Ιδεολογικοί και πολιτικοί όροι αναπαραγωγής του συνολικού - κοινωνικού κεφαλαίου... Εκτύπωση
Τεύχος 124, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2013


ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΞ ΣΤΟΝ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ

του Χαράλαμπου Αβραάμ

1. Εισαγωγή: Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο

Ο «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» (Κ.Τ.Π.) είναι μία έννοια κλειδί στην ανάλυση του Μαρξ, αλλά και ένα πεδίο αντιπαράθεσης για τους Μαρξιστές. Η αποκωδικοποίησή του μπορεί να μας οδηγήσει σε διαφορετικές και ενίοτε συγκρουόμενες μεταξύ τους προσεγγίσεις, μιας και ο ίδιος ο Μαρξ είναι αρκετά αντιφατικός κατά την ανάλυσή του. Το παρόν άρθρο εκκινεί από την αναγνώριση της τομής που καταφέρνει ο Μαρξ στην ανάλυση των κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων. Θέλοντας να αποφύγει τις αντιφάσεις στις οποίες αναπόφευκτα οδηγούσαν οι βασικές φιλοσοφικές αρχές των κλασσικών αναλυτών, οι οποίοι ασπάζονταν τις ουσιοκρατικές προσεγγίσεις,1 ο Μαρξ ανέπτυξε μαζί με τον Ένγκελς την θεωρία της Ιστορίας.

Η ανάπτυξή της εκκινεί από την πρόταση πως δεν υπάρχει κάποια ενδότερη, αναλλοίωτη «φύση» του ανθρώπου η οποία καθορίζει με τη σειρά της τη συμπεριφορά του, αλλά η συμπεριφορά των ατόμων μεταβάλλεται ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, δηλαδή ανάλογα με την κοινωνία στην οποία δραστηριοποιούνται. Η κοινωνία, με τη σειρά της, δομείται στο πλαίσιο μιας σχέσης εξουσίας, η οποία προκύπτει από την ταξική πάλη. Δηλαδή, η ιστορική διαδικασία είναι μια διαδικασία με κινητήρια δύναμη (την πάλη των τάξεων) αλλά χωρίς υποκείμενο δημιουργό και δημιουργεί με τη σειρά της την κοινωνία ως ένα δομημένο όλον (οικονομικής, ιδεολογικής, πολιτικής) ταξικής εξουσίας.

Επομένως, κάθε τρόπος παραγωγής είναι ουσιαστικά η ιδιαίτερη μορφή την οποία λαμβάνει η εκάστοτε ιστορική σχέση ταξικής εξουσίας. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία αναδύονται οι κοινωνικές τάξεις οι οποίες, υπό το πρίσμα της θεωρίας που ανέπτυξε ο Μαρξ, έχουν δομικό ρόλο και διαμορφώνονται μέσα από τη σχέση ταξικού ανταγωνισμού και όχι ξέχωρα από αυτήν.2

Πέραν της ανάπτυξης ενός διαφορετικού θεωρητικού υποδείγματος, ο Μαρξ προχώρησε και στην ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης μεθόδου ανάλυσης των αντικειμένων που πραγματεύεται. Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι οι κοινωνικές σχέσεις ρυθμίζονται από εσωτερικούς, αιτιακούς καθορισμούς (νόμους - τάσεις, που ενίοτε ονομάζει ουσία), οι οποίες όμως δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές στο επίπεδο της πραγματικότητας. Αυτό το οποίο αντιλαμβανόμαστε είναι οι μορφές εμφάνισής τους, που αποκρύβουν τις εσωτερικές κανονικότητες που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις.3

Αυτήν ακριβώς τη μέθοδο εφαρμόζει όταν μελετά τον καπιταλισμό, κατά την ανάλυση της μορφής της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (Ε) και του χρήματος (Χ): Χ – Ε – Χ. Ο Μαρξ δείχνει στο Κεφάλαιο ότι η κυκλική αυτή κίνηση του χρήματος δεν είναι τίποτα άλλο από τη μορφή εμφάνισης των σχέσεων εκμετάλλευσης στο πλαίσιο ενός ιστορικά καθορισμένου τρόπου παραγωγής, του καπιταλιστικού. Πρόκειται εδώ για το σχήμα του χρήματος «ως αυτοσκοπού», δηλαδή ως κεφαλαίου, το οποίο ενοποιεί τις διαδικασίες παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων:

Χ1 - – (Π) → Ε΄ – Χ2, με Χ2 = Χ1 + ΔΧ, όπου η αρχική ποσότητα χρήματος Χ1 αγοράζει μέσα παραγωγής (Μ.Π.) και εργασιακή δύναμη (Ε.Δ.), τα θέτει υπό την εξουσία του κατόχου του χρήματος (του κεφαλαιοκράτη) κατά την παραγωγική διαδικασία (Π), από την οποία θα παραχθεί ένα εμπόρευμα (Ε΄), από την πώληση του οποίου θα προκύψει μια αυξημένη ποσότητα χρήματος Χ2 = Χ1 + ΔΧ, όπου ΔΧ είναι η επιπλέον ποσότητα χρήματος που παράχθηκε. Αυτό το οποίο χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό και τον διαχωρίζει από τους άλλους τρόπους παραγωγής είναι ακριβώς η διαφορετικότητα αυτών των σχέσεων εκμετάλλευσης η οποία εκφράζεται επίσης διαφορετικά στο επίπεδο των μορφών, που χαρακτηρίζονται από τη σχέση των ανθρώπων με τα αντικείμενα και τα προϊόντα της εργασίας.

Άρα, καπιταλισμός είναι εκείνο το σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας, στο οποίο μία τάξη κατέχει την οικονομική ιδιοκτησία και τη νομή των μέσων παραγωγής (οι κεφαλαιοκράτες) και η άλλη τάξη κατέχει μόνον την ικανότητά της για εργασία, την εργασιακή της δύναμη, απελευθερωμένη από κάθε άλλη δέσμευση (οι εργάτες). Ο εκμεταλλευτικός του χαρακτήρας έγκειται στην απόσπαση υπεραξίας από τους εργάτες, δηλαδή στην ιδιοποίηση από πλευράς κεφαλαιοκρατών αξίας η οποία παράχθηκε από τους εργάτες μέσω της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή της κατανάλωσης στο πλαίσιο μιας παραγωγικής περιόδου της εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής. Η σχέση αυτή εκφράζεται ως χρηματική σχέση, δηλαδή ως «κοινωνική σχέση του ενός εμπορεύματος με ένα άλλο εμπόρευμα» (Μαρξ 2009: 62).

Παρά τις επιμέρους επιδιώξεις των διαφορετικών ατομικών κεφαλαίων (των επιχειρήσεων), αυτές υπόκεινται στους νόμους της αγοράς. Ο μηχανισμός της αγοράς οργανώνει τα διαφορετικά ατομικά κεφάλαια σε συνολικό - κοινωνικό κεφάλαιο. Πρόκειται για μία δομική αλληλεξάρτηση, μέσω της οποίας τα ατομικά κεφάλαια οργανώνονται σε κοινωνική τάξη: λειτουργούν ως ενιαία κοινωνική δύναμη που αντιτίθεται στην εργασία και την εξουσιάζει.4 Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, οι καπιταλιστές ωθούνται στο να αυξάνουν συνεχώς το ποσοστό κέρδους τους συμπιέζοντας το μερίδιο του εργάτη από το τελικό προϊόν, είτε αυξάνοντας την παραγωγικότητα της εργασίας, είτε συμπιέζοντας το απόλυτο ύψος του μισθού, είτε εντατικοποιώντας την εργασία, είτε κάνοντας οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου, είτε με κατάλληλο συνδυασμό αυτών των μεθόδων.

Για να μπορέσει να υπάρξει μία τέτοια οργάνωση της παραγωγής, θα πρέπει να αναπτύσσονται και εκείνες οι ιδεολογικές παραστάσεις και οι πολιτικές σχέσεις, οι οποίες θα συγκαλύπτουν και θα νομιμοποιούν αυτές τις σχέσεις εξουσίασης. Η ιδεολογική παραγνώριση και νομιμοποίηση είναι κάτι που συναντάμε και σε άλλους τρόπους παραγωγής, π.χ. στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής όπου η διαιρετική τομή ήταν μεταξύ ευγενών και δουλοπάροικων και η εξουσία των πρώτων ντυνόταν με τη θέαση του ευγενούς ως εκπρόσωπου του θεού, της παράδοσης, κ.λπ. Οι ιδιαιτερότητες, όμως, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής έχουν σαν αποτέλεσμα τη διαφορετική διάρθρωση των επιπέδων (οικονομικού, πολιτικού, ιδεολογικού). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, όταν αναφερόμαστε στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μιλάμε απλώς για τις σχέσεις παραγωγής, αλλά και για τις ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις εκμετάλλευσης οι οποίες οργανώνουν όχι μόνον την παραγωγή, αλλά το σύνολο της κοινωνικής ζωής. Θα πρέπει να επιμείνουμε στην τελευταία πρόταση και να οριοθετηθούμε απέναντι στις αστικές αλλά και μερικές μαρξιστικές αναλύσεις που θεωρούν τα διαφορετικά επίπεδα (το οικονομικό, το πολιτικό, το ιδεολογικό) ως εξωτερικά το ένα προς το άλλο και αυτοαναπαραγώγιμα. Αντίθετα, θα πρέπει να δούμε το πώς η οργάνωση του κάθε επιπέδου ορίζεται από τις θεμελιώδεις συντεταγμένες του Κ.Τ.Π. ο οποίος πλέον δε αναφέρεται μόνον στις παραγωγικές σχέσεις, αλλά και στις ιδεολογικές και πολιτικές.

Υιοθετώντας αυτό το πλαίσιο ανάλυσης, για να εξετάσουμε την αναπαραγωγή του συνολικού - κοινωνικού κεφαλαίου δεν αρκεί να εξετάσουμε τους υλικούς όρους αναπαραγωγής του, αλλά θα πρέπει να δούμε και εκείνες τις ιδεολογικές και πολιτικές συνθήκες που πρέπει να πληρούνται. Ακριβώς εκεί παρεμβαίνει το κράτος, το οποίο νοείται πλέον ως οργανωτής συνολικά της καπιταλιστικής κοινωνίας. Για να γίνουν περισσότερο αντιληπτοί οι όροι δόμησης του καπιταλιστικού κράτους αλλά και οι θεμελιώδεις λειτουργίες του, θα δούμε την ανάπτυξη της θεωρίας του κράτους μέσα από τις αναπτύξεις μερικών εκ των βασικότερων θεωρητικών του μαρξισμού που καταπιάστηκαν με το θέμα.

2. Για την αναπαραγωγή

2.1. Απλή και διευρυνόμενη αναπαραγωγή του συνολικού - κοινωνικού κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο ενός τρόπου παραγωγής δεν αρκεί να εκτελείται απλώς η παραγωγική διαδικασία, αλλά θα πρέπει την ίδια στιγμή να δημιουργούνται (κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας) οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την επανεκκίνησή της. Να εξασφαλίζεται, δηλαδή, η δυνατότητα ύπαρξης και κυριαρχίας ενός τρόπου παραγωγής (έναντι και των υπόλοιπων τρόπων παραγωγής που εμφανίζονται στον εκάστοτε συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό). Με λίγα λόγια, θα πρέπει να εξασφαλίζονται οι όροι αναπαραγωγής των σχέσεων εκμετάλλευσης στους οποίους αναφέρεται ο εκάστοτε τρόπος παραγωγής. Αυτοί δεν είναι αμιγώς οικονομικοί, αλλά συγκροτούνται στην ενότητά τους με τις ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις που απαιτούνται για την δόμηση της κυριαρχίας υπό τη μορφή συναίνεσης.

Ως αναπαραγωγή ορίζεται η επανάληψη του προτσές της παραγωγής. Θα πρέπει, επομένως, κατά την παραγωγική διαδικασία, να εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι όροι για την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Εδώ, ακολουθώντας και την ανάλυση του Μαρξ, μπορούμε να διακρίνουμε δύο είδη αναπαραγωγής:

α) Απλή αναπαραγωγή: η περίπτωση στην οποία το ύψος του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας μιας περιόδου, κατά την εκκίνησή της, είναι ίδιο με εκείνο της προηγούμενης περιόδου.

β) Διευρυμένη αναπαραγωγή: η περίπτωση στην οποία η στάθμη του σταθερού ή/και του μεταβλητού κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας μιας περιόδου, τη στιγμή της εκκίνησής της, είναι υψηλότερο εκείνου της προηγούμενης περιόδου.

Ο εν λόγω διαχωρισμός της αναπαραγωγής γίνεται με βάση μεγέθη μόνον της οικονομικής σφαίρας (ύψος σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου), παρότι έχουμε ρητά αναφέρει ότι η αναπαραγωγή έχει να κάνει και με τα υπόλοιπα επίπεδα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πρόκειται, έτσι, για έναν καταρχήν διαχωρισμό τον οποίο έκανε ο ίδιος ο Μαρξ και είναι κοινά αποδεκτός από όλα τα ρεύματα της μαρξιστικής σκέψης. Αυτός θα εξειδικευτεί στα αμέσως επόμενα κεφάλαια, ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στην ανάλυση που έχει προηγηθεί.

2.2. Ιδεολογικοί και πολιτικοί όροι αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου

Ο Κ.Τ.Π., όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, συγκροτείται από την ενότητα των σχέσεων που διέπουν την κοινωνική ζωή τόσο σε οικονομικό, όσο και σε ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο. Επομένως, μαζί με την εγκαθίδρυση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αναδύονται, παράλληλα με τις οικονομικές σχέσεις, ορισμένες πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας δομικού χαρακτήρα.

Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση αυτού του ζητήματος, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον η θέση του πρώιμου Μαρξ πάνω στο ζήτημα του πολιτικού επιπέδου. Ο Μαρξ είχε καταπιαστεί με το ζήτημα του πολιτικού επιπέδου και πιο συγκεκριμένα με το ζήτημα του κράτους, αλλά χρησιμοποιώντας διαφορετικά αναλυτικά εργαλεία από αυτά που ο ίδιος ανέπτυξε κατά την περίοδο της ωριμότητάς του. Πιο συγκεκριμένα, ο Μαρξ στηλίτευσε τις θέσεις του Χέγκελ για το κράτος, υποστηρίζοντας ότι το κράτος (άρα και το πολιτικό επίπεδο το οποίο «ενσαρκώνεται» στο κράτος) είναι δημιούργημα της κοινωνίας των πολιτών (και όχι το αντίστροφο, όπως υποστήριζε ο Χέγκελ), το οποίο έχει αυτονομηθεί από αυτήν. Προχώρησε και ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας ότι οι δομές του κράτους δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να «αλλοτριώνουν» τα άτομα, όντας στην πραγματικότητα ένα «παράσιτο» της κοινωνίας των πολιτών. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια υποκειμενιστική οπτική – αντίστοιχη αυτής των ουσιοκρατικών προσεγγίσεων – η οποία θεωρεί ότι το άτομο φέρει εκ γενετής μία ευγενή «ουσία», η οποία υπόκειται σε αλλοτρίωση από τη στιγμή που το άτομο εισέρχεται στην κοινωνία. Αυτομάτως, η ιδεολογία ανάγεται σε μια ψευδή συνείδηση, την οποία οι επαναστατικές οργανώσεις οφείλουν να αποτινάξουν.

Μία πληθώρα συγγραφέων καταπιάστηκαν με το ζήτημα της αλλοτρίωσης, με πιο χαρακτηριστικούς τους Rosdolsky και Lukacs. Μάλιστα ο τελευταίος στο βιβλίο του Ιστορία και Ταξική συνείδηση (1923) δομεί μία ολόκληρη θεωρία της ιδεολογίας πάνω στον «φετιχισμό του εμπορεύματος», δηλαδή πάνω στο πρωτόλειο σχήμα με το οποίο ο Μαρξ εισάγει στο 1ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου την έννοια του φετιχισμού της κεφαλαιακής σχέσης (την οποία αναπτύσσει περαιτέρω κυρίως στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου).5 Υποστηρίζει πως όσο εντείνεται η καπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας, τόσο οι άνθρωποι τείνουν να χάνουν τα χαρακτηριστικά τους και η συνείδησή τους να υπαγορεύεται από το προτσές της κυκλοφορίας. Αυτή η συλλογιστική οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα πως η δράση των επαναστατικών οργανώσεων θα πρέπει να συντείνει στην αποκάλυψη αυτής της αλλοτριωτικής δομής, της οποίας τα αποτελέσματα βιώνει πιο έντονα το προλεταριάτο (επομένως δύναται να αντιληφθεί καλύτερα και γρηγορότερα τη λειτουργία του συστήματος). Η τάξη των προλετάριων γίνεται αντιληπτή ως τάξη - Μεσσίας, η οποία μπορεί να λυτρώσει το σύνολο της κοινωνίας από την εκμετάλλευση άπαξ και συνειδητοποιηθεί.

Ο ύστερος Μαρξ, όμως, οριοθετείται σαφώς απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις, θεωρώντας την κοινωνία ως ένα δομημένο όλον από το οποίο καθορίζεται η συνείδηση των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό της. Προχωρώντας το συλλογισμό του, μπορούμε να δούμε πως οι οικονομικές σχέσεις δεν υφίστανται μόνες τους, αλλά συμπληρώνονται από ορισμένες θεμελιώδεις «αξίες» οι οποίες συνιστούν πολιτικές-ιδεολογικές σχέσεις. Αυτές είναι οι «καθολικές αξίες της τυπικής και αφηρημένης ελευθερίας και ισότητας» (Πουλαντζάς 2009: 122).

Οι νομικές σχέσεις ισότητας και ελευθερίας συναρτώνται βεβαίως με τις σχέσεις που διέπουν τη σφαίρα της κυκλοφορίας. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με πολιτικές σχέσεις, οι οποίες αναδύονται ακριβώς σε εκείνην την κοινωνία όπου κυριαρχούν οι ανταλλαγές εμπορευμάτων, η αυτονόμηση των παραγωγών, η ιδιωτικοποίηση και μοριοποίηση της κοινωνίας. Για να γίνουμε πιο σαφείς, «η διαδικασία “αφαίρεσης” και “εξίσωσης” στο εσωτερικό ακριβώς της διαδικασίας της εργασίας, αυτή η αυτονόμηση και “ιδιωτικοποίηση” των ατόμων στο εσωτερικό της διαδικασίας των ανταλλαγών και των συνακόλουθων μορφών ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ανταγωνισμού, αντιστοιχεί, στο πολιτικό επίπεδο, στις αξίες της τυπικής και αφηρημένης ελευθερίας και ισότητας και στο “χωρισμό” της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους» (Πουλαντζάς 2009: 122-3).

Στο βαθμό, λοιπόν, που ο καπιταλισμός έχει ως προαπαιτούμενο τη μοριοποίηση της κοινωνίας, οι κοινωνικές σχέσεις που τον συνέχουν διαφοροποιούνται από άλλους τρόπους παραγωγής και έχουμε την εμφάνιση του «καθαυτό πολιτικού επιπέδου». Αντίθετα, στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, το πολιτικό επίπεδο δεν αυτονομείται από το οικονομικό, εφόσον η ύπαρξή του σε πολιτικό επίπεδο (στη δημόσια κοινότητα) ταυτιζόταν με την οικονομικο – κοινωνική πρακτική του στο πλαίσιο ενός αυστηρά ιεραρχημένου κοινωνικού σχηματισμού.

Ακόμη, δεν θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την ιδεολογία ως ένα αλλοτριωτικό φαντασιακό από το οποίο πρέπει να απελευθερωθούμε, αλλά ως «αυθεντικές κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούνται στην ταξική πάλη, εκφράζονται από ιδεολογικούς μηχανισμούς και διαφοροποιούνται από τις σχέσεις παραγωγής, οι οποίες καθορίζουν τις ιδεολογικές σχέσεις μόνον σε τελική ανάλυση» (Μηλιός κ.ά. 2005: 142). Αυτές οι σχέσεις, δηλαδή, αποτελούν βίωμα των ανθρώπων μέσω των οποίων αντιλαμβάνονται τις συνθήκες ζωής τους. Έχουν έτσι αντικειμενική υπόσταση, ενώ οι ιδιαίτερες μορφές τις οποίες προσλαμβάνουν αυτές οι σχέσεις ανάγονται στην ειδική σχέση του ιδεολογικού επιπέδου με το πραγματικό σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, δηλαδή διαφοροποιούνται ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των τελευταίων. Η αντιστοίχιση των ιδεολογικών παραστάσεων με τον καθορισμένο τρόπο παραγωγής φανερώνεται ξεκάθαρα στην αναφορά του Μαρξ για τους καπιταλιστές, τους οποίους χαρακτηρίζει ως «φορείς του κεφαλαίου», και «προσωποποιημένο κεφάλαιο» (Μαρξ 2009: 244), θέλοντας να δείξει ακριβώς το πώς η συνείδηση των κεφαλαιοκρατών καθορίζεται από τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία.

Τέλος, να σημειώσουμε ότι η εμφάνιση του πολιτικού στον καπιταλισμό ως ένα επίπεδο σχετικά αυτονομημένο των υπολοίπων, με ειδική δραστικότητα και προσίδια ενότητα είναι συνυφασμένη με την εμφάνιση του κράτους και των δομών που το αποτελούν. Αυτός είναι ο τόπος όπου διαμορφώνονται και πραγματώνονται αυτές οι σχέσεις και γι’ αυτό παρατηρούμε και την αυτονόμηση του κράτους από την «κοινωνία των πολιτών». Οι μορφές της παρέμβασης του κράτους διαφοροποιούνται ανάλογα με τον κάθε ξεχωριστό σχηματισμό, καθώς και το στάδιο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων. Παρόλα αυτά, μπορούμε να πούμε ότι το Κράτος (υπό την παρούσα μορφή του) δεν εμφανίζεται αλλού στην ιστορία, η ανάπτυξή του είναι συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των πολιτικών σχέσεων του Κ.Τ.Π. και έχει ορισμένες δομικές λειτουργίες οι οποίες συντείνουν ακριβώς στο να δημιουργούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις (σε κάθε επίπεδο) για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου. Με αυτά τα ζητήματα θα καταπιαστούμε στη συνέχεια.

3. Το κράτος και ο ρόλος του στην αναπαραγωγή

του συνολικού - κοινωνικού κεφαλαίου

Ερχόμαστε, λοιπόν, στο ζήτημα του κράτους που αναδύεται ως σχετικά αυτονομημένη οντότητα με προσίδια δραστικότητα στο βαθμό που το πολιτικό επίπεδο αυτονομείται σχετικά από το οικονομικό, κάτι που συμβαίνει μόνον στον Κ.Τ.Π. Προτού δούμε την εξέλιξη της θεωρίας του κράτους στη μαρξιστική συζήτηση, να τονίσουμε πώς επιλέχθηκαν ως «σταθμοί» αυτής της εξέλιξης ορισμένοι συγγραφείς, των οποίων το έργο και θα εξετάσουμε. Η επιλογή έγινε για καθαρά πρακτικούς λόγους, μιας και στο πλαίσιο ενός άρθρου δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε μια κριτική αποτίμηση όλων των θεωρητικών που συνεισέφεραν σε αυτήν την κουβέντα. Ωστόσο, δεν λείπουν οι αναφορές σε ετερόδοξες (ως προς τις αναλύσεις που εξετάζουμε) θεωρήσεις, στο βαθμό που αυτές είτε επηρέασαν τη μαρξιστική προβληματική του κράτους (όπως συνέβη με τον σοβιετικό μαρξισμό) είτε μας βοηθούν να διασαφηνίσουμε λεπτά σημεία της θεωρίας. Έπειτα, τα έργα των συγγραφέων με τους οποίους καταπιανόμαστε απέχουν μεταξύ τους ένα εύλογο διάστημα.6 Σε αυτό το διάστημα υπήρξαν προφανώς αρκετές επεξεργασίες οι οποίες μάλιστα προλείαναν το έδαφος για τον καθένα. Χαρακτηριστικά, να αναφέρουμε ότι μεταξύ των Λένιν και Αλτουσέρ τρομερό ενδιαφέρον εμφανίζουν οι θέσεις του Πασουκάνις για τον νομικό φετιχισμό, αλλά και του Γκράμσι για το θέμα της ηγεμονίας. Γι’ αυτό και η αναφορά σε αυτούς στις αναλύσεις που ακολουθούν είναι αναπόφευκτες. Τέλος, να σημειώσουμε ότι σε αυτό το κομμάτι καταπιανόμαστε κυρίως με την παρέμβαση του κράτους σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και αναφερόμαστε στον οικονομικό μηχανισμό του κράτους, όπως τον αναφέρει ο Λένιν, μόνον στο βαθμό που ορισμένα ζητήματα άπτονται και των οικονομικών σχέσεων.

3.1. Το κράτος στον Μαρξ

Στο Κεφάλαιο αλλά και τα άλλα έργα του Μαρξ που ακολούθησαν τη θεωρητική τομή που αυτός κατάφερε στην αναλυτική προσέγγιση των οικονομικών και κοινωνικών φαινομένων, ο Μαρξ δεν ανέπτυξε μια συνεκτική θεωρία του κράτους, παρά αρκέστηκε σε επιμέρους αναπτύξεις και επισημάνσεις όσον αφορά τις μορφές παρέμβασής του. Έτσι, σταχυολογώντας μπορούμε να βρούμε ορισμένες αναφορές οι οποίες οριοθετούν, σε πρώτη φάση, την προσέγγιση του ώριμου Μαρξ.

Στο Κεφάλαιο η πρώτη αναφορά του στο κράτος γίνεται επ’ ευκαιρία της κριτικής που ασκήθηκε για τις θέσεις του, όπου ο Μαρξ υπενθυμίζει ότι «η άποψή μου [είναι], ότι ο καθορισμένος τρόπος παραγωγής και οι σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν κάθε φορά σ’ αυτόν, με δυο λόγια: “η οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας είναι η πραγματική βάση, που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης”, ότι “ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές της ζωής γενικά”» (Μαρξ 2009: 95, υποσημείωση 33 – οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Σε αυτήν του την αναφορά, ο Μαρξ εισάγει το περίφημο σχήμα του βάση - εποικοδόμημα. Σύμφωνα με αυτό, το κράτος δεν είναι τίποτα άλλο από νομικές και πολιτικές δομές οι οποίες συναρτώνται άμεσα από τις συντεταγμένες της βάσης, η οποία ορίζεται ως ο τρόπος παραγωγής και οι σχέσεις που τον ορίζουν. Μπορούμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις σε σχέση με αυτόν τον ορισμό:

  1. Ο Μαρξ, με αυτόν τον ορισμό, εντοπίζει τον πραγματικό διαχωρισμό που υπάρχει στον Κ.Τ.Π. μεταξύ κράτους και οικονομικής δομής. Σχετική αυτονομία του κράτους και της ιδεολογίας σημαίνει ότι οι δομές αυτές συγκροτούν ένα διαφορετικό του οικονομικού επίπεδο, το εποικοδόμημα. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ κράτους και υπόλοιπης κοινωνίας ήταν ήδη παρών στη σκέψη του πρώιμου Μαρξ, όταν χαρακτηριστικά καυτηρίαζε τον Χέγκελ πως προσπαθούσε να λύσει ένα υπαρκτό πρόβλημα (τον διαχωρισμό κράτους και κοινωνίας) με λάθος τρόπο.

  2. Οριοθετείται, μέσω της συσχέτισης που εισάγει, έναντι των θεσμοκρατικών αναπτύξεων, οι οποίες θεωρούν ως καθοριστική βαθμίδα το θεσμικό επίπεδο, μέσω της παρέμβασης του οποίου καθορίζονται οι συνθήκες της βάσης (οικονομίας). Ο Μαρξ, αντίθετα, υποστηρίζει πως το κράτος διαμορφώνεται σύμφωνα με τις συντεταγμένες της βάσης, δηλαδή των παραγωγικών σχέσεων. Υπάρχει, έτσι, μια συσχέτιση (και μια συγχρονική συνύπαρξη, όχι γεννετική σχέση) μεταξύ του «τύπου» κράτους και του τρόπου παραγωγής στον οποίο αντιστοιχεί.

Στη συνέχεια ο Μαρξ εντοπίζει ορισμένες από τις παρεμβάσεις του κράτους, τις οποίες προσπαθεί, ως ένα βαθμό, να αποκωδικοποιήσει. Στο 8ο κεφάλαιο του 1ου τόμου, προσπαθώντας να δείξει τις μεταβολές της εργάσιμης ημέρας ως αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων, περιγράφει και ορισμένες από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του κράτους, οι οποίες εμφανίζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Παρατηρώντας τη μορφή της εκμετάλλευσης διαχρονικά, μπορούμε να δούμε διαφορετικές ρυθμίσεις των όρων εργασίας για τη ρύθμιση της υπερεργασίας. Τέτοιες μορφές ρύθμισης ήταν το «Reglementorganique» των Παραδουνάβιων ηγεμονιών, που ήταν «μια θετική έκφραση της βουλιμίας για υπερεργασία που τη νομιμοποιεί καθεμιά από τις παραγράφους του» (Μαρξ 2009: 250). Αυτός ο «κώδικας της αγγαρείας» ήταν που καθόριζε τις μέρες που απαιτούνταν από τους αγρότες να δουλεύουν στα χωράφια του γαιοκτήμονα. Αυτού του είδους οι ρυθμίσεις παραπέμπουν σε μία οργάνωση της παραγωγής διαφορετικής από αυτήν που εισάγει ο καπιταλισμός, με την ανάδυση του ελεύθερου εργαζομένου ο οποίος πουλά την ικανότητά του για εργασία. Η μετάβαση από τον έναν τρόπο παραγωγής στον άλλο θα ήταν αδύνατη χωρίς τη διαμεσολάβηση του κράτους, το οποίο θεσμοθετεί τις αντίστοιχες ρυθμίσεις. Στην πρώτη περίοδο, που ακόμα ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν είναι απόλυτα κυρίαρχος, βλέπουμε ότι το κράτος για να μπορέσει να επιβάλει τις νέες συνθήκες, προβαίνει σε ρυθμίσεις υπέρ των κεφαλαιοκρατών με αύξηση της εργάσιμης ημέρας, ώστε ο νέος τρόπος παραγωγής (ο καπιταλιστικός) να είναι ανταγωνιστικότερος (και να επιβληθεί επί) του φεουδαρχικού. Έτσι, «η παράταση της εργάσιμης ημέρας, που από τα μέσα του 14ου ως τα τέλη του 17ου αιώνα προσπαθεί το κεφάλαιο να επιβάλλει στους ενήλικους εργάτες με τη βοήθεια της κρατικής βίας, να συμπίπτει με τα όρια του εργάσιμου χρόνου που στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα βάζει πού και πού το Κράτος στη μετατροπή του αίματος των παιδιών σε κεφάλαιο» (Μαρξ 2009: 284). Εδώ, ο Μαρξ προβαίνει σε δύο πολύ εύστοχες παρατηρήσεις. Αφενός, το κράτος θωρακίζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου με μια θεσμοποιημένη βία την οποία χρησιμοποιεί όποτε καταστεί αναγκαίο και αφετέρου δείχνει ότι λυδία λίθος του αστικού νομικού συστήματος δεν είναι η απόδοση Δικαιοσύνης ή η επικύρωση κάποιας Ηθικής (νοούμενες ως αφηρημένες έννοιες), αλλά η εξυπηρέτηση συγκεκριμένων κοινωνικών συμφερόντων.

Το όγδοο κεφάλαιο του Κεφαλαίου είναι γεμάτο από παραδείγματα που επιβεβαιώνουν αυτήν την οπτική, δείχνοντας τις άθλιες συνθήκες εργασίας, τη νυχτερινή εργασία και την εκμετάλλευση των ευπαθών ομάδων (όπως ήταν τα παιδιά και οι γυναίκες). Από αυτά, ενδεικτικά θα αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Στην περίπτωση του «Ουίλλιαμ Γούντ, ηλικίας εννέα χρονών, “ήταν 7 χρονών και 10 μηνών όταν άρχισε να εργάζεται”. Όλες τις ημέρες τις εβδομάδας έρχεται στις έξι το πρωί και σταματάει περίπου στις 9 το βράδυ» (Μαρξ 2009, 256). Ο νεαρός Ουίλλιαμ, σύμφωνα με την έκθεση του κου Λότζ στην FirstReportoftheChildrensEmploymentCommission που συνέλεξε στοιχεία για την περίοδο 1860 - 1863, ήταν ένα από τα πολλά παιδιά που εργάζονταν επί 15 ώρες ακατάπαυστα, ως αποτέλεσμα πότε των ρυθμίσεων που επέτρεπαν κάτι τέτοιο και πότε της απουσίας τιμωρητικών διατάξεων σε περίπτωση παραβίασης νόμων που εισάγουν περιορισμούς στην εκμετάλλευση. Αντίθετα με ό,τι σήμερα θεωρούμε απάνθρωπο, τότε η παιδική εργασία (και μάλιστα με τέτοιους ρυθμούς) δεν ήταν κάτι το μεμπτό, πόσο μάλλον ελέγξιμο νομικά. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα «της καπελούς Μαίρης - Άννας Ουέκλυ, ηλικίας 20 χρόνων, που εργαζόταν σε ένα πολύ αξιοσέβαστο κατάστημα μόδας, που το εκμεταλλευόταν μια κυρία με το χαριτωμένο όνομα Ελίζα, προμηθεύτρια της Αυλής. (…) Η Μαίρη - Άννα Ουέκλυ εργάστηκε 26,5 ώρες χωρίς διακοπή μαζί με άλλα 60 κορίτσια, από 30 σε κάθε δωμάτιο που είναι ζήτημα αν χωρούσε το 1/3 των απαραίτητων κυβικών σε αέρα, ενώ τη νύχτα κοιμούνταν δυο-δυο σ’ ένα κρεβάτι σε μια από τις βρωμερές τρώγλες όπου σκαρώνουν υπνοδωμάτια χωρισμένα με σανίδια. (…) Η Μαίρη - Άννα Ουέκλυ αρρώστησε την Παρασκευή και πέθανε την Κυριακή χωρίς να προλάβει κάν – προς έκπληξη της κυρίας Ελίζας – να τελειώσει το τελευταίο κέντημα» (Μαρξ 2009: 266-7). Αυτού του είδους οι συνθήκες ήταν νομικά επιτρεπτές έως και τις αρχές του 19ου αιώνα σε αρκετούς κλάδους της Αγγλικής βιομηχανίας.

Ωστόσο, αυτού του είδους οι συνθήκες όχι μόνον δεν ήταν μακροπρόθεσμα επικερδείς (πόσο παραγωγικός μπορεί να είναι άραγε κάποιος που από τα 8 του χρόνια δουλεύει για 15 ώρες ακατάπαυστα;) αλλά προκαλούσαν, πέραν της κοινωνικής αστάθειας, γενικότερα προβλήματα στον πληθυσμό. Πολύ γλαφυρά ο Μαρξ αντιδιαστέλλει την εκμετάλλευση των εργατών στην πρώιμη περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού με την εξάντληση της καλλιεργησιμότητας της γης από τους άπληστους γεωργούς. Η πρώτη «προκαλεί την πρόωρη εξάντληση και θανάτωση αυτής της ίδιας της εργατικής δύναμης» (Μαρξ 2009: 278). Η εκμετάλλευση ήταν τέτοια, που «στη Γαλλία κατά μέσο όρο απαλλάσσονταν [σ.σ. από τη στρατιωτική θητεία] περισσότεροι από τους μισούς άνδρες λόγω [σ.σ. εξαιρετικά περιορισμένου] αναστήματος [σ.σ. γύρω στα 1820]» (Μαρξ 2009: 250 – οι σημειώσεις δικές μου).

Βλέπουμε, έτσι, πως η έμφυτη τάση των ατομικών κεφαλαίων για την αύξηση των κερδών τους έρχεται σε σύγκρουση με τα γενικότερα συμφέροντα του καπιταλιστικού συστήματος, μιας και εμποδίζει την διευρυμένη αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, εμποδίζοντας έτσι τη διευρυμένη αναπαραγωγή του μοναδικού εμπορεύματος που μπορεί να παράγει αξία (άρα και υπεραξία). «Αφού το κεφάλαιο χρειάστηκε αιώνες ολόκληρους, για να παρατείνει την εργάσιμη ημέρα ως τα κανονικά ανώτατα όριά της και έπειτα πέρα από τα όρια αυτά, ως τα όρια της φυσικής ημέρας των 12 ωρών, ακολούθησε, από τη γέννηση της μεγάλης βιομηχανίας στο τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα και δω, μια θυελώδικη, βίαιη και απεριόριστη ανατροπή όλων των ορίων. Συντρίφθηκε κάθε ηθικός και φυσικός φραγμός, κάθε όριο ηλικίας και φύλου, ημέρας και νύχτας» (Μαρξ 2009: 291).

Με την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων μέσα από την πάλη των εργατών, και αφού είχε επικρατήσει ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, το κράτος εισέρχεται σε μία νέα (διαφορετική) φάση, κατά την οποία η παρέμβασή του επικεντρώνεται στην προστασία της εργασίας για τη σταθεροποίηση του κοινωνικού συστήματος. Ως τότε, παρότι ήδη από τα 1802 θεσπίζονταν περιοριστικοί για τους εργοδότες νόμοι, είτε αυτοί είχαν αρκετά παραθυράκια, είτε δεν οργανώνονταν οι αντίστοιχοι ελεγκτικοί μηχανισμοί, είτε θεσπίζονταν πενιχρές ποινές που δεν απέτρεπαν την εκμετάλλευση. «Η διατύπωσή τους, η επίσημη αναγνώρισή τους και η διακήρυξή τους από το κράτος ήταν καρπός μακροχρόνιων ταξικών αγώνων (…) Γι’ αυτό, σε γενικές γραμμές, στην περίοδο 1844 - 1847 εφαρμοζόταν ομοιόμορφα η δωδεκάωρη εργάσιμη ημέρα σ’ όλους τους βιομηχανικούς κλάδους πού υπάγονταν στην εργοστασιακή νομοθεσία» (Μαρξ 2009: 296).

Το χωρίο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μας δείχνει πως το κράτος δεν είναι ένας θεσμός ο οποίος βρίσκεται έξω από την ταξική πάλη, αλλά ούτε ένα απλό όργανο των αστών (όπως θα μπορούσαμε να συνάγουμε από τη συμπεριφορά του κράτους κατά την πρώτη φάση) αλλά διατρέχεται από την πάλη των τάξεων, η οποία μάλιστα καθορίζει και τη μορφή που παίρνουν οι παρεμβάσεις του. Ένα δεύτερο ζήτημα, εξίσου σημαντικό, είναι πως μας δείχνει ότι οι μεταρρυθμίσεις στο κράτος (η εργατική νομοθεσία εν προκειμένω) καθώς και η εφαρμογή αυτών είναι ένα άμεσο επίδικο της ταξικής πάλης, το οποίο κρίνεται στο πλαίσιο αυτής. Απαιτεί, ακόμη, μία ορισμένη συναίνεση από πλευράς εκμεταλλευόμενων τάξεων, στο βαθμό που αυτές οι πρωτοβουλίες δεν εκδηλώνονται παρά ύστερα από την πίεση των τελευταίων.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που, στις συγκυρίες που η εργατική τάξη δεν μπορούσε σε αυτήν την ισορροπία δυνάμεων να επιβάλει ορισμένους φραγμούς, είχαμε αρκετές παλινδρομήσεις κατά την ανάπτυξη του νομικού πλέγματος προστασίας της εργασίας. Ενδεικτική ήταν αυτή τη φορά η περίπτωση των εργοστασιακών εργατών στους οποίους «παντού όπου το επέτρεπαν κάπως οι περιστάσεις έγινε μια ελάττωση των μισθών τουλάχιστο κατά 25%. Και κάτω από τους όρους αυτούς που είχαν προετοιμαστεί τόσο ευνοϊκά άρχισαν τη ζύμωση μέσα στους εργάτες για ν’ ανακαλέσουν το νόμο του 1847» (Μαρξ 2009: 297). Ωστόσο, μετά από αυτήν τη μακρά διαδικασία συγκρούσεων, μπαίνουν τελικά φραγμοί οι οποίοι γίνονται μάλιστα δεκτοί (έπειτα από τα αποτελέσματα στη σωματική διάπλαση και στην αποδοτικότητα των εργατών) και επεκτείνονται σε όλους τους κλάδους.

Κλείνοντας αυτήν την παράγραφο, έχει ενδιαφέρον να δούμε ποια ήταν η στάση των εποπτών εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης. Οι επόπτες τάσσονταν εμφατικά, ορισμένες φορές, υπέρ της εργασίας καταγγέλλοντας όχι μόνον τους εργοστασιάρχες αλλά και τους δικαστές. Η στάση μπορεί να ερμηνευθεί ως εκδήλωση των αντιφάσεων στο εσωτερικό του συνασπισμού εξουσίας, οι οποίες εκφράζονται μέσα από τον ανταγωνισμό δύο διαφορετικών κλάδων του κράτους. Τέλος, η «ανεξαρτητοποίηση» της δικαστικής λειτουργίας καθώς και οι ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους εργάτες εγγράφονται στη γενικότερη λειτουργία του κράτους, η οποία είναι να εγγυάται τις συνθήκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Έτσι, υποχρεώθηκε να εισάγει τους περιορισμούς αυτούς, ασχέτως εάν αντιτίθεντο στα ατομικά κεφάλαια, φανερώνοντας την αντίφαση που εκδηλώνεται σε ορισμένες συγκυρίες μεταξύ των συμφερόντων ορισμένων μεμονωμένων ατομικών κεφαλαίων και του συνολικού - κοινωνικού κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι ρυθμίσεις δεν προωθούνται παρά ύστερα από την πίεση των υπό εκμετάλλευση τάξεων.

3.2. Η προσέγγιση του Λένιν

Πριν προχωρήσουμε στις θέσεις του Λένιν, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς της μαρξιστικής θεωρίας, του οποίου το έργο δεν είναι ενιαίο, αλλά μπορούμε να βρούμε διαφορετικές προσεγγίσεις στα ζητήματα που ανέλυσε. Δεν θα πρέπει, όμως, να λησμονούμε ότι η ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας γίνεται μέσα από την διαπλοκή της με την πρακτική των λαϊκών μαζών, γι’ αυτό και στην περίπτωση του Λένιν οι αναλύσεις του δεν μπορούν να ιδωθούν ξέχωρα από τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία στην οποία αναπτύσσονται. Εξ ου και οι καμπές στις αναλύσεις του, χωρίς να θέλουμε επ’ ουδενί να μειώσουμε τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε αυτός ο μεγάλος «φιλόσοφος της πράξης», όπως τον χαρακτήρισε ο Γκράμσι. Η επιλογή του έργου του Κράτος και Επανάσταση έγινε διότι εμφανίζει τις βασικές θεωρητικές συντεταγμένες που κυριάρχησαν την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης σε σχέση με το κράτος και επηρέασαν σημαντικά τις μετέπειτα θεμελιώσεις, ενώ παράλληλα μπορούμε να δούμε – μέσα από την κριτική που ασκεί στους αντιπάλους του – και τον διάλογο που εξελισσόταν εκείνην την περίοδο γύρω από το ζήτημα αυτό.

Ο Λένιν εκκινεί με ορισμένες παραπομπές στον Μαρξ και στον Ένγκελς που στοχεύουν στο να θέσουν τη βάση της ανάλυσης στην οποία θα προβεί στη συνέχεια. Μας λέει, δηλαδή ότι «κατά τον Μαρξ, το κράτος είναι όργανο της ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσης μια τάξης από μιαν άλλη» (Λένιν 2010: 13). Η καταπίεση αυτή συνοδεύεται από την αυτονόμηση των δομών του κράτους από τη σφαίρα του οικονομικού, ένας χωρισμός που πραγματοποιείται μόνον σε μια ταξικά διαιρεμένη κοινωνία και μας φαίνεται «φυσικός», αλλά και από την αποκλειστική χρήση της βίας μόνον από αυτό. Έτσι, κρατάει από τον Ένγκελς τον καταρχήν ορισμό του κράτους ως «δύναμης», η οποία αποτελείται, πέραν των ένοπλων τμημάτων του (αστυνομία, στρατός, κ.λπ.) που αποτελούν και τα «κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας», και από διάφορα ιδρύματα καταναγκασμού (π.χ. οι φυλακές, τα δικαστήρια, κ.λπ.). Ο Λένιν θεμελιώνει αυτήν την μονοπώληση της βίας από το σύγχρονο κράτος στις ταξικές αντιθέσεις, δείχνοντας έτσι και τη συσχέτιση του κράτους με τον τρόπο παραγωγής στον οποίο εμφανίζεται. Έτσι, «η οργάνωση (σ.σ. ένοπλων οργανώσεων του πληθυσμού) είναι ανέφικτη επειδή η κοινωνία του πολιτισμού είναι διασπασμένη σε εχθρικές και μάλιστα ασυμφιλίωτες εχθρικές τάξεις, που ο “αυτενεργός” εξοπλισμός τους θα οδηγούσε στον μεταξύ τους ένοπλο αγώνα» (Λένιν 2010: 16). Δηλαδή, το κράτος ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις συντεταγμένες της βάσης η οποία καθορίζει έτσι το είδος της παρέμβασής του.

Στο 3ο κεφάλαιο, ο Λένιν διατυπώνει μια αμφιλεγόμενη θέση – κυρίαρχη στις τότε αναλύσεις του κράτους – η οποία υπήρξε και η βάση των αναλύσεων του Σοβιετικού Μαρξισμού για το κράτος. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, το κράτος «είναι κατά γενικό κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του Κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποκτά έτσι νέα μέσα για την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης» (Λένιν 2010: 19). Στην επιβεβαίωση της πολιτικής κυριαρχίας βοηθάει τόσο η εξαγορά των δημοσίων υπαλλήλων από πλευράς κεφαλαίου, για την υλοποίηση των συμφερόντων του δεύτερου, αλλά και το ίδιο το καθολικό εκλογικό δικαίωμα, το οποίο δεν είναι τίποτα παραπάνω παρά ένας μηχανισμός «επιλογής των εκμεταλλευτών» της εργατικής τάξης. Η συνεπαγωγή που ακολουθεί είναι εύλογη: «το κράτος δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου», ενώ «με την εξαφάνιση των τάξεων θα εξαφανιστεί αναπόφευκτα και το κράτος», εφόσον οι λειτουργίες του κράτους σχετίζονται με τις συντεταγμένες του τρόπου παραγωγής στον οποίο αναπτύσσεται και άρα στη θεμελιώδη αντίφαση εργατικής τάξης - κεφαλαιοκρατών.

Στο βιβλίο αυτό ο Λένιν, παρότι δεν το δηλώνει ρητά, εμπεριέχονται οι φύτρες μιας εργαλειακής συλλογιστικής, σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας μηχανισμός καταπίεσης κατά βούληση χειραγωγήσιμος από την αστική τάξη: «Το κράτος είναι μια ιδιαίτερη οργάνωση δύναμης, είναι οργάνωση της βίας για την καταπίεση κάποιας τάξης». Μοναδικός του ρόλος είναι η καταπίεση, μιας και «οι εκμεταλλεύτριες τάξεις χρειάζονται την πολιτική κυριαρχία για να διατηρούν την εκμετάλλευση, δηλαδή για τα ιδιοτελή συμφέροντα μιας μηδαμινής μειονότητας, εναντίον της τεράστιας πλειονότητας του λαού» (Λένιν 2010: 33). Αυτό το ζήτημα έχει άμεσο αντίκτυπο και στην πρακτική του εργατικού κινήματος, μιας και η ταξική πάλη δεν υπεισέρχεται εδώ ως δομικός όρος του κράτους. Αντίθετα, αυτή εκτυλίσσεται έξω από τα πλαίσιά του. Επομένως, η μόνη δυνατή στρατηγική είναι η ευθεία αντιπαράθεση με το κράτος μέσω διαφορετικών δομών που οδηγούν σε μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας. Ακόμη, για να οδηγηθούμε στον κομμουνισμό, δηλαδή σε μια αταξική κοινωνία που δεν θα υπάρχει πια εκμετάλλευση, τίθεται ως αναγκαία συνθήκη η συντριβή του κράτους. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: «είναι άραγε νοητή η δημιουργία μιας τέτοιας οργάνωσης χωρίς την προηγούμενη καταστροφή, χωρίς τη συντριβή της κρατικής μηχανής που δημιούργησε για τον εαυτό της η αστική τάξη;» (Λένιν 2010: 35 – η υπογράμμιση δική μου).

Η ανάλυση του κράτους και η πρακτική των κυρίαρχων τάξεων βάζει το ζήτημα της πρακτικής των κυριαρχούμενων τάξεων για την αποτίναξη αυτού του ζυγού. Ο Λένιν σε αυτό το σημείο εξειδικεύει ορισμένες έννοιες τις οποίες είχαν ήδη εισαγάγει ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Συγκεκριμένα, αφού το κράτος είναι αναγκαίος όρος για την επικράτηση μιας τάξης (των κεφαλαιοκρατών) έναντι των υπολοίπων (εργατών, αγροτών και λοιπών τάξεων που συγκροτούν τον «λαό»), έτσι και «οι υφιστάμενες την εκμετάλλευση τάξεις χρειάζονται την πολιτική κυριαρχία για να εξαλείψουν ολοκληρωτικά κάθε εκμετάλλευση» (Λένιν 2010: 33). Βάζει με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα της ταξικής πάλης στο πολιτικό επίπεδο, που συνδέεται με την οργάνωση που απαιτείται για την κατάληψη του κράτους: «το προλεταριάτο δεν μπορεί ν’ ανατρέψει την αστική τάξη, αν δε κατακτήσει πρώτα την πολιτική εξουσία, αν δεν αποσπάσει την πολιτική κυριαρχία και δεν μετατρέψει το κράτος σε “προλεταριάτο οργανωμένο σε άρχουσα τάξη” και πως αυτό το προλεταριακό κράτος αμέσως μετά τη νίκη του θ’ αρχίσει ν’ απονεκρώνεται» (Λένιν 2010: 37 – η υπογράμμιση δική μου). Ακόμη, μας δείχνει ότι η μετάβαση στον κομμουνισμό δεν μπορεί να είναι άμεση, αλλά περνάει αναγκαστικά από ένα στάδιο αντίστασης της αστικής τάξης στη συντελούμενη μεταβολή του καθεστώτος. Αυτή η μετάβαση, λόγω της σχέσης εξωτερικότητας μεταξύ κράτους και πάλης των τάξεων, περνάει μόνον μέσα από «μια “λαϊκή” επανάσταση που θέτει σε κίνηση πραγματικά την πλειονότητα» (Λένιν 2010, 51). Σε αυτήν τη φάση «η ιδιαίτερη μηχανή καταπίεσης, το κράτος είναι ακόμα αναγκαίο, αλλά πρόκειται πλέον για κράτος μεταβατικό, δεν είναι πλέον κράτος με την καθαυτό έννοια του όρου, γιατί η καθυπόταξη της μειονότητας των εκμεταλλευτών από την πλειονότητα των χθεσινών μισθωτών δούλων είναι ένα σχετικά εύκολο, απλό και φυσικό έργο (…) ο λαός μπορεί να καθυποτάξει τους εκμεταλλευτές και με μια πολύ απλή “μηχανή”, σχεδόν δίχως “μηχανή”, δίχως ειδικό μηχανισμό, με την απλή οργάνωση των ένοπλων μαζών» (Λένιν 2010: 109). Σε αυτήν την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας «τα μέσα παραγωγής έπαψαν πια να αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ορισμένων προσώπων (…) ανήκουν σε ολόκληρη την κοινωνία» (Λένιν 2010: 111), αλλά «δεν εξαλείφονται οι ελλείψεις της κατανομής και της ανισότητας του “αστικού δικαίου”, που εξακολουθεί να κυριαρχεί εφόσον τα προϊόντα κατανέμονται “ανάλογα με την εργασία”» (Λένιν 2010: 112). Διατηρείται δηλαδή μία μορφή κράτους (το προλεταριακό) καθώς και το δίκαιο «σαν ρυθμιστής (συντελεστής) της κατανομής των προϊόντων και της κατανομής της εργασίας ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας» (Λένιν 2010: 113).

Στην ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας καταργείται κάθε μορφή κράτους, δηλαδή καταπίεσης, μιας και «όσο υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει ελευθερία. Όταν θα υπάρχει ελευθερία, δεν θα υπάρχει κράτος». «Η κατανομή των προϊόντων δεν θα απαιτεί τότε από την κοινωνία ρύθμιση του ποσού των προϊόντων που θα παίρνει ο καθένας. Το κάθε άτομο θα παίρνει ελεύθερα “σύμφωνα με τις ανάγκες” του» (Λένιν 2010: 114 - 7). Σε αυτήν τη φάση καταργείται, δηλαδή, και το δίκαιο και ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, καθώς και ο κοινοβουλευτισμός. Αυτό το αίτημα εκ πρώτης όψεως μπορεί να ξενίζει, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για μια αστική δημοκρατία (σχηματικά Δικτατορία της αστικής τάξης) στην οποία ο κοινοβουλευτισμός εγγυόταν το «να αποφασίζεις μια φορά σε κάμποσα χρόνια ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα καταπιέζει, θα καταπνίγει το λαό στη Βουλή – να ποια είναι η αληθινή ουσία του αστικού κοινοβουλευτισμού» (Λένιν 2010: 58). Το καθεστώς πραγματικής ισότητας και ελευθερίας είναι αυτό που ο Λένιν περιέγραψε ως Κομμουνισμό στον οποίο, σε αντίθεση με τον αστικό κοινοβουλευτισμό, «οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί παραμένουν, όμως δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία, σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές» (Λένιν 2010: 60). Καταργείται ακόμα και η ιδιαίτερη σχέση εξουσίας μεταξύ προϊσταμένου και υπαλλήλου η οποία υπάρχει στις επιχειρήσεις.

Διατηρούνται οι διάφορες ειδικότητες (απαλλαγμένες από τον έλεγχο τον οποίο επέβαλαν οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις), ενώ οι υποθέσεις που θα απαιτούσαν κάποιου τύπου κρατικής διαρρύθμισης θα μπορούσαν να εκτελεστούν από όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, μιας και θα πρόκειται για απλές διαδικασίες. Η αιρετότητα και ανακλητότητα αυτών των υπαλλήλων θα εξασφάλιζε την αποφυγή της γραφειοκρατικοποίησης.

Τέλος, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κριτική που ασκεί τόσο στους Γερμανούς θεωρητικούς της Δεύτερης Διεθνούς (Μπέμπελ, Κάουτσκι, Μπέρνσταϊν) όσο και σε επιφανείς αναρχικούς (Μπακούνιν, Προυντόν). Οι μεν πρώτοι υποστήριξαν (με διαφορετικό τρόπο ο καθένας) ότι η εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας, ο καταμερισμός της εργασίας, αλλά και οι σύνθετες και πολύπλοκες διαδικασίες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιό της καθιστούσαν την κατάργηση του κράτους αδύνατη. Αυτό το πόρισμα ήταν αποτέλεσμα μιας ορισμένης συλλογιστικής εξωραϊσμού του κράτους, το οποίο θεωρούταν ως «ουδέτερος» τόπος, απαραίτητος για την εκπλήρωση ορισμένων αντικειμενικών λειτουργιών ρύθμισης αυτής της σύνθετης νέας πραγματικότητας. Το επίδικο, λοιπόν, δεν ήταν πλέον η «συντριβή» του κράτους, αλλά ο «από τα πάνω» μετασχηματισμός του, μέσω της κατάληψης της κρατικής εξουσίας από μια πεφωτισμένη αριστερή ελίτ η οποία θα μπορέσει να στρέψει αυτόν τον μηχανισμό προς το συμφέρον των λαϊκών συμφερόντων. Το πρόβλημα με αυτή τη θεωρία, στο οποίο ασκεί εκτενή κριτική ο Λένιν, είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται την ταξική φύση του κράτους, καθώς και την εξουσιαστική λειτουργία που επιτελεί. Ακόμη, προκρίνει έναν κοινοβουλευτικό δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας, σε αντίθεση με την επανάσταση που θεωρεί ο Λένιν ως απαραίτητο βήμα για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού.

Οι αναρχικοί από την πλευρά τους είδαν πράγματι το κράτος ως μια δομή καταπίεσης, αλλά θεώρησαν ότι η μετάβαση σε μια αταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να γίνει βίαια και άμεσα. Αυτή η θεώρηση όμως, κατά τον Λένιν, δεν συλλαμβάνει ρεαλιστικά την επαναστατική διαδικασία, κατά την οποία η αντίσταση της κυρίαρχης τάξης θα είναι τεράστια. Επομένως, απαιτείται μόνον προσωρινά το κράτος υπό προλεταριακό έλεγχο, για την επίτευξη του στόχου. Παραγνώρισαν ακόμη ότι η κατάργηση του κράτους και η κατάργηση των κοινωνικών τάξεων είναι αλληλένδετες, εφόσον δεν μπορούμε να ζητάμε «να καταργηθεί το πολιτικό κράτος πριν ακόμα εξαφανιστούν οι κοινωνικές τάξεις που το γέννησαν» (Λένιν 2010: 77). Η λύση του γόρδιου αυτού δεσμού είναι, σύμφωνα με τον Λένιν, το προλεταριακό κράτος το οποίο παίρνει μέτρα παράλληλα για την κατάργηση της κατάτμησης σε τάξεις (την οποία συντηρεί και εν μέρει επιβάλλει και το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος) και για την απονέκρωση του πολιτικού κράτους.

Προτού προχωρήσουμε παρακάτω, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι παρότι μπορούμε να δούμε ήδη στο έργο αυτό του Λένιν σπέρματα μιας εργαλειακής θεωρίας για το κράτος, αυτή δεν συστηματοποιήθηκε παρά μόνον μετά τον θάνατό του από την Τρίτη Διεθνή.

3.3. Η θεωρητική τομή του Λουί Αλτουσέρ

Ο Αλτουσέρ καταπιάνεται με το ζήτημα της αναπαραγωγής, εκκινώντας από τον συλλογισμό «πως αν ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν αναπαράγει τους όρους της παραγωγής, επιτελώντας συγχρόνως την παραγωγική διαδικασία, δεν πρόκειται να επιζήσει ούτε για ένα χρόνο» (Αλτουσέρ 1999: 69). Η αναπαραγωγή διακρίνεται σε «απλή» (αναπαράγει μόνον τους όρους της υφιστάμενης παραγωγής) και «διευρυμένη» (διευρύνει τους όρους αυτούς). Για την εξέταση του ζητήματος γίνεται η παραδοχή πως εξετάζεται ένας κοινωνικός σχηματισμός στον οποίο επικρατεί ένας και μόνον τρόπος παραγωγής, ο καπιταλιστικός. Σε αυτόν, όπως και σε κάθε σχηματισμό, οι παραγωγικές δυνάμεις εργάζονται υπό το κράτος ορισμένων παραγωγικών σχέσεων. Επομένως, για να αναπαραχθεί ένας τρόπος παραγωγής θα πρέπει «να αναπαράγει τους όρους της παραγωγής» (Αλτουσέρ 1999: 70), δηλαδή τις παραγωγικές δυνάμεις και τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής.

Οι παραγωγικές δυνάμεις συνίστανται από τα μέσα παραγωγής και από την εργατική δύναμη. Η αναπαραγωγή των μέσων παραγωγής, παρότι στο πλαίσιο της επιχείρησης μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για το τι συμβαίνει, πραγματοποιείται μόνον σε παγκόσμια κλίμακα.7 Αυτό φανερώνεται από το ότι σε μια επιχείρηση, για την παραγωγή, απαιτούνται ορισμένες πρώτες ύλες και μηχανήματα που προμηθεύεται ο παραγωγός από άλλους, οι οποίοι με τη σειρά τους χρειάζονται κάποια άλλα μηχανήματα και πρώτες ύλες «και η όλη διαδικασία πρέπει να γίνεται σε αναλογίες τέτοιες στην εθνική και στην παγκόσμια αγορά, ώστε η ζήτηση σε μέσα παραγωγής (για αναπαραγωγή) να μπορεί να ικανοποιείται από την αντίστοιχη προσφορά» (Αλτουσέρ 1999: 71).

Το δεύτερο στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων, η εργατική δύναμη, εμφανίζει ορισμένες ιδιαιτερότητες και στην περίπτωση αυτή η θέαση των ισολογισμών των επιχειρήσεων ελάχιστα μπορεί να μας πει, μιας και αυτή «διενεργείται, κατά κύριο λόγο, έξω από την επιχείρηση» (Αλτουσέρ 1999: 72). Αυτό το οποίο εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της είναι ο μισθός, ο οποίος «αντιπροσωπεύει το τμήμα της αξίας που παράχθηκε από την κατανάλωση εργατικής δύναμης και είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή της». Αυτός με τη σειρά του «δεν καθορίζεται από ένα κατώτατο όριο “βιολογικής” αντοχής, αλλά διαμορφώνεται επίσης ιστορικά» (Αλτουσέρ 1999: 73). Ο ιστορικός καθορισμός έχει να κάνει τόσο με το τι αντιλαμβάνονται οι εργοδότες ως αναγκαίο για τους εργάτες στην κάθε συγκεκριμένη συγκυρία, αλλά και στο τι καταφέρνουν να κατακτήσουν οι εργάτες μέσα από την πάλη τους. Η ιδιαιτερότητα της εργατικής δύναμης έγκειται στο ότι οφείλει να είναι «“αρμόδια”, δηλαδή ικανή να ενσωματωθεί στο πολύπλοκο σύστημα της παραγωγικής διαδικασίας» και «(ποικιλόμορφα) ειδικευμένη (…) που σημαίνει ανάλογα με τις απαιτήσεις του κοινωνικο-τεχνικού καταμερισμού εργασίας, στις διάφορες “θέσεις” και “ειδικότητες”» (Αλτουσέρ 1999: 73). Το κομβικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι πως αυτή η ειδίκευση δεν πραγματοποιείται πλέον μέσα στην παραγωγή (ως επί το πλείστον) αλλά έξω από αυτήν, στο σχολείο και σε άλλους θεσμούς και μηχανισμούς. Κατά τη διαδικασία ειδίκευσης που συμβαίνει στο σχολείο, διδασκόμαστε και πληθώρα κανόνων, οι οποίοι εμπεδώνουν τον απαραίτητο σεβασμό στον κοινωνικο-τεχνικό καταμερισμό της εργασίας, αλλά και σε κανόνες που θέτει η κυρίαρχη τάξη. Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, πως το σχολείο πέραν της κατάρτισης, εξασφαλίζει και την «αναπαραγωγή της υποταγής της [εργατικής τάξης] στην κυρίαρχη ιδεολογία για τους εργάτες και την αναπαραγωγή της ικανότητας να χειρίζονται σωστά την κυρίαρχη ιδεολογία για τους φορείς της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, με στόχο να εξασφαλίζουν, ακόμα και “με το λόγο” την κυριαρχία της αστικής τάξης» (Αλτουσέρ 1999: 74 – η σημείωση δική μου). Το τελευταίο χωρίο είναι αυτό που μας φέρνει αντιμέτωπους με το ιδεολογικό επίπεδο, η μελέτη του οποίου βάζει το ζήτημα της εξειδίκευσης του σχήματος βάση - εποικοδόμημα που περιγράφει το κράτος.

Η αναπαράσταση αυτή του κράτους, παρότι αρκετά διαφωτιστική, δεν είναι παρά μια τοποθεσία η οποία δείχνει τη συσχέτιση των επιπέδων. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας τον όρο δείκτη αποτελεσματικότητας τον οποίο ο ίδιος εισήγαγε για να περιγράψει τις σχέσεις μεταξύ των επιπέδων, ο Αλτουσέρ βλέπει στη διατύπωση του Μαρξ για τον «καθορισμό σε τελευταία ανάλυση» των επιπέδων από τη βάση ότι «τα πατώματα δεν είναι καθοριστικά σε τελευταία ανάλυση, αλλά καθοριζόμενα από το δείκτη της βάσης∙ και ότι, αν γίνονται καθοριστικά, με τον τρόπο τους (που δεν έχουμε ορίσει ακόμα), το κάνουν σαν ήδη-καθορισμένα από τη βάση» (Αλτουσέρ 1999: 76). Έτσι, καταλήγει στο ότι υπάρχει μια «σχετική αυτονομία» της υπερδομής σε σχέση με τη βάση, αλλά η πρώτη επηρεάζει τη δεύτερη μέσω μιας ορισμένης ανάδρασης. Παραμένει, ωστόσο, το πρόβλημα πως αυτή η αναπαράσταση του κράτους παραμένει μια περιγραφική θεωρία η οποία θα πρέπει να συστηματοποιηθεί σε μια καθαρή θεωρία για το κράτος. Ακόμη, η θέαση του οικοδομήματος από την πλευρά της αναπαραγωγής (εξ’ ου και η συνοπτική ανάπτυξή της) είναι απαραίτητη, κατά τον Αλτουσέρ, για να δούμε τι χαρακτηρίζει την ύπαρξη και τη φύση της υπερδομής.

Αυτό το οποίο καθιστά τις επεξεργασίες του Αλτουσέρ τομή στη μαρξιστική θεωρία του κράτους είναι ότι θεωρεί πως και «ιδιωτικοί» οργανισμοί (αθλητικές ομάδες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, θρησκευτικές οργανώσεις, κ.λπ.) υπάγονται στο κράτος. Η διαπίστωση αυτή δεν ανήκει στον ίδιο, αλλά στον Γκράμσι.8 Αυτός ήταν όμως εκείνος ο οποίος θεμελίωσε και εμβάθυνε τη θεωρία προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αρχικά, θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ κράτους, που είναι ο καταπιεστικός μηχανισμός του κράτους και κρατικής εξουσίας «(κατάληψη και διατήρηση της πολιτικής εξουσίας), αντικειμενικός στόχος της πολιτικής πάλης των τάξεων» (Αλτουσέρ 1999: 81). Ο Αλτουσέρ σε αυτό το σημείο συνεχίζει στα χνάρια των επεξεργασιών του Λένιν, υποστηρίζοντας ότι «ο αντικειμενικός στόχος της πάλης των τάξεων αφορά την κρατική εξουσία και, κατά συνέπεια, τη χρησιμοποίηση του κρατικού μηχανισμού από τις κοινωνικές τάξεις που κατέχουν την πολιτική εξουσία για τους ταξικούς τους σκοπούς». Στρατηγικός στόχος της εργατικής τάξης, μετά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, είναι «να καταστρέψει το μηχανισμό του αστικού κράτους και (..) να τον αντικαταστήσει, σε μια πρώτη φάση, μ’ ένα ριζικά διαφορετικό, προλεταριακό κρατικό μηχανισμό, για να βάλει μπροστά, σε μια φάση μεταγενέστερη, τη ριζοσπαστική διαδικασία, που θα οδηγήσει στην κατάργηση κάθε κρατικής εξουσίας (τέλος του κράτους και όλων των μηχανισμών του κράτους)» (Αλτουσέρ 1999: 82).

Έπειτα, μπορούμε να δούμε ότι ο μηχανισμός του κράτους εκτελεί ποικίλα καθήκοντα με διαφορετικό τρόπο. Έτσι, ανάλογα με τις λειτουργίες που επιτελεί, μπορούμε να πούμε ότι χωρίζεται χοντρικά σε καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους (από δω και μπρος κράτος) και σε Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους. Η διαφορά μεταξύ των δύο έγκειται στο ότι ο μεν πρώτος «λειτουργεί με βία», ενώ όσοι οργανισμοί υπάγονται στο δεύτερο λειτουργούν «με ιδεολογία». Ο καταπιεστικός μηχανισμός του κράτους «περιλαμβάνει: την κυβέρνηση, τη διοίκηση, το στρατό, την αστυνομία, τα δικαστήρια, τις φυλακές, κ.λπ.» (Αλτουσέρ 1999: 83). Όσον αφορά τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους (Ι.Μ.Κ.), αυτοί είναι «ορισμένες πραγματικότητες, που εμφανίζονται στον άμεσο παρατηρητή με τη μορφή διακριτών και ειδικευμένων θεσμών» (Αλτουσέρ 1999: 83) και περιλαμβάνει: το θρησκευτικό Ι.Μ.Κ. (το σύστημα των διαφόρων εκκλησιών), το σχολικό Ι.Μ.Κ. (τα διάφορα σχολεία, ιδιωτικά και δημόσια), τον οικογενειακό Ι.Μ.Κ., τον νομικό Ι.Μ.Κ., τον πολιτικό Ι.Μ.Κ. (το πολιτικό σύστημα, μέρος του οποίου είναι τα διάφορα κόμματα), τον συνδικαλιστικό Ι.Μ.Κ., τον Ι.Μ.Κ. των μέσων ενημέρωσης και τον πολιτιστικό Ι.Μ.Κ. (αθλητικές ομάδες, σύλλογοι , κ.λπ.).

Ο Αλτουσέρ διατηρεί από τον Λένιν τη θεώρηση του κράτους-εργαλείου, αλλά μόνον για τον καταπιεστικό μηχανισμό: «το κράτος (…) είναι φτιαγμένο, όσο το δυνατόν, ώστε να είναι διαχωρισμένο από την πάλη των τάξεων, ώστε να είναι το εργαλείο αυτών που κρατούν την εξουσία (…) το κράτος είναι ένα εργαλείο, άρα “διαχωρισμένο”, και είναι ταυτόχρονα το εργαλείο που εξυπηρετεί την κυρίαρχη τάξη για να εξασφαλίσει την κυριαρχία της και να την αναπαράγει. Να την εξασφαλίσει: το κράτος οφείλει να είναι ισχυρό. Να την αναπαράγει: το κράτος οφείλει να διαρκεί ώστε να διαρκούν και οι όροι της εκμετάλλευσης» (Αλτουσέρ 2010: 1 - 2). Αυτό επιτυγχάνεται με τους σκληρούς κανόνες και τιμωρίες που επιβάλλονται από τα σώματα που συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα του (δικαστικοί, αστυνομία, στρατός). Ο λόγος του διαχωρισμού του κράτους από την ταξική πάλη είναι ότι ρόλος του είναι να υπηρετεί το «γενικό συμφέρον» της κυρίαρχης τάξης, ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης από τη μια και, ορισμένες φορές, ενάντια και στα συμφέροντα των μεμονωμένων καπιταλιστών ή μερίδων της αστικής τάξης. Για να μπορέσει να αρθεί στα καθήκοντά του το κράτος θα πρέπει να έχει μια αυτονομία έναντι της ταξικής πάλης και των μερίδων της κυρίαρχης τάξης. Ωστόσο, το κράτος δεν είναι πράγματι υπεράνω των τάξεων ή εκτός των πολιτικών ανταγωνισμών, αλλά «αυτή είναι η ιδεολογία που το κράτος ενσταλάζει στους εκπροσώπους του, σε όποια θέση και εάν αυτοί εργάζονται» (Αλτουσέρ 2010: 3). Πρόκειται για ορισμένες μυστικοποιήσεις, τις οποίες είχε ήδη επισημάνει ο Μαρξ, οι οποίες εμφανίζουν το κράτος ως ουδέτερο, μέσω των «τυπικοτήτων» που κυριαρχούν στη διάρθρωσή του και της «φυσικότητας» που χαρακτηρίζει τις λειτουργίες του. Ο όρος μηχανισμός που χρησιμοποιούν ο Μαρξ και ο Λένιν για το κράτος, μας λέει ο Αλτουσέρ, είναι απόλυτα δόκιμος, μιας και αυτό διαχωρίζεται από την ενέργεια που δέχεται ως είσοδο: η οποία προέρχεται από την ταξική πάλη και είναι «το δυναμικό πλεόνασμα ισχύος που διατηρεί εντός της πάλης των τάξεων η κυρίαρχη τάξη (…) το πλεόνασμα συγκρουσιακής ισχύος» (Αλτουσέρ 2010: 9), έχει υλική υπόσταση και μετατρέπει την πρώτη μορφή ενέργειας σε μία δεύτερη που είναι η νόμιμη εξουσία, «νόμων, διαταγμάτων και αποφάσεων» (Αλτουσέρ 2010: 8). Η απόκρυψη αυτής της λειτουργίας του κράτους (μετασχηματισμός του πλεονάσματος Ισχύος - Βίας σε νόμιμη εξουσία) εγγράφεται στην εσωτερική ιδεολογία του, που με τη σειρά της δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της ταξικής πάλης και οδηγεί σε μια φετιχιστική πρόσληψή του.

«Ενώ ο (καταπιεστικός) μηχανισμός του κράτους αποτελεί ένα οργανωμένο σύνολο, του οποίου τα μέλη κεντρώνονται γύρω από μια ενιαία καθοδήγηση, αυτήν της πολιτικής των ταξικών αγώνων που διεξάγουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων που κατέχουν την κρατική εξουσία – οι ΙΜΚ είναι ποικίλοι, διακριτοί, “σχετικά αυτόνομοι” και επιρρεπείς στο να παρέχουν ένα αντικειμενικό πεδίο αντιφάσεων, που εκφράζουν, με μορφές άλλοτε περιορισμένες και άλλοτε οξύτατες, τις αντανακλάσεις των κραδασμών της ταξικής πάλης μεταξύ καπιταλιστών και προλετάριων, και τις παράγωγες μορφές τους» (Αλτουσέρ 1999: 88). Έτσι, σε αντίθεση με τον ενιαίο καταπιεστικό μηχανισμό, οι Ι.Μ.Κ. διαφέρουν μεταξύ τους. Το ενοποιητικό τους στοιχείο είναι ότι λειτουργούν «με ιδεολογία», δηλαδή στο εσωτερικό τους πραγματοποιείται, διαμορφώνεται και διαδίδεται η κυρίαρχη ιδεολογία (που είναι η ιδεολογία της άρχουσας τάξης). Η διαπάλη σε αυτό το επίπεδο είναι πολύ σημαντική, μιας και «καμία κοινωνική τάξη δεν είναι σε θέση να διατηρηθεί στην πολιτική εξουσία αν δεν ασκεί συγχρόνως την ηγεμονία της μέσα στους ΙΜΚ» (Αλτουσέρ 1999: 86). Επομένως, οι Ι.Μ.Κ. «δεν αποτελούν μόνο το αντικείμενο αλλά και το πεδίο της ταξικής πάλης (…) Η τάξη που κατέχει την εξουσία (ή η συμμαχία τάξεων) δεν μπορεί να επιβάλει τόσο εύκολα τη θέλησή της μέσα στους Ι.Μ.Κ. όσο το κατορθώνει στον (καταπιεστικό) μηχανισμό του κράτους, όχι μόνο επειδή οι παλιές κυρίαρχες τάξεις καταφέρνουν να διατηρούν εκεί για πολύν καιρό ισχυρές θέσεις, αλλά και επειδή οι εκμεταλλευόμενες τάξεις βρίσκουν εκεί τα μέσα και την ευκαιρία για να εκφραστούν, είτε χρησιμοποιώντας τις αντιφάσεις που υποβόσκουν στους ΙΜΚ, είτε κατακτώντας θέσεις μάχης μέσα σε αυτούς» (Αλτουσέρ 1999: 87).

Για να κατανοήσουμε, όμως, τον ρόλο των Ι.Μ.Κ. θα πρέπει να τοποθετηθούμε από την πλευρά της αναπαραγωγής. Κατά τη διευρυμένη αναπαραγωγή, οι Ι.Μ.Κ. «εξασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό, την αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής, κάτω από την “προστατευτική ασπίδα” του καταπιεστικού μηχανισμού του κράτους» (Αλτουσέρ 1999: 89). Άρα, ο καταπιεστικός μηχανισμός είναι αυτός που εξασφαλίζει «δυναμικά» (μέσω της φυσικής ή άλλης βίας) τις προϋποθέσεις για τη λειτουργία των Ι.Μ.Κ., οι οποίοι με τη σειρά τους συμβάλλουν στην εμπέδωση των σχέσεων παραγωγής. Η ρύθμιση της σχέσης μεταξύ των δύο ειδών μηχανισμών του κράτους (καταπιεστικού, ιδεολογικών μηχανισμών) επιτυγχάνεται με τη διαμεσολάβηση της κυρίαρχης ιδεολογίας, στην αντιφατική της συγκρότηση εντός της ταξικής πάλης. Λόγω του ρόλου που επιτελεί, ως κυρίαρχος ιδεολογικός μηχανισμός λογίζεται το σχολείο, ενώ σημαντικό ρόλο (συγκριτικά με τους υπόλοιπους) παίζει και η οικογένεια.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Αλτουσέρ όρισε την ιδεολογία ως «“παράσταση” της φανταστικής σχέσης του ατόμου με τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής του» (Αλτουσέρ 1999: 99) και προχώρησε σε μια υλιστική θεμελίωσή της: «οι ιδέες αυτές είναι υλικές πράξεις ενσωματωμένες σε υλικές μορφές πρακτικής, ρυθμισμένες από ένα επίσης υλικό τυπικό, προσδιορισμένο από τον υλικό ιδεολογικό μηχανισμό, απ’ όπου απορρέουν οι ιδέες του δοσμένου υποκειμένου» (Αλτουσέρ 1999: 105). Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι πως είδε και προσπάθησε να θεμελιώσει τις λειτουργίες της ιδεολογικήςαναγνώρισης και παραγνώρισης.

3.4. Η συνεισφορά του Νίκου Πουλαντζά

Ο Νίκος Πουλαντζάς ανέπτυξε τη θεωρία του στο εσωτερικό της αλτουσεριανής προσέγγισης. Αυτό το οποίο τον διακρίνει είναι ότι «γείωσε» τη θεωρία του κράτους στην ταξική πάλη, αναδεικνύοντας τις αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες οδηγούν στη σχετική αυτονομία του πολιτικού επιπέδου (άρα και του κράτους) από το οικονομικό. Με βάση το σκεπτικό του αποδίδει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τον αιτιακό πυρήνα όχι μόνον των οικονομικών, αλλά και των ιδεολογικών και πολιτικών σχέσεων μιας κοινωνίας, ο Πουλαντζάς εμβαθύνει τη θεωρία του κράτους ορίζοντας επιστημονικές έννοιες-τύπους για την περιγραφή της «τυπικής» ενότητας των δομών ενός επιπέδου, όπως είναι η έννοια της ηγεμονίας.

Ο όρος ηγεμονία αποτελεί μια «αφηρημένη - καθορισμένη» έννοια: εξηγεί την «“τυπική” ενότητα των ειδικών δομών ενός επιπέδου της κοινωνικής πραγματικότητας, τις οποίες συγκροτεί σε “αντικείμενο” επιστημονικής ανάλυσης, συναρτήσει των σχέσεων που έχουν με έναν “τύπο” τρόπου παραγωγής ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της ενότητας ενός ιστορικά καθορισμένου κοινωνικού σχηματισμού» (Πουλαντζάς 2009: 129). Έτσι, το καθαυτό πολιτικό κράτος, που διακρίνεται από τον οικονομικό τομέα, συνιστά «μια χαρακτηριστική πραγματικότητα των αντικειμενικών δομών του πολιτικού κράτους οι οποίες γεννιούνται με αφετηρία έναν καθορισμένο τρόπο παραγωγής» (Πουλαντζάς 2009: 121). Για να γίνει κατανοητό τι εννοεί ο Πουλαντζάς, θα πρέπει να επανέλθουμε στους όρους που θέτει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Σε αυτόν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζουν οι «καθολικές» αξίες της τυπικής και αφηρημένης ισότητας και ελευθερίας μεταξύ των υποκειμένων. Αυτές πηγάζουν από τη «μετεξέλιξη των φυσικών σχέσεων σε κοινωνικές σχέσεις, στην αυτονόμηση των ατόμων η οποία αντιστοιχεί σε έναν διαχωρισμό συγκεκριμένης και “αφηρημένης” εργασίας, αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας» (Πουλαντζάς 2009: 122). Αυτές ακριβώς οι οικονομικές σχέσεις έχουν ως απαραίτητο συμπλήρωμα την «αυτονόμηση και “ιδιωτικοποίηση” των ατόμων στο εσωτερικό της διαδικασίας των ανταλλαγών και των συνακόλουθων μορφών ιδιωτικής ιδιοκτησίας» οι οποίες αντιστοιχούν, σε πολιτικό επίπεδο, «στις αξίες της τυπικής και αφηρημένης ελευθερίας και ισότητας και στον χωρισμό της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους» (Πουλαντζάς 2009: 123). Δηλαδή, στον Κ.Τ.Π. συγκροτούνται ορισμένες (πολιτικές) σχέσεις οι οποίες έχουν να κάνουν με τη διάρθρωση της κοινωνίας, που δεν είναι πλέον μια αυστηρά ιεραρχικοποιημένη κοινότητα. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, λοιπόν, που το πολιτικό επίπεδο αυτονομείται σχετικά του οικονομικού και η πολιτική πάλη αποκτά καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του συσχετισμούδυνάμεων, εμφανίζεται το κράτος (υπό την παρούσα μορφή του), το οποίο είναι ο τόπος που πραγματώνονται αυτές οι σχέσεις.

Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι για να μπορέσει να επιτελέσει τον ρόλο του, το κράτος θα πρέπει αυτό το ίδιο να αναχθεί στη σφαίρα του καθολικού: «Το κράτος προσλαμβάνει την “κοσμική” μορφή μιας αφηρημένης κανονιστικής διαρρύθμισης των σχέσεων μεταξύ ατόμων-βουλήσεων που εμπλέκονται στις ανταλλαγές και τον ανταγωνισμό, την αντικειμενική λειτουργία να καθιδρύσει το τυπικό πλαίσιο εξωτερικής συνοχής ενός πρακτικού πεδίου ανταγωνιστικών και ανταλλακτικών συναντήσεων στην κοινωνία των πολιτών, η οποία έχει κατατμηθεί σε μια πολλαπλότητα από κέντρα ατομικών βουλήσεων» (Πουλαντζάς 2009: 124). Επομένως, το κράτος έχει έναν διττό, αντικειμενικό ρόλο: από τη μία να συντηρεί αυτήν τη μοριοποίηση της κοινωνίας και από την άλλη να οργανώνει τις σχέσεις στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η νομιμότητα, τώρα, δεν αντλείται από κάποια θεϊκή επικύρωση της ιεραρχίας, αλλά στηρίζεται στην λαϊκή κυριαρχία και στην κοσμική ευθύνη του κράτους προς το «λαό»: «ο λαός εγείρεται σε καταστατική αρχή πολιτικού καθορισμού του κράτους» (Πουλαντζάς 2009: 125). Τα ίσα και ελεύθερα άτομα είναι αυτά που είναι κυρίαρχα, συμμετέχοντας σε μια εθνική πολιτική κοινότητα η οποία εκπροσωπείται από το κράτος μέσω των εκλογών. Έτσι, το κράτος εκπροσωπεί το «γενικό συμφέρον» ολόκληρης της κοινωνίας «ως υποστασιοποίηση της βούλησης αυτού του “πολιτικού σώματος” που καλείται “έθνος”» (Πουλαντζάς 2009: 125).

Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, θα πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι το κράτος παραμένει ένα ταξικό κράτος. Αυτό το οποίο υποδεικνύει ο Πουλαντζάς είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να θεωρείται (όπως στα σχήματα των κλασσικών του μαρξισμού) ως ένα απλό εργαλείο, αλλά ως δομικό πλαίσιο που αναδύεται σε συνάρτηση με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, λόγω αντικειμενικών συντεταγμένων. Διανοίγει, έτσι, μια καινούρια προβληματική του κράτους. Εδώ πλέον τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων δεν θεωρούνται ότι προϋπάρχουν και εκφράζονται αυτούσια μέσω του κράτους (το κράτος-εργαλείο στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων), αλλά αυτά οφείλουν να συγκροτηθούν-οργανωθούν με έναν ορισμένο τρόπο σε πολιτικό επίπεδο, εντός της πάλης των τάξεων. Ακόμη, η ανάδυση του πολιτικού επιπέδου ως «αυτονομημένου» (ως προς την οικονομία) επιπέδου της πραγματικότητας έχει σαν αποτέλεσμα η πολιτική πρακτική να παίζει πλέον σημαντικό ρόλο στην ταξική πάλη. Η ηγεμονία, ως έννοια - τύπος, εμπεριέχει αυτά τα συγκροτησιακά χαρακτηριστικά του πολιτικού, εφαρμόζεται στον τομέα των θεσμοποιημένων πολιτικών δομών και των πολιτικών πρακτικών των κυρίαρχων τάξεων και μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το πώς εκφράζονται οι ταξικοί ανταγωνισμοί (τόσο μεταξύ κυρίαρχων τάξεων, όσο και μεταξύ κυρίαρχων - κυριαρχούμενων) στο εσωτερικό του κράτους.

Η ηγεμονία, στις θεσμοποιημένες πολιτικές «δομές», υποδηλώνει «μια ειδική μορφή εξουσίας (ηγεμονία - εξουσία) που συγκεκριμενοποιείται σε αντικειμενικούς θεσμούς του εποικοδομήματος που εμπεριέχουν τη βαθμίδα της “καθολικότητας”» (Πουλαντζάς 2009: 127). Σε αυτήν την περίπτωση, φανερώνεται ότι το κράτος εκπροσωπεί το τυπικό και αφηρημένο γενικό συμφέρον του έθνους, που δεν είναι τίποτα άλλο από το γενικό συμφέρον των κυρίαρχων τάξεων, υπό την καθοδήγηση της ηγεμονικής τάξης ή μερίδας. Αυτή η ηγεμονική συγκρότηση του κράτους στο επίπεδο του «καθολικού», με τη σχετική του αυτονομία έναντι των οικονομικο-κοινωνικών συνόλων της κοινωνίας και των κυρίαρχων τάξεων ή μερίδων, είναι που εξασφαλίζει και την προσίδια εσωτερική ενότητα των δομών που το απαρτίζουν.

Όσον αφορά τις πολιτικές «πρακτικές» των κυρίαρχων τάξεων στον καπιταλισμό, αυτές προσλαμβάνουν μια ιδιαίτερη μορφή με προσίδια αυτονομία, η οποία στοχεύει στην κατάληψη ή τη διατήρηση της εξουσίας: είτε της θεσμοποιημένης εξουσίας (που αναφέρεται στο «αποϊεροποιημένο» πολιτικό κράτος), είτε της μη θεσμοποιημένης εξουσίας. Αναφέρεται, επομένως «στο βαθμό “ομοιογένειας, αυτοσυνειδησίας και οργάνωσης” που επιτυγχάνουν γι’ αυτόν το σκοπό οι κυρίαρχες τάξεις» και συνδέεται άμεσα με μια τέτοια δόμηση των οικονομικο-κοινωνικών συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης ή μερίδας, ώστε «αυτά να μπορούν να αντιπροσωπεύουν ένα πραγματικό γενικό συμφέρον των κυρίαρχων τάξεων ή μερίδων, ικανό να παρουσιάζεται και να νοείται ως γενικό συμφέρον του “έθνους”» (Πουλαντζάς 2009: 128). Εδώ, η έννοια της ηγεμονίας εμπερικλείει τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός κράτους χωρισμένου από την κοινωνία, αλλά μας βοηθάει να εξηγήσουμε την περιοδολόγηση του καπιταλισμού σε φάσεις και στάδια. Πράγματι, οι μεταβολές του καπιταλισμού συνδέονται με τις «διαφορετικές μορφές ταξικής ηγεμονικής εκμετάλλευσης» (Πουλαντζάς 2009: 129). Μέσω της ηγεμονικής συγκρότησης των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης ή μερίδας σε γενικό συμφέρον των κυρίαρχων τάξεων εξασφαλίζεται και η προσίδια ενότητα του συνασπισμού εξουσίας.

Μέσω της έννοιας της ηγεμονίας μπορούμε να δούμε και το πώς η ταξική πάλη, δηλαδή ο ανταγωνισμός κυρίαρχων - κυριαρχούμενων τάξεων εκφράζεται μέσα στο κράτος. Στο βαθμό που το κράτος δεν είναι πλέον απλώς ένα εργαλείο των κυρίαρχων τάξεων, αλλά αντικειμενικές δομές, «που συνιστούν ειδικά επίπεδα πραγματικότητας με προσίδια ενότητα, στο εσωτερικό της ενότητας ενός καθορισμένου κοινωνικού σχηματισμού, ενότητα η οποία παραπέμπει στην “τυπική” ενότητα ενός τρόπου παραγωγής» (Πουλαντζάς 2009: 120), τότε και το νεότερο κράτος «δεν μπορεί να επικυρώσει με μονοσήμαντο τρόπο τα προσίδια οικονομικο-κοινωνικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων» (Πουλαντζάς 2009: 132). Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία από τις σημαντικότερες συνέπειες των επεξεργασιών του Πουλαντζά. Το κράτος, πράγματι, εκφράζει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του κεφαλαίου (όπως είχε διαγνώσει και ο Μαρξ), αλλά αυτό γίνεται μέσω μιας ορισμένης οργάνωσης, σε πολιτικό επίπεδο, των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων γύρω από τα συμφέροντα της ηγεμονικής τάξης. Αυτά τα συμφέροντα δεν εκφράζουν απλώς το γενικό συμφέρον των κυρίαρχων τάξεων, αλλά θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να νοούνται ως γενικά συμφέροντα του έθνους. Γι’ αυτόν το λόγο το κράτος, στο ειδικό πολιτικό επίπεδο, εγγυάται ορισμένα από τα συμφέροντα των κυριαρχούμενων τάξεων, τα οποία βρίσκονται μάλιστα «σε συμφωνία με την ηγεμονική συγκρότηση της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία» (Πουλαντζάς 2009: 132). Αυτή η ενσωμάτωση δεν γίνεται μέσω μηχανιστικών συμβιβασμών, αλλά πραγματοποιείται μέσω της «αυτονόμησης» του κράτους από την «κοινωνία των πολιτών» σε ένα ειδικό επίπεδο, με προσίδια εσωτερική ενότητα.

Μία εξίσου σημαντική εφαρμογή της έννοιας της ηγεμονίας είναι και η ανάλυση της ιδεολογίας, της ιδιαίτερης δραστικότητάς της και της πολιτικοποίησης που την χαρακτηρίζει «στο πλαίσιο μιας ταξικής ηγεμονικής εκμετάλλευσης: και τούτο στο βαθμό που συγκροτείται με αφετηρία το ειδικό πολιτικό επίπεδο του καπιταλιστικού σχηματισμού» (Πουλαντζάς 2009: 133). Σύμφωνα με την προσέγγιση του Πουλαντζά, θα πρέπει να απορρίψουμε την «υποκειμενιστική» οπτική, η οποία οδηγεί σε μια θεωρία της ιδεολογίας ως αλλοτρίωσης. Αντίθετα, οι ιδεολογίες «παρουσιάζονται ως ένα ειδικό αντικειμενικό επίπεδο με προσίδια πραγματικότητα, το οποίο εμπεριέχει ένα σχετικά συνεκτικό σύνολο (…) εννοιών, παραστάσεων αξιών» (Πουλαντζάς 2009: 135), ενώ εκφράζουν, όπως είπαμε, τη βιωμένη σχέση των ατόμων με τις συνθήκες ύπαρξής τους. Επομένως, παρότι πρόκειται για «πραγματικές» δομές, δεν παύει να είναι ένα κοινωνικό φαντασιακό. Αυτό το κοινωνικό φαντασιακό είναι απαραίτητο σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό και μας δείχνουν τις ιδιαιτερότητες της ταξικής πάλης σε αυτόν το σχηματισμό. Άρα, «η λειτουργία, η δραστικότητα και ο ιδιαίτερος πολιτικός ρόλος των ιδεολογιών εξαρτώνται πραγματικά, στον καπιταλιστικό σχηματισμό, από την ειδική σχέση που έχει η ιδεολογία με το πραγματικό, σε αυτόν το σχηματισμό» (Πουλαντζάς 2009: 135 - 6).

Η ιδεολογία παίζει κομβικό ρόλο στον καπιταλισμό, εφόσον σε αυτόν παρατηρούμε το χωρισμό του κράτους από την «κοινωνία των πολιτών». Πράγματι, το κράτος οφείλει να παρουσιάζεται εδώ ως εγγυητής του «γενικού συμφέροντος του έθνους», ενώ τα άτομα θα πρέπει να γίνονται αντιληπτά στις μεταξύ τους σχέσεις ως ελεύθερα και ίσα, παρά την ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Αυτή τη θεμελιώδη αντίθεση ανάμεσα στα δύο επίπεδα της πραγματικότητας (βιωμένες σχέσεις των ατόμων με τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής τους στο εσωτερικό του κράτους και στο εσωτερικό της «κοινωνίας των πολιτών») έρχεται να επιλύσει η κυρίαρχη αστική ιδεολογία, κατά την ηγεμονική συγκρότηση του σύγχρονου κράτους. Στο κράτος, «οι άνθρωποι υπάρχουν πολιτικά με έναν τρόπο διαφορετικό απ’ αυτόν με τον οποίο υπάρχουν στη σφαίρα της κοινωνίας των πολιτών. Αυτός ο προσδιορισμός του πολιτικού ανθρώπου ως ατόμου ελεύθερου και ίσου με όλα τα άλλα δεν συνιστά, καθεαυτός, μια φενακιστική “ιδεολογία”: εδράζεται σε μια πραγματική σχέση (παρότι τυπική και αφηρημένη) των ανθρώπων μεταξύ τους, μόνον όμως εντός της πολιτικής σφαίρας, σε μια αντικειμενική δομή που είναι αναγκαία για τις ταξικές σχέσεις κυριαρχίας στον καπιταλιστικό σχηματισμό». Δηλαδή, οι σχέσεις ισότητας και ελευθερίας υφίστανται μόνον στις σχέσεις των ατόμων εντός του κράτους. Αντίθετα, στο εσωτερικό της κοινωνίας των πολιτών οι σχέσεις τους εξαρτώνται από την ταξική τους τοποθέτηση. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος ρόλος των ιδεολογιών: «Ο προσίδιος ρόλος των ιδεολογιών συνίσταται εν προκειμένω στο γεγονός ότι επιλύουν, μέσω πολυάριθμων διαμεσολαβήσεων, τον πραγματικό διχασμό των ανθρώπων-παραγωγών σε ιδιωτικά και σε δημόσια όντα, στο γεγονός ότι παρουσιάζουν (εκεί ακριβώς εδράζεται ο φενακιστικός χαρακτήρας τους) τις πραγματικές σχέσεις των ανθρώπων στην κοινωνία των πολιτών ως ένα αντίγραφο των πολιτικών σχέσεών τους» (Πουλαντζάς 2009: 137 – οι συπογραμμίσεις δικές μου).

Επομένως, και για να συνοψίσουμε, το ιδεολογικό επίπεδο παίζει έναν σημαντικό, αντικειμενικό ρόλο στον καπιταλισμό, τόσο σε σχέση με τη λειτουργία του κράτους (ηθικο-πολιτικός ρόλος του κράτους) όσο και σε σχέση με την ηγεμονική συγκρότηση των κυρίαρχων τάξεων. Από τη μία, υποκαθιστά τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων στην κοινωνία των πολιτών (που είναι σχέσεις ταξικής εκμετάλλευσης) με τις σχέσεις (ισότητας και ελευθερίας) που έχουν εντός του κράτους, «ανασυγκροτώντας σε ένα “φαντασιακό” επίπεδο την ιδεατή ενότητα ενός πραγματικού διχασμού μεταξύ [των] δύο επιπέδων της πραγματικότητας». Από την άλλη, επιβάλλει την αντίληψη που λέει ότι η ηγεμονική τάξη ή μερίδα επιδιώκει πραγματικά την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος του «έθνους», που αποτελείται από αυτά τα ίσα και ελεύθερα άτομα. Σε αυτήν την περίπτωση δεν έχουμε μία φαντασιακή μετατόπιση ή έναν ρόλο δικαιολόγησης, αλλά η ιδεολογία επιβάλει μια ορισμένη πρόσληψη της πραγματικότητας, η οποία εισάγει το άτομο σε ένα σύνολο ταξικών σχέσεων κυριαρχίας. Το αποτέλεσμα αυτής της καθαυτό αντικειμενικής πολιτικής λειτουργίας των ιδεολογιών είναι ότι μέσω της μοριοποίησης της κοινωνίας που επιβάλλουν, οι κυριαρχούμενες τάξεις αποπολιτικοποιούνται, διευκολύνοντας τη δόμηση της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων.

Έπειτα από αυτά, εύκολα μπορούμε να συναγάγουμε ότι η έννοια της ηγεμονίας συνδέεται και με την πολιτική εξουσία, υπό την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε πλέον με τη συνάρθρωση των σχέσεων «συγκατάθεσης» με τις σχέσεις εξαναγκασμού: «οι σημερινές “πολιτικές” σχέσεις κυριαρχίας παρουσιάζονται έτσι, σε κάθε επίπεδο, ως σχέσεις συγκατάθεσης και διεύθυνσης που “θωρακίζονται” με την ειδική μορφή βίας στην οποία συνίσταται η “συνταγματοποιημένη” βία του κράτους δικαίου. Οι σχέσεις άμεσης καταπίεσης μετεξελίσσονται σε πολιτικές σχέσεις ηγεμονίας» (Πουλαντζάς 2009, 141). Πρόκειται για ένα εύλογο συμπέρασμα, μιας και εφόσον δεν έχουμε πλέον την άμεση, βίαιη υπαγωγή των συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων σε αυτά των κυρίαρχων, αλλά την ηγεμονική συγκρότηση των δεύτερων σε ένα αντικειμενικό επίπεδο που είναι το κράτος, τότε αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνον μέσω μιας ορισμένης συγκατάθεσης. Επειδή, όμως, αναφερόμαστε στα αντικρουόμενα συμφέροντα των τάξεων, αυτή η συγκατάθεση θωρακίζεται μέσω ενός «μηχανισμού ισχύος», o οποίος νομιμοποιείται να ασκεί βία για τη διαφύλαξή της. Μάλιστα, αυτή η εξέλιξη συνδέεται με τη μονοπώληση της βίας από πλευράς κράτους η οποία αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα των σχέσεων «ελευθερίας» και προϋποθέτει ένα «κράτος δικαίου». Αυτό όσον αφορά τη θεσμοποιημένη εξουσία. Η εφαρμογή της έννοιας της ηγεμονίας στη μη θεσμοποιημένη πολιτική εξουσία έχει να κάνει με τη διαπάλη στους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών: εκκλησία, «ιδιωτική» εκπαίδευση, αθλητικοί σύλλογοι, εν ολίγοις με τη διαπάλη στους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους.

Τέλος, το κράτος παίζει σημαίνοντα ρόλο στην οργάνωση του συνασπισμού εξουσίας υπό την καθοδήγηση της ηγεμονικής τάξης ή μερίδας, στο πλαίσιο του διαχωρισμού κράτους και κοινωνίας. Τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων κεντρώνονται γύρω από τα συμφέροντα της ηγεμονικής τάξης, ακριβώς για να εκφραστούν στο κράτος, με αποτέλεσμα σε πολιτικό επίπεδο να εμφανίζεται απλώς η σχέση κυβερνώντων - κυβερνώμενων, παρά τις αντιθέσεις στο εσωτερικό και των δύο μπλοκ. Αυτή η απλοποίηση «συνίσταται, σε ό,τι αφορά τις κυρίαρχες τάξεις ή μερίδες, στη συσπείρωσή τους στο πολιτικό επίπεδο – μέσω των «ειδικών» συμφερόντων της «ηγεμονικής» τάξης ή ταξικής μερίδας και διαμέσου του κράτους – σε έναν “συνασπισμό εξουσίας”: αυτός ο συνασπισμός εξουσίας συνιστά πράγματι, τοποθετημένος στο καθαυτό πολιτικό επίπεδο, μια αντιφατική ενότητα “με δεσπόζουσα” της ηγεμονικής τάξης ή ταξικής μερίδας» (Πουλαντζάς 2009: 146 - 7, η έμφαση δική μου). Με αυτόν τον τρόπο ο Πουλαντζάς διαβλέπει ορθώς ότι στο κράτος δεν εκφράζονται τα συμφέροντα μίας και μόνον τάξης, της οποίας είναι εργαλείο, αλλά τα συμφέροντα του συνασπισμού εξουσίας, συνολικά. Ακόμη, είναι σε θέση να διακρίνει τόσο τις αντιθέσεις που πιθανώς να δημιουργηθούν στο εσωτερικό του, μιας και πρόκειται για έναν συνασπισμό διαφορετικών τάξεων και μερίδων, οι οποίες όμως υπόκεινται πάντα στην ομογενοποίηση που υφίστανται ώστε να είναι κομμάτι του κυρίαρχου μπλοκ. Ο ρόλος του κράτους, λοιπόν, είναι διπλά ενοποιητικός: «Το κράτος αποτελεί μια προσίδια εσωτερική ενότητα με σχετική αυτονομία στο βαθμό που αντιπροσωπεύει αφενός τον ενωτικό παράγοντα μιας μη ενοποιημένης, μοριοποιημένης και ατομικοποιημένης κοινωνίας των πολιτών, και αφετέρου τον ενωτικό παράγοντα των μη ενοποιημένων κυρίαρχων τάξεων ή μερίδων, οι σχέσεις των οποίων διέπονται από τη χαρακτηριστική τους κατάτμηση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής» (Πουλαντζάς 2009: 149). Η σχετική του αυτονομία, δε, βασίζεται ακριβώς στον κομβικό ρόλο που παίζει τόσο στην ενοποίηση του «λαού», όσο και στην οργάνωση του συνασπισμού εξουσίας.

4. Σύνοψη

Αυτή η αναδρομή δείχνει ότι η μαρξιστική θεωρία του κράτους ήρθε ως αποτέλεσμα αναστοχασμών, αλλά και σκληρών συγκρούσεων εντός των μαρξιστικών ρευμάτων σκέψης και των θεωρητικών τους. Πάντα βασισμένος στο σχήμα «βάση-εποικοδόμημα» που εισήγαγε ο Μαρξ, ο Λένιν ήρθε να εμπλουτίσει αυτό το σχήμα με την ανάλυση συγκεκριμένων λειτουργιών του κράτους και να χρησιμοποιήσει έπειτα αυτήν του τη θεώρηση ως κεντρικό στοιχείο της κομμουνιστικής στρατηγικής απέναντι στο κράτος. Ο Αλτουσέρ εμπλούτισε τη μαρξιστική θεωρία δείχνοντας ότι το Κράτος δεν χαρακτηρίζεται μόνον από την καταπιεστική του πλευρά, αλλά επιτελεί και ιδεολογικές λειτουργίες μέσω κυρίως των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους. Τέλος, είδαμε το πώς ο Νίκος Πουλαντζάς ανήγαγε τις προσίδιες λειτουργίες του κράτους στον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής και διείδε την ηγεμονία ως έννοια που συμπυκνώνει τους δομικούς όρους συγκρότησης του καθαυτό πολιτικού κράτους. Η περιήγηση αυτή ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο του κράτους για την αναπαραγωγή του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου (της σχέσης του κεφαλαίου) στο εσωτερικού του κάθε καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλτουσέρ, Λ. (1987),«Σημείωση σχετικά με τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους (ΙΜΚ)», Θέσεις, τεύχος 21 (www.theseis.com).

Αλτουσέρ, Λ. (1999), Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.

Αλτουσέρ, Λ. (2010), «Γιατί το κράτος είναι μία μηχανή», Θέσεις, τεύχος 113 (www.theseis.com).

Λένιν, Β.Ι. (2010), Κράτος και Επανάσταση, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (2009), Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μηλιός, Γ., Δημούλης, Δ., Οικονομάκης., Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης. Αθήνα: Νήσος.

Μηλιός, Γ., Οικονομάκης, Γ., Λαπατσιώρας, Σ. (2011), Εισαγωγή στην Οικονομική Ανάλυση, Αθήνα: Νήσος.

Πουλαντζάς, Ν. (2009), Νίκος Πουλαντζάς. Κείμενα. Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος. Αθήνα: Νήσος.


1 Οι κύριες ουσιοκρατικές προσεγγίσεις ήταν η ορθολογική ατομιστική-ουσιοκρατική, η οποία υποστήριζε ότι οι άνθρωποι «εκ φύσεως» λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις οι οποίες με τη σειρά τους διαμορφώνουν την κοινωνία, και οι ουσιοκρατικές-ανθρωπολογικές, οι οποίες θεωρούν ότι τα μεμονωμένα άτομα επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τη χρησιμότητα των αντικειμένων που κατέχουν, με το μικρότερο δυνατό κόστος και κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται η κοινωνία. (βλέπε: Μηλιός, 2011-α: 22, 31).

2 Βλέπε Μηλιός, 2005: 11-13.

3 Βλέπε στο ίδιο: 48-49.

4 Οι εσωτερικοί καθορισμοί στους οποίους αναφερόμαστε είναι η μορφή που παίρνει η σχέση εκμετάλλευσης στο σύνολο της οικονομίας.

5 Για μία συνοπτική παρουσίαση των θέσεων του GeorgLukacs, βλέπε Μηλιός 2005: 128-131.

6 Στην παράγραφο αυτή αξιοποιούμε τις αναφορές του Μαρξ που έκανε στο Κεφάλαιο που γράφτηκε το 1867, τις θέσεις του Λένιν όπως τις διατυπώνει στο βιβλίο του Κράτος και Επανάσταση (γράφτηκε το 1917), τις επεξεργασίες του Αλτουσέρ για τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους (της δεκαετίας 1960-1970) καθώς και τις αναλύσεις του Πουλαντζά, της περιόδου 1965-1979. Παρατηρούμε ότι η χρονική απόσταση μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων (πλην των Αλτουσέρ-Πουλαντζά) είναι 50 χρόνια μεταξύ των δύο πρώτων και 43 χρόνια μεταξύ των δύο επόμενων∙ αν μη τι άλλο αξιοσημείωτη.

7 «Γνωρίζουμε, όμως, χάρη στη διάνοια του Κεναί, που έθεσε πρώτος αυτό το “οφθαλμοφανές” πρόβλημα, και χάρη στη διάνοια του Μαρξ που το έλυσε, ότι δεν είναι δυνατό ν’ αντιμετωπίσουμε την αναπαραγωγή των υλικών όρων της παραγωγής μόνο στο επίπεδο της επιχείρησης, επειδή δεν πληρούνται μέσα στην επιχείρηση οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτής της αναπαραγωγής» (Αλτουσέρ 1999: 71).

8 Ο Γκράμσι αντιλήφθηκε πως ο διαχωρισμός μεταξύ «ιδιωτικού» και «δημοσίου» ήταν απλά και μόνον μια διάκριση στο εσωτερικό του αστικού δικαίου. Στην πραγματικότητα, δεδομένου του ρόλου των ιδεολογικών μηχανισμών (που συντελούν στην υποταγή των κυριαρχούμενων τάξεων) και του κράτους (που είναι η σχέση αναπαραγωγής του Κ.Τ.Π.) ο Γκράμσι διείδε ότι όλοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί υπάγονται στο Κράτος, παρά τη σχετική διάκριση των δύο.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή