υποκατάστασης (στο κυρτό τμήμα μιας καμπύλης ίσου προϊόντος) (Μηλιός κ.ά. 2000: 224-231, 233-235).

Η πλήρης αγνόηση της ταξικής-οικονομικής διαφοροποίησης στις δυνατότητες δυνητικής υποκατάστασης, από την άλλη πλευρά, οφείλεται στο δομικό υπόβαθρο της νεοκλασικής θεωρίας ως θεωρίας των συντελεστών παραγωγής (απουσία ταξικής υπόστασης των οικονομικών φορέων της παραγωγής – Μηλιός 1997: 28 κ.ε.), στο οποίο οικοδομείται και η νεοκλασική θεωρία παραγωγής. Είτε πρόκειται για μια, κατά τη νεοκλασική θεώρηση, μικρή επιχείρηση τέλειου ανταγωνισμού, είτε για ένα μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο, η συνάρτηση παραγωγής της επιχείρησης (ο χάρτης καμπυλών ίσου προϊόντος) συντίθεται από καμπύλες ίσου προϊόντος που εκφράζουν σε κάθε περίπτωση άπειρες λύσεις παραγωγικής υποκατάστασης (Μηλιός κ.ά. 2000: 224-225).

Η προηγηθείσα κριτική κωδικοποίηση δείχνει ότι η νεοκλασική οικονομική θεωρία αναγνωρίζει μεν την αδυναμία της αγοράς να επιλύσει μέσω του αυτοδιορθωτικού μηχανισμού των τιμών το περιβαλλοντικό-κοινωνικό πρόβλημα της εσωτερίκευσης των εξωτερικών επιβαρύνσεων στις τιμές του ρυπαίνοντα (παραδεχόμενη την επιβάρυνση άλλων επιχειρήσεων ή του κοινωνικού συνόλου), αλλά αδυνατεί να εντάξει αυτή την αδυναμία της αγοράς στο ειδικό καπιταλιστικό (ταξικό) πλαίσιό της και, συνακόλουθα, να εντοπίσει τις ταξικές «μεροληψίες» των επιπτώσεών τους. Αυτό είναι επακόλουθο της α-ιστορικής και α-κοινωνικής προσέγγισης των νεοκλασικών οικονομικών (Μηλιός 1997: 35). Ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι στο θεωρητικό της πλαίσιο η «άριστη» λύση συνεπάγεται παραμένουσα (συσσωρευόμενη) ρύπανση.

Θεωρώντας τις επισημάνσεις αυτές ως βάση εκκίνησης μιας μαρξιστικής κριτικής στα κυρίαρχα οικονομικά για τις εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, θα επεξεργαστούμε στη συνέχεια κάποια σημεία, συμβάλλοντας στη μαρξιστική θεώρηση της σχέσης φύση-καπιταλιστική οικονομία.

4. Φύση και κεφάλαιο: μια αναγκαία παρέκβαση

Η έννοια των εξωτερικών επιβαρύνσεων θέτει ένα πρωταρχικό ερώτημα: τη δομική σχέση μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος (συμπεριλαμβανόμενων όλων των έμβιων οργανισμών) και του κεφαλαίου. Σε ένα απλό σχήμα η εξωτερική επιβάρυνση σημαίνει:

Ρυπαίνων  ρύπανση του περιβάλλοντος  επιβάρυνση παραγωγών (αύξηση του κόστους παραγωγής) ή καταναλωτών/«νοικοκυριών» (μείωση της ευημερίας τους).

Στο σχήμα αυτό το περιβάλλον διατηρεί εκ πρώτης όψεως μια αυτόνομη σχέση προς τις επιχειρήσεις ή τους καταναλωτές/«νοικοκυριά». Ο Μαρξ σε πολλές περιπτώσεις αναδείκνυε αυτήν την όψη αυτονομίας του φυσικού περιβάλλοντος από το κεφάλαιο.

Αναφερόμενος στη «μονοπωλήσιμη φυσική δύναμη» τόνιζε ότι «δεν εξαρτιέται καθόλου από το κεφάλαιο η δημιουργία αυτού του φυσικού όρου μεγαλύτερης παραγωγικής δύναμης της εργασίας (…). Βρίσκεται μόνο τοπικά στη φύση, και εκεί που δεν υπάρχει δεν μπορεί να δημιουργηθεί με μια ορισμένη δαπάνη κεφαλαίου. Δεν συνδέεται με προϊόντα που μπορεί να τα κατασκευάσει η εργασία (…) αλλά με καθορισμένες φυσικές συνθήκες καθορισμένων κομματιών της γης. (…) Η κατοχή αυτής της φυσικής δύναμης (…) δεν μπορεί να δημιουργηθεί από το προτσές παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου. Η φυσική αυτή δύναμη (…) είναι πάντα δεμένη με τη γη» (Μαρξ 1978: 802-3).

Αναφερόμενος στη διαφορική πρόσοδο Ι, ο Μαρξ παρέθετε την άποψη του Ρικάρντο ότι η «διαφορική πρόσοδος… “is always the difference between the produce obtained by the employment of two equal quantities of capital and labour”». Στην περίπτωση της διαφορικής προσόδου Ι, «[ο]ι δυο γενικές, ανεξάρτητες από το κεφάλαιο αιτίες αυτών των άνισων αποτελεσμάτων είναι: 1) η γονιμότητα του εδάφους (…), 2) η τοποθεσία των κομματιών της γης» (Μαρξ 1978: 807-9).11

Παράλληλα, όμως, ο Μαρξ αναδείκνυε τη μετασχηματιστική επίδραση της τεχνικής επί της γονιμότητας. Παραμένοντας στο παράδειγμα της διαφορικής προσόδου Ι, ο Μαρξ επεσήμανε ότι ακόμα και «αν προϋποθέσουμε ίδιο χημικό περιεχόμενο και με την έννοια αυτή, ίδια φυσική γονιμότητα δυο κομματιών γης, η πραγματική, αποτελεσματική γονιμότητά τους θα είναι διαφορετική, ανάλογα με τη μορφή που βρίσκονται οι θρεφτικές (…) ουσίες, με μορφή που να είναι λίγο-πολύ αφομοιώσιμες, άμεσα αξιοποιήσιμες για τη διατροφή των φυτών. Θα εξαρτηθεί λοιπόν εν μέρει από τη χημική, εν μέρει από τη μηχανική ανάπτυξη της γεωργίας, ως ποιο βαθμό μπορεί να επιτευχθεί σε φυσικά εξίσου γόνιμες γαίες η αξιοποίηση της ίδιας φυσικής γονιμότητας. Γι’ αυτό, παρ’ όλο που η γονιμότητα αποτελεί αντικειμενική ιδιότητα του εδάφους, περικλείνει πάντα από οικονομική άποψη μια σχέση, μια σχέση προς το δοσμένο χημικό και μηχανικό επίπεδο ανάπτυξης της γεωργίας και, επομένως, αλλάζει, όταν αλλάζει αυτό το επίπεδο ανάπτυξης» (Μαρξ 1978: 809-10).

Ο Benton (2007: 138-9) υποστηρίζει ότι, «[σ]τις αγροτικές εργασιακές διαδικασίες, σε αντίθεση προς τις παραγωγικές μετασχηματίζουσες διαδικασίες, η ανθρώπινη εργασία δεν καταβάλλεται για να επιφέρει σκόπιμο μετασχηματισμό της πρώτης ύλης. Καταβάλλεται, μάλλον, κυρίως για να στηρίξει ή να ρυθμίσει τις περιβαλλοντικές συνθήκες υπό τις οποίες αναπτύσσονται οι φυτικές καλλιέργειες και τα εκτρεφόμενα ζώα. Υπάρχει μια μετασχηματίζουσα στιγμή σε αυτές τις εργασιακές διαδικασίες, αλλά οι μετασχηματισμοί επιφέρονται από δεδομένους από τη φύση οργανικούς μηχανισμούς, όχι από την καταβολή ανθρώπινης εργασίας. Η αγροτική παραγωγή και οι άλλες “οικορυθμιζόμενες” εργασιακές διαδικασίες χαρακτηρίζονται, επομένως, από μία σκόπιμη δομή που είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη των παραγωγικών μετασχηματιστικών εργασιακών διαδικασιών».

Ο Benton επιχειρεί μια απλουστευτική διχοτόμηση «μετασχηματίζουσας» διαδικασίας και σκόπιμης «οικορυθμιζόμενης» δομής, εξαιρώντας την αγροτική παραγωγή από μετασχηματισμούς που οφείλονται στην ανθρώπινη εργασία. Παραβλέπει ότι, για ίδια φυσική γονιμότητα γης, η χημική και μηχανική ανάπτυξη της γεωργίας θα καθορίσει την αξιοποίηση της φυσικής γονιμότητας. Όπως ορθά, κατά την άποψή μας, παρατηρεί ο Grundmann (2007: 178), «[ο] Benton φαίνεται να παραβλέπει το γεγονός ότι για τον Μαρξ οι ανθρώπινες παρεμβάσεις σε αυτές τις φυσικές διαδικασίες λογίζονται επίσης ως μετασχηματίζουσες ενέργειες, εφόσον το προετοιμασμένο έδαφος είναι τελείως διαφορετικό από την ανέπαφη φύση». Από την άλλη πλευρά (ακόμη και) στις μη αγροτικές παραγωγικές διαδικασίες, όπως στη βιομηχανία, μια δεμένη με τη γη φυσική δύναμη, που δεν παράγεται από τη διαδικασία παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου και την όποια μετασχηματίζουσα διαδικασία, όπως π.χ. η υδατόπτωση, «αποτελεί (…) όρο υψηλής παραγωγικής δύναμης του επενδυμένου κεφαλαίου» (Μαρξ 1978: 802-3).12

Στην περίπτωση αυτή είναι εξίσου απλουστευτική η πλήρης αναγωγή όλων των εργασιακών διαδικασιών στις «μετασχηματιστικές διαδικασίες» (η οποία παραπέμπει στο νεοκλασικό υπερτονισμό της δυνητικής υποκατάστασης οικονομικών πόρων και τεχνολογιών), όπως κάνει ο Grundmann (2007) καθώς και άλλοι θεωρητικοί του ρεύματος της κοινωνικής κατασκευής [“social constructionism”] της φύσης, στους οποίους συναντάμε τη θεώρηση της «καπιταλιστικής παραγωγής της φύσης» (βλ. Castree 2000). Επομένως, σε αντίθεση τόσο με τις νατουραλιστικές προβληματικές13 ενός άκαμπτου χαρακτήρα φυσικών συνθηκών και ορίων (Grundmann 2007: 179) όσο και με τις «βολονταριστικές προμηθεϊκές» προβληματικές του ανεμπόδιστου μετασχηματισμού της φύσης (Benton 2007: 141, βλ. σχετικά και Castree 2000: 11), και της παραγωγής μιας «δεύτερης φύσης»,14 η οποία τείνει να υποτιμά τους μη-δημιουργούμενους από τη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου φυσικούς όρους,15 στη μαρξική ανάλυση αναδεικνύεται η πολλαπλότητα των επιπέδων αλληλεξάρτησης φύσης, τεχνικής και κεφαλαίου.

Το φυσικό περιβάλλον, επομένως, διατηρεί μια σχετικά αυτόνομη σχέση προς το κεφάλαιο και την τεχνική ως προς τους όρους δημιουργίας του. Ταυτόχρονα, το φυσικό περιβάλλον αποτελεί παράγοντα που μπορεί να επιδρά άμεσα στο κόστος-κερδοφορία του κεφαλαίου και στις προσόδους που λαμβάνουν οι γαιοκτήμονες. Μάλιστα, στις περιπτώσεις που εξετάσαμε (μονοπωλήσιμη φυσική δύναμη και διαφορές στη γονιμότητα ή την τοποθεσία των κομματιών της καλλιεργήσιμης γης) αποτελεί παράγοντα «πρόσθετου κέρδους» (η διαφορά μεταξύ της αγοραίας τιμής και της τιμής παραγωγής του ατομικού κεφαλαίου), σε μόνιμη βάση, το οποίο καταβάλλεται ως «διαφορική πρόσοδος»16 στον ιδιοκτήτη της μονοπωλήσιμης φυσικής δύναμης17 ή της καλλιεργήσιμης γης ανώτερης γονιμότητας ή καλύτερης τοποθεσίας (Μαρξ 1978: 802-4, 807 κ.ε.).

Ας υποθέσουμε ότι πέρα από τις «τρεις μεγάλες τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας, που βασίζεται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής», δηλαδή μισθωτούς εργάτες, κεφαλαιοκράτες και γαιοκτήμονες (Μαρξ 1978: 1086), υπάρχει μια τάξη μικρών ιδιοκτητών απλών εμπορευματοπαραγωγών που συγκροτούν, υπό την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής, την «απλή εμπορευματική παραγωγή» (ΑΕΠ) (Οικονομάκης 2000), και μια ιδιαίτερη μη εκμεταλλευτική κοινωνική τάξη, η «παραδοσιακή μικροαστική τάξη» (Μηλιός και Οικονομάκης 2007). Τότε μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το φυσικό περιβάλλον επίσης υπεισέρχεται στα κόστη παραγωγής των μη-καπιταλιστών παραγωγών, στα περιθώρια εσόδων πάνω από τα κόστη παραγωγής και στη διαφορική πρόσοδο την οποία, εν απουσία μεγάλης γαιοκτησίας, μπορούν να καρπώνονται οι ίδιοι.18

Σύμφωνα με τον Μαρξ, «όριο της εκμετάλλευσης» για ένα τέτοιο παραγωγό «εμφανίζεται (...), στην ιδιότητά του σαν μικροκαπιταλιστής, όχι το μέσο κέρδος του κεφαλαίου, ούτε από την άλλη μεριά, στην ιδιότητά του σαν ιδιοκτήτης της γης, η αναγκαιότητα μιας προσόδου. Απόλυτο όριο γι’ αυτόν σαν μικροκαπιταλιστή εμφανίζεται μονάχα ο μισθός εργασίας, που πληρώνει στον ίδιο τον εαυτό του, μετά την αφαίρεση των καθεαυτό εξόδων παραγωγής» (Μαρξ 1978: 989-990).

Από την άποψη των παραπάνω, το φυσικό περιβάλλον υπεισέρχεται είτε σε καπιταλιστικές είτε σε μη-καπιταλιστικές παραγωγικές διαδικασίες ανεξάρτητα από το εάν το ίδιο υφίσταται ή όχι μετασχηματιστικές διαδικασίες. Το φυσικό περιβάλλον, εντούτοις, δεν υπεισέρχεται σε κάθε περίπτωση άμεσα και ευθέως στις παραγωγικές διαδικασίες, όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε στη συνέχεια.

5. Περιβαλλοντικές εξωτερικές επιβαρύνσεις,

κρίση και παράγουσες ιδιοκτήτριες τάξεις

Υιοθετώντας μια οπτική πολλαπλότητας των επιπέδων αλληλεξάρτησης φύσης, τεχνικής και κεφαλαίου (ευρύτερα παραγωγής υπό την κυριαρχία του ΚΤΠ), ήτοι σχετικής αυτονομίας της φύσης και θεωρώντας ότι το φυσικό περιβάλλον επιδρά τόσο στις καπιταλιστικώς όσο και στις μη-καπιταλιστικώς παράγουσες εργασιακές διαδικασίες, προκύπτει ότι οι εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις (α) δεν μπορούν να παρακαμφθούν στο όνομα μιας πλήρως ελεγχόμενης από το κεφάλαιο και παραγόμενης από τη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου «δεύτερης φύσης» και (β) δεν μπορούν να συνδεθούν αποκλειστικά με τους ανταγωνιζόμενους καπιταλιστές, αγνοώντας τη μη-καπιταλιστικώς παράγουσα ιδιοκτήτρια παραδοσιακή μικροαστική τάξη.

Θα δούμε στη συνέχεια ότι η περιβαλλοντική υποβάθμιση δεν εξαντλείται ως προς τις άμεσες επιπτώσεις της ή δεν εγγράφεται πάντα ως κρισιακό στοιχείο, αποκλειστικά στην οικονομική σφαίρα, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον ή σε μη-ιστορικό χρόνο.

5.1. Κρίση, περιβάλλον και εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις

Οι εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις (παραγωγής και μικτές, σύμφωνα με τη νεοκλασική ορολογία) επιδρώντας αυξητικά στα σταθερά και μεταβλητά κόστη παραγωγής (αύξηση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου και αύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης) μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα κρίσης – πτώσης της κερδοφορίας – για το κεφάλαιο (βλ. και Βλάχου 2007-β: 248, 261, 264). Αυτό μπορεί να συμβεί εφόσον η αύξηση της κερδοφορίας από την ανεμπόδιστη (και μη-εσωτερικευόμενη στις τιμές του ρυπαίνοντα) ρύπανση είναι μικρότερη της προκαλούμενης απ’ αυτήν πτώσης της κερδοφορίας, για το σύνολο των καπιταλιστικών επιχειρήσεων (π.χ. ενός κοινωνικού σχηματισμού).

Από την άποψη αυτής της προσέγγισης δεν μπορεί παρά να απορριφτεί ο δυισμός των δύο αντιφάσεων και των αντίστοιχων δύο οικονομικών κρίσεων που εισηγείται ο O’Connor (1988): μια στη σφαίρα της παραγωγής (η «παραδοσιακή» κρίση που αντιστοιχεί στην πρώτη αντίφαση του καπιταλισμού) και μια στις συνθήκες παραγωγής των εξωτερικών φυσικών όρων παραγωγής (η «μη-παραδοσιακή», η οικολογική κρίση ή η «“δεύτερη” αντίφαση του καπιταλισμού»). Βασιζόμενος σε μια νατουραλιστική προβληματική, ο O’Connor (1988: 23 κ.ε.) αντιλαμβάνεται τις φυσικές συνθήκες παραγωγής στο σύνολό τους ως μη-καπιταλιστικώς παραγόμενες, και τις υπάγει στον πολιτικό ανταγωνισμό – σε αντίθεση με τις συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής – συγκροτώντας έτσι δύο ανεξάρτητα συστήματα,19 της παραγωγής και των (φυσικών) συνθηκών παραγωγής.

Αντιθέτως από προβληματικές τύπου O’Connor, μέσω της «παραδοσιακής» (βλ. O’Connor 1988: 18 κ.ε.) μαρξικής οικονομικής θεωρίας (των κρίσεων) μπορεί να γίνει αντιληπτή όχι απλώς η μη-εσωτερίκευση των εξωτερικών περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων στις τιμές του ρυπαίνοντα, κάτι που και η νεοκλασική θεωρία αναγνωρίζει, όπως είδαμε, αλλά και η δυνατότητα, ceteris paribus, εμφάνισης κρισιακών φαινομένων λόγω της υποβάθμισης των περιβαλλοντικών συνθηκών από εξωτερικές επιβαρύνσεις.

Μέσω επίσης της μαρξικής θεωρίας μπορεί να γίνει αντιληπτή τόσο η ειδική και άμεση συνάφεια της κυριαρχίας του ΚΤΠ και των οικονομικών κρίσεων εκ της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, όσο και η περιβαλλοντική υποβάθμιση καθαυτή υπό συνθήκες κυριαρχίας του ΚΤΠ.

«“Παραγωγή για την παραγωγή” – παραγωγή σαν αυτοσκοπός – (...) εμφανίζεται ήδη με την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, μόλις γίνει γενικά άμεσος στόχος της παραγωγής η παραγωγή όσο το δυνατόν μεγαλύτερης και όσο το δυνατόν περισσότερης υπεραξίας, μόλις γενικά η ανταλλακτική αξία του προϊόντος γίνει ο αποφασιστικός σκοπός. Ωστόσο, αυτή η ενυπάρχουσα τάση της καπιταλιστικής σχέσης πραγματοποιείται καταρχήν με επαρκή τρόπο – και γίνεται και η ίδια μια αναγκαία προϋπόθεση, ακόμα και τεχνολογικά – μόλις αρχίσει να αναπτύσσεται ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και μαζί με αυτόν η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο» (Μαρξ χ.χ.έ.: 126). Η παραγωγή ως αυτοσκοπός – δηλαδή η παραγωγή όχι αξιών χρήσης αλλά ανταλλακτικών αξιών για την απόσπαση μάξιμουμ υπεραξίας – «εγγενώς οδηγεί, όχι μόνο σε μιαν υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, αλλά επίσης σε μια γρήγορη εξάντληση των φυσικών πόρων και μια πλανητική μόλυνση [ρύπανση] που θέτει το οικοσύστημα σε μεγάλο κίνδυνο» (Λιοδάκης 2011: 89).

5.2. Καπιταλιστική κερδοφορία και παραμένουσα (συσσωρευόμενη) ρύπανση

Το ερώτημα είναι αν και πώς το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να αντιδράσει, και εντός ποιων ορίων, καθώς δομικά «τείνει να υποσκάπτει» τους ίδιους τους όρους αναπαραγωγής του μέσω της περιβαλλοντικής υποβάθμισης (Λιοδάκης 2011: 94). «Τείνει να υποσκάπτει», όπως εμείς το αντιλαμβανόμαστε, ως ιστορική τάση δομικά εκπορευόμενη εκ του ΚΤΠ.

Στη βάση όσων ήδη αναφέραμε, η ενεργοποίηση της όποιας αντίδρασης προκαλείται εφόσον οι εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις οδηγήσουν σε πτώση της κερδοφορίας για το κεφάλαιο στο σύνολό του. Και εδώ είναι κομβικός ο ρόλος της παρέμβασης του αστικού κράτους ως αναπόσπαστου παράγοντα συγκρότησης της κίνησης του «συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου» (Μηλιός και Σωτηρόπουλος 2011: 206-207).

Εντούτοις, δεν είναι καθόλου προφανές ότι η αύξηση της κερδοφορίας από την ανεμπόδιστη (και μη-εσωτερικευόμενη στις τιμές του ρυπαίνοντα) ρύπανση είναι μικρότερη της προκαλούμενης απ’ αυτήν πτώσης της κερδοφορίας για το σύνολο των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Μπορεί να είναι και μεγαλύτερη. Δηλαδή, η ανεμπόδιστη ρύπανση είναι δυνατό να αυξάνει (βραχυχρόνια ή/και μακροχρόνια) τη συνολική καπιταλιστική κερδοφορία, ενισχύοντας την ιστορική τάση υπονόμευσης των συνθηκών καπιταλιστικής αναπαραγωγής.20 Όπως επισημαίνει ο Burkett (2007: 318-9), «δεν υπάρχει λόγος όλες οι περιβαλλοντικές συνέπειες του καπιταλισμού να πρέπει να επηρεάζουν την κερδοφορία της κεφαλαιακής συσσώρευσης είτε θετικά είτε αρνητικά» – προσθέτουμε σε μη-ιστορικό χρόνο, κατά τη δική μας οπτική.

Αυτό μπορεί να γίνει πιο κατανοητό αν ληφθεί υπόψη ότι «[τ]ο πενήντα τοις εκατό όλων των ειδών που πιστεύεται ότι κατοικούν στα τροπικά δάση και σήμερα απειλούνται με εξαφάνιση μέσα σε λίγες δεκαετίες, όχι μόνο δεν είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους ενσωματωμένα στην παγκόσμια διαδικασία συσσώρευσης, αλλά τα περισσότερα από αυτά παραμένουν χωρίς καταγραφή ή είναι ακόμα και άγνωστα για την επιστήμη» (Foster 2002). Θεωρώντας ότι η προσέγγιση του O’Connor περιορίζει το ζήτημα των οικολογικών κρίσεων σε αυτό των κρίσεων συσσώρευσης, αγνοώντας την περιβαλλοντική υποβάθμιση καθαυτή, ο Foster (2002) σημειώνει επίσης ότι: «ένα επιχείρημα που εστιάζει στις συνθήκες της παραγωγής και τη “δεύτερη αντίφαση” του καπιταλισμού, τείνει να υποβαθμίσει την πλήρη διάσταση της οικολογικής κρίσης και ακόμη και των επιπτώσεων του καπιταλισμού στον τομέα του περιβάλλοντος».

Η Βλάχου (2007-β: 246 και 2007-γ: 281), σε ανάλογη κατεύθυνση με τον O’Connor, ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την άμεση επίπτωση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης στην κεφαλαιακή συσσώρευση, παραβλέποντας ότι οι περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις δεν αντανακλώνται σε κάθε περίπτωση στις τιμές.21 Υποστηρίζει ότι ακόμη και όταν «οι φυσικές συνθήκες και οι φυσικοί πόροι δεν παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων (…) επηρεάζουν την αξία των εμπορευμάτων μέσω της επίδρασής τους στην παραγωγικότητα της εργασίας». Αν δεχτούμε στο σύνολό της αυτή τη συλλογιστική, θα πρέπει να δεχτούμε επίσης, ότι, για παράδειγμα, η εξαφάνιση ενός άγνωστου τροπικού είδους θα αποτυπωθεί ευθέως-άμεσα στα κόστη και στην κερδοφορία των καπιταλιστών – μέσω της μειούμενης παραγωγικότητας της εργασίας.22

Παραβλέποντας τις φυσικές συνθήκες και τους φυσικούς πόρους που δεν ενσωματώνονται (άμεσα) στη διαδικασία της συσσώρευσης, η Βλάχου (2007-β: 240) υπερτονίζει τη δυνατότητα του καπιταλιστικού συστήματος να αντιδρά αποτελεσματικά στη ρύπανση μέσω του μηχανισμού των τιμών, θεωρώντας «ότι η καπιταλιστική αξιολόγηση των εμπορευμάτων μέσω της ανταλλακτικής αξίας επιτρέπει στον καπιταλισμό να αντιλαμβάνεται τα οικολογικά προβλήματα που δημιουργεί και να αντιδρά σε αυτά».

Ακόμη και αν αγνοήσουμε την περίπτωση των μη-ενσωματωμένων άμεσα στη συσσώρευση φυσικών συνθηκών και πόρων (και επίσης αγνοήσουμε ότι όλα τα εμπορεύματα δεν είναι καπιταλιστικώς παραγόμενα εμπορεύματα) και περιοριστούμε στις επιπτώσεις των εξωτερικών περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων στην καπιταλιστική συσσώρευση και κερδοφορία, η ανάλυση της Βλάχου και πάλι υπερτονίζει τη δυνατότητα του καπιταλιστικού συστήματος να αντιδρά αποτελεσματικά στην περιβαλλοντική υποβάθμιση: «Τα κόστη των περιβαλλοντικών εξωτερικών οικονομιών δεν χάνονται από το καπιταλιστικό σύστημα», αλλά «[α]πλώς μετατίθενται» (Βλάχου 2007-β: 248). Ωστόσο, αυτή η μετάθεση (αποδεκτή και από τη νεοκλασική θεωρία, όπως είδαμε) δεν σημαίνει ούτε ότι τα κόστη των περιβαλλοντικών εξωτερικών επιβαρύνσεων εμφανίζονται πάντα στις τιμές (κάτι που θα πραγματευτούμε παρακάτω) ούτε και την ενεργοποίηση της όποιας (ρυθμιστικής) παρέμβασης σε κάθε περίπτωση, όπως φαίνεται (κατά βάση) να πιστεύει η Βλάχου, οδηγούμενη στην πιθανολογία ενός «πρασινίσματος» του καπιταλισμού (Βλάχου, 2007-β, 2007-γ, 2007-δ) και στην απόρριψη των θέσεων περί «εγγενούς ασυμβατότητας του καπιταλισμού με την οικολογική διατηρησιμότητα» (Βλάχου 2007-β: 240).

Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι όλα τα εμπορεύματα (πλην της εργασιακής δύναμης, Σταμάτης 1997: 37 κ.ε.) παράγονται σε καπιταλιστικές εργασιακές διαδικασίες, καίτοι οι εξωτερικές επιβαρύνσεις οδηγούν πράγματι σε ενδοκαπιταλιστική σύγκρουση (Βλάχου 2007-γ: 288-90) και μπορεί να επιφέρουν μεταβολή (επιδείνωση) των ρυθμιστικών συνθηκών παραγωγής, οδηγώντας σε αύξηση του κόστους παραγωγής, και, για δεδομένο μέσο ποσοστό κέρδους, σε αύξηση των τιμών (παραγωγής) ενός κλάδου (Βλάχου 2007-β: 248, 260), αυτή η σύγκρουση και επιδείνωση δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά (και αυτομάτως) και κρατικές παρεμβάσεις περιορισμού της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, ενόσω η συνολική καπιταλιστική κερδοφορία εκ της (ανεμπόδιστης) ρύπανσης υπερβαίνει τις επί της κερδοφορίας επιπτώσεις της ρύπανσης (συμπεριλαμβανόμενης της αύξησης της αξίας της εργασιακής δύναμης εκ των περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων).

Αυτό κάπως το αναγνωρίζει και η Βλάχου (2007-γ: 300-1) όταν επισημαίνει τις «αντιφάσεις» που συνοδεύουν την κρατική παρέμβαση, ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων μεταξύ των καπιταλιστών και των μη-καπιταλιστών παραγωγών εμπορευμάτων αλλά και των εργαζόμενων (μισθωτών) κοινωνικών τάξεων.

Ωστόσο, ακόμη και αν υποθέσουμε ως δεδομένη την ενεργοποίηση της κρατικής παρέμβασης όταν πληγεί εκ της ρύπανσης η συνολική καπιταλιστική κερδοφορία, αυτό δεν εγγυάται ότι δεν θα υπάρξει παραμένουσα (συσσωρευόμενη) ρύπανση, κάτι που και η νεοκλασική προβληματική αναγνωρίζει, ενώ η Βλάχου εν πολλοίς αποσιωπά. Με τον τρόπο αυτό δείχνει να «αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τις σωρευτικές οικολογικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής» επί του οικοσυστήματος (Λιοδάκης 2007: 333), επομένως και την ιστορική τάση του κεφαλαίου να υποσκάπτει τους όρους αναπαραγωγής του μέσω της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Από την άποψη των παραπάνω, φαίνεται να δικαιολογείται, κατά την άποψή μας, η κριτική ότι το σχήμα της Βλάχου «προσφέρεται για ρεφορμιστική προσαρμογή και ενσωμάτωση εντός του καπιταλισμού» (Λιοδάκης 2007: 335).

5.3. Ρύπανση, τιμές και μη-καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή

Όπως επισημάναμε, όλα τα εμπορεύματα δεν είναι καπιταλιστικώς παραγόμενα εμπορεύματα. Για τους μη-καπιταλιστές εμπορευματοπαραγωγούς (της ΑΕΠ) δεν απαιτείται, λέει ο Μαρξ, ως «όριο εκμετάλλευσης» το μέσο κέρδος του κεφαλαίου, αλλά μόνο ο μισθός εργασίας – που απομένει «μετά την αφαίρεση των καθεαυτό εξόδων παραγωγής». Θα μπορούσαν να παράγουν για τιμές αγοράς που δεν φέρνουν καθόλου «κέρδος», αλλά μόνο εξασφαλίζουν το ισοδύναμο ενός μισθού εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι, στην περίπτωση της ΑΕΠ, μια αλλαγή (επιδείνωση) των συνθηκών παραγωγής, λόγω των εξωτερικών περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων παραγωγής, που θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους παραγωγής, δεν θα οδηγήσει υποχρεωτικά σε αύξηση των τιμών πώλησης των προϊόντων, έτσι που να εξασφαλίζεται ένα μέσο ποσοστό κέρδους καθώς εδώ η παραγωγή δεν «κυβερνάται» (καθορίζεται) από το μέσο ποσοστό κέρδους. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή η περιβαλλοντική επιβάρυνση θα μπορούσε να αφαιρέσει ένα μέρος του υπερπροϊόντος (Οικονομάκης 2000: 236) αυτών των παραγωγών (εφόσον υπάρχει) και επομένως να μην εκφραστεί στις τιμές. Τη δυνατότητα αυτή της παραγωγής υπερπροϊόντος και της απόσπασής του στη σφαίρα της κυκλοφορίας την είχε επισημάνει ο Μαρξ (1984: 456-7), αναφορικά με αυτόν τον τρόπο μη-καπιταλιστικής παραγωγής υπό κεφαλαιακή κυριαρχία: «Είναι δυνατόν αυτοί οι παραγωγοί, που εργάζονται με τα δικά τους μέσα παραγωγής, να αναπαράγουν όχι μόνο την εργατική τους δύναμη, αλλά και να δημιουργούν και υπεραξία [με την προϋπόθεση ότι το εμπόρευμα πουλιέται στην αξία του] γιατί η θέση τους επιτρέπει σ’ αυτούς να ιδιοποιούνται τη δική τους υπερεργασία ή ένα μέρος της (γιατί ένα μέρος αφαιρείται από αυτούς με τη μορφή φόρων κ.λπ.)».

Θα μπορούσαμε, επομένως, να θεωρήσουμε ότι η μη-καπιταλιστική παραγωγή αποτελεί εν δυνάμει πεδίο αφαίρεσης υπερπροϊόντος, προς όφελος του (ρυπαίνοντος) κεφαλαίου, με τη μορφή (όχι των φόρων, αλλά) της περιβαλλοντικής επιδείνωσης των όρων παραγωγής της (εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις παραγωγής). Μια τέτοια απόσπαση ταυτόχρονα υποκρύπτεται και διαφεύγει από το μηχανισμό των τιμών της αγοράς.23

Το εάν συντελείται τέτοια απόσπαση εξαρτάται από τον ταξικό συσχετισμό δύναμης, όπως αυτός αποτυπώνεται στους όρους και στο περιεχόμενο συγκρότησης της «σχετικής αυτονομίας του κράτους» (ενότητα της αστικής τάξης στο κράτος και ενσωμάτωση σε αυτό αιτημάτων των κυριαρχούμενων τάξεων – Οικονομάκης και Μπούρας 2007) στο επίπεδο του κάθε ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού.24

6. Επίλογος: τα βασικά συμπεράσματα

Εκκινώντας από μια κριτική ανάγνωση της νεοκλασικής θεωρίας των εξωτερικών περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων επιχειρήσαμε να συγκροτήσουμε όψεις μιας μαρξιστικής θεώρησης της σχέσης ανάμεσα στη φύση και στην καπιταλιστική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίξαμε:

  1. Σε αντίθεση τόσο προς τις νατουραλιστικές προβληματικές ενός άκαμπτου χαρακτήρα φυσικών συνθηκών και ορίων όσο και προς τις «βολονταριστικές προμηθεϊκές» προβληματικές του ανεμπόδιστου μετασχηματισμού της φύσης και της παραγωγής μιας «δεύτερης φύσης», η οποία τείνει να υποτιμά τους μη-δημιουργούμενους από τη διαδικασία παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου φυσικούς όρους, η μαρξική ανάλυση αναδεικνύει την πολλαπλότητα των επιπέδων αλληλεξάρτησης μεταξύ φύσης, τεχνικής και κεφαλαίου.

  2. Μέσω της μαρξικής θεωρίας μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι το φυσικό περιβάλλον διατηρεί μια σχετικά αυτόνομη σχέση προς το κεφάλαιο και την τεχνική ως προς τους όρους δημιουργίας του, υπεισερχόμενο είτε σε καπιταλιστικές είτε σε μη καπιταλιστικές παραγωγικές διαδικασίες – ανεξάρτητα από το εάν το ίδιο υφίσταται ή όχι μετασχηματιστικές διαδικασίες.

  3. Οι εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις (α) δεν μπορούν να παρακαμφθούν στο όνομα μιας πλήρως ελεγχόμενης από το κεφάλαιο και παραγόμενης από τη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου «δεύτερης φύσης» και (β) δεν μπορούν να εξεταστούν σε αναφορά και μόνο προς τους ανταγωνιζόμενους καπιταλιστές, αγνοώντας τη μη-καπιταλιστικώς παράγουσα ιδιοκτήτρια παραδοσιακή μικροαστική τάξη.

  4. Μέσω της μαρξικής θεωρίας μπορεί να γίνει αντιληπτή τόσο η ειδική συνάφεια της κυριαρχίας του ΚΤΠ και της δημιουργίας κρισιακών συνθηκών εξαιτίας της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, όσο και η περιβαλλοντική υποβάθμιση καθαυτή υπό συνθήκες κυριαρχίας του ΚΤΠ. Η τελευταία δεν υπεισέρχεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση, σε μη-ιστορικό χρόνο, στους όρους της συνολικής καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

  5. Το καπιταλιστικό σύστημα δομικά τείνει να υποσκάπτει τους όρους αναπαραγωγής του μέσω της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

  6. Η ρύπανση του περιβάλλοντος είναι δυνατό να αυξάνει (βραχυχρόνια ή και μακροχρόνια) τη συνολική καπιταλιστική κερδοφορία, ενισχύοντας την ιστορική τάση υπονόμευσης των συνθηκών καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

  7. Εφόσον η αύξηση της κερδοφορίας από την ανεμπόδιστη (και μη-εσωτερικευόμενη στις τιμές του ρυπαίνοντα) ρύπανση είναι μικρότερη της προκαλούμενης απ’ αυτήν πτώσης της κερδοφορίας για το κεφάλαιο στο σύνολό του, καθίσταται αναγκαία η παρέμβαση του αστικού κράτους ως εκφραστή των συμφερόντων του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου.

  8. Ακόμη και αν υποθέσουμε ως δεδομένη την ενεργοποίηση της κρατικής παρέμβασης όταν πληγεί εκ της ρύπανσης η συνολική καπιταλιστική κερδοφορία, αυτό δεν εγγυάται ότι δεν θα υπάρξει παραμένουσα (συσσωρευόμενη) ρύπανση, η οποία εκφράζει τις σωρευτικές οικολογικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής επί του οικοσυστήματος.

  9. Η μη-καπιταλιστική παραγωγή αποτελεί εν δυνάμει πεδίο αφαίρεσης υπερπροϊόντος προς όφελος του (ρυπαίνοντος) κεφαλαίου με τη μορφή της περιβαλλοντικής επιδείνωσης των όρων παραγωγής (εξωτερικές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις παραγωγής). Μια τέτοια απόσπαση υποκρύπτεται ή διαφεύγει από το μηχανισμό των τιμών της αγοράς. Το εάν συντελείται μια τέτοια απόσπαση, εξαρτάται από τον ταξικό συσχετισμό δύναμης, όπως αυτός αποτυπώνεται στους όρους και στο περιεχόμενο της «σχετικής αυτονομίας του κράτους» στο επίπεδο του κάθε ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Benton, T. (2007), «Μαρξισμός και Φυσικά Όρια: μια οικολογική κριτική και ανασύνθεση», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 115-169.

Burkett, P. (2007), «Φύση και Θεωρία της Αξίας: διασαφηνίζοντας τα ζητήματα», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 315-328.

Βλάχου, Α. (2001), Περιβάλλον και Φυσικοί Πόροι: Οικονομική θεωρία και πολιτική, τ. Α΄, Αθήνα: Κριτική.

Βλάχου, Α. (2007-α), «Σκέψεις πάνω στις Οικολογικές Κριτικές και τις Ανασυνθέσεις του Μαρξισμού», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 199-225.

Βλάχου, Α. (2007-β), «Φύση και Θεωρίας της Αξίας», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 239-276.

Βλάχου, Α. (2007-γ), «Καπιταλισμός και Οικολογική Διατηρησιμότητα: Η Διαμόρφωση των Περιβαλλοντικών Πολιτικών», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 277-314.

Βλάχου, Α. (2007-δ), «Απάντηση στην Κριτική», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 337-353.

Castree, N. (2000), “Marxism and the Production of Nature”, Capital & Class, 72: 5-36.

Coase R. H. (1960), “The Problem of Social Cost”, Journal of Law & Economics 3: 1-44.

Foster, J. B. (2002), “Capitalism and Ecology: The Nature of the Contradiction”, Monthly Review, vol. 54, 2: 6-16, http://monthlyreview.org/2002/09/01/capitalism-and-ecology.

Grundmann, R. (2007), «Ο Μαρξισμός ενώπιον της Οικολογικής Πρόκλησης», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 171-198.

Hardin G. (1968), “The tragedy of the Commons”, Science, Vol. 162, No. 3859: 1243-1248 (http://dieoff.org/page95.htm).

Jevons, W. S. (1865), The Coal Question. An Inquiry Concerning the Progress of the Nation, and the Probable Exhaustion of Our Coal-Mines, http://www.econlib.org/library/YPDBooks/Jevons/jvnCQ.html.

Καράγιωργας, Δ. Π. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Δημόσια Οικονομική 1: Οι Οικονομικές Λειτουργίες του Κράτους, Αθήνα: Παπαζήσης.

Λιοδάκης, Γ. (2007), «Φύση και Θεωρία της Αξίας και Βιωσιμότητα του Καπιταλισμού», στο Α. Βλάχου (επιμελ.), Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία, Αθήνα: Κριτική, 329-336.

Λιοδάκης, Γ. (2011), «Πολιτική Οικονομία, Καπιταλισμός και Βιώσιμη Ανάπτυξη», Ουτοπία, τ. 93: 79-101.

Μαρξ, Κ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο], Αθήνα: Α/συνέχεια.

Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, Τόμος 3, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1984), Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος 1, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μηλιός, Γ. (1997), Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός, Γ. και Γ. Οικονομάκης (2007), «Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση (Μια κριτική προσέγγιση στη θεωρία των κοινωνικών τάξεων του Νίκου Πουλαντζά)», Θέσεις, τ. 99: 19-55.

Μηλιός, Γ., Γ. Οικονομάκης και Σ. Λαπατσιώρας (2000), Εισαγωγή στην Οικονομική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός, Γ. και Δ. Π. Σωτηρόπουλος (2011), Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές και κρίση, Αθήνα: Νήσος.

O’Connor, J. (1988), “Capitalism, nature, socialism a theoretical introduction”, Capitalism, Nature, Socialism, 1-1: 11-38.

Οικονομάκης, Γ. (2000), Ιστορικοί Τρόποι Παραγωγής, Καπιταλιστικό Σύστημα και Γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Οικονομάκης, Γ. και Φ. Μπούρας (2007), «Ο κοινωνικοοικονομικός και πολιτικός ρόλος των μικροϊδιοκτητών αγροτών στη Γαλλία των μέσων του 19ου αιώνα: Σημείωμα πάνω στη μαρξική ανάλυση και πλευρές της θεωρητικής της αξιοποίησης από τον Νίκο Πουλαντζά», Θέσεις, τ. 99: 57-89.

Ρικάρντο, Ντ. (1992), Αρχαί Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, Αθήνα: Γκοβόστης.

Rubin, I. I. (1994), Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Αθήνα: Κριτική.

Σταμάτης, Γ. (1997), Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Stiglitz, E. J. (1992), Οικονομική του Δημόσιου Τομέα, Αθήνα: Κριτική.

Swyngedouw, E. (1996), “The city as a hybrid: On nature, society and cyborg urbanization”, Capitalism, Nature, Socialism, 7-2: 65-80.

Ψαρρέας, Π. (2008), «Καπιταλισμός, οικολογική κρίση, οικολογία και η οικοσοσιαλιστική προοπτική», Θέσεις, τ. 105: 151-180.


1 Ευχαριστούμε τους κριτές του άρθρου για τις παρατηρήσεις τους που συνέβαλαν στην προσπάθειά μας για βελτίωση και αποσαφήνιση της ανάλυσης.

2 Μια τέτοια ανάλυση προϋποθέτει ότι η παραγωγή διεξάγεται υπό συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού.

3 Ο όρος μόλυνση, αυστηρά εννοιολογικά, συνιστά ειδική κατηγορία περιβαλλοντικής επιβάρυνσης/υποβάθμισης που αφορά στη δράση παθογόνων μικροοργανισμών, δηλαδή οργανικής επιμόλυνσης (οφείλουμε την παρατήρηση αυτή σε επισήμανση ενός εκ των κριτών του άρθρου).

4 Η έννοια της «τραγωδίας των κοινών» (Tragedy of the Commons) εμφανίστηκε σε άρθρο του Hardin (1968). Ο Hardin, αποδεχόμενος τις βασικές ιδέες του Malthus, υποστήριξε την ανάγκη περιορισμού του πληθυσμού μέσα από επιστημονικές μεθόδους προκειμένου να εξασφαλιστεί η λειτουργία και η αναπαραγωγή του πολιτισμού και της οικονομίας.

5 Έμμεση κρατική παρέμβαση σε κάθε περίπτωση υφίσταται εφόσον το κράτος καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο των διαπραγματεύσεων (τα δικαιώματα ιδιοκτησίας) των ενδιαφερομένων μερών.

6 Σύμφωνα με το κριτήριο Pareto: «Μια κατάσταση είναι άριστη, αν καμιά αλλαγή της δε θα μπορούσε να βελτιώσει τη θέση έστω και ενός μέλους της κοινωνίας χωρίς να χειροτερέψει τη θέση κάποιου άλλου. Άρα μια κατάσταση δεν έχει φτάσει ακόμη να είναι άριστη, με την παραπάνω έννοια, όταν μπορούν να γίνονται αλλαγές που θα βελτίωναν τη θέση κάποιου ή κάποιων μελών της κοινωνίας χωρίς να χειροτερεύουν τη θέση κανενός» (Καράγιωργας χ.χ.έ.: 43). Επομένως, εκκινώντας από μια δεδομένη κατάσταση ρύπανσης, οποιαδήποτε μεταβολή που χειροτερεύει τη θέση είτε του συνόλου των διαπραγματευόμενων είτε της μιας πλευράς τους οδηγεί σε απόκλιση από την κατά Pareto αριστοποίηση.

7 Εντούτοις, στην περίπτωση που το θεσμικό πλαίσιο αναγνωρίζει δικαιώματα ιδιοκτησίας στον ρυπαίνοντα, είναι πιθανό η διαπραγμάτευση μεταξύ θυτών και θυμάτων της ρύπανσης να είναι μεν «επιτυχής» αλλά να οδηγήσει σε αύξηση του επιπέδου ρύπανσης. «Έτσι όταν η απονομή γίνεται στον ρυπαίνοντα, γίνεται μεταβίβαση εισοδήματος από τα μέρη που υφίστανται τη ζημία προς τον ρυπαίνοντα, καθώς τον δωροδοκούν προκειμένου να μειώσει τη ρύπανση που προκαλεί (…) [Ε]άν αυτή η αναδιανομή του εισοδήματος έχει σοβαρή επίπτωση στο εισόδημα του ρυπαίνοντα, μπορεί να αυξήσει τη ζήτησή του για αγαθά, συμπεριλαμβανομένης και της ζήτησης» αγαθών που προκαλούν τη ρύπανση (Βλάχου 2001: 63).

8 Πρόκειται για όψη του λεγόμενου «παράδοξου του Jevons». Ο Jevons (1865) εξήγησε ότι οι βελτιώσεις στις ατμομηχανές, οι οποίες επέφεραν μείωση στη χρήση κάρβουνου ανά μονάδα παραγωγής, συνέβαλαν επίσης στην αύξηση της κλίμακας της παραγωγής, καθώς χτίστηκαν περισσότερα και μεγαλύτερα εργοστάσια. Συνεπώς, η αυξημένη αποδοτικότητα στη χρήση κάρβουνου επέφερε το παράδοξο αποτέλεσμα της αύξησης της συνολικής κατανάλωσης κάρβουνου.

9 Είναι μάλιστα δυνατόν μεταξύ των ρυπαινόντων να αναπτύσσονται θετικές εξωτερικές οικονομίες παραγωγής (για την έννοια, βλ. Καράγιωργα χ.χ.έ.: 184), δηλαδή, η παραγωγή του ενός να μειώνει το κόστος παραγωγής του άλλου και τανάπαλιν. Στην περίπτωση αυτή συγκροτείται μια ισχυρή ενότητα ρυπαινόντων έναντι τρίτων (επιχειρήσεων ή καταναλωτών-«νοικοκυριών»).

10 Όταν μάλιστα συνδυάζονται θετικές και αρνητικές εξωτερικές (περιβαλλοντικές) οικονομίες τότε η αδυναμία αυτή πολλαπλασιάζεται.

11 Στην ανάλυση της διαφορικής προσόδου ο Μαρξ, ακολουθώντας τον Ρικάρντο (1992: 58), προϋποθέτει ότι η αγοραία τιμή των αγροτικών προϊόντων καθορίζεται από το χειρότερο κομμάτι γης, δηλαδή από τις δυσμενέστερες συνθήκες παραγωγής (Μαρξ 1978: 796-919). Ακολουθώντας τον Άνταμ Σμιθ, ο Μαρξ διασαφηνίζει ότι «η γαιοπρόσοδος (…) άλλων αγροτικών προϊόντων (…) καθορίζεται από τη γαιοπρόσοδο που δίνει το κεφάλαιο, το επενδεδυμένο στην παραγωγή του κύριου μέσου διατροφής». Συγκεκριμένα, «του κύριου φυτικού προϊόντος (...) του σιταριού γιατί αποτελεί το κύριο μέσο διατροφής των σύγχρονων, κεφαλαιοκρατικά ανεπτυγμένων λαών» (Μαρξ 1978: 766). Ένας τέτοιος μάλιστα καθορισμός, από τις χειρότερες συνθήκες, οδηγεί στην παραγωγή μιας «πλαστής κοινωνικής αξίας» στη γεωργία (Μαρξ 1978: 820), έναντι της βιομηχανίας όπου η αγοραία τιμή του προϊόντος καθορίζεται από τη «μέση τιμή (...) που βρίσκεται ανάμεσα στα δυο άκρα» (Μαρξ 1978: 225).

12 Εδώ, υπό μια έννοια, αντιστοιχεί η κριτική επισήμανση του Rubin (1994:165) αναφορικά με τους Φυσιοκράτες ότι «η βασική φυσική διαφορά που εντοπίζουν μεταξύ βιομηχανίας και υπαίθρου δεν υπάρχει».

13 Κατά την Βλάχου (2007-α: 210), η ανάλυση του Benton μετατρέπει τις θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς σε νατουραλιστικό ντετερμινισμό.

14 Σε μια τέτοια εκδοχή, ο N. Smith υποστηρίζει ότι «η φύση προοδευτικά παράγεται από τα μέσα [από τον ίδιο τον καπιταλισμό] ως μέρος της λεγόμενης δεύτερης φύσης» (παρατίθεται σε Castree 2000: 26). Ο Castree (2000: 24), υποστηρίζει ότι «ο στόχος του Smith ήταν να υπονομεύσει το δυϊσμό φύσης-κοινωνίας όπως εμφανίστηκε και στην ακαδημαϊκή και στην καθημερινή σκέψη». Σύμφωνα, εντούτοις, με τον Swyngedouw (1996: 69), ο Smith «πέφτει (…) στην παγίδα της ένταξης των φυσικών διαδικασιών κάτω από την ομπρέλα μιας αποκλειστικά κοινωνικά παραχθείσας και ελεγχόμενης φύσης».

15 Κατά τον Castree (2000: 29), ο D. Harvey [Justice, Nature and the Geography of Difference (1996)], ακολουθώντας τον N. Smith, υποστηρίζει ότι «η φύση μπορεί πράγματι να είναι “παραγόμενη” αλλά η παραχθείσα φύση, με τη σειρά της, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο απεριόριστο: έχει μια υλικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί».

16 Ένα τέτοιο πρόσθετο κέρδος δεν αποτελεί ένα «παροδικό φαινόμενο» που οφείλεται σε «νέες βελτιώσεις, ιδίως νέες μεθόδους παραγωγής» και το οποίο «εξαφανίζεται μόλις η εν λόγω βελτίωση εφαρμοστεί καθολικά» (Rubin 1994: 348), καθώς εδώ «[η] αιτία του πρόσθετου κέρδους [δεν] πηγάζει από το ίδιο το κεφάλαιο» (Μαρξ 1978: 801).

17 «Η φυσική δύναμη δεν είναι η πηγή του πρόσθετου κέρδους, αλλά μόνο η φυσική βάση γι’ αυτό, γιατί είναι η φυσική βάση της εξαιρετικά ανεβασμένης παραγωγικής δύναμης της εργασίας» (Μαρξ 1978: 804). Στην ίδια βάση προκύπτει και η διαφορική πρόσοδος Ι. Η φυσική γονιμότητα, π.χ., της καλλιεργήσιμης γης δεν είναι η πηγή αλλά η φυσική βάση του πρόσθετου κέρδους, καθώς επιφέρει εξαιρετικά ανεβασμένη παραγωγική δύναμη της εργασίας.

18 Ο Μαρξ, εκτός από τη μορφή του ΚΤΠ στη γεωργία, είχε εντοπίσει ως μορφή ενσωμάτωσης της γεωργίας στον καπιταλισμό και τη μορφή της αγροτικής μικροϊδιοκτησίας και παραγωγής (Μαρξ 1978: 980, 985 κ.ε.). Μελετώντας τον τρόπο αυτό γεωργικής παραγωγής, ο Μαρξ δεν απέκλεισε έσοδα πάνω από τα συνολικά κόστη παραγωγής για τους μικροαγρότες που παράγουν υπ’ αυτές τις συνθήκες – συνακόλουθα και την ταξική διαφοροποίηση μεταξύ αυτών των μικροαγροτών – εντούτοις υποστήριξε ότι η παραγωγή στις συνθήκες της αγροτικής μικροϊδιοκτησίας «γίνεται ανεξάρτητα από τη ρύθμισή της από το γενικό ποσοστό κέρδους» (Μαρξ 1978: 995). Στις συνθήκες αυτές, η διαφορική πρόσοδος Ι εξακολουθεί να υπάρχει και να «εμφανίζεται στο πλεονάζον υπερπροϊόν. Μόνο που πάει στην τσέπη του αγρότη εκείνου, η εργασία του οποίου πραγματοποιείται κάτω από ευνοϊκότερους φυσικούς όρους» (Μαρξ 1978: 989). Για λόγους απλούστευσης της ανάλυσής μας, δεν θα λάβουμε υπόψη μας τη μεσαία αστική τάξη, του υβριδικού τρόπου παραγωγής (βλ. Οικονομάκη 2000).

19 Ο δυισμός του O’Connor πιθανόν οφείλεται και στο ότι αντιλαμβάνεται την κρίση (αντίφαση) στην καπιταλιστική παραγωγή με όρους υποκαταναλωτικούς, ως αδυναμία πραγματοποίησης της υπεραξίας (O’Connor 1988: 18 κ.ε.).

20 «Θα ήταν μάλλον παραπλανητικό (…) να θεωρήσουμε την οικολογική βιωσιμότητα ξεχωριστά από τις συνθήκες μιας οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας του καπιταλισμού» (Λιοδάκης 2011: 94).

21 Ο Burkett (2007: 319) ασκεί κριτική στην ανάλυση της Βλάχου και του O’Connor ότι περιορίζουν «το ζήτημα των οικολογικών κρίσεων σε αυτό των κρίσεων συσσώρευσης».

22 Δεν θα πρέπει να συγχέονται οι μη-εμπορευματοποιημένοι φυσικοί πόροι γενικά με τους μη-παραγμένους από τη διαδικασία παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου φυσικούς πόρους. Εφόσον οι φυσικοί πόροι αποτελούν αντικείμενο ατομικής ιδιοκτησίας, αποτελούν και αντικείμενο εμπορευματικής ανταλλαγής, ακόμα και αν δεν έχουν παραχθεί από τη διαδικασία παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, εφόσον μια υδατόπτωση αποτελεί ιδιοκτησία, παρόλο που «δεν έχει αξία, γιατί δεν υπάρχει σ’ αυτήν υλοποιημένη εργασία» έχει τιμή: «Η τιμή αυτή δεν είναι παρά η κεφαλαιοποιημένη πρόσοδος» (Μαρξ 1978: 805-806).

23 Θα συμφωνήσουμε υπό μια έννοια με τη διαπίστωση της Βλάχου (2007-β: 248) ότι η «περιβαλλοντική υποβάθμιση δεν διαφεύγει της θεωρίας της αξίας». Το ότι η περιβαλλοντική υποβάθμιση δεν διαφεύγει της θεωρίας της αξίας δεν σημαίνει όμως και ότι είναι σε κάθε περίπτωση ορατή μέσω των τιμών της αγοράς, όπως η ίδια υποστηρίζει – μάλλον εγκλωβιζόμενη σε μια θεωρία κοστών παραγωγής. Η μαρξική θεωρία της αξίας και των τρόπων παραγωγής μπορεί να μας δείξει ότι η περιβαλλοντική υποβάθμιση είναι δυνατόν να διαφεύγει του μηχανισμού των τιμών, ακόμη και αν ξεχάσουμε την περίπτωση των μη-ενσωματωμένων άμεσα στη συσσώρευση φυσικών συνθηκών και πόρων.

24 Ένα απλό παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι επιδεινώνονται λόγω εξωτερικών περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων παραγωγής οι καθορίζουσες τις αγροτικές αγοραίες τιμές χειρότερες συνθήκες παραγωγής. Για να συνεχίσει το κεφάλαιο να παράγει σε αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να ανέβει η τιμή τόσο όσο να εξακολουθεί να λαμβάνει το μέσο κέρδος. Δηλαδή θα πρέπει να περάσει η εξωτερική περιβαλλοντική επιβάρυνση στις τιμές αγοράς. Αν το κράτος έχει επιβάλλει ανώτατη τιμή στα δεδομένα του κόστους προ της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, τότε το κεφάλαιο αυτό θα πάψει να παράγει. Δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο αν υποθέσουμε ότι η παραγωγή διεξάγεται υπό απλοεμπορευματικοπαραγωγικούς όρους. Η εξωτερική περιβαλλοντική επιβάρυνση παραγωγής θα μπορούσε να αποσπάσει το σύνολο του υπερπροϊόντος αυτών των παραγωγών, να μην περάσει στις τιμές αγοράς και η παραγωγή να συνεχιστεί. Η κατάσταση δεν αλλάζει αν αντί της ανώτατης κρατικά επιβαλλόμενης τιμής υποθέσουμε ότι το καπιταλιστικό εμπορικό κεφάλαιο επιβάλλει τιμές αγοράς στους αγρότες παραγωγούς.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή