Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 128, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2014


EDITORIAL



DER TOTALE KRIEG.1

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΚΑΙ ΤΟ «ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ»


There is no success like failure, and failure is no success at all

(Bob Dylan, Love minus zero/no limit)


  • O Μάιος ως ορόσημο;


    Τι αλήθεια συνέβη στις εκλογές του Μαΐου που περίπου παρουσιάστηκαν ως η «μητέρα όλων των μαχών»;

    Μάλλον συνέβησαν μια σειρά από αντιφατικά γεγονότα που προφανώς επιδέχονται αντιφατικών ερμηνειών. Ο λαός κλήθηκε σε τρία επίπεδα να δώσει ένα ηχηρό μήνυμα στους μνημονιακούς («Τρεις κάλπες, μία επιλογή: Να νικήσουμε!») και οι επιλογές που φανέρωσε η κάλπη ήταν μάλλον περισσότερες της μιας.

    Το επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης που κατά τεκμήριο βρίσκεται πλησιέστερα στον «τόπο» της ανθρωπιστικής κρίσης, παρουσίασε την ασθενέστερη ανταπόκριση στις επικλήσεις ανατροπής. Η αναφορά στις περιορισμένες δυνάμεις που διέθετε ο ΣΥΡΙΖΑ στους τοπικούς κοινωνικούς συσχετισμούς μάλλον δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα προσπαθεί να επιλύσει.

    Στις περιφερειακές εκλογές, μεγαλύτερο ίσως ζήτημα εγείρουν οι απόπειρες «διεύρυνσης» που επιχειρήθηκαν με αμφίβολης ταυτότητας άτομα, παρά η σημαντική απόσταση από τον αρχικό στόχο των 7-8 περιφερειών και το τελικό αποτέλεσμα των 2.

    Και στην κορωνίδα, οι ευρωεκλογές που προμηνύονταν ως η ηχηρή «λαϊκή επιταγή ανατροπής» προς τους κυβερνώντες, μάλλον με ανακούφιση έγιναν δεκτές από τους κρατούντες, διότι μέσα σε ένα τοπίο ολικής κοινωνικής ερήμωσης απλά διαπιστώνεται φθορά των κυβερνητικών κομμάτων με ελαφρά αυξητική τάση της «παράταξης της ανατροπής2».

    Τελικά, «στις 26 δεν έφυγαν» οι «τοποτηρητές της Μέρκελ» και μάλιστα είναι τόσο αυθάδεις ώστε να μηχανορραφούν δημόσια για τη συλλογή των 180 ψήφων των προεδρικών εκλογών του 2015. Έχοντας μάλιστα το προηγούμενο του αείμνηστου «εθνάρχη» το 1980, έχουν επιθετικά και χωρίς αιδώ αρχίσει από τώρα τη δική τους «διεύρυνση», η οποία έχει επιπλέον το πλεονέκτημα ότι ενδεχομένως προσφέρει στους «πρόθυμους» υλικά ανταλλάγματα. Ενώ αντιθέτως, οι νικητές του Μαΐου έχουν εγκαινιάσει μια συστηματική περί συμπόρευσης με άλλες πολιτικές δυνάμεις συζήτηση, με το προκάλυμμα των κοινωνικών συμμαχιών, που θα «φέρει τον συνασπισμό της ανατροπής» στην κυβέρνηση.

    Αυτά που συνέβησαν στις εκλογές του Μαΐου ανέδειξαν υπόγειες τάσεις της συγκυρίας που αξίζει να επιχειρηθεί η ερμηνεία τους.


  • Φιλανθρωπία ή αλληλεγγύη;


    Η σύνθετη πολυεπίπεδη εξίσωση που μόλις παραθέσαμε αναδεικνύει μια φαινομενολογία που κάθε άλλο παρά ευανάγνωστη ή μονοσήμαντη είναι.

    Η διαχείριση της ανθρωπιστικής κρίσης στην τοπική αυτοδιοίκηση στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη διαχείριση της φιλανθρωπίας παρά στην οργάνωση της κοινωνικής αλληλεγγύης με νέες μορφές κοινωνικής οικονομίας. Η πρώτη δεν περιορίστηκε μόνο σε κοινωνικά ευαίσθητους ή πολιτικά «οξυδερκείς» τοπικούς άρχοντες όλων των πολιτικών αποχρώσεων, αλλά συχνά σημάδεψε και τις αριστερές πρωτοβουλίες. Διότι ελάχιστες ήταν οι εξαιρέσεις στην απρόσωπη φιλανθρωπία που κατάφεραν να συνδέσουν την αντιπαράθεση στην οργανωμένη κοινωνική απαξίωση της εργασίας με τη δημιουργία μιας παράλληλης οικονομίας των αναγκών, μιας οικονομίας π.χ. άμεσης ανταλλαγής χωρίς τη διαμεσολάβηση του χρήματος. Μιας οικονομίας που μετατρέπει τον άνεργο σε ισότιμο κρίκο μιας αλυσίδας κοινωνικής αλληλεγγύης και άμεσης ανταλλαγής δεξιοτήτων, πόρων και προϊόντων της εργασίας. Γιατί ειδικά ο αδύνατος στον κοινωνικό συσχετισμό έχει ανάγκη από κάτι περισσότερο από το καθημερινό ψωμί.

    Η επίκληση λοιπόν των περιορισμένων δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στις τοπικές κοινωνίες μάλλον ως συγκαλυμμένη ομολογία αδυναμίας μπορεί να εκληφθεί, παρά ως φαινομενολογία ενός ισχυρού status quo τοπικής διαπλοκής που αντιστέκεται. Αδυναμίας να υιοθετήσει και να υλοποιήσει μια άλλη πολιτική κοινωνικής αλληλεγγύης, κοινωνικού ελέγχου επί των (ακόμη και «κοινωνικά ευαίσθητων») κρατούντων, και συνεπώς αδυναμίας να ενισχύσει και να ενισχυθεί από μια κοινωνική δυναμική των «από κάτω».

    Αλλά και στις περιφερειακές εκλογές, η όλη προσπάθεια τεκμηρίωσης του «εναλλακτικού» και της «ανατροπής» είχε στις περισσότερες περιπτώσεις ως αιχμή του δόρατος την καταγγελία της «διαφθοράς», των «συμφερόντων», της «συναλλαγής» με τους ισχυρούς του κεφαλαίου και των «σκανδάλων», προβάλλοντας το αντεστραμμένο είδωλο μιας «χρηστής διαχείρισης» υπέρ των «πολλών», ένα γενικό κοινωνικό πρόσωπο χωρίς ειδικές πολιτικές δεσμεύσεις, ένα σπασμένο είδωλο στο οποίο ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του.

    Τέλος στις ευρωεκλογές, ενώ έγινε από ορισμένους προσπάθεια να αναδειχθεί η ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης και των μηχανισμών λιτότητας που την αναπαράγουν και την οξύνουν, η κύρια συνθηματολογική προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχθηκε στην πάλη μεταξύ των χωρών (οι πλούσιες εναντίον των φτωχών) ή των γεωγραφικών προσδιορισμών (ο Βορράς εναντίον του Νότου), με κορύφωση τη συμπύκνωση του επίδικου αντικείμενου των εκλογών στο εθνικού περιεχομένου σύνθημα «με εμάς ή με τη Μέρκελ».

    Και όλα αυτά ενταγμένα σε ένα συστηματικό πλαίσιο στο οποίο όσο προσέγγιζε η ημερομηνία των εκλογών, τόσο περισσότερη έμφαση δινόταν στη μετωπική εφ’ όλης της ύλης αντιπαράθεση, της «επιτυχίας» του success story και συνεπώς του «τέλους των μνημονίων» και του κίνδυνου οπισθοδρόμησης από τη μια μεριά, και της ολικής «ανατροπής» από την άλλη – με ολοένα ασαφέστερες ειδικές δεσμεύσεις για «δημοκρατία» και τη γενική επίκληση του «ξεπουλήματος» δημόσιας περιουσίας από την άλλη.

    Τι ακριβώς μεσολάβησε από τον Ιούνιο του 2012 έως τον Μάιο του 2014;


  • Προχειρότητα ή τακτική;


    Μια πρώτη ανάγνωση της πορείας που είχε αυτή τη διετία η κινητήρια δύναμη για την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, οδηγεί σε αρκετά ανησυχητικά συμπεράσματα.

    Πώς μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς μια στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ή «κυβέρνησης σε αναμονή»), η οποία δεν αναγνώρισε έγκαιρα μέσα σε αυτή τη διετία τις κρίσιμες πολιτικές μάχες που έμελλε να δοθούν τον Μάιο του 2014; Όχι μόνο για να καταστρώσει τη στρατηγική πολιτικής επικράτησης, γεγονός μη αμελητέο καθεαυτό, αλλά για να το κάνει με όρους κοινωνικής αναφοράς και αντίστοιχου περιεχομένου της πολιτικής, που να της διασφαλίσουν όχι απλά τη νίκη, αλλά τη νίκη με συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο.

    Ή πάλι, πόσο μελετημένη και προγραμματισμένη είναι μια πολιτική που μέχρι δυο μήνες πριν τις εκλογές χειρίζεται το ζήτημα των προσώπων που θα σηματοδοτήσουν την πολιτική ανατροπή με τη λογική του ταχυδακτυλουργού και του μαγικού καπέλου, που μπορεί να βγάλει θετικές αλλά και εξόχως αρνητικές εκπλήξεις; Αλλά και πέρα από το συγκεκριμένο, τι μήνυμα εκπέμπεται όταν επικρατεί μια λογική που σηματοδοτεί την ευελιξία των επιλογών της τελευταίας στιγμής; Που συχνά αποδεικνύονται καθόλου πρόχειρες, αν ληφθεί υπόψη η επίσημη πολιτική συμπύκνωση των αποτελεσμάτων που ακολούθησε μετά τις εκλογές, με την «πολιτική των συμμαχιών» να βρίσκεται σε πρώτο πλάνο.

    Εδώ αξίζει να αναφερθούν επίσης οι επιλογές της τελευταίας στιγμής για Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και άλλες μεγάλες πόλεις που λειτουργούν ως σηματωροί εκλογικών συμπεριφορών και των πολιτικών αποτελεσμάτων τους.

    Εδώ τέλος οφείλουν να αναφερθούν και οι απίστευτες ακροβασίες περί «πιθανών συμμετοχών» στο ευρωψηφοδέλτιο που αναγγέλλονταν, με μια λογική που φάνηκε να αξιοποιεί το δυναμικό των ενορχηστρωτών της αγοραίας τηλεοπτικής κοινωνικής κριτικής του καναπέ, των αστέρων τηλεοπτικής και όχι μόνο προβολής γενικότερα, μιας «wait and see» πολυσυλλεκτικότητας, που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τις πάγιες πρακτικές των τεχνικών της μεταπολιτευτικής διακυβέρνησης.

    Είναι όλα αυτά λοιπόν ενδείξεις πολιτικής προχειρότητας, απόρροια της έλλειψης εξοικείωσης με την αιφνίδια πολιτική διόγκωση του 2012, καθυστέρηση δομών που αδυνατούν να προσαρμοστούν γρήγορα στα νέα δεδομένα; Ή μήπως πρόκειται για ακριβώς το αντίθετο, μια εξαιρετικά οξυδερκή και πολιτικά διορατική τοποθέτηση που προσαρμόζεται με εκπληκτική ταχύτητα στα δεδομένα του πολιτικού παιχνιδιού, όπως αυτό παίζεται χρόνια τώρα;

    Και αν ισχύει το δεύτερο, ποιοι είναι οι μηχανισμοί που κατόρθωσαν τόσο γρήγορα να εντάξουν την «απόλυτη αμφισβήτηση» στα γρανάζια της «υπαρκτής πολιτικής», που απλά γεμίζει με «αριστερό περιεχόμενο»;

    Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί με απόλυτη βεβαιότητα αυτό το διλημματικό δίπολο, απλά και μόνο με βάση μια λογική ανάλυση των συντελεστών διαμόρφωσης του αποτελέσματος, διότι το αποτέλεσμα αυτό αναγκαστικά υπακούει στο κοινωνικά αστάθμητο, στην ενδεχομενικότητα της ταξικής πάλης. Η τάση όμως που διαμορφώνεται είναι αποκαλυπτική: Όσο περισσότερο αδυνατεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει τα κατάλληλα κοινωνικά ερείσματα που μπορούν να δώσουν κοινωνικό αγκυροβόλιο στην πολιτική του, τόσο ευκολότερα γίνεται «διαθέσιμος» για πολιτικά παιχνίδια που μπορεί να καταλήξουν σε μια «ελέω απόγνωσης» λευκή εντολή αριστερής διακυβέρνησης, στην οποία οι όποιες πολιτικές συμμαχίες μπορεί να αποτελούν πρόφαση, προκάλυμμα ή και «αντικειμενικό» εξωτερικό περιορισμό των κρατικών μηχανισμών, που διασφαλίζουν στο υπόβαθρο την κοινωνική «αποτελεσματικότητα» των κυρίαρχων πολιτικών, την αναπαραγωγή των μεσοπρόθεσμων συμφερόντων του άρχοντος συγκροτήματος.

    Αριστερή πολιτική χωρίς την ενεργό στήριξη των «από κάτω» δεν είναι εφικτή. Ιδίως όταν αυτή έχει συμβιβαστεί με την απουσία αυτής της στήριξης και προκρίνει τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών με «αριστερό πρόσημο». Σε μια συγκυρία που κάθε άλλο παρά σηματοδοτεί την επάνοδο ενός σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου, αλλά την αυτεπιβολή των μνημονίων ως διαρκή ορίζοντα λιτότητας, συγκέντρωσης πλούτου, εισοδήματος και κυρίως εξουσίας στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων.


  • Λιτότητα ή «ανάπτυξη»;


    Και έτσι βγαίνουν στην επιφάνεια και πάλι τα φαντάσματα του παρελθόντος, με την «(ανάγκη) ο ελληνικός λαός […] να περάσει αυτήν τη μεταρρυθμιστική διαδικασία, εάν η χώρα θέλει να παραμείνει στο ευρώ» (Σόιμπλε), που απλά συνηγορεί για την υπερσυγκυριακή συνέχιση των πολιτικών λιτότητας, με μέσο πίεσης αυτό που ομολογημένα στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε ως απειλή συμμόρφωσης, ενώ μπορεί να αποδεικνυόταν ως το κύκνειο άσμα της Ευρωζώνης.

    Είναι λοιπόν μονόδρομος ότι η Ζώνη του Ευρώ (ΖτΕ) καταστατικά οδηγεί στη λιτότητα, ως συμπύκνωση των σχέσεων εξουσίας και των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης με στόχο τη μεταφορά εισοδήματος και εξουσίας από την εργασία προς το κεφάλαιο, στερώντας στοιχειώδη δικαιώματα και συγκεντρώνοντας πλούτο και εξουσία σε μια μικρή ολιγαρχία; Ή αντίθετα πρόκειται για συσχετισμούς δύναμης και πολιτικές που μπορούν να ανατραπούν, και αυτό ακριβώς επαγγέλλεται η στρατηγική της κυβέρνησης της Αριστεράς;

    Είναι δεδομένο ότι οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, που βασίζονται στην υποχρέωση για κάθε χώρα της ΖτΕ να πειθαρχεί στα κελεύσματα των «αγορών», οδηγούν στην επιδείνωση των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης, ενώ η κρίση οδηγεί στα «Μνημόνια» που δεν είναι τίποτε άλλο από δεσμεύσεις σκληρής λιτότητας, τα οποία απροκάλυπτα επιδεινώνουν το πρόβλημα για το οποίο υποτίθεται ότι συντάχθηκαν (το δημόσιο χρέος, το οποίο στην Ελλάδα εκτινάχθηκε από το 120% το 2009 στο 175% σήμερα). Η κρίση μετατρέπεται λοιπόν σε «ευκαιρία», καθώς επιταχύνει και ενισχύει τον βασικό στόχο των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, δηλαδή την απαξίωση της εργασίας, την περιστολή του κοινωνικού κράτους, την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων και την αντιδραστική αναδιάρθρωση της οικονομίας και της κοινωνίας προς όφελος του κεφαλαίου και του αστικού μπλοκ εξουσίας.

    Για να επανέλθει στη συνέχεια η εξουσία με την επίκληση της «ανάπτυξης», που εμφανίζεται ως πανάκεια και ταχυδακτυλουργικό τρικ το οποίο θα εγκαινιάσει ένα νέο «ενάρετο κύκλο» πάνω στο έδαφος της κοινωνικής ερήμωσης, αυτό που στη γλώσσα του κεφαλαίου ονομάζεται «δημιουργική καταστροφή». Δηλαδή η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων (εργασίας κυρίως αλλά και κεφαλαίου που δεν υπεραξιώνεται επαρκώς) μέσα στην παρατεταμένη ύφεση, που οδηγεί σε θεαματική ανάκαμψη κερδών και οικονομική μεγέθυνση με μισθούς πείνας, υψηλή ανεργία, συντάξεις που ισοδυναμούν με επίδομα φιλανθρωπίας, την εργασία σε καθεστώς απόλυτης υποταγής μέσα από την εξαθλίωση.

    Απέναντι σε αυτό το περίγραμμα πολιτικών ταχύτατης διεύρυνσης και θεσμικής θωράκισης των κοινωνικών ανισοτήτων, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η «ανάπτυξη», αλλά ούτε και η «ανάσχεση της λιτότητας» με ένα πρόγραμμα ήπιου νεοφιλελευθερισμού που θα «διορθώσει τις αδικίες» του νέου κοινωνικού status quo, με ενέσεις «κοινωνικής φιλανθρωπίας» για το 30% της επίσημης ανεργίας από τα «πλεονάσματα» των δημόσιων οικονομικών, που δεν είναι τίποτε άλλο από τα αποτελέσματα της δραματικής μείωσης των μισθών, της υπερφορολόγησης των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων παράλληλα με την πρωτοφανή και επιδεικτική φοροασυλία του μεγάλου κεφαλαίου και του πλούτου, τα «ειδικά φορολογικά καθεστώτα», κ.ο.κ.


  • Παραγωγική ανασυγκρότηση;


    Απέναντι σε αυτό το τοπίο κοινωνικής ερήμωσης και πολιτικής απαξίωσης της εργασίας φαντάζει εξαιρετικά αντισυστημικό να αντιπαραθέτεις στον διαρκή ορίζοντα της λιτότητας, την «αποκατάσταση των αδικιών», την προστασία του «δημόσιου πλούτου», την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως αντίδοτο στην ανθρωπιστική κρίση και τη μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Όπως επίσης να προτείνεις πολιτικές πρακτικής μείωσης της πίεσης που ασκεί το χρέος, με περιόδους χάριτος, μερικής διαγραφής ή με τη σύνδεση της αποπληρωμής του με μια «ρήτρα ανάπτυξης» που θα καταστήσει τους πιστωτές συμμέτοχους στην προσπάθεια δημοσιονομικής ανασυγκρότησης και μεγέθυνσης της οικονομίας. Ιδίως όταν όλες οι συστημικές φωνές εκφράζουν την πλήρη αντίθεσή τους, επικαλούμενες την επίσημη πολιτική, την ανάγκη των «μεταρρυθμίσεων» αλλά και την απροκάλυπτη ανάγκη κοινωνικής πειθάρχησης και αποκατάστασης των «αξιών» του νεοφιλελευθερισμού.

    Φαντάζει λοιπόν ότι το μέτωπο των από πάνω είναι ενιαίο και συμπαγές στη γραμμή της κοινωνικής εξαθλίωσης, σε μια στρατηγική ήττας της εργασίας χωρίς προηγούμενο και προπάντων χωρίς όρια και σημεία ανάσχεσης. Ενός πολέμου με όλα τα μέσα, ενός ολοκληρωτικού πολέμου που στόχο έχει να «εξαφανίσει» τον αντίπαλο χωρίς να του δίνει κανένα στήριγμα και κανένα σημείο συνθηκολόγησης, χωρίς την προοπτική ενός «έντιμου συμβιβασμού», που να διατηρεί τα προσχήματα και να επιτρέπει να κατοχυρωθεί η κοινωνική ειρήνη σε ένα νέο χαμηλότερο επίπεδο δικαιωμάτων, κοινωνικής ισχύος και θέσης για την κοινωνική πλειοψηφία. Μπροστά μας λοιπόν δεν έχουμε μια στρατηγική κοινωνικής ειρήνευσης, αλλά μια πορεία προς το κοινωνικό no man’s land, όπου η μόνη κατάσταση μετά τον πόλεμο είναι η χωρίς όρια «εξαφάνιση» του αντιπάλου.

    Ανταποκρίνεται όμως στην πραγματικότητα αυτή η θεώρηση;

    Μήπως αρχίζει να διαφαίνεται ότι η στρατηγική της συντριβής του αντιπάλου δεν είναι κάτι που συμμερίζονται όλες οι μερίδες του κεφαλαίου, κυρίως εκείνες που έχουν εγγράψει στον στρατηγικό ορίζοντά τους την προστασία των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του μπλοκ των κυρίαρχων δυνάμεων στον συνασπισμό εξουσίας; Και αν ναι, μήπως διακρίνεται ευκρινώς ότι το όριο ωφελιμότητας του κοινωνικού πολέμου δεν είναι κάποιο «τεχνικό ορόσημο» στη λειτουργία των αγορών, ένα επίπεδο κατανάλωσης των μαζών ή του κεφαλαίου, ένα ελάχιστο «κοινωνικής υποδομής παραγωγής», ένα πλαίσιο εθνικής παραγωγικής αυτάρκειας στον ευρωπαϊκό ή διεθνή καταμερισμό εργασίας;

    Σήμερα αρχίζει να γίνεται εμφανές ότι το όριο του πολέμου που διεξάγεται με απίστευτη σφοδρότητα σε όλα τα κοινωνικά μέτωπα δεν είναι άλλο παρά η αντοχή των «από κάτω», το σημείο ανάφλεξης της κοινωνικής έκρηξης που ούτε αντικειμενικά είναι προσδιορισμένο, ούτε τεχνικά ορίζεται από τις παραπάνω παραμέτρους παραγωγής και κατανάλωσης μέσα στη χώρα ή στην ευρύτερη επικράτεια κίνησης των κεφαλαίων της ΖτΕ. Και αν αυτό είναι αληθές, τότε προκύπτει ευθέως ότι η αντιστροφή των συσχετισμών δύναμης συνδέεται με την ουσιαστική και συμβολική προβολή της στρατηγικής για αναδιανομή πλούτου, εισοδήματος και εξουσίας υπέρ των «από κάτω», ως προμετωπίδα για μια πολιτική ανατροπής των συσχετισμών δύναμης υπέρ της εργασίας, από μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Μόνο στη βάση μιας τέτοιας αναδιανομής αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο αλλά και οραματικό χαρακτήρα το οποιοδήποτε σχέδιο «παραγωγικής ανασυγκρότησης».

    Η οδός των «συμμαχιών για την παραγωγική ανασυγκρότηση» οδηγεί σε ντε φάκτο συμβιβασμό πάνω στο σημερινό έδαφος κοινωνικής απαξίωσης της εργασίας και δεν αποτελεί ένα πρώτο βήμα ανατροπής. Εδώ θα ανθίσουν όλοι οι «αναγκαίοι» και «αναπόφευκτοι» συμβιβασμοί που θα προκύψουν στο έδαφος της επενδυτικής αποχής του κεφαλαίου, της πολυποίκιλης φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής των κρατούντων, μιας νέας κρίσης των δημόσιων οικονομικών που θα θέσει εν αμφιβόλω τη λειτουργία των πρωτογενών πλεονασμάτων και θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε διόγκωση της λαϊκής δυσαρέσκειας από την αθέτηση των αφειδώς παρεχομένων προεκλογικών υποσχέσεων. Και σε αυτή τη συγκυρία λίγο θα ωφελήσουν την κυβέρνηση της Αριστεράς και των συμμάχων της (;) τα νομικά καταφύγια στην προστασία της «δημόσιας ιδιοκτησίας», των «δημόσιων επιχειρήσεων» και των «δημόσιων αγαθών», αν δεν δοθεί σαφές περιεχόμενο στο «δημόσιο», αν αυτό δεν ταυτιστεί επομένως απλώς με το «κρατικό». Διότι σε πολλές περιπτώσεις, επιχειρήσεις με κρατική ιδιοκτησία δεν έχουν δείξει καμία ουσιαστική διαφοροποίηση ως προς τη λειτουργία τους από τη λογική του κεφαλαίου, παρά μόνο ως προς το νομικό καθεστώς του βασικού μετόχου που έχει εγκαθιδρύσει και οργανώνει μια ιδιότυπη «δημόσια» αγορά, με ακριβώς τα ίδια κριτήρια και τις ίδιες παραμέτρους της ιδιωτικής.

    Η υποχώρηση εν προκειμένω σε τίποτε δεν διασφαλίσει καλύτερους όρους για την αλλαγή των συσχετισμών, για την ανατροπή. Το μόνο όπλο για την κυβέρνηση της Αριστεράς είναι η αριστερή πολιτική, η συμπύκνωση των κοινωνικών αντιφάσεων από τη σκοπιά της εργασίας, η προάσπιση των κοινωνικών αναγκών, τα «ανοικτά βιβλία», η ευρύτερη δυνατή κοινωνική συμπαράταξη σε αυτή την αριστερή πολιτική, η αυτοδυναμία αυτής της πολιτικής, όχι η «συμπόρευσή» της, στη βάση ενός υποτιθέμενου «κοινού παρονομαστή», με πολιτικά ναυάγια του μνημονιακού στρατοπέδου.


  • Πολιτική αλλιώς;


    Είναι άραγε αριστερή πολιτική αυτή που αντλώντας συμπεράσματα από τη «νίκη» των εκλογών υπαινίσσεται ότι «η Αριστερά μόνη της δεν μπορεί»;

    Είναι αριστερή πολιτική να επιχειρείς την προσέγγιση με τμήματα της «Κεντροαριστεράς», έστω και υπό το πρόσχημα τακτικών συμμαχιών εν όψει της προεδρικής εκλογής, και μάλιστα υπό το προκάλυμμα της διπλής διεύρυνσης, με ανοίγματα και «προς τα αριστερά», προς δυνάμεις για τις οποίες γνωρίζεις ότι ουδέποτε θα αποδεχθούν αυτό το κάλεσμα;

    Είναι αριστερή πολιτική να θεωρείς και να προπαγανδίζεις ότι για την ανατροπή αρκεί να προκύψει μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να δίνεις την έμφαση στη ριζοσπαστική μετατόπιση της τρέχουσας πολιτικής, στην ολότελα διαφορετική οργάνωση του αντισυστημικού δυναμικού το οποίο διασχίζει πολλούς χώρους, χωρίς να εμμένεις στην ενεργό συστράτευση των κοινωνικών αντιστάσεων των «από κάτω» για μία διαφορετική κοινωνία;

    Μια κυβέρνηση της Αριστεράς για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στο έργο εξόδου της ελληνικής κοινωνίας από την κρίση προς όφελος των πολλών, με κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών, πρέπει να οργανώνεται ως «αντιπολίτευση στο κράτος», ήδη από τώρα. Ως αντιπολίτευση απέναντι σε αυτό το πυκνό και συνεχές δίκτυο θεσμών και μηχανισμών που συμπυκνώνει πολιτικά σχέσεις και συμπεριφορές που παγιώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες: Ένα σύστημα εξουσίας που δεν αποτελεί απλά ουδέτερο περίβλημα που μπορεί να γεμίσει με αριστερή «ουσία», αλλά συνιστά το εργαλείο διαχείρισης των αντιθέσεων μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου («συλλογικός κεφαλαιοκράτης»), κατά τρόπο που να διασφαλίζει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του μπλοκ εξουσίας μέσα από την καθυπόταξη της εργασίας.

    Η κυβέρνηση της Αριστεράς μόνο ως αντιπολίτευση στο κράτος μπορεί να πραγματοποιήσει τους αναγκαίους κοινωνικούς μετασχηματισμούς – διαφορετικά απλά θα κυβερνήσει «σαν τους άλλους».

    Θα μπορέσει να είναι κυβέρνηση της Αριστεράς αν κυβερνήσει με «κλειστά βιβλία» σε συνεργασία με τους κρατούντες και την εργασία «απέναντι», αρχικά αμήχανη με το πλέγμα των μηχανισμών της εξουσίας, αλλά στη συνέχεια με ταχείς ρυθμούς προσαρμοζόμενη και εξοικειούμενη με τα «μυστικά και ψέμματα» της εξουσίας;

    Θα μπορέσει να διατηρήσει σχέσεις εκπροσώπησης με τα κοινωνικά στρώματα των υποτελών τάξεων και να εφαρμόσει ένα κρίσιμο πρόγραμμα αναδιανομής εξουσίας, πλούτου και εισοδήματος υπέρ τους σε καθεστώς κοινωνικής πόλωσης, αν καταλήξει να ασκεί μια «επίσημη πολιτική» που θα επιχειρεί συγκεράσει το πρόγραμμά της με εκείνο «κεντροαριστερών συμμάχων»;

    Θα μπορέσει τέλος να είναι κυβέρνηση της Αριστεράς αν απλά αλλάξει το πολιτικό προσωπικό των τελευταίων δεκαετιών που πάνω του ξέσπασε η αντισυστημική διάθεση της κοινωνίας, αλλά συνεχίσει να υπηρετεί το συνολικό θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης και καθημερινής αναπαραγωγής των σχέσεων κυριαρχίας-υποταγής;

    Η κυβέρνηση της Αριστεράς για να επιβιώσει και να συμβάλει στην ανατροπή θα είναι αναγκασμένη να αντιπαρατεθεί στον ολοκληρωτικό κοινωνικό πόλεμο με όπλο μια πολιτική που βρίσκεται στον αντίποδα της κρατούσας, μια πολιτική που εκπροσωπεί τις κοινωνικές αντιστάσεις, τη φωνή των «από κάτω». Κάθε υποχώρηση προς την τρέχουσα πολιτική, από τις συμφωνίες κορυφής με το κεφάλαιο και τους εκπροσώπους του έως την «ήπια λιτότητα» προκειμένου να μην δοκιμαστούν οι «αντοχές» της οικονομίας, θα είναι μια επιβεβαίωση ότι η «ανατροπή» τελικά καταλήγει εκεί που οδηγήθηκαν και άλλες μεγάλες πρωτοβουλίες «αλλαγής», στο κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο.

    Αυτός ο φόβος διαπερνά το κοινωνικό σώμα των υποτελών τάξεων.

    Αυτή η ελπίδα κυριαρχεί στις σκέψεις των τεχνικών της αστικής εξουσίας.

    Η Αριστερά πρέπει να εμπνεύσει τις υποτελείς τάξεις διαψεύδοντας τις ελπίδες των τεχνικών της εξουσίας. Αυτό είναι και το τελικό επίδικο αντικείμενο του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου που βρίσκεται σε κρίσιμο κομβικό σημείο μετά τις πρόσφατες εκλογές.


    1 Αναφορά στην επίκληση του «Ολοκληρωτικού πολέμου» από τον Josef Goebbels στην ομιλία του στις 18.02.1943 στο Sportpalast του Βερολίνου.

    2 Ενώ στις ευρωεκλογές παρατηρήθηκε πτώση των ποσοστών και των ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ στους εργαζόμενους/άνεργους και στη νεολαία, στα αστικά κέντρα, αυξάνεται σημαντικά η δύναμη στην επαρχία, και συνολικά το αποτέλεσμα οδηγεί στην εκτίμηση ότι, με όλα τα άλλα αμετάβλητα, σε συνθήκες πόλωσης σε εθνικές εκλογές μπορεί να πετύχει μία σχετική άνοδο χωρίς αυτοδυναμία.

  •  
    < Προηγ.   Επόμ. >
    Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 40ο έτος (1982-2022), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
    Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή