«Το κατά αντικομμουνιστήν Ευαγγέλιον»... Εκτύπωση
Τεύχος 132, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2015


«ΤΟ ΚΑΤΑ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ»:

ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ


του Δημήτρη Αρκάδα


«Με την “δεξιάν παράταξιν συνήθως

δεν έχει καλάς σχέσεις ο διάβολος.

Αυτός ευρίσκεται εις τα αριστερά».1


1. Εισαγωγικά


Αν και το Κομμουνιστικό Κόμμα, ήδη από την εποχή της Κατοχής, συνεργάστηκε με μητροπολίτες και ιερείς για την υπόθεση της εθνικής αντίστασης, έχοντας επιπλέον φροντίσει να αποφύγει τον έντονο αντικληρικαλισμό, εντούτοις η εκκλησιαστική διοίκηση στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου τάχθηκε ξεκάθαρα με την πλευρά των αντικομμουνιστικών δυνάμεων.2 Στην πραγματικότητα, η ιεραρχία, με προεξάρχοντα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνό, δεν συμπαραστάθηκε απλώς στην κυβέρνηση, το παλάτι και το στρατό ενάντια στους κομμουνιστές, αλλά συνέπηξε μαζί τους ένα αντικομμουνιστικό μέτωπο, οργανωτικό, πολιτικό και ιδεολογικό.3 Οι αντικομμουνιστικές θέσεις της εκκλησίας ήταν ήδη γνωστές από την εποχή του Μεσοπολέμου, 4 ενώ αρωγοί της στάθηκαν και πανεπιστημιακοί θεολόγοι, οι οποίοι είχαν αρχίσει να αναπτύσσουν συστηματικά αυτές τις αντιλήψεις.5 Ωστόσο, η συνταύτιση του εκκλησιαστικού οργανισμού με τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις δεν έγινε μονομιάς. Υπήρξε το αποτέλεσμα μιας κλιμάκωσης ενεργειών εκ μέρους της εκκλησιαστικής διοίκησης, η οποία έπρεπε να προσλάβει τα γεγονότα, να τα επεξεργαστεί και να διαμορφώσει τις ιδεολογικο-νοηματικές σχέσεις, μέσα από τις οποίες θα επιβεβαίωνε τον εαυτό της ως μια μορφή κρατικής εξουσίας.6 Γι’ αυτό και παρά την πολιτική πίεση να εμπλακεί άμεσα στην εμφύλια διαμάχη, η ορθόδοξη εκκλησία καταδικάζει επίσημα τους κομμουνιστές μόλις στα μέσα του 1947.7

Η αντικομμουνιστική προσήλωση της εκκλησιαστικής διοίκησης, άρχισε να εκδηλώνεται αμέσως μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Στις 26 Φεβρουαρίου 1945, σε επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη, ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός δηλώνει τη βεβαιότητά του, ότι περί της «παρασυρθείσης εις καινοφανείς οργανώσεις ελληνικής νεολαίας θα ληφθή πρόνοια ελληνοπρεπούς διαπαιδαγωγήσεως επί τη βάσει των αρχών ακραιφνούς χριστιανικής αγωγής».8 Καθώς η χώρα εγγίζει τα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου, η εκκλησιαστική ιεραρχία, με ποιμαντορική εγκύκλιό της προς το «ευσεβές» έθνος, ενώ αποφεύγει να ταχθεί ανοιχτά εναντίον των κομμουνιστικών δυνάμεων, αποδοκιμάζει σαφώς την ιδεολογία και πρακτική τους, τονίζοντας ότι


«η Εκκλησία, ενώ παραμένει αυστηρώς μακράν πάσης αναμίξεως εις πολιτικάς διαμάχας, εν τούτοις αποδοκιμάζει κάθε βίαιον μέτρον, κάθε επαναστατικήν ενέργειαν προς αναστήλωσιν μιας μορφής διοικήσεως, η οποία θα εμπνέεται μόνον από οικονομικάς θεωρίας».9


Είναι μια στάση η οποία δεν θα διατηρηθεί επί μακρόν, καθώς στις 3 Μαΐου 1947, μεσούντος του εμφυλίου, με νεώτερη εγκύκλιό της η Ιερά Σύνοδος καταδικάζει την «ανταρσία», όπως την αποκαλεί, ως μια «ωργανωμένη, προμελετημένη απόπειρα», εξηγεί πως δεν μπορεί να τηρήσει ουδετερότητα όταν «μία μερίς στασιάζη κατ’ αυτού τούτου του Έθνους», ενώ διαβεβαιώνει, παράλληλα, ότι «θα παράσχη όλην την ηθικήν αυτής προστασίαν εις τα ειλικρινώς μετανοούντα και με νομοταγή διάθεσιν επιστρέφοντα εις την αγκάλην της Πατρίδος πνευματικά αυτής τέκνα».10 Ένα χρόνο αργότερα και ενώ ο εμφύλιος κορυφώνεται, ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, απαντώντας στις 29 Ιουνίου 1948, σε επιστολή του Πατριάρχη Μόσχας Αλεξίου σχετικά με τις εκτελέσεις αντιφρονούντων κομμουνιστών, δηλώνει απερίφραστα ότι ο πόλεμος αυτός δεν είναι εμφύλιος, αλλά μια «επιδρομή».11 Χρειάστηκε να περάσουν άλλα έντεκα χρόνια, για να ανιχνεύσουμε στο επίσημο περιοδικό της Ιεράς Συνόδου, την Εκκλησία, μια πρώτη μικρή και γενική νύξη περί εμφυλίου πολέμου, 12 ενώ στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, η οποία απηχεί την επίσημη πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία της εκκλησιαστικής διοίκησης, απουσιάζει το λήμμα «Εμφύλιος Πόλεμος».13

2. Το ελληνικό κράτος: Το πεδίο ενός ορθόδοξου πολιτικού χιλιασμού


Η κυρίαρχη πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας αδυνατούσε να αντιληφθεί τον εκκλησιαστικό οργανισμό εκτός της κρατικής του υπόστασης. Η αντίληψη της ενότητας κράτους και εκκλησίας κάτω από την πολιτική εξουσία «χριστιανών αρχόντων», η οποία είχε ως απώτερο σκοπό τη δημιουργία μιας «χριστιανικής Πολιτείας», ώστε «εν συνεργασία μετά της Εκκλησίας προπαρασκευάζη τα μέλη αυτής δια την Πολιτείαν του Θεού», στην πραγματικότητα ταύτιζε την εκκλησία με το κράτος.14 Μέσα από μια τέτοιου είδους σχέση ταύτισης, το αποτέλεσμα ήταν ότι και οι δύο θεσμοί έπρεπε να ιδιοποιηθούν ο ένας ιδιότητες του άλλου (το κράτος την ιερότητα της εκκλησίας και η εκκλησία τη δύναμη του κράτους), ώστε να παραγάγουν το ίδιο αγαθό: «τον εξαγιασμόν του όλου ανθρωπίνου βίου και την μεταποίησιν της σημερινής αμαρτωλής κοινωνίας εις κοινωνίαν αγίων, ήτοι εις βασιλείαν του Θεού επί της γης».15 Η πολιτική εξουσία, όπως και οποιαδήποτε άλλη εξουσία, μόνον μέσω της χριστιανικής αρετής αποκτά «λυτρωτικήν ακτινοβολίαν και ευγένειαν», αποβαίνει «δώρημα θείον και πνευματική ανοδική πορεία», με αποτέλεσμα «οι ουρανοί από τα ύψη των βρέχουν μάννα».16 Μια τέτοια προοπτική, θεωρείται ως ο πρώτος και βασικός όρος προκειμένου η χριστιανική ηθική να αποτελέσει την έμπνευση δημιουργίας ενός νέου, ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.17

Αν υποθέσουμε ότι εκείνη την περίοδο η ορθόδοξη εκκλησία είχε καταφέρει να συγκροτήσει κάποιες αντιλήψεις περί κράτους, αυτές θα αρθρώνονταν στη μορφή ενός ορθόδοξου πολιτικού χιλιασμού: ένα «εξαγιασμένο» κράτος και μια «ισχυρή» εκκλησία, εργάζονται για να εγκαθιδρύσουν, με κοινές προσπάθειες, την επίγεια Βασιλεία του Θεού, την ελληνοχριστιανική «κοινωνία των αγίων».18 Άρα, εχθρός και των δύο θεσμών, κράτους και εκκλησίας, είναι ό, τι αντιστρατεύεται την ύπαρξη αυτής της επίγειας Βασιλείας του Θεού, η αμαρτία, η οποία στο ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο, ενυλώνεται στην ύπαρξη και δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος.


3. Ο Εμφύλιος Πόλεμος: Μια μεσσιανική αναμέτρηση


Η εκκλησιαστική διοίκηση μέσα από την ταύτισή της με το κράτος, μεταφέρει θρησκευτικές αντιλήψεις από το πεδίο της πίστης και της εσχατολογίας στο πεδίο της ιστορίας και της πολιτικής αναμέτρησης.19 Θεμέλιο σε τούτη την επιλογή αναδύεται η χριστιανική αποκαλυπτική παράδοση, με κέντρο της το βιβλίο της Αποκάλυψης, το οποίο χρησιμοποιείτο ανέκαθεν από τη χριστιανική κοινότητα, εκτός από θρησκευτικό, και ως πολιτικό κείμενο. Δεν είναι καθόλου τυχαία, εξάλλου, η επισήμανση ότι η αναμέτρηση που περιγράφεται στις σελίδες της Αποκάλυψης δεν συνιστά μια απλή σύρραξη, αλλά μάλλον έναν «εμφύλιο» πόλεμο.20 Γι’ αυτό και η εμφυλιοπολεμική περιπέτεια προσλαμβάνεται από την ορθόδοξη εκκλησία ως μια υψηλής εντάσεως φανέρωση των εσχάτων χρόνων και γεγονότων, καθώς αναδύεται μία «πρωτοφανής κορύφωσις του κακού», κυριαρχεί, δε, ο «λυσσών σατανισμός».21 Πεποιθήσεις όπως αυτές περί της σωτηρίας, του εξαγιασμού, της Βασιλείας του Θεού, του Μεσσία, αλλά και του Αντιχρίστου, στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου νοηματοδοτούνται πολιτικά, στην προσπάθεια της εκκλησίας να διαποιμάνει τους πιστούς της, αλλά και να εξηγήσει στη δική της, αποκαλυπτική διάλεκτο, τις θρησκευτικές αιτίες που πυροδότησαν τον εμφύλιο.22

Για την εκκλησιαστική διοίκηση, ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια ιστορική ρήξη, την οποία η θεία πρόνοια παραχωρεί προκειμένου να αναδειχθεί η αποκαλυπτική μεσσιανική μάχη μεταξύ των δυνάμεων του Χριστού, από τη μια μεριά, στις οποίες ανήκει η αντικομμουνιστική παράταξη, με προεξάρχουσα, φυσικά, την ορθόδοξη εκκλησία, καθώς και η βασιλική δυναστεία, οι ένοπλες δυνάμεις, το ελληνικό έθνος στο σύνολό του, και του Αντιχρίστου από την άλλη, ο οποίος εκπροσωπείται από τις κομμουνιστικές δυνάμεις, που εγκολπώνονται την αθεΐα και την επανάσταση.23 Σε αυτές τις νοηματικές σχέσεις, η εκκλησιαστική ιεραρχία ταυτίζει τις δυνάμεις που συμμετέχουν στον εμφύλιο πόλεμο με πρόσωπα και αντιλήψεις από τη βιβλική παράδοση, η οποία είναι οικεία σε αυτήν. Έτσι, ο εμφύλιος πόλεμος παίρνει ένα νέο θρησκευτικό και πολιτικό νόημα: το ελληνικό έθνος-Μεσσίας μάχεται εναντίον των κομμουνιστών-Αντιχρίστου Ηρώδη, με πολεμικό βραχίονα τις ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες ως νέος Ιωσήφ υπερασπίζονται την επίγεια Βασιλεία του Θεού, δηλαδή την εξουσία της ελληνικής βασιλικής δυναστείας. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η εκκλησιαστική διοίκηση, κάτω από την πίεση των έκτακτων ιστορικών αναγκών της, δημιουργεί ένα καινούργιο, θρησκευτικο-πολιτικό ευαγγέλιο της εθνικοφροσύνης, το «Κατά Αντικομμουνιστήν Ευαγγέλιον».24


4. Η βασιλική Δυναστεία: Η ελληνική Βασιλεία του Θεού


Η σχέση της εκκλησιαστικής διοίκησης με την ελληνική βασιλική δυναστεία στηριζόταν σε βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις της πρώτης για τη βυζαντινή ιστορική κληρονομιά. Βασιζόμενη η ορθόδοξη εκκλησία στο γεγονός ότι επιτέλεσε το «εθναρχικό» έργο της κατά την οθωμανική κατάκτηση, θεωρούσε τον εαυτό της ως προέκταση της βυζαντινής αυτοκρατορικής δυναστείας, ταυτιζόμενη με τη θρησκευτική και πολιτική εξουσία επί των ορθόδοξων πληθυσμών για τέσσερις σχεδόν αιώνες. Είχε φυσικοποιήσει, επομένως, την αντίληψη ότι η εθνική ενότητα των Ελλήνων θεμελιώνεται σε αυτούς τους δύο θεσμούς, την ορθόδοξη εκκλησία και τη βασιλεία.25 Πολύ περισσότερο που οι βασιλείς, στα βυζαντινά χρόνια, θεωρούνταν ως οι «προστάτες» της Ορθοδοξίας, δηλαδή οι θεματοφύλακες της «ενότητας της πίστεως» και της «ευσταθείας της Εκκλησίας».26 Η ορθόδοξη εκκλησία αναγνωρίζει και πιστοποιεί τούτες τις προνομιακές σχέσεις με τη βασιλική δυναστεία, μνημονεύοντάς την με ειδικές ευχές στο πλαίσιο της θείας λειτουργίας.27 Ειδικά μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και την κατάρρευση του τσαρικού πολιτικού καθεστώτος στη Ρωσία, οι Έλληνες βασιλείς κατέχουν ένα παγκόσμιο μονοπώλιο συμβολικού κεφαλαίου: είναι οι «μόνοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί Βασιλείς εις τον κόσμον».28

Κατά τις πολυάριθμες πολεμικές αναμετρήσεις των Ελλήνων, η ορθόδοξη εκκλησία διέκρινε στη βασιλική δυναστεία την αναβίωση των βυζαντινών αυτοκρατόρων και την εκπλήρωση εσχατολογικών προφητειών για τον «μαρμαρωμένο βασιλιά» και την επανασύσταση του Βυζαντίου. Ο Γεώργιος Α΄ θεωρείται ότι προσέδωσε στον πόλεμο του 1912 «χαρακτήραν Σταυροφορίας».29 Ο γιος του Κωνσταντίνος και η βάπτισή του κατά το ορθόδοξο δόγμα, «είχον συνεγείρει τον ενθουσιώντα λαόν εις κύματα συγκεντρώσεων, διότι ούτος διέβλεπε εν τω προσώπω του νεογέννητου Διαδόχου του Θρόνου την αναβιωθείσαν συνέχειαν της μεγάλης βυζαντινής Αυτοκρατορίας».30 Όπως ισχυρίζεται ο επίσημος βιογράφος του, αν για τις θεσμικές σχέσεις του ήταν ο Κωνσταντίνος της Ελλάδας, για τον λαό, την δημοσιογραφία, την ιστορία ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΒ΄, ο διάδοχος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.31 Έχοντας ο Κωνσταντίνος το όνομα του πρώτου και του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου και ηγούμενος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στους νικηφόρους πολέμους του 1912-1913, πιστοποίησε την εκπλήρωση των εσχατολογικών πόθων για τον «μαρμαρωμένο βασιλιά» με ένταση υψίστου βαθμού, όπως διασώζεται σε ένα χαρακτηριστικό ιστορικό επεισόδιο από την απελευθέρωση της Καβάλας: «μικρά Ελληνίς κορασίς είπε χαρακτηριστικώτατα προς αυτόν “καλώς ήλθες Κωνσταντίνε, σ’ επεριμέναμε τετρακόσια χρόνια ».32

Έχοντας αναπτύξει τέτοιες ιδεολογικο-νοηματικές σχέσεις με την ελληνική βασιλική δυναστεία, η ορθόδοξη εκκλησία τον καιρό του εμφυλίου δεν μπορούσε παρά να συνεχίσει αυτήν την πρακτική. Ο βασιλιάς Παύλος στην άσκηση του βασιλικού του αξιώματος θεωρείται ως «γνησιώτατος φορεύς των αιωνίων Ελληνοχριστιανικών αξιών», αλλά και «πλήρης πίστεως εις την θείαν Πρόνοιαν».33 Δίνοντας το παράδειγμα της αφοσίωσης προς την Ορθοδοξία με τον αδιάλειπτο εκκλησιασμό του, αναβιβαζόταν σε μέτρα των «προκατόχων αυτού Αυτοκρατόρων της Βυζαντινής Ελληνικής Αυτοκρατορίας».34 Είναι ο «ειλικρινώς ευσεβοφρονών» βασιλιάς, στην πενταετία του οποίου οι «ασεβείς εχθροί» της χώρας κομμουνιστές συνετρίβησαν κατά κράτος.35

Αναγνωρίζοντας η ορθόδοξη εκκλησία τη συμβολή του Παύλου στον εμφύλιο πόλεμο, συνθέτει ειδικές περιστατικές ευχές γι’ αυτόν, τις οποίες εκφωνεί σε δημόσιες τελετές της. Η πρώτη αναπέμπεται από τον μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίο, στον καθεδρικό ναό Αθηνών την Κυριακή 20 Μαρτίου 1949, κατά την πρώτη ημέρα εορτασμού της «Εθνικής Εβδομάδος “Εργασία και Νίκη”», προς ενίσχυσιν του πολεμικού μετώπου. Εκεί ακούμε ότι η εκκλησία παρακαλεί: «Στερέωσον την ζωήν των σεπτών ημών βασιλέων. Κράτυνον αυτών την δεξιάν προς καθοδήγησιν του ευσεβούς λαού Σου εις οδούς δικαιοσύνης και δόξης».36 Η δεύτερη ευχή, πάλι από τον ίδιο μητροπολίτη, εκφωνείται σε μνημόσυνο πεσόντων του εμφυλίου, που πραγματοποιείται στα Τουρκοβούνια την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 1949. Τώρα η ευχή αποκτά πιο πολιτικό περιεχόμενο:


«Στερέωσον τον σεπτόν ημών Βασιλέα και την βασιλικήν του δυναστείαν ως δύναμιν συνοχής και εμπνεύσεως και ρυθμίσεως εις τόνον δημιουργίας των κρατικών και κοινωνικών λειτουργιών του Έθνους ημών».37

Ωστόσο, το αποκορύφωμα ανασύνθεσης της χριστιανικής αντίληψης για τη βασιλική δυναστεία σε δημόσια λατρευτική πράξη της εκκλησίας, συμβαίνει σε δοξολογία που λαμβάνει χώρα στις 29 Ιουνίου 1950, με την ευκαιρία των ονομαστηρίων του βασιλιά Παύλου. Εκεί η ιεραρχία της εκκλησίας η οποία τελεί την δοξολογία, συσχετίζει άμεσα τη βασιλεία του Παύλου με τη βασιλεία του Θεού, ενσωματώνοντας με αυτόν τον τρόπο στη λατρευτική της ζωή τις νοηματικές σχέσεις εκπλήρωσης της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού στην ιστορική βασιλεία του Παύλου:


«[…] δεήσεις και προσευχάς προσάγομεν υπέρ των πιστοτάτων ημών Βασιλέων, ους εδικαίωσας βασιλεύειν επί της γης. Ευλόγησον, Κύριε, τον πιστόν Βασιλέα ημών και κραταίωσον αυτού την βασιλείαν η γαρ βασιλεία Σου βασιλεία πάντων των αιώνων και η δεσποτεία Σου εν πάση γενεά και γενεά. Ευλόγησον, Κύριε, τον βασίλειον ημών οίκον και στερέωσον αυτού τους θεμελίους. Συ γαρ ει ο θεμελιών την γην επί την ασφάλειαν αυτής και ου κλιθήσεται εις τον αιώνα του αιώνος. Ευλόγησον, Κύριε, το σκήπτρον εν ταις χερσί του Βασιλέως ημών. Ράβδος γαρ δυνάμεως και ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας Σου. Ο Θεός, το κρίμα Σου τω Βασιλεί ημών δος και την δικαιοσύνην Σου τω υιώ του Βασιλέως, κρίνειν τον λαόν Σου εν δικαιοσύνη και τους πτωχούς σου εν κρίσει. Επισκίασον, Κύριε, τον Βασιλέα ημών εν ημέρα ειρήνης. Ανατελοίη εν ταις ημέραις αυτού δικαιοσύνη και πλήθος ειρήνης. Επισκίασον, Κύριε, τον Βασιλέα ημών εν ημέρα πολέμου. Συ γαρ ει ο Θεός των δυνάμεων, ο κραταιός και δυνατός εν πολέμω. Επισκίασον, Κύριε, την ζωήν του Βασιλέως ημών και τίμησον αυτόν και εύφρανον αυτόν εν χαρά μετά του προσώπου Σου. Συ γαρ προέφθασας αυτόν εν ευλογίαις χρηστότητος, έθηκας επί την κεφαλήν αυτού στέφανον εκ λίθου τιμίου. Ω Κύριε, ευόδωσον δη. Σώσον τους πιστούς Βασιλείς ημών και παράσχου αυτοίς ειρηνικόν το βασίλειον, ίνα και ημείς εν τη γαλήνη αυτών ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάση ευσεβεία και σεμνότητι».38

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί ο εμφύλιος πόλεμος για την ορθόδοξη εκκλησία δεν ήταν μόνο μια πολιτική και στρατιωτική αναμέτρηση, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, ήταν μια ευθεία απειλή ανατροπής του κρατικο-θρησκευτικού σχήματος: Ελληνική Βασιλική Δυναστεία = Ορθόδοξη Εκκλησία = Βασιλεία του Θεού. Οι κεντρικές θρησκευτικές αντιλήψεις της εκκλησιαστικής διοίκησης ταύτιζαν την ύπαρξή της και την ιστορική της συνέχεια με έναν κραταιό βασιλικό θεσμό, εγγυητή, όπως είδαμε, της εκκλησιαστικής ευστάθειας. Με άλλα λόγια, καλλιεργούσαν την αναπαραγωγή του σχήματος ενότητας εκκλησιαστικής και κρατικής εξουσίας. Αν ο εμφύλιος πόλεμος τελείωνε με νίκη των κομμουνιστών, τότε θα συνέβαινε ό, τι είχε λάβει χώρα και στη Σοβιετική Ένωση: θα εξαφανιζόταν η βασιλική δυναστεία που προστάτευε προνομιακά την ορθόδοξη εκκλησία, η οποία με τη σειρά της σηματοδοτεί τη Βασιλεία του Θεού επί της γης, και συνεπώς θα είχαμε την πλήρη κυριαρχία των διαβολικών και αντίχριστων δυνάμεων.

Τούτες οι σχέσεις, όπως είναι φυσικό, της ορθόδοξης εκκλησίας με τη βασιλική δυναστεία, συνεχίστηκαν σε όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο, προκειμένου να ισχυροποιηθούν και να κραταιωθούν, καθώς και οι δύο θεσμοί αντιλαμβάνονταν την κομμουνιστική απειλή ως μόνιμη και διαρκή. Ο διάδοχος του θρόνου, Κωνσταντίνος, ευθύς μόλις αναγορεύεται βασιλιάς, χαιρετίζεται από την εκκλησιαστική διοίκηση ως συνεχιστής της παράδοσης των Ελλήνων βασιλέων, καθώς διατηρούσε το προνόμιο να είναι «ο μοναδικός Ορθόδοξος Βασιλεύς και προστάτης της Ορθοδοξίας».39 Ο Κωνσταντίνος, κατά τον κοινό εορτασμό της Κυριακής της Ορθοδοξίας το έτος 1965 από το παλάτι και την εκκλησία, διαβεβαιώνει, ενώπιον της ιεραρχίας, ότι θα συνεχίσει την παράδοση του πατέρα του και των προ αυτού βασιλέων, όντας φύλακας και προστάτης της ορθόδοξης εκκλησίας.40 Επιβεβαιώνει, δηλαδή, και ο ίδιος την προσδοκία της ορθόδοξης εκκλησίας από αυτόν, ότι θα είναι συνεχιστής των αυτοκρατορικών βυζαντινών πρακτικών.41

Η εκκλησιαστική διοίκηση φαίνεται πως επενδύει στο έργο του νεαρού βασιλιά, όταν το ίδιο έτος, με την ευκαιρία των ονομαστηρίων του, συνθέτει και γι’ αυτόν ειδική περιστατική ευχή, όπως για τον πατέρα του. Με αυτήν του υπενθυμίζει πως είναι «ομώνυμος του Ισαποστόλου Κωνσταντίνου Βασιλέως», και παρακαλεί τον Θεό «ίνα δι’ αυτού, δια της ευσεβούς Κυβερνήσεως και του φιλοχρίστου στρατού Σου, ευρεθή η χείρ Σου προς τους εχθρούς Σου και η δεξιά Σου εύρη πάντας τους μισούντας ημάς».42 Στην ίδια θρησκευτική ιδεολογική γραμμή τοποθετείται και η βασίλισσα Άννα-Μαρία, η οποία αν και προέρχεται από προτεσταντική χώρα, φέρει στο όνομά της έναν «ιερό» δυναμισμό: Άννα είναι το όνομα της μητέρας της Θεοτόκου, ενώ Μαρία είναι το όνομα της Παναγίας.43 Είναι κι αυτό μια ένδειξη πιστότητας της βασιλικής οικογένειας στην ορθόδοξη εκκλησία, όπως επίσης και το γεγονός της βάπτισης του διαδόχου Παύλου, με αναδόχους τα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Σημαντική λεπτομέρεια: το μυστήριο ετελέσθη με «το εξ Ιορδάνου ποταμού μεταφερθέν ύδωρ».44

Ένας βασιλιάς, που καλείται να σταθεί ισάξιος συνεχιστής του «ισαποστόλου» συνωνύμου του αυτοκράτορα, μια βασίλισσα, η οποία θεωρείται ως ευλογημένη ιστορική ενσάρκωση του θεομητορικού αρχετύπου, ένας διάδοχος, ο οποίος από την αρχή της ζωής του γίνεται δημόσια «ιερός προσκυνητής». Η ελληνική εκκλησιαστική διοίκηση θα χρειαζόταν, άραγε, περισσότερες ενδείξεις, ώστε να προσδώσει στον ελληνικό βασιλικό οίκο τον τίτλο της «Αγίας Οικογενείας»;

5. Οι Ένοπλες Δυνάμεις: Ο στρατιωτικός νέος Ιωσήφ


Για την εκκλησιαστική ιεραρχία, οι ένοπλες δυνάμεις που πολεμούν στον εμφύλιο πόλεμο, συγκροτούν την αντίσταση της νομιμότητας ενάντια στην ανομία. Μια νομιμότητα όχι μόνον πολιτική, αλλά, σύμφωνα με την ιδεολογία της εκκλησιαστικής διοίκησης, κυρίως θρησκευτική. Το θεμέλιό της, είναι η βιβλική παράδοση, καθώς ο μαχόμενος ελληνικός στρατός ενσαρκώνει έναν νέο Ιωσήφ. Απευθυνόμενος στα στελέχη του στρατού ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εξαίρει το γεγονός, ότι όπως ο καινοδιαθηκικός Ιωσήφ ανέλαβε από τον Θεό την αποστολή να προστατέψει τον νεογέννητο Ιησού από τη δολοφονική μανία του βασιλιά Ηρώδη, έτσι και αυτοί «ως άλλος νέος Ιωσήφ, με τον Χριστόν και την Ελλάδα εις τα στήθη σας, οδηγείσθε από τον Θεόν δια να σώσετε την θρησκείαν και την πατρίδα μας από την αγριότητα και την κακουργίαν του νέου αντιχρίστου Ηρώδου».45 Η νίκη τους θα είναι βέβαιη, διότι προορίζονται να οδηγήσουν, «την χριστιανικήν μας πατρίδα, όπως άλλοτε ο Ιωσήφ τον Χριστόν και την Μητέρα Του, εις την Ναζαρέτ της ειρήνης».46

Η προσδοκώμενη ημέρα της νίκης των ενόπλων δυνάμεων στον εμφύλιο πόλεμο, χαρακτηρίζεται ως «ημέρα της ειρήνης και της εθνικής ευτυχίας».47 Οι νοηματικές σχέσεις που δίνουν περιεχόμενο σε μια τέτοια «ευτυχία», είναι οι σχέσεις «προκοπής και δικαιοσύνης» που θα φωτίσουν το έθνος, οι σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής αποκατάστασης και ενότητας, όπου «θα διορθωθούν τα λανθασμένα, θα αμειφθούν οι άξιοι και θα συγχωρηθούν όσοι, παραπλανηθέντες, απέκοψαν εαυτούς του σώματος της Εκκλησίας και του Έθνους, εάν ειλικρινώς μετανοήσουν και επιστρέψουν εις τον Χριστόν και εις την Ελλάδα».48 Οι ηττημένοι θα αντιμετωπισθούν ως αιρετικοί, ως άνθρωποι που έπεσαν σε θρησκευτική και πολιτική «πλάνη», αφορίζοντας εαυτούς από το ορθόδοξο σύνολο, άρα το μόνο μέσον επαναφοράς τους θα είναι η θρησκευτική και πολιτική «ειλικρινής μετάνοια».49

Μια τέτοιας ποιότητας «ευτυχία», όμως, δεν αρκεί μόνον να επιτευχθεί άπαξ. Χρειάζεται απαραιτήτως να θεμελιωθεί βαθιά, να οικοδομηθεί με την επαγρύπνηση και φρούρηση των συγκεκριμένων πολιτικών και θρησκευτικών σχέσεων, και μάλιστα με τη δραστηριοποίηση των ορθόδοξων πολιτών, οι οποίοι συγκροτούν και τον θεσμό του κράτους και τον θεσμό της εκκλησίας. Κυρίαρχη διαμεσολαβητική θέση σε τούτη την προσπάθεια κατέχουν οι οπλίτες των Ταγμάτων Εθνοφυλακής Αμύνης, περισσότερο γνωστών ως Ταγμάτων Εθνικής Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.). Σε αυτούς επιφυλάσσεται το τιμητικό αξίωμα του «ιεραποστόλου», δηλαδή του διαφωτιστή και κατηχητή των νέων πολιτικών και θρησκευτικών «δογμάτων». Απευθυνόμενη προς τους άνδρες των Τ.Ε.Α. Φιλιατών, η εκκλησιαστική διοίκηση τους ξεχωρίζει, καθώς τους προσφωνεί:


«Δεν μοιάζετε προς άλλους οπλίτας […] σεις είσθε πρωτοπόροι. Σεις διακρίνεσθε, διότι διαμένετε ως ιεραπόστολοι του έθνους μας, εις αυτά τα ακριτικά χωρία της επαρχίας Φιλιατών, που ευρίσκεται μέσα εις την προκάλυψιν. Και η Εκκλησία, η Μητρόπολίς μας, στα πρόσωπά σας ατενίζει διαρκώς τους συμπαραστάτας, τους υπερμάχους αγωνιστάς των ιδεωδών του Σωτήρος ημών Χριστού».50


6. Το ελληνικό έθνος: Ο παγκόσμιος Νέος Μεσσίας


Για την ορθόδοξη εκκλησία, ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου, η ελληνική κοινωνία είχε εκδηλώσει σαφέστατα τον αντικομμουνιστικό προσανατολισμό της, τον οποίο εξηγεί ως θεμελιωμένο κατ’ αρχήν στην ίδια την κοινωνική σύνθεσή της. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, εφ’ όσον οι κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησίας και παραγωγής αγαθών της ελληνικής κοινωνίας είναι αστικές, τούτο σημαίνει πως και η πλειονότητα των πολιτών προσδιορίζονται μάλλον ως αστοί παρά ως προλετάριοι:


«Η Ελλάς δεν είναι χώρα εργατική, δηλαδή κοιτίς και τροφός προλεταριάτου πάντες σχεδόν οι Έλληνες αποτελούσι πληθυσμόν αστικόν, και αυτοί οι εργάται. Η ιδιοκτησία είναι η βάσις, ο σκοπός και το όνειρο του Έλληνος, ολίγοι δ’ είναι οι άνευ ιδιοκτήτου γης αγρόται ενταύθα».51


Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τον όρο «αστικός πληθυσμός», φαίνεται πως η εκκλησιαστική διοίκηση τον χρησιμοποιεί ως ευρύτερο πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο του όρου «μικροαστός», σε αντίθεση με την εργατική τάξη, την οποία ταυτίζει με το κομμουνιστικό κίνημα:


«[…] η Ελληνική κοινωνία ολόκληρος αποτελείται εκ μικροαστών, η εν αυτή δ’ εργατική τάξις αποτελεί ασήμαντον μειονοψηφίαν, εις την οποίαν δεν είνε δυνατόν ν’ αναγνωρισθή ως δικαίωμα η αξίωσις να διευθετή αυτή αυθαιρέτως τον βίον της χώρας, μοναρχικά ιδιοποιουμένη δικαιώματα οχλοκρατικού αυταρχικού ρυθμού της ζωής των άλλων».52


Η νικηφόρα αντίσταση του ελληνικού έθνους προς τις δυνάμεις του Άξονα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσε για την ορθόδοξη εκκλησία το προοίμιο μιας επιπλέον νίκης στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε. Δεν επρόκειτο μόνον για ένα τοπικό πόλεμο, αλλά στην πραγματικότητα για έναν αμυντικό αγώνα που διεξήγε ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός και η δυτικού τύπου δημοκρατία ενάντια στην επίθεση της «δήθεν “δημοκρατίας Ανατολικού τύπου ».53 Η επί μία δεκαετία, σχεδόν, εμπλοκή του ελληνικού έθνους σε μια τέτοιων διαστάσεων πολεμική αναμέτρηση, αναδεικνύεται στην εκκλησιαστική αντίληψη ως μια θεϊκή ένδειξη για την «εξ ουρανού αποστολήν του», η οποία δεν είναι άλλη παρά να ίσταται ως «φύλαξ άγγελος επί γης των θείων αγαθών της αρετής και του πνεύματος», οπλισμένο με την «πυρίνη του ρομφαία», να αναγνωρίζεται ως «ο αιώνιος συνοδός της ανθρωπίνης ιστορίας και του Χριστιανικού πολιτισμού».54 Ο ισχυρός βαθμός θρησκευτικότητας του ελληνικού λαού, ο οποίος πιστοποιείται ιστορικά, θεωρείται σ’ αυτήν την προοπτική, ένα ακαταμάχητο πολιτικό όπλο, ικανό να παράγει κοινωνικά αποτελέσματα.55

Οι δημόσιες προσευχές της εκκλησίας, ενισχύουν αυτήν την προοπτική και τονίζουν μια τέτοια αποστολή του έθνους, όταν δέονται: «Κραταίωσον το έθνος ημών και ανάδειξον αυτό απροσμάχητον και ισχυρόν εις την εκπλήρωσιν της μεγάλης ιστορικής του αποστολής».56 Η ιδιαιτερότητα της αποστολής του ελληνικού έθνους αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σπουδαιότητα και αξία, αν αναλογιστεί κανείς ότι, για την εκκλησιαστική ιεραρχία, ήταν αυτό το έθνος που έχοντας οριστεί από τον ίδιο τον Θεό, ερμήνευσε τη ζωή του Χριστού, τη δημιουργία του Θεού, «όχι μόνον ως δογματική αλήθεια, αλλά […] εις ιεράρχησιν της ζωής εις θεσμούς Βασιλείας και κοινωνικής τάξεως, εις δημοκρατικούς ρυθμούς διοικήσεως, ως εμπρέπει εις την ζωήν πολιτισμένων εθνών».57

Στο ελληνικό έθνος έχει ανατεθεί, δηλαδή, εκ Θεού το προνόμιο μιας πρωτοποριακής δυναμικής: να καθορίζει αποφασιστικά τη θεσμική ανασύνθεση των ανθρωπίνων κοινωνιών, τόσο μέσα από θεσμούς πολιτειακής (βασιλεία), όσο και μέσα από θεσμούς πολιτικής συγκρότησης (κοινωνική τάξη και δημοκρατική διοίκηση).

Το ελληνικό έθνος, λοιπόν, μέσω των νοηματικών σχέσεων του προστάτη-αγγέλου του δυτικού κόσμου και του προασπιστή των πολιτικών αξιών του, όπως του αποδίδονται από την πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία της ορθόδοξης εκκλησίας, θα πρέπει να αισθάνεται ευλογημένο και «περιούσιο», έστω κι αν ο ένοπλος αυτός αγώνας του (η «πύρινη ρομφαία» του) του κοστίζει έναν εμφύλιο σπαραγμό.58 Πολύ περισσότερο που, ένας τέτοιος πόνος, όπως διδάσκει και πιστεύει η ορθόδοξη εκκλησία, δικαιώθηκε από τον ίδιο τον λυτρωτή της, τον Μεσσία Ιησού Χριστό, ο οποίος επωμίσθηκε θυσιαστικά πάνω στο σταυρό τις αμαρτίες του κόσμου, προκειμένου να τον σώσει. Κατά ανάλογο τρόπο, το ελληνικό έθνος, το οποίο γνωρίζει τη θεϊκή αποστολή του, στα Δεκεμβριανά του 1944, ταυτίζεται με τον εσταυρωμένο Μεσσία Ιησού Χριστό, και δέχεται να ανεβεί στον Γολγοθά του εμφυλίου πολέμου:


«Και έρχονται τα Δεκεμβριανά του 1944. […] Νέον σταυρό παίρνει επάνω του ο πονεμένος και πικραμένος λαός μας. Τον δέχεται και πάλι. Γίνεται δε άθελά του και σωστό εξιλαστήριο θύμα. Και τραβάει τον δρόμο του προς τον νέο Γολγοθά. Εκτελεί την νέα αποστολή του, στην οποία και πιστεύει».59


Στον εμφύλιο πόλεμο πραγματοποιείται ο βίαιος θάνατος του ελληνικού έθνους-Μεσσία, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι ένας θάνατος λυτρωτικός και σωστικός για τον κόσμο ολόκληρο.60 Είναι ένας θάνατος, εντούτοις, ο οποίος δεν τελειώνει στον τάφο, διότι ένας αθάνατος θεός δεν μπορεί να κρατηθεί για πολύ στα δεσμά του θανάτου. Όπως ακριβώς ο Μεσσίας, έτσι και η Ελλάδα, υπέμεινε στο παρελθόν κατά την ξένη υποδούλωση «με θαυμαστήν εγκαρτέρησιν τους σταυρούς της», προκειμένου «να εξέλθη, όπως ο Χριστός, ο Θεός της Ιστορίας της από τον τάφον της απαισίας μνήμης Κατοχής, εις την Ανάστασιν, εις το φως της ελευθερίας, εις την δόξαν», αλλά και τώρα, για δεύτερη φορά, στον εμφύλιο «η Ελλάς πληττομένη ορθούται, ανίσταται».61 Η μεσσιανική αποστολή της Ελλάδας αποκαλύπτει μια παράδοξη σχέση: ο προσωρινός θάνατός της μοιάζει να είναι όχι μόνο επιθυμητός από τον Θεό, αλλά πολύ περισσότερο αναγκαίος και ιστορικά νομοτελειακός, διότι η ανάστασή της θα σημάνει την ιστορική διάσωση και ανάσταση του παγκόσμιου πολιτισμού.

Η προνοιακή αντίληψη της ιστορίας, μέσω της οποίας προσλαμβάνει τα πολιτικά γεγονότα η ορθόδοξη εκκλησία, η αντίληψη δηλαδή ότι η έκβαση των γεγονότων παίρνει νόημα και σκοπό από έναν εξωιστορικό παράγοντα, τον Θεό, ο οποίος κατευθύνει τα πάντα σύμφωνα με τα ανεξιχνίαστα από τον άνθρωπο θελήματά του, προσδιορίζει σε τελική ανάλυση τα δεδομένα του εμφυλίου πολέμου και την εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτόν. Αυτή η αρχή, με τη θεϊκή της εξουσία είναι που θα άρει τελικά την ηθική αδικία, η οποία τελείται εις βάρος του ελληνικού έθνους.62 Το ελληνικό έθνος-Μεσσίας πάσχει άδικα, όπως και ο Μεσσίας Ιησούς Χριστός, γι’ αυτό και προσδοκάται η δίκαιη αποκατάστασή του.

Μια τέτοια παγκοσμίων διαστάσεων αποστολή, για την οποία προορίζεται το ελληνικό έθνος από τη θεία πρόνοια, σημαίνει στην εκκλησιαστική διάλεκτο, τον τελικό θρίαμβο της ορθόδοξης πίστης. Είναι ένας θρίαμβος κοινός, τόσο για την ορθόδοξη εκκλησία όσο και για το ελληνικό έθνος, ο οποίος θα εκδηλωθεί όχι σε κάποια μεταϊστορική και μεταφυσική διάσταση, αλλά εντός των ορίων της παγκόσμιας ιστορίας. Προσδιορίζεται, δε, από την οικουμενική αποκατάσταση και των δύο: «Και θα λάμψη τότε η Γη, ως Παράδεισος των μεγαλείων της Τριαδικής Θεότητος. Και θ’ αστραποβολή η Ελλάς, ως ο εκθαμβωτικότερος αδάμας της θείας Δημιουργίας».63


7. Οι κομμουνιστικές δυνάμεις: Ο αντίχριστος νέος Ηρώδης


Αν οι ένοπλες δυνάμεις συνιστούσαν τον νέο, στρατιωτικών αναγκών, Ιωσήφ της ιστορίας, ο οποίος προστάτευε το ελληνικό έθνος-Μεσσία από την απειλή της σφαγής, οι κομμουνιστικές δυνάμεις συγκροτούσαν τον ανίερο πόλο, την αντίχριστη εξουσία του νέου Ηρώδη. Και όπως ο καινοδιαθηκικός Ηρώδης απέτυχε να ακυρώσει το έργο της θείας πρόνοιας, «ούτω και οι σημερινοί εχθροί της Ελλάδος, οι νέοι Ηρώδαι, θα συντριβούν υπό τα πλήγματα της θείας δικαιοσύνης».64 Οι κομμουνιστές θεωρούνται ως «μία σκοτία δύναμις», 65 έκφραση που παραπέμπει σαφέστατα «[εις τας] σκοτεινάς δυνάμεις του Άδου και της κολάσεως», 66 δυνάμεις που εκπορεύονται από το «ασιατικόν σκοτεινόν πνεύμα».67 Η εκκλησιαστική διοίκηση της εποχής του εμφυλίου, στοχοποιεί τους κομμουνιστές ως την κατ’ εξοχήν αντίθεη δύναμη που μάχεται συνειδητά τον χριστιανισμό: είναι ο νέος συλλογικός Αντίχριστος, ο οποίος επιχειρεί να κυριαρχήσει σε παγκόσμια κλίμακα, έχοντας ως βασικό ανάχωμά του την ορθόδοξη Ελλάδα.68

Γι’ αυτό η πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία της ιεραρχίας δεν διστάζει να στιγματίσει τις κομμουνιστικές δυνάμεις ως «τέρατα του κομμουνιστικού σατανισμού», ως όργανα ενός «δαιμονισμού».69 Δεν είναι δύσκολο για την εκκλησιαστική διοίκηση να εξηγήσει τούτη την πράξη δαιμονοποίησης. Ο λόγος ήταν ότι οι «κομμουνιστοσυμμορίται», αφ’ ενός απομακρύνθηκαν από την ελληνοχριστιανική παράδοση, αφ’ ετέρου κυριαρχήθηκαν από την επιθυμία να «επιβάλουν τους σκοτεινούς σκοπούς των εντός της κοινωνίας», γεγονός, βέβαια, το οποίο απέτυχαν να εκπληρώσουν.70

Δεν ήταν μόνο η ελληνική ιεραρχία η οποία είχε κατασκευάσει μια τέτοια νοηματική ταύτιση κομμουνισμού και Αντιχρίστου. Ήδη από την αρχή της διακυβέρνησής της, η σοβιετική πολιτική εξουσία, εξαγγέλλοντας το πρώτο πενταετές πρόγραμμά της, το οποίο προέβλεπε την εφαρμογή κολλεκτιβιστικών σχέσεων παραγωγής, είχε θεωρηθεί από μερίδα θρησκευόμενων σοβιετικών αγροτών ως η ενσάρκωση του Αντίχριστου.71 Εντούτοις, η ταύτιση των κομμουνιστών με τον Αντίχριστο αποτέλεσε για την ελληνική εκκλησιαστική διοίκηση μια παγιωμένη, θεσμική πρακτική.72 Οι περιστατικές ευχές που συνέθεσε με αφορμή τον εμφύλιο πόλεμο, αποτέλεσαν μια εξαιρετική ευκαιρία, ώστε να δημοσιοποιηθεί και να λάβει έκταση τούτη η νοηματική ανασύνθεση.73 Η εκκλησιαστική διοίκηση, απευθυνόμενη στον Θεό μέσα από τις προσευχές της, καταγγέλλει «τας κακούργους και σκοτεινάς δυνάμεις του Άδου», ότι «επ’ εσχάτων των χρόνων» θέλησαν «να ανατρέψουν την βασιλείαν Σου».74 Σε επιμνημόσυνη δέηση που τελεί ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος στις 3 Δεκεμβρίου 1962 για τους πεσόντες στο σύνταγμα χωροφυλακής Μακρυγιάννη κατά τον Δεκέμβριο του 1944, ευχαριστεί τον Θεό διότι προνόησε για την αναχαίτιση του «αβυσσαλέου κύματος», το οποίο απειλούσε να «καταποντίση το θεότευκτον πλοίον, το φέρον τας τύχας Εκκλησίας και Έθνους», ενώ ταυτόχρονα παρακαλεί να συνεχίσει ο Θεός να σώζει το λαό του «από τοιούτων λαοφθόρων κινημάτων και επαναστάσεων».75 Την ίδια ακριβώς επιμνημόσυνη δέηση τελεί στον ίδιο χώρο και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, στις 3 Δεκεμβρίου 1967.76

Δέκα χρόνια από το τέλος του εμφυλίου πολέμου, μετά τον εκλογικό θρίαμβο της ΕΔΑ το 1958, η εκκλησιαστική ιεραρχία, μέσω του επίσημου οργάνου της, την Εκκλησία, διερωτάται με έκδηλη ανησυχία, αν «η πρόσφατος λαϊκή ετυμηγορία» αποτελεί «μεταστοιχείωσιν κυτταρικήν της οργανικής του Έθνους συνειδήσεως», με άλλα λόγια αν ο ελληνικός λαός, ακόμα και ύστερα από την ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων στον εμφύλιο, κατέστη «ώριμος προς θερισμόν υπό του πνεύματος της Αβύσσου, το οποίον εκπροσωπεί ο κομμουνισμός».77 Ο κομμουνισμός, ταυτισμένος πια με το διαβολικό πνεύμα, εξακολουθούσε να αποτελεί για τον εκκλησιαστικό χώρο την διαρκή και μόνιμη απειλή, τουλάχιστον έως την έλευση της Μεταπολίτευσης.


8. Συμπεράσματα


Η εκκλησιαστική διοίκηση, επιβεβαιώνοντας την κοινωνική της θέση ως μορφής κρατικής εξουσίας, προσλαμβάνει τα γεγονότα και τις δυνάμεις του εμφυλίου πολέμου οι οποίες συμμετείχαν σε αυτόν, όχι με κριτική και πολιτική ανάλυση, αλλά με τη δική της αποκαλυπτική οπτική. Δημιούργησε σχήματα ιδεολογικής σκέψης και πράξης, τα οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε συμβατικά ως «πολιτική θεολογία του αντικομμουνισμού». Τούτη η πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία, εδράζεται στην εμπειρία ενός ιστορικού «τέλους», δηλαδή συμπυκνώνει τη γνώση ότι τερματίζεται επώδυνα και καταστροφικά μια ολόκληρη ιστορική περίοδος, ενώ ταυτόχρονα εισαγόμαστε σε μια καινούργια, άγνωστη και επικίνδυνη εποχή.

Προκειμένου να δώσει νέο νόημα στις ιστορικές εξελίξεις, οι οποίες άλλαζαν ραγδαία, όχι μόνο για την ορθόδοξη εκκλησία, αλλά για όλο το ελληνικό κράτος, κάτω από το ενδεχόμενο επικράτησης των κομμουνιστικών δυνάμεων, η ιεραρχία χρησιμοποίησε το οικείο εργαλείο της αποκαλυπτικής της παράδοσης, ιεροποιώντας ή δαιμονοποιώντας ανάλογα, όλες τις δυνάμεις που αναμετρήθηκαν. Χαρακτηριστική για τον δυαλισμό της αυτή η αποκαλυπτική παράδοση, δηλαδή για τον διαχωρισμό της ιστορίας σε «δημιουργικές» και «καταστροφικές» δυνάμεις, διαμόρφωσε κατ’ επέκτασιν τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Οι «δημιουργικές» δυνάμεις συνιστούσαν την αντικομμουνιστική παράταξη, δηλαδή τη βασιλική δυναστεία, τον στρατό και το μέρος του ελληνικού λαού που παρέμεινε στις γραμμές των κρατικών θεσμών. Αντίθετα, οι «καταστροφικές» δυνάμεις ήταν οι κομμουνιστές και το μέρος του ελληνικού λαού που ταυτιζόταν με αυτούς. Όπως είναι φυσικό, ο Χριστός τάσσεται αξιωματικά με τους αντικομμουνιστές, ενώ την παράταξη των κομμουνιστών, την παράταξη της επανάστασης, συνέχει και συγκροτεί το διαβολικό πνεύμα, ο Αντίχριστος, ως ο πρώτος διδάξας.78 Ο εμφύλιος πόλεμος με τον τρόπο αυτό μετατρέπεται στη μέχρις εσχάτων σύγκρουση των δυνάμεων του Χριστού με τις δυνάμεις του Αντίχριστου, στη μάχη του φωτός ενάντια στην εξέγερση του σκότους.79 Χαρακτηριστική αυτής της πεποίθησης, είναι η φράση που διατύπωνε παραστατικά στα κηρύγματά του ο αρχιμανδρίτης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, στρατιωτικός ιεροκήρυκας στη Θεσσαλονίκη τον καιρό του εμφυλίου και μετέπειτα μητροπολίτης της: «Δεξιά το φως, αριστερά το σκότος!».80 Αυτά τα δεδομένα εξηγούν, ενδεχομένως, γιατί σύμφωνα με την κυρίαρχη πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία της ιεραρχίας, οι Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί δεν θα μπορούσαν να είναι τίποτε άλλο, εκτός από εθνικόφρονες και αντικομμουνιστές. Διότι, όσοι προσχωρούν στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, παύουν αυτομάτως να ανήκουν στον «περιούσιο λαό» του Θεού, το μεσσιανικό ελληνικό έθνος, αφού μετατρέπονται σε σλάβους, 81 αλλά και αφορίζουν εαυτούς από την κοινότητα των ορθόδοξων χριστιανών, καθώς συντάσσονται με τον Αντίχριστο.

Για την ελληνική εκκλησιαστική διοίκηση ο εμφύλιος πόλεμος συνιστούσε ένα ακόμα επεισόδιο της πτώσης της ανθρωπότητας από τον παράδεισο, μια ιστορική αναπαραγωγή της πράξης που εγκαινίασε ο διάβολος, ως ο πρώτος επαναστάτης, ο οποίος αποστάτησε και στασίασε εναντίον του Θεού.82 Ωστόσο, όσο κι αν γιγαντωθεί ο κομμουνισμός-Αντίχριστος, το ελληνικό έθνος-Μεσσίας είναι προορισμένο να νικήσει, οι ένοπλες δυνάμεις του, ο νέος Ιωσήφ, θα το προστατέψουν, ώστε να μην καταστραφεί η ελληνική εκδοχή της Βασιλείας του Θεού, δηλαδή ο ελληνικός βασιλικός οίκος. Τότε, στον νέο κόσμο που θα αρχίσει να αναδύεται μετά τον εμφύλιο, το ελληνικό έθνος και η ορθόδοξη εκκλησία θα πραγματοποιήσουν τον επίγειο παράδεισο, τη νέα πολιτικο-θρησκευτική, εθνικόφρονα ουτοπία της «Καινούργιας Ελλάδος», με παγκόσμιες προεκτάσεις.83

Κρίσιμο στοιχείο αυτής της αντικομμουνιστικής πολιτικής θεολογίας, είναι ότι δεν μένει μόνο στο επίπεδο της σκέψης, αλλά συγκροτείται στο βασικότερο, ενδεχομένως, πεδίο της εκκλησιαστικής πράξης, στη λατρευτική εκδήλωση. Η εκκλησιαστική διοίκηση συνθέτει νέες περιστατικού τύπου ευχές, οι οποίες φαίνεται ότι ήταν εν χρήσει σε όλη την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδο, ενσωματώνοντας τον αντικομμουνισμό, όχι μόνον απλώς ως μια ιδεολογική και πολιτική διάσταση της εκκλησιαστικής πρακτικής, αλλά μάλλον ως έναν δομικό όρο συγκρότησης της εκκλησιαστικής ταυτότητας.84 Τούτη η διαπίστωση ενισχύεται από τη δημόσια έκφραση αυτών των λατρευτικών πρακτικών, ενδεικτική της μονιμότητας με την οποία τις είχε επενδύσει η ιεραρχία. Μιας μονιμότητας, ωστόσο, η οποία αποδείχθηκε μάλλον βραχεία σε διάρκεια: θα διαρκούσε μόνον έως την 24η Ιουλίου 1974.


Βιβλιογραφία


1940-1950: Δέκα χρόνια αγώνων και θυσιών, Αθήναι: Εκδόσεις «Ελληνικού Φωτός» 1950.

[Ανωνύμου], «Η ταφή των Βασιλέων», Εκκλησία ΙΔ΄ (1936): 369-371.

[Ανωνύμου], «Τα μετά τη Βάρκιζαν», Εκκλησία ΚΒ΄ (1945): 21-22.

[Ανωνύμου], «Σατανισμός», Εκκλησία ΚΔ΄ (1947): 217-218.

[Ανωνύμου], «Κύριε, σώσον τον Βασιλέα», Εκκλησία ΚΗ΄ (1951): 292.

[Ανωνύμου], «Ο Βασιλεύς Παύλος», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 129-130.

[Ανωνύμου], «Ορθόδοξος Βασιλεύς», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 167.

[Ανωνύμου], «Η βάπτισις του Διαδόχου του θρόνου Παύλου», Εκκλησία ΜΔ΄ (1967): 342-344.

Αγουρίδης Σάββας, «Η Εκκλησία ως φορέας άσκησης εξουσιαστικής δράσης», Δομές και σχέσεις εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα, 7ο Επιστημονικό Συνέδριο, Πάντειο Πανεπιστήμιο 21-24 Απριλίου 1999, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα 2000: 359-363

Αλιβιζάτος Αμίλκας, «Γνωμοδότησις», Απόστολος Βαρνάβας Ζ΄ (1946): 33-36.

Αρκάδας Δημήτρης, Οι επαγγελματίες της θεολογικής σκέψης: Το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα: Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο 2011.

Αρκάδας Δημήτρης, «Κλήρος και Ένοπλες Δυνάμεις: Όψεις της πολιτισμικής ταυτότητας των στρατιωτικών ιερέων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα», Θέσεις, τ. 130 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2015): 83-115.

Βλαχάκης Γιώργος Ι., Το κανονικό αδίκημα τησ αποστασίας, Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη: Θεολογική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2013.

Γεωργούλης Κ. Δ., «Πόλεμος», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος 1967: στ. 493-496.

Γούναρης Βασίλης Κ., Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής 2002.

Close David H., «The Changing Structure of the Right, 1945-1950», Greece at the Crossroads. The Civil War and Its Legacy, ed. by John O. Iatrides and Linda Wrigley, Pennsylvania: The Pennsylvania State University Press 1995: 122-156.

Δαμασκηνού, Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, «Λόγος κατά το μνημόσυνον υπέρ των εις τους εθνικούς αγώνας πεσόντων 1940-1948», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 284-285.

Δαμασκηνού, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Πρωθιεραρχικά Ευχετήρια», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 17-19.

Δημητρόπουλος Παν. Χ., «Πολιτεία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος 1967: στ. 497-505.

«Ευχή επί τη ονομαστική εορτή του Βασιλέως Παύλου», Εκκλησία ΚΖ΄ (1950): 230-231

«Ευχή εις επιμνημόσυνον δέησιν εις Μακρυγιάννη», Εκκλησία ΜΔ΄ (1967): 819.

«Η Ι. Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης προς τας Ενόπλους Δυνάμεις του Έθνους», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 360-361.

«Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά της ανταρσίας», Εκκλησία ΚΔ΄ (1947): 177-178.

«Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τας Ενόπλους Δυνάμεις του Έθνους», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 216-218.

«Η Ποιμαντορική Εγκύκλιος της Ιεραρχίας προς το ευσεβές ελληνικόν Έθνος», Εκκλησία ΚΓ΄ (1946): 13-16.

Θεοδώρου Ανδρέας, «Η ιδέα της Ορθοδοξίας = Πνεύμα - Φως!», Εκκλησία ΛΘ΄ (1962): 291-292.

Ιδεολογική Επιτροπή της Κ.Ε. του ΚΚΕ, Ο αντικομμουνισμός χθες και σήμερα, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή 2006.

Ιωάννου Γιώργος, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, Αθήνα: Κέδρος 19977.

Καραγιάννης Γιώργος Ν., Η Εκκλησία από την κατοχή στον εμφύλιο, Αθήνα: Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος 2001.

«Καταπληκτική εκ Μοσχοβίας επέμβασις και η προσήκουσα απάντησις», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 209-210.

Κον Νόρμαν, Αγώνες για την έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού. Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα, μετ. Βασίλης Τομανάς, Αθήνα: Νησίδες 1999.

Κονιδάρη Γερασίμου, «Το νόημα του αγώνος και αι επιταγαί των θυμάτων», Εκκλησία Λ΄ (1953): 58-61.

Κονιδάρης Γεράσιμος Ι., «Πρόλογος» στο βιβλίο του Παναγή Δ. Ζούβα, Η Βασίλισσα Φρειδερίκη εις την υπηρεσίαν του Έθνους, Αθήναι 1956: 7-10.

Κουφουδάκης Γ., Ο.Ε.Ν.Ο. Η σατανική οργάνωσις του Κ.Κ.Ε. στην εμπορική ναυτιλία, Αθήναι Αύγουστος 1949.

Λιάκος Αντώνης, Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία. Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης, Αθήνα: Πόλις 2011.

Makrides Vasilios N., «The Orthodox Church of Greece», Eastern Christianity and the Cold War, 1945-91, ed. by Lucian N. Leustean, London and New York: Routledge 2010: 253-270.

MoltmannJurgen, Ο ερχόμενος Θεός. Χριστιανική εσχατολογία, μετ. Πέτρος Γιατζάκης, Αθήνα: Άρτος Ζωής 2013.

Μουστάκης Βασ., «Εθνικοφροσύνη», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 5, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος 1964: στ. 357.

Μπαχάρας Δημήτρης, «Μελετώντας τις απαρχές του αντικομμουνισμού τα πρώτα χρόνια τησ δεκαετίας του 1920 στην Ελλάδα», Μνήμων 29 (2008): 175-198.

Μπουρνάζος Στρατής, «Ο αναμορφωτικός λόγος των νικητών στη Μακρόνησο: Η ένταξη του εμφυλίου στην προαιώνια ιστορία της Φυλής, ο “διηθητός ιός” του κομμουνισμού και ο ρόλος της “αναμόρφωσης”», Το εμφύλιο δράμα, Πρακτικά Ημερίδας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο τον Οκτώβριο του 1996, επιμ. Νίκος Κοταρίδης, Αθήνα: Δοκιμές 1997: 101-133.

Μπουρνάζος Στρατής, «Το κράτος των εθνικοφρόνων: Αντικομμουνιστικός λόγος και πρακτικές», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Ανασυγκρότηση - εμφύλιος - παλινόρθωση 1945-1952, επιστ. επιμέλεια Χρήστος Χατζηιωσήφ, τόμος Δ2, Αθήνα: Βιβλιόραμα 2009: 9-49.

Μπρατσιώτης Π. Ι., «Η Εκκλησία ενώπιον των συγχρόνων προβλημάτων», Εκκλησία ΚΒ΄ (1945): 22-24.

«Ο εορτασμός της Κυριακής της Ορθοδοξίας», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 183-187.

Ο Λάμπης και Σφακίων Ευμένιος, «Πολιτικοί άνδρες και η χριστιανική πίστις παρ’ ημίν τοις Έλλησι», Γρηγόριος ο Παλαμάς 31 (1949): 195-196.

Ο Παραμυθίας Τίτος, «Ομιλία προς τους οπλίτας του 3167 Τ.Ε.Α. κατά την ημέραν της διανομής δεμάτων (12.6.1964) υπό του κλιμακίου της “Φανέλλας του Στρατιώτου”», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 427-428.

Ο Σάμου Ειρηναίος, «Διατί ο Ιερός Κλήρος αποτελεί τον κύριον στόχον της αθεΐας», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 107-109.

Ο Σάμου Ειρηναίος, «Ευχή υπέρ ευοδώσεως των αγώνων του Έθνους», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 112-113.

Ο Σάμου Ειρηναίος, «Ευχή κατά την τελετήν επιμνημοσύνου δεήσεως επί των τάφων δολοφονηθέντων υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 373-374.

Ο Σάμου Ειρηναίος, «Η χριστιανική Ελλάς ως πνεύμα ζωοποιούν», Εκκλησία ΚΖ΄ (1950): 366-368.

Ο Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, «Οι Βασιλείς, φορείς της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως», Εκκλησία ΛΔ΄ (1957): 232.

Ο Σάμου Ειρηναίος, «Λόγος εις επιμνημόσυνον τελετήν της 31ης Αυγούστου 1958 δια τους πεσόντας Έλληνας εις τας μάχας του Γράμμου και του Βίτσι», Εκκλησία ΛΕ΄ (1958): 374-375.

Ο Σάμου Ειρηναίος, «Μια ακτινοβολία ελληνικού πολιτισμού», Εκκλησία ΛΣΤ΄ (1959): 205-206.

Παναγιωτάκος Παναγ. Ι., «Βασιλεύς και Εκκλησία επί τη Κυριακή της Ορθοδοξίας (14 Μαρτίου 1965)», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 196-197.

Παπαμιχαήλ Γρηγορίου, «Κομμουνισμός», Εκκλησία Α΄ (1923): 133-134.

Παπαμιχαήλ Γρηγόριος, «Κομμουνιστικά κρούσματα», Εκκλησία Γ΄ (1925): 42.

Παπαρίζος Αντώνης, «Πολιτική και θρησκεία στην Ελλάδα. Είναι ο Θεός Δεξιά;», Τετράδια, τ. 27 (1991): 63-76.

Παπαρίζος Αντώνης, Θεός, εξουσία και θρησκευτική συνείδηση. Τα γενικά, μετατρεπτικά και ερωτικά ενδιάμεσα και η κοινωνία του Ανθρώπου, Αθήνα: Παπαζήσης 2011.

Παρασκευαίδη Χριστοδούλου, αρχιμ., Πόλεμος κατά του Σατανά, Αθήναι: Χρυσοπηγή 1973.

«Περιστατική ευχή του Μακ. Αρχιεπισκόπου επί τη ονομαστική εορτή της Α.Μ. του Βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου (21.5.1965)», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 308.

Ρήγας Γεώργιος Α., οικονόμος, «Ζητήματα Τυπικού», Εκκλησία ΚΘ΄ (1952): 355-358.

Σιγανού Μαρία, Ο Αντικομμουνιστικός λόγος της «Ζωής» στον εμφύλιο πόλεμο (1946-1948), Πτυχιακή Εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας- Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, χ.τ., χ.χ.

Σπεράντσας Θεοδ., «Εθνική ανάγκη», Εκκλησία ΛΕ΄ (1958): 261-263.

Σπεράντσας Θεοδόσιος, «Τους τιμώμεν δια πανεθνών ετησίων μνημοσύνων», Εκκλησία ΛΣΤ΄ (1959): 297-299.

Σπεράντσας Θεοδόσιος, «Ιδού νέος παγκόσμιος ρόλος», Εκκλησία ΛΗ΄ (1961): 433-434.

Σπεράντσας Θεοδόσιος, «Μακρά και πανόλβια», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 490.

Σπεράντσας Θεοδόσιος, «Ας έχωμεν υπ’ όψει», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 258.

Της Διευθύνσεως, «Η ωραιότης της Εκκλησίας», Εκκλησία ΚΖ΄ (1950): 281-282.

Τίτου [Ματθαιάκη], Μητροπολίτου Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου, «Προσφώνησις προς τους Α.Μ. τους Βασιλείς κατά την εν τω ιερώ ναώ Ηγουμενίσης τελεσθείσαν δοξολογίαν τη 20-2-1966», Εκκλησία ΜΓ΄ (1966): 147.

Τσιριντάνη Αλεξάνδρου, Για μια καινούργια Ελλάδα, Αθήναι: Σύλλογος το «Ελληνικόν Φώς» 1950.

Τσοκοπούλου Γεωργίου Β., Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ΙΒ, εν Αθήναις: Τυπογραφικά Καταστήματα Ηλία Παπαπαύλου 1916.

[Φωστίνη] Παντελεήμονος, Μητροπολίτου Χίου, Ο κομμουνισμός. «Ούτος εστίν ο πλάνος και ο Αντίχριστος» (Β΄ Ιωαν. 7), Αθήναι: Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, 1950.

Χρυσοστόμου Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Ευχή κατά την εν τω συντάγματι χωροφυλακής Μακρυγιάννη τέλεσιν επιμνημοσύνου δεήσεως υπέρ των πεσόντων αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών των Σωμάτων Ασφαλείας», Εκκλησία ΛΘ΄ (1962): 547.

Viola Lynne, Peasant Rebels under Stalin. Collectivization and the Culture of Peasant Resistance, New York and Oxford: Oxford University Press 1996.


1 Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη, αρχιμ., Πόλεμος κατά του Σατανά, Αθήναι: Χρυσοπηγή 1973: 76.

2 Γιώργος Ν. Καραγιάννης, Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο, Αθήνα: Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος 2001: 91.

3 Vasilios N. Makrides, “The Orthodox Church of Greece”, Eastern Christianity and the Cold War, 1945-91, ed. by Lucian N. Leustean, London and New York: Routledge 2010: 255. Η θέση του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος, όπως προσδιορίζεται από την Ιδεολογική Επιτροπή της Κ.Ε. του ΚΚΕ, Ο Αντικομμουνισμός Χθες και Σήμερα, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή 2006: 89, είναι ότι η εκκλησία «[…] πρωτοστάτησε στην αντικομμουνιστική εκστρατεία σε όλες τις φάσεις της ιστορίας της. Ευλόγησε τις πιο βάρβαρες επιθέσεις ενάντια στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, πέταξε από τις γραμμές της τους ιερωμένους που συντάχτηκαν με το λαϊκό κίνημα. Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο δημιούργησε αντικομμουνιστικές παρεκκλησιαστικές οργανώσεις (π.χ. Ζωή κλπ.) που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διάδοση του αντικομμουνισμού στη νεολαία».

4 Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εγκύκλιος την οποία εξαπολύει η Ιερά Σύνοδος προς τους εργάτες, με αφορμή τις μεγάλες απεργίες που ξέσπασαν την άνοιξη του 1925, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτρης Μπαχάρας, «Μελετώντας τις απαρχές του αντικομμουνισμού τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 στην Ελλάδα», Μνήμων 29 (2008): 189.

5 Δημήτρης Αρκάδας, Οι Επαγγελματίες της Θεολογικής Σκέψης: Το Διδακτικό και Ερευνητικό Προσωπικό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι Σήμερα, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα: Τμήμα Κοινωνιολογίας - Πάντειο Πανεπιστήμιο 2011: 233. Ειδικά ο Παναγιώτης Τρεμπέλας, εξ αιτίας του ιδεολογικού διαποτισμού των εργατών από σοσιαλιστικές αντιλήψεις, θεωρούσε ότι η εκκλησία, ως «οργανισμός προσηλυτιστικός», όφειλε να διαφυλάξει κατά προτεραιότητα τους πιστούς της από τον κομμουνιστικό κίνδυνο, ενώ ο Γεράσιμος Κονιδάρης, υπερθεματίζοντας, συνιστούσε την άμεση διείσδυση της εκκλησίας στους εργατικούς και συνδικαλιστικούς χώρους.

6 Στρατής Μπουρνάζος, «Το κράτος των εθνικοφρόνων: Αντικομμουνιστικός λόγος και πρακτικές», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού Αιώνα. Ανασυγκρότηση-Εμφύλιος-Παλινόρθωση 1945-1952, επιστημ. επιμέλεια Χρήστος Χατζηιωσήφ, τόμος Δ2, Αθήνα: Βιβλιόραμα 2009: 27-29.

7 David H. Close, «The Changing Structure of the Right, 1945-1950», Greece at the Crossroads. The Civil War and its Legacy, ed. by John O. Iatrides and Linda Wrigley, Pennsylvania: The Pennsylvania State University Press 1995: 127.

8 [Ανωνύμου], «Τα μετά την Βάρκιζαν», Εκκλησία ΚΒ΄ (1945): 22.

9 «Η Ποιμαντορική Εγκύκλιος της Ιεραρχίας προς το Ευσεβές Ελληνικόν Έθνος», Εκκλησία ΚΓ΄ (1946): 14-15.

10 «Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά της ανταρσίας», Εκκλησία ΚΔ΄ (1947): 177-178.

11 «Καταπληκτική εκ Μοσχοβίας επέμβασις και η προσήκουσα απάντησις», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 210: «[…] επέτρεψε να δημιουργηθή εις μερικούς απληροφορήτους έξω της Ελλάδος η εντύπωσις ότι διεξάγεται ενταύθα εμφύλιος πόλεμος εκ των συνήθων, καθ’ ους επί ίσοις όροις συντελείται αμοιβαία εξόντωσις. Τούτο είναι ανακριβές. Εάν η επιδρομή κατά χωρικών αόπλων και φιλησύχων, ασχολουμένων εις τα ειρηνικά των έργα, δύναται να ονομασθή εμφύλιος πόλεμος, τότε μόνον έχομεν και εις την Ελλάδα πόλεμον εμφύλιον».

12 Θεοδόσιος Σπεράντσας, «Τους τιμώμεν δια πανεθνών ετησίων μνημοσύνων», Εκκλησία ΛΣΤ΄ (1959): 298, όπου σημειώνεται με έντονο ηθικό προβληματισμό, ότι «είναι Τυφώνες και Λοιμικαί και δαιμονοβριθούς κακοποιίας Κολάσεις οι εμφύλιοι πόλεμοι. Κατ’ αυτούς εκλείπει πάσα καλοκαγαθία και σύνεσις».

13 Η μοναδική αναφορά στον εμφύλιο πόλεμο καλύπτει λίγες μόλις αράδες και βρίσκεται ενσωματωμένη στη λέξη «Πόλεμος». Ο εμφύλιος πόλεμος ταυτίζεται με την επανάσταση, καθώς είναι «αιματηραί συγκρούσεις μεταξύ ομάδων αίτινες ανήκουν εις το αυτό κράτος. Εις την περίπτωσιν αυτήν γίνεται λόγος περί εμφυλίου πολέμου ή περί επαναστάσεως», ενώ τονίζεται και το γεγονός της «φυλετικής ενότητας», ως βασικού γνωρίσματος του εμφυλίου, όπως μας πληροφορεί ο Κ. Δ. Γεωργούλης, «Πόλεμος», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος 1967: στ. 496.

14 Παν. Χ. Δημητρόπουλος, «Πολιτεία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος 1967: στ. 505.

15 Παν. Χ. Δημητρόπουλος, «Πολιτεία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος 1967: στ. 505.

16 Θεοδόσιος Σπεράντσας, «Ας έχωμεν υπ’ όψει», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 258.

17 Ο Λάμπης και Σφακίων Ευμένιος, «Πολιτικοί άνδρες και η Χριστιανική Πίστις παρ’ ημίν τοις Έλλησι», Γρηγόριος ο Παλαμάς 31 (1949): 196 «Άμα και οι εκάστοτε πολιτικοί μας άνδρες ως εκπρόσωποι της Ελληνικής πολιτείας αναβαπτιζόμενοι εκχριστιανισθούν εσωτερικώς, πιστεύοντες και λατρεύοντες κατά δόγμα χριστιανικόν τον εν Τριάδι Θεόν, τότε θα έχωμεν τον πρώτον και βασικόν όρον δια την νέαν ηθικοπνευματικήν πνοήν και ορμήν προς δημιουργίαν νέου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».

18 Το συγκεκριμένο σχήμα σκέψης αποτέλεσε συνηθισμένο ανάπτυγμα της βυζαντινής κληρονομιάς της ορθόδοξης εκκλησίας. Όπως αναφέρει ο JurgenMoltmann, Ο Ερχόμενος Θεός. Χριστιανική Εσχατολογία, μετ. Πέτρος Γιατζάκης, Αθήνα: Άρτος Ζωής 2013: 222 «[…] τώρα αντιπρόσωπος της θείας κυριαρχίας επί της γης δεν ήταν μόνο η χριστιανική Εκκλησία αλλά και ο χριστιανικός αυτοκράτορας και η χριστιανική βασιλεία. Η σωτηρία και η κρατική κυριαρχία συγχωνεύθηκαν σε μια αδιάσπαστη ενότητα».

19 Η ανέκαθεν συντηρητική στάση του εκκλησιαστικού οργανισμού, οφειλόταν, σύμφωνα με τον Αντώνη Παπαρίζο, «Πολιτική και Θρησκεία στην Ελλάδα. Είναι ο Θεός Δεξιά;», Τετράδια τεύχος 27 (1991): 70, στην ολοένα και αυξανόμενη τάση συγκεντρωτισμού και αυταρχισμού του, καθώς και στην προσπάθειά του να επεκτείνει τη βασική του αρχή «διατήρηση των πανάρχαιων δογμάτων» σε οποιαδήποτε έκφραση της κοινωνικής ζωής.

20 Αντώνης Λιάκος, Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία. Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης, Αθήνα: Πόλις 2011: 126 «[Η Αποκάλυψη] Είχε τη μορφή μιας συμπαντικής εμφύλιας σύρραξης. Το κακό γεννήθηκε από το καλό, ο Σατανάς και οι λεγεώνες του ήταν οι εκπεσόντες άγγελοι, ο Αντίχριστος υπήρχε στον “τύπο του Χριστού».

21 Της Διευθύνσεως, «Η ωραιότης της Εκκλησίας», Εκκλησία ΚΖ΄ (1950): 281.

22 Βασικότερες των οποίων ήταν, ιδιαίτερα για τους στρατιωτικούς ιερείς, η αποστασία των πιστών από τις εντολές του Θεού και η «ανηθικότης» του στρατεύματος, Δημήτρης Αρκάδας, «Κλήρος και Ένοπλες Δυνάμεις: Όψεις της πολιτισμικής ταυτότητας των στρατιωτικών ιερέων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα», Θέσεις τεύχος 130 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2015): 96.

23 Το συγκεκριμένο σχήμα σκέψης, ότι δηλαδή ο εμφύλιος πόλεμος είναι ένας αγώνας μεταξύ χριστιανών και αντιχρίστων, φαίνεται ότι ήταν ευρέως διαδεδομένο και σε «αναμορφωτικούς» χώρους, όπως η Μακρόνησος. Στρατής Μπουρνάζος, «Ο αναμορφωτικός λόγος των νικητών στη Μακρόνησο: Η ένταξη του εμφυλίου στην προαιώνια Ιστορία της Φυλής, ο “διηθητός ιός” του Κομμουνισμού και ο ρόλος της “Αναμόρφωσης”», Το Εμφύλιο Δράμα, Πρακτικά Ημερίδας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο τον Οκτώβριο του 1996, επιμ. Νίκος Κοταρίδης, Αθήνα: Δοκιμές 1997: 112.

24 Σύμφωνα με την κυρίαρχη θρησκευτική ιδεολογία της εκκλησιαστικής διοίκησης, εθνικοφροσύνη «είναι η επί του πολιτικού πεδίου προσήλωσις εις τας πολιτικάς, κοινωνικάς και θρησκευτικάς αξίας, τας οποίας προβάλλει η ιστορία του Έθνους, και η υπεράσπισις αυτών έναντι του κομμουνισμού», Βασ. Μουστάκης, «Εθνικοφροσύνη», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 5, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος 1964: στ. 357.

25 Γεράσιμος Ι. Κονιδάρης, «Πρόλογος» στο βιβλίο του Παναγή Δ. Ζούβα, Η Βασίλισσα Φρειδερίκη εις την Υπηρεσίαν του Έθνους, Αθήναι 1956: 8.

26 Γεράσιμος Ι. Κονιδάρης, «Πρόλογος» στο βιβλίο του Παναγή Δ. Ζούβα, Η Βασίλισσα Φρειδερίκη εις την Υπηρεσίαν του Έθνους, Αθήναι 1956: 9, υποσημ. 1.

27 Είναι χαρακτηριστικές οι ευχές «Υπέρ των πιστοτάτων και φιλοχρίστων ημών βασιλέων, παντός του παλατίου και του στρατοπέδου αυτών», αλλά και η εκφώνηση «Κύριε σώσον τους βασιλείς», Γεώργιος Α. Ρήγας, οικονόμος, «Ζητήματα Τυπικού», Εκκλησία ΚΘ΄ (1952): 357.

28 Ο Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, «Οι Βασιλείς, φορείς της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως», Εκκλησία ΛΔ΄ (1957): 232.

29 [Ανωνύμου], «Η Ταφή των Βασιλέων», Εκκλησία ΙΔ΄ (1936): 369.

30 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Μια ακτινοβολία ελληνικού πολιτισμού», Εκκλησία ΛΣΤ΄ (1959): 205.

31 Γεωργίου Β. Τσοκοπούλου, Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ΙΒ, εν Αθήναις: Τυπογραφικά Καταστήματα Ηλία Παπαπαύλου 1916: 131-132.

32 [Ανωνύμου], «Η ταφή των Βασιλέων», Εκκλησία ΙΔ΄ (1936): 370.

33 [Ανωνύμου], «Ο Βασιλεύς Παύλος», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 129.

34 «Ο Εορτασμός της Κυριακής της Ορθοδοξίας», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 186.

35 [Ανωνύμου], «Κύριε, σώσον τον Βασιλέα», Εκκλησία ΚΗ΄ (1951): 292 «Ειλικρινώς ευσεβοφρονών, τη άνωθεν αρωγή εγένετο κατά την πενταετή αυτού βασιλείαν λικμήτωρ των ασεβών της χώρας αυτού εχθρών, χουν υπό το σκήπτρον αυτού λειξάντων και κατά κράτος διαλυθέντων».

36 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Ευχή υπέρ ευοδώσεως των αγώνων του Έθνους», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 112.

37 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Ευχή κατά την τελετήν επιμνημοσύνου δεήσεως επί των τάφων δολοφονηθέντων υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 374.

38 «Ευχή επί τη ονομαστική εορτή του Βασιλέως Παύλου», Εκκλησία ΚΖ΄ (1950): 230-231.

39 Θεοδόσιος Σπεράντσας, «Μακρά και πανόλβια», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 490.

40 Παναγ. Ι. Παναγιωτάκος, «Βασιλεύς και Εκκλησία επί τη Κυριακή της Ορθοδοξίας (14 Μαρτίου 1965)», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 197.

41 [Ανωνύμου], «Ορθόδοξος Βασιλεύς», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 167.

42 «Περιστατική Ευχή του Μακ. Αρχιεπισκόπου επί τη ονομαστική εορτή της Α.Μ. του Βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου (21.5.1965)», Εκκλησία ΜΒ΄ (1965): 308.

43 Τίτου [Ματθαιάκη], Μητροπολίτου Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου, «Προσφώνησις προς τους Α.Μ. τους Βασιλείς κατά την εν τω ιερώ ναώ Ηγουμενίσης τελεσθείσαν δοξολογίαν τη 20-2-1966», Εκκλησία ΜΓ΄ (1966): 147.

44 [Ανωνύμου], «Η βάπτισις του διαδόχου του θρόνου Παύλου», Εκκλησία ΜΔ΄ (1967): 342.

45 Δαμασκηνού, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Πρωθιεραρχικά Ευχετήρια», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 17.

46 Δαμασκηνού, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Πρωθιεραρχικά Ευχετήρια», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 18.

47 «Η Ι. Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης προς τας Ενόπλους Δυνάμεις του Έθνους», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 361.

48 «Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τας Ενόπλους Δυνάμεις του Έθνους», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 217.

49 Το ζήτημα του θεσμικού αφορισμού των κομμουνιστών, έθεσε ο μητροπολίτης Λεόντιος Πάφου, τοποτηρητής της Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Πιο συγκεκριμένα, ερωτά τον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο, ειδικευμένο στο Κανονικό Δίκαιο, «εάν επιτρέπηται εις την Εκκλησίαν Κύπρου, όπως αφορίση το Κομμουνιστικόν Κόμμα, ή προβή εις καταδίκην του Κομμουνισμού δια κανονικής αποφάσεως, εξαπολύουσα και σχετικήν Εγκύκλιον». Ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος στη γνωμοδότησή του αποφαίνεται πως αφορισμός «αορίστως» και «κατ’ αγνώστων» είναι αδύνατον να επιβληθεί, άρα «επιβολή της ποινής του αφορισμού γενικώς και αορίστως κατά του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν χωρεί», καθώς και «ουδέ και καθ’ ωρισμένων τυχόν αυτού οπαδών αορίστως και ομαδικώς δύναται να επιβληθή η ποινή του αφορισμού», Αμίλκας Αλιβιζάτος, «Γνωμοδότησις», Απόστολος Βαρνάβας Ζ΄ (1946): 34.

50 Ο Παραμυθίας Τίτος, «Ομιλία προς τους Οπλίτας του 3167 Τ.Ε.Α. κατά την Ημέραν της Διανομής Δεμάτων (12.6.1964) υπό του Κλιμακίου της ‘Φανέλλας του Στρατιώτου’», Εκκλησία ΜΑ΄ (1964): 427.

51 Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, «Κομμουνιστικά κρούσματα», Εκκλησία Γ΄ (1925): 42.

52 Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, «Κομμουνισμός», Εκκλησία Α΄ (1923): 134.

53 Γερασίμου Κονιδάρη, «Το νόημα του αγώνος και αι επιταγαί των θυμάτων», Εκκλησία Λ΄ (1953): 60.

54 Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού, «Λόγος κατά το Μνημόσυνον υπέρ των εις τους εθνικούς αγώνας πεσόντων 1940-1948», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 285.

55 Π. Ι. Μπρατσιώτης, «Η Εκκλησία ενώπιον των συγχρόνων προβλημάτων», Εκκλησία ΚΒ΄ (1945): 24: «Θα είναι κρίμα, δια να μη είπω έγκλημα, δια το οποίον θα δώσωμεν λόγον ενώπιον του Θεού και της ιστορίας, εάν δεν χρησιμοποιήσωμεν εγκαίρως την θρησκευτικότητά του ταύτην προς ηθικήν αυτού αναμόρφωσιν και προς ανάδειξιν αυτού εις λαόν άξιον της εν τω κόσμω αποστολής του, αποστολής η οποία επί τη βάσει της ιστορίας του και της πείρας πιστεύομεν ακραδάντως, ότι πόρρω απέχει από του να δύναται να θεωρηθή ως λήξασα».

56 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Ευχή υπέρ ευοδώσεως των αγώνων του Έθνους», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 112.

57 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Ευχή κατά την τελετήν επιμνημοσύνου δεήσεως επί των τάφων δολοφονηθέντων υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 374.

58 Όπως αναφέρει η Μαρία Σιγανού, Ο αντικομμουνιστικός λόγος της «Ζωής» στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1948), Πτυχιακή Εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας- Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, χ.τ., χ.χ.: 80 «Το έθνος όμως εναντίον του οποίου “επιτίθενται οι κομμουνιστές, είναι το έθνος που “κατέχει την αγάπη του Θεού . Είναι το διαχρονικό/υπερβατικό έθνος […]».

59 1940-1950: Δέκα χρόνια αγώνων και θυσιών, Αθήναι: Εκδόσεις «Ελληνικού Φωτός» 1950: 10.

60 Για τον Αντώνη Παπαρίζο, Θεός, Εξουσία και Θρησκευτική Συνείδηση. Τα Γενικά, Μετατρεπτικά και Ερωτικά Ενδιάμεσα και η Κοινωνία του Ανθρώπου, Αθήνα: Παπαζήσης 2011: 357, ο Θεός ως νοηματικό μετατρεπτικό ενδιάμεσο, επιτρέπει μέσα από τη βία να ρυθμιστούν οι ανθρώπινες σχέσεις ως νόμιμες.

61 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Η χριστιανική Ελλάς ως πνεύμα ζωοποιούν», Εκκλησία ΚΖ΄ (1950): 368.

62 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Διατί ο Ιερός Κλήρος αποτελεί τον κύριον στόχον της αθεΐας», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 109 «Δεν είναι κράζουσα διεθνής αδικία να αντιστή η ηρωϊκή Ελλάς κατά τον μέγα τελευταίον πόλεμον κατά δύο γιγάντων, ωπλισμένων μέχρις οδόντων, δια να σωθή η ελευθερία του κόσμου, και άλλοι, αφού συνέτρεξαν εις το ανόσιον έργον εκείνων, να σταυρώνουν τώρα την δοξασμένην Ελλάδα και να ερίζουν μεταξύ των ποίος εξ αυτών θα αρπάση, θα ενσωματώση εις την ιδίαν χώραν την πολύτιμον ελληνικήν γην των βορείων επαρχιών της; Μία όμως ηθική τάξις, ένας μυστικός νόμος δικαιοσύνης διέπει την ιστορίαν του κόσμου. Μέσα σ’ αυτήν αντηχεί η φωνή του Θεού. Η αλήθεια, το δίκαιον είναι το θέλημά Του, η θεία προσταγή Του. Δεν δύναται να ανατραπή ολότελα η θεία τάξις εις τον κόσμον. Όλοι οι μεγάλοι πολιτικοί ηγέται εις το τέλος θα αφήσουν να κυριαρχηθή η ψυχή των από το εξής θείον πρόσταγμα “και νυν βασιλείς σύνετε, παιδεύθητε πάντες οι κρίνοντες την γην ».

63 Θεοδόσιος Σπεράντσας, «Ιδού νέος παγκόσμιος ρόλος», Εκκλησία ΛΗ΄ (1961): 434.

64 Δαμασκηνού, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Πρωθιεραρχικά Ευχετήρια», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 17.

65 «Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τας Ενόπλους Δυνάμεις του Έθνους», Εκκλησία ΚΕ΄ (1948): 216.

66 Δαμασκηνού, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Πρωθιεραρχικά Ευχετήρια», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 18.

67 Γερασίμου Κονιδάρη, «Το νόημα του αγώνος και αι επιταγαί των θυμάτων», Εκκλησία Λ΄ (1953): 60.

68 Παντελεήμονος [Φωστίνη], Μητροπολίτου Χίου, Ο Κομμουνισμός. «Ούτος εστίν ο πλάνος και ο Αντίχριστος» (Β΄ Ιωαν. 7), Αθήναι: Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας 1950.

69 [Ανωνύμου], «Σατανισμός», Εκκλησία ΚΔ΄ (1947): 217-218.

70 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Λόγος εις επιμνημόσυνον τελετήν της 31ης Αυγούστου 1958 δια τους πεσόντας Έλληνας εις τας μάχας του Γράμμου και του Βίτσι», Εκκλησία ΛΕ΄ (1958): 374.

71 Περισσότερα για τη σχέση των αγροτικών σχημάτων αντίληψης, σκέψης και πράξης της σοβιετικής κοινωνίας με την ανασύνθεση του σοβιετικού κράτους και του κολλεκτιβιστικού αγροκτήματος στη μορφή του Αντιχρίστου, στη μελέτη της Lynne Viola, Peasant Rebels under Stalin . Collectivization and the Culture of Peasant Resistance, New York and Oxford: Oxford University Press 1996: 14, 46, 60-61.

72 Όχι μόνο για την ελληνική εκκλησιαστική διοίκηση, αλλά επίσης και για τον ευρύτερο εκκλησιαστικό χώρο, τον οποίο κάλυπτε, σε οργανωτικό και μορφωτικό επίπεδο, η αδελφότητα των θεολόγων «Ζωή», σύμφωνα με την ανάλυση της Μαρίας Σιγανού, Ο αντικομμουνιστικός λόγος της «Ζωής» στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1948), Πτυχιακή Εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας-Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, χ.τ., χ.χ.: 91 «Οι χαρακτηρισμοί όμως που επικρατούν αφορούν είτε την εναντίωση των κομμουνιστών στη χριστιανική πίστη, είτε προσδίδουν σε αυτούς ένα μυθολογικό χαρακτήρα “απόλυτου κακού . Έτσι, ο κομμουνισμός αναφέρεται ως “σκοτιά δύναμις , “αντίχριστος , “κακό ή “δύναμη του κακού , “κομμουνιστικό τέρας ».

73 Η νοηματική ταύτιση των κομμουνιστών με τον δαιμονικό χώρο ήταν τέτοιας ευρείας κλίμακας, ώστε έφθασε να χρησιμοποιείται και ως τίτλος πολιτικών βιβλίων, αντικομμουνιστικού περιεχομένου. Ενδεικτικό παράδειγμα, η καταγγελία της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (Ο.Ε.Ν.Ο.) από τον Γεώργιο Κουφουδάκη, θερμαστή πλοίων, γενικό γραμματέα της και πρώην κομμουνιστή, ως «σατανικής», Γ. Κουφουδάκης, Ο.Ε.Ν.Ο. Η σατανική οργάνωσις του Κ.Κ.Ε. στην Εμπορική Ναυτιλία, Αθήναι Αύγουστος 1949.

74 Ο Σάμου Ειρηναίος, «Ευχή κατά την τελετήν επιμνημοσύνου δεήσεως επί των τάφων δολοφονηθέντων υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών», Εκκλησία ΚΣΤ΄ (1949): 374.

75 Χρυσοστόμου Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, «Ευχή κατά την εν τω συντάγματι Χωροφυλακής Μακρυγιάννη τέλεσιν επιμνημοσύνου δεήσεως υπέρ των πεσόντων αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών των Σωμάτων Ασφαλείας», Εκκλησία ΛΘ΄ (1962): 547.

76 «Ευχή εις επιμνημόσυνον δέησιν εις Μακρυγιάννη», Εκκλησία ΜΔ΄ (1967): 819.

77 Θεοδ. Σπεράντσας, «Εθνική ανάγκη», Εκκλησία ΛΕ΄ (1958): 261.

78 Η πολιτική-επαναστατική ταυτότητα του Αντίχριστου, είχε αναπτυχθεί ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια, όπως αναφέρει ο Νόρμαν Κον, Αγώνες για την έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού. Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα, μετ. Βασίλης Τομανάς, Αθήνα: Νησίδες 1999: 87 «Στη σχέση του προς τον Θεό Πατέρα, ο Αντίχριστος εμφανίζεται σαν ανυπάκουο και ανυπότακτο παιδί, που ενδιαφέρεται με πάθος να ματαιώσει τις προθέσεις του πατέρα και μέχρι τολμά να σφετεριστεί τη θέση του πατέρα και ν’ απομιμηθεί την εξουσία του».

79 Για την ιδεολογικού τύπου ταύτιση της Ορθοδοξίας με το σύμβολο του φωτός, βλ. Ανδρέας Θεοδώρου, «Η ιδέα της Ορθοδοξίας = Πνεύμα – Φως!», Εκκλησία ΛΘ΄ (1962): 291-292.

80 Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, Αθήνα: Κέδρος 19977: 173.

81 Βασίλης Κ. Γούναρης, Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στη Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής 2002: 61-62 «Ειδικά η λέξη “Σλαύος και τα παράγωγά της συνόδευαν κάθε αράδα περί κομμουνιστών: “οι δολοφόνοι δεν είναι Έλληνες αλλά Σλαύοι . Το ΕΑΜ είναι “ένα σλαυικό συγκρότημα . Οι αντάρτες ήταν “σλαυοπράκτορες , “εαμοσλαύοι και “σλαυόδουλοι ».

82 Γιώργος Ι. Βλαχάκης, Το κανονικό αδίκημα τησ αποστασίας, Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη: Θεολογική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2013: 32 «Από το χαρακτηρισμό αυτό του “αποστάτη δεν θα μπορούσε να απουσιάζει το πρόσωπο του Σατανά. Είναι ο πρώτος αποστάτης ο οποίος ηγείται του επαναστατικού τάγματος εναντίον του Θεού ενώ παράλληλα εμφανίζεται ως ο κύριος αντίπαλος του θείου θελήματος και του ανθρώπου. Στο πρόσωπό του κορυφώνεται κάθε επαναστατική, αντίθεη πράξη».

83 Λεπτομέρειες για την πολιτισμική ταυτότητα της «Καινούργιας Ελλάδος», μας παρέχει το ομώνυμο πόνημα του Αλεξάνδρου Τσιριντάνη, Για μια Καινούργια Ελλάδα, Αθήναι: Σύλλογος το «Ελληνικόν Φως» 1950.

84 Θέλοντας να προσδιορίσει τα συντηρητικά σχήματα αντίληψης, σκέψης και πράξης ως δομικών όρων συγκρότησης της ορθόδοξης εκκλησίας στην Ελλάδα, ο Σάββας Αγουρίδης, «Η Εκκλησία ως φορέας άσκησης εξουσιαστικής δράσης», Δομές και σχέσεις εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα, 7ο Επιστημονικό Συνέδριο, Πάντειο Πανεπιστήμιο 21-24 Απριλίου 1999, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα 2000: 362, παρατηρεί με δηκτικό τρόπο «[…] η Εκκλησία το “παίζει πάντα ανατολικά και δεξιά».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή