Η πολιτική οικονομία του δημόσιου χρέους και της οικονομικής μεγέθυνσης... Εκτύπωση
Τεύχος 126, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2014


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ:

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣΜΙΑΣ «ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΑΣ» ΜΕΛΕΤΗΣ.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ


του Βασίλη Δρουκόπουλου


«Πάνω στη σκακιέρα δεν επιβιώνουν για πολύ τα ψέματα και η υποκρισία. Ο δημιουργικός συνδυασμός ξεγυμνώνει την αυθάδεια του ψέματος· το ανηλεές γεγονός που κορυφώνεται στο ματ διαψεύδει τον υποκριτή». Dr. Emanuel Lasker, Lasker’s Manual of Chess, Dover Publications, Inc., N. Y., 1947 [1925], σ. 235.



1. Εισαγωγή


Λεονάτος: «Η νίκη είναι δυο φορές νίκη όταν ο νικητής φέρνει πίσω την αρίθμησή του σωστή».

Σαίξπηρ, Πολύ κακό για το τίποτε, Πράξη Α΄, Σκηνή 1, Μτφρ. Βασίλης Ρώτας, Επικαιρότητα, ανατύπωση, Αθήνα, 1997, σ. 17.


Ως σύνδεση με το Πρώτο Μέρος του άρθρου (Θέσεις, τ. 125, 2013) επιβάλλεται να μνημονευτούν τα εξής: Στις αρχές του 2010 με δύο διαδοχικές, σχεδόν ταυτόσημες, εργασίες (2010a, b) οι Carmen Reinhart και Kenneth Rogoff (εφεξής R+R) πρόβαλαν την άποψη ότι, ύστερα από μια στοιχειώδη ποσοτική ανάλυση στην οποία είχαν προστρέξει, τα αποτελέσματα τους οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ένας λόγος δημόσιου χρέους/ΑΕΠ υψηλότερος του 90% συνδέεται αρνητικά με το μέσο όρο (και τη διάμεσο) του πραγματικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης των χωρών που εξετάζονται για μια σειρά χρονικών περιόδων.

Με τη διττή εμφάνιση της μελέτης των R+R (αλλά όχι αναγκαστικά λόγω αυτής), υπήρξε μία σωρεία δημοσιεύσεων, όπου άλλες έφθαναν σε συναφή αποτελέσματα και ήσαν υποστηρικτικές των απόψεων των R+R και άλλες πάλι ήταν επικριτικές, αναδεικνύοντας αδύναμα σημεία και εγείροντας αντιρρήσεις για την ύπαρξη του ορίου-κατωφλιού του 90%. Όλα αυτά καταγράφηκαν στο Πρώτο Μέρος. Ύστερα από τρία χρόνια οι Herndon, Ash και Pollin (εφεξής HAP) δημοσιεύουν μια εργασία (2013) όπου με χειρουργική δεινότητα αμφισβητούν την εγκυρότητα των υπολογισμών των R+R και καταλήγουν στο ότι ένας υψηλότερος του 90% λόγος χρέους/ΑΕΠ δεν αποβαίνει στερεότυπα σε ένα μειωμένο ρυθμό μεγέθυνσης. Οι διαφορές των αποτελεσμάτων αποδίδονται από υπαιτιότητα των R+R στα εξής:

  • Παραλείψεις παρατηρήσεων για την Αυστραλία, Καναδά και Νέα Ζηλανδία στα τέλη της δεκαετίας του ’40.

  • Λάθη χειρισμών στο φύλλο εργασίας του Excel για πέντε χώρες και για μια σειρά ετών.

  • Υιοθέτηση μιας αδικαιολόγητης μεθοδολογικής ιδιοτυπίας στον υπολογισμό των μέσων όρων του πραγματικού ρυθμού μεγέθυνσης των χωρών (λεπτομέρειες ακολουθούν αργότερα).

Πριν καταγραφεί η ροή των κυριότερων εξελίξεων και των πιο σημαντικών επιχειρημάτων που ακολούθησαν τις αποκαλύψεις της εργασίας των HAP της 15ης Απριλίου 2013 χρήσιμο είναι να υπενθυμιστεί η σύσκεψη, αρχές Φεβρουαρίου 2010, των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών των κεντρικών τραπεζών των G-7 στον καναδικό οικισμό του Iqualit όχι μακριά από τον αρκτικό κύκλο. Εκεί οι ξένοι συνδαιτημόνες δεν άγγιξαν το ωμό κρέας φώκιας που τους προσφέρθηκε (Irwin, 2013). Άλλα ορέγονταν. Εκεί και τότε αποφασίστηκε η στροφή προς τη λιτότητα που ήταν (τάχα) αναγκαία ώστε να αρθούν οι (υποτιθέμενοι) κίνδυνοι που είχαν προκύψει ύστερα από την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική του 2008 και 2009 για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης.


2. Οι δύο πυλώνες


Α΄ Πολίτης: «...τα ισχνά κορμιά μας, το ελεεινό θέαμα της αθλιότητάς μας, είναι γι’ αυτούς το μέτρο του δικού τους πλούτου: τα βάσανά μας τα θεωρούν κέρδος τους».

Σαίξπηρ, Κοριολανός, Πρ. Α΄, Σκ. 1, Μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Κέδρος, Αθήνα, 2002, σ. 10.


Η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική έχει χρησιμοποιήσει ως κάλυψη προειλημμένων αποφάσεων δυο επιστημονικοφανείς οικονομικές θεωρίες που αναλύονται στη συνέχεια και οι οποίες κατέληγαν σε συναφή και αλλησυμπληρούμενα εμπειρικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, δεν ήταν τα «αντικειμενικά» ευρήματα που πυροδότησαν τις ανάλογες οικονομικές αποφάσεις των κυβερνήσεων αλλά αντίστροφα, δηλαδή αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως η «ακριβής και αυστηρή» πανεπιστημιακή επιβεβαίωση που διακαώς αναζητούνταν.1 Όπως σκωπτικά διατυπώθηκε από τον Münchau (2013) όταν ένας ερευνητής με τα ευρήματά του προσυπογράψει κάποιου άλλου την ιδεολογική θέση, είναι σαν ο δεύτερος να επιχαίρει που τα Χριστούγεννα και τα γενέθλιά του πέφτουν την ίδια μέρα!

Ο πρώτος πυλώνας ήταν εκείνος της «επεκτατικής δημοσιονομικής λιτότητας» (expansionary fiscal austerity) που στήθηκε το 1990 και προωθήθηκε από μια ομάδα οικονομολόγων ιταλικής καταγωγής (Alesina, Ardagna, Favero, Giavazzi, Pagano και Perotti). Το κύριο σημείο της θεωρίας ήταν το ακόλουθο: Μια σημαντική και μόνιμη μείωση των κρατικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη («καλή νεράιδα» την έχει αποκαλέσει ο Paul Krugman) των ιδιωτικών φορέων για τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις. Αυτές θα χαρακτηρίζονται πλέον από έναν «ενάρετο» συνδυασμό χαμηλών ή μηδενικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και μειωμένης φορολόγησης. Ως συνέπεια, τα νοικοκυριά θα αναθεωρήσουν προς τα πάνω τις εκτιμήσεις του μόνιμου εισοδήματός τους και έτσι η τρέχουσα και η προγραμματισμένη ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί με τελικό αποτέλεσμα την επίτευξη της συνολικής οικονομικής επέκτασης. Επίσης, οι θιασώτες της «επεκτατικής δημοσιονομικής λιτότητας» υποστήριξαν ότι η πτώση των επιτοκίων λόγω του χαμηλότερου δανεισμού του δημοσίου θα τονώσει την ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα και θα επιφέρει τη μείωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας με αποτέλεσμα την ενίσχυση των εξαγωγών.

Μια λιγότερο ομολογημένη θέση της οικονομικής πολιτικής αυτής της θεωρίας ήταν ότι η δημοσιονομική «προσαρμογή» λόγω της περικοπής των δαπανών του δημοσίου θα περιόριζε τη συμμετοχή του στην οικονομική δραστηριότητα με επακόλουθο την εκμετάλλευση του κενού αυτού από την επέκταση του ιδιωτικού τομέα και την υποτιθέμενη αποτελεσματικότερη χρήση των οικονομικών πόρων. Όπως εύστοχα έχει επισημανθεί και από τον Wren-Lewis (2011a, σ. R45 και 2011b, σσ. 5, 6), η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία αποστρέφεται με βδελυγμία και αποτροπιασμό την κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Κρίνεται από τη μια μεριά περιττή, καθώς πρεσβεύει η ιδεολογία αυτή τον αυτορυθμιζόμενο χαρακτήρα της οικονομίας, αλλά και από την άλλη απευκταία, γιατί υποστηρίζεται η άποψη ότι όποιος κερδοφόρος και προνομιακός χώρος καταλαμβάνεται από το δημόσιο τομέα αφαιρείται από τον ιδιωτικό. Γι’ αυτούς τους λόγους η παρείσδυση και η επέκταση του δημοσίου είναι κατακριτέα και η αποκατάσταση της φυσικής τάξης πραγμάτων με το μη κατεχόμενο χώρο να κυριαρχείται από τον ιδιωτικό τομέα απαιτεί τον περιορισμό των δραστηριοτήτων του δημοσίου και την περικοπή των δαπανών του. Αυτή η γραμμή σκέψης έχει συμπυκνωθεί στην αμίμητη φράση του Grover Norquist: «Ο σκοπός μας είναι να συρρικνώσουμε τον κυβερνητικό τομέα τόσο πολύ, έτσι ώστε να μπορέσουμε να τον πνίξουμε μέσα σε μια μπανιέρα».

Η μεθοδολογία που είχε ακολουθηθεί, τα στοιχεία που είχαν χρησιμοποιηθεί και τα αποτελέσματα που είχαν προκύψει στις μελέτες των Alesina και των συνεργατών του αποδομήθηκαν, σημείο προς σημείο, ως αναξιόπιστα και μεροληπτικά.2 Αποδείχτηκε λοιπόν ότι η δημοσιονομική λιτότητα αντίθετα, έχει συσταλτικές και υφεσιακές επιπτώσεις στην εγχώρια ιδιωτική ζήτηση και στο ΑΕΠ. Είχε πλέον συντελεστεί το οριστικό ξήλωμα του ιστού της θεωρίας που τόσο μεθοδικά είχε υφανθεί για δύο τουλάχιστον δεκαετίες και είχε τύχει ενθουσιώδους υποδοχής και ύμνων από τους θιασώτες της πολιτικής κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου προτάγματος στην οικονομική και πολιτική διαχείριση. Ένας πρωτεργάτης της θεωρίας, ο Perotti, παραδέχθηκε τελικά ότι «η άποψη της επεκτατικής δημοσιονομικής λιτότητας βραχυχρόνια είναι μάλλον μια αυταπάτη: μια ανταλλακτική σχέση φαίνεται πράγματι να υφίσταται μεταξύ δημοσιονομικής λιτότητας και βραχυχρόνιας μεγέθυνσης» και έτσι «οι δημοσιονομικές προσαρμογές που έχουν εφαρμοστεί από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μπορούν κάλλιστα να χειροτερέψουν την ύφεση» (αναφέρεται στο Frankel, 2013. Βλέπε και Blyth, 2013, σσ. 213, 4).

Ο δεύτερος πυλώνας θεμελιώθηκε με την εργασία των R+R που, καθώς έχει προλεχθεί, κατέληγε στο ότι ένα υψηλό χρέος (πέραν του κριτικού ορίου 90% του λόγου χρέους/ΑΕΠ) «συνδέεται» (υπονοούσαν «προκαλεί» όπως υποστηρίχτηκε στο Πρώτο Μέρος του άρθρου) με χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης. Η δημοσίευση της εργασίας των HAP στις 15/4/2013 προκάλεσε ήδη από την επόμενη μέρα, χωρίς κανένας να το αναμένει, μια πλημμυρίδα σχολίων, κυρίως από Αμερικανούς οικονομολόγους και δημοσιογράφους, σε όλα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και στο διαδίκτυο. Η ανταλλαγή απόψεων διάρκεσε με ένταση και πυκνότητα περίπου δύο μήνες αν και ακόμα και σήμερα δεν απουσιάζουν οι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Πολλά απ’ αυτά τα σχόλια ανακίνησαν πάλι θέματα που είχαν πρωτοεμφανιστεί στο διάστημα από την αρχή του 2010 (Reinhart and Rogoff, 2010a και b) μέχρι τη 15/4/2013 και τα οποία ήδη έχουν αναφερθεί στο Πρώτο Μέρος του άρθρου. Θα επαναληφθούν εδώ όσα συμβάλλουν επιπρόσθετα στην κριτική τοποθέτηση. Όμως εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι, πρώτον: Η δημοσιοποίηση, στη μετα-HAP εποχή, πολλών μελετών που αποδομούν τη λογική και εμπειρική συνοχή των επιχειρημάτων των R+R και δεύτερον: Η πενιχρή παρουσία ανεξάρτητων ολοκληρωμένων εργασιών που να καταλήγουν σε συμβατά αποτελέσματα μ’ εκείνα των R+R, πέραν της ηρωικής απόπειρας, ισχνής και ατεκμηρίωτης κατά πολύ, υπεράσπισης των απόψεων των δυο συγγραφέων. Όλα αυτά θα αναφερθούν στη συνέχεια, όπως βέβαια και οι απαντήσεις των R+R στην κριτική που τους ασκήθηκε και τα αντεπιχειρήματα που ακολούθησαν.


3. Κρίσιμα - κριτικά σημεία από την προ-HAP εποχή


«Δεν προκαλεί κανείς πλημμύρα με το να καταστέλλει μια πυρκαγιά».

Max Corden, “The theory of the fiscal stimulus: how will a debt-financed stimulus affect the future?”,

Oxford Review of Economic Policy, Vol. 26, Issue 1, σ. 43.


Η αρχή της παρουσίασης γίνεται με τα σημεία που είχαν επισημανθεί στο Πρώτο Μέρος.

  • Η άρνηση διάθεσης των απαραίτητων στοιχείων για την επανεκτίμηση των υπολογισμών.

Υπενθυμίζουν οι Wray (2013), Baker (2013d, h) και Bivens (2013c) ότι όχι μόνον οι R+R δε διέθεσαν τα στοιχεία που τους ζητήθηκαν αλλά ούτε και μπήκαν στον κόπο να απαντήσουν, έστω αρνητικά, στο αίτημά τους. Ενώ η Stodden (2013) επικρίνει την The American Economic Review για το επίμαχο άρθρο των R+R (2010b) ότι αδράνησε στο να εξασφαλίσει τη διαθεσιμότητα των στοιχείων μαζί με τους κωδικούς και τα προγράμματα όπως διατυμπανίζεται στην ιστοσελίδα της ως προϋπόθεση δημοσίευσης ενός οποιουδήποτε εμπειρικού άρθρου στο περιοδικό. Οι R+R ανταπάντησαν (2013c αλλά και στο ανοιχτό γράμμα προς τον Paul Krugman - 2013g) και, μεταξύ άλλων, απορρίπτουν γενικά την κατηγορία της μη διάθεσης επικαλούμενοι την ανάρτηση των στοιχείων και των φύλλων εργασίας στην ιστοσελίδα τους (δικαιολογία που μηρυκάζουν μερικοί από τους υποστηρικτές τους). Αλλά στην πραγματικότητα, όπως μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα τους θα το επιβεβαιώσει, δεν πρόκειται για φύλλα εργασίας που να καθοδηγούν τους ερευνητές και να επιτρέπουν την επανεκτίμηση των συγκεκριμένων υπολογισμών τους. Ούτε καμιά δικαιολογία προβάλλεται στο γιατί άφησαν αναπάντητο το αίτημα των παραπάνω οικονομολόγων (όπως και των Minea and Parent, 2012), ούτε βέβαια το γιατί δε γνωστοποίησαν τους κώδικες και τα προγράμματα που θα επέτρεπαν από την αρχή την ακριβή στατιστική επανεκτίμηση παρά μόνον στην περίπτωση των HAP, μετά από περισσότερο από τρία χρόνια, και ύστερα από αλλεπάλληλες κρούσεις και αφού οι HAP δεν είχαν μπορέσει να αναπαραγάγουν τις εκτιμήσεις από τα αναρτημένα στοιχεία (Baker, 2013a).

  • Νομισματικό και συναλλαγματικό καθεστώς, και σύναψη χρέους.

Επανέρχεται, από τους Smith (2013a), Mosler (2013), Galbraith (2013) και Firestone (2013), το ζήτημα της μη-διάκρισης των χωρών που εξετάζονται από τους R+R ανάλογα με το αν το χρέος έχει συναφθεί στο εγχώριο νόμισμα ή σε ξένο, αν το νόμισμα της χώρας ακολουθεί κυμαινόμενη ή σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, αν είναι μετατρέψιμο ή μη. Αυτές οι διαφορές παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πιθανότητα μιας χώρας να οδηγηθεί σε μη εκπλήρωση των δανειακών της υποχρεώσεων και τελικά σε χρεοκοπία. Παράδειγμα: αν το χρέος μιας χώρας έχει συναφθεί στο εγχώριο μη μετατρέψιμο νόμισμα που κυμαίνεται ελεύθερα τότε αυτή δεν μπορεί να οδηγηθεί σε χρεοκοπία ενάντια στη θέλησή της. Περνά σχεδόν πάντα από το χέρι της να χρησιμοποιήσει την κεντρική της τράπεζα ως δανειστή ύστατης προσφυγής (lender of last resort), εφόσον δεν έχει εκχωρήσει εκτός της χώρας την άσκηση της νομισματικής πολιτικής της, για να εξυπηρετήσει το χρέος της. Μπορεί να δημιουργηθούν κίνδυνοι μείωσης της αξίας του νομίσματος και πληθωρισμού, αλλά ως εκεί. Οι R+R δε φαίνεται να συγκινούνται απ’ αυτές τις ουσιώδεις διακρίσεις και να προσαρμόζουν την ανάλυσή τους ανάλογα. Ούτε ευαισθητοποιήθηκαν απαντώντας, έστω και καθυστερημένα, σ’ αυτές τις κριτικές παρατηρήσεις.

  • Απουσία θεωρίας και μηχανισμού.

Οι μακροοικονομολόγοι δεν έχουν μπορέσει ως σήμερα να διατυπώσουν μία συνεκτική και αποδεκτή θεωρία περί αρίστου επιπέδου χρέους. Η μόνη γνωστή απάντηση είναι ότι αυτό εξαρτάται από τα πραγματικά επιτόκια, από τη μεγέθυνση και τον τύπο της οικονομίας, το καθεστώς συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ. (Münchau, 2013). Όπως επίσης αντίστοιχα έχει παρατηρηθεί από το IMF (2013a, σσ. 21, 2, υποσ. 14): «Η βιβλιογραφία για τα όρια του δημόσιου χρέους έχει αποπειραθεί να προσδιορίσει τόσο το άριστο όσο και το ασφαλές επίπεδο χρέους. Η έννοια του άριστου έχει παραμείνει σ’ ένα αρκετά αφηρημένο επίπεδο ενώ η έννοια του ασφαλούς έχει εστιαστεί ιδίως σε εμπειρικές εφαρμογές». Δεν απομένει λοιπόν, τρία χρόνια νωρίτερα, στους R+R (2010b, σ. 573) να παραδεχθούν όπως μας ενημερώνουν ότι: «Η προσέγγισή μας είναι (...) αναμφισβήτητα εμπειρική».

Αν κάποιο όριο-κατώφλι (90% ή άλλο) πράγματι υπήρχε τότε θα έπρεπε ανάλογα να υφίσταται και ένας απότομος αιτιώδης μηχανισμός μέσω του οποίου θα εκδηλωνόταν τελικά η αρνητική επίδραση στη μεγέθυνση – πιθανόν, αυξήσεις επιτοκίων, συναλλαγματική κρίση, αυξημένη αποταμίευση λόγω της απειλούμενης μελλοντικής αύξησης στη φορολογία.3 Τουλάχιστον κάποιο απ’ αυτά θα έπρεπε να είχε αναδειχθεί από τα στατιστικά στοιχεία μόλις ο λόγος χρέους/ΑΕΠ θα ξεπερνούσε το όριο-κατώφλι. Αλλά κάτι ανάλογο δεν έχει σημειωθεί (Posen, 2013). Όπως προσθέτει ο Bivens (2013c), το κλασικό επιχείρημα υποστηρίζει ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους προξενεί βλάβη στην οικονομική μεγέθυνση μέσω των υψηλών, λόγω του υψηλού χρέους, επιτοκίων. Όμως όταν κάτι τέτοιο δε συμβαίνει συστηματικά, καθώς εξάλλου έχουν επισημάνει και οι ίδιοι οι R+R (2011 και στο Reinhart et al., 2012), τότε δημιουργούνται οι ενδείξεις ότι ισχύει η φορά κατεύθυνσης από το ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ προς το χρέος κι όχι αντίστροφα όπως διατείνονται οι R+R. Σ’ αυτό το πολύ σημαντικό σημείο, το ζήτημα της αιτιότητας, θα επανέλθω αργότερα πιο αναλυτικά.

Εφόσον λοιπόν δεν έχει τεκμηριωθεί η παράλληλη θετική σχέση μεταξύ υψηλών επιτοκίων και υψηλού χρέους ας μεταφερθεί η άποψη του Baker την οποία έχει πολλές φορές διατυπώσει (2013a, 2013c, 2013e, 2013g και 2013h) όπως ακολουθεί. Δυο οικογένειες έχουν χρέος 100.000 ευρώ η κάθε μία. Όμως η μεν πρώτη, χωρίς στοιχεία ενεργητικού, νοικιάζει ως κατοικία της ένα διαμέρισμα. Η δε δεύτερη έχει στην ιδιοκτησία της μια κατοικία 500.000 ευρώ χωρίς άλλα στοιχεία ενεργητικού. Η ταξινόμηση των χωρών ανάλογα με το ακαθάριστο χρέος όπως εφαρμόζεται από τους R+R θα τοποθετούσε τις δύο αυτές οικογένειες (χώρες) στην ίδια θέση, εφόσον δεν παίρνει υπόψη της την ύπαρξη στοιχείων ενεργητικού. Επίσης, και αυτό χωρίς να σημαίνει ότι κάποιος υπερασπίζεται την πώληση των περιουσιακών στοιχείων μιας χώρας, θα ήταν δυνατό να πουληθούν μερικά απ’ αυτά και με τα έσοδα να εξοφληθεί στη συνέχεια ένα μέρος του χρέους. Έτσι θα μπορούσε να μειωθεί το ύψος του χρέους και αν οι εξοφλήσεις ελάττωναν το λόγο κάτω από το 90% τότε, με τη μαγική ράβδο, ο ρυθμός μεγέθυνσης θα εκτινασσόταν με πιθανό αποτέλεσμα η αύξηση του ΑΕΠ (όχι μόνο για ένα χρόνο) να υπερκαλύψει την απώλεια της αξίας των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων που πουλήθηκαν. Αυτό θα ήταν δυνατό να επαναλαμβάνεται όποτε ο λόγος ξεπερνούσε το 90% σε μια χώρα με άφθονη δημόσια περιουσία! Όπως με πνεύμα αστεϊσμού παρατήρησε ο Yglesias (2013a) ενώ πράγματι οι χώρες με υψηλό λόγο προβάτων προς ανθρώπους έχουν γενικά μικρούς πληθυσμούς αυτό δε σημαίνει ότι σκοτώνοντας τα πρόβατα θα οδηγηθούμε σε αύξηση του πληθυσμού.


4. Εμπειρικές αναλύσεις


«Καλύτερο είναι να είσαι περίπου σωστός παρά τελείως λάθος».

Prof. Wildon Carr. Αναφέρεται στο G. C. Harcourt, “Paul Samuelson on Karl Marx: were the sacrificed games of tennis worth it?” στο Michael Szenberg et al. (eds.), Samuelsonian Economics and the Twenty-First Century, Oxford University Press, 2006, σ. 137.


Θα παρουσιασθούν στη συνέχεια με χρονολογική σειρά οι εξής μελέτες:

Η πρώτη τεκμηριωμένη στατιστική εργασία που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, είναι εκείνη του Dube (2013a), που απευθύνθηκε στο ζήτημα της αιτιότητας θέτοντας το ερώτημα αν ένας υψηλός λόγος χρέους/ΑΕΠ «προβλέπει» καλύτερα τους μελλοντικούς ή τους περασμένους ρυθμούς μεταβολής της μεγέθυνσης.4 Αν αληθεύει το πρώτο, τότε επαληθεύεται η υπόθεση ότι το υψηλό χρέος προκαλεί την πτώση του ρυθμού μεγέθυνσης εφόσον ήδη έχει διαπιστωθεί η αρνητική σχέση μεταξύ των δύο μεταβλητών και ιδίως στους χαμηλούς λόγους χρέους/ΑΕΠ. Αν όμως αληθεύει το δεύτερο, τότε με αυτό το εύρημα διαπιστώνεται ότι είναι η χαμηλή μεγέθυνση που προκαλεί την αύξηση του χρέους. Η ανάλυση του Dube καταλήγει στο ότι η αρνητική συσχέτιση μεταξύ λόγου χρέους/ΑΕΠ και ρυθμού μεγέθυνσης αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη της αντίστροφης σχέσης απ’ αυτή που υποστηρίζουν οι R+R.

Ακολουθεί η εργασία του Basu (2013). Με δύο διαφορετικές οικονομετρικές μεθόδους απευθύνεται στο ζήτημα της αιτιότητας. Η ανάλυσή του επικεντρώνεται στην Ιταλία, Ιαπωνία και ΗΠΑ και οδηγείται στο συμπέρασμα ότι είναι ο προγενέστερος ρυθμός μεγέθυνσης που επεξηγεί το σημερινό λόγο χρέους/ΑΕΠ και ότι μια απρόοπτη αύξηση του χρέους επηρεάζει λίγο τη μελλοντική οικονομική μεγέθυνση ενώ αντίθετα μια μείωση της μεγέθυνσης συνδέεται με μεγάλες αυξήσεις στο δημόσιο χρέος που διατηρούνται και για μεγάλο διάστημα.

Πριν ακολουθήσει η αναφορά στην επόμενη μελέτη θα πρέπει να επισημανθούν εμβόλιμα οι σκέψεις του οικονομέτρη Gray Calhoun (2013) του Iowa State University πάνω στις δυο προηγούμενες εργασίες των Dube και, ιδίως, του Basu. Αρχικά, η κύρια επιφύλαξη που διατυπώνεται βασίζεται στην άποψη ότι σε περίπτωση που ο προγενέστερος ρυθμός μεγέθυνσης έχει προβλεπτική ικανότητα για το μελλοντικό λόγο χρέους/ΑΕΠ, όπως διατείνεται ο Basu, αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τα νοικοκυριά, επειδή αναμένουν έναν υψηλό λόγο, αποταμιεύουν περισσότερο με αποτέλεσμα να μειώνεται η συνολική ζήτηση και αυτό να απολήγει σ’ ένα χαμηλότερο ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ.

Αυτή είναι βέβαια η άποψη που υιοθετούν οι υπέρμαχοι της λιτότητας και κάτι τέτοιο φαίνεται να είναι συμβατό με τα αποτελέσματα του Basu, όπως παρατηρεί ο Calhoun.5 Όμως, σύμφωνα με την ερμηνεία της ανάλυσής του, το πιο πάνω επιχείρημα δεν φαίνεται να ισχύει γιατί τα στοιχεία δείχνουν ότι ο χαμηλός ρυθμός μεγέθυνσης που προηγείται της αυξητικής μεταβολής του λόγου εμφανίζεται τόσο στην περίπτωση υψηλού όσο και σ’ εκείνη χαμηλού επιπέδου λόγου και όχι μόνον στην περίπτωση του υψηλού όπως ισχυρίζονται οι θιασώτες της λιτότητας. Επίσης, επειδή οι περίοδοι της χαμηλής μεγέθυνσης συμπίπτουν, grosso modo, μεταξύ όλων των χωρών θα ανέμενε κανείς την ύπαρξη ενός κοινού παράγοντα στον οποίο θα μπορούσε να αποδοθεί, τουλάχιστον μερικά, αυτό το φαινόμενο. Όμως αυτός ο παράγοντας είναι απίθανο να είναι ο λόγος χρέους/ΑΕΠ και αυτό γιατί, ενώ και ο ίδιος εμφανίζει μια κοινή πορεία μεταξύ των χωρών, αυτό συμβαίνει σε πολύ παρατεταμένες χρονικές περιόδους. Τέλος, ο Calhoun απορρίπτει την ύπαρξη του ορίου 90% ή οποιουδήποτε άλλου κατωφλιού.

Η τρίτη μελέτη είναι εκείνη των διδακτορικών φοιτητών Berg and Hartley (2013) στο University of Missouri at Kansas City. Τα ευρήματά τους, που τα αποκαλούν ενδεικτικά και όχι οριστικά, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, και αν ακόμα υπάρχει μια αιτιώδης κατεύθυνση από το χρέος στη μεγέθυνση για το συνολικό δείγμα με όλες μαζί τις εξεταζόμενες χώρες (που βέβαια είναι κάτι το ανώφελο για την άσκηση οικονομικής πολιτικής) η σχέση αυτή δεν επαληθεύεται όταν διερευνηθεί η κάθε χώρα ξεχωριστά. Η έντονη ετερογένεια είναι προφανής (βλέπε και Summers, 2013). Δεύτερο, τα συμπεράσματα αποκαλύπτουν ότι η συσχέτιση μεταξύ λόγου χρέους/ΑΕΠ και ρυθμού μεγέθυνσης που προκύπτει από τα στοιχεία των R+R και HAP οφείλεται στις έκτοπες (ακραίες) παρατηρήσεις (outliers) και όταν αυτές απαλειφθούν τότε η συσχέτιση εκλείπει.

Η επόμενη εργασία είναι των Thomas and Yousefi (2013) της Διεθνούς Τράπεζας, που με μια απλή εναλλακτική στατιστική μέθοδο καταλήγουν στο ότι δεν υπάρχει ένδειξη ότι η μεγέθυνση επηρεάζεται από το χρέος και οι συστάσεις οικονομικής πολιτικής για δανεισμό, δημόσιες δαπάνες και μεγέθυνση δεν θα πρέπει να βασίζονται στη σχέση που προβάλλουν οι R+R.

Στη συνέχεια έρχονται οι μελέτες των Kimball and Wang (2013a, b, c). Με μια πρωτότυπη μέθοδο εξετάζουν την ενδεχόμενη αρνητική επίδραση του υψηλού λόγου χρέους/ΑΕΠ στο ρυθμό μεγέθυνσης. Οι συγγραφείς όπως δηλώνουν, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν ούτε «...κόκκο ένδειξης στα στοιχεία των R+R για την ύπαρξη αρνητικού αποτελέσματος από το κυβερνητικό χρέος ούτε στη βραχυχρόνια μεγέθυνση (τα επόμενα πέντε χρόνια) ούτε στη μακροχρόνια (μετά από πέντε ως δέκα χρόνια)».6 Αντίθετα, ανακαλύπτουν ότι η σχέση μεταξύ τρέχοντος χρέους και μελλοντικής μεγέθυνσης είναι, αδύναμα έστω, θετική για τις αναπτυγμένες χώρες στη μεταπολεμική περίοδο σε όλες, πλην μιας, τις στατιστικές και οικονομετρικές εξειδικεύσεις που δοκίμασαν. Αντίστοιχα αποτελέσματα προκύπτουν και όταν ληφθεί υπόψη το χρέος της κάθε χώρας σε σχέση με τις υπόλοιπες. Καταλήγουν δε εμφατικά (2013d): «ο τελικός απολογισμός είναι ότι (...) τα σημάδια και τα μηνύματα από τα στοιχεία των R+R δεν υποστηρίζουν το επιχείρημα ότι το χρέος έχει αρνητική επίδραση στην οικονομική μεγέθυνση».

Ο Dube (2013b, c) επανέρχεται. Εξετάζει τις 20 χώρες μεταξύ 1946-2009 του δείγματος των R+R και HAP, παράλληλα ασκώντας κριτική σε μελέτες της προ-HAP περιόδου. Τα συμπεράσματά του επιβεβαιώνουν σε μεγάλο βαθμό την αντίστροφη αιτιώδη σχέση μεταξύ λόγου χρέους/ΑΕΠ και ρυθμού μεγέθυνσης διαψεύδοντας έτσι, για πολλοστή φορά, τη γνωστή άποψη των R+R.

Έπεται μελέτη με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Το όριο-κατώφλι 90% του δημόσιου χρέους: η άνοδος και η πτώση μιας τυποποιημένης πληροφορίας», του Egert (2013), ερευνητή του ΟΟΣΑ, η οποία καταλήγει σε αποτελέσματα που του επιτρέπουν να εκφράσει τα εξής συμπεράσματα. Υποστηρίζει ότι η μη-γραμμική σχέση δεν προκύπτει, με συνέπεια ενώ υπάρχει μια πανσπερμία ενδείξεων ότι το όριο-κατώφλι μπορεί να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα, ασφαλώς δεν είναι δυνατό να ταυτιστεί με το 90% των R+R και επομένως κρίνεται ως στατιστική σοφιστεία. Επίσης, υπογραμμίζεται η ύπαρξη έντονης ετερογένειας μεταξύ διαφορετικών χωρών και δηλώνεται ότι τα ευρήματα βρίσκονται σε συμφωνία με εκείνα των HAP. Γενικεύοντας, θα μπορούσε να λεχθεί δίχως άλλο ότι και αυτή η μελέτη είναι υποστηρικτική των απόψεων της τριάδας και όχι των R+R.

Ακολουθεί η ανάλυση του Kelly (2013) που εξάγει τα ακόλουθα αποτελέσματα: Το όριο-κατώφλι του 90% είναι ανύπαρκτο, η ξεχωριστή εξέταση των διαφόρων χωρών καταλήγει σε ανάμικτα ευρήματα ως προς την επίδραση του υψηλού χρέους στη μεγέθυνση και τέλος, δεν θεμελιώνεται καμιά αιτιώδης σχέση, αποτελέσματα που ούτε αυτά συνηγορούν υπέρ των απόψεων των R+R.

Η επόμενη εργασία προέρχεται από τους Eberhardt and Presbitero (2013) και η οποία, ως εργασία σε εξέλιξη, ήδη είχε αναφερθεί στο Πρώτο Μέρος. Υπενθυμίζεται ότι οι μελετητές απορρίπτουν την κοινή ύπαρξη ορίου-κατωφλιού μια και το εμπειρικό τους υπόδειγμα επιτρέπει τη διαφοροποίηση της σχέσης λόγου χρέους/ΑΕΠ και μεγέθυνσης μεταξύ των 105 χωρών που εξετάζουν. Επομένως, μια ορισμένη οικονομική πολιτική κατάλληλη για μια χώρα μπορεί να είναι απόλυτα απρόσφορη για μια άλλη. Επίσης, καταλήγουν ότι δεν υπάρχει συστηματική αλλαγή στη σχέση όταν οι μεμονωμένες χώρες μεταπηδούν από ένα καθεστώς χαμηλού χρέους σε κατάσταση υψηλού χρέους. Συμπερασματικά, το όριο-κατώφλι του 90% πιθανότατα προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας εμπειρικής λανθασμένης εξειδίκευσης.

Επακολουθεί η εργασία των Chudik et al. (2013).7 Η λεπτομερής ανάλυση, πέραν της θεωρητικής-οικονομετρικής της συμβολής εξετάζει ένα δείγμα 40 χωρών στην περίοδο 1965-2010. Η μέθοδος που ακολουθείται παίρνει υπόψη το ρυθμό μεταβολής του λόγου χρέους/ΑΕΠ (και όχι απλά το επίπεδό του), και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ετερογένεια που επικρατεί για διάφορους λόγους (π.χ. διεθνής επενδυτική θέση, επιτοκιακό κόστος, παρελθούσα και μελλοντική δυνατότητα ικανοποίησης δανειακών υποχρεώσεων, βαθμός ανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού συστήματος κ.ά.), μεταξύ των διαφόρων χωρών, καθώς και στην οικονομετρική της απεικόνιση (error cross-section dependence). Τα ευρήματα είναι τα εξής:

α. Δεν εντοπίζεται ένα κοινό όριο-κατώφλι για ολόκληρο το δείγμα αλλά περιορίζεται μόνο σ’ εκείνες τις χώρες που διακρίνονται από έναν ανερχόμενο λόγο χρέους/ΑΕΠ.8 Με άλλα λόγια, η τροχιά του χρέους φαίνεται να είναι πιο σημαντική από το επίπεδό του, δηλαδή αν σε μια χώρα το χρέος μειώνεται παρόλο που το επίπεδο είναι υψηλό τότε και ο ρυθμός μεγέθυνσης δεν θα είναι διαφορετικός από άλλες όμοιες (με ποιο κριτήριο;) χώρες.

β. Πέραν των ορίων λόγου χρέους/ΑΕΠ, παρατηρούνται σημαντικές μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις, λόγω αυξανόμενου χρέους και χωρίς προοπτική μείωσής του, στην οικονομική μεγέθυνση στην περίπτωση που οι αυξήσεις είναι διαρκείς. Αν όμως, είναι πρόσκαιρες – κάτι συμβατό με μια κεϋνσιανή δημοσιονομική πολιτική – τότε αυτές οι δυσμενείς συνέπειες είναι ανύπαρκτες.

Τέλος, η πιο πρόσφατη ανάπτυξη του θέματος οφείλεται στους Lof and Malinen (2013).9 Οι ερευνητές επικεντρώνονται στο ζήτημα της αιτιώδους σχέσης και αναλύουν τα σχετικά στοιχεία 20 αναπτυγμένων χωρών για την περίοδο 1954-2008, αλλά και για 10 απ’ αυτές για τα έτη 1905-20008. Τα αποτελέσματα της μελέτης ανατρέπουν τις θέσεις των R+R. Συνοψίζονται δε ως εξής και ισχύουν με παρόμοιο τρόπο για όλα τα υπο-δείγματα και υπο-περιόδους που εξετάζονται: Δεν υπάρχει καμιά ισχυρή ένδειξη ότι το δημόσιο χρέος σε οποιοδήποτε επίπεδο επηρεάζει μακροχρόνια τη μεγέθυνση. Αντίθετα, προκύπτει μια σημαντική (αρνητική) επίδραση της μεγέθυνσης προς το χρέος, πράγμα που εξηγεί και την αρνητική συσχέτιση μεταξύ των δύο μεταβλητών.

Μετά τη δημοσίευση της εργασίας των HAP, οι R+R δημοσιοποίησαν πολλές φορές τα απαντητικά τους σχόλια. Πριν φθάσει κανείς σε αυτά, είναι σκόπιμο να παρουσιαστούν πρόσθετες παρατηρήσεις πάνω στα επίδικα θέματα της μελέτης των R+R που διατυπώθηκαν, ιδίως από οικονομολόγους, εκτός των αναλύσεων που προκύπτουν από τις εμπειρικές μελέτες των αμέσως προηγούμενων παραγράφων.


5. Κρίσιμα-κριτικά σημεία στη μετα-HAP εποχή


Μάνα Κουράγιο: «Έλα, πάμε να ψαρέψουμε μαζί, λέει ο ψαράς στο σκουληκάκι».

Bertolt Brecht, Η μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της, 1.


  • Στο Πρώτο Μέρος του άρθρου χρησιμοποιήθηκαν επιχειρήματα που καταρρίπτουν τον ισχυρισμό των R+R σύμφωνα με τον οποίο αυτοί δεν είχαν ποτέ μιλήσει ρητά για την ύπαρξη αιτιότητας μεταξύ υψηλού χρέους και χαμηλής οικονομικής μεγέθυνσης. Αντίθετα, οι κατά καιρούς δηλώσεις τους έδειχναν ότι ακριβώς κάτι τέτοιο βαθιά πίστευαν και επιτακτικά προωθούσαν. Ο Baker (2013b) σατιρίζει σχετικά ότι η ύπαρξη νοσοκομείων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το αίτιο των ασθενειών και αναρωτιέται ρητορικά αν δεν θα υπήρχαν άρρωστοι σε περίπτωση που έκλειναν τα νοσοκομεία (Baker, 2013h), ενώ ο Babones (2013) εύστοχα επισημαίνει ότι η ενδόμυχη πίστη των R+R ως προς τη φορά της αιτιότητας αποκαλύπτεται και από τον τίτλο του άρθρου τους (2010a, b) «Μεγέθυνση στον καιρό του χρέους». Αν πίστευαν το αντίθετο τότε θα έπρεπε να είχαν επιλέξει διαφορετικό τίτλο όπως π.χ. «Χρέος στον καιρό της ύφεσης». Αλλά και πάλι, αν όντως οι R+R είχαν υιοθετήσει μία ουδέτερη θέση ως προς το θέμα της αιτιότητας και περιορίζονταν μόνο στην αναφορά της απλής συσχέτισης, τότε θα περίμενε κανείς ως φυσιολογική αντίδρασή τους τη διάψευση όσων άλλων «παρερμήνευαν» τις απόψεις τους (Baker, 2013d, Bernstein, 2013 και Gongloff, 2013c) και όχι την ενθάρρυνση ή και την ανοχή (Smith, 2013a και Bivens, 2013a). Ως και το IMF (2013b, σ. 36) έχει επισημάνει ότι «χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους μπορεί να έχουν χαμηλή μεγέθυνση για άλλους λόγους (...) Είναι γεγονός ότι μερικές μελέτες δεν εντοπίζουν την ύπαρξη αιτιώδους σχέσης μεταξύ υψηλού χρέους και χαμηλής μεγέθυνσης».10

Ας αναφερθεί πάλι κάτι που έχει καταγραφεί στο Πρώτο Μέρος. Είχαν εμφατικά επιχειρηματολογήσει οι R+R: «Χρονικοί έλεγχοι αιτιότητας δεν αποτελούν μέρος της ανάλυσής μας. Η εφαρμογή πολλών από τις στάνταρ μεθόδους για τη θεμελίωση χρονικής προήγησης περιπλέκεται από τη μη-γραμμική σχέση μεγέθυνσης και χρέους (...) στην οποία έχουμε αναφερθεί» (Reinhart and Rogoff, 2010c). Προξενεί λοιπόν ζωηρή εντύπωση και βαθύτατη έκπληξη το γεγονός ότι στην απάντησή τους προς τους HAP (2013c) οι R+R δηλώνουν ότι: «Το θέμα για έρευνα, στα ακραία όρια της επιστήμης, είναι το ζήτημα της αιτιότητας». Ύστερα από τρία χρόνια και αφού είχε μεσολαβήσει η εργασία των HAP αργά το θυμήθηκαν. Ήταν φαίνεται πολύ απασχολημένοι να προωθούν τις δημόσιες σχέσεις τους αντί να ασχοληθούν και να ερευνήσουν σοβαρά το κρίσιμο αυτό ζήτημα (Yglesias, 2013b).11

Τέλος, οι R+R στηρίζουν την άποψή τους ότι δεν είναι η χαμηλή μεγέθυνση που προκαλεί το υψηλό χρέος αλλά το αντίθετο, στο γεγονός ότι οι οικονομικές κρίσεις στη σύγχρονη εποχή δεν διατηρούνται για μακρύ χρονικό διάστημα και άρα δεν μπορούν να κριθούν υπεύθυνες για τα διαρκή υψηλά επίπεδα χρέους (Rogoff, 2012 και Reinhart and Rogoff, 2013c). Όμως μπορεί μεν οι οικονομικές κρίσεις να μη διατηρούνται για πολύ αλλά ταυτόχρονα οικονομικές υφέσεις μπορεί να διατηρούνται πολύ περισσότερο λόγω της ανεπάρκειας της ενεργού ζήτησης και όχι λόγω του υψηλού χρέους (Bivens, 2013c). Η συνεργάτιδα Reinhart απορρίπτει την πιθανότητα της αντίστροφης αιτιότητας απ’ αυτή που υποστηρίζει με τον Rogoff με το να παραπέμψει πάλι στο εύρημα της συσχέτισης: «Είμαστε ενήμεροι ότι υπάρχει αιτιότητα στις δύο κατευθύνσεις. Αλλά παρακαλώ δείξτε μου γεγονότα από το 1800 ως σήμερα για τις αναπτυγμένες χώρες που τους βάραινε υψηλό χρέος να έχουν μεγεθυνθεί το ίδιο ή ταχύτερα από το κανονικό» (Αναφέρεται στο Matthews, 2013).12 Αν αυτό δεν αποτελεί στρεψοδικία είναι τουλάχιστον προσπάθεια επιτήδειας υπεκφυγής.

  • Πάλι, στο Πρώτο Μέρος είχε υπάρξει αναφορά σε μια μεθοδολογική ιδιοτυπία (εκκεντρικότητα την αποκαλεί ο Krugman, 2013) που είχε χρησιμοποιηθεί από τους R+R. Συγκεκριμένα, ένας χρόνος χαμηλής μεγέθυνσης σε μια χώρα με υψηλό χρέος μετράει όσο πολλαπλές παρατηρήσεις υψηλής μεγέθυνσης σε μία άλλη χώρα με υψηλό χρέος. Αν δηλαδή μια χώρα με υψηλό χρέος έχει για μία μόνο χρονιά χαμηλή μεγέθυνση και μία άλλη έχει 20 χρόνια υψηλή τότε οι R+R υπολογίζουν το μέσο όρο των 20 χρόνων στη συνέχεια τον προσθέτουν στην τιμή παρατήρησης του ενός χρόνου και διαιρούν δια του δύο αντί να προσθέσουν τις τιμές των 21 παρατηρήσεων και να βρουν το μέσο όρο. Αποδίδουν, με άλλα λόγια, την ίδια σταθμική βαρύτητα και στις δυο περιπτώσεις. Όσο και παράξενη να φαίνεται αυτή η μέθοδος που ακολουθήθηκε από τους R+R, από την άλλη μεριά πάλι μπορεί να αντιταχθεί ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η σειριακή συσχέτιση (αυτοσυσχέτιση) που μπορεί να δημιουργείται μεταξύ των παρατηρήσεων όταν μια χώρα έχει για κάποια χρόνια μία συνεχή σειρά χαμηλών ή υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης (Smith, 2013a και Bivens, 2013a. Σημείο που και οι ίδιοι οι HAP θίγουν στις σελίδες 7 και 8 της εργασίας τους όπως επίσης και οι Pollin and Ash, 2013b). Σε κάθε περίπτωση, η μέθοδος αυτή δεν είναι ικανή από μόνη της να προκαλέσει μία δραστική μείωση των ρυθμών μεγέθυνσης παρά μόνο με το συνδυασμό της παράλειψης παρατηρήσεων από κάποιες χώρες στον υπολογισμό των μέσων όρων (Herndon, 2013). Όμως, οι R+R λησμονούν να εξηγήσουν για ποιο λόγο προτίμησαν αυτήν τη συγκεκριμένη μη-συμβατική μέθοδο.13

  • Οι HAP στην εργασία τους πρόσθεσαν ένα ακόμα διάστημα στο λόγο χρέους/ΑΕΠ, το 90-120%, και αντί του 90%+ των R+R εξέτασαν και την κατηγορία 120%+. Συμπέραναν ότι η διαφορά του ρυθμού μεγέθυνσης του νέου διαστήματος από εκείνη του προηγούμενου (60-90%) δεν είναι στατιστικά σημαντική (βλέπε και Phillips, 2013). Επομένως, ανατρέπεται ο ισχυρισμός των R+R (2013a, 2013b, 2013g) ότι ακόμα και ένας λίγο μικρότερος ρυθμός μεγέθυνσης κάθε χρόνο, λόγω του υψηλού χρέους, ύστερα από αρκετό καιρό θα έχει συσσωρεύσει μια σημαντική απώλεια στο ΑΕΠ (Dollars and Sense, 2013). Αλλά η συζήτηση αυτή δεν είναι ανώφελη αν το υψηλό χρέος οφείλεται στη χαμηλότερη μεγέθυνση και όχι αντίστροφα (Muder, 2013);

  • Τέλος, στον Επίλογο του Πρώτου Μέρους είχε δηλωθεί εμφατικά ότι πρέπει να αποκλειστεί η εντύπωση που πιθανά θα μπορούσε να δημιουργηθεί ότι η κριτική στο άρθρο των R+R τάσσεται υπέρ του ανεξέλεγκτου δανεισμού και των σπάταλων δαπανών, ή ότι η αξιολόγηση του ύψους του δημόσιου χρέους δεν θα πρέπει να απασχολεί την οικονομική πολιτική, πράγμα που μερικές φορές εκτοξεύεται ως κατηγορία από τους οπαδούς της δημοσιονομικής λιτότητας. Αντίθετα, στους οικονομολόγους της προ-HAP εποχής που αναφέρθηκαν στο Πρώτο Μέρος προστίθενται πλέον και οι Pollin and Ash (2013a, b), Herndon (2013) και Kimball and Wang (2013a) οι οποίοι, παρότι πολέμιοι των απόψεων των R+R, δεν διστάζουν να τοποθετηθούν με απόλυτη σαφήνεια στο ζήτημα.


6. Δια στόματος R+R: Οι ανταπαντήσεις και τα αναπάντητά τους


«Η υπερηφάνεια προηγείται του ολέθρου, και η αλαζονεία του πνεύματος προηγείται της πτώσεως» (Παροιμίαι, 16:18).


Ως εισαγωγή σ’ αυτό το κεφάλαιο του άρθρου αξίζει να παρατεθεί ένα απόσπασμα από τη συνομιλία του Γκαίτε με τον προσωπικό του γραμματέα και λόγιο Έκκερμαν την Πέμπτη 1η Φεβρουαρίου 1827 (Conversations of Goethe with Eckermann and Soret , Vol . I, translated by John Oxenford, Smith, Elder & Co., London, 1850, σ. 358). Ας υπενθυμιστεί ότι ο Νίκος Καζαντζάκης είχε μεταφράσει αποσπάσματα των συνομιλιών στην έκδοση του οίκου Φέξη το 1913, η οποία ανατυπώθηκε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 1965. Δυστυχώς, το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει παραλειφθεί από τον Καζαντζάκη και επομένως, ας αρκεστούμε στη σημερινή του απόδοση που ακολουθεί πιο κάτω. Η συνάφεια του χωρίου με όσα καλύπτονται σ’ αυτήν την ενότητα, και κατ’ επέκταση σε ολόκληρο το άρθρο, γίνεται άμεσα αντιληπτή.


«Συζητήσαμε για εκείνους τους καθηγητές που αφού βρήκαν μπροστά τους μια καλύτερη θεωρία, μιλούσαν ακόμα για εκείνη του Νεύτωνα. “Αυτό είναι κάτι που δε θα πρέπει να μας εκπλήσσει” είπε ο Γκαίτε· “τέτοιοι άνθρωποι εμμένουν στο λάθος τους επειδή σ’ αυτό οφείλουν την ύπαρξή τους. Ειδαλλιώς θα πρέπει να τα ξαναμάθουν όλα από την αρχή και αυτό θα ήταν πολύ άβολο”. “Αλλά” είπα εγώ “πώς είναι δυνατό τα πειράματά τους να αποδεικνύουν την αλήθεια όταν η βάση της θεωρίας τους είναι λαθεμένη;” “Δεν αποδεικνύουν την αλήθεια” είπε ο Γκαίτε, “ούτε αυτή είναι η πρόθεσή τους· το μόνο που επιδιώκουν αυτοί οι καθηγητές είναι να αποδείξουν σωστή τη δική τους άποψη. Γι’ αυτόν το λόγο, αποκρύβουν όλα εκείνα τα πειράματα που θα αποκάλυπταν την αλήθεια και που θα έδειχναν ότι η θεωρία τους ήταν αβάσιμη. Επίσης, σε σχέση με τους διανοούμενους, αυτοί μήπως νοιάζονται για την αλήθεια; Όπως και οι υπόλοιποι, είναι απόλυτα ικανοποιημένοι όσο φλυαρούν ανόητα με εμπειρικό τρόπο πάνω στο αντικείμενο· αυτό είναι το όλο θέμα”».


Από τη μεριά των R+R καταγράφονται έξη βασικές απαντήσεις, μέσω του τύπου (Reinhart and Rogoff 2013a, b και σχόλια από Herndon, 2013 και Gongloff, 2013b – Reinhart and Rogoff 2013c, d και σχόλια από Jay, 2013), ενός τεχνικού σημειώματος (2013f και σχόλιο από Harding, 2013) και της ανοικτής επιστολής (2013g) ως παροχής εξηγήσεων στις επιφυλλίδες (The New York Times) του Paul Krugman. Σε όλα αυτά οι R+R απευθύνονται κυρίως στα ζητήματα: της συνεκτίμησης των παρατηρήσεων όλων των χωρών συνολικά, της αιτιώδους συνάφειας, των παραλείψεων των στοιχείων ορισμένων χωρών, της μεθόδου στάθμισης και της μη διάθεσης των δεδομένων. Η υπερασπιστική γραμμή τους ακολουθεί την εξής επιχειρηματολογία: εκτός από την αναγνώριση του υπολογιστικού λάθους στο φύλλο εργασίας του Excel, οι R+R επικαλούνται την κατοπινή τους εργασία (Reinhart et al., 2012), όπως επίσης και τις άλλες μελέτες τρίτων που καταλήγουν σε ανάλογα αποτελέσματα (βλέπε Πρώτο Μέρος).14 Επίσης, προσπαθούν να αποβάλουν το χαρακτηρισμό τους ως ακραίων υπέρ της λιτότητας οικονομολόγων (2013g, Appendix I και II), έστω αντιφατικά και με περισσή διγλωσσία (Cassidy, 2013 και Marans, 2013).

Η ετυμηγορία για τους εαυτούς τους μπορεί να συνοψιστεί στο ότι όλα είχαν γίνει σωστά, εκτός από την ακούσια απροσεξία του Excel, και αυτό τους επιτρέπει να επιμένουν και να ισχυρίζονται ότι τα ευρήματά τους συνεχίζουν να είναι αξιόπιστα και να καλύπτουν τα προηγούμενα συμπεράσματα, παρόλο που πλέον παραδέχονται ότι, ήδη από το άρθρο Reinhart et al. (2012), το όριο-κατώφλι του 90% δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι το μαγικό που μεταμορφώνει τα αποτελέσματα (2013d).15 Πέραν των λεπτομερών συγκρίσεων της κριτικής που ασκήθηκε από άλλους οικονομολόγους και των απαντήσεων των R+R, και που μερικά σημεία της οποίας έχουν ήδη έχουν αναφερθεί και στα δύο μέρη του παρόντος άρθρου, ο καλόπιστος ενδιαφερόμενος μελετητής καλείται από μόνος του να σταθμίσει την ισχύ και εγκυρότητα των αναλυτικών επιχειρημάτων των δύο πλευρών (με την παραπομπή στη σχετική βιβλιογραφία).16

Όμως εκτός από τα αναπάντητα ερωτήματα που καταγράφηκαν σε προηγούμενες παραγράφους του άρθρου (π.χ. γιατί οι R+R δεν προχώρησαν στη διερεύνηση του ζητήματος της αιτιότητας αντί να αρκεστούν ανεπαρκώς σε μια απλή επισήμανσή του;) προστίθενται αμείλικτα άλλα δύο:

  • Γιατί οι R+R αντιπαρέρχονται με σιγή τις συγκεκριμένες εμπειρικές μελέτες, των οποίων τα βασικά σημεία ήδη αναφέραμε, που αποδόμησαν συντριπτικά το σκεπτικό και τα συμπεράσματά τους; Η αποσιώπηση και η (προσποιητή;) άγνοια δεν είναι και ο καλύτερος σύμμαχος. Ας θυμηθούμε τον George Orwell: «Η παράλειψη είναι η πιο δυνατή μορφή του ψεύδους».

  • Και γιατί αν πράγματι, όπως κάπου-κάπου οι R+R ισχυρίζονται, μπορεί και η χαμηλή μεγέθυνση να συμβάλλει μερικές φορές σε υψηλό χρέος (Reinhart et al., 2012, σ. 70), δεν έχουν εμφατικά ζητήσει την εφαρμογή μέτρων, σ’ αυτές τουλάχιστον τις περιπτώσεις, που να ενισχύουν τη μεγέθυνση (Moore, 2013); Περιορίζονται μόνο σε απρόθυμες κι άνευρες δηλώσεις που δε φάνηκαν να έχουν συγκινήσει κανέναν: «Εμείς με συνέπεια επιχειρηματολογήσαμε από το ξεκίνημα της κρίσης [στην πρόταση ότι] μια ψηλότερη τροχιά δανεισμού είναι δικαιολογημένη όπου η κυβέρνηση μπορεί να εντοπίσει προγράμματα επενδύσεων υψηλής απόδοσης σε έργα υποδομής» (2013e. Βλέπε και Gongloff, 2013c).17

Ο Ronald H. Coase στην ομιλία αποδοχής (9/12/1991) του βραβείου στις Οικονομικές Επιστήμες στη μνήμη του Alfred Nobel που έχει θεσπιστεί από την κεντρική τράπεζα της Σουηδίας είχε σημειώσει: «Ένας διανοούμενος πρέπει να αισθάνεται ικανοποιημένος γνωρίζοντας ότι σ’ αυτά που λέει οτιδήποτε είναι λανθασμένο σύντομα θα αποκαλυφθεί. Όσο γι’ αυτό που είναι αληθινό πρέπει να υπολογίζει ότι τελικά θα το δει να γίνεται αποδεκτό αν ζήσει αρκετά χρόνια». Απ’ ό, τι φαίνεται, οι R+R απορρίπτουν την αποδοχή της αίσθησης της ικανοποίησης και αντίθετα, παλλόμενοι από την ελπίδα της κατάκτησης της μακροζωίας αποβλέπουν στη δυνατότητα να απολαύσουν τελικά τη διαφυγούσα δικαίωσή τους. Σε κάθε περίπτωση, οι R+R θα περάσουν περισσότερο στην ιστορία, όπως σχετικά παρατηρεί και ο Münchau (2013), επειδή το μήνυμα της κύριας πολιτικής που πρότειναν κάλυψε τα μέτρα που εφαρμόστηκαν με συντριπτικά αποτελέσματα.


7. Συμπαραστάτες και νομείς


«Το να προκαλείται πόνος στους αδύναμους είναι το αφροδισιακό διεγερτικό των ισχυρών».

Charles Simic, “A year in fragments”, http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2012/dec/31/year-fragments.


Όπως ήταν αναμενόμενο εξάλλου, και όπως είχε γίνει και πριν από τη δημοσίευση της εργασίας των HAP, υπήρξαν πάμπολλες υποστηρικτικές φωνές των απόψεων των R+R (Agresti, 2013, Baum, 2013, Boskin, 2013, Cecchetti, 2013, Gros, 2013, Rosen, 2013 κ.ά.). Δυστυχώς γι’ αυτούς, τους R+R και όλους τους υπόλοιπους ομόψυχους θιασώτες της δημοσιονομικής λιτότητας, σχεδόν τίποτε το νεώτερο ή σημαντικό δεν κατατέθηκε. Η ουσιαστική συμβολή τους ήταν περίπου μηδενική εκτός από την καθαρά προπαγανδιστική αμφισβητήσιμη αξία των δηλώσεών τους. Όμως σ’ αυτό το σημείο ας τονιστεί η αναφορά στην τελευταία ετήσια έκθεση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS, 2013). Όπως παρατηρεί και ο Gongloff (2013e), εκεί καλύπτεται απόλυτα η επιχειρηματολογία των R+R, προβάλλονται με ιεραποστολική ζέση οι μελέτες των ομοφρονούντων, παραλείπεται κάθε μνεία των ονομάτων των HAP και αποσιωπάται όποια κριτική των απόψεων της δημοσιονομικής ορθοδοξίας έχει διατυπωθεί με την ευκαιρία της εργασίας των τριών συνεργατών.

Περιττό να ειπωθεί ότι ο Stephen G. Cecchetti, του οποίου το όνομα ήδη αναφέραμε, τυχαίνει να είναι οικονομικός σύμβουλος της Τράπεζας και επίσης ο επικεφαλής του Νομισματικού και Οικονομικού Τμήματός της. Αλλά η πιο ενθουσιώδης υποστήριξη προήλθε από τους ομόθυμους οπαδούς της δημοσιονομικής λιτότητας και των περικοπών των δημόσιων δαπανών όπου, όπως έχει ήδη επισημανθεί, καταγράφεται η έντονη χρήση των ευρημάτων των R+R για την «επιστημονικοφανή» κάλυψη των πολιτικών τους επιλογών και επιδιώξεων. Όπως παρατηρεί ο Baker (2013f):


«Είναι πολύ πιο εύκολο για τους πολιτικούς να ισχυρίζονται ότι περικόπτουν τα προγράμματα της κοινωνικής πρόνοιας και διώχνουν τους ανθρώπους από τις θέσεις εργασίας τους επειδή φοβούνται [λόγω του υψηλού χρέους] μια οικονομική κρίση, από το να πουν ότι το κάνουν για να εξασφαλιστεί η παραμονή των κερδών σε υψηλά επίπεδα και για να μην πληρώσουν οι πλούσιοι υψηλότερους φόρους».


Ύστερα από τις κριτικές που ασκήθηκαν και μετά τον αμήχανο ισχυρισμό των R+R ότι δεν πρέπει να θεωρούνται ότι συγκαταλέγονται μεταξύ των συντηρητικών γερακιών της δημοσιονομικής πολιτικής, η ένθερμη υποστήριξη-προστασία έχει εξατμιστεί και σχεδόν κανένας πια δεν τους επικαλείται. Στο ίδιο μοτίβο, ο υπερσυντηρητικός καθηγητής John B. Taylor του Stanford University ενημερώνει ότι: «Κάποιος που συμμετείχε την περασμένη Παρασκευή στις συναντήσεις των G20 μου είπε ότι το σφάλμα [των R+R] ήταν ένας παράγοντας που επηρέασε την απόφαση να παραλειφθεί συγκεκριμένος στόχος ελλείμματος ή χρέους/ΑΕΠ στο ανακοινωθέν των G20» (2013).

Αυτό που αρχικά επιδιώχτηκε τελικά επιτεύχθηκε και δεν είναι ανάγκη να αμφισβητηθεί η παλιότερη πίστη από τις ενστάσεις που μεσολάβησαν. Αλλά και ούτε φαίνεται ότι οι αντιδραστικοί, πρώην υποστηρικτές τους, να ενοχλούνται και να καταφέρονται εναντίον τους τώρα που οι R+R όψιμα τους αποκαλούν «συντηρητικούς πολιτικούς» (2013d) και πασχίζουν να διαχωρίσουν τη θέση τους από αυτούς. Αν πράγματι είχε θεωρηθεί ότι οι R+R δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των οικονομολόγων που ενστερνίζονται και προωθούν συντηρητικές δημοσιονομικές απόψεις, τότε θα ήταν δυνατόν οι οπαδοί της λιτότητας να τους είχαν υπερασπιστεί, έστω αδέξια και αναποτελεσματικά, στην πρώτη αντίδρασή τους στην κριτική που οι R+R είχαν δεχθεί;


8. Επίλογος


«Η απόρριψη του δημόσιου, του συλλογικού, προκειμένου να ασπαστούμε την ελευθερία των αγορών, δεν μας προσφέρει παρά μονάχα μια απατηλή και ρηχή απελευθέρωση: την απελευθέρωση από εκείνους ακριβώς τους θεσμούς που κρατούν τις κοινωνίες μας αλληλέγγυες και ενωμένες». Ρούσος Βρανάς, Τα Νέα, 22/12/2010.


Η συζήτηση που προηγήθηκε έδειξε ότι το θέμα το οποίο αναπτύχθηκε δεν αφορούσε μια άδολη ακαδημαϊκή ανταλλαγή επιστημονικών απόψεων. Πρόκειται για σημαντική διένεξη με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, μια διαμάχη που δεν περιορίζεται στο απρόσβλητο καταφύγιο της πανεπιστημιακής κοινότητας, όπου ο εγκλεισμός των ιδεών συχνά τις καθιστά άνευρες και ανούσιες (R.A., 2013 και Hirschman, 2013). Πόσο πράγματι αφελής είναι η διαβεβαίωση των R+R που παραπονούνται ότι «οι κριτικοί μας πολιτικοποίησαν το ζήτημα» (2013c) ωσάν οι ίδιοι να μην είχαν κάνει τα πάντα για να πολιτικοποιήσουν δημόσια τις απόψεις τους! Τελικά, ο Rogoff ξιφουλκεί απροκάλυπτα και διατείνεται σε συνέντευξή του στο περιοδικό Capital (von Buttlar, 2013) ότι η όλη ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον τους προήλθε από μια ομάδα αριστερών bloggers και παραπέμπει στο αντίστοιχο αντικομμουνιστικό κυνήγι μαγισσών που είχε εξαπολύσει ο Αμερικανός γερουσιαστής McCarthy στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 (Βλέπε και Smith, 2013b).

Ως κατακλείδα ακολουθούν σκέψεις βασισμένες σε μεγάλο βαθμό στο αξιόλογο άρθρο του Roos (2013). Δεν είναι από μόνα τους τα στατιστικά στοιχεία και η τεχνική ανάλυσή τους που «μιλούν» και αποκαλύπτουν. Ούτε είναι η «ορθότητα» των ιδεών που από μόνες τους ή και μαζί με τα στατιστικά δεδομένα, καθορίζουν πώς θα πρέπει να επιδιωχθεί η επίλυση ενός οικονομικού ζητήματος. Δεν πρέπει να μας αρκεί ότι η επιστήμη προχωράει με μια κηδεία κάθε φορά, σύμφωνα με την παράφραση μιας αποστροφής που αποδίδεται στον Max Planck. Οι αντεγκλήσεις γύρω από το άρθρο των R+R παρείχαν αρκετά όπλα-επιχειρήματα που μπορούν να αξιοποιηθούν στην εξέλιξη της ταξικής πάλης. Είναι όμως η ηγεμονεύουσα δύναμη που αποφασίζει πώς θα ερμηνευτούν τα στοιχεία και ποιες ιδέες θα επικρατήσουν.18 Ακόμα και των λανθασμένων ιδεών η εφαρμογή θα επιβληθεί όταν η πολιτική δύναμη και ο απορρέον συνδυασμός με τις κοινωνικο-οικονομικές δομές, τις ιδεολογικές προκαταλήψεις και τους πολιτικούς θεσμούς – και αν χρειαστεί με τη στρατιωτική ισχύ – επικρατήσει έτσι ώστε να κατακυρωθεί η έκβαση της ταξικής πάλης υπέρ της καθεστηκυίας τάξης. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο θα απαιτηθεί κάτι παραπάνω από την ανακάλυψη ενός υπολογιστικού λάθους σ’ ένα φύλλο εργασίας του Excel. Σε τελευταία ανάλυση, δεν πρέπει να γίνεται αποκλειστικά αντικείμενο συζήτησης το εάν η λιτότητα συμβάλλει (που δε συμβάλλει) στη μεγέθυνση, αλλά να προβάλλεται η ερώτηση κατά πόσο συνεισφέρει στα συμφέροντα, ατομικά και συλλογικά, αυτών που την επαγγέλλονται.


ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ


Στο τελικό στάδιο των διορθώσεων του τυπογραφικού δοκιμίου του άρθρου (τέλη Δεκεμβρίου 2013) αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, και συγκεκριμένα στη σελίδα Advance Access του περιοδικού Cambridge Journal of Economics, το άρθρο των HAP. Η έντυπη μορφή του άρθρου θα κυκλοφορήσει πολύ αργότερα. Πρόκειται για μια πιο «σφιχτοδεμένη» γλωσσικά και επιμελημένη εκδοχή της περιώνυμης μελέτης του Απριλίου 2013. Εδώ επίσης ενσωματώνονται και σχολιάζονται οι διευκρινιστικές, αλλά ιδιαίτερα ατελείς, απαντήσεις των R+R στην αρχική εργασία των τριών συγγραφέων οι οποίοι και δεν επεκτείνονται στις σχετικές παρεμβάσεις άλλων οικονομολόγων ή σε ευρύτερα μεν αλλά συναφή θέματα όπως π.χ. δημόσιος δανεισμός και πολιτικές λιτότητας.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Agresti, James D., “Do large national debts harm economies?”, www.justfactsdaily.com, 6 May 2013.

Babones, Salvatore, “Exploding the debt threshold myth”, http://truth-out.org, 26 April 2013.

Baker, Dean, “How much unemployment was caused by Reinhart and Rogoff’s arithmetic mistake?”, http://www.cepr.net, 16 April 2013a.

Baker, Dean, “Economic drones”, http://www.counterpunch.org, 18 April 2013b.

Baker, Dean, “Crashing the 90 percent club”, http://english.caixin.com, 23 April 2013c.

Baker, Dean, “Reinhart and Rogoff are not being straight”, http://www.cepr.net, 26 April 2013d.

Baker, Dean, “Logic deficit: why were Reinhart-Rogoff ever taken seriously?”, http://www.huffingtonpost.com, 30 April 2013e.

Baker, Dean, “Larry Summers says that Reinhart-Rogoff type mistakes are ‘distressingly common’ then goes on to prove his point”, http://cepr.net, 6 May 2013f.

Baker, Dean, “Reinhart-Rogoff one more time: why the 90 percent never should have been taken seriously”, http://www.cepr.net, 11 May 2013g.

Baker, Dean, “Excel spreadsheet error: lessons from the Reinhart-Rogoff controversy”, http://truth-out.org, 27 May 2013h.

Basu, Deepankar, “The time series of high debt and growth in Italy, Japan, and the United States”, http://www.nextnewdeal.net, 22 April 2013.

Baum, Caroline, “Reinhart and Rogoff for dummies (with a nice Krugman bash)”, www.economicpolicyjournal.com, 2 May 2013.

Berg, Matthew and Brian Hartley, “Debt-to-GDP ratios and growth: country heterogeneity and reverse causation, the case of Japan (ultra wonky)”, http://neweconomicperspectives.org, 29 April 2013.

Bernstein, Jared, “Reinhart and Rogoff shoot back…with a popgun”, http://huffingtonpost.com, 26 April 2013.

BIS, 83rd Annual Report2012/13, Basel, 23 June 2013.

Bivens, Josh, “The Reinhart and Rogoff magical 90 percent threshold loses its magic?”, www.epi.org, 16 April 2013a.

Bivens, Josh, “A slight bit of substance on the Reinhart and Rogoff 90 percent debt threshold”, www.epi.org, 17 April 2013b.

Bivens, Josh, “(Final?) Notes on the Reinhart/Rogoff saga”, www.epi.org, 26 April 2013c.

Bivens, Josh and Andrew Fieldhouse, “Winning the intellectual debate on austerity while losing the policy debate”, www.epi.org, 2 May 2013.

Blyth, Mark, Austerity: the history of a dangerous idea, Oxford University Press, Oxford, 2013.

Boskin, Michael, “The debt-growth controversy”, http://www.project-syndicate.org, 22 May 2013.

Bottari, Mary, “Pete Peterson linked economists caught in austerity error”, http://www.prwatch.org, 18 April 2013.

Calhoun, Gray, “Some thoughts on the Reinhart and Rogoff debate”, http://pseudotrue.com, 24 April 2013.

Cassidy, John, “The Reinhart and Rogoff controversy: a summing up”, http://www..newyorker.com/online/blogs, 29 April 2013.

Cecchetti, Stephen G., “Debt is a two-edged sword and matters a great deal”, The International Economy, Spring 2013.

Chudik, Alexander, Kamiar Mohaddes, Hashem Pesaran and Mehdi Raissi, “Debt, inflation and growth: robust estimation of long-run effects in dynamic panel data models”, Federal Reserve Bank of Dallas, Globalization and Monetary Policy Institute, Working Paper No. 162, November 2013.

Cooper, Richard N., “It is highly doubtful that a common threshold applies in all or even most cases”, The International Economy, Spring 2013.

Dollars and Sense, “Beyond debt and growth: an interview with Robert Pollin”, http://dollarsandsense.org, July/August 2013.

Dube, Arindrajit, “Reinhart/Rogoff and growth in a time before debt”, http://www.nextnewdeal.net, 17 April 2013a.

Dube, Arindrajit, “A note on debt, growth and causality”, Working Paper, 30 May 2013b.

Dube, Arindrajit, “Dube on growth, debt and past versus future windows”, http://www.nextnewdeal.net, 1 June 2013c.

Eberhardt, Markus and Andrea F. Presbitero, “Public debt and economic growth: there is no ‘tipping point’”, http://www.voxeu.org, 17 November 2013.

Egert, Balázs, “The 90% public debt threshold: the rise and fall of a stylized fact”, OECD, Economics Department Working Paper No.1055, 6 June 2013.

Ferguson, Thomas, “Reinhart and Rogoff sold us a bill of goods”, The International Economy, Spring 2013.

Firestone, Joe, “Make ’em prove the causality before they cause any more suffering: Part One”, http://www.neweconomicperpectives.org, 2 May 2013.

Frankel, Jeffrey, “On whose research is the case for austerity mistakenly based?”, http://project-syndicate.org., 20 May 2013.

Galbraith, James K., “In some cases, debt doesn’t matter”, The International Economy, Spring 2013.

Gongloff, Mark, “Reinhart and Rogoff pushed partisan austerity argument, now claim academic neutrality”, http://www.huffingtonpost.com, 17 April 2013a.

Gongloff, Mark, “Reinhart and Rogoff make more mistakes while admitting to research flaws”, http://www.huffingtonpost.com, 22 April 2013b.

Gongloff, Mark, “Reinhart, Rogoff backing furiously away from austerity movement”, http://www.huffingtonpost.com, 2 May 2013c.

Gongloff, Mark, “Austerity fanatics won’t let mere economics stop them from thinking they‘re winning”, http://www.huffingtonpost.com, 31 May 2013d.

Gongloff, Mark, “Discredited pro-austerity research gets new love from world’s central bank”, http://www.huffingtonpost.com, 24 June 2013e.

Green, Richard, “Does public debt inhibit growth? Or do recessions increase debt?”, www.forbes.com, 17 April 2013.

Gros, Daniel, “Europe’s irrelevant austerity debate”, http://www.project-syndicate.org, 8 May 2013.

Hamilton, James, “Reinhart-Rogoff data problems”, www.econbrowser.com, 21 April 2013.

Harding, Robin, “Harvard’s Reinhart and Rogoff publish formal correction”, http://www.cnbc.com, 9 May 2013.

Herndon, Thomas, “The grad student who took down Reinhart and Rogoff explains why they’re fundamentally wrong”, www.businessinsider.com, 22 April 2013.

Herndon, Thomas, Michael Ash and Robert Pollin, “Does high public debt consistently stifle economic growth? A critique of Reinhart and Rogoff”, University of Massachusetts at Amherst, Political Economy Research Institute, Working Papers Series, No. 322, 15 April 2013.

Hirschman, Dan, “Debating the wrong Reinhart + Rogoff”, http://asociologist.com, 1 May 2013.

IMF, Fiscal Monitor: fiscal adjustment in an uncertain world, April 2013a.

IMF, World Economic Outlook: hopes, realities, risks, April 2013b.

Irwin, Neil, The Alchemists: three central bankers and a world on fire, Penguin Press, New York, 2013.

Jay, Paul, “Pollin responds to Reinhart and Rogoff; cuts deepen and stock market soars”, http://truth-out.org, 8 May 2013.

Kelly, Michael, “Is high debt bad for economic growth?”, http://blog.wolfram.com, 26 September 2013.

Kimball, Miles and Yichuan Wang, “After crunching Reinhart and Rogoff’s data, we ’ve concluded that high debt does not slow growth”, http://qz.com, 29 May 2013a.

Kimball, Miles and Yichuan Wang, “For sussing out whether debt affects future growth, the key is carefully taking into account past growth”, http://blog.supplysideliberal.com, 4 June 2013b.

Kimball, Miles and Yichuan Wang, “Instrumental tools for debt and growth”, http://synthenomics.blogspot.gr, 4 June 2013c.

Kimball, Miles and Yichuan Wang, “Economists looked even closer at Reinhart and Rogoff’s data-and the results might surprise you”, http://qz.com, 12 June 2013d.

Krugman, Paul, “Holy coding error, batman”, http://krugman.blogs.nytimes.com, 16 April 2013.

Lof, Matthijs and Tuomas Malinen, “Does sovereign debt weaken economic growth? A panel VAR analysis”, http://mpra.ub.uni-muenchen.de/52039, 7 December 2013.

Mankiw, Greg, “Mistakes”, http://gregmankiw.blogspot.gr, 23 April 2013.

Marans, Daniel, “Vice’s austerity coverage disappoints”, http://www.huffingtonpost.com, 10 May 2013.

Matthews, Dylan, “Why do people hate deficits?”, http://www.washingtonpost.com/blogs, 8 April 2013.

McKinnon, Ronald, “Across diverse countries, there exists no single number beyond which growth is likely to be predictably correct”, The International Economy, Spring 2013.

Minea, Alexandru and Antoine Parent, “Is high public debt always harmful to economic growth? Reinhart and Rogoff and some complex nonlinearities”, CERDI, Document de travail E 2012, 18 February 2012.

Moore, Heidi, “Rogoff and Reinhart should show some remorse and reconsider austerity”, http://www.guardian.co.uk, 26 April 2013.

Mosler, Warren, “Rogoff and Reinhart NYT response”, www.moslereconomics.com, 26 April 2013.

Muder, Doug, “Why the austerity fraud matters”, http://weeklysift.com, 22 April 2013.

Münchau, Wolfgang, “Perils of placing faith in a thin theory”, Financial Times, 21 April 2013.

Panizza, Ugo and Andrea F. Presbitero, “Public debt and economic growth, one more time”, http://www.voxeu.org, 25 April 2013.

Phillips, Matt, “Reinhart and Rogoff’s defense is misleading and here’s why”, http://qz.com, 17 April 2013.

Pollin, Robert and Michael Ash, “Austerity after Reinhart and Rogoff”, Financial Times, 17 April 2013a.

Pollin, Robert and Michael Ash, “Reply to Prof. Hamilton regarding ‘Reinhart-Rogoff data problems’”, www.econbrowser.com, 23 April 2013b.

Pollin, Robert and Michael Ash, “Debt and growth: a response to Reinhart and Rogoff”, The New York Times, 29 April 2013c.

R. A., “The ivory fortress”, http://www.economist, com/blogs/freeexchange, 18 April 2013.

Radford, Peter, “Error correction and ethics”, http://rwer.wordpress.com, 23 April 2013.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Growth in a time of debt”, NBER Working Paper Series, No. 15639, January 2010a.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Growth in a time of debt”, The American Economic Review, Papers and Proceedings, Vol. 100, No. 2, May 2010b.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Debt and growth revisited”, www.voxeu.org, 11 August 2010c.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “A decade of debt”, CEPR Discussion Paper Series, No. 8310, April 2011.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Reinhart-Rogoff response to critique”, The Wall Street Journal, 16 April 2013a.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Reinhart, Rogoff admit Excel mistake, rebut other critiques”, The Wall Street Journal, 17 April 2013b.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Reinhart and Rogoff: responding to our critics”, The New York Times, 25 April 2013c.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Debt, growth and the austerity debate”, The New York Times, 25 April 2013d.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Austerity is not the only answer to a debt problem”, Financial Times, 1 May 2013e.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Errata: ‘Growth in a time of debt’”, Note, 5 May 2013f.

Reinhart, Carmen M. and Kenneth S. Rogoff, “Letter to PK”, http://www.carmenreinhart.com, 25 May 2013g.

Reinhart, Carmen M., Vincent R. Reinhart and Kenneth S. Rogoff, “Public debt overhangs: advanced-economy episodes since 1800”, The Journal of Economic Perspectives, Vol. 26, No. 3, Summer 2012.

Rogoff, Kenneth S., “Austerity and debt realism”, www.project-syndicate.org, 1 June 2012.

Roos, Jerome, “The true meaning(lessness) of the Reinhart-Rogoff debacle”, www.roarmag.org, 29 April 2013.

Rosen, Michael M., “Austerity and its discontents”, http://www.american.com, 29 May 2013.

Smith, Yves, “Linchpin pro-austerity paper rife with errors recomputed results show no growth hit from high government debt”, www.nakedcapitalism.com, 16 April 2013a.

Smith, Yves, “Ken Rogoff loses it, calls criticism of errors in debt paper a ‘witch hunt’”, http://www.nakedcapitalism.com, 23 October 2013b.

Soltas, Evan, “On Wang-Kimball”, www.esoltas.blogspot.gr, 30 May 2013.

Stodden, Victoria, “What the Reinhart & Rogoff debacle really shows: verifying empirical results needs to be routine”, http://blog.stodden.net, 19 April 2013.

Summers, Lawrence, “The lessons of Reinhart-Rogoff”, http://blogs.reuters.com. 6 May 2013.

Taylor, John B., “Coding errors, austerity, and exploding debt”, http://economicsone.com, 22 April 2013.

Thomas, Mark and Seyed RezaYousefi, “Flogging a debt horse – another take on a high profile debate”, http://blogs.worldbank.org, 6 May 2013.

von Buttlar, Horst, “Rogoff sieht sich als Opfer einer Hexenjagd”, http://www.capital.de, 24 Oktober 2013.

Weidmann, Jens, “The impact of debt on growth is case-specific and might change rapidly”, The International Economy, Spring 2013.

Wray, L. Randall, “Expansionary austerity: Reinhart & Rogoff and the neolibs”, http://www.econominitor.com, 21 April 2013.

Wren-Lewis, Simon, “Lessons from failure: fiscal policy, indulgence and ideology”, National Institute Economic Review, July 2011a.

Wren-Lewis, Simon, “The case against austerity today”, Institute for Public Policy Research, October 2011b.

Yglesias, Matthew, “Reinhart & Rogoff strike back”, http://www.slate.com, 26 April 2013a.

Yglesias, Matthew, “After running the numbers carefully there’s no evidence that high debt levels cause slow growth”, http://www.slate.com, 30 May 2013b.

Zidar, Owen, “Debt to GDP & future economic growth”, www.owenzidar.wordpress.com, 16 April 2013.



1 «Τα Οικονομικά δεν είναι συνηθισμένο γνωστικό αντικείμενο. Χρησμοδοτούν με στόμφο και επηρεάζουν την άσκηση πολιτικών. Προπαγανδίζουν συγκεκριμένες κοινωνικές δομές. Προσφέρουν μεγάλη διανοητική αποδοχή στην πολιτική πράξη. Διαθέτουν λοιπόν μια πελώρια δύναμη» (Radford, 2013).

2 Διεξοδική παρουσίαση του θέματος έχει συμπεριληφθεί στο άρθρο μου «Καταστροφή, ρευστοποίηση και λιτότητα: το τρίπτυχο της ύφεσης ως οικονομική αναγκαιότητα» και ειδικότερα στο τρίτο μέρος «Από την εκδικητική δημοσιονομική συρρίκνωση στην ανευόδωτη οικονομική επέκταση». www.leftlab.org, 24/10/2012.

3 Αξίζει να προστεθεί η παρατήρηση που προέρχεται από το IMF (2013b, σ. 36) σύμφωνα με την οποία «...οι περισσότερες μελέτες οικονομετρικών παλινδρομήσεων που εξετάζουν συνολικά πολλές χώρες δε διατυπώνουν ένα σαφές υπόδειγμα για τους διαύλους μέσω των οποίων το χρέος του δημόσιου τομέα επιδρά στην οικονομική μεγέθυνση». Αυτή η επισήμανση αναφέρεται (μάλλον) στις προ-HAP μελέτες που υποστήριζαν την ύπαρξη ενός ορίου-κατωφλιού και οι οποίες μνημονεύονται στην προηγούμενη παράγραφο της δημοσίευσης του IMF.

4 Είχε προηγηθεί μια σύντομη πρώτη απόπειρα από τον Zidar (2013), μεταπτυχιακό φοιτητή στο University of California-Berkeley. Εδώ επιβεβαιώνεται η αρνητική συσχέτιση (όχι αιτιότητα) μεταξύ των δύο μεταβλητών και απορρίπτεται η ύπαρξη του ορίου 90%. Επίσης, μια πολύ γρήγορη ματιά στο θέμα τη αιτιότητας δόθηκε από τον Green (2013). Τα αποτελέσματα διαψεύδουν τον ισχυρισμό των R+R ως προς την κατεύθυνση της αιτιώδους σχέσης. Τέλος, αξίζει να επισημανθεί ότι η ύπαρξη ενός ορίου-κατωφλιού απορρίπτεται και από τους γνωστούς ορθόδοξους οικονομολόγους Cooper (2013), McKinnon (2013) και Mankiw (2013) και ακόμα από τον πρόεδρο της ΕΚΤ Weidmann (2013), παρόλο που ο τελευταίος ενστερνίζεται τις γενικές απόψεις των R+R και τις έχει υπερασπιστεί δημόσια (Roos, 2013).

5 Κρίνω ότι θα έπρεπε ο Calhoun να απευθυνθεί και στο αντίστοιχο ερώτημα που προκύπτει από το σκεπτικό των R+R. Με άλλα λόγια, μήπως ο σημερινός λόγος χρέους/ΑΕΠ αυξάνεται επειδή προβλέπεται μια χαμηλότερη μεγέθυνση; Βέβαια, αν αυτό συμβαίνει τότε θα μπορούσε να προβληθεί το επιχείρημα, βούτυρο στο ψωμί των συντηρητικών, ότι οι υψηλές δημόσιες δαπάνες και ένας υψηλός λόγος χρέους/ΑΕΠ δεν έχουν μπορέσει να αποσοβήσουν μια περιορισμένη μεγέθυνση. Όμως, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια (πέμπτη ενότητα του άρθρου), οι ίδιοι οι R+R αναγνωρίζουν ότι οι υφέσεις δεν χαρακτηρίζονται από μεγάλη διάρκεια, που μπορεί να σημαίνει ότι οι υψηλές δημόσιες δαπάνες δρουν θετικά αλλά με κάποια καθυστέρηση.

6 Ο Soltas (2013) προτείνει ορισμένες προσθήκες στη μέθοδο που ακολούθησαν οι Kimball και Wang.

7 Εντύπωση προκαλεί η πλήρης αποσιώπηση αναφοράς στην αρνητική τοποθέτηση των Herndon et al. (2013) όπως εξάλλου και σε όλες (πλην μιας) τις υπόλοιπες μελέτες και τα (επι)κριτικά σχόλια και επιχειρήματα που ακολούθησαν το άρθρο των R+R. Η μόνη που κατονομάζεται είναι εκείνη των Eberhardt and Presbitero (όπ. π.), την οποία αποδέχονται ως την εγγύτερη στη δική τους ανάλυση αλλά και στην οποία ασκείται κριτική.

8 Το όριο-κατώφλι προσδιορίζεται στο επίπεδο του 60%.

9 Παρόλο που αναγράφεται ο Οκτώβριος 2013 ως μήνας δημοσίευσής της, εντούτοις η ανάρτηση της εργασίας στο διαδίκτυο φέρει την ημερομηνία της 7ης Δεκεμβρίου 2013.

10 Συνεχίζοντας το ΔΝΤ επισημαίνει: «Η έκδοση 2012 του Global Financial Stability Report βρίσκει ότι χώρες με χρέος πάνω από το 100% του ΑΕΠ γνωρίζουν χαμηλή μεγέθυνση αλλά βρίσκει όμως επίσης ότι χώρες με υψηλό αλλά μειούμενο χρέος μεγεθύνονται πιο γρήγορα απ’ ό, τι χώρες με χαμηλότερο αλλά αυξανόμενο χρέος». Ας προστεθεί εδώ και η ακατάληπτη στην ανακρίβειά της εκτίμηση του ΔΝΤ στην υποσ. 3 της επόμενης σελίδας 37, ότι ο λόγος χρέους/ΑΕΠ για την Ελλάδα από 174% το 2012 θα πέσει στο 120% το 2013. Τόσο καλά! Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως παρατηρούν οι Panizza and Presbitero (2013), η συσχέτιση μεταξύ των δύο μεταβλητών, πέραν της αιτιώδους φοράς, μπορεί να οφείλεται σε έναν τρίτο παράγοντα που έχει κοινή επίδραση και στις δύο μεταβλητές.

11 Διατυπώνεται εύστοχα από τον Ferguson (2013, σ. 16): «Σχεδόν τίποτε άλλο δε συσσωρεύει ταχύτερα δημόσιο χρέος από τη μη μεγέθυνση».

12 Ας διανθιστεί η παρουσίαση και με λίγο άρωμα Ελλάδας («και διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;»). Η CarmenReinhart από τον Ιούλιο του 2012 έχει προσληφθεί στο HarvardUniversity ως καθηγήτρια στη MinosA. ZombanakischairoftheInternationalFinancialSystem. Ο χρηματοδότης της έδρας είναι πρώην τραπεζίτης και επιστήθιος φίλος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η Reinhart αμέσως πριν κατείχε τη θέση του Senior Fellow στο Peterson Institute for International Economics ενώ ο Kenneth Rogoff μετέχει στη Advisory Committee του Ινστιτούτου. Ακόμη, ο σύζυγος τής Carmen Reinhart, Vincent Reinhart, συνεργάτης του Rogoff και της συζύγου του (Reinhart et al., 2012), εργάζεται ως Visiting Scholar στο νεοφιλελεύθερο American Enterprise Institute το οποίο χρηματοδοτείται και από το Peterson Foundation. O δισεκατομμυριούχος Pete Peterson, πρώην υπουργός Εμπορίου στην προεδρία Νίξον, εκτιμάται ότι έχει δαπανήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για να δυσφημίσει την προοδευτική φορολόγηση και τις δημόσιες δαπάνες, ιδίως εκείνες της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης (Gongloff, 2013a, Bottari, 2013 και Marans, 2013). Επιπλέον, ας υπενθυμιστεί ότι ο πρωθυπουργός Σαμαράς την 1η Οκτωβρίου 2013 στο ίδιο Ινστιτούτο έδωσε την ετήσια διάλεξη στη σειρά των ομιλιών που χρηματοδοτούνται από το «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος». Στο λόγο του, μεταξύ άλλων, τόνισε: «Συντρίβουμε τον εξτρεμισμό, έχουμε στην κυβέρνηση την πολιτική βούληση, η ηγεσία της Χρυσής Αυγής έχει οδηγηθεί στη φυλακή». Επίσης, στην απάντησή του σε ερώτηση που του τέθηκε από το ακροατήριο υπογράμμισε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί η «ακραία αντιπολίτευση» που μιλάει για έξοδο από το ΝΑΤΟ, το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση (www.iefimerida.gr, 2/10/2013 και www.koutipandoras.gr, 5/10/2013). Πράγματι, «είμαστε μία πολύ ωραία ατμόσφαιρα» και τα σχόλια περιττεύουν.

13 Ένας υποστηρικτής των απόψεων των R+R, ο Hamilton (2013), τον οποίον και επικαλούνται οι R+R (2013c), διατείνεται ότι η άριστη στατιστική εκτίμηση του μέσου όρου τοποθετείται ανάμεσα στα δύο αποτελέσματα.

14 Από τη μία μεριά ψέγουν τους HAP ότι δεν αναφέρονται στην κατοπινή μελέτη τους αλλά στην οποία όμως στ’ αλήθεια καμιά αναφορά δε γίνεται από τους ίδιους τους R+R ως προς το θέμα της αποκατάστασης των σφαλμάτων και των ελλείψεων των 2010a, b (βλέπε και Muder, 2013).

15 Εδώ έρχεται στο νου η περίπτωση του Γιαπωνέζου υπολοχαγού Hiroo Onoda που κρυβόταν σ’ ένα μικρό νησί των Φιλιππίνων για 28 χρόνια (1944-1972), αρνούμενος να πιστέψει ότι οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει το 1945. Τουλάχιστον αυτός είχε ειλικρινά αναφωνήσει τελικά: «Πράγματι χάσαμε τον πόλεμο! Πώς μπορεί να αποδείχτηκαν τόσο απρόσεχτοι;» (Gongloff, 2013d και www.history1900s.about.com).

16 Επίσης, ας προστεθεί ότι οι Pollin και Ash έχουν δημοσιεύσει μια επιπρόσθετη τεχνική κριτική της εργασίας των R+R ως συμπλήρωμα του άρθρου τους στους New York Times (2013c).

17 Η υποβάθμιση αυτού του ζητήματος παραπέμπει στη σχεδιασμένη υποτονική περιγραφή, με στόχο να αποκρυβεί η πραγματική διάστασή του, στη φράση που χρησιμοποίησε ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας στο ραδιοφωνικό μήνυμά του σχετικά με την παράδοση της χώρας του στο πέρας του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου: «(...) η πολεμική κατάσταση δεν έχει εξελιχθεί απαραίτητα προς το συμφέρον της Ιαπωνίας».

18 Οι Bivens and Fieldhouse (2013) επιλέγουν ως τίτλο σχετικού άρθρου τους: «Κερδίζοντας τη διανοητική συζήτηση πάνω στη λιτότητα και ταυτόχρονα χάνοντας τη συζήτηση για την οικονομική πολιτική».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή