Το «Διεθνές Θησαυροφυλάκιο» και ο «Κανόνας του Χρυσού» Εκτύπωση
Τεύχος 121, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012


ΤΟ «ΔΙΕΘΝΕΣ ΘΗΣΑΥΡΟΦΥΛΑΚΙΟ»

ΚΑΙ Ο «ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ».

(Απόψεις για τη ρύθμιση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής σφαίρας

στο Μεσοπόλεμο και αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο)

του Βασίλη Ευαγγελίδη


1. Η προβληματική για την ίδρυση «Διεθνούς Θησαυροφυλακίου»

Από το 1945 και μετά, στο περιοδικό της Αριστεράς Ανταίος είχαν δημοσιευτεί μια σειρά άρθρα για την ίδρυση του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Τη χρονιά εκείνη, η Ελλάδα φερόταν ότι έπρεπε να καταβάλλει 40 εκατ. δολάρια για την ίδρυση του ΔΝΤ. Αμέσως μετά δέχθηκε να εφαρμόσει τον κανόνα του χρυσού που συνδεόταν με την ανάδειξη του δολαρίου σε διεθνές αποθεματικό νόμισμα.

Την ίδια χρονολογία, όπως μεταφέρει με ακρίβεια ο σχετικός Νόμος (1945), το αμερικάνικο περιοδικό New Republic δικαιολογούσε την ίδρυση του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αν δεν υπήρχαν οι καινούργιοι αυτοί οργανισμοί, μια χώρα όπως η Γιουγκοσλαβία θα έπρεπε, για την ανοικοδόμησή της, να δανειστεί με τους πολύ βαρείς και απαράδεκτους όρους που έθεταν οι ιδιωτικές πηγές, δηλαδή οι χρηματαγορές του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Αντίθετα, η Διεθνής Τράπεζα, σύμφωνα πάντα με το αμερικάνικο περιοδικό, θα έθετε τρία ερωτήματα στους δανειζόμενους: 1) Αν θα χρησιμοποιηθεί το δάνειο για παραγωγικούς σκοπούς. 2) Αν θα χρησιμοποιηθεί, ή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για πολεμικούς σκοπούς. 3) Αν εγγυάται η δανειζόμενη κυβέρνηση το δάνειο. «Αν η απάντηση στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα είναι “ναι” και στο δεύτερο “όχι”, τότε η τράπεζα θα κάνει το δάνειο, ή, πιο πιθανά, θα το εγγυηθεί», παρατηρούσε ο αρθρογράφος του Ανταίου (Ν., 1945). Επίσης, αν η Παγκόσμια Τράπεζα πρόσφερε την εγγύησή της για ιδιωτική δανειοδότηση, τότε θα έπαιρνε για τη συμμετοχή της ένα ποσοστό 1% κατά έτος, που θα πήγαινε στο ασφαλιστικό της ταμείο.

«Από την άλλη, το Διεθνές Θησαυροφυλάκιο (Διεθνής Τράπεζα Κεφαλαίων) εξυπηρετεί εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Ο σκοπός του είναι να αποτρέπει τις μεγάλες διακυμάνσεις στο νόμισμα μιας χώρας, είτε γίνονται σκόπιμα είτε προέρχονται από ανεξάρτητους οικονομικούς λόγους […] Το Θησαυροφυλάκιο θα χρησιμοποιείται για να εξισώνει τις μικρές και προσωρινές διαφορές στις τιμές συναλλάγματος, όπως έκαναν άλλοτε τα “ταμεία σταθεροποίησης” […] Οι κυβερνήσεις […] αναλαβαίνουν την υποχρέωση, κατά τη συμφωνία, να διατηρήσουνε το νόμισμά τους στη συμφωνημένη τιμή, που μπορεί μόνο να κυμαίνεται σε ένα περιθώριο ενός τα εκατό, να καθορίσουνε το νόμισμά τους σε χρυσό, και να μην επιβάλλουνε περιορισμούς στις πληρωμές για την εξόφληση των τρεχόντων εμπορικών ισολογισμών. Αν μια κυβέρνηση έχει σκοπό να μεταβάλλει την τιμή του νομίσματός της κατά 10% ή και λιγώτερο, αναλαβαίνει την υποχρέωση να συμβουλευτεί το θησαυροφυλάκιο προτού προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια πράξη. Μια μεταβολή πάνω από 10% μπορεί να γίνει μόνο με την έγκριση του Διεθνούς Θησαυροφυλακίου» (Ν., 1945).

Όλοι θυμόντουσαν την οικονομική καταστροφή του 1930, όταν οι νομισματικές αναταραχές επεκτείνονταν από τη μια χώρα στην άλλη, καταστρέφοντας τις βάσεις της συνεργασίας και της ειρήνης. Το όνομα του λόρδου Keynes, συνδέθηκε το 1943 με τη πρόταση για ένα Διεθνές Γραφείο Συμψηφισμών, ενώ στις αρχές του 1944 έφθασε στην Ουάσιγκτον Σοβιετική αντιπροσωπεία για να συζητήσει το ανάλογο σχέδιο της αμερικάνικης κυβέρνησης (Πάσκος, 1945). Μετά τη θετική γνωμοδότηση ειδικών από 30 χώρες, ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 1944 η διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς.

Το προτεινόμενο σχέδιο υποτίθεται ότι προσπαθούσε να σπάσει το εμπορικό μονοπώλιο ορισμένων χωρών και να εγγυηθεί μεταφορές χρηματικών πόρων χωρίς το φόβο ανεξέλεγκτων συναλλαγματικών διακυμάνσεων. Σαν στόχοι του Διεθνούς Θησαυροφυλακίου προβάλλονταν [τότε που διαπραγματευόταν τη συμμετοχή της ακόμα κι η ΕΣΣΔ] η αύξηση της παραγωγικότητας, η νομισματική σταθερότητα, η εξασφάλιση του ισοζυγίου πληρωμών των χωρών, κλπ. Οι χώρες που συμμετείχαν δέχτηκαν τον λεγόμενο «κανόνα του χρυσού», ώστε να εκφράζεται η αξία του νομίσματος κάθε χώρας σε χρυσό ή σε δολάρια και να ελέγχεται η σταθερότητά του με τη σχέση του με το χρυσό και το δολάριο. Η εισφορά κάθε χώρας είχε καθορισθεί αρχικά σύμφωνα με τον παρακάτω Πίνακα (Πάσκος, 1945):

Ο λεγόμενος κανόνας του χρυσού πρόβλεπε ότι κάθε χώρα θα κατέβαλε το 25% της εισφοράς της, εφόσον δεν ξεπερνούσε το 10% των αποθεμάτων της, σε χρυσό ή σε δολάρια. Το υπόλοιπο 75% θα πληρωνόταν στο νόμισμα της χώρας (Πάσκος, 1945). Επίσης, το μέγεθος της συμμετοχής κάθε χώρας θα καθόριζε και τον αριθμό των ψήφων που θα διέθετε στο Διεθνές Θησαυροφυλάκιο. Με βάση τα δεδομένα του 1945, οι ΗΠΑ διέθεταν τα 28% του συνόλου των ψήφων, η Βρετανία το 13,4%, η Ρωσία το 12,4%, η Κίνα το 5,8%, η Γαλλία το 4,8%, οι Ινδίες το 4,3%, ο Καναδάς τα 3,3%. Ο αριθμός των ψήφων κάθε χώρας αυξομειωνόταν όμως, ανάλογα με το αν αγόραζε ή πουλούσε το νόμισμά της στο Θησαυροφυλάκιο.

Επιπλέον, η συμμετοχή μιας χώρας στην Παγκόσμια Τράπεζα Ανοικοδόμησης, που θα διέθετε ονομαστικό κεφάλαιο 10 δις δολάρια, επιτρεπόταν μόνο στα μέλη του Διεθνούς Θησαυροφυλακίου. Κάθε μετοχή της Παγκόσμιας Τράπεζας έπρεπε να πληρωθεί κατά 2% σε χρυσό ή δολάρια, κατά 18% στο νόμισμα της ενδιαφερόμενης χώρας, και κατά 80% σε χρυσό ή δολάρια ή στο ζητούμενο από την τράπεζα νόμισμα.

Με δεδομένη πάντως την καπιταλιστική πραγματικότητα και την προτίμηση της Τράπεζας να μην χρησιμοποιεί τα επισφαλή νομίσματα των δανειζόμενων χωρών (Πάσκος, 1945), ήταν εξαιρετικά απίθανο να αμβλυνθεί η τάση για ενίσχυση του δολαρίου. Η συμμετοχή στην Παγκόσμια Τράπεζα είχε καταμεριστεί το 1945 ως 31,4% για τις ΗΠΑ, 13% για τη Βρετανία, 12% για την ΕΣΣΔ, 6,1% για την Κίνα, 4,1% για τη Γαλλία, κ.λπ.

2. Ο «κανόνας» του χρυσού

Η σημασία του χρυσού για την παγκόσμια οικονομία είχε ήδη γίνει αντικείμενο μελέτης στην προπολεμική Ελλάδα, για παράδειγμα από τον αγροτολόγο Χρυσό Ευελπίδη (1931), μετέπειτα υπουργό Γεωργίας και Οικονομικών. Το ενδιαφέρον ήταν αναμενόμενο, μέσα στη μεγάλη ύφεση του 1929. Ο Βεργόπουλος (2008: 328) περιγράφει την κρίση με τον ακόλουθο τρόπο:

«Οι επιπτώσεις από την αμερικανική κρίση ήταν τεράστιες σε παγκόσμια κλίμακα. Παρ’ όλα αυτά, η Αγγλία κατόρθωσε να αποτρέψει την εκδήλωση της κρίσεως στο εσωτερικό της επί δύο σχεδόν χρόνια. Η Ελλάδα, έχοντας συνδέσει τη δραχμή με τη λίρα και χάρη στις συνεχείς παρεμβάσεις της κυβερνητικής πολιτικής, κατόρθωσε να διατηρήσει τη σταθεροποίηση του 1928 για όσο διάστημα η αγγλική λίρα παρέμενε ελεύθερα μετατρέψιμη σε χρυσό. Όμως, αφότου η Αγγλία εγκατέλειψε επίσημα τη χρυσή βάση και επέβαλε την αναγκαστική κυκλοφορία του νομίσματός της (20 Σεπτεμβρίου 1931), η ελληνική σταθεροποίηση δεν είχε πλέον καμιά ελπίδα να διατηρηθεί».

Αν ακολουθήσουμε αυτή την περιγραφική εξήγηση, οφείλουμε πάντως να λάβουμε υπόψη την προηγηθείσα μεγάλη υπερτίμηση (επικαταλλαγή) της αγγλικής λίρας (Βερέμης και Κολιόπουλος, 2006), από 270 δρχ. τον Ιούλιο του 1925 στις 350 δρχ. το Μάρτιο του 1926. Τα έξοδα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους είχαν έτσι αυξηθεί διαμιάς κατά 335 εκατομμύρια δρχ. Η υπερτίμηση είχε λάβει χώρα λίγο πριν την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδας (στο μοντέλο της Τράπεζας της Αγγλίας), σε μια εποχή που ο Keynes (Skidelsky, 2009) κερδοσκοπούσε στην αγορά συναλλάγματος αγοράζοντας δολάρια και πουλώντας μάρκα, λιρέτες, κ.λπ.

Πάντως, η εγκατάλειψη της χρυσής βάσης υιοθετήθηκε σύντομα από πολλές χώρες που ήταν συνδεμένες με το αγγλικό εμπόριο, γιατί φοβήθηκαν τη διεθνή διατάραξη των τιμών. «Στην Αγγλία, η εγκατάλειψη του χρυσού επέφερε αμέσως μια έμπρακτη υποτίμηση της λίρας κατά 20%. Η υποτίμηση της λίρας συνεχίσθηκε και έφθασε τα 35% το Σεπτέμβριο του 1933» (Βεργόπουλος 2008: 328). Εφόσον η λίρα δεν αντιπροσώπευε πλέον μια σταθερή ποσότητα χρυσού, ο Βενιζέλος ανακάλεσε τη συναλλαγματική ισοτιμία του 1928 (1 λίρα = 375 δραχμές), και όρισε μια νέα με βάση το δολάριο (1 δολάριο = 77 δραχμές), ισοδύναμη με την προηγούμενη, αλλά και με τη ισχύουσα σχέση της δραχμής προς το χρυσό (100 δραχμές = 1,952634 γραμμάρια χρυσού), με δεδομένο ότι το δολάριο παρέμενε στο χρυσό κανόνα. «Στην υποτίμηση της λίρας, στην αυξανόμενη ζήτηση χρυσού και ξένου συναλλάγματος, η κυβέρνηση δεν αντέδρασε παρά διατάζοντας το επ’ αόριστον κλείσιμο του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξακολούθησε να χορηγεί συνάλλαγμα χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς» (Βεργόπουλος, 2008: 328).

Οι κεφαλαιοκράτες αλλά και γενικότερα οι κάτοχοι χρήματος εκτίμησαν ότι, μετά την υποτίμηση της στερλίνας, ήταν αδύνατο να διατηρηθεί η σταθερή ισοτιμία της δραχμής και απάντησαν στο κλείσιμο του Χρηματιστηρίου με μια άνευ προηγουμένου δυσπιστία προς τη δραχμή, μετατρέποντας το κεφάλαιό τους σε χρυσό ή ξένο συνάλλαγμα. Το αποτέλεσμα ήταν να πληθύνουν οι κερδοσκοπικές μεταβιβάσεις και να εξανεμιστούν τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Τράπεζας της Ελλάδος, που έφτασαν από 38,9 εκατομμύρια δολάρια το 1930, σε μόλις 2,5 εκατομμύρια δολάρια στις αρχές του 1932. Έτσι, κατέστη αναπόφευκτη η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και η δημοσιονομική πτώχευση. Παράλληλα, οι συναλλαγματικοί περιορισμοί που προσπάθησε να εφαρμόσει η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος (αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου από 9% σε 12% στις 26 Σεπτεμβρίου του 1931 και μείωση της νομισματικής κυκλοφορίας κατά 25% από το 1930 ως το 1932), είχαν αρνητικά αποτελέσματα στην πραγματοποίηση των εισαγωγών.

Η διεθνής οικονομική ύφεση εμφανίστηκε αρχικά στην Ελλάδα σαν μείωση των εσόδων του κράτους από τους δασμούς και σαν κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών. Η υποτίμηση της λίρας όχι μόνο έκλεινε την αγγλική αγορά για τα ελληνικά προϊόντα, αλλά τώρα πια περιορίζονταν και οι εισαγωγές, ενώ άνοιγε ο δρόμος για τον έντονο παρεμβατισμό και τον προστατευτισμό. Μια άλλη πτυχή του προβλήματος ήταν ο ενδοτραπεζικός ανταγωνισμός ανάμεσα στην Εθνική και την Τράπεζα της Ελλάδος, που συνοδεύτηκε από καταγγελίες για φυγάδευση χρηματικών κεφαλαίων σε αγορές ελληνικών χρεογράφων σε χρυσό στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, από μέρους της Εθνικής (Βεργόπουλος, 2008).

Την περίοδο της κρίσης η εξυπηρέτηση του ελληνικού εξωτερικού χρέους είχε φθάσει να απορροφά πάνω από 40% των εσόδων του δημόσιου προϋπολογισμού και πάνω από 81% του συναλλάγματος που απέφεραν οι εξαγωγές στη χώρα. Ο Βενιζέλος, αφού απέτυχε να εξασφαλίσει νέο δάνειο και αναστολή της καταβολής των χρεωλυσίων για μια πενταετία, αποφάσισε τελικά, λίγο πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1932: Άρση της σταθερής ισοτιμίας της δραχμής με χρυσό ή συνάλλαγμα (που είχε ως αποτέλεσμα την υποτίμησή της κατά 60% ως το Δεκέμβρη του 1932), άρση της ελεύθερης μετατρεψιμότητας της δραχμής σε χρυσό ή συνάλλαγμα, κατάργηση της ελεύθερης αγοράς συναλλάγματος, αναστολή πληρωμής των χρεωλυσίων εξωτερικών και εσωτερικών δανείων από την 1η Μαΐου του 1932, αναστολή πληρωμής των τόκων των εξωτερικών δανείων και μείωση κατά 25% των τόκων για τα εσωτερικά δάνεια, μετατροπή σε δραχμές όλων των οφειλών σε ξένο συνάλλαγμα με βάση την τιμή 100 δραχμές = 1 δολάριο, αύξηση των δασμών κατά 70-200%, εκτός από τα είδη πρώτης ανάγκης, κ.λπ.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου πήρε τότε δυο πρωτοφανή για την ελληνική ιστορία μέτρα, όπως σχολιάζει ο Βεργόπουλος (2008), την επιβολή συστήματος ποσοτικών περιορισμών των εισαγωγών και την εγκαινίαση των εμπορικών ανταλλαγών με συμψηφισμό κατά είδος (clearing), δηλαδή χωρίς πληρωμή σε συνάλλαγμα. Οι εισαγωγές περιορίστηκαν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι τιμές των εγχώριων προϊόντων αυξήθηκαν μόνο κατά 13,4% σε σύγκριση με την υποτίμηση κατά 60% της δραχμής, πράγμα που έκανε τα εισαγόμενα προϊόντα 4 φορές ακριβότερα από πριν. Συνολικά σχεδιάστηκε μια πανοπλία της ελληνικής οικονομίας, ένα «επεξεργασμένο και αποτελεσματικό σύστημα για την προστασία και την ενθάρρυνση της εγχώριας παραγωγής» (Βεργόπουλος, 2008: 329).

Η Γερμανία είχε δεχθεί σοβαρά πλήγματα από τη διεθνή κρίση του 1929, και δεν είναι καθόλου τυχαίο που εφάρμοσε ευρύτατα «την πολιτική των εμπορικών συμψηφισμών, χωρίς την παρεμβολή νομίσματος ή με νόμισμα όχι ελεύθερο αλλά συνδεδεμένο με τους όρους της χώρας που το εκδίδει» (Βεργόπουλος, 2008: 330). Έτσι το γερμανικό εμπόριο άρχισε να υπερτερεί από το αγγλικό σε ορισμένες περιοχές, όπως στα βαλκανικά κράτη, όπου στις παραμονές του πολέμου η Γερμανία έλεγχε το 35% του εξωτερικού εμπορίου. Παράλληλα, από το 1932 ως το 1938 οι ελληνικές εξαγωγές στη Γερμανία είχαν αυξηθεί από 14% του συνόλου σε 40% περίπου. Προσωρινά όμως, μέχρι την επιστροφή του καθεστώτος Μεταξά σε φιλοβρετανική γραμμή (Βερέμης και Κολιόπουλος, 2006).

3. Γεωργία και χρυσός κανόνας. Η προσέγγιση του Ευελπίδη

Σύμφωνα με τον Ευελπίδη (1931), τα γεωργικά κράτη διαπίστωναν ότι τα έσοδα από τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων μειώνονταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις πληρωμές τους για την αγορά βιομηχανικών προϊόντων. Η δυσανάλογα μικρή ελάττωση των χρεολυσίων – σε σύγκριση με τον τιμάριθμο – προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στο εμπορικό ισοζύγιο των χωρών αυτών. Γι’ αυτό το λόγο, τα κατεξοχήν εξαγωγικά κράτη γεωργικών προϊόντων, ο Καναδάς, η Αργεντινή και η Αυστραλία, είχαν απαγορεύσει, άμεσα ή έμμεσα, την εξαγωγή χρυσού, εγκαταλείποντας το κλασικό σύστημα της άνευ περιορισμού μετατροπής του εθνικού τους συστήματος σε χρυσό, η οποία, σύμφωνα με το συγγραφέα τουλάχιστον, θα μπορούσε να εγγυηθεί τη συναλλαγματική ισορροπία.

Ένα άλλο αποτέλεσμα της κρίσης είναι ο περιορισμός του κύκλου του εμπορίου, που περιορίζει τον κύκλο των εργασιών όλων σχεδόν των οικονομικών κλάδων. Ο Ευελπίδης (1931) εξέταζε την επίδραση του χρυσού κανόνα στις τιμές, δηλαδή τον λεγόμενο νομισματικό και πιστωτικό παράγοντα. Η τιμή των προϊόντων αυξάνεται, όταν μειώνεται η αγοραστική αξία του χρυσού. Αντίθετα, η άνοδος της τιμής του χρυσού προκαλεί πτώση των τιμών των προϊόντων. Η ανακάλυψη χρυσού στα Ουράλια, την Καλιφόρνια και την Αυστραλία, είχε επιφέρει, κατά το 19ο αιώνα, ελάττωση της αγοραστικής δύναμης του χρυσού μετάλλου και γενική ύψωση του επιπέδου των τιμών των άλλων προϊόντων.

Μετά το 1877 όμως, η αγοραστική αξία του χρυσού αυξάνει, οι τιμές των προϊόντων υποτιμούνται και «η κρίσις αναφαίνεται» (Ευελπίδης, 1931: 17). Αλλά το 1887, άρχισε η εκμετάλλευση των χρυσοφόρων στρεμμάτων της Νότιας Αφρικής και μια δεκαετία μετά της Αλάσκας, οπότε η ισορροπία επανήλθε. Όταν η παραγωγή χρυσού έπεσε στο κατώτατο σημείο, δηλαδή την περίοδο 1880-90, οι τιμές των προϊόντων μειώθηκαν όσο ποτέ άλλοτε.

Η ανατίμηση των προϊόντων ξεκίνησε πάλι από το 1890 και μετά, φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο από το 1906 μέχρι την έναρξη του πολέμου, «έτη κατά τα οποία η χρυσοπαραγωγή ευρίσκεται εις το ανώτατον αυτής όριον». Βέβαια, αυτή η αύξηση των τιμών, στην Ευρώπη κυρίως, προέρχεται επίσης από την ύψωση των τελωνειακών δασμών και των φορολογικών βαρών. Αντίθετα, κατά τον πόλεμο οι διακυμάνσεις των τιμών προκαλούνται από άλλες αιτίες.

Όπως προσθέτει ο Ευελπίδης (1931: 17), «η ελάττωσις της παραγωγής του χρυσού ήρχισε κυρίως μετά τον πόλεμον και ιδία κατά τα έτη 1919-22, έτη ραγδαίας πτώσεως των τιμών». Στην Ελλάδα όμως η πτώση αυτή δεν έγινε έντονα αισθητή εξαιτίας της αθρόας εισροής ξένου συναλλάγματος από εφοπλιστικά κέρδη και μεταναστευτικά εμβάσματα.

Το 1930 η παγκόσμια παραγωγή χρυσού ήταν 14% μικρότερη της προπολεμικής. Την περίοδο εκείνη εξαντλούνταν τα αποθέματα χρυσού της Νότιας Αφρικής και γι’ αυτό υπήρχαν εισηγήσεις για μείωση της παραγωγής χρυσού. Όπως παρατηρούσε ο Ευελπίδης, η αποκλειστική χρήση του χρυσού ως νομισματικής βάσης που συνέβη με την κατάργηση της βάσης του αργύρου οδηγούσε σε αύξηση της ζήτησης χρυσού.

Ορισμένες τροποποιήσεις, όπως η αυξανόμενη χρήση των επιταγών, η εξάπλωση του συστήματος των πιστώσεων και κυρίως η συνήθεια εγκατάλειψης της χρήσης χρυσών νομισμάτων, μετέβαλαν τις συναλλακτικές συνήθειες. Το αποτέλεσμα ήταν να περιοριστούν οι ανάγκες σε μέταλλο και να αποταμιευτεί αποδοτικά ο χρυσός, αντί να ακινητοποιείται «εις τα θυλάκια ή τα ερμάρια των πολιτών. Ουσιαστικώς ο χρυσός δεν αποτελεί κυρίως πλέον σήμερον νόμισμα αλλά μάλλον την ασφάλειαν του νομίσματος». Έτσι, ταυτόχρονα με τη μείωση του ποσοστού της ετήσιας παραγωγής χρυσού κάτω από το 3% του παγκόσμιου αποθέματος, επιτεύχθηκε επίσης, από το 1913 και μετά, μέση αύξηση της ποσότητας του αποθέματος του χρυσού στις τράπεζες κατά 4,9% ετησίως.

Πολλοί οικονομολόγοι, ιδίως Άγγλοι, υποστήριζαν ότι η οικονομική κρίση οφειλόταν στην κακή κατανομή του υπάρχοντος χρυσού, αφού δύο κράτη, οι ΗΠΑ και η Γαλλία κατείχαν από κοινού τα 3/5 σχεδόν των υφιστάμενων αποθεμάτων χρυσού. Οι ΗΠΑ διατηρούσαν τα 2/5 και η Γαλλία το 1/5, προκαλώντας επιδείνωση της σπάνης χρυσού στην υπόλοιπη υφήλιο.

«Και το κακόν είναι ότι αι δύο αύται χώραι δεν κυκλοφορούν τον χρυσόν τούτον, οπότε θα επήρχετο σχετική ανατίμησις των τιμών εις αυτάς, έχουσα φυσικώς αντίκτυπον εις τας ξένας αγοράς, αλλ’ αποστειρώνουν κατά το πλείστον τούτον εις τα χρηματοκιβώτια των εκδοτικών Τραπεζών των» (Ευελπίδης, 1931: 18).

Οι χώρες που διαθέτουν χρυσό προβάλλουν υπέρογκες απαιτήσεις κάλυψης σε χρυσό. Γι’ αυτό το λόγο, όσες χώρες δεν διαθέτουν χρυσό αναγκάζονται ν’ αυξήσουν τον τόκο προεξοφλήσεως, με δυσμενή αποτελέσματα για το εμπόριο, που έχουν ως επακόλουθο την πτώση των τιμών και την ένταση της κρίσης.

«Είνε αληθές ότι η Γαλλία, έχουσα μεγάλα αποθέματα χρυσού, υποφέρει ολιγώτερον από την παγκόσμιον κρίσιν. Τούτο όμως νομίζομεν ότι δέον ν’ αποδοθή κυρίως εις την ισορροπίαν της Γαλλικής παραγωγής εν σχέσει με την κατανάλωσιν. Αντιθέτως, εις τας Ην. Πολιτείας η κρίσις παρουσιάζεται οξυτάτη, καθότι η πληθώρα κεφαλαίων επέφερε την υπάρχουσαν αύξησιν της παραγωγής, ήτις ζητεί σήμερον να εύρη κατανάλωσιν εις ξένας χώρας, των οποίων η αγοραστική δύναμις είνε μειωμένη ακριβώς ένεκα της ελλείψεως εις αυτάς επαρκούς χρυσού» (Ευελπίδης, 1931: 20).

Πάντως, η αύξηση των αποθεμάτων χρυσού δεν επέφερε ύψωση των τιμών ούτε στις ΗΠΑ ούτε στ’ άλλα γεωργικά εξαγωγικά κράτη, που τυχαίνει να είναι πλούσια σε πολύτιμα μέταλλα.

Το συμπέρασμα που συνήγαγε ο συγγραφέας ήταν ότι ο ανταγωνισμός στα γεωργικά προϊόντα δεν προερχόταν από τις χώρες με φθηνό νόμισμα – όπως συνέβαινε με τα βιομηχανικά προϊόντα – αλλά από χώρες με ακριβό νόμισμα (ΗΠΑ, Αργεντινή, Καναδάς και Αυστραλία).

Η κριτική που μπορεί να γίνει μέχρις αυτό το σημείο της ανάλυσης, είναι ότι όλες οι παραπάνω αντιλήψεις δεν ξεπερνούν τη λεγόμενη «νομισματολογία», αφού αρέσκονται να εντοπίζουν όλο κι όλο το οικονομικό ζήτημα στη σφαίρα της νομισματικής πολιτικής και κυκλοφορίας, υποτιμώντας την παραγωγική κίνηση της κοινωνίας.

Εντούτοις, οι εξελίξεις έδειξαν ότι η προσπάθεια ρύθμισης τόσο της διεθνούς νομισματικής κυκλοφορίας όσο και της αγοράς χρήματος δεν κατάφεραν να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά, ή πολύ περισσότερο να εξυπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον. Το τελευταίο μάλιστα ζήτημα αποτυπώνεται και στο θεσμικό επίπεδο. Το παράδειγμα της ίδρυσης της Τράπεζας της Ελλάδος είναι χαρακτηριστικό: Στην ίδρυσή της που έγινε με το Πρωτόκολλο της Γενεύης στις 15 Σεπτεμβρίου 1927, καθοριζόταν ότι το Δημόσιο ή οι Δημόσιες Επιχειρήσεις δεν μπορούν να κατέχουν άμεσα ή έμμεσα ποσό που να υπερβαίνει το 1/10 του ονομαστικού της κεφαλαίου, και ότι το Δημόσιο δεν μπορεί να ελέγχει τα βιβλία της Τράπεζας (Βενέζης: 1955). Το Δημόσιο παραμερίζεται δηλαδή από την Τράπεζα της Ελλάδος, μολονότι αυτή προσδιορίζεται ρητά ως εκδοτική και μη κερδοσκοπική τράπεζα, που διαχειρίζεται τα χρήματα του Δημοσίου και των Δημοσίων Επιχειρήσεων.

4. Η αμερικανική οικονομική κυριαρχία

και οι μεταπολεμικοί διεθνείς οργανισμοί

Στις 27 Δεκεμβρίου 1945 είχαν υπογράψει στην Ουάσιγκτον αντιπρόσωποι 28 κρατών τη Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς. Απουσίαζαν 16 χώρες που προηγουμένως είχαν δείξει ενδιαφέρον. «Η Σοβιετική Ένωση δεν υπέγραψε τη συμφωνία, δηλώνοντας λίγο αργότερα ότι προς το παρόν δεν θεωρεί σκόπιμο να μπει στη συμφωνία αν και εξακολουθεί να δέχεται τις βασικές αρχές οικονομικής και νομισματικής συνεργασίας που είχε επεξεργαστεί η Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς» (Καραγιώργης, 1946: 448). Στον κατάλογο συμμετείχαν, όπως συμπλήρωνε ο αρθρογράφος του Ανταίου: α) ο ιμπεριαλιστικός «αστερισμός» των Ηνωμένων Πολιτειών, η αποικία τους οι Φιλιππίνες και διάφορες ημι-αποικίες της Λατινικής Αμερικής, β) ο άλλος ιμπεριαλιστικός «αστερισμός» της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, χωρίς την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, αλλά με την Ολλανδία, την Αβησσυνία και την Ελλάδα, γ) η Γαλλία, δ) η Κίνα, ε) η Νορβηγία, στ) οι λαϊκές δημοκρατίες της Πολωνίας και της Γιουγκοσλαβίας.

Στη δημιουργία του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Ρούσβελτ, υποσχόμενος μόνιμη ειρήνη και καλύτερο δρόμο διεθνούς συνεργασίας και ασφάλειας. Η ΕΣΣΔ επίσης, δεχόταν αυτή τη δυνατότητα δημοκρατικής συνεργασίας. Όμως ο θάνατος του Ρούσβελτ έφερε στην εξουσία τη «στενοκέφαλη, ακόρεστη, αντισοβιετική, φιλοφασιστική, απομονωτική αλλά και ιμπεριαλιστική» μερίδα του βορειοαμερικανικού κεφαλαίου (Καραγιώργης, 1946: 450).

Οι ΗΠΑ είχαν βγει ενισχυμένες από τον πόλεμο, με την παραγωγική τους ικανότητα αυξημένη κατά 50%, ιδίως τη βιομηχανία παραγωγής μηχανών και εργαλείων που ήταν κι η σημαντικότερη μεταπολεμικά. Όμως, η εσωτερική αγορά των ΗΠΑ δεν θα μπορούσε ν’ απορροφήσει όλη αυτή τη βιομηχανική παραγωγή στην ειρηνική περίοδο. Χρειαζόταν λοιπόν ένας εξαγωγικός αναπροσανατολισμός της αμερικάνικης οικονομίας, η οποία προπολεμικά κατευθυνόταν μόνο κατά 5-7% προς τις εξαγωγές. Η δημιουργία των διεθνών οργανισμών θα εξυπηρετούσε την ανάγκη των ΗΠΑ για εκτεταμένο εξωτερικό εμπόριο. Για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού ήταν απαραίτητη η εξαγωγή κεφαλαίων από τις ΗΠΑ στο εξωτερικό είτε με τη μορφή μακροπρόθεσμων πιστώσεων, είτε με δάνεια, είτε με επενδύσεις.

Η Συμφωνία του Bretton Woods (Ιούλιος 1944) και οι διεθνείς οργανισμοί που προέκυψαν από αυτήν (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Παγκόσμια Τράπεζα: 27/12/1945), εξυπηρετούσαν ένα σχέδιο «παγκόσμιας ρύθμισης» του χρηματοπιστωτικού και νομισματικού συστήματος υπό την προϋπόθεση και στο πλαίσιο της μεταπολεμικής αμερικανικής οικονομικής ηγεμονίας.

Βιβλιογραφία

Βενέζης, Η. (1955). Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος. Αθήναι.

Βεργόπουλος, Κ. (2008). «Η ελληνική οικονομία από το 1926 ως το 1935». Στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ (2η Έκδοση). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Βερέμης, Θ. και Κολιόπουλος, Γ. (2006). Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια. Αθήνα: Καστανιώτης.

Ευελπίδης, Χ. (1931). Η γεωργική κρίσις, ιδία εν Ελλάδι (Ανατύπωσις εκ του Αρχείου Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, τόμος 11). Αθήναι.

Ν. (1945). Οι Διεθνείς Οργανισμοί του Μπρέτον Γουντς. Ανταίος, 1: 27.

Καραγιώργης, Κ. (1946). Διεθνής Οικονομική Συνεργασία ή Προκάλυμμα Αμερικανικής Οικονομικής Κυριαρχίας. Ανταίος, 21-22: 448-452.

Πάσχος, Ε. (1945). Για μια Διεθνή Οικονομική Συνεργασία. Ανταίος, 3: 84-87.

Skidelsky, R. (2009). Keynes: The Return of the Master. New York: PublicAffairs.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή