Chantal Mouffe: Η αγωνιστική προσέγγιση... Εκτύπωση
Τεύχος 126, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2014


CHANTAL MOUFFE: Η ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η ριζοσπαστική και πλουραλιστική δημοκρατία ως αριστερό διακύβευμα


του Σπύρου Μακρή


Το νέο βιβλίο της Chantal Mouffe (Agonistics. Thinking the World Politically, Verso: London and New York, 2013) κάνει την εμφάνισή του σε μία πολύ κρίσιμη ιστορική στιγμή για τον κόσμο και την Ευρώπη ειδικότερα˙ σε μία συγκυρία όπου αυτό που η σπουδαία Hannah Arendt προσδιόριζε ως δημόσιο χώρο (public space): το πεδίο της συλλογικής ανθρώπινης πράξης και ομιλίας, 1 αποσυντίθεται από τις ευρωπαϊκές ελίτ με καταστροφική μανία, ορθώνοντας στη θέση του τον κρατικό αυταρχισμό και κατά κύριο λόγο τη φτωχοποίηση των αποκαλούμενων μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Η θεσμική κατάρρευση της προνοιακής φιλελεύθερης δημοκρατίας από τις ίδιες τις κεντροδεξιές και σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις, που την στήριζαν σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής εποχής, και η εμφάνιση ενός νέου προλεταριάτου, του πρεκαριάτου (the precariat), 2 προσδίδουν στη νέα θεωρητική και πολιτική παρέμβαση της Chantal Mouffe μία ιδιαίτερη αξία, στο βαθμό όπου, για πολλοστή φορά, αν και όχι πάντα με ευκρινή και εύληπτο τρόπο (ζήτημα στρατηγικής και επικοινωνίας), καθίσταται πλέον ηλίου φαεινότερο ότι η ευρωπαϊκή Αριστερά αποτελούσε ανέκαθεν το θεματοφύλακα των δημοκρατικών διακυβευμάτων της ελευθερίας, της ισότητας, του πλουραλισμού και της ταυτότητας.3

Όπως επισημαίνει στην Εισαγωγή του βιβλίου, σκοπός της είναι να εξετάσει τη σχέση της αγωνιστικής προσέγγισης (agonistic approach) με το σύγχρονο αριστερό πρόταγμα (left-wing project), με έναν καθαρά πολιτικό τρόπο.4 Αυτό για τη Chantal Mouffe και τον Ernesto Laclau σημαίνει κυρίως να σκεφτούμε πολιτικά˙ δηλαδή, να αναγνωρίσουμε ότι το πολιτικό ως τέτοιο χαρακτηρίζεται οντολογικά από μία ριζοσπαστική αρνητικότητα, η οποία δεν μας επιτρέπει να επιτύχουμε, έστω και διαλεκτικά, με τους παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους, μία άρτια, θα λέγαμε, αντικειμενικότητα, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός (antagonism) να συνιστά μία πανταχού παρούσα πιθανότητα. Όπως έδειξαν στο κλασικό πλέον Hegemony and Socialist Strategy, 5 η κοινωνία διέπεται από ένα καθεστώς ενδεχομενικότητας και υπό αυτήν την έννοια κάθε μορφή πολιτικής τάξης έχει μία κατεξοχήν ηγεμονική φύση˙ με άλλα λόγια, κάθε μορφή πολιτικής είναι έκφραση των σχέσεων εξουσίας. Αυτό σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης σημαίνει ότι τόσο η συναίνεση χωρίς αποκλεισμούς όσο και η ελπίδα για μία αρμονική κοινωνία πρέπει οριστικά να εγκαταλειφθούν. Καταληκτικά αυτό συνεπάγεται ότι το χειραφεσιακό ιδεώδες δεν μπορεί εφεξής να λάβει σάρκα και οστά σε καμία μορφή κομμουνισμού. Ο κομμουνισμός έτσι για τη Mouffe είναι μία κοινωνική ουτοπία πέραν της ρεαλιστικής πολιτικής οντολογίας.6

Φιλοσοφικά, το δημοκρατικό μοντέλο το οποίο προτείνει και επεξεργάζεται σε βάθος η Mouffe και το οποίο όρισε στο Return of the Political καθώς και σε άλλα βιβλία της ως αγωνιστικό πλουραλισμό (agonistic pluralism)7 τίθεται εξαρχής στον αντίποδα του εργαλειακού και αναγωγιστικού δυτικού ρασιοναλισμού και κατά συνέπεια στοχεύει στην αποδόμηση της ιδέας της καθολικότητας (universalism).8 Για να γίνει κατανοητή αυτή η κριτική αποστασιοποίηση από τις κυρίαρχες ιδεαλιστικές καθολικότητες του Διαφωτισμού, η Mouffe προτείνει να διακρίνουμε ανάμεσα στο πολιτικό (the political) και στην πολιτική (politics). Το πολιτικό είναι η οντολογική διάσταση του ανταγωνισμού, ενώ ως πολιτική ορίζει το σύνολο των πρακτικών και των θεσμών, που σκοπός τους είναι η οργάνωση της ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτό ακριβώς το οντικό σύνολο λειτουργεί μέσα στο οντολογικό πεδίο (εδώ ο Laclau και η Mouffe αξιοποιούν το σχετικό χαϊντεγκεριανό δίπολο)9 της συγκρουσιακότητας, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το πεδίο του πολιτικού.10

Στο Δημοκρατικό Παράδοξο, 11 η Αγγλο-Βελγίδα θεωρητικός της δημοκρατίας, αξιοποιώντας δημιουργικά, με αρκετό κόστος βέβαια είναι αλήθεια για το αριστερό προφίλ της, 12 τη σμιτιανή αντίληψη για τη διάκριση εχθρού/φίλου στην πολιτική, 13 βάθυνε περαιτέρω την εννοιολογική και στοχαστική επεξεργασία του όρου αγωνιστικός πλουραλισμός, 14 υποστηρίζοντας ότι ο κεντρικός αν μη τι άλλο στόχος μίας δημοκρατικής πολιτικής, ιδιαίτερα όταν υιοθετείται από τη σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά, είναι να προωθεί εκείνους τους θεσμούς, που θα επιτρέπουν στις πολιτικές αντιθέσεις και κυρίως στις κοινωνικές συγκρούσεις να λαμβάνουν μία αγωνιστική μορφή, όπου οι πολιτικοί και κομματικοί αντιμαχόμενοι (opponents) δεν θα είναι εχθροί (enemies) αλλά αντίπαλοι (adversaries) και μεταξύ των οποίων θα επικρατεί τελικά μία συγκρουσιακή συναίνεση (conflictual consensus).15 Εδώ είναι φανερές οι οφειλές της Mouffe στην πολιτική φιλοσοφία του Claude Lefort.16 Όπως γράφει πολύ χαρακτηριστικά, αυτό που επιδίωκε εξαρχής ήταν να δείξει ότι παρά το οντολογικό στοιχείο της ανεκρίζωτης διάστασης του ανταγωνισμού στην πολιτική (the ineradicable dimension of antagonism), 17 θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις η εφαρμογή του αγωνιστικού μοντέλου να οδηγήσει σε μία νέα ριζοσπαστική και πλουραλιστική δημοκρατική τάξη.18 Έτσι, η Mouffe επιχείρησε να εισαγάγει μία θετική στιγμή στο πάντα αρνητικό παιχνίδι της πολιτικής, αμβλύνοντας τις κριτικές που είχε δεχτεί (μαζί με το Laclau) ότι το μοντέλο του αγωνιστικού πλουραλισμού είναι μία αρνητική θεολογία στη θέση των κλασικών πολιτικών δογμάτων της νεωτερικότητας.19

Το καινούριο που κομίζει η Chantal Mouffe ήδη από το προηγούμενο βιβλίο της, On the Political, 20 έγκειται στο γεγονός ότι επιχειρεί να επεκτείνει την εφαρμογή της θεωρίας ή του δημοκρατικού μοντέλου του αγωνιστικού πλουραλισμού και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Έτσι, η ρεαλιστική πολιτική οντολογία του αγωνισμού (agonism) στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής μετασχηματίζεται σε μία νεορεαλιστική θεωρία ενός πολυπολικού κόσμου, με ηγεμονικές εναλλαγές, στον οποίο η κυριαρχία συνεχίζει να παίζει έναν καταλυτικό ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις, ενώ αντίθετα ο κοσμοπολιτισμός αποτελεί την εκδοχή μιας διεθνούς ουτοπίας. Αυτή η εναλλακτική εικόνα των διεθνών σχέσεων ορίζεται από τη Mouffe ως πλουραλισμός των ηγεμονιών (pluralization of hegemonies), ως ένας πλουραλισμός των περιφερειακών πόλων ισχύος (regional poles), 21 όπου οι διεθνείς συγκρούσεις δεν θα εκφυλίζονται στο επίπεδο της ανταγωνιστικής ήτοι εχθρικής μορφής, οδηγώντας την έτσι σε σύγκλιση με τις θέσεις και τις σχετικές αντιλήψεις της Αγγλικής Σχολής των Διεθνών Σχέσεων22 και τη συναφή έννοια μίας διεθνούς κοινωνίας (international society).23

Η αγωνιστική προσέγγιση της δημοκρατίας θέτει ουσιαστικά το ζήτημα της πολιτικής στρατηγικής θεμελίωσης μίας νέας κοινωνικής τάξης, γεγονός το οποίο αποτελεί σήμερα το «σημείο μηδέν» κάθε σοβαρής αριστερής πρότασης εξόδου από τη δομική και παρατεταμένη κρίση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό το σημείο-κλειδί μπορεί πολλές φορές να αποβεί μοιραίο για τις ριζοσπαστικές πολιτικές συνιστώσες της ευρωπαϊκής Αριστεράς, κατά μείζονα λόγο, σύμφωνα με τη συγγραφέα, όταν δεν αντιληφθούν τις νέες ανάγκες και επιταγές των καιρών και εγκλωβιστούν έτσι είτε στην παραδοσιακή μαρξιστική επαναστατική και μαξιμαλιστική ρητορική, είτε σε μία «αγανακτισμένη» (Indignados, Occupy κ.ο.κ.) επιθυμία διαφυγής, που παγιδεύει το αριστερό πρόταγμα στις οικτρά αποτυχημένες και πλέον διεφθαρμένες κρατικιστικές λαγνείες/αναπηρίες του μεταπολεμικού παρελθόντος. Ο υπερ-αριστερός μαξιμαλισμός και ο λαϊκιστικός ετατισμός, στοιχεία όχι τόσο του δυτικού μαρξισμού, αλλά του λενινισμού και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που στην πορεία υιοθέτησε με ακόρεστη βουλιμία τη νεοφιλελεύθερη πολιτική στρατηγική του Τρίτου Δρόμου (Third Way), απειλούν πια να εκληφθούν ως οι «παιδικές αρρώστιες» του σημερινού αριστερού προτάγματος εξόδου (exodus) από τις καθημερινές βαρβαρότητες και τις νεο-φασιστικές λογικές του νεο-βικτωριανού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Σύμφωνα λοιπόν με τη Chantal Mouffe, η υπερ-αριστερή άρνηση της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από ένα τμήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και συνακόλουθα η πλήρης απόρριψη των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών/πρακτικών σηματοδοτούν ένα έλλειμμα κατανόησης του ζητήματος του πολιτικού, το οποίο αν μη τι άλλο επηρεάζει αρνητικά και αποδυναμώνει καίρια τα αριστερά προτάγματα εξόδου από τη νεοφιλελεύθερη κρίση. Η υπαγωγή του κοινωνικού πλουραλισμού και κυρίως του πλουραλισμού των ταυτοτήτων στη χοάνη μίας ομογενοποιητικής διαδικασίας, πολλές φορές κάτω από την παραδοσιακή ταμπέλα του προλεταριάτου, αποκρύπτει τις βαθιές διχαστικές και διαιρετικές τομές, που σαν μία οντολογική ριζοσπαστική αρνητικότητα διαπερνούν με ένταση ως πραγματική πολιτική φύση τους σύγχρονους κοινωνικούς σχηματισμούς. Αυτή η μερικότητα (particularism), η διαφορετικότητα με άλλους όρους, υπογραμμίζει η Mouffe, δεν μπορεί να ξεπεραστεί αβρόχοις ποσί. Μπορεί μόνο να αποκτήσει μια θεσμική ηγεμονική έκφραση, με σαφείς εξισωτικές διαστάσεις, όταν μιλάμε ιδίως για γνήσια αριστερές πολιτικές λύσεις, χωρίς βέβαια ίχνος ταξικού αναγωγισμού και οντολογικού εσενσιαλισμού.

Συνεπώς, η αγωνιστική προσέγγιση και η αριστερή ριζοσπαστική πολιτική συνίστανται σε μία ποικιλία κινήσεων μέσα σε μία πολλαπλότητα θεσμικών πεδίων, με σκοπό τη συγκρότηση μίας διαφορετικής κάθε φορά ηγεμονίας (εδώ είναι φανερές οι επιδράσεις που άσκησε ο μέγας Antonio Gramsci στη θεωρία της συνάρθρωσης των Ernesto Laclau και Chantal Mouffe).24 Υπ’ αυτήν την έννοια, η θεωρία της ριζοσπαστικής δημοκρατίας ως μία θεωρία συνεχούς εμβάθυνσης των θεσμών και των πρακτικών της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι περισσότερο ένας πόλεμος θέσεων και όχι ένας λενινιστικός πόλεμος κατάληψης της Βαστίλης άπαξ και διαπαντός (εδώ είναι εξίσου εμφανείς οι οφειλές στον ύστερο Πουλαντζά), 25 όπου σκοπός δεν είναι η δημιουργία μίας δήθεν αρμονικής και συναινετικής κοινωνίας πέραν της ηγεμονίας, κάτι το οποίο όπως δείξαμε για τους δύο εισηγητές της discourse theory οντολογικά είναι ανέφικτο.26 Χαρακτηριστικός είναι ο «αφορισμός» του Laclau περί του αδύνατου της κοινωνίας (the impossibility of society), 27 αλλά μάλλον η ενεργοποίηση μίας διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης της δημοκρατίας και η διαμόρφωση ακόμη πιο δημοκρατικών και εξισωτικών θεσμών.

Στο πλαίσιο αυτής της αριστερής αντι-ηγεμονικής πολιτικής στρατηγικής, η Mouffe, ολοένα και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια, πραγματοποιεί ένα άνοιγμα προς την Κριτική Θεωρία και τη Σχολή της Φρανκφούρτης, εκκινώντας κυρίως όμως από την κομβική γκραμσιανή έννοια της common sense, ένα στοιχείο που τη φέρνει κοντά στη Hannah Arendt και στην έννοια της απόφασης, ως της κατεξοχήν πολιτικής πράξης. Εντάσσει έτσι στην προβληματική της και την Τέχνη, προσδίδοντάς της μία πρωτεύουσα πολιτική σημασία, ως μία κατεξοχήν στρατηγική και ερμηνευτικά κρίσιμη προσέγγιση του λεγόμενου μετα-φορντικού καπιταλισμού και της συνεχούς εμπορευματοποίησης των καπιταλιστικών φετίχ, έτσι ώστε και αυτή από την πλευρά της να αποτελέσει ένα πεδίο αντίστασης στη μετα-πολιτική άποψη περί του δήθεν ιστορικού τέλους των εναλλακτικών λύσεων απέναντι στη φαντασιακή και μιντιακή παντοκρατορία της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας (δόγμα Fukuyama).28

Εξειδικεύοντας τα μοντέλα της ριζοσπαστικής αριστερής πολιτικής στις μέρες μας, η Chantal Mouffe επικεντρώνεται σε δύο βασικές εκδοχές. Από τη μία βρίσκεται η στρατηγική της «αποχώρησης από» (withdrawal from), των μετα-εργατιστών Negri, Hardt και Virno, οι οποίοι αναζητούν μία λύση-έξοδο πέραν του κράτους και των παραδοσιακών πολιτικών θεσμών, απορρίπτοντας κατηγορηματικά και αμετάκλητα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, μία θέση που της ασκεί πλέον ανοικτή κριτική˙ από την άλλη, βρίσκεται η δική της προσέγγιση, η στρατηγική του «συμπλέκομαι με» (engagement with), η οποία περιλαμβάνει μία σειρά από αντι-ηγεμονικές κινήσεις θέσεων γκραμσιανής έμπνευσης, που στοχεύουν σε ένα σταδιακό μετασχηματισμό των κατεστημένων δημοκρατικών πρακτικών και θεσμών, με τακτικές παρεμβάσεις και χωρίς την ψευδαίσθηση της μετωπικής «κατάληψης των Ανακτόρων» και της μετάβασης στο σοσιαλισμό εν μία νυκτί. Η μετα-εργατιστική στρατηγική, σύμφωνα με τη Mouffe, είναι αδιέξοδη και ουτοπική γιατί ακριβώς αρνείται να δει με ρεαλιστικό τρόπο την ανεκρίζωτη όψη του ανταγωνισμού στην πολιτική και κυρίως γιατί, όπως θα έλεγε η Arendt, μπορεί να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό και στην απόλυτη τυραννία.29

Στη σύντομη Εισαγωγή του βιβλίου, με αφορμή τις αραβικές εξεγέρσεις (τη λεγόμενη Αραβική Άνοιξη), η Chantal Mouffe προβαίνει σε μία διευκρίνιση, που αποτελεί μία πολύ ουσιαστική εξέλιξη, όπως επισημαίνει, της ίδιας της σκέψης της, σχετικά με την ορολογία και την ουσία της δημοκρατίας σήμερα. Αποφεύγω, γράφει, εφεξής να αναφέρομαι στον όρο νεωτερική δημοκρατία (modern democracy), εφόσον κάτι τέτοιο ακούγεται πολύ εσενσιαλιστικό και αντίκειται στη συγκειμενική φύση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, καταλήγει, οι σοβαροί διανοούμενοι της Αριστεράς πρέπει να εγκαταλείψουν οριστικά τις μεταφυσικές ιδεοληψίες περί της ορθολογικής/ηθικής ανωτερότητας της νεωτερικής δημοκρατίας και να υιοθετήσουν μία πλουραλιστική προσέγγιση, που θα απορρίπτει κριτικά την έωλη καθολικότητα μίας δήθεν οικουμενικής δυτικής νεωτερικότητας. Η ανάγνωση αυτή κατά τη Mouffe θα συμβάλει εποικοδομητικά στη διερεύνηση του ζητήματος της δημοκρατίας στις χώρες της Μέσης Ανατολής, όπου το Ισλάμ παίζει έναν κεντρικό πολιτισμικό ρόλο.30 Εντός αυτής της πλουραλιστικής αγωνιστικής προσέγγισης, η Mouffe διερευνά και την εκδοχή μίας par excellence πολιτικής Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, στα πρότυπα μίας πολλαπλότητας των δήμων (demoi), κάνοντας λόγο για μία demoi-cracy31 και θυμίζοντας στο σημείο αυτό τη σχετική, βιβλικής προέλευσης, θέση των Emmanuel Levinas και Jacques Derrida για μία Ευρώπη των πόλεων-καταφυγίων.32

Ο τίτλος «Agonistics» υποδηλώνει συν τοις άλλοις για τη Chantal Mouffe και μία αγωνιστική διάθεση για περαιτέρω συζήτηση εντός των επιμέρους συνιστωσών της ριζοσπαστικής Αριστεράς σήμερα, γεγονός που σηματοδοτεί την αφετηρία μίας υπέρβασης των κατεστημένων ιδεών και μέσα στο ίδιο το αριστερό στρατόπεδο. Αυτό μπορεί πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια, όταν σχηματίστηκε η μετα-μαρξιστική θεώρηση της πολιτικής στο Hegemony and Socialist Strategy, να φάνταζε εξόχως προκλητικό, ωστόσο στη δεύτερη ήδη δεκαετία του 21ου αιώνα φαίνεται ότι αποτελεί το sine qua non για την αμφισβήτηση της Νέας Τάξης Πραγμάτων και κυρίως για την εμπέδωση ενός κλίματος πολυφωνίας μέσα σε ένα χώρο πολιτικά και κοινωνικά κατακερματισμένο, που αναζητά από την Αριστερά μία διέξοδο από τα καταστροφικά αδιέξοδα της Δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας.33

Ο ενδεδειγμένος τρόπος να διερευνήσουμε τη συνάφεια της νέας συγκυρίας με τις ριζοσπαστικές αριστερές πολιτικές στρατηγικές είναι για τη Mouffe, η εξέταση των κινημάτων διαμαρτυρίας (protest movements) σε παγκόσμια κλίμακα, ιδίως από το 2011 και μετά. Από το γνωστό κίνημα των Indignados στην Ισπανία έως τις αραβικές εξεγέρσεις και από τις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις στην Αθήνα έως τις διάφορες μορφές του κινήματος Occupy στις ΗΠΑ και αλλού, η Mouffe διακρίνει μία σειρά από ομοιότητες, που όμως αφενός δεν θα πρέπει να ομογενοποιούν πολλές φορές ετερογενή κοινωνικά και πολιτικά κινήματα, αφετέρου να μην φτάνουν σε εξωπραγματικές υπερβολές. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι τα κινήματα ενδύθηκαν σε κάποιες περιπτώσεις μία καθαρά «χωρική» διάσταση (βλ. Midan Al-Tahrir στο Κάιρο, Puerta del Sol στη Μαδρίτη, Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα) δεν σημαίνει ότι όλα εξ ορισμού έχουν και μία κοινή αφετηρία. Στη Μέση Ανατολή, οι κινήσεις διαμαρτυρίας αμφισβητούν δικτατορικά καθεστώτα, ενώ στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ είναι κυρίως απόρροια της υπαγωγής της δημοκρατίας υπό χρηματιστική κηδεμονία. Η συγκειμενικότητα των περιπτώσεων δεν μας επιτρέπει έτσι να υπαγάγουμε τα πάντα κάτω από ένα νέο τύπο πολιτικής (molecular politics), ο οποίος θα αντικαταστήσει τις «αρχαϊκές» αντιπροσωπευτικές μορφές δημοκρατικής έκφρασης. Το όλο σχήμα είναι καταφανώς προβληματικό.34

Πιο συγκεκριμένα, η Mouffe, αφήνοντας κατά μέρος τις αραβικές εξεγέρσεις, τις οποίες θεωρεί εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις μελέτης (case studies), εστιάζει την προσοχή της στα κινήματα διαμαρτυρίας που εκδηλώνονται στις φιλελεύθερες δημοκρατικές κοινωνίες. Έχουμε εδώ, αναρωτιέται, την εμφάνιση ενός νέου είδους ακτιβισμού (activism), που αναζωογονείται από το καθολικό αίτημα για τα κοινά (the common)35 και συνεπώς ένα είδος κινήματος που ξεπερνά τις αρχικές αντιδράσεις για τα νεοφιλελεύθερα μέτρα λιτότητας, αναδεικνύοντας μία δομική πολιτική ανεπάρκεια της δημοκρατίας (political malaise); Το ζητούμενο για τη Mouffe είναι να ανιχνεύσει τελικά με ποιο τρόπο οι διανοούμενοι της σύγχρονης Αριστεράς διαβάζουν και ιδίως ερμηνεύουν αυτά τα αυξανόμενα φαινόμενα κοινωνικής διαμαρτυρίας και έτσι να θέσει τις δύο βασικές ριζοσπαστικές αριστερές πολιτικές στρατηγικές εξόδου από τη νέα δομική καπιταλιστική κρίση (αγωνιστική, μετα-εργατιστική) σε μία διαδικασία επιστημονικής, θεωρητικής και εμπειρικής αξιολόγησης.

Το ζήτημα της αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας εκ μέρους των νέων κινημάτων διαμαρτυρίας θέτει για τη Mouffe εφεξής το μείζον διακύβευμα για μία νέα αριστερή ριζοσπαστική πολιτική στον 21ο αιώνα. Με άλλα λόγια, το ζήτημα του νέου ακτιβισμού εγείρει το κομβικό ζητούμενο επιλογής και εφαρμογής μίας νέας πολιτικής στρατηγικής εξόδου από την καπιταλιστική κρίση και κυρίως τη σχέση της με τους υπάρχοντες δημοκρατικούς θεσμούς. Οι δύο αριστερές στρατηγικές που πραγματεύεται διεξοδικά, η αγωνιστική (η στρατηγική του «συμπλέκομαι με») και η μετα-εργατιστική (η στρατηγική της «αποχώρησης από») μπορεί αρχικά να φαντάζουν παρεμφερείς ωστόσο θεμελιώνονται πάνω σε μία εντελώς διαφορετική οντολογία.36

Η μετα-εργατιστική στρατηγική, σύμφωνα με τη Mouffe, που επικεντρώνεται γύρω από τις έννοιες Empire (Αυτοκρατορία) και Multitude (Πλήθος) των Antonio Negri και Michael Hardt, 37 είναι μία ριζοσπαστική μετα-νεωτερική ή αλλιώς αντι-νεωτερική προσέγγιση του πολιτικού και της πολιτικής, η οποία καταλήγει στην υιοθέτηση μορφών μη αντιπροσωπευτικής και πέραν του γνωστού παραδοσιακού Κοινοβουλίου «δημοκρατίας» (σύνδεσμοι, συνελεύσεις, σοβιέτ), με μεγάλη έμφαση στις ενεργές μειονότητες, την αυτονομία και εν τέλει την αυτο-οργάνωση πέραν του κράτους. Η Mouffe χαρακτηρίζει αυτό το μοντέλο εξόδου από την καπιταλιστική νεοφιλελεύθερη κρίση ως αυθόρμητο κομμουνισμό (spontaneous communism) και υπογραμμίζει ότι προϋποθέτει και προκρίνει μία μορφή ταξικής πάλης, που αφενός υιοθετεί τη ριζοσπαστική πολιτική ανυπακοή (radical disobedience) και την καθολική απόρριψη του κράτους, ευαγγελιζόμενη έτσι το ξεπέρασμα της κρίσης με την τακτική μίας εξόδου-λιποταξίας (exodus-desertion) από την καταπιεστική και εκμεταλλευτική μετα-φορντιστική πραγματικότητα, αφετέρου οδηγεί στην απόλυτη και άνευ ορίων απαξίωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, των θεσμών και των πρακτικών της.38

Στον αντίποδα, η Mouffe επιχειρεί να υπερκεράσει τις αναγωγιστικές και εσενσιαλιστικές παραδοχές της μετα-εργατιστικής προσέγγισης, με την πρόταση μίας ηγεμονικής στρατηγικής, όπου το πολιτικό και η πολιτική συναρθρώνονται ως έννοιες και οντολογίες γύρω από μία νέα κάθε φορά ηγεμονική τάξη, η οποία είναι προϊόν μίας νέας κάθε φορά πολιτικής συγκυρίας, δηλαδή με όρους discourse theory, μίας αλυσίδας ισοδυναμιών (chains of equivalences) μεταξύ των ποικίλων δημοκρατικών αιτημάτων. Αυτό σημαίνει ότι η αποτελεσματική αμφισβήτηση της νεο-φιλελεύθερης ηγεμονίας προϋποθέτει να «σκεφτούμε πολιτικά» (thinking politically), όπως γράφει στον υπότιτλο του βιβλίου˙ αλλιώς, να συναρθρώσουμε τα δημοκρατικά αιτήματα πολιτικά, αγωνιστικά, όχι ως μία ρουσωική γενική θέληση, αλλά ως ένα σμιτιανό «Εμείς» (We) απέναντι σε ένα «Αυτοί» (They). Αυτό δείχνει ότι η αλλαγή των δομών εξουσίας δεν θα γίνει μετωπικά και ομογενοποιητικά, ισοπεδωτικά, αλλά όπως θα έλεγε και ο David Harvey συν-εξελικτικά και συν-επαναστατικά (co-evolution and co-revolution theory), 39 μέσα από ένα συνεχή γκραμσιανό πόλεμο θέσεων, που θα λάβει χώρα σε ένα πολυμορφικό πεδίο τόπων˙ με άλλα λόγια, ως μία συνέργεια (synergy) ανάμεσα σε μία πληθώρα δρώντων: κοινωνικών κινημάτων, πολιτικών κομμάτων και συνδικαλιστικών οργανώσεων στην καρδιά των ίδιων των δημοκρατικών θεσμών και πρακτικών.40

Εν κατακλείδι μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής: η Mouffe επιχειρεί άλλη μία φορά, διευρύνοντας το εμπειρικό και θεωρητικό της πλαίσιο, να ακτινογραφήσει τη σημερινή νεοφιλελεύθερη συγκυρία και να προτείνει στη ριζοσπαστική Αριστερά μία στρατηγική διαφυγής από την κρίση, η οποία δεν θα αντιμετωπίζει το κράτος ως κάτι το συμπαγές και μονολιθικό˙ ως κάτι που δεν μπορεί να μετασχηματιστεί και που επομένως πρέπει να απορριφθεί εντελώς˙ αλλά, αξιοποιώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πρακτικές τους, ως ένα μέσο που θα ενεργοποιήσει εκ νέου αυτό που στο Hegemony and Socialist Strategy οριοθέτησε μαζί με τον Laclau ως δημοκρατική επανάσταση (democratic revolution)41 ˙ να προτάξει, δηλαδή, μία στρατηγική εξόδου (strategy of exodus) ρεαλιστική, που θα αναγνωρίζει με τρόπο πραγματιστικό (χωρίς να εννοεί κυνικό, άρα στον ορίζοντα μίας νέας πολιτικής ηθικής) την ανεκρίζωτη διάσταση του πολιτικού και κυρίως τον πλουραλισμό των ταυτοτήτων και θα δίνει τη δυνατότητα συνάρθρωσης μίας επιτυχούς αριστερής αντι-ηγεμονίας, η οποία δεν θα εγκλωβιστεί και πάλι στον αδιέξοδο και όπως αποδείχτηκε ουτοπικά επικίνδυνο αντι-πολιτικό μύθο του κομμουνισμού, έστω και στην πιο αγνή και αυθορμησιακή εκδοχή του.42


Βιβλιογραφία


Arendt Hannah, The Human Condition, Chicago: University of Chicago Press, 1998.

Butler Judith, Laclau Ernesto and Žižek Slavoj, Contingency, Hegemony, Universality. Contemporary Dialogues on the Left, London and New York: Verso, 2000.

De Angelis Massimo, Κοινά, Περιφράξεις και Κρίσεις, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις των Φίλων, 2013.

Derrida Jacques, Cosmopolitanism and Forgiveness, London and New York: Routledge, 2001.

Fukuyama Francis, The End of History and the Last Man, New York: Avon Books, Inc., 1992.

Hardt Michael, Negri Antonio, Empire, Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 2001.

Harvey David, The Enigma of Capital and the Crises of Capitalism, London: Profile Books, 2011.

Laclau Ernesto, New Reflections on the Revolution of our Time, London and New York: Verso, 1990.

Laclau Ernesto (ed.), The Making of Political Identities, London and New York: Verso, 1994.

Laclau Ernesto, Emancipation(s), London and New York: Verso, 1996.

Laclau Ernesto and Mouffe Chantal, Hegemony and Socialist Strategy. Towards a Radical Democratic Politics, London and New York: Verso (Second Edition), 2001.

Laclau Ernesto, Politics and Ideology in Marxist Theory. Capitalism – Fascism – Populism, London and New York: Verso, 2011.

Levinas Emmanuel, Beyond the Verse. Talmudic Readings and Lectures, London: The Athlone Press, 1994.

Makris Spiros, Hegemonism, American Foreign Policy and International Society. Alternative Perspectives, Bruxelles: Bruylant, 2010.

Mouffe Chantal (ed.), Gramsci and Marxist Theory, London, Boston and Henley: Routledge & Kegan Paul, 1979.

Mouffe Chantal (ed.), The Challenge of Carl Schmitt, London and New York: Verso, 1999.

Mouffe Chantal, The Return of the Political, London and New York: Verso, 2005.

Mouffe Chantal, On the Political, London and New York: Routledge, 2005.

Mouffe Chantal, Critique as Counter-Hegemonic Intervention, http://eipcp.net/ transversal/ 0808/mouffe/en/print (04 2008).

Mouffe Chantal, The Democratic Paradox, London and New York: Verso, 2009.

Mouffe Chantal, Agonistics. Thinking the World Politically, London and New York: Verso, 2013.

Plot Martín (ed.), Claude Lefort. Thinker of the Political, New York: Palgrave Macmillan, 2013.

Poulantzas Nicos, State, Power, Socialism, London and New York: Verso, 2000 (New Edition).

Σεβαστάκης Νικόλας, «Η αξερίζωτη διάσταση του ανταγωνισμού. Κι έπειτα;», Ένεκεν, τ. 19, 2011, σσ. 81-89.

Standing Guy, The Precariat. The New Dangerous Class, London and New York: Bloomsbury, 2011.

Torfing Jacob, New Theories of Discourse. Laclau, Mouffe and Žižek, Oxford: Blackwell Publishers Ltd, 1999.

Wolin Richard, The Seduction of Unreason. The Intellectual Romance with Fascism from Nietzsche to Postmodernism, Princeton and Oxford: Princeton University Press, 2004.


1 Hannah Arendt, The Human Condition, Chicago: University of Chicago Press, 1998.

2 Guy Standing, The Precariat. The New Dangerous Class, London and New York: Bloomsbury, 2011.

3 Ernesto Laclau (ed.), The Making of Political Identities, London and New York: Verso, 1994.

4 Chantal Mouffe, Agonistics. Thinking the World Politically, London andNew York: Verso, 2013, σ. xi.

5 Ernesto Laclauand Chantal Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy. Towards a Radical Democratic Politics, London and New York: Verso (Second Edition), 2001.

6 Chantal Mouffe, Agonistics , ό.π., σ. xi.

7 Chantal Mouffe, The Return of the Political, London and New York: Verso, 2005, σ. 1 κ.έ.

8 Ernesto Laclau, Emancipation(s), London and New York: Verso, 1996, σ. 20 κ.έ. και Judith Butler, Ernesto Laclau and Slavoj Žižek, Contingency, Hegemony, Universality. Contemporary Dialogues on the Left, London and New York: Verso, 2000, σ. 44 κ.έ.

9 Chantal Mouffe, On the Political, London and New York: Routledge, 2005, σ. 8 κ.έ.

10 Chantal Mouffe, Agonistics , ό.π., σ. xii.

11 Chantal Mouffe, The Democratic Paradox, London and New York: Verso, 2009.

12 Η πιο ενδεικτική περίπτωση σύνδεσης του γαλλικού αποδομισμού και της σύγχρονης Αριστεράς με τους μείζονες Γερμανούς διανοητές του Μεσοπολέμου, που γοητεύτηκαν από το ναζιστικό καθεστώς, και μιλάμε προφανώς για το Martin Heidegger και τον Karl Schmitt, είναι το βιβλίο του Αμερικανού ιστορικού Richard Wolin, The Seduction of Unreason . The Intellectual Romance with Fascism from Nietzsche to Postmodernism, Princeton and Oxford: Princeton University Press, 2004.

13 Chantal Mouffe(ed.), The Challenge of Carl Schmitt, London and New York: Verso, 1999, σ. 38 κ.έ.

14 Chantal Mouffe, The Democratic Paradox, ό.π., σ. 80 κ.έ.

15 Chantal Mouffe, Agonistics , ό.π., σ. xii.

16 Jeremy Valentine, “Lefort and the Fate of Radical Democracy” στο Martín Plot (ed.), Claude Lefort. Thinker of the Political, New York: Palgrave Macmillan, 2013, σ. 203 κ.έ.

17 Chantal Mouffe, Critique as Counter-Hegemonic Intervention, http://eipcp.net/ transversal/ 0808/

mouffe/en/print (04 2008), σ. 1.

18 Chantal Mouffe, Agonistics , ό.π., σ. xii.

19 Νικόλας Σεβαστάκης, «Η αξερίζωτη διάσταση του ανταγωνισμού. Κι έπειτα;», Ένεκεν, τ. 19, 2011, σσ. 81-89.

20 Chantal Mouffe, On the Political, ό.π.

21 Chantal Mouffe, Agonistics , ό.π., σ. xiii.

22 Spiros Makris, Hegemonism, American Foreign Policy and International Society. Alternative Perspectives, Bruxelles: Bruylant, 2010.

23 Chantal Mouffe, Agonistics , ό.π., σ. xiii.

24 Chantal Mouffe (ed.), Gramsci and Marxist Theory, London, Boston and Henley: Routledge & Kegan Paul, 1979, σ. 1 κ.έ. καισ. 168 κ.έ., Ernesto Laclau, Politics and Ideology in Marxist Theory. Capitalism - Fascism - Populism, London and New York: Verso, 2011, σ. 68 καιErnesto Laclauand Chantal Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy , ό.π., σ. 65 κ.έ.

25 Nicos Poulantzas, State, Power, Socialism, London and New York: Verso, 2000καιErnesto Laclauand Chantal Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy , ό.π., σ. 140.

26 Jacob Torfing, New Theories of Discourse. Laclau, Mouffe and Žižek, Oxford: Blackwell Publishers Ltd, 1999.

27 Ernesto Laclau, New Reflections on the Revolution of our Time, London and New York: Verso, 1990, σ. 89 κ.έ.

28 Francis Fukuyama, The End of History and the Last Man, New York: Avon Books, Inc., 1992.

 Chantal Mouffe, Agonistics …, ό.π., σ. xiv και xvi.

29 Στο ίδιο, σ. xvi.

30 Στο ίδιο, σ. xvi.

31 Στο ίδιο, σ. xvi.

32 Emmanuel Levinas, Beyond the Verse. Talmudic Readings and Lectures, London: The Athlone Press, 1994, σ. 34 κ.έ. και Jacques Derrida, Cosmopolitanism and Forgiveness, London and New York: Routledge, 2001.

33 Chantal Mouffe, Agonistics …, ό.π., σ. xvii.

34 Στο ίδιο, σ. 107 κ.έ.

35 Massimo De Angelis, Κοινά, Περιφράξεις και Κρίσεις, Θεσσαλονίκη:Εκδόσεις των Φίλων, 2013.

36 Chantal Mouffe, Agonistics …, ό.π., σ. 65.

37 Michael Hardt, Antonio Negri, Empire, Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 2001.

38 Chantal Mouffe, Agonistics …, ό.π., σ. 68 κ.έ.

39 David Harvey, The Enigma of Capital and the Crises of Capitalism, London: Profile Books, 2011.

40 Chantal Mouffe, Agonistics …, ό.π., σ. 75.

41 Ernesto Laclauand Chantal Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy , ό.π., σ. 159 κ.έ.

42 Chantal Mouffe, Agonistics …, ό.π., σ. 78 κ.έ.

 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή