Πέρα από την όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης Εκτύπωση
Τεύχος 12, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1985


Πέρα από την όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης
των Χρήστου Θεοχαρά και Γιάννη Μηλιού

Η στρατηγική της «Αλλαγής» και η κρίση της παραδοσιακής Αριστεράς.

Η προεκλογική αντιπαράθεση ανάμεσα στην παραδοσιακή Αριστερά και ΠΑΣΟΚ και ακόμα η κατά 9,5% μείωση της εκλογικής δύναμης του ΚΚΕ σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του 1981, έφεραν στην επιφάνεια με περισσότερο έντονο τρόπο παρά ποτέ την κρίση στρατηγικής ην οποία έχει βυθιστεί η παραδοσιακή Αριστερά. Δεν αναφερόμαστε φυσικά μόνο στην πλήρη αδυναμία της παραδοσιακής Αριστεράς να εκτιμήσει με βάση τη θεωρία του ιστορικού υλισμού, λαδή αυτοκριτικά, τη μέχρι τώρα πορεία της και τη συρρίκνωση της πολιτικής επιρροής της: Δεν αναφερόμαστε δηλαδή στην εθελοτυφλία των εκλογικών εκτιμήσεων της Κ.Ε. του ΚΚΕ ότι «οι θέσεις του κόμματος μπήκαν μια μεγάλη ανταπόκριση στις ευρύτερες ριζοσπαστικές δυνάμεις ΐς κοινωνίας. Πλατιά απήχηση είχε το ενωτικό ψηφοδέλτιο του κόμματος» (Ριζοσπάστης, 9 6 85).

Αναφερόμαστε πρώτα απ' όλα στην ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία) υ ΠΑΣΟΚ πάνω στην παραδοσιακή Αριστερά. Στην ενσωμάτωση της παραδοσιακής Αριστεράς στη στρατηγική της «Αλλαγής», στην ικανότητα του ΠΑΣΟΚ να παραμένει ο αδιαφιλονίκητος «ηγεμόνας». των δυνάμεων της «Αλλαγής».

Πρόκειται για μια πραγματικότητα που και η ίδια η παραδοσιακή Αριστερά αντιλαμβάνεται, όταν θέτει σαν άμεσο πολιτικό στόχο της (κατά ην προεκλογική περίοδο) το να εξαναγκαστεί το ΠΑΣΟΚ να σχηματίσει κυβέρνηση όλων των δημοκρατικών δυνάμεων»· όταν η κύρια αιχμή της προς την κυβέρνηση είναι ότι αθετεί τις υποσχέσεις της, ότι υπαναχωρεί από τις διακηρύξεις της, δηλαδή από τη στρατηγική της «Αλλαγής».

Πρόκειται για μια πραγματικότητα που ερμηνεύει γιατί τα «εκβιαστικά διλήμματα» λειτούργησαν ακριβώς εκεί που η παραδοσιακή Αριστερά μπορούσε να αυξήσει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της: Η εκλογική δύναμη του ΚΚΕ μειώθηκε κατά 22,08% στην Α' Πειραιά, κατά 21,43% στην Α' θες νίκης, κατά 20,27% στη Λέσβο κατά 19,74% στη Β' Πειραιά, κατά 17,25% στην Καβάλα, κατά 16,23% στην Α' Αθήνας, κατά 13,97% στη Β' Αθήνας, κατά 12,43% στη Β' Θεσσαλονίκης. (Τα στοιχεία αναφέρονται στον Ριζοσπάστη 9 6 85).

Γιατί πραγματικά, όσο και αν οξύνεται ο τόνος της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην παραδοσιακή Αριστερά και την κυβέρνηση, είναι περισσότερο από προφανές ότι η πολιτική στρατηγική τόσο του ΚΚΕ όσο και του ΠΑΣΟΚ επικαλείται δύο κοινές κατευθύνσεις:

Η πρώτη αναφέρεται στον «περιορισμό και την κατάργηση της ασυδοσίας των μονοπωλίων» και στην προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης παράλληλα με τη διεύρυνση της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα προβάλλεται η άσκηση μιας πολύπλευρης εξωτερικής πολιτικής που θα κατοχυρώνει την εθνική ανεξαρτησία κλπ.

«Η Εθνική Ανεξαρτησία είναι αναπόσπαστα δεμένη με τη Λαϊκή Κυριαρχία, με τη Δημοκρατία σε κάθε φάση της ζωής του τόπου και ταυτόχρονα συνυφασμένη με την απαλλαγή της οικονομίας και της κοινωνίας από τον έλεγχο του ξένου και του "ντόπιου" μονοπωλιακού κεφαλαίου» (Διακήρυξη Κυβερνητικής Πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, 1981, σελ. 15).

«Στο πρώτο στάδιο της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας το ΚΚΕ θα επιδιώξει την εφαρμογή ενός προγράμματος: "Για την εθνική ανεξαρτησία και τη λαϊκή κυριαρχία, για την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δημοκρατία του λαού"» (θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 10ο Συνέδριο, σελ. 64).

Η δεύτερη κατεύθυνση (άμεση συνέπεια της κοινής θέσης για την περιορισμένη εξαρτημένη ανάπτυξη της χώρας) αναφέρεται στην «αυτοδύναμη ανάπτυξη της οικονομίας και του τόπου». Στην κατεύθυνση αυτή συμπαρατάσσονται τα συγκροτήματα του «δημοκρατικού Τύπου», η πλειοψηφία των οικονομικών συντακτών, των οικονομολόγων, το TEE κλπ. Σε κάθε περίπτωση τονίζεται βέβαια ότι η τέτοια πορεία της «εθνικής οικονομίας», που θα τροποποιήσει ριζικά τη θέση της χώρας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, θα υποστηριχτεί και θα εξασφαλιστεί από τις αναγκαίες αλλαγές που θα μετασχηματίσουν τις κοινωνικές σχέσεις. Στροφή στην αυτοδύναμη ανάπτυξη και δημοκρατικές αλλαγές δεν μπορεί παρά να προωθούνται παράλληλα. «Αυτοδύναμη ανάπτυξη (...) σημαίνει απαλλαγή της καθοδήγησης της οικονομίας από ξένα κέντρα και κεφάλαια, απαλλαγή από την εκμετάλλευση (...) Με την αυτοδύναμη ανάπτυξη προωθούνται δυναμικοί κλάδοι της οικονομίας μας. Οι διάφοροι τομείς και κλάδοι συνδυάζονται αλλά κατά τέτοιο τρόπο που να πολλαπλασιάζονται τα αποτελέσματα των επενδύσεων» (ΠΑΣΟΚ, Διακήρυξη... σελ.

21) «Για την πραγματική αναζωογόνηση της οικονομίας, επιβάλλεται η εφαρμογή μιας πολιτικής επενδύσεων υποταγμένης στα συμφέροντα της ανεξάρτητης οικονομικής ανάπτυξης...» (θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το10ο συνέδριο σελ. 56).*

«Βασικός μοχλός για την πραγματοποίηση της αυτοδύναμης και ισόρροπης αναπτυξιακής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ θα είναι ο Δημοκρατικός Προγραμματισμός» (ΠΑΣΟΚ, Διακήρυξη... σελ. 21).

«Η αύξηση της ισχύς του κρατικού φορέα και ο δημοκρατικός προσανατολισμός των δραστηριοτήτων του (...) με τον εκδημοκρατισμό της διεύθυνσης των δημοσίων επιχειρήσεων, (...) μπορεί να εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό (...) την επιτάχυνση της προγραμματισμένης οικονομικής ανάπτυξης (...) Την πάλη για ένα τέτοιο δημοκρατικό προγραμματισμό το ΚΚΕ την θεωρεί υποχρέωση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων». (Γ. Φαράκος, «Προβλήματα οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας»).

2. Η κριτική του ΚΚΕ: Ασυνέπεια και "σοσιαλρεφορμισμός".

Στην προσπάθεια του το ΚΚΕ να αυξήσει την πολιτική επιρροή του και να αμβλύνει την πολιτικο-ιδεολογική ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ στο «μπλοκ της Αλλαγής» χρησιμοποίησε κατά κύριο λόγο το επιχείρημα της συνέπειας: Το ΠΑΣΟΚ υπαναχωρεί, το ΚΚΕ εμμένει στους στόχους της «Αλλαγής». Η πειστικότητα όμως του επιχειρήματος της συνέπειας, ή μάλλον του ισχυρισμού, ότι το ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε την «Αλλαγή», υπονομεύθηκε καίρια στις 9 Μαρτίου, με την απόφαση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ να απομακρύνει τον Καραμανλή από την προεδρία της Δημοκρατίας και να προχωρήσει στην αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος. Όπως σημειώναμε στο προηγούμενο τεύχος των θέσεων, 2 μήνες περίπου πριν τις εκλογές, «η κυβερνητική πρωτοβουλία ανέκοψε μια πορεία μετασχηματισμού του πολιτικού σκηνικού και των πολιτικών συσχετισμών, αναδιαμόρφωσε και σταθεροποίησε τα μέτωπα στην πολιτική σκηνή, τροποποίησε τις ιεραρχίες ανάμεσα στους πόλους άσκησης της «τρέχουσας πολιτικής», επαναπροσδιόρισε τις όποιες σχέσεις εκπροσώπησης και «αυτοαναγνώρισης» της λαϊκής δυναμικής στην «υπαρκτή Αλλαγή». Με την έννοια αυτή επρόκειτο για μια πολιτική πρωτοβουλία που αν και προφανέστατα αφορά τις επερχόμενες εκλογές, εντούτοις λειτουργεί πολύ ευρύτερα και από αυτές: Επιτρέπει στο ΠΑΣΟΚ να παραμείνει ο «ηγεμόνας της Αλλαγής», σταθεροποιεί την «Αλλαγή» ως μια μορφή διαχείρισης της καπιταλιστικής εξουσίας διαφορετική από τη διαχείριση που επαγγέλλεται σήμερα ή που ασκούσε στο παρελθόν ή Δεξιά... Το ΠΑΣΟΚ διευρύνει την προς τ' αριστερά επιρροή του. Παράλληλα, όσο κι αν οι προβλέψεις είναι παρακινδυνευμένες, η πολιτική εκμηδένιση του Καραμανλή και η τελική «σταθεροποίηση» του Χρ. Σαρτζετάκη στην προεδρία ελαχιστοποιούν μάλλον τις απ' τα δεξιά απώλειες της εκλογικής του βάσης» (θέσεις 11, σελ. 2 και 15).

Παράλληλα με το επιχείρημα της «συνέπειας», που και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια κατεύθυνση της πολιτικής του ΚΚΕ, προβάλλεται κι ένα κατά βάση ιδεολογικό θεωρητικό επιχείρημα: Η ιδεολογική μαρξιστική «καθαρότητα» και η «επαναστατική» συνέπεια του ΚΚΕ αντιδιαστέλλεται με το «σοσιαλρεφορμισμό» του ΠΑΣΟΚ.

Σ' αυτή την τελευταία επιχειρηματολογία της παραδοσιακής Αριστεράς χρειάζεται να επιμείνουμε γιατί φαίνεται ότι στη μετεκλογική συγκυρία θα προωθείται όλο και περισσότερο. Ήδη στην απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ τη σχετική με τις εκλογές, (Ριζοσπάστης 9 6 85) προβάλλεται η «ανάγκη της πάλης κατά του δικομματισμού και του ρεφορμισμού».

'Αλλωστε εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πάγια προβληματική του ΚΚΕ που ήδη από τη μεταπολίτευση αναπτύσσεται σε διάφορα άρθρα στην ΚΟΜΕΠ, στο Ριζοσπάστη κλπ.

Την πιο ολοκληρωμένη διατύπωση της κριτικής του ΚΚΕ προς το «σοσιαλρεφορμιστικό» ΠΑΣΟΚ βρίσκουμε στο βιβλίο του Ν. Κοτζιά «Ο "τρίτος δρόμος" του ΠΑΣΟΚ κριτική με βάση τη μαρξιστική λενινιστική ανάλυση της ελληνικής πραγματικότητας». Ήδη από την πρώτη παράγραφο της Εισαγωγής ο συγγραφέας μας πληροφορεί πως «σκοπός του βιβλίου είναι, καταρχήν, να βοηθήσει κάθε προοδευτικό άνθρωπο, να γνωρίσει καλύτερα τις θέσεις και τις βασικές διαφορές στα ζητήματα θεωρίας, ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και το μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα (...) Παραπέρα, δεύτερον, η κριτική πιστεύουμε πως μπορεί να βοηθήσει τα μέλη και τους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ που θέλουν το σοσιαλισμό και παλεύουν γι' αυτόν (...) να κατανοήσουν τα κατά τη γνώμη μας λάθη των απόψεων τους τις πρακτικές συνέπειες των λαθών αυτών για το κίνημα και, σε τελευταία ανάλυση να τα διορθώσουν (...) Εξίσου σημαντικό με τα πιο πάνω είναι ότι με το βιβλίο αυτό, δίνουμε απάντηση στη θέση του ΠΑΣΟΚ ότι το ΚΚΕ δήθεν "δεν έχει στρατηγική" ή ότι "η στρατηγική του περνά κρίση", εξαιτίας, τάχατες των "πρωτότυπων στρατηγικών συλλήψεων" του ΠΑΣΟΚ πάνω στην νεοελληνική πραγματικότητα».

Πρόθεση μας δεν είναι εδώ να παρακολουθήσουμε την επιχειρηματολογία του Ν. Κοτζιά κι αυτό κυρίως για το λόγο ότι για να στηρίξει το εγχείρημα του καταφεύγει σε δύο τύπους παραποιήσεων:

α) Χρησιμοποιεί επιλεκτικά και ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής εκείνες ή τις άλλες διατυπώσεις της λενινιστικής παράδοσης, ακόμα κι όταν αυτές έρχονται σε αντίθεση, όχι μόνο με την πολιτική πρακτική της παραδοσιακής Αριστεράς αλλά και με τις ρητές διακηρύξεις των σημερινών θεωρητικών του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (ΚΜΚ):

«Αυτό που αρκεί να σημειώσουμε εδώ είναι ότι τα δυο στάδια του ενιαίου προτσές, που προβλέπει το κόμμα μας, αφορούν τις επαναστατικές εξελίξεις, μετά τη λύση του ζητήματος της εξουσίας και το τσάκισμα του

αστικού κράτους την ίδια την οικοδόμηση του σοσιαλισμού» (οι υπογραμμίσεις του Ν.Κ., σελ. 42). Έτσι λοιπόν η ξεχασμένη και χωρίς καμιά λειτουργικότητα στα πλαίσια της θεωρίας του ΚΜΚ θέση που αναφέρεται στο «τσάκισμα του αστικού κράτους» επιστρατεύεται από τον Ν.Κ. για να επιχειρηματολογηθεί ότι «η διαφορά με το ΚΚΕ σε τελευταία ανάλυση, βρίσκεται στο ότι αυτό που το ΠΑΣΟΚ προσδιορίζει ως το πρώτο στάδιο της «σοσιαλιστικής» στρατηγικής του, υποτίθεται ότι πραγματοποιείται στα πλαίσια του καπιταλισμού, της κυριαρχίας του αστικού κράτους και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας». Ο Ν.Κ. δεν έχει παρά να ανατρέξει στα ντοκουμέντα του 9ου και του 10ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για να πληροφορηθεί σε πια «πλαίσια» υποτίθεται ότι πραγματοποιείται το καθεστώς της Νέας ή της Αντιμονοπωλιακής Δημοκρατίας.1

• β) Κατασκευάζει τα επιχειρήματα του αντιπάλου του έτσι ώστε να μπορεί εκ των υστέρων άνετα να τα καταρρίψει. Στο σημείο αυτό το έργο του δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αφού είναι γνωστός - και ο χαμηλός βαθμός θεωρητικής συγκρότησης του ΠΑΣΟΚ και η αντιφατικότητα που διακρίνει τις αναλύσεις και τις θεωρητικές του εκτιμήσεις. Έτσι λοιπόν με την επιλεκτική χρήση χωρίων από συνεντεύξεις, αποφάσεις, διακηρύξεις, άρθρα κλπ αποδεικνύει ,ότι σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ «στην Ελλάδα κυριαρχούν οι προκαπιταλιστικές σχέσεις» (σελ. 217) ή ότι «το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται την πάλη για ανεξαρτησία με ένα τρόπο που ισχύει για χώρες που ακόμα είναι αποικίες ή γενικά κατέχονται από ξένες δυνάμεις που δεν έχουν δηλ. ούτε τυπική ανεξαρτησία» (σελ. 250).

Δεν θα επιμείνουμε άλλο στη μέθοδο του Ν.Κ. Αντίθετα θα σταθούμε στο ίδιο το πρόβλημα που προσπαθεί να συγκαλύψει το όλο εγχείρημα του. Στην ενότητα των θεωρητικών προσεγγίσεων της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από την παραδοσιακή Αριστερά στο σύνολο της και τη σύγκλιση των στρατηγικών για το σοσιαλισμό που υποστηρίζονται από τις πιο πάνω προσεγγίσεις. Προηγούμένα όμως είναι απαραίτητο να δούμε την ιδιαιτερότητα της κάθε μιας, την κάθε θεωρητική προσέγγιση απέναντι στις ίδιες της τις αντιφάσεις.

Τόσο η κριτική του Κοτζιά όσο και οι κριτικές που απευθύνουν κάποιοι άλλοι θεωρητικοί του ΚΚΕ αναφέρονται κυρίως σε τρία ζητήματα: α) Στο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, β) Στη στρατηγική για το σοσιαλισμό, γ) Σε ορισμένα ζητήματα αρχών που σχετίζονται με τη μαρξιστική θεωρία.

3. Σχετικά με το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού

3.1. Καπιταλιστική περιφέρεια και «ανάπτυξη της υπανάπτυξης»

Σύμφωνα με τον πυρήνα της προβληματικής του ΠΑΣΟΚ, η ιμπεριαλιστική εξάρτηση τοποθετεί την Ελλάδα στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ουσιαστικά αναπαράγει την ανισομέρεια και την εξάρτηση της («ανάπτυξη της υπανάπτυξης»).

Η ανάλυση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού από το ΠΑΣΟΚ, από τη μια λοιπόν τονίζει αλλά και προϋποθέτει την πόλωση ανάμεσα στο μητροπολιτικό κέντρο του ιμπεριαλισμού και την περιφέρεια, ενώ από την άλλη δανείζεται μια σειρά από όρους που προέρχονται άμεσα από τον εννοιολογικό χώρο των «νέων» μαρξιστικών θεωριών2.

Ενώ όμως το ΠΑΣΟΚ αναφέρεται στον ελληνικό καπιταλισμό με βάση το σχήμα «μητρόπολη περιφέρεια» και χρησιμοποιεί ορισμένες από τις έννοιες που συνδέονται με αυτό, εντούτοις ποτέ δεν θεμελιώνει τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα ανήκει στην περιφέρεια, με βάση κάποια συγκεκριμένη θεωρία για την πόλωση ανάμεσα στη μητρόπολη και την περιφέρεια (Βλ. θέσεις 4 σελ. 2327). θεωρεί δηλ. ότι η θέση του αυτή συνάγεται άμεσα από την παραδοσιακή αριστερή ανάλυση και τα παραδοσιακά επιχειρήματα για την «εξάρτηση» και την «περιορισμένη και στρεβλή οικονομική ανάπτυξη» της χώρας3.

Μ' άλλα λόγια, οι όροι κάτω από τους οποίους υιοθετείται το σχήμα «μητρόπολη περιφέρεια» είναι περισσότερο πολιτικοί και λιγότερο θεωρητικοί. Δεν κατατείνουν προς μια διαφορετική ερμηνεία του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά επιδιώκουν κυρίως να οριοθετήσουν, να διαφοροποιήσουν το ΠΑΣΟΚ από την παραδοσιακή Αριστερά.t

Είναι εδώ αποκαλυπτικοί οι προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν το 1980 από βασικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ στη διάρκεια του σεμιναρίου «Μετάβαση στο Σοσιαλισμό». Η υιοθέτηση του σχήματος «μητρόπολη περιφέρεια» και της θέσης που εντάσσει την Ελλάδα στην περιφέρεια, δεν απέτρεψε την ανάπτυξη ριζικά διαφορετικών απόψεων, ούτε και υποχρέωσε τους έλληνες εισηγητές να ξεφύγουν από το πλαίσιο της παραδοσιακής ανάλυσης. Κατ' αρχήν κανείς από τους μετέπειτα υπουργούς του ΠΑΣΟΚ δεν στήριξε την ανάλυση του στις θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας. Ο εκ των εισηγητών θ. Πάγκαλος θα υποστηρίξει για παράδειγμα ότι η Ελλάδα ανήκει στην «άμεση περιφέρεια»: «Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε γεωγραφικά κοντά στην μητρόπολη αλλά ότι συνδυάζουμε το καίριο χαρακτηριστικό της εξάρτησης με μια σχετικά προωθημένη (και σε αρκετούς τομείς ιδιαίτερα προωθημένη) κοινωνική συνοχή».

Σε κάποιο άλλο σημείο της συζήτησης, ο ίδιος ομιλητής θα διαπιστώσει ότι «η χώρα μας είναι αρκετά δυνατή να διεκδικήσει τη θέση μιας μέσης δύναμης στον παγκόσμιο χώρο, οικονομικά και βιομηχανικά ανεπτυγμένης (...) Στο κάτω κάτω της γραφής είμαστε η 2βη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο». Στο ίδιο κλίμα εντάσσεται και η τοποθέτηση του Α. Τρίτση: «Ο όρος "περιφερειακός καπιταλισμός" είναι καινούργιος στη μαρξιστική ορολογία. Είναι σαν να υπάρχει ένας άλλος καπιταλισμός που τον διέπουν άλλοι νόμοι από τους νόμους του καπιταλισμού. (...) Προσωπικά δεν πιστεύω ότι υπάρχει άλλος καπιταλισμός (...) Υπάρχει μια πολύ τελευταία φάση που αλλάζει το πολωτικό σχήμα κέντρου περιφέρειας που μπορούσαμε να δεχτούμε μέχρι εδώ και δέκα χρόνια. Η περιφέρεια διαχέεται μέσα στο κέντρο και το κέντρο διαχέεται μέσα στην περιφέρεια. Αυτό δίνει μια άλλη δυναμική στο σύστημα».

Χαρακτηριστική επίσης ήταν η πλατιά συζήτηση και οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν για την εισήγηση του Κ. Βεργόπουλου, τη μόνη εισήγηση που επιχείρησε να παραμείνει αυστηρά μέσα στο «τριτοκοσμικό» θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης.4

Αυτό που εδώ αρκεί να συγκρατήσουμε είναι το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ δεν υιοθετεί στο σύνολο της ή έστω εν μέρει, καμιά από τις θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας. Αντίθετα, αρκείται σε δυο βασικά αξιώματα, κοινά σε όλες αυτές τις θεωρίες:

α) Ο καπιταλιστικός κόσμος πολώνεται σε μητρόπολη και περιφέρεια και β) η καπιταλιστική ανάπτυξη διευρύνει συνεχώς το χάσμα ανάμεσα στους δύο πόλους και βαθαίνει την εξάρτηση της περιφέρειας.5

Με τις δυο αυτές θέσεις "διανθίζει" απλώς την παραδοσιακή αριστερή προσέγγιση για την "εξάρτηση" και την "περιορισμένη ανάπτυξη" του ελληνικού καπιταλισμού.

Τέλος, κάποιες αντιφάσεις δεν λείπουν ακόμη και όταν περιοριστούμε αποκλειστικά στις αναλύσεις που υπογράφονται από τον Α. Παπανδρέου. Όταν λοιπόν επιχειρεί να συνδέσει την «πυραμιδική δομή» του σύγχρονου κόσμου5 με την πόλωση ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια (συλλογή άρθρων με τίτλο: Ιμπεριαλισμός και οικονομική ανάπτυξη) αποφεύγει να τοποθετηθεί ρητά για το προς ποια πλευρά πολούνται οι χώρες της Ν. Ευρώπης. Σε κάποιο άλλο σημείο θα συνδέσει την εξαρτημένη εκβιομηχάνιση της περιφέρειας με ορισμένες χώρες της Λ. Αμερικής και της Ν.Α. Ασίας και όχι βέβαια με τις χώρες της Ν. Ευρώπης και την Ελλάδα7.

3.2. Κρατιμονοπωλιακός καπιταλισμός και μεσαία ανάπτυξη

Η ανάλυση της παραδοσιακής Αριστεράς και ειδικά του ΚΚΕ υπογραμμίζει την «περιορισμένη και στρεβλή» ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Ο τέτοιος χαρακτήρας της ανάπτυξης θεμελιώνεται στις «διαρθρωτικές αδυναμίες» (χαμηλή ανάπτυξη των κλάδων των μηχανοκατασκευών και της βαριάς βιομηχανίας γενικά) που αναπαράγουν σύμφωνα με το ΚΚΕ την εξάρτηση της χώρας.

Από την ανάλυση αυτή συνάγεται η ενδιάμεση θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας: Σύμφωνα με το 10ο Συνέδριο η χώρα ανήκει στην κατηγορία «βιομηχανικών αγροτικών χωρών μεσαίας ανάπτυξης»·

Οι θέσεις που υποστηρίζουν τη «μεσαία ανάπτυξη» του ελληνικού καπιταλισμού (που, όπως είναι επίσης γνωστό, αποτελούν κοινό τόπο για όλη τη παραδοσιακή Αριστερά) αναφέρονται κατά κύριο λόγο στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Αντίθετα οι παραγωγικές σχέσεις θεωρείται ότι έχουν ήδη φτάσει στο στάδιο του «ΚΜΚ», στη σύγχρονη δηλ. φάση του ιμπεριαλισμού, που σαν κύριο χαρακτηριστικό της έχει την «συγχώνευση του κράτους και των μονοπωλίων σε μια νέα ποιότητα».

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Σαμαράς «όταν μιλάμε για "μέσο επίπεδο ανάπτυξης" εννοούμε το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας όχι όμως και το βαθμό ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που είναι ιδιόμορφα αναπτυγμένες (...) Η Ελλάδα παρά την σχετική καθυστέρηση της είναι χώρα "γηρασμένου" μονοπωλιακού καπιταλισμού»8.

Στο ζήτημα αυτό δεν θα επιμείνουμε περισσότερο, θα συγκρατήσουμε μόνο το σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται οι δυο προσεγγίσεις ΠΑΣΟΚ και παραδοσιακής Αριστεράς. Ενώ λοιπόν για το ΠΑΣΟΚ η εξάρτηση αποτελεί την έννοια κλειδί που ερμηνεύει όλα τα χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού, για την παραδοσιακή Αριστερά η εξάρτηση ερμηνεύει τις πολιτικοοικονομικές επιλογές της άρχουσας τάξης, αλλά και κάποια βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού (στρεβλότητα, περιορισμένη ανάπτυξη) που όμως επιπροστίθενται σαν ιδιομορφίες στη βασική κρατικομονοπωλιακή δομή τους9.

Αντίθετα έχει σημασία να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό ότι παρά τις διαφορές τους οι προσεγγίσεις του ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής Αριστεράς ενοποιούνται σε μια σειρά από "θέματα" και εκτιμήσεις: α) ελληνικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε στρεβλά και με αργούς ρυθμούς σαν αποτέλεσμα της ολόπλευρης εξάρτησης β) η υποταγή της ελληνικής οικονομίας στις προτεραιότητες του διεθνούς καταμερισμού εργασίας είναι η κύρια όψη της εξάρτησης γ) η χαμηλή τεχνολογική ανάπτυξη, η απουσία των νευραλγικών, υψηλής τεχνολογίας βιομηχανικών κλάδων, είναι άμεση συνέπεια της πιο πάνω υποταγής δ) βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού καπιταλισμού είναι η "παρασιτική, αντιπαραγωγική στενά κερδοσκοπική λογική και δράση" του ντόπιου κεφαλαίου, το εύκολο και παράνομο κέρδος οι τεράστιες φοροδιαφυγές, τα σκάνδαλα, οι καταθέσεις στις ελβετικές τράπεζες, οι μόνιμα ευημερούντες βιομήχανοι και οι μόνιμα προβληματικές βιομηχανίες ε) όλα τα προηγούμενα κατατείνουν στην ανάδειξη σε κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας της αντίθεσης μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που επιδιώκουν μια πραγματικά ταχύρρυθμη και αυτοδύναμη ανάπτυξη και εκείνων που πριμοδοτούν την ιμπεριαλιστική εξάρτηση.

Είναι ακόμα σκόπιμο να αναφερθεί ότι με την εμπέδωση της διαδικασίας που οδηγεί στην οργανική ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, η αναφορά στον περιφερειακό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας παύει να αποτελεί την επωδό των αναλύσεων του ΠΑΣΟΚ. Αντίθετα γίνονται όλο και συχνότερες οι αναφορές στα προσφιλή στην παραδοσιακή ανάλυση θέματα των διαρθρωτικών προβλημάτων, της άνισης ανάπτυξης των κλάδων κλπ. Ακόμα, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας ορίζονται πλέον σε συνάρτηση περισσότερο με την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της απέναντι στους ευρωπαίους εταίρους (εδώ η παραδοσιακή Αριστερά δεν έχει να προσθέσει απολύτως τίποτε) και ελάχιστα με την ανατροπή της περιφερειακής της υπαγωγής.

Η κοινότητα αυτή των εκτιμήσεων δεν είναι τυχαία. Οι αναλύσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της παραδοσιακής Αριστεράς, πηγάζουν, σε τελευταία ανάλυση, από μια κοινή "μήτρα". Πρόκειται κατ' αρχήν, για τις κυρίαρχες στην Αριστερά αντιλήψεις στη δεκαετία 19607010. Πρόκειται ακόμα για τη (διάχυτη) λαϊκή ιδεολογία που από την εποχή ακόμα του Μακρυγιάννη δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί σαν υπεύθυνους για τα δεν| του τόπου τους εγκάθετους των ξένων και τα ξένα συμφέροντα (η Ελλάδα ξέφραγο αμπέλι), που δεν έπαψε ποτέ να καταγγέλλει την ανυποληψία του κράτους και τον παρασιτισμό της Κρατικής Διοίκησης, να ειρωνεύεται ακόμα την έλλειψη "αυτοπειθαρχίας" και τις "ανατολίτικες συνήθειες του Έλληνα". Είναι σ' ένα βαθμό η ιδεολογία που αποτέλεσε το σκαλοπάτι για την σύνδεση της Αριστεράς με τις λαϊκές μάζες. Καταξιωμένη όμως σαν προοδευτική, ή ακόμα και αριστερή ιδεολογία, γίνεται αργότερα η οπτική μέσα από την οποία ερμηνεύονται οι στατιστικοί πίνακες και τα δεδομένα της μακροοικονομίας.

4. Οι δύο στρατηγικές για το σοσιαλισμό

Από τη θεωρητική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό και το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, οι δυνάμεις της παραδοσιακής Αριστεράς και το ΠΑΣΟΚ συνάγουν τις στρατηγικές τους επιλογές για το «πέρασμα στο σοσιαλισμό».

4.1. Η αντιμονοπωλιακή Αλλαγή

Οι βασικοί άξονες της στρατηγικής του ΚΚΕ και της παραδοσιακής Αριστεράς (που θεμελιώνεται κύρια στην θεωρία του ΚΜΚ) είναι:

α) Η αντιμονοπωλιακή ενότητα: Η συμμαχία των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων που θίγονται από τα μονοπώλια (εργατική τάξη, αγροτιά, μεσαία στρώματα, διανόηση κλπ.), θα επιβάλει την «αντιμονοπωλιακή δημοκρατία»

β) Η κρίση του ΚΜΚ: Για τα φιλοσοβιετικά κόμματα ο κύριος παράγοντας που προκαλεί και συντηρεί τη γενικευμένη κρίση του ΚΜΚ είναι η ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου που αναχαιτίζει την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.

γ) Η δυνατότητα ειρηνικών μορφών περάσματος, δυνατότητα που προκύπτει τόσο από την ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου όσο και από τις αλλαγές που υλοποιούνται στα πλαίσια του ΚΜΚ.

δ) Η συσχέτιση του προβλήματος της αντιμονοπωλιακής αλλαγής και αυτού της εθνικής ανεξαρτησίας. Η αντιμονοπωλιακή δημοκρατία απαλλάσσει τη χώρα από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση με την αποχώρηση από το NATO και την ΕΟΚ κλπ.

4.2. Εθνική ανεξαρτησία και σοσιαλιστικός μετασχηματισμός

Κάτω από παραπλήσιους όρους περιγράφεται και από το ΠΑΣΟΚ ο «τρίτος δρόμος» προς το σοσιαλισμό.

Η «εθνική λαϊκή ενότητα» αγκαλιάζει τις ίδιες ακριβώς τάξεις και στρώματα με την «αντιμονοπωλιακή ενότητα».

Η μετάβαση στο σοσιαλισμό μέσα από τη συνεχή διεύρυνση της δημοκρατίας, τη λαϊκή συμμετοχή και τη δημιουργία νέων θεσμών κοινωνικού ελέγχου, συμμετοχής και εξουσίας πάντα μέσα στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας ο «συνταγματικός δρόμος» δηλαδή στο σοσιαλισμό, αποτελεί και για το ΠΑΣΟΚ τον πυρήνα της στρατηγικής του αντίληψης για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό.

Τέλος είναι προφανές, ότι και για το ΠΑΣΟΚ το ζήτημα των δημοκρατικών αλλαγών και του σοσιαλισμού επικαλύπτεται με το ζήτημα της διασφάλισης της εθνικής ανεξαρτησίας.

Και για τις δύο στρατηγικές, οι δημοκρατικές αλλαγές εκπορεύονται πάντα από την κρατική πρωτοβουλία και υλοποιούνται στο εσωτερικό της (επέκταση των δημόσιων επενδύσεων) ή στις παρυφές της (εποπτικά συμβούλια, συνεταιρισμοί).

Γίνεται λοιπόν προφανές ότι το ζητούμενο τόσο για την παραδοσιακή Αριστερά όσο και για το ΠΑΣΟΚ, είναι η ανάδειξη μιας κυβέρνησης (με την απαιτούμενη «πολιτική βούληση») που θα υλοποιήσει το πρόγραμμα της αυτοδύναμης ανάπτυξης και της δημοκρατικής ανάπλασης της χώρας. Αυτή ακριβώς η σύμπτωση οδηγεί μοιραία την Αριστερά να συμπολιτεύεται αντιπολιτευόμενη και να αντιπολιτεύεται συμπολιτευόμενη την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Να συμφωνεί δηλ. στις εξαγγελίες και τους στόχους και να καυτηριάζει και να καταγγέλλει τις όποιες καθυστερήσεις, αμφιταλαντεύσεις κλπ. στην υλοποίηση αυτών των στόχων.

Δεν μένει να αναφέρουμε παρά ένα τελευταίο σημείο. Στη βάση της πολιτικής σύγκλισης ΠΑΣΟΚ παραδοσιακής Αριστεράς θα βρούμε πέραν από τις κοινές εκτιμήσεις για τον ελληνικό καπιταλισμό και κάποιες κοινές θεωρητικές αντιλήψεις που αφορούν στο κράτος (εκδημοκρατισμός εκπροσώπηση των λαϊκών - εθνικών συμφερόντων) και την πολιτική διαδικασία γενικότερα. Χωρίς να επεκταθούμε εδώ στην κριτική των αντιλήψεων αυτών, μπορούμε να διαπιστώσουμε την αντινομία που διαπερνά τη θεωρητική και πολιτική αντίληψη τόσο της παραδοσιακής Αριστεράς όσο και του ΠΑΣΟΚ.

Από τη μία, η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας γίνεται αντιληπτή σαν ένα νομοτελειακό προτσές: Συγκέντρωση συγκεντροποίηση μονοπώλια ιμπεριαλισμός εξάρτηση δεύτερης ποιότητας τεχνολογία κλπ. Από την άλλη, αυτή ακριβώς η νομοτέλεια παρουσιάζεται σαν το αποτέλεσμα της επιλογής (κάποιοι άλλοι θα πουν: της προδοσίας") του ανεξέλεγκτου υποκειμένου που λέγεται οικονομική ολιγαρχία ή αστική τάξη. Επειδή δε αυτή η τελευταία εκπροσωπείται πολιτικά από το κράτος και την κυβέρνηση12, το συμπέρασμα προκύπτει αυθόρμητα: Αρκεί μια διαφορετική «πολιτική βούληση» για να ανατραπούν όλες οι νομοτέλειες περί στρεβλής περιφερειακής, κλπ. ανάπτυξης, χωρίς βέβαια να ανατρέπονται (τουλάχιστον στην αρχή) οι κυρίαρχες καπιταλιστικές σχέσεις13. Ας περιοριστούμε λοιπόν εδώ μόνο σε μια υπόμνηση. Στο ότι δηλ. η οποιαδήποτε κυβερνητική πολιτική κινείται πάντα στα συχνά ασφυκτικά στενά όρια ορισμένων αντικειμενικών ταξικών συσχετισμών που καλύπτουν όλο το φάσμα των κοινωνικών πρακτικών. Ακόμα, οι ταξικοί συσχετισμοί σε όλα τα μέτωπα των κοινωνικών συγκρούσεων αποτελούν τον ορίζοντα των όποιων κρατικών και κυβερνητικών επιλογών. Γι αυτό και οι επιλογές αυτές τείνουν πάντα να εμπεδώνουν και να αναπαράγουν τους δεδομένους ταξικούς συσχετισμούς. Η παραδοσιακή Αριστερά δεν θα μπορούσε βέβαια να ασκήσει κριτική στο ΠΑΣΟΚ για τη μη αυτόνομη, από τις κρατικές δομές επέμβαση στους κοινωνικούς αγώνες, και τη μη ενθάρρυνση της λαϊκής πρωτοβουλίας. Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε δείχνουν πως οι αντιλήψεις του τύπου "με μοχλό την κρατική εξουσία είναι δυνατόν και η κυριαρχία των μονοπωλίων να περιοριστεί και οι δεσμοί της εξάρτησης να αποδυναμωθούν και..." είναι εξίσου κυρίαρχες στην παραδοσιακή Αριστερά όπως και στο ΠΑΣΟΚ. 4.3. Ορισμένα ζητήματα αρχών

Αν δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε κάποια διαφορά στις στρατηγικές αντιλήψεις για το σοσιαλισμό του ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής Αριστεράς, στα ζητήματα που αφορούν το εύρος των κοινωνικών δυνάμεων που θα συμπαραταχθούν και τη διαδικασία της μετάβασης στο σοσιαλισμό, οι διαφορές είναι περισσότερο προφανείς σε δύο άλλα ζητήματα: Στο ρόλο των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και στο ζήτημα της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης (άρα και του «κόμματος της») ή της ισότιμης συμμαχίας όλων των λαϊκών τάξεων (μέσα από το «φορέα της Αλλαγής»).

Σύμφωνα με τη διατύπωση του Ανδρέα Παπανδρέου: «Στην Ελλάδα πραγματικά αρμόζει το πρότυπο της περιφερειακής χώρας (...) Αυτό σημαίνει όμως ότι δεν επιτρέπεται σε μας να μιλούμε για κάποια συγκεκριμένη, προσδιορισμένη τάξη η οποία αποτελεί την πρωτοπορία του λαϊκού κινήματος, και που είναι η εργατική τάξη στα κομμουνιστικά μοντέλα» (Μετάβαση... όπ.π. σελ. 12)14.

Το ΚΚΕ λοιπόν ασκεί «αριστερή» κριτική προς το ΠΑΣΟΚ θεωρώντας ότι αυτό αρνείται τον ιστορικό ηγεμονικό ρόλο της εργατικής τάξης και επιπλέον, ότι συγχέει τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό με την αντιμονοπωλιακή αλλαγή.

«Κατά το ΠΑΣΟΚ, ο «σοσιαλισμός» είναι μια κοινωνία στην οποία απλώς δεν θα υπάρχουν πια τα μονοπώλια και η εξάρτηση από τη «μητρόπολη». Σ' ένα τέτοιο «σοσιαλισμό» θα εξακολουθεί να υπάρχει καπιταλιστική εκμετάλλευση και καπιταλιστική, εκτός από τη μονοπωλιακή, ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής» (Ν. Κοτζιάς, «Τι εκφράζει το σχήμα προνομιούχοι και μη προνομιούχοι» ΚΟΜΕΠ 78, 1981, σελ. 44).

Όμως, για τη στρατηγική της παραδοσιακής Αριστεράς προς το σοσιαλισμό δεν συνεπάγεται πλέον τίποτα αυτή η προσφυγή ή μάλλον η θεωρητική της οριοθέτηση πίσω από την έννοια του ηγεμονικού ρόλου της εργατικής τάξης. Και τούτο γιατί η έννοια αυτή δεν μεταφράζεται στους διάφορους κοινωνικούς αγώνες σε συγκεκριμένη πολιτική παρέμβαση και στρατηγική. Τι αλήθεια μπορεί να σημαίνει «πρωτοπορία της εργατικής τάξης» όταν απουσιάζει η προοπτική της κατάργησης του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και της διάκρισης μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, όταν απουσιάζει η προοπτική της αταξικής κοινωνίας και του κομμουνισμού, όταν το ζητούμενο δεν είναι η υπονόμευση κα\ η ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας αλλά η ανάπτυξη τους; («ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας»)15

Ασφαλώς για το ΚΚΕ η πρωτοπορία της εργατικής τάξης όπως εξάλλου και η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν αποτελεί πλέον στοιχείο μιας θεωρητικής κατασκευής, με την αυστηρή έννοια του όρου. Αποτελεί απλά ένα από τα σύμβολα της ιστορικής συνέχειας της παραδοσιακής Αριστεράς και υπ' αυτή την έννοια έχει κάποια λειτουργικότητα στη διατήρηση της ιδεολογικής της συνοχής και ταυτότητας.

Εξάλλου, είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι στην πιο πάνω «αριστερή» κριτική που απευθύνεται από το ΚΚΕ, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανταπαντά με μια επίσης «από τα αριστερά» κριτική αναφορικά με τον χαρακτήρα των χωρών του «υπαρκτού» σοσιαλισμού:

«Δεν είμαστε ικανοποιημένοι γιατί πρώτα απ' όλα αναγνωρίζουμε κι αυτό με ευχέρεια ότι εκεί συνεχίζει να υπάρχει η εξαρτημένη εργασία. Εκεί, όπως και στο κλασικό μοντέλο του καπιταλισμού υπάρχει η αγορά της εργασίας. Και αυτό είναι σήμα κατατεθέν, αν όχι του καπιταλισμού, πάντως όχι του σοσιαλισμού. Αρνητικά δηλ. μας δίνεται η πληροφόρηση πως υπάρχει ουσιαστικά μια ταξική κοινωνία αλλαγμένη σημαντικά και ριζικά σε σχέση με τα καπιταλιστικά πρότυπα αλλά χωρίς να είναι εκείνο που οραματιζόμαστε» (Α. Παπανδρέου, Μετάβαση στο Σοσιαλισμό, πρόλογος, οπ.π. σελ. 10).

Επίλογος

Οφείλουμε ασφαλώς να τονίσουμε, έστω και σε κάποιο επίλογο, ότι υπογραμμίζοντας το στοιχείο της σύγκλισης των στρατηγικών αντιλήψεων ΠΑΣΟΚ παραδοσιακής Αριστεράς ακόμα ίσως και διαμέσου μιας επιλεκτικής οικειοποίησης από τη μεριά του ΠΑΣΟΚ κάποιων πάγιων θέσεων της Αριστεράς, φωτίζουμε τη μια μόνο πλευρά της αντίφασης. Με τη διαφορά όμως ότι η αντίφαση δεν εντοπίζεται εκεί όπου την φαντάζεται η παραδοσιακή Αριστερά: Ανάμεσα δηλ. στη συναίνεση με τη Δεξιά, τη «κεντροποίηση του ΠΑΣΟΚ», τις «υποχωρήσεις στα μονοπώλια» από τη μια και τους πόθους του λαού για δημοκρατία και Αλλαγή από την άλλη. Δεν πρόκειται δηλ. για την αντίθεση λαού-μονοπωλίων μεταφερμένη στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

Πρόκειται όπως έχει δειχθεί επανειλημμένα από τις στήλες των θέσεων, αλλά και αλλού16, για τον ιδιαίτερο ρόλο που η συγκυρία έχει επιφυλάξει στο ΠΑΣΟΚ

α) του διαχειριστή των αντιφάσεων του κράτους, του κρατικού διαχειριστή των όρων αναπαραγωγής της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας, από τη μια

β) του διαχειριστή των οραμάτων της Αριστεράς και του εκπροσώπου κάποιων άμεσων λαϊκών συμφερόντων τόσο ως κυβέρνηση όσο και με τις σημαντικές του προσβάσεις στο συνδικαλιστικό χώρο17.

Αν πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το σίγουρο είναι ένα: Όσο οι φορείς της παραδοσιακής Αριστεράς επιμένουν στη συμπληρωματική προς το ΠΑΣΟΚ λογική τους, τόσο το ίδιο το ΠΑΣΟΚ θα έχει την ευχέρεια να ανανεώνει την ηγεμονική του θέση πάνω στην Αριστερά και μέσα στο κράτος.

Σημειώσεις

1.. Σχετικά με την «αντιμονοπωλιακή δημοκρατία» στις «θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ» που εγκρίθηκαν στο 10ο Συνέδριο αναφέρεται (σελ. 68): «Στο νέο αυτό τύπο δημοκρατίας αρχικά θα κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής».

Σχετικά με το «τσάκισμα» του αστικού κράτους η θεωρία του σοβιετικού μαρξισμού υποστηρίζει («Οικονομικά προβλήματα του καπιταλισμού στη σύγχρονη εποχή», Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών της ΕΣΣΔ, εκδ. Σ.Ε., 1977, σελ. 184): «Ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός δημιουργεί εκείνο το μηχανισμό, εκείνο το σκελετό της κοινωνικής διεύθυνσης της οικονομίας, που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιείται από τις δημοκρατικές επαναστατικές δυνάμεις... Η κατάκτηση του κρατικού τομέα, η διεύθυνση του για το συμφέρον της κοινωνίας, η παραπέρα διεύρυνση του με την κρατικοποίηση των διαφόρων μορφών της μονοπωλιακής ιδιοκτησίας συνθέτουν την υλική βάση του δημοκρατικού ελέγχου πάνω στην οικονομία, το κλειδί για τη λύση των ριζικών προβλημάτων της αντιμονοπωλιακής δημοκρατίας» (οι υπογραμμίσεις δικές μας, Χ.Θ., Γ.Μ). Για την κριτική της θεωρίας του ΚΜΚ βλ. Γιάννη Μηλιού, «Ο ιμπεριαλισμός και η θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού», Αγώνας για την κομμουνιστική ανανέωση τ.2, 1978, «Κρατικομονοπωλιακά, σοβιετικά και άλλα» Αγώνας... τ. 9, 1980, «Μαρξισμός ή πολιτική οικονομία του μονοπωλίου» θέσεις τ.2, 1983.

2. Πρόκειται όπως είναι γνωστό για τις θεωρίες που αναπτύχθηκαν στη Δύση αλλά και στις χώρες της Λατ. Αμερικής κατά την τελευταία 20ετία. Την παρουσίαση και κριτική των θεωριών αυτών έχουμε επιχειρήσει στο παρελθόν. Βλ. Γ. Μηλιός: «Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας», θέσεις, τ.4 και 5, 1983.

Όπως είναι γνωστό, ορισμένα άρθρα του Α.Παπανδρέου και των άλλων θεωρητικών του ΠΑΣΟΚ στηρίζονται ιδιαίτερα στις αναλύσεις των Σ. Αμίν, Α.Γκ. Φρανκ, Καρντόζο και Μπάραν Σουήζυ. Ο Α. Παπανδρέου μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης, θεωρεί την «Συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα» του Αμίν, σαν «μια σύγχρονη αναδιατύπωση του ιμπεριαλισμού του Λένιν».

3. Βλ. Τ. Μαστραντώνη και Γ. Μηλιού, «Η θεωρία της Αριστεράς για την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού. Όρια και συνέπειες», θέσεις τ. 2, 1983.

4., Βασικό συμπέρασμα της εισήγησης του Κ. Βεργόπουλου είναι ότι στην Ελλάδα «στάθηκε ανέφικτη η συγκρότηση ενός ξεχωριστού επιπέδου όπως αυτό αποτελεί τη βασική υπόθεση για τη σπουδή των κοινωνιών του ανεπτυγμένου καπιταλισμού» έτσι ώστε «οι ταξικές διαφοροποιήσεις, ο σχηματισμός των τάξεων δεν εκπορεύονται από τις κατ' ευθείαν σχέσεις μεταξύ των πολιτών αλλά απορρέουν από τη σχέση των διαφόρων κοινωνικών ομάδων κατά πρώτιστο λόγο με το κράτος». Χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω αποσπάσματα από τη συζήτηση: «Κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι είναι δυνατόν να καταργήσουμε την αστική τάξη με διοικητικά μέτρα αφού με διοικητικά μέτρα γεννιέται. Αυτό μπορεί να αποπροσανατολίσει το κίνημα» (Α. Τρίτσης) «Ο Κ.Β. δεν ανέπτυξε την ιδιομορφία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού που έγκειται στη στήριξη της αναπαραγωγής του και σε εξωτερικές πηγές πλεονάσματος» (Ζιάκας). «Ο Κ.Β. μίλησε για ένα δυτικό πρότυπο που δεν υπήρξε και δεν υπάρχει πουθενά... μίλησε για το κεφάλαιο που ενισχύεται και οικοδομείται από το κράτος. Στην Ελλάδα όμως το κεφάλαιο είναι διάχυτο παντού. Η Ελλάδα είναι ίσως μοναδικό φαινόμενο χώρας όπου το κεφάλαιο είναι τόσο διάχυτο, που έχει μια τέτοια παραγωγική και επιχειρησιακή δομή» (θ. Πάγκαλος).

«Σαν κίνημα έχουμε κατ' επανάληψη αποδείξει με στοιχεία, ότι το βιομηχανικό και τραπεζιτικό σύμπλεγμα είναι πράγματι ενιαίο... Υπάρχει μια εξωστρέφεια, αυτό είναι αλήθεια. 'Οχι όμως με την έννοια ότι οι βιομηχανίες είναι δομημένες για εξαγωγή» (Κ. Κεδίκογλου). «Η Ελλάδα έχει και χαρακτηριστικά αναπτυγμένης χώρας του κέντρου. Μπορούμε κάλιστα να πούμε ότι είναι στο ενδιάμεσο του κέντρου και της περιφέρειας» (Η. Νικολόπουλος) «Ο Κ. Βεργόπουλος ανέφερε ότι στην Ελλάδα οι τάξεις δεν έχουν σαφή διάρθρωση (...) Δεν συμφωνώ γιατί (...) λόγω της ιδιοτυπίας της ελληνικής οικονομίας, η Ελλάδα δεν είναι πλήρης περιφέρεια. Αν ήταν περιφέρεια θα ήταν επαναστατική» (Α. Παπαμιχαήλ).

5.. Όμως και αυτά ακόμη τα αξιώματα δεν γίνονται πάντοτε αποδεκτά ούτε και από τους κορυφαίους παράγοντες του ΠΑΣΟΚ. Χαρακτηριστικές είναι εδώ οι δηλώσεις Αρσένη στην ετήσια Συνέλευση τοο ΣΕΒ (18582) «Υπολογίζω ότι στις χώρες του ΟΟΣΑ ο μέσος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές μπορεί να μην υπερβεί το 2,4% το χρόνο... Σε αντίθεση με τις αναπτυγμένες χώρες ο τρίτος κόσμος έχει τεράστιο δυναμικό ανάπτυξης σ' αυτή τη δεκαετία. Υπολογίζω ότι οι χώρες του τρίτου κόσμου μπορούν να αναπτυχθούν μ' ένα μέσο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ σε πραγματικές τιμές, της τάξης του 67%».

6. «Ο μη σοσιαλιστικός κόσμος έχει αναπτύξει μια ξεκάθαρα σχηματισμένη πυραμιδική δομή. Η κορυφή κατέχεται από τις ΗΠΑ που ελέγχουν τις πιο προηγμένες τεχνολογίες και που είναι σε θέση να κινητοποιήσουν τους κεφαλαιουχικούς πόρους σε μαζική κλίμακα. Η δεύτερη θέση κατέχεται από τις μη σοσιαλιστικές χώρες της Β. Ευρώπης, την Ιαπωνία και του Καναδά. Είναι οι άμεσοι χρήστες αυτών των τεχνολογιών. Η τρίτη θέση είναι κρατημένη για την Ν. Ευρώπη και άλλες χώρες που βρίσκονται σ' ένα παρόμοιο στάδιο βιομηχανικής ανάπτυξης. Η τέταρτη θέση ανήκει στα πραγματικά φτωχά έθνη του μη σοσιαλιστικού κόσμου» (Α.Π., Ιμπεριαλισμός και Οικονομική ανάπτυξη, σελ. 4344).

7. «Τα δορυφορικά κράτη που θα εμπλακούν σ' αυτό (την εξαρτημένη εκβιομηχάνιση) θα γευτούν την ανάπτυξη του τομέως των κεφαλαιουχικών τους αγαθών αλλά η εξάρτηση (με την έννοια που δίνει στον όρο ο Cardoso) θα συνεχιστεί με μια πιο προηγμένη και εκπονημένη μορφή όπως είναι χαρακτηριστικά αυτή του Μεξικού και της Βραζιλίας» (οπ. παρ., σελ. 78).

8. Ο Ν. Κοτζιάς αποφεύγει να υποπέσει σ' ένα τέτοιο καθαρό παραλογισμό. Έτσι λοιπόν υποστηρίζει ότι «το μέσο επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας της Ελλάδας αντανακλάται και στο επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών σχέσεων», (σελ. 247), θεωρώντας ότι το τελευταίο αυτό «επίπεδο» δίνεται από το ποσοστό της μισθωτής εργασίας στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, κάτι που βέβαια είναι τελείως διαφορετικό από την διαδικασία εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασιακής δύναμης, τη διαδικασία δηλ. παραγωγής υπεραξίας.

9. «Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα σημαίνει σύστημα οικονομίας που διαφέρει ουσιαστικά από αυτό των αποικιών γιατί (έστω και κάτω από τη βαριά σκιά του ξένου κεφαλαίου) έχει δημιουργήσει δική του υπόσταση... μάλιστα σε βαθμό που μπορούμε να μιλάμε για «ντόπιο» μονοπωλιακό καπιταλισμό» (7". Σαμαράς, οπ. παρ., σελ. 17). «Πρέπει πάντα να τονίζουμε την εθελοδουλία της άρχουσας τάξης της Ελλάδας όταν μιλάμε για εξάρτηση. Αυτή είναι πριν απ' όλους υπεύθυνη για την. κατάντια. Διότι η ύπαρξη του ιμπεριαλισμού δεν σημαίνει ότι η χώρα μας μοιραία πρέπει να βρίσκεται μπλεγμένη μ' αυτόν» (οπ. παρ., σελ. 62).

10. «Η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει αγροτικό εξάρτημα των ιμπεριαλιστικών χωρών της Δύσης, πηγή πρώτων υλών και προμηθευτής ειδών διατροφής καθώς και φτηνής εργατικής δύναμης... Η Ελλάδα είναι υποανάπτυκτη καπιταλιστική χώρα, βασικά αγροτική με σχετική ανάπτυξη της βιομηχανίας, με ορισμένα μισοφεουδαρχικά υπολείμματα και με κύριο χαρακτηριστικό τη σημαντική εξάρτηση από το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο» (Πρόγραμμα του ΚΚΕ 196173).

11. Πρόκειται για τον γνωστό μας Γ. Σαμαρά Βλ. και υποσ. 9 του παρόντος.

12.. Στη διάρκεια της προεκλογικής τους εκστρατείας το ΠΑΣΟΚ και η παραδοσιακή Αριστερά, ιδιαίτερα το ΚΚΕ, αλλά και σύσσωμος ο δημοκρατικός τύπος, με σαφήνεια μας υπενθύμισαν τις κοινές τους θέσεις για την πολιτική εκπροσώπηση της «ολιγαρχίας» από τη Δεξιά. Καθολικά αποδεκτές ήταν οι απόψεις που ισχυρίζονταν ότι «η Δεξιά δεν έχει πρόγραμμα» αφού πρόγραμμα της είναι οι προσταγές των «αφεντικών» της, οι προσταγές δηλ. των μονοπωλίων, του NATO, των ιμπεριαλιστών, κλπ. (βλ. και την προεκλογική ομιλία Φλωράκη στο Σύνταγμα).

13. Είναι χαρακτηριστική εδώ η ανάλυση του Κ. Χατζηαργύρη για την κρίση του καπιταλισμού. Από την μια η κρίση αυτή θεωρείται ότι προκύπτει νομοτελειακά σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών δομικών αντιφάσεων του καπιταλισμού. Από την άλλη διαπιστώνεται πως «αν οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις το ήθελαν πραγματικά θα μπορούσαν να σταματήσουν αμέσως τον πληθωρισμό δίνοντας τις αναγκαίες οδηγίες στο πιστωτικό σύστημα, στις τράπεζες, στους συντάκτες του κρατικού προϋπολογισμού. Όμως δεν το θέλουν». Κ. Χατζηαργύρης: «Ο καπιταλισμός σε απορρύθμιση». Η αντίληψη, αυτή ενταγμένη στην προβληματική του «περιφερειακού καπιταλισμού» μπορεί να μας οδηγήσει στη θέση του Κ. Βεργόπουλου που υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα η αστική τάξη, άρα και η αστική κυριαρχία και η εξάρτηση κατασκευάζεται από το κράτος. Παρ'ότι η θεωρητικοποίηση αυτή της κυβερνητικής και κρατικής παντοδυναμίας οδηγεί σε μια αντιστροφή (το κράτος από αντικείμενο εργαλείο υποταγμένο στα μονοπώλια αναγορεύεται όπως και στην σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, σε υποκείμενο που κατασκευάζει μονοπώλια) το αποτέλεσμα μένει το ίδιο. Τα πάντα μπορούν να επιτευχθούν με την απλή αναρρίχηση στην κυβερνητική εξουσία των δημοκρατικών δυνάμεων φορέων της Αλλαγής.

14. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η θέση του Α. Παπανδρέου δεν βασίζεται σε καμιά από τις γνωστές αναλύσεις που πραγματεύονται την πόλωση «μητρόποληςπεριφέρειας». Είναι χαρακτηριστική η θέση του Σ. Αμίν: «Στην περιφέρεια οι αντικειμενικές συνθήκες είναι, με όλη τη σημασία των λέξεων, στρατηγικά ευνοϊκές για το σοσιαλισμό. Η πάλη για εθνική απελευθέρωση έχει συνδεθεί αδιάσπαστα με το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό με την έννοια ότι η απελευθέρωση αυτή είναι κατορθωτή μόνο με το σχηματισμό ενός πλατιού μετώπου καθοδηγούμενου από το προλεταριάτο» (Σ. Αμίν, Κρατικός κολλεκτιβισμός και σοσιαλισμός Μ. Επιθεώρηση, τ. 2, 1977).

15. Για τα ζητήματα αυτά βλ. Α. Ταρπάγκου, «Τεχνικοί επιστήμονες και εργοστασιακά συνδικάτα» θέσεις 4, 1983, του ιδίου «Το αριστερό κίνημα απέναντι στην εργατική συμμετοχή» θέσεις, 5, 1983, Χρήστου Θεοχαρά, «"Αντιαυταρχική" Αριστερά παραδοσιακή Αριστερά: Τα δύο πρόσωπα της κρίσης» θέσεις 7, 1984.

16. Βλ. ιδιαίτερα, Τ. Μαστραντώνη ~ Α. Ψαρρά: «Που να 'ναι ο ίσκιος σου θεέ...» Σχολιαστής τ. 25.

17.. Βλ. εδώ την ανάλυση του Α. Ταρπάγκου «Εργατικές κινητοποιήσεις: πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσεις των συνδικαλιστικών αγώνων στη σημερινή συγκυρία» στην Προοπτική, τ. 14 όπου ανιχνεύονται ορισμένες πλευρές της διαλεκτικής: ενσωμάτωση των λαϊκών τάξεων και των αριστερών οραμάτων στην προοπτική της ανάπτυξης ρήξη με τις αυθόρμητες αντιδράσεις (λαϊκό κίνημα) που δυνητικά αμφισβητούν τη λογική της «αυτοδύναμης ανάπτυξης».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή