H χρηματική θεωρία της αξίας Εκτύπωση
Τεύχος 133, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2015


H ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ1


του Michael Heinrich

μετάφραση Θόδωρος Παρασκευόπουλος


Πριν από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο το εργατικό κίνημα θεωρούσε τον Μαρξ ως μεγάλο σοσιαλιστή οικονομολόγο, ο οποίος αφενός είχε καταδείξει την εκμετάλλευση του εργάτη υπό καπιταλιστικές συνθήκες και αφετέρου είχε αναλύσει τις ιστορικές τάσεις του καπιταλισμού – ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, συγκέντρωση του πλούτου στους κεφαλαιοκράτες, κρίσεις – και είχε αποδείξει το μελλούμενο τέλος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και τη μετάβαση σε μια ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Αυτή η «κλασική» εικόνα του Μαρξ κυριαρχούσε και στη δεκαετία του 1920 στις πτέρυγες του, διασπασμένου πια, εργατικού κινήματος. Αλλά την περίοδο αυτή και στις δύο πτέρυγες συντελέστηκε μια σημαντική μεταβολή της εκτίμησης για την εισφορά του Μαρξ.

Στους σοσιαλδημοκράτες επικράτησε προϊόντος του χρόνου η άποψη ότι πολλές από τις προγνώσεις (ή από όσα είχαν θεωρηθεί προγνώσεις) του Μαρξ ήταν πλάνες και ότι ήταν απολύτως εφικτό να μεταρρυθμιστεί ο καπιταλισμός προς το κοινωνικότερον. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 πολλά από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποκήρυξαν και ρητά τον μαρξισμό. H κεϋνσιανική οικονομική πολιτική και η οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους (δηλαδή η εξασφάλιση των μισθωτών εργαζομένων στο πλαίσιο των καπιταλιστικών συνθηκών) αποτελούσαν τους στόχους της πολιτικής τους.

H κομμουνιστική πτέρυγα παρέμεινε δογματικά προσκολλημένη στην «κλασική» εικόνα του Μαρξ, στη δεκαετία του 1920 ωστόσο υπήρξε και εδώ μια μετατόπιση, καθώς στο πλευρό του Μαρξ τοποθετήθηκε ο Λένιν ως θεωρητικός που είχε αναλύσει τις ιστορικές τάσεις του ιμπεριαλισμού και του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Από την αμαλγαμάτωση της «κλασικής» εικόνας του Μαρξ με έναν «λενινισμό» ο οποίος μετέτρεπε τις, κατά βάση συγκυριακές, πολιτικές αναλύσεις του Λένιν σε έσχατη αλήθεια, συγκροτήθηκε από τη δεκαετία του 1930 και έπειτα ένας εν πολλοίς επιστημονικά άγονος «μαρξισμός-λενινισμός», ο οποίος χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως νομιμοποιητική ιδεολογία της κυρίαρχης κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας στη Σοβιετική Ένωση.

Το σημαντικό σε σχέση με τη θεωρία της αξίας που μελετάμε εδώ είναι ότι πίσω από την εικόνα του μεγάλου οικονομολόγου Μαρξ, η οποία κυριάρχησε στις δύο πτέρυγες του εργατικού κινήματος, ο κριτικός της Πολιτικής Οικονομίας εν πολλοίς εξαφανίστηκε. Ήταν βέβαια εμφανές ότι ο Μαρξ επέκρινε ορισμένες θεωρίες, δεν γινόταν όμως αντιληπτό ότι ασκούσε κριτική σε ολόκληρο το θεωρητικό πεδίο της Πολιτικής Οικονομίας. H αξίωση του Μαρξ, όπως δείχνει ο υπότιτλος του Κεφαλαίου, να επικρίνει μια επιστήμη ως σύνολο (δηλαδή κάθε εντελώς διαφορετικό από το να επιβληθεί ο ίδιος ως ο καλύτερος εκπρόσωπός της) παρέμεινε εκτός οπτικού πεδίου.2 Στις συζητήσεις που διεξήχθησαν με υπόβαθρο αυτή την αντίληψη, όλες οι πλευρές έπαιρναν ως αφετηρία έναν εν πολλοίς συρρικνωμένο Μαρξ.

H γνωσιοκριτική πλευρά της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας ξανασυζητήθηκε μόλις στις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν, ως σύμπτωμα της φοιτητικής εξέγερσης, υπήρξε μια ανανεωμένη υποδοχή του μαρξισμού η οποία οριοθετούνταν απέναντι στον δογματικό «μαρξισμό-λενινισμό» και είχε εξ αρχής έντονο φιλοσοφικό και μεθοδολογικό προσανατολισμό. Από τη μια αυτό ήταν σημαντική πρόοδος, από την άλλη όμως εμφανίστηκε η κατά κάποιο τρόπο αντίστροφη τάση σε σχέση με την κλασική εικόνα του Μαρξ: Πίσω από τον κριτικό της Πολιτικής Οικονομίας χάθηκε από το οπτικό πεδίο το γεγονός ότι ο Μαρξ επιδίωκε να διατυπώσει σημαντικές αναλύσεις Πολιτικής Οικονομίας, επιδιώκοντας να επιλύσει προβλήματα στην προσέγγιση των οποίων είχαν αποτύχει ο Σμιθ και ο Pικάρντο, επιλέγοντας ένα διαφορετικό θεωρητικό πεδίο..

Εν μέρει ήδη στα Grundrisse, προπάντων όμως στις Θεωρίες για την υπεραξία, ο Μαρξ κατέληξε στην άποψη ότι η Κλασική Πολιτική Οικονομία είχε αποτύχει σε τρία κεντρικά προβλήματα:

1. Δεν είχε κατανοήσει τη συνάρτηση αξίας και χρήματος. Αυτό ίσχυε και για τους οικονομολόγους οι οποίοι είχαν ακολουθήσει μια εργασιακή θεωρία της αξίας. Κατά τον Μαρξ είχαν μεν κατανοήσει το περιεχόμενο της αξίας όχι όμως τη μορφή της αξίας και ως εκ τούτου δεν είχαν κατανοήσει ούτε τη χρηματική μορφή της.

2. Δεν είχαν μπορέσει να εξηγήσουν την ανταλλαγή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στη βάση της ανταλλαγής ισοδυνάμων.

3. Δεν διέκριναν μεταξύ αξίας και τιμής παραγωγής, είχαν αποτύχει να συσχετίσουν την αξία που την όριζε ο χρόνος εργασίας με την ύπαρξη του μέσου ποσοστού κέρδους.

Το γεγονός ότι η Κλασική Πολιτική Οικονομία δεν είχε μπορέσει να λύσει αυτά τα θεμελιώδη προβλήματα, ο Μαρξ δεν το θεωρούσε απλώς τυχαίο φαινόμενο. Δεν πίστευε ότι επρόκειτο για ανεπάρκεια, η οποία θα μπορούσε ίσως να εξαλειφθεί με την περαιτέρω εξέλιξη της Πολιτικής Οικονομίας. Για τον Μαρξ αυτά τα άλυτα προβλήματα ήταν εκδήλωση θεμελιωδών ελλείψεων των κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας. Με την κριτική των κατηγοριών ο Μαρξ ήθελε να λύσει επίσης αυτά τα τρία προβλήματα, θεμελιώδη για την κατανόηση του καπιταλισμού. Την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας δεν τη σχεδίαζε μόνο ως κριτική των κατηγοριών, αλλά και ως παραγωγή θετικής γνώσης για την καπιταλιστική οικονομία. Ως εκ τούτου ο Μαρξ στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου διατύπωνε την πρόθεση – και μάλιστα ως «τελικό σκοπό του έργου του» – να αποκαλύψει «τον οικονομικό νόμο της κίνησης των σύγχρονων κοινωνιών» (MEGA ΙΙ.5: 13-14· MEW 23: 15-16). Ωστόσο, επιχειρώντας ταυτόχρονα την κριτική των κατηγοριακών προϋποθέσεων της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και τη λύση προβλημάτων που είχαν διατυπωθεί στη βάση αυτών των κατηγοριών, ο Μαρξ δεν κατόρθωσε πάντοτε να αποκολληθεί από τον λόγο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, και έτσι η επιχειρηματολογία του περιέχει πολλές ασάφειες και προβλήματα.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να αποσαφηνίσω τη θέση που διατύπωσα στην Εισαγωγή, ότι ο Μαρξ ενώ είχε απορρίψει το θεωρητικό πεδίο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, παρέμεινε σε σημαντικό βαθμό προσκολλημένος σε αυτό το πεδίο. O λόγος της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας είναι παρών και στο νέο πεδίο που καλλιέργησε ο Μαρξ και μάλιστα στις θεμελιώδεις έννοιες. Αυτό οδηγεί σε αμφισημίες, οι οποίες προκαλούν ιδιαίτερα προβλήματα της Μαρξικής παρουσίασης (όπως το πολυσυζητημένο πρόβλημα του μετασχηματισμού) και δίνουν έδαφος για αποκλίνουσες ερμηνείες και για κριτική.


1. H κριτική της Μαρξικής εργασιακής θεωρίας της αξίας


H κριτική που ασκήθηκε στη Μαρξική εργασιακή θεωρία της αξίας αναφέρεται προπάντων στην παρουσίαση που γίνεται στο 1ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου. Ήδη ο Βίξελ (Wicksell 1893: 17 - 18) υποστήριξε ότι η Μαρξική «απόδειξη» της εργασιακής θεωρίας της αξίας στην αρχή του Κεφαλαίου ήταν ανεπαρκέστατη. H κλασική διατύπωση αυτής της μομφής έγινε από τον Μπεμ-Μπάβερκ (Böhm-Bawerk 1896). O Μπεμ-Μπάβερκ επιχειρηματολογεί ότι ο Μαρξ είχε συμπεράνει αρχικά παρατηρώντας μία μόνο εξίσωση ανταλλαγής την ανάγκη να υπάρχει «ένας κοινός τρίτος», τον οποίο έπρεπε να περιέχουν τα εμπορεύματα για να είναι συγκρίσιμα. Το δεύτερο βήμα ήταν να ορίσει δια της «μεθόδου του αποκλεισμού» την αφηρημένη εργασία ως «ουσία» αυτού του τρίτου. O Μπεμ-Μπάβερκ αμφισβητούσε το εύλογο αυτών των δύο βημάτων. H ανταλλαγή, έλεγε, δεν χρειάζεται να νοηθεί ως εξίσωση και άρα εκλείπει η αναγκαιότητα του κοινού τρίτου. Αλλά ακόμη και με παραδοχή αυτής της αναγκαιότητας, δεν είναι ορθό το επιχείρημα ότι τα ανταλλασσόμενα εμπορεύματα έχουν ως μοναδική κοινή ιδιότητα το γεγονός ότι ήταν και τα δύο προϊόντα εργασίας. Διότι, πρώτον, δεν ανταλλάσσονται μόνο προϊόντα εργασίας και, δεύτερον, τα ανταλλασσόμενα προϊόντα εργασίας έχουν τη χρηστική αξία χρησιμότητα ως δεύτερη κοινή ιδιότητα (Böhm-Bawerk 1896: 81 - 90).3

Αυτά τα επιχειρήματα, τα οποία η αστική κριτική προβάλλει διαρκώς σε παραλλαγμένες μορφές, ανασύρθηκαν τα τελευταία χρόνια από συγγραφείς με εν μέρει μαρξιστικό προσανατολισμό. Οι Cutler et al. (1977: 11 κ.ε.), για παράδειγμα, ισχυρίστηκαν ότι αφού ο Μαρξ θεωρεί την ανταλλαγή ως εξίσωση, η δομή του ερωτήματος (τι επιτρέπει αυτή την εξίσωση), καθορίζει και την απάντηση. O Kαστοριάδης (1975) προσπάθησε να αποδείξει ότι η προσπάθεια να καταδειχθεί η «εργασία» ως υπόσταση της ανταλλακτικής αξίας είχε αποτύχει θεμελιακά, επειδή οι κατασκευές που είχαν χρησιμοποιηθεί («κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας», «απλή εργασία», «αφηρημένη εργασία) δεν μπορούσαν να ορισθούν συνεκτικά. O Carling (1984) απέρριψε τη «μέθοδο του αποκλεισμού» ως αναιτιολόγητη και ο Beckenrath (1987) υποστήριξε επίσης ότι ο Μαρξ απέτυχε στην προσπάθειά του να καταδείξει στα δύο πρώτα υποκεφάλαια του 1ου κεφαλαίου ότι η αφηρημένη εργασία είναι η υπόσταση της αξίας.4

O Μαρξ στο Κεφάλαιο αρχίζει την ανάλυση του εμπορεύματος με τη διαπίστωση ότι είναι τόσο αξία χρήσης όσο και ανταλλακτική αξία. H ανταλλακτική αξία κάθε δεδομένου εμπορεύματος, λέει ο Μαρξ, είναι η ποσότητα ενός άλλου εμπορεύματος με το οποίο ανταλλάσσεται. Επειδή κάθε εμπόρευμα ανταλλάσσεται με διάφορα εμπορεύματα, έχει πολλές ανταλλακτικές αξίες. Από αυτό συμπεραίνει ότι οι ανταλλακτικές αξίες του ίδιου εμπορεύματος πρέπει «να μπορούν να αντικαταστήσουν η μία την άλλη ή (να είναι) ισομεγέθεις ανταλλακτικές αξίες» (MEGA ΙΙ.8: 69· MEW 23: 51).5

Οι διάφορες ανταλλακτικές αξίες κάθε εμπορεύματος είναι ορισμένες ποσότητες διαφορετικών αξιών χρήσης. Τέτοιες ποσότητες διαφορετικών αξιών χρήσης (x βερνίκι παπουτσιών, y μετάξι) δεν μπορούν να συγκριθούν ποσοτικά. H διατύπωση ότι οι ανταλλακτικές αξίες είναι «μεταξύ τους ισομεγέθεις», εάν δεν είναι απλώς περιγραφή του ότι πρόκειται για ανταλλακτικές αξίες του ίδιου εμπορεύματος, δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι αυτές οι ποσότητες είναι και μεταξύ τους ανταλλακτικές αξίες. Με άλλα λόγια: η σχέση «είναι ανταλλακτική αξία τού…», οριζόμενη επί ποσοτήτων των εμπορευμάτων, είναι σχέση ισοδυναμίας.6

Τίθεται, λοιπόν, αρχικά το ερώτημα αν είναι αποδεκτή η Μαρξική αφετηρία για τη σχέση ανταλλαγής δύο εμπορευμάτων. Μετά την εισαγωγική παράγραφο του πρώτου κεφαλαίου είναι σαφές ότι ο Μαρξ δεν μιλάει για εμπορεύματα εν γένει, αλλά για εμπορεύματα υπό καπιταλιστικές συνθήκες.7 Υπό αυτές τις συνθήκες όμως κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιπραγματισμός, αλλά ανταλλαγή εμπορεύματος (Ε) με χρήμα (Χ). Δεν αρκεί η υπόδειξη ότι και το χρήμα είναι εμπόρευμα και ότι ο τύπος Ε-Ε είναι απλώς και μόνο μια αφηρημένη παρουσίαση του Ε-Χ. Στην πράξη Ε-Χ, το ζητούμενο είναι ακριβώς να ανταλλαγεί το Ε με το ιδιαίτερο εμπόρευμα Χ, και έτσι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι κάνουμε αφαίρεση ειδικά από αυτή την ιδιαιτερότητα. Βέβαια, η εμπειρικά δεδομένη πράξη Ε-Χ δεν μπορεί να ερευνηθεί ακόμη. Το χρήμα προϋποθέτει το εμπόρευμα και τη συνάρτηση των πράξεων ανταλλαγής, ότι δηλαδή μετά το Ε-Χ ακολουθεί Χ-Ε (εφόσον πρόκειται για τη διαμεσολάβηση του κοινωνικού μεταβολισμού). Το χρήμα είναι μεν εμπειρικό δεδομένο, ως θεωρητικό αντικείμενο όμως χρειάζεται ακόμη να παραχθεί. H ανταλλαγή Ε-Ε που παρατηρεί ο Μαρξ είναι το αποτέλεσμα των πράξεων κυκλοφορίας Ε-Χ και Χ-Ε. Επομένως, η σχέση ανταλλαγής Ε-Ε δεν είναι απεικόνιση της άμεσης ανταλλαγής δύο εμπορευμάτων, 8 όπως συχνά αναφέρεται (π.χ. Itoh, 1976: 48 - 49, Levine 1983: 28, Beckenbach 1987: 69), αλλά μια εννοιακή κατασκευή με σκοπό την εξέταση του γενικού ορισμού της παραγωγής εμπορευμάτων: τη μεσολάβηση του κοινωνικού μεταβολισμού με την ανταλλαγή.

Τι όμως δίνει στον Μαρξ το δικαίωμα να συμπεραίνει (σιωπηρά) ότι η σχέση: «είναι ανταλλακτική αξία τού…» αποτελεί σχέση ισοδυναμίας; O Μαρξ δεν μιλάει για μια οποιαδήποτε τυχαία ανταλλαγή αλλά για την ανταλλαγή ως κυρίαρχη μορφή της διαμεσολάβησης της κοινωνικής αναπαραγωγής.9 Εάν όμως είναι έτσι, τότε δεν μπορεί (τουλάχιστον στην ίδια αγορά) να υπάρχουν διαρκή κέρδη μέσω της ανταλλαγής και αυτό εξασφαλίζεται μόνον τότε, όταν η σχέση «είναι ανταλλακτική αξία τού…» αποτελεί σχέση αυτοδυναμίας. O Μαρξ συμπεραίνει κατόπιν:


«Οι ισχύουσες ανταλλακτικές αξίες ενός εμπορεύματος εκφράζουν ένα ίσον» και: «H ανταλλακτική αξία δεν μπορεί παρά να είναι τρόπος έκφρασης, “μορφή εμφάνισης” ενός περιεχομένου διαφορετικού από αυτήν» (MEGA ΙΙ.8: 69· MEW 23: 51).


O Μαρξ δεν παραμένει στη διαπίστωση ότι με τις αναλογίες της ανταλλαγής ορίζεται μια σχέση ισοτιμίας, αλλά συμπεραίνει και ένα «περιεχόμενο» των εμπορευμάτων το οποίο θεμελιώνεται πάνω σε αυτή τη σχέση. Αναζητεί, δηλαδή, την οικονομική σημασία του πλήθους των πηλίκων που ορίζεται με αυτή τη σχέση ισοδυναμίας.10 Εξετάζει, λοιπόν, μία μεμονωμένη ισότητα ανταλλαγής, 1 κουάρτερ σιτάρι = α καντάρια σίδερο: 11


«Τι λέει αυτή η εξίσωση; Ότι σε δύο διαφορετικά πράγματα υπάρχει κάτι ισομεγέθες κοινό, σε 1 κουάρτερ σιτάρι και επίσης σε α καντάρια σίδερο. Και τα δύο λοιπόν ισούνται με κάτι τρίτο, το οποίο καθαυτό δεν είναι ούτε το μεν ούτε το δε. Κάθε ένα τους, λοιπόν, στο μέτρο που είναι ανταλλακτική αξία, πρέπει να είναι αναγώγιμο σε αυτό το τρίτο» (MEGA ΙΙ.6: 71· MEW 23: 51).


Εάν δύο πράγματα εξισώνονται και αυτή η εξίσωση δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αποτέλεσμα αυθαίρετης απόφασης, τότε αυτά τα δύο θα πρέπει να ισούνται σε κάποια διάσταση, δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει μια ποιότητα, που να προσήκει (ή να αποδίδεται) εξίσου και στα δύο, και ως προς το οποίο είναι ίσα. Εάν αυτά τα δύο πράγματα εξισώνονται επιπλέον σε ορισμένη ποσοτική αναλογία, τότε θα πρέπει να ισούνται ως προς μια ποσοτικά καθορισμένη ποιότητα. H ιδιαιτερότητα του Μαρξικού επιχειρήματος δεν είναι ότι συμπεραίνει την ύπαρξη ενός κοινού ποιοτικού στοιχείου, αλλά ότι κατά κάποιον τρόπο (κατά ποιον θα το συζητήσουμε αργότερα) το τοποθετεί στα ίδια τα εμπορεύματα. Αργότερα κάνει λόγο για μια κοινή «ουσία».

O Μαρξ τώρα, με το βλέμμα στην εξίσωση ανταλλαγής, επιχειρεί να ορίσει εγγύτερα αυτό το τρίτο. H επιχειρηματολογία του συντελείται σε τρία βήματα. Αρχικά διαπιστώνει ότι καμία φυσική ιδιότητα της υλικής υπόστασης των εμπορευμάτων δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο ποιοτικό στοιχείο, επειδή αυτές οι φυσικές ιδιότητες αφορούν μόνο την αξία χρήσης του εμπορεύματος, ενώ στην εξίσωση της ανταλλαγής θα μπορούσε να εμφανιστεί κάθε αξία χρήσης αρκεί να υπάρχει στην απαιτούμενη ποσότητα. H διαπίστωση του Μαρξ ότι τη σχέση ανταλλαγής τη χαρακτηρίζει η αφαίρεση από την αξία χρήσης των εμπορευμάτων προκαλεί την εύλογη ένσταση ότι ο κάθε ιδιοκτήτης εμπορευμάτων ενδιαφέρεται μόνο για την αξία χρήσης του εμπορεύματος που θέλει να αποκτήσει με την ανταλλαγή. Εδώ όμως δεν ενδιαφέρουν τα κίνητρα των ιδιοκτητών των εμπορευμάτων, αλλά η ίδια η σχέση ανταλλαγής. Τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των εμπορευμάτων τα συζητά ο Μαρξ στο δεύτερο κεφάλαιο, εξετάζοντας τη διαδικασία της ανταλλαγής.

Με το δεύτερο βήμα ο Μαρξ συμπεραίνει ότι, αφού αγνοηθεί η αξία χρήσης, στο εμπόρευμα απομένει μόνο μία ιδιότητα, ότι είναι προϊόν εργασίας. Μέχρι τώρα ο Μαρξ μιλούσε γενικά για εμπορεύματα. Το ότι τώρα παρατηρεί την εμπορευματική μορφή των προϊόντων εργασίας δεν το έχει αποσαφηνίσει. Επομένως δεν είναι τελείως αδικαιολόγητη η κριτική του Μπεμ-Μπάβερκ ότι ο Μαρξ, χωρίς να λογοδοτήσει, αποκλείει από την έρευνά του «με δεινή διαλεκτική επιδεξιότητα» ένα σημαντικό μέρος των «ανταλλάξιμων αγαθών», συγκεκριμένα όσα δεν είναι προϊόντα εργασίας (όπως η γη στην οποία δεν έχουν γίνει βελτιωτικές εργασίες) (Böhm-Bawerk 1896: 84). Αν και όχι στο Κεφάλαιο, αλλά στο Για την Κριτική …, ο Μαρξ είχε απαντήσει πάντως σε αυτή την ένσταση, υποσχόμενος ότι θα δώσει εξήγηση για την ανταλλακτική αξία των δυνάμεων της φύσης στο κεφάλαιο για την έγγεια ιδιοκτησία (MEGA ΙΙ.2: 139· MEW 13: 48).

Στο τρίτο βήμα ο Μαρξ ορίζει τον χαρακτήρα της εργασίας, προϊόν της οποίας είναι το εμπόρευμα. Εάν παρατηρήσουμε την ιδιότητα του σώματος του εμπορεύματος, να είναι προϊόν εργασίας, κάνουμε όμως ταυτόχρονα αφαίρεση από την αξία χρήσης του, τότε δεν συλλαμβάνουμε πια το εμπόρευμα ως προϊόν μιας ορισμένης συγκεκριμένης εργασίας, η οποία παράγει μια ορισμένη αξία χρήσης. Το εμπόρευμα θεωρείται πια ως προϊόν εργασίας εν γένει. Οι διάφορες συγκεκριμένες εργασίες έχουν τότε «αναχθεί σε όμοια ανθρώπινη εργασία, αφηρημένα ανθρώπινη εργασία» (MEGA ΙΙ.6: 72· MEW 23: 52). Αφηρημένα ανθρώπινη εργασία είναι η «κοινή κοινωνική ουσία» (ό.π.) των ανταλλασσόμενων εμπορευμάτων. Ως κρύσταλλοι αυτής της ουσίας τα εμπορεύματα είναι «αξίες».

H επιχειρηματολογία του Μαρξ την οποία μόλις παραθέσαμε, θεωρείται από τους επικριτές του συνήθως ως προσπάθεια να αποδείξει την εργασιακή θεωρία της αξίας. Ως εργασιακή θεωρία της αξίας εννοούν τη θέση ότι οι αναλογίες της ανταλλαγής των εμπορευμάτων ορίζονται από το χρόνο εργασίας που έχει δαπανηθεί για την παραγωγή τους. Οι επικριτές προσάπτουν στον Μαρξ ότι παίρνει μία από τα εκατομμύρια πράξεις ανταλλαγής που συμβαίνουν στην αγορά, την παρατηρεί ακριβώς και διαπιστώνει ότι η ανταλλαγή είναι εξίσωση ποσοτήτων εργασίας. Καθώς ο Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου ορίζει τις αναλογίες της ανταλλαγής διαφορετικά (ανταλλαγή όχι πια σε αξίες αλλά σε τιμές παραγωγής), ο Μπεμ-Μπάβερκ πίστεψε ότι είχε βρει μια θεμελιώδη αντίφαση στη Μαρξική θεωρία, εφόσον ο Μαρξ είχε δύο αντιφατικές αποφάνσεις για την ίδια εμπειρική σχέση πραγμάτων. Σε νεότερες εργασίες αυτή η θέση περί αντιφατικότητας δεν διατηρείται πια· οι νεότεροι συγγραφείς διακρίνουν ότι ο Μαρξ στο πρώτο κεφάλαιο δεν ήθελε να κάνει καμία εμπειρική διαπίστωση για τις πραγματικές αναλογίες ανταλλαγής στην καπιταλιστική οικονομία. Το τμήμα Εμπόρευμα και χρήμα το αντιλαμβάνονται όμως σαν απόφανση για ένα ορισμένο υπόδειγμα (είτε «απλής» παραγωγής εμπορευμάτων, είτε καπιταλιστικής με ίση αξιακή σύνθεση των διαφόρων κεφαλαίων). H ισχύς της εργασιακής θεωρίας της αξίας σε αυτό το υπόδειγμα αμφισβητείται με παρόμοια επιχειρήματα, όπως εκείνα που είχε παρουσιάσει ο Μπεμ-Μπάβερκ για την καπιταλιστική πρακτική (η ανταλλαγή δεν χρειάζεται ένα «κοινό τρίτο», η «μέθοδος του αποκλεισμού» δεν είναι η προσήκουσα κ.λπ.).

Από αυτή την οπτική γωνία παραβλέπει ωστόσο κανείς τη Μαρξική τοποθέτηση του προβλήματος. O Μαρξ δεν θεωρεί το εμπόρευμα ως λίγο πολύ τυχαίο εμπειρικό αντικείμενο, το οποίο πρέπει να αναλυθεί από κάθε πλευρά. Στις Σημειώσεις στο περιθώριο για τον Βάγκνερ (Randglossen zu Wagner), οι οποίες είναι σχολιασμός του δικού του έργου, ο Μαρξ γράφει για την αφετηρία του:


«Αυτό για το οποίο μιλάω είναι η απλή κοινωνική μορφή στην οποία παρουσιάζεται στη σημερινή κοινωνία το προϊόν της εργασίας, και αυτή η μορφή είναι το “εμπόρευμα”» (MEW 19: 369)


Το αντικείμενο, επομένως, της έρευνας του Μαρξ δεν είναι απλώς το εμπόρευμα, αλλά το εμπόρευμα ως κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας, 12 και το κοινωνικό στοιχείο του εμπορεύματος είναι η «αξία» του.13 Το πρόβλημα που θέτει στον εαυτό του ο Μαρξ δεν είναι να «αποδείξει» ότι η εργασία είναι η υπόσταση της αξίας, αλλά να ανακατασκευάσει από αυτή την κοινωνική μορφή του προϊόντος της τον ιδιαίτερα κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, η οποία παρουσιάζεται με αυτή τη μορφή.14

H θέση ότι η παραγωγή εμπορευμάτων δεν είναι η φυσική μορφή, αλλά μια ορισμένη ιστορική μορφή της κοινωνικής παραγωγής, σημαίνει ακριβώς ότι η εμπορευματοπαραγωγός εργασία πρέπει να έχει διαφορετικό κοινωνικό χαρακτήρα από την εργασία που δαπανάται σε ένα κοινωνικό πλαίσιο το οποίο δεν βασίζεται σε παραγωγή εμπορευμάτων. H παραγωγή εμπορευμάτων, όμως, δεν είναι απλώς μία ανάμεσα σε πολλές μορφές της παραγωγής. Υπάρχει μια δομική διαφορά μεταξύ της παραγωγής εμπορευμάτων και των διάφορων μορφών κοινοτιστικής (gemeinschaftlich) παραγωγής. Στην παραγωγή εμπορευμάτων η εργασία δαπανάται ιδιωτικά και αποκτά τον κοινωνικό της χαρακτήρα, την αναγνώρισή της ως συστατικού στοιχείου της συνολικής κοινωνικής εργασίας, μόνο εκ των υστέρων, στην ανταλλαγή, ενώ στην κοινοτιστική παραγωγή «ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής προϋποτίθεται» (MEGA ΙΙ.1.1: 103· Gr: 89, υπογράμμιση M.H.)

Στο πρώτο υποκεφάλαιο του Κεφαλαίου, το ζήτημα του ειδικά κοινωνικού χαρακτήρα της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας δεν διατυπώνεται τόσο σαφώς όσο στο αντίστοιχο σημείο του Για την Κριτική... (Zur Kritik...). O Μαρξ γράφει εκεί, αφού προηγουμένως έχει διακρίνει μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων:


«Οι αξίες χρήσεις είναι στην αμεσότητά τους μέσα διαβίωσης. Αντίστροφα, όμως, αυτά τα μέσα διαβίωσης είναι προϊόντα της κοινωνικής ζωής, αποτέλεσμα δαπανημένης ανθρώπινης ζωικής δύναμης, εξαντικειμενικευμένη εργασία. Ως υλική έκφανση της κοινωνικής εργασίας, όλα τα εμπορεύματα είναι αποκρυσταλλώσεις της ίδιας ενότητας. Τώρα έχουμε να παρατηρήσουμε τον συγκεκριμένο χαρακτήρα αυτής της ενότητας, δηλαδή της εργασίας, η οποία εμφανίζεται στην ανταλλακτική αξία» (MEGA ΙΙ.2: 108· MEW 13: 16 κ.ε., υπογράμμιση της τελευταίας πρότασης M.H.).


O Μαρξ, λοιπόν, παρατηρεί τα εμπορεύματα εξ αρχής ως «υλική έκφανση της κοινωνικής εργασίας», και αυτό που πρωτίστως θέλει να προσδιορίσει δεν είναι η ποσοτική σχέση ανταλλαγής, αλλά ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας.15 Καθώς το έχει εξ αρχής διατυπώσει έτσι στο Για την Κριτική..., δεν χρησιμοποιεί εκεί ούτε το «κοινό τρίτο» που περιέχουν τα δύο εμπορεύματα, ούτε τη «μέθοδο του αποκλεισμού» για να ορίσει την εργασία ως υπόσταση αυτού του τρίτου. O Μπεμ-Μπάβερκ και οι μεταγενέστεροι επικριτές δεν δείχνουν να έχουν προσέξει ότι ένα ουσιώδες μέρος των ενστάσεών τους αστοχεί όταν αναφέρεται στο Για την Κριτική... Τα αμφισβητούμενα σχήματα της επιχειρηματολογίας οφείλονται κατά πάσα πιθανότητα στην «εκλαΐκευση», για την οποία ο Μαρξ κάνει λόγο στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου.16 Είναι οφθαλμοφανές ότι ο Μαρξ δεν επιδίωκε μια οποιουδήποτε είδους «απόδειξη» της εργασιακής θεωρίας της αξίας, και αυτό φαίνεται επίσης και όταν γράφει στο Για την Κριτική..., ότι το να χαρακτηρίζει κανείς την εργασία ως μοναδική πηγή της αξίας ανταλλαγής είναι «ταυτολογία» (MEGA ΙΙ.2: 114· MEW 13: 22).

Δεν θα ήταν εύλογο να αναγάγουμε την παραγνώριση της τοποθέτησης του προβλήματος από τον Μαρξ σε απλή ατομική ανεπάρκεια των επικριτών που προαναφέρθηκαν. H κριτική από διάφορες πλευρές που καταλήγει στο ότι λείπει η απόδειξη της θεωρίας της αξίας, χαρακτηρίζεται πάντοτε από το ότι οι επικριτές τοποθετούν τη Μαρξική επιχειρηματολογία στο πλαίσιο της δικής τους εμπειριστικής προβληματικής.17 Επιρρίπτουν στον Μαρξ ότι ξεκινάει από ένα άμεσα δεδομένο φαινόμενο (το οποίο μπορεί να είναι και υπόδειγμα) και επιχειρεί να βρει τους προσδιοριστικούς του παράγοντες μέσω απλής αφαίρεσης. Όπως όμως έδειξα στο προηγούμενο κεφάλαιο, η ρήξη που έκανε ο Μαρξ είναι ακριβώς με τον εμπειρισμό του θεωρητικού πεδίου της Πολιτικής Οικονομίας. Για τον Μαρξ είναι σαφές ότι τα φαινομενικώς απλά «δεδομένα» της εμπειρίας είναι η σύνοψη πολλών προσδιορισμών, και ως εκ τούτου απαιτούν εννοιακή κατασκευή. Τα εμπειρικά φαινόμενα είναι πάντοτε ήδη σχηματισμένα, υπάρχουν μόνο στο εσωτερικό ορισμένων κοινωνικών μορφών, τις οποίες η απλή θεώρηση εκλαμβάνει ως φυσικές μορφές. Βέβαια, ο Μαρξ αναστοχάστηκε ανεπαρκώς αυτή τη ρήξη με τον εμπειρισμό. Στο Για την Κριτική..., μάλιστα, ο Μαρξ διατυπώνει ως αποστολή κάθε Πολιτικής Οικονομίας να ανεύρει τις κοινωνικές μορφές, τους «οικονομικούς προσδιορισμούς της μορφής».18 Στο Κεφάλαιο, αντιθέτως, γράφει:


«H Πολιτική Οικονομία έχει μεν αναλύσει, αν και όχι πλήρως, την αξία και το αξιακό μέγεθος και έχει ανακαλύψει το περιεχόμενο που κρύβεται σε αυτές τις μορφές. Ποτέ δεν έθεσε έστω και το ερώτημα, για ποιο λόγο αυτό το περιεχόμενο παίρνει αυτή τη μορφή…» (MEGA ΙΙ.6: 110· MEW 23: 94 - 95)


Εδώ ο Μαρξ ξέρει πολύ καλά ότι στρέφει την προσοχή του σε ένα ερώτημα το οποίο η κλασική Πολιτική Οικονομία όχι μόνο δεν το έχει απαντήσει, αλλά δεν το έχει καν αναγνωρίσει ως ερώτημα. O Μαρξ, διερευνώντας τις κοινωνικές μορφές υπό τις οποίες υπάρχουν τα εμπειρικά φαινόμενα και εμφανίζονται ως «δεδομένα», έρχεται αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα, το οποίο κατά κάποιον τρόπο εξ ορισμού αποκλείει ο κάθε εμπειρισμός και το οποίο οι σύγχρονοι επικριτές του ως εμπειριστές δεν το αντιλαμβάνονται.19


2. H θεωρία της αξίας μεταξύ νατουραλισμού και κοινωνικής θεωρίας


Όπως εκθέσαμε ήδη στο πρώτο κεφάλαιο, η Κλασική Πολιτική Οικονομία θεωρεί την εργασία πάντοτε ως μια απλώς ατομική διαδικασία μεταξύ ανθρώπου και φύσης, η οποία για τον άνθρωπο είναι προπάντων επίπονη και επαχθής. Καθώς το μεμονωμένο άτομο είναι το έσχατο σημείο αναφοράς της Πολιτικής Οικονομίας, προκύπτει μια ανθρωπολογία τού σε άνθρωπο εξιδανεικευμένου ιδιοκτήτη εμπορευμάτων, επομένως η ειδικά κοινωνική μορφή της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας δεν είναι καν αντικείμενό της.20 Τόσο η Κλασική Πολιτική Οικονομία όσο και ο μαργκιναλισμός πραγματεύονται την ανταλλαγή εμπορευμάτων πάντοτε ως πράξη μεταξύ δύο ατομικών ιδιοκτητών εμπορευμάτων. Και τα δύο υποδείγματα ασχολούνται πρωτίστως με το ερώτημα του ποσοτικού προσδιορισμού της σχέσης ανταλλαγής· το απαντούν και τα δύο με μια αναδρομή στην ανθρωπολογία. H συμμετρία, ανέκαθεν προϋπόθεση της ανταλλαγής, δεν αναγνωρίζεται ως θεωρητικό πρόβλημα, γίνεται αποδεκτή ως εμπειρικό δεδομένο. Παρά το διαφορετικό τους περιεχόμενο, η «αντικειμενική» θεωρία της αξίας των Κλασικών και η «υποκειμενική θεωρία της αξίας» του μαργκιναλισμού ταυτίζονται στην ατομικιστική και ανθρωπολογική δομή του λόγου τους.

Σε αντίθεση με την κλασική και νεοκλασική οικονομική θεωρία, ο Μαρξ δεν θεωρεί την ανταλλαγή των εμπορευμάτων απλώς ως μορφή διαμεσολάβησης της κοινωνικής αναπαραγωγής, την βλέπει ως εκδήλωση μιας ειδικής μορφής της κοινωνικής εργασίας.21 O Μαρξ δεν ρωτάει τι σκέφτονται οι συναλλασσόμενοι όταν ανταλλάσσουν, τι συμφέροντα θέλουν να ικανοποιήσουν, εξετάζει αντ’ αυτών πώς δομείται η κοινωνική εργασία η οποία δεν αφήνει στο άτομο καμία άλλη δυνατότητα εκτός από την ανταλλαγή.


«Τα αντικείμενα χρήσης γίνονται εμπορεύματα, μόνο επειδή είναι προϊόντα ιδιωτικών εργασιών οι οποίες πραγματοποιούνται ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Το σύμπλεγμα αυτών των ιδιωτικών εργασιών σχηματίζει τη συνολική κοινωνική εργασία. Επειδή η κοινωνική επαφή του ενός παραγωγού με τον άλλον γίνεται μόνο με την ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας τους, τα ειδικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των ιδιωτικών εργασιών τους εμφανίζονται μόνο μέσα σε αυτή την ανταλλαγή. Ή οι ιδιωτικές εργασίες λειτουργούν πράγματι ως μέλη της συνολικής κοινωνικής εργασίας μόνο με τις σχέσεις, στις οποίες η ανταλλαγή τοποθετεί τα προϊόντα της εργασίας και μέσω αυτών τους παραγωγούς» (MEGA ΙΙ.6: 103 - 104· MEW 23: 87, υπογρ. M.H.)


Επειδή ο καθένας δαπανά την ατομική του εργασία στη μορφή ανεξάρτητης ιδιωτικής εργασίας, χρειάζεται όλοι να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους. Διότι αυτό είναι η μοναδική δυνατότητα για να λειτουργήσουν οι ιδιωτικές τους εργασίες ως συστατικά στοιχεία της συνολικής κοινωνικής εργασίας. O εκκοινωνισμός των μεμονωμένων παραγωγών είναι δυνατός μόνο εάν μεταξύ των διαφορετικών ιδιωτικών εργασιών τους υπάρχει μια συνεκτική κοινωνική συνάρτηση. H κατασκευή αυτής της συνοχής είναι μεν αποτέλεσμα της πράξης των ατόμων, δεν είναι όμως συνειδητό αποτέλεσμα, διαφανές για τον καθένα· ούτε είναι τυχαίο αποτέλεσμα της συνάντησης ανεξάρτητων δραστηριοτήτων. Για το κάθε άτομο, αυτό το αποτέλεσμα είναι προδεδομένος όρος της δραστηριότητάς του. Αυτός ο όρος τού φαίνεται να βασίζεται στις ιδιότητες του εμπορεύματος και του χρήματος ως αντικειμένων, τόσο φυσιολογικά όσο και ο νόμος της βαρύτητας. Γι’ αυτό ο Μαρξ μιλάει για «φετιχισμό».22 Αυτού του φετιχισμού έρμαιο δεν είναι μόνο η συνείδηση της καθημερινότητας, αλλά και η Κλασική Πολιτική Οικονομία λόγω του εμπειρισμού της.

O συγκεκριμένος τρόπος του εκκοινωνισμού δίνει κοινωνικούς ρόλους στα άτομα και επιβάλλει τον ορθολογισμό του. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορούμε να τον κατανοήσουμε αν πάρουμε ως αφετηρία τα άτομα και τον ορθολογισμό τους. O Μαρξ διαπιστώνει ρητά:


«Οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν συσχετίζουν τα προϊόντα της εργασίας τους ως αξίες, επειδή αυτά τα πράγματα τα βλέπουν ως πραγματικά κελύφη ομοειδούς ανθρώπινης εργασίας. Αντίθετα. Εξισώνοντας στην ανταλλαγή τα διαφορετικά τους προϊόντα ως αξίες, εξισώνουν τις διαφορετικές τους εργασίες ως ανθρώπινη εργασία. Δεν το ξέρουν, αλλά το πράττουν» (MEGA ΙΙ.6: 104-105· MEW 23: 88. υπογράμμιση M.H.).


Στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου είχε διατυπωθεί με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η ανάλυση δεν μπορεί να γίνει από τη σκοπιά των ατόμων και ότι πρέπει να εξηγηθεί η συμπεριφορά των ατόμων, όπως δείχνει η συνέχεια του Mαρξικού κειμένου:


«[…] ανάγοντας το υλικό πράγμα στην αφαίρεση αξία. Αυτό είναι μια πηγαία και ως εκ τούτου ασυνείδητα ενστικτώδης επιχείρηση του εγκεφάλου τους, η οποία αναπτύσσεται αναγκαστικά από τον ειδικό τρόπο της υλικής τους παραγωγής και των σχέσεων στις οποίες τους τοποθετεί αυτή η παραγωγή» (MEGA ΙΙ.5: 46).23


Είναι εμφανής η ρήξη με το θεωρητικό πεδίο της Πολιτικής Οικονομίας. Τα οικονομικά φαινόμενα δεν αιτιολογούνται πλέον με την αναφορά στα συμφέροντα των δρώντων υποκειμένων, με μια ορισμένη ανθρωπολογία του homo oeconomicus. Αντ’ αυτών πρέπει να ανακατασκευαστεί ο ειδικά κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας από το περιεχόμενο της μορφής των πράξεων (το οποίο συνήθως δεν είναι αντικείμενο της σκέψης των ατόμων), δηλαδή οι συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής που θεμελιώνουν τις πράξεις των ατόμων. Μόνο τότε μπορούν να εξεταστούν τα συμφέροντα και τα κίνητρα των οικονομικώς δρώντων.24

H παρουσίαση της ειδικά κοινωνικής μορφής της εργασίας, όπως επιδρά στα διάφορα οικονομικά σχήματα από την εμπορευματική μορφή του προϊόντος της εργασίας ως το κέρδος και τον τόκο, αποτελεί τον πραγματικό πυρήνα της Μαρξικής εργασιακής θεωρίας της αξίας. Εάν αντιθέτως θεωρήσουμε τη Μαρξική θεωρία της αξίας ως ποσοτική θεωρία ποσοτήτων εργασίας, η ουσιαστική αποστολή της οποίας είναι να αποδείξει ότι το κέρδος μπορεί να αναχθεί σε μια ορισμένη ποσότητα απλήρωτης εργασίας (π.χ. Medio 1973), τότε ο Μαρξ συρρικνώνεται στο θεωρητικό επίπεδο ενός «σοσιαλιστή ρικαρδιανού». O Μαρξ όμως θέτει το θεμελιώδες ερώτημα, κατά ποιον τρόπο δημιουργείται μια συνεκτική κοινωνική συνάρτηση σε μια κοινωνία ιδιωτών παραγωγών.


Αφηρημένη εργασία


H ανάλυση της ανταλλαγής των εμπορευμάτων οδηγεί τον Μαρξ στον ειδικά κοινωνικό χαρακτήρα της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας:


«Μόνο στο πλαίσιο της ανταλλαγής τους αποκτούν τα προϊόντα της εργασίας μια κοινωνικά ίση αξιακή αντικειμενικότητα, διαχωρισμένη από την αισθητά διαφορετική χρηστική αντικειμενικότητα […] Από τη στιγμή εκείνη οι ιδιωτικές εργασίες των παραγωγών αποκτούν πράγματι διπλό κοινωνικό χαρακτήρα. Από τη μια πρέπει ως ορισμένες χρήσιμες εργασίες να ικανοποιήσουν μια ορισμένη κοινωνική ανάγκη και να επιβεβαιωθούν ως μέλη της συνολικής εργασίας, του πηγαίου συστήματος της κοινωνικής κατανομής της εργασίας. Από την άλλη, ικανοποιούν τις ποικίλες ανάγκες των ίδιων των παραγωγών τους μόνο εφόσον κάθε ιδιαίτερη χρήσιμη ιδιωτική εργασία είναι ανταλλάξιμη με κάθε λογής άλλη ιδιωτική εργασία, είναι δηλαδή ισοδύναμη» (MEGA ΙΙ.6: 104· MEW 23: 87. Υπογρ. M.H.).


Σε κάθε κοινωνία με καταμερισμό εργασίας, το προϊόν της ατομικής εργασίας πρέπει να ικανοποιεί μια κοινωνική ανάγκη. H ατομική εργασία είναι ταυτοχρόνως μέρος της συνολικής κοινωνικής εργασίας και έχει ως εκ τούτου κοινωνικό χαρακτήρα. Στην παραγωγή εμπορευμάτων ωστόσο αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας δεν επαρκεί: το προϊόν της ατομικής εργασίας πρέπει να ανταλλαγεί. Αυτό σημαίνει ότι η κάθε ιδιωτική εργασία αναγνωρίζεται ως συστατικό στοιχείο της συνολικής κοινωνικής εργασίας μόνο εφόσον μπορεί να εξομοιωθεί με τις άλλες ιδιωτικές εργασίες. Οι ιδιωτικές εργασίες πρέπει να είναι ισοδύναμες μεταξύ τους, πράγμα που αποτελεί έναν ακόμη κοινωνικό χαρακτήρα, προσίδιο της παραγωγής εμπορευμάτων. Επομένως μόνο για την εμπορευματοπαραγωγή ισχύει το ότι


«ο ειδικά κοινωνικός χαρακτήρας των ανεξάρτητων μεταξύ τους ιδιωτικών εργασιών βρίσκεται στην ομοιότητά τους ως ανθρώπινων εργασιών και παίρνει τη μορφή του αξιακού χαρακτήρα των προϊόντων της εργασίας […]» (MEGA ΙΙ.6: 105· MEW 23: 88 υπογρ. M.H.).


Ανακύπτει τώρα το ερώτημα βάσει τίνος δημιουργείται αυτή η ισοδυναμία για την οποία μιλάει ο Μαρξ στο τέλος του πρώτου παραθέματος. Από το δεύτερο παράθεμα μπορούμε να συναγάγουμε ότι αυτή η ισοδυναμία δεν εκφράζει παρά την ομοιότητα των ιδιωτικών εργασιών ως ανθρώπινης εργασίας. Τίθεται επίσης το ερώτημα, αν αυτή η ομοιότητα βασίζεται σε κάποια ιδιότητα την οποία διαθέτουν εξίσου και ανεξάρτητα η μία από την άλλη όλες οι ιδιωτικές εργασίες ή αν πρόκειται για μια ορισμένη κοινωνική σχέση των ιδιωτικών εργασιών μεταξύ τους. Στα συγκείμενα της ανάλυσης της μορφής της αξίας και του υποκεφαλαίου για τον χαρακτήρα-φετίχ του εμπορεύματος, ο Μαρξ επιχειρηματολογεί σαφώς στην κατεύθυνση της δεύτερης δυνατότητας: Η ομοιότητα των ιδιωτικών εργασιών στην ανταλλαγή δεν είναι μια απλή ιδιότητα, την οποία η εκάστοτε ιδιωτική εργασία την έχει έτσι κι αλλιώς, είναι, αντίθετα, μια ορισμένη, κοινωνική σχέση αυτής με όλες τις άλλες ιδιωτικές εργασίες. Και μόνο λόγω αυτής της όχι φυσικής, αλλά ειδικά κοινωνικής ομοιότητας μπορούμε να μιλήσουμε για αφηρημένη εργασία. Αυτό ο Μαρξ το διατυπώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια:


«H ομοιότητα toto coelo διαφορετικών εργασιών δεν μπορεί να υφίσταται παρά σε μια αφαίρεση από την πραγματική τους ανομοιότητα, στην αναγωγή στον κοινό τους χαρακτήρα, τον οποίο έχουν ως δαπάνη ανθρώπινης εργασιακής δύναμης, αφηρημένα ανθρώπινης εργασίας» (MEGA ΙΙ.6: 104· MEW 23: 87-88).


H αφηρημένη εργασία σύμφωνα με αυτά είναι ένας ειδικά κοινωνικός προσδιορισμός της εργασίας, ο οποίος δημιουργείται μόνο με την ανταλλαγή. Στο χειρόγραφο Ergänzungen und Veränderungen zum ersten Band des „Kapitals“, 1871/1872 (Συμπληρώσεις και αλλαγές του 1ου τόμου του Κεφαλαίου, 1871-72, ΣτΜ), ο Μαρξ υπογραμμίζει αυτόν τον ρόλο της ανταλλαγής εντονότερα, συμπληρώνοντας τη φράση που μόλις παραθέσαμε με την ακόλουθη προσθήκη (την οποία περιέχει και η γαλλική μετάφραση, πρβλ. MEGA ΙΙ.7: 55):


«H αναγωγή των διαφορετικών συγκεκριμένων ιδιωτικών εργασιών σε αυτή την αφαίρεση της όμοιας ανθρώπινης εργασίας συντελείται μόνο με την ανταλλαγή, η οποία εξομοιώνει πράγματι προϊόντα διαφορετικών εργασιών» (MEGA ΙΙ.6: 41).


Έτσι διατυπώνεται με σαφήνεια ότι η «αφαίρεση» εν προκειμένω δεν είναι αφαίρεση την οποία οι ανταλλάσσοντες κάνουν συνειδητά. Και εδώ ισχύει ότι:


«Δεν το ξέρουν, αλλά το πράττουν».


Εδώ δεν πρόκειται για διανοητική διαδικασία αφαίρεσης: η αφαίρεση συντελείται μέσα από τις πράξεις των ανταλλασσόντων.25

O Μαρξ, θέτοντας το ερώτημα για τον ειδικά κοινωνικό χαρακτήρα της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας, θέτει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με αναδρομή στους σκοπούς της δραστηριότητας (και τις συνειδητές αφαιρέσεις) των δρώντων προσώπων και έτσι εγκαταλείπει το θεωρητικό πεδίο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τονίζει ότι η Κλασική Πολιτική Οικονομία δεν κάνει πουθενά τη διάκριση της εργασίας ανάλογα με το αν παράγει αξίες χρήσης ή αξία ενώ αυτό είναι «το κρίσιμο σημείο γύρω από το οποίο στρέφεται η κατανόηση της Πολιτικής Οικονομίας» (MEGA ΙΙ.5: 22· MEW 23: 56).

Βέβαια, ήδη στην παρουσίαση αυτής της θεμελιώδους ιδέας της αφηρημένης εργασίας υπάρχουν ορισμένες αμφισημίες.26 Στο Για την Κριτική ... και στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου ο Μαρξ ταύτιζε την αφηρημένη εργασία ακόμη σε μεγάλο βαθμό με απλή, ανειδίκευτη εργασία.27 Στο Για την Κριτική ... γράφει ότι ως αξίες χρήσης τα εμπορεύματα εμφανίζονται ως «ποσότητες εκείνης της απλής, ομοιόμορφης αφηρημένα γενικής εργασίας, η οποία σχηματίζει την ουσία της αξίας ανταλλαγής» (MEGA ΙΙ.2: 109· MEW 13: 17). Και έπειτα εκτενέστερα ακόμη:


«Για να μετρήσουμε τις αξίες χρήσης των εμπορευμάτων με την εργασία που αυτά περιέχουν, πρέπει οι ίδιες οι διαφορετικές εργασίες να έχουν αναχθεί σε αδιάφορη, ομοιόμορφη, απλή εργασία, κοντολογής εργασία η οποία είναι ποιοτικά η ίδια και διαφέρει ως εκ τούτου μόνο ποσοτικά. Αυτή η αναγωγή εμφανίζεται ως αφαίρεση, είναι όμως μια αφαίρεση η οποία συντελείται καθημερινά στην κοινωνική διαδικασία παραγωγής […]. Αυτή η αφαίρεση, η γενικά ανθρώπινη εργασία, υπάρχει στη μέση εργασία, την οποία μπορεί να επιτελέσει κάθε μέσο άτομο μιας δεδομένης κοινωνίας, μια ορισμένη παραγωγική δαπάνη ανθρώπινων μυών, νεύρων, εγκεφάλου κ.λπ. Είναι απλή εργασία για την οποία κάθε μέσο άτομο μιας δεδομένης κοινωνίας μπορεί να εκπαιδευτεί […] H απλή εργασία αποτελεί την ασύγκριτα μεγαλύτερη μάζα εργασίας της αστικής κοινωνίας, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από κάθε στατιστική» (MEGA ΙΙ.2: 110· MEW 13: 18).


O Μαρξ ταυτίζει εδώ δύο τελείως διαφορετικές αφαιρέσεις: Από τη μια την αφαίρεση που συμβαίνει στην ολοένα και πιο εκμηχανισμένη διαδικασία παραγωγής, δηλαδή την αφαίρεση από την ειδίκευση των εργαζομένων, την αντικατάσταση ειδικευμένης με ανειδίκευτη εργασία, δηλαδή μια ιδιαίτερη μορφή της δαπάνης της εργασίας, και από την άλλη την «αφηρημένη εργασία» που παράγει αξία, η οποία ως ιδιαίτερος τρόπος της δαπάνης εργασίας δεν υπάρχει πουθενά.

Ακόμη και στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου, όπου στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου δεν γίνεται λόγος για αφηρημένη εργασία, αλλά μόνο για «εργασία» ως υπόσταση της αξίας, η εργασία που παράγει αξία μετριέται με απλή μέση εργασία (MEGA ΙΙ.5: 19-20). H έννοια «αφηρημένη εργασία» εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά την εξέταση της απλής μορφής της αξίας (MEGA ΙΙ.5.31). Mόνο στη δεύτερη έκδοση διακρίνεται αυστηρά η απλή εργασία από την αφηρημένη εργασία και αρχίζει αμέσως με την αφηρημένη εργασία ως εργασία που παράγει αξία.28 Βέβαια, ιδίως στα πρώτα δύο υποκεφάλαια, υπάρχουν υπολείμματα «νατουραλισμού» στον ορισμό της αφηρημένης εργασίας. Αφού αναφέρει ότι μετά την αφαίρεση από τον ορισμένο χαρακτήρα της παραγωγικής ενασχόλησης απομένει μόνο το ότι είναι «παραγωγική δαπάνη ανθρώπινου εγκεφάλου, μυών, νεύρων, χεριού κ.λπ.» (MEGA ΙΙ.5: 24· MEW 23: 58), ο Μαρξ γράφει συνοψίζοντας στο τέλος του δεύτερου υποκεφαλαίου (το οποίο έχει ξαναγραφτεί σε σύγκριση με την πρώτη έκδοση):


«Κάθε εργασία είναι από τη μια δαπάνη ανθρώπινης εργασιακής δύναμης με τη φυσιολογική έννοια, και με αυτή την ιδιότητα της όμοιας ή της αφηρημένα ανθρώπινης εργασίας σχηματίζει την αξία του εμπορεύματος» (MEGA ΙΙ.6: 79· MEW 23: 61).29


Σε αυτό το σημείο φαίνεται σαν η «αφηρημένη εργασία» να αναφέρεται σε φυσικές ιδιότητες της εργασίας, στους γενικότερους φυσιολογικούς προσδιορισμούς της, οι οποίοι είναι μεν διαρκώς παρόντες, αποκτούν σημασία όμως μόνο στην παραγωγή εμπορευμάτων επειδή παράγουν αξία. Στα δύο πρώτα υποκεφάλαια του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου ο αφηρημένος χαρακτήρας της εργασίας δεν είναι φυσική, αλλά κοινωνική ιδιότητα της εργασίας, το ότι είναι μια αφαίρεση από τη διαφορετικότητα των εργασιών, αφαίρεση η οποία συντελείται στην ανταλλαγή, αυτό δεν αποσαφηνίζεται.30

Μου φαίνεται όμως ότι δεν πρόκειται μονάχα για πρόβλημα διατύπωσης. O Μαρξ δεν ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του μόνο σε αντίθεση με την Κλασική Πολιτική Οικονομία, αλλά και ως αποσαφήνισή της. Τον διπλό χαρακτήρα της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας τον ανακάλυψε σχετικά αργά.31 H πρώτη διαπίστωση ήταν ότι η Κλασική Πολιτική Οικονομία διακρίνει μεν μεταξύ αξίας χρήσης και αξίας ανταλλαγής του εμπορεύματος, παραβλέπει όμως ότι αυτός ο διπλός χαρακτήρας του εμπορεύματος βασίζεται στον διπλό χαρακτήρα της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας. H νατουραλιστική φυσιολογική σύλληψη της αφηρημένης εργασίας μπορεί τώρα να αναγνωσθεί ως αποσαφήνιση της κλασικής θεωρίας· η διάκριση που εκεί δεν είχε γίνει ακόμη γίνεται τώρα εκ των υστέρων. Ωστόσο με αυτή τη διάκριση δεν εγκαταλείπεται ακόμη το πεδίο της κλασικής θεωρίας που συλλαμβάνει την εργασία ως ακοινωνική διαδικασία μεταξύ ανθρώπου και φύσης.32 Αυτό συμβαίνει μόνο όταν η αφηρημένη εργασία συλλαμβάνεται πραγματικά ως ειδικά κοινωνικός προσδιορισμός της εργασίας.

Και ο Itoh διαπιστώνει στα δύο πρώτα υποτμήματα του πρώτου κεφαλαίου κατάλοιπα της κλασικής θεωρίας. Τα εντοπίζει προπάντων στο ότι ο Μαρξ ξεκινάει με την άμεση ανταλλαγή δύο εμπορευμάτων και βλέπει ως κοινή τους ιδιότητα την αφηρημένη εργασία που περιέχουν. Η πρωτότυπη Μαρξική ανάλυση αρχίζει με τη μορφή της αξίας, επειδή ο Μαρξ δεν έχει πια σημείο αφετηρίας την άμεση ανταλλαγή και βλέπει την κοινή ιδιότητα των εμπορευμάτων στη χρηματική τους μορφή. Η ρύθμιση των σχέσεων των αξιών με το χρόνο της εργασίας είναι, λέει, μόνο στην καπιταλιστική παραγωγή κοινωνικά «αναπόδραστη». Ως εκ τούτου οι μορφές της αξίας θα έπρεπε να εξαχθούν πριν και ανεξάρτητα από την υπόσταση της αξίας (Itoh 1976). Ο Μαρξ όμως, όπως καταδείχθηκε παραπάνω, δεν έχει ούτε στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου αφετηρία την άμεση ανταλλαγή. Και ότι η επιβολή του νόμου της αξίας λαμβάνει χώρα μόνο υπό καπιταλιστικές συνθήκες είναι μεν σωστό, δεν είναι όμως ένσταση, αφού ο Μαρξ εξ αρχής αναλύει το εμπόρευμα ως μορφή του πλούτου σε κοινωνίες «στις οποίες κυριαρχεί καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής». Το κατάλοιπο της κλασικής θεωρίας δεν συνίσταται στο ότι ο Μαρξ αναγνωρίζει την αφηρημένη εργασία ως υπόσταση της αξίας, αλλά ότι αυτό συμβαίνει με «νατουραλιστική» τάση.

Στην αμφισημία του προσδιορισμού της αφηρημένης εργασίας βρίσκεται και η πρωταρχική αιτία του πολυσυζητούμενου στη βιβλιογραφία ζητήματος, αν η αφηρημένη εργασία είχε υπάρξει σε όλους τους τρόπους παραγωγής ή αν είναι ειδικό γνώρισμα της εμπορευματοπαραγωγής. Η απάντηση εξαρτάται εν πολλοίς από το αν αντιλαμβανόμαστε την αφηρημένη εργασία φυσιολογικά ως δαπάνη εργασίας εν γένει ή ως ορισμένη κοινωνική σχέση των διαφόρων εργασιών, ως εξίσωσή τους κατά την ανταλλαγή. Με την πρώτη σημασία μπορούμε να συλλάβουμε κάθε εργασία τόσο ως συγκεκριμένη όσο και ως αφηρημένη εργασία. Η αφηρημένη εργασία με τη δεύτερη σημασία περιορίζεται στις αστικές κοινωνίες.

Χωρίς να ερμηνεύει την αφηρημένη εργασία καθαρά φυσιολογικά, ο Dieter Wolf (1985) υποστηρίζει ότι η αφηρημένη εργασία έχει σημασία και σε μη καπιταλιστικές κοινότητες, καθόσον η συνολική κοινωνική εργασία πρέπει να κατανεμηθεί στις διάφορες σφαίρες και οι εκάστοτε εργασίες εξομοιώνονται.33 Παραβλέπει όμως ότι η απλή κατανομή της συνολικής κοινωνικής εργασίας δεν ενέχει την εξομοίωση των εκάστοτε συγκεκριμένων εργασιών: Αν η αυτοαπασχολούμενη αγροτική οικογένεια δαπανά δύο ώρες ημερησίως για αρτοποιία και παράλληλα μία ώρα για ραπτική, αυτό δεν είναι εξομοίωση (με ποια ποσοτική αναλογία άλλωστε; Ή μήπως προϋποτίθεται ήδη ότι κάθε εργασία θεωρείται και απλή εργασία;). Απλώς οι διάφορες συγκεκριμένες εργασίες κατανέμονται σε διάφορα μέλη της οικογένειας. Η «εξομοίωση» εδώ είναι πράξη του παρατηρητή θεωρητικού.

Περισσότερο διαφοροποιημένη θέση ανέπτυξε ήδη στη δεκαετία του 1920 ο Rubin. Διακρίνει τρεις τύπους «ίσης» εργασίας: φυσιολογικώς ίση εργασία, κοινωνικώς εξομοιωμένη εργασία και αφηρημένη εργασία. Ο Rubin, κατά παρόμοιο τρόπο όπως αργότερα ο Wolf, πιστεύει ότι η κοινωνικώς εξομοιωμένη εργασία υπάρχει σε κάθε παραγωγή με κατανομή της εργασίας, εφόσον οι εργασίες συγκρίνονται και κατανέμονται. Ο Rubin όμως δεν περιορίζει την αφηρημένη εργασία στην κοινωνικά εξομοιωμένη εργασία (ούτε βεβαίως σε φυσιολογικώς όμοια εργασία). Συλλαμβάνει την αφηρημένη εργασία αντίθετα ως κοινωνικά εξομοιωμένη εργασία ειδικής μορφής: Η εξομοίωση επέρχεται εμπραγμάτως [sachlich] με τον αξιακό χαρακτήρα των προϊόντων της εργασίας. Ο Rubin βλέπει ότι αυτή η πραγματική σημασία της αφηρημένης εργασίας αναπτύσσεται μόλις στο τρίτο και τέταρτο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου. Αυτό όμως δεν το θεωρεί ασυνέπεια ή αμφισημία της παρουσίασης του Μαρξ. Το ότι στα δύο πρώτα εδάφια του πρώτου κεφαλαίου η έννοια της αφηρημένης εργασίας χρησιμοποιείται περισσότερο με το νόημα της κοινωνικά εξομοιωμένης, ίσως και της φυσιολογικώς όμοιας εργασίας, ερμηνεύεται από τον Rubin με βάση το ότι αυτό αρκεί για την αναλυτική αναγωγή της αξίας σε εργασία και ο ουσιαστικός προσδιορισμός της αφηρημένης εργασίας θα είναι αναγκαίος όταν θα χρειαστεί να αναπτυχθεί η αξία με αφετηρία την εργασία (Rubin 1973: 91-109). Αυτό όμως σημαίνει ότι στα δύο πρώτα εδάφια του πρώτου κεφαλαίου ο Μαρξ δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει το πεδίο της Κλασικής Οικονομίας. Το ειδικώς κοινωνικό της αξίας δεν χρειάζεται να ληφθεί υπόψη εκεί.

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ δεν αναφέρθηκε βέβαια ευθέως στον ιστορικό χαρακτήρα της αφηρημένης εργασίας. Στο πέμπτο κεφάλαιο όμως, στο μοναδικό χωρίο στο οποίο παρατηρεί τις αφηρημένες, υπεριστορικές ροπές της εργασιακής διαδικασίας, η αφηρημένη εργασία δεν αναφέρεται. Ωστόσο στο Για την Κριτική ... ο Μαρξ διατυπώνει με σαφήνεια:


«Ως σκόπιμη δραστηριότητα για την ιδιοποίηση του φυσικού με τη μία ή την άλλη μορφή η εργασία είναι φυσικός όρος της ύπαρξης του ανθρώπου, από κάθε κοινωνική μορφή ανεξάρτητος όρος του μεταβολισμού μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Εργασία που προσδίδει αξία ανταλλαγής είναι αντίθετα μια ειδικά κοινωνική μορφή της εργασίας. Λ.χ. η εργασία ραπτικής στον υλικό προσδιορισμό της ως ιδιαίτερη παραγωγική δραστηριότητα παράγει το σακάκι, όχι όμως και την αξία ανταλλαγής του σακακιού. Αυτή την τελευταία δεν την παράγει ως εργασία ραπτικής, αλλά ως αφηρημένη γενική εργασία και αυτή ανήκει σε μια κοινωνική συνάρτηση, την οποία δεν την έφτιαξε ο ράφτης» (MEGA ΙΙ.2: 115· MEW 13: 23-24, υπογρ. M.H.).


Η υλικότητα [Gegenständlichkeit] της αξίας


Ο αμφίσημος προσδιορισμός της αφηρημένης εργασίας αφορά και τη σύλληψη για την υπόσταση της αξίας του εμπορεύματος. Εάν η αφηρημένη εργασία εννοηθεί ως καθαρά κοινωνικός προσδιορισμός της εμπορευματοπαραγωγού εργασίας, ο λόγος για αφηρημένη εργασία ως υπόσταση της αξίας δεν μπορεί να σημαίνει παρά μόνο ότι ο ειδικά κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας αντικατοπτρίζεται αντικειμενικά στον αξιακό χαρακτήρα των προϊόντων της: Η κοινωνική σχέση αντικατοπτρίζεται ως αντικειμενική ιδιότητα των πραγμάτων. Τα δύο πρώτα υποκεφάλαια του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου επιτρέπουν όμως και μια νατουραλιστική σύλληψη της αφηρημένης εργασίας (εκεί δεν εμφανίζεται καθόλου η έννοια του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας). Ως εκ τούτου είναι δυνατόν να εννοήσουμε την υπόσταση της αξίας όχι ως αντικειμενικό αντικατοπτρισμό μιας ειδικής κοινωνικής σχέσης, αλλά ως απόσταγμα, το οποίο υπάρχει στο εκάστοτε εμπόρευμα.34 Η αντικειμενικότητα της αξίας θα ήταν σε αυτή την περίπτωση ιδιότητα του εκάστοτε εμπορεύματος, στο οποίο θα την προσέδιδε η δαπάνη αφηρημένης εργασίας (ως «φυσιολογική ιδιότητα» κάθε εργασίας), και μάλιστα πριν και ανεξάρτητα από την ανταλλαγή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατανοείται συχνά το «κοινό τρίτο» για το οποίο κάνει λόγο ο Μαρξ στην αρχή του κεφαλαίου περί εμπορεύματος: Ως ιδιότητα που κατέχει κάθε εμπόρευμα δι’ εαυτόν ήδη πριν από την ανταλλαγή και η οποία καθιστά δυνατή την εξομοίωση κατά την ανταλλαγή.

Στο χειρόγραφο Ergänzungen… ο Μαρξ στρέφεται ρητά τώρα κατά τέτοιου είδους αντιλήψεων για την αντικειμενικότητα αξίας· αναγνωρίζει ο ίδιος ότι η παρουσίασή του τη διευκολύνει, καθόσον ένα σημαντικό σημείο «ξεχάστηκε». Μετά τη σύνοψη της ανάλυσης της εξίσωσης ανταλλαγής από την αρχή του πρώτου κεφαλαίου, ο Μαρξ γράφει:


«Έτσι το σακάκι και η λινάτσα ως αξίες, το καθένα δι’ εαυτόν, έχουν αναχθεί σε εξαντικειμενικεύσεις ανθρώπινης εργασίας εν γένει. Σε αυτή την αναγωγή όμως ξεχάστηκε ότι κανένα από τα δύο δεν είναι τέτοιου είδους αντικειμενικότητα αξίας, αλλά ότι είναι κάτι τέτοιο στο μέτρο που είναι κοινή τους αντικειμενικότητα. Έξω από τη μεταξύ τους σχέση – τη σχέση στην οποία ισχύουν ως όμοια – ούτε το σακάκι ούτε η λινάτσα έχουν αντικειμενικότητα αξίας ή την αντικειμενικότητά τους ως απλές συμπυκνώσεις ανθρώπινης εργασίας εν γένει» (MEGA ΙΙ.6: 30).


Ακριβώς όπως η αφηρημένη εργασία δεν είναι φυσική ιδιότητα της εργασίας εν γένει, αλλά κοινωνικός προσδιορισμός της εργασίας, η αντικειμενικότητα της αξίας δεν είναι αντικειμενικότητα προσίδια στο εκάστοτε προϊόν, αλλά μια αντικειμενικότητα που προσιδιάζει στα προϊόντα της εργασίας μόνο από κοινού: το «κοινό τρίτο» το έχουν τα εμπορεύματα μόνο όταν εμφανίζονται από κοινού, δηλαδή όταν αναφέρονται το ένα στο άλλο κατά την ανταλλαγή. Ο Μαρξ συνοψίζει:


«Ένα προϊόν εργασίας, παρατηρούμενο μόνο του, δεν είναι επομένως αξία, όπως δεν είναι και εμπόρευμα. Αξία γίνεται μόνο στην ενότητά του με άλλο προϊόν εργασίας, ή στη σχέση, στην οποία τα διάφορα προϊόντα εργασίας ως κρυσταλλώσεις της ίδιας μονάδας, της ανθρώπινης εργασίας, έχουν εξομοιωθεί μεταξύ τους. […] Εάν πω ότι αυτό το προϊόν εργασίας είναι αξία, επειδή σε αυτό έχει δαπανηθεί ανθρώπινη εργασία, θα είναι απλή υπαγωγή του προϊόντος εργασίας στην έννοια της αξίας. Είναι μια αφηρημένη έκφραση, η οποία περιέχει περισσότερα από όσα λέει. Διότι ετούτο το προϊόν εργασίας ανάγεται απλώς σε αυτή την έννοια της αξίας, προκειμένου να αναχθεί ως πράγμα της ίδιας υπόστασης με όλα τα άλλα προϊόντα εργασίας. Επομένως, η σχέση με άλλα προϊόντα εργασίας προϋποτίθεται» (MEGA ΙΙ.6: 31-32).


Οι φυσικές ιδιότητες του σώματος του εμπορεύματος, οι οποίες το καθιστούν ορισμένη αξία χρήσης, είναι αντικειμενικές ιδιότητες ανεξάρτητες από την κοινωνική συνάρτηση. Η αντικειμενικότητα αξίας, αντίθετα, προσιδιάζει στο σώμα του εμπορεύματος μόνο υπό ορισμένες κοινωνικές συνθήκες (της παραγωγής εμπορευμάτων) και είναι κατά τούτο κοινωνική ιδιότητα, η οποία όμως εμφανίζεται ως αντικειμενική ιδιότητα, και αυτό συνιστά το φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος. Ουσιώδες είναι όμως ότι αυτή η κοινωνική ιδιότητα υπάρχει μόνο στην κοινωνική σχέση των εμπορευμάτων, ήτοι στην ανταλλαγή. Εάν το δούμε απομονωμένο, εκτός ανταλλαγής, το σώμα του εμπορεύματος δεν είναι εμπόρευμα, αλλά απλώς προϊόν. Επομένως στη σχέση ανταλλαγής έχει μια αντικειμενική ιδιότητα, την οποία δεν έχει έξω από αυτή τη σχέση. Η αντικειμενικότητα της αξίας είναι εντελώς διαφορετική από κάθε φυσική αντικειμενικότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Μαρξ τη χαρακτηρίζει «αφηρημένη αντικειμενικότητα» (MEGA ΙΙ.6: 71· MEW 23: 52). Στο χειρόγραφο Ergänzungen… μάλιστα την αποκαλεί «καθαρά φανταστική αντικειμενικότητα» (MEGA ΙΙ.6: 32).

Το σημείο που υπογραμμίστηκε εδώ, ότι τα προϊόντα γίνονται αντικείμενα αξίας μόνο στην ανταλλαγή, πριν από την ανταλλαγή επομένως δεν είναι εμπορεύματα, έχει επικριθεί από διάφορες πλευρές. Το επιχείρημα ότι ειδικά στην καπιταλιστική παραγωγή κανείς δεν παράγει τυχαία, αλλά έχει πάντοτε το βλέμμα στραμμένο στην αγορά, ότι επομένως μπορεί και πριν από την ανταλλαγή να γίνει λόγος για εμπόρευμα και αξία, είναι εκτός θέματος: Η πρόθεση του παραγωγού να φέρει το προϊόν του ως εμπόρευμα στην αγορά δεν του προσδίδει αντικειμενικότητα αξίας. Αν η ατομικά δαπανηθείσα εργασία του θα αναγνωριστεί πράγματι ως συστατικό μέρος της συνολικής κοινωνικής εργασίας, αυτό αποδεικνύεται εκ των υστέρων. Εάν μπορούσαμε ήδη πριν από την ανταλλαγή να αποδώσουμε «αξία» στα προϊόντα, τότε θα είχαμε εκλάβει αυτό το πρόβλημα ήδη για λυμένο.35

Θεμελιωδέστερη είναι η κριτική των Backhaus και Reichelt, οι οποίοι με κατηγορούν ότι παρασύρθηκα από μια αστική «θεωρία των δύο κόσμων» (Backhaus/Reichelt 1995: 68, 72, 75, 85, 88), την οποία μάλιστα έχει ευνοήσει ο Μαρξ. Τον ένα κόσμο αποτελεί η «φυσική σφαίρα του πραγματικού», στην οποία δεν υπάρχουν εμπορεύματα, αλλά μόνο προϊόντα, το άλλο η σφαίρα της ανταλλαγής (στο ίδιο: 68). Αυτή η τόσο γενική σύλληψη των «δύο κόσμων» εκφράζει, λένε, μόνο την ειδική κοινωνικότητα της εργασίας στην αστική κοινωνία: Η εργασία δαπανάται ιδιωτικώς (ας πούμε στον ένα κόσμο) και μόνο κατόπιν (στο δεύτερο κόσμο) αναγνωρίζεται ή όχι ως συστατικό μέρος της κοινωνικής εργασίας. Αυτή η «θεωρία των δύο κόσμων», η οποία αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ ιδιωτικής και κοινωνικής εργασίας και την εναλλακτική δυνατότητα στην οποία οι Backhaus/Reichelt δεν αποσαφηνίζουν, ταυτίζεται από αυτούς και με μια άλλη θεωρία των δύο κόσμων: Με τη διαδεδομένη στην κλασική και νεοκλασική οικονομία διχοτομία μεταξύ «πραγματικών» και «χρηματικών» μεγεθών. Εκεί το χρήμα θεωρείται μόνο μέσο υπολογισμού χωρίς αυθυπόστατη σημασία και κυριαρχεί η άποψη ότι τα οικονομικά φαινόμενα ρυθμίζονται από «πραγματικά» μεγέθη (ποσότητες, φυσικές αποδόσεις κ.λπ.). Αυτή η διχοτομία είναι όντως προβληματική, διότι εδώ χρήμα και ανταλλαγή, δηλαδή ο ειδικός τρόπος του εκκοινωνισμού, θεωρείται κατ’ ουσίαν ασήμαντος.

Το πρόβλημα δεν είναι οι «δύο κόσμοι» καθαυτοί, αλλά ο τρόπος της συνάρτησής τους, με άλλα λόγια ο ειδικός χαρακτήρας του «δεύτερου κόσμου» της ανταλλαγής και του χρήματος. Δικαίως οι Backhaus/Reichelt τονίζουν ότι η οικονομία στην πραγματικότητα γνωρίζει μόνο φυσικά πράγματα και φυσικές διαδικασίες (στο ίδιο: 72). Και ακριβώς γι’ αυτό έχει προβλήματα με την αντικειμενικότητα της αξίας: Η κλασική οικονομία προσπάθησε να την αναγάγει στη φύση (ως έκφραση δαπάνης μιας ποσότητας φυσικής εργασίας), η υποκειμενική θεωρία της αξίας προσπαθεί να τη συλλάβει με φυσικές διαδικασίες (εκτίμηση οφέλους, προτιμήσεις). Η αντικειμενικότητα της αξίας διαφεύγει όμως από αυτές τις προσπάθειες: Απέναντι στον απλώς υποκειμενικό χαρακτηρισμό αποδεικνύεται πραγματική και αντικειμενική, χωρίς όμως σε αυτή την αντικειμενικότητα να εισέρχεται οποιοδήποτε φυσικό μέγεθος.

Πρόκειται για την αξιακή αντικειμενικότητα αναφορικά με μια ειδική κοινωνική αντικειμενικότητα: Όχι μόνο διότι αυτή προσδιορίζεται κοινωνικά, αλλά διότι υφίσταται μόνο στην κοινωνική σχέση της ανταλλαγής. Ο κόσμος μιας τέτοιας αντικειμενικότητας διαφοροποιείται πράγματι από τον κόσμο της φυσικής αντικειμενικότητας. Μετατρέπει ένα κοινό πράγμα, στο βαθμό που αυτό εισέρχεται ως εμπόρευμα στην ανταλλαγή, σε ένα «αισθητό υπεραισθητό πράγμα» (MEGA ΙΙ.5: 44· MEW 23: 85).


Αξιακό μέγεθος


Ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνεται η υλικότητα της αξίας έχει συνέπειες για τον προσδιορισμό του αξιακού μεγέθους. Θέτοντας το ερώτημα πώς μπορεί να μετρηθεί το μέγεθος της αξίας, ο ίδιος ο Μαρξ απαντά στο Κεφάλαιο:


«Με την ποσότητα της “αξιοποιού ουσίας” που περιέχει, με την εργασία. Η ποσότητα της εργασίας πάλι μετράται με τη χρονική της διάρκεια» (MEGA ΙΙ.5: 20· MEW 23: 53).


Ο Μαρξ διακρίνει τον χρόνο εργασίας που είναι καθοριστικός για το αξιακό μέγεθος από τον εκάστοτε πραγματικό ατομικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Η εργασία είναι αξιοποιός μόνο ως όμοια ανθρώπινη εργασία και επομένως η εκάστοτε εργασιακή δύναμη δεν ισχύει ως ιδιαίτερη εργασιακή δύναμη, αλλά ως μέση εργασιακή δύναμη. Ως εκ τούτου αξιοποιός είναι μόνο ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας». Ο Μαρξ τον ορίζει ως


«χρόνο εργασίας απαραίτητο για να παραγάγει οποιαδήποτε αξία χρήσης με τις διαθέσιμες κοινωνικά συνήθεις συνθήκες παραγωγής και τον κοινωνικό μέσο όρο δεξιότητας και έντασης της εργασίας» (MEGA ΙΙ.5: 20· MEW 23: 53).


Σύμφωνα με αυτή τη διατύπωση το αξιακό μέγεθος εξαρτάται μόνο από τον μέσο όρο των τεχνολογικών συνθηκών της παραγωγής. Αυτές οι μέσες συνθήκες παραγωγής ορίζουν κατά τα φαινόμενα την αξία του εκάστοτε εμπορεύματος ανεξάρτητα από την ανταλλαγή. Το ότι ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία, υποδηλώνεται στην αρχή του κεφαλαίου για το εμπόρευμα μόνο με τη διατύπωση ότι για να παραγάγουμε εμπόρευμα δεν αρκεί να «παραγάγουμε απλώς αξία χρήσης, αλλά [χρειάζεται να παραγάγουμε] αξία χρήσης για άλλους, κοινωνική αξία χρήσης» (MEGA ΙΙ.5: 22· MEW 23: 55). Με τις ποσοτικές συνέπειες για την έννοια του «κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας» ασχολείται ο Μαρξ αργότερα (πρβλ. τμήμα 5 του παρόντος κειμένου).

Όταν ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» προσδιορίζεται μόνο τεχνολογικά, τότε πρόκειται για τον καθορισμό της συγκεκριμένης εργασίας. Εάν επομένως η «αξιοποιός ουσία», η αφηρημένη εργασία, μετριέται με κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, τότε μετριέται εντέλει αφηρημένη εργασία με μέτρο συγκεκριμένη εργασία. Αυτή η άποψη είναι μεν συμβατή με την αντίληψη της αφηρημένης εργασίας ως φυσιολογικής ιδιότητας της εργασίας, εφόσον η αφηρημένη εργασία ταυτίζεται με απλή ανειδίκευτη εργασία. Εάν όμως η αφηρημένη εργασία συλλαμβάνεται ως ορισμένη κοινωνική σχέση μεταξύ των ιδιωτικών εργασιών, είναι αδύνατο να αναγορεύσουμε έτσι απλά τη διάρκεια της δαπάνης της εργασιακής δύναμης σε μέτρο της ποσότητας αφηρημένης εργασίας. Η αφηρημένη εργασία ως κοινωνική σχέση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να «δαπανηθεί».

Ο Μαρξ, μετρώντας την αφηρημένη εργασία χωρίς ενδιάμεσα βήματα με τη διάρκεια συγκεκριμένης εργασίας, ολισθαίνει στο έδαφος της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, η οποία δεν διέκρινε την αφηρημένη εργασία από τη συγκεκριμένη και το μέτρο της για την εργασία αναφερόταν πάντοτε σε συγκεκριμένη εργασία. Στο πλαίσιο του δικού της λόγου, ο οποίος εκκινούσε από τον ορθολογισμό του ιδιοκτήτη εμπορευμάτων, αυτό ήταν άλλωστε συνεπές: Η συγκεκριμένη εργασία κόστιζε κόπο στον παραγωγό εμπορευμάτων και αυτός ο κόπος προσέδιδε «αξία» στο εμπόρευμά του. Στο πλαίσιο του Μαρξικού λόγου, ο οποίος αποδομεί την ανθρωπολογική θεμελίωση, αυτό το μέτρο είναι άκρως προβληματικό.

Αυτό, βέβαια, δεν αλλάζει το γεγονός ότι η αξία του εμπορεύματος έχει και ποσοτικό προσδιορισμό. Δεδομένου ότι η ουσία της αξίας του εμπορεύματος είναι η αφηρημένη εργασία, είναι ταυτολογία να λέγεται ότι το αξιακό μέγεθος μετριέται με την ποσότητα αυτής της ουσίας. Ο καθορισμός αυτής της ποσότητας είναι πλήρως εφικτός εάν συλλάβουμε αυτή την ουσία ως οιονεί υλικό «βάθρο». Αυτή η ουσία δεν είναι όμως η ίδια αντικείμενο, αλλά υλικός αντικατοπτρισμός μιας κοινωνικής σχέσης. Όπως ακριβώς στο μεμονωμένο προϊόν εργασίας δεν προσιδιάζει υλικότητα αξίας, δεν προσιδιάζει σε αυτό και αξιακό μέγεθος. Η υλικότητα της αξίας και το αξιακό μέγεθος προσιδιάζουν στα προϊόντα εργασίας μόνο από κοινού, καθόσον αναφέρονται το ένα στο άλλο ως εμπορεύματα και η ιδιωτικά δαπανημένη εργασία αποδεικνύεται συστατικό μέρος της κοινωνικής εργασίας. Έτσι λοιπόν, ο Μαρξ γράφει στο Κεφάλαιο:


«Το αξιακό μέγεθος του εμπορεύματος εκφράζει λοιπόν μια αναγκαία σχέση προς την κοινωνική εργασία, εμμενή στη διαδικασία διαμόρφωσής του» (MEW 23: 117).36


Όταν γίνεται λόγος για χρόνο ως μέτρο της αφηρημένης εργασίας, αυτό έχει νόημα μόνο επειδή και για τα δύο ανταλλασσόμενα εμπορεύματα δαπανήθηκε αντίστοιχα ένα μέρος του συνολικού χρόνου εργασίας τον οποίο η κοινωνία έχει δαπανήσει στις διάφορες σφαίρες της παραγωγής. Αυτά τα δύο μέρη εξομοιώθηκαν στην ανταλλαγή. Αυτό όμως δεν επιτρέπεται να μας παρασύρει στο να συλλάβουμε τη συνολική κοινωνική εργασία ως κάτι ομογενές. Η συνολική εργασία δεν είναι άθροισμα όμοιων ποσοτήτων, είναι απλώς ένα πλήθος μη συγκρίσιμων μεγεθών, οι οποίες – όπως διαπιστώνει ο Μαρξ στο Για την Κριτική … (MEGA ΙΙ.2: 137· MEW 13: 45) – συγκρίνονται «βιαίως»κατά την ανταλλαγή.

Ο «χρόνος εργασίας» ως μέτρο του μεγέθους της αξίας δεν είναι άμεσος χρόνος εργασίας, όπως ακριβώς η αφηρημένη εργασία ως ουσία της αξίας δεν είναι άμεση, δηλαδή συγκεκριμένη εργασία. Η αφηρημένη εργασία δεν μπορεί επομένως να μετρηθεί απλώς με χρόνο εργασίας, αλλά με έναν οιονεί «αφηρημένο χρόνο εργασίας».37 Αυτή η μέτρηση δεν μπορεί να διεξαχθεί με το ρολόι. Δεν μπορούμε να κάνουμε μέτρηση παρά μόνο με την ανταλλαγή, διότι η αφηρημένη εργασία δεν υπάρχει απομονωμένη: «Αφηρημένος χρόνος εργασίας» είναι το μερίδιο του χρόνου εργασίας που δαπανά ο ατομικός παραγωγός, το οποίο στην ανταλλαγή αναγνωρίζεται ως συστατικό μέρος της συνολικής κοινωνικής εργασίας. Και αυτή η αναγνώριση – άρα και η μέτρηση του «αφηρημένου χρόνου εργασίας» – διεξάγεται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μόνο μέσω του χρήματος.



3. Ανάλυση της αξιακής μορφής, διαδικασία ανταλλαγής και χρήμα


Για πολύ καιρό τόσο επικριτές της θεωρίας της αξίας όσο και μαρξιστές συγγραφείς παρέκαμπταν εν πολλοίς την ανάλυση της αξιακής μορφής.38 Οι εργασίες του Χανς Γκέοργκ Μπάκχαους (Backhaus 1969, 1974, 1975) της έδωσαν κεντρική θέση τουλάχιστον στη συζήτηση για τη θεωρία της αξίας που διεξήχθη στην [τότε] Δυτική Γερμανία. Ο Μπάκχαους διέκρινε τη «μαρξιστική» από τη «Mαρξική» θεωρία της αξίας και διαπίστωσε την ύπαρξη δομικής ομοιότητας μεταξύ μαρξιστικής και υποκειμενικής θεωρίας της αξίας, καθόσον και οι δύο χώριζαν τη θεωρία της αξίας και τη θεωρία του χρήματος. Και οι δύο θεωρίες της αξίας, η μαρξιστική και η υποκειμενική, προσανατολίζονταν στο υπόδειγμα μιας αχρήματης οικονομίας, έβλεπαν το χρήμα ως στοιχείο επιπρόσθετο στον αντιπραγματισμό, το οποίο δεν επηρεάζει την πραγματική σύλληψη της αξίας. Κατά τούτο, τόσο η «μαρξιστική» όσο και η υποκειμενική θεωρία της αξίας είναι «προχρηματικές» θεωρίες. Αντίθετα για τη «Μαρξική» θεωρία της αξίας ισχύει ότι: «Η Μαρξική θεωρία της αξίας έχει σχεδιαστεί ως κριτική προχρηματικών θεωριών της αξίας – στο επίπεδο της παρουσίασης της απλής κυκλοφορίας είναι ουσιωδώς θεωρία του χρήματος» (Backhaus 1975: 123).39

Εάν δεν συνυπολογίσουμε τις πρόδρομες προσεγγίσεις στα Grundrisse, ο Μαρξ έχει παραδώσει συνολικά τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της ανάλυσης της αξιακής μορφής: στο Για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859), στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου (1867), στο παράρτημα της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου και στο πρώτο κεφάλαιο της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου (1872).

Η παρουσίαση στο Για την Κριτική ... είναι σαφώς η συντομότερη εκδοχή. Τη διαδικασία ανταλλαγής δεν την πραγματεύεται ακόμη σε ιδιαίτερο κεφάλαιο, αλλά αμέσως μετά την ανάλυση της αξιακής μορφής.

Μετά, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ προσφέρει μια κατά πολύ εκτενέστερη πραγμάτευση της θεωρίας της αξίας, την οποία αιτιολογεί στον Κούγκελμαν με το ότι «ακόμη και καλά μυαλά δεν κατάλαβαν σωστά το πράγμα, επομένως πρέπει να υπήρχε κάποιο ελάττωμα στην πρώτη παρουσίαση (δηλαδή στο Για την Κριτική ..., Μ. Η.), ιδίως στην ανάλυση του εμπορεύματος» (MEW 31: 534).40 Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου χαρακτηρίζει ως εξής τις δύο εκδοχές:


«Όσο τώρα αφορά εγγύτερα την ανάλυση της ουσίας της αξίας και του μεγέθους της αξίας, τα εκλαΐκευσα όσο ήταν δυνατό. Διαφορετικά είναι τα πράγματα για την ανάλυση της αξιακής μορφής. Αυτή είναι δυσνόητη, διότι η διαλεκτική είναι πολύ οξύτερη από όσο στην πρώτη παρουσίαση» (MEGA ΙΙ.5: 11-12).


Μετά την ανάγνωση των τυπογραφικών δοκιμίων ωστόσο, ο Ένγκελς και ο Κούγκελμαν τον συμβούλεψαν να δώσει μια απλούστερη και περισσότερο συστηματοποιημένη παρουσίαση της ανάλυσης της αξιακής μορφής. Μόλις άρχισε η εκτύπωση του πρώτου τόμου, λοιπόν, ο Μαρξ έγραψε ένα παράρτημα με τίτλο Die Wertform (Η αξιακή μορφή). Τους «αναγνώστες που δεν ήταν εξοικειωμένοι με τη διαλεκτική σκέψη» (MEGA ΙΙ.5: 12) τους συμβούλευε να παραλείψουν την παρουσίαση της αξιακής μορφής στο πρώτο κεφάλαιο και να διαβάσουν αντ’ αυτής το Παράρτημα, διότι εκεί «επιχειρείται να παρουσιαστεί το πράγμα τόσο απλά και δασκαλίστικα όσο επιτρέπει η επιστημονική υφή του» (όπ. π). Το αρχικό μέρος του κειμένου είναι διαρθρωμένο σε πλήθος κεφαλαίων και υποκεφαλαίων με επιμέρους τίτλους που συνοψίζουν το εκάστοτε περιεχόμενο. Στη δεύτερη έκδοση, ο Μαρξ εξάλειψε αυτή τη διπλή παρουσίαση και επέλεξε την παρουσίαση της ανάλυσης της αξιακής μορφής προπάντων στο (απλό, δασκαλίστικο) Παράρτημα και όχι στο πρώτο κεφάλαιο όπως στην πρώτη έκδοση.

Σε σύγκριση με την παρουσίαση στο κυρίως κείμενο της πρώτης έκδοσης, στο Παράρτημα εντοπίζονται εκτός από τις απλουστεύσεις και ορισμένες μεταβολές και διευκρινίσεις. Παραδείγματος χάριν, η πολικότητα της απλής έκφρασης της αξίας, η οποία στο κυρίως κείμενο της πρώτης έκδοσης αναφέρεται παρεμπιπτόντως και σε κατοπινό σημείο, τώρα θεματοποιείται ρητά στην αρχή της ανάλυσης της αξιακής μορφής. Η δεύτερη έκδοση περιέχει και ορισμένες βελτιώσεις έναντι του Παραρτήματος της πρώτης. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας δεν παρουσιάζεται πλέον ως τέταρτη ιδιομορφία της μορφής του ισοδυνάμου, αλλά παρουσιάζεται σε ειδικό υποκεφάλαιο μετά την ανάλυση της αξιακής μορφής. Βέβαια, ήδη από την ιστορία της γένεσης των διαφορετικών εκδοχών ανάλυσης της αξιακής μορφής είναι εμφανές ότι οι παρουσιάσεις στο παράρτημα και στη δεύτερη έκδοση είναι εκλαϊκεύσεις του πρώτου κεφαλαίου της πρώτης έκδοσης.

Η συγκριτικά με το Για την Κριτική ... εκτενέστερη και «διαλεκτικά οξύτερη» παρουσίαση της ανάλυσης της αξιακής μορφής στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου, οφείλεται πιθανότατα κατά πρώτο λόγο στην πολεμική του Μαρξ στις Θεωρίες για την υπεραξία κατά της κριτικής του Μπέιλι στον Ρικάρντο. Ο Μπέιλι είχε κατηγορήσει τον Ρικάρντο ότι μετέβαλλε την αξία, η οποία ήταν κάτι σχετικό (η συσχέτιση δύο εμπορευμάτων κατά την ανταλλαγή) σε κάτι απόλυτο (ιδιότητα του ίδιου του εμπορεύματος). Ο Μπέιλι βέβαια δεν θεμελιώνει τη σχέση ανταλλαγής δύο εμπορευμάτων με την αξία τους, αλλά με την αξία χρήσης τους, κι έτσι τον παραπλανά η φαινομενική υλικότητα του κόσμου των εμπορευμάτων (ο μετασχηματισμός κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων σε σχέσεις των πραγμάτων). Ωστόσο είναι εμφανές ότι ο Ρικάρντο στο πλαίσιο της δικής του θεωρίας της αξίας δεν μπορούσε να δείξει πως η ίδια η αξία και μόνο αυτή απαιτεί μια ειδική αξιακή μορφή.41 Αυτή η ανεπαρκής εικόνα της συνάρτησης αξίας και αξιακής μορφής αποτέλεσε την Κερκόπορτα για την κριτική του Μπέιλι. Ο Μαρξ στο Για την Κριτική ... είχε απλώς υπαινιχθεί τη συνάρτηση αξίας και αξιακής μορφής, κι έτσι ήταν εύλογο να την παρουσιάσει τώρα εκτενέστερα.

Στην ανάλυση της αξιακής μορφής ο Μαρξ θέτει ως σκοπό (ήδη στην εξέταση της απλής αξιακής μορφής) να αποδείξει


«ότι η αξιακή μορφή ή η αξιακή έκφραση του εμπορεύματος πηγάζει από τη φύση της αξίας του εμπορεύματος και όχι αντίστροφα η αξία και το αξιακό μέγεθος από την εκδήλωσή τους ως ανταλλακτική αξία» (MEGA ΙΙ.6: 92· MEW 23: 75).


Στο Παράρτημα της πρώτης έκδοσης, και κάπως εκτενέστερα στη δεύτερη έκδοση ο Μαρξ θεμελίωσε την ανάγκη της αξίας του εμπορεύματος για ιδιαίτερη αξιακή μορφή με το ότι το εμπόρευμα είναι μεν διττό, αξία χρήσης και αξία, το εκάστοτε σώμα του εμπορεύματος όμως δείχνει μόνο ότι είναι αξία χρήσης. Ως εκ τούτου η αξία του εμπορεύματος ως κοινωνική ιδιότητα μπορεί να εμφανιστεί μόνο στην κοινωνική σχέση με ένα άλλο εμπόρευμα (πρβλ. MEGA ΙΙ.5: 626 και MEGA ΙΙ.6: 80· MEW 23: 62).

Το πώς κάθε εμπόρευμα εμφανίζεται ως διπλασιασμός του εαυτού του στη σχέση ανταλλαγής με ένα άλλο εμπόρευμα αναλύεται εντυπωσιακά από τον Μαρξ στο κυρίως κείμενο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου:


«Καθώς εξισώνει το άλλο εμπόρευμα ως αξία, αναφέρεται στον ίδιο τον εαυτό του ως αξία. Καθώς αναφέρεται στον ίδιο τον εαυτό του ως αξία, διαχωρίζεται αυτόχρημα από τον εαυτό του ως αξία χρήσης. Καθώς εκφράζει το αξιακό του μέγεθος – και αξιακό μέγεθος είναι αμφότερα, αξία εν γένει και ποσοτικά μετρημένη αξία – σε σακάκια, δίνει στην αξιακή ύπαρξή του μια αξιακή μορφήδιαφορετική από την άμεση ύπαρξή του. Καθώς παρουσιάζεται ως κάτι διαφοροποιημένο από το ίδιο, παρουσιάζεται το πρώτον ως εμπόρευμα – χρήσιμο πράγμα το οποίο είναι ταυτόχρονα αξία» (MEGA ΙΙ.5: 29).


Ο ισχυρισμός ότι η αξία καθιστά αναγκαία την αξιακή μορφή, διότι η αξία δεν μπορεί να εμφανιστεί η ίδια στο εμπόρευμα, ερμηνεύεται συχνά σαν ο Μαρξ να είχε παρουσιάσει στα δύο πρώτα υποκεφάλαια του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου με την υπόσταση της αξίας [Wertsubstanz] ήδη και την «ουσία» [Wesen] της και στο τρίτο υποκεφάλαιο απέμενε μόνο να συμπληρώσει τη «μορφή της εμφάνισης» αυτής της ουσίας.42 Στη βάση μιας παρόμοιας ερμηνείας, ο Μπάκχαους θεώρησε «ότι στην ανάπτυξη της αξίας μπορεί να καταδειχτεί μια ασυνέχεια»: Η διαμεσολάβηση του υλικού περιεχομένου και της μορφής της αξίας είναι, λέει, ελλιπείς, η μετάβαση από το δεύτερο στο τρίτο υποκεφάλαιο του πρώτου κεφαλαίου δεν διακρίνεται πια ως αναγκαία (Backhaus 1969: 131). Ο Μπάντερ κ.ά. (Bader et al. 1975: 88 κ.ε.) ξεφορτώνονται το πρόβλημα, διακρίνοντας μεταξύ μιας «αναλυτικής» και μιας «συνθετικής» αρχής του Κεφαλαίου (την ανάλυση της αξιακής μορφής με αφετηρία την αξία). Κατά παρόμοιο τρόπο εννοεί και ο Γκέλερ (Göhler 1980: 45-46) την ανάλυση του εμπορεύματος ως απλή «έκθεση», την οποία ακολουθεί η ανάλυση της αξιακής μορφής ως πραγματική αυστηρή «ανάπτυξη».

Οι ερμηνείες αυτού του είδους παραβλέπουν ότι η αξιακή υλικότητα [Wertgegenständlichkeit] των εμπορευμάτων δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα και έξω από τη μορφή της εμφάνισής τους· αυτό το υπέδειξε προπάντων ο Ρούμπεν (Ruben 1977) στην κριτική του στη δυτικογερμανική σχολή της «λογικής του Κεφαλαίου». Επίσης ο Μαζάκι (Masaki 1986) υπέδειξε ότι στο τέλος του δεύτερου υποκεφαλαίου του πρώτου κεφαλαίου δεν μπορούμε ακόμη να έχουμε για αφετηρία μια «τελικά» ορισμένη έννοια της αξίας που απλώς θα χρειαζόταν την αντίστοιχη «μορφή εμφάνισης», η οποία στην πραγματικότητα θα ήταν τυχαία και επουσιώδης.43

Στο χειρόγραφο Ergänzungen … ο Μαρξ υπογραμμίζει σαφέστερα από όσο στο Κεφάλαιο ότι η αξιακή υλικότητα των εμπορευμάτων μπορεί να υπάρξει μόνο εντός της σχέσης των αξιών τους και όχι έξω από αυτήν. Όπως σημειώνεται παραπάνω, εκεί ο Μαρξ υπογράμμισε ότι η αξιακή υλικότητα είναι «κοινή υλικότητα» των εμπορευμάτων. Εξ αυτού συνεπάγεται αμέσως:


«Αυτή την κοινωνική υλικότητα την κατέχουν λοιπόν μόνο ως κοινωνική σχέση» (MEGA ΙΙ.6: 30 υπογράμμιση H.M.).


Αφού η αξιακή υλικότητα δεν μπορεί να είναι ιδιότητα κανενός μεμονωμένου προϊόντος εργασίας,


«αυτή η αξία ενός εμπορεύματος μπορεί μόνο να εμφανιστεί σε μια σχέση, στην οποία σχετίζεται ως αξία με ένα άλλο εμπόρευμα» (MEGA ΙΙ.6: 31).


Εάν συλλάβουμε την αξιακή υλικότητα των εμπορευμάτων ως κοινή τους υλικότητα, δεν υπάρχει ωστόσο αντικειμενική βάση για να ερμηνεύσουμε την αξιακή μορφή ως δεύτερη αφετηρία ή κιόλας ως ασυνέχεια στη διαλεκτική παρουσίαση. Μόνο όταν η αξιακή υπόσταση συλληφθεί ως εμμενές υπόβαθρο και η αξιακή υλικότητα ως ιδιότητα ατομικά προσήκουσα στα εμπορεύματα – απόψεις οι οποίες, όπως ήδη καταδείχτηκε, βασίζονται στην αμφισημία της Μαρξικής παρουσίασης – και μόνο τότε μπορεί να φαίνονται εύλογες τέτοιου είδους ερμηνείες.

Πράγματι όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της ανάλυσης της σχέσης ανταλλαγής (την οποία, όπως σημειώθηκε παραπάνω, δεν πρέπει να τη συγχέουμε με την άμεση ανταλλαγή εμπορευμάτων) στο πρώτο και στο τρίτο υποκεφάλαιο του κεφαλαίου για το εμπόρευμα· ενώ ο Μαρξ στο πρώτο υποκεφάλαιο αντιλαμβάνεται τη σχέση ανταλλαγής ως σχέση ομοιότητας, δηλαδή ως (υπαρκτή μόνο στην ανταλλαγή) ομοιότητα των ιδιωτικών εργασιών που περιέχουν τα δύο εμπορεύματα, στο υποκεφάλαιο για την αξιακή μορφή η σχέση ανταλλαγής ορίζεται ως σχέση πολικότητας, στην ανάλυση της οποίας προϋποτίθεται το αποτέλεσμα της ανάλυσης της σχέσης ομοιότητας. Αυτή η διαφορά έδωσε την αφορμή για τις πιο διαφορετικές ερμηνείες. Ο Μπέκενμπαχ (Beckenbach 1987: 79) βλέπει μια ακολουθία δύο τελείως διαφορετικών τρόπων θεώρησης χωρίς καμία μεσολάβηση, ενώ ο Μαζάκι (Masaki 1986: 32) κάνει λόγο για «σύγχυση δύο λογικών οδών». Ο Έντεμαν (Endeman 1974: 36, 45) διακρίνει μια «αντίφαση» μεταξύ ομοιότητας και πολικότητας, η οποία, λέει, λύνεται με την παραγωγή του χρήματος στην ανάλυση της αξιακής μορφής. «Αντίφαση» βλέπει εδώ και ο Μπέκερ (Becker 1972β: 46 κ.ε.), και αυτή η αντίφαση, λέει, είναι το θεμέλιο του «μεθοδολογικού ανορθολογισμού» (όπ.π.:. 59) της Μαρξικής μεθόδου: Αντί να συμπεράνει από τις λογικές αντιφάσεις της θεωρίας ότι η θεωρία είναι ελαττωματική, επιρρίπτει τις αντιφάσεις στην πραγματικότητα. Ο Μπέκερ διαπιστώνει την ακόλουθη αντίφαση μεταξύ ομοιότητας και πολικότητας: στη σχέση ισότητας (x του εμπορεύματος Α = y του εμπορεύματος Β) η αφηρημένη εργασία γίνεται μέτρο της αξίας, οι δύο αξίες χρήσης είναι «αξιολογημένα μεγέθη». Στη σχέση πολικότητας (x του εμπορεύματος Α αξίζει y του εμπορεύματος Β) το αξιολογημένο μέγεθος (y του εμπορεύματος Β) γίνεται ταυτόχρονα μέτρο και αυτό είναι ανεπίτρεπτο (όπ.π.: 56). Αυτό που ο Μπέκερ θεωρεί ανεπίτρεπτο είναι η απολύτως συνηθισμένη διαδικασία της μέτρησης: και το υποδεκάμετρο είναι από τη μια «αξιολογημένο» (ενσαρκώνει ένα ορισμένο μήκος) και χρησιμοποιείται από την άλλη ως μέτρο. Αυτό που ενοχλεί τον Μπέκερ είναι απλώς το κοινό της αξιακής μορφής με οποιαδήποτε άλλη σχέση μέτρησης.44

Ο Μαρξ άρχισε την ανάλυση του εμπορεύματος με την εξέταση της σχέσης ανταλλαγής Ε-Ε. Εκεί φάνηκε ότι η σχέση «είναι ανταλλακτική αξία τού» είναι σχέση ισοδυναμίας επί του πλήθους των ποσοτήτων των εμπορευμάτων και ότι αυτή η σχέση ισοδυναμίας βασίζεται στην ισότητα της αξίας των ανταλλασσόμενων εμπορευμάτων. Η αξιακή υλικότητα ενός εμπορεύματος αποκτά κοινωνική μορφή με την ανταλλακτική της αξία. Εάν το εμπόρευμα Β είναι η ανταλλακτική αξία τού Α τότε τα δύο εμπορεύματα δεν εξισώνονται μόνο ως αξίες, αλλά και η αξία του Α εκφράζεται ως ορισμένη ποσότητα του εμπορεύματος Β. Τα δύο εμπορεύματα παίζουν ανόμοιους ρόλους, βρίσκονται σε σχέση πολικότητας μεταξύ τους. Αυτή η πολικότητα είναι περιεχόμενη ιδιότητα της σχέσης «είναι ανταλλακτική αξία τού». Λέει κάτι για τη σχέση δύο στοιχείων τα οποία βρίσκονται σε αυτή τη σχέση. Το ότι αυτή η σχέση είναι σχέση ισοδυναμίας με τη σειρά του μας λέει κάτι για την έκταση της σχέσης αναφορικά με το πλήθος των στοιχείων επί του οποίου βασίζεται. Συνεπώς, η πολικότητα της σχέσης «είναι ανταλλακτική αξία τού» κάθε άλλο παρά σε αντίφαση βρίσκεται με το ότι εδώ πρόκειται για σχέση ισοδυναμίας και ότι αυτή η αυτοδυναμία θεμελιώνεται με την ισότητα των αξιών των εμπορευμάτων. Από αυτή την ισότητά τους ως αξιών συνεπάγεται μόνο ότι η σχέση πολικότητας υπάρχει και στην αντίθετη κατεύθυνση. Εάν το εμπόρευμα Β εκφράζει την αξία του εμπορεύματος Α, τότε και το εμπόρευμα Α μπορεί να εκφράσει την αξία του εμπορεύματος Β. Επειδή τα εμπορεύματα Α και Β μπορούν να ανταλλάσσουν τους ρόλους τους, δεν παύουν αυτοί οι ρόλοι να είναι διαφορετικοί και να βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση πολικότητας.

Ο Μαρξ αναλύει τη σχέση πολικότητας μόνο από τη μία πλευρά (το εμπόρευμα Α εκφράζει την αξία του σε εμπόρευμα Β), διότι η επιπρόσθετη ανάλυση της άλλης πλευράς (το εμπόρευμα Β εκφράζει την αξία του σε εμπόρευμα Α) δεν θα προσέφερε τίποτε νέο. Ο Μαρξ αναλύει διεξοδικά τους διαφορετικούς ρόλους των δύο εμπορευμάτων στην έκφραση των δύο πόλων (σχετική αξιακή μορφή και μορφή ισοδυναμίας). Και διαπιστώνει:


«Η κρυμμένη στο εμπόρευμα εσωτερική αντίθεση της αξίας χρήσης και της αξίας παρουσιάζεται λοιπόν με μια εξωτερική αντίθεση, δηλαδή με τη σχέση δύο εμπορευμάτων, στην οποία το ένα εμπόρευμα του οποίου πρέπει να εκφραστεί η αξία ισχύει άμεσα μόνο ως αξία χρήσης, το άλλο εμπόρευμα αντίθετα, στο οποίο πρέπει να εκφραστεί η αξία, ισχύει άμεσα μόνο ως ανταλλακτική αξία. Η απλή αξιακή μορφή του εμπορεύματος είναι επομένως η απλή μορφή εμφάνισης της εμπεριεχόμενης σε αυτό αντίθεσης αξίας και αξίας χρήσης» (MEGA ΙΙ.6: 93· MEW 23: 75-76).


Η απλή αξιακή μορφή του εκάστοτε εμπορεύματος εκφράζει μεν την αξία του, αυτή η έκφραση της αξίας όμως είναι ακόμη ανεπαρκής. Ο Μαρξ δείχνει πώς η εξάλειψη αυτής της ανεπάρκειας οδηγεί αρχικά στην αναπτυγμένη και κατόπιν στη γενική αξιακή μορφή.45 Μόνο η γενική αξιακή μορφή εκφράζει προσηκόντως την αξία των εμπορευμάτων ως αυτό που είναι. Διότι μόνο τότε η αξία κάθε εμπορεύματος είναι


«όχι μόνο χωρισμένη από την ίδια του την αξία χρήσης, αλλά από κάθε αξία χρήσης, και ακριβώς έτσι [το εμπόρευμα] εκφράζεται ως το κοινό που έχει με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Μόνο αυτή η μορφή αλληλοσυσχετίζει τα εμπορεύματα ως αξίες ή τα κάνει να εμφανίζονται αμοιβαία ως αξίες ανταλλαγής. […] Ένα εμπόρευμα γίνεται γενική έκφραση της αξίας μόνο επειδή όλα τα άλλα εμπορεύματα εκφράζουν ταυτόχρονα την αξία τους με το ίδιο ισοδύναμο, και κάθε νέο αναδυόμενο είδος εμπορεύματος πρέπει να τα μιμηθεί. Αποκαλύπτεται έτσι ότι η αξιακή αντικειμενικότητα των εμπορευμάτων, επειδή αποτελεί απλώς την “κοινωνική” ύπαρξη αυτών των πραγμάτων, δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο με την ολόπλευρη κοινωνική τους σχέση, η αξιακή μορφή τους ως εκ τούτου πρέπει να είναι κοινωνικά ισχύουσα μορφή» (MEGA ΙΙ.6: 97-98· MEW 23: 80-81, υπογράμμιση M H.).


Υποστηρικτές της «λογικο-ιστορικής» αντίληψης για τη διαλεκτική (πρβλ. το ένατο κεφάλαιο του βιβλίου) εννοούν την ανάπτυξη της αξιακής μορφής ως αφηρημένη παρουσίαση της ιστορικής εξέλιξης από τις απλές σε αναπτυγμένες σχέσεις ανταλλαγής, όπως π.χ. ο Χόλτσκαμπ (Holtzkamp 1974). Ο Μπάκχαους, που είχε επιχειρήσει να αναπαραστήσει την εννοιακή-λογική ανάπτυξη, στο τρίτο μέρος των Materialien zur Rekonstruktion der Marxschen Werttheorie (Υλικά για την ανακατασκευή της Μαρξικής θεωρίας της αξίας) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξ κάθε άλλο παρά υποστήριξε μια «λογική» μέθοδο τόσο απαρασάλευτα όσο αυτό υποτίθεται στις προτάσεις ανακατασκευής. Ο Μαρξ, λέει ο Μπάκχαους, «εξιστορίκευσε» εκ των υστέρων την αρχικά λογική ανάπτυξη των μορφών (Backhaus 1978: 43), και κατά τούτο η δεύτερη έκδοση υπήρξε «πεπλανημένη εξέλιξη» (όπ.π.: 67). Ως έμμεσα στοιχεία υπέρ της θέσης ότι ο Μαρξ ήταν αβέβαιος για την ίδια του τη μέθοδο χρησιμοποιεί την ιστορικίζουσα ερμηνεία του Ένγκελς, την οποία ο Μαρξ θα έπρεπε να είχε επικρίνει εάν ήταν βέβαιος για τη λογική μέθοδο, καθώς και την ακατασίγαστη διαμάχη για τη μαρξική μέθοδο.46 Βέβαια, ούτε ο Μπάκχαους μπόρεσε να δείξει πειστικά πού ο Μαρξ χρησιμοποίησε ιστορικιστικά επιχειρήματα ως συντακτικά συστατικά στοιχεία της επιχειρηματολογίας του και όχι απλώς χάριν παραστατικότητας. Αυτό που ο Μπάκχαους χαρακτηρίζει «εξιστορίκευση» της δεύτερης έκδοσης και το οποίο όντως προσδίδει αμφισημία στο Μαρξικό κείμενο, φαίνεται να είναι μάλλον αποτέλεσμα της προσπάθειας του Μαρξ να εκλαϊκεύσει την παρουσίασή του παρά εκδήλωση θεμελιώδους ανασφάλειας για τη μέθοδό του.47

Υπάρχει βέβαια και μια κρίσιμη διαφορά στη γενική σύλληψη των δύο πρώτων και των δύο τελευταίων εκδοχών της ανάλυσης της αξιακής μορφής. Στις δύο πρώτες εκδοχές, στο Για την Κριτική ... και στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου η χρηματική μορφή δεν αναλύεται στο πλαίσιο της ανάλυσης της αξιακής μορφής.48 Αυτό γίνεται για πρώτη φορά στο παράρτημα της πρώτης έκδοσης. Στη σύντομη εισαγωγή στην ανάλυση της αξιακής μορφής στη δεύτερη έκδοση χαρακτηρίζεται μάλιστα η παραγωγή της χρηματικής μορφής ως σκοπός ολόκληρης της παρουσίασης, 49 και συνήθως η ανάλυση της αξιακής μορφής θεωρείται διαλεκτική παραγωγή του χρήματος. Στις δύο πρώτες εκδοχές αντίθετα, το χρήμα αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα της διαδικασίας ανταλλαγής.

Στη θέση της χρηματικής μορφής μάλιστα, το πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης περιέχει και μια τέταρτη χρηματική μορφή. Μετά την παρουσίαση της γενικής αξιακής μορφής γράφει ο Μαρξ:


«Ωστόσο, εκεί που βρισκόμαστε τώρα, το γενικό ισοδύναμο δεν έχει ακόμη πάρει τη σταθερή μορφή του. […] Ό, τι ισχύει για το λινό, ισχύει για κάθε εμπόρευμα» (MEGA ΙΙ.5: 42).


Ο Μαρξ συνεχίζει λέγοντας ότι στην αναπτυγμένη αξιακή μορφή του λινού αυτό δεν είναι ακόμη γενικό ισοδύναμο και ως εκ τούτου κάθε εμπόρευμα στην αξιακή του έκφραση μπορεί να αλλάξει θέση με το λινό. Τότε όμως η αντιστροφή της αναπτυγμένης αξιακής μορφής δίνει κάθε φορά διαφορετικό γενικό ισοδύναμο. Το γεγονός ότι κάθε εμπόρευμα μπορεί να είναι γενικό ισοδύναμο οδηγεί σε μια παράδοξη κατάσταση:


«Αν όμως κάθε εμπόρευμα θέτει τη φυσική του μορφή έναντι όλων των άλλων εμπορευμάτων ως μορφή γενικού ισοδυνάμου, τότε όλα τα εμπορεύματα αποκλείουν όλα από τη μορφή του γενικού ισοδυνάμου και επομένως αποκλείουν εαυτά από την κοινωνικά ισχύουσα έκφραση του μεγέθους της αξίας τους» (MEGA ΙΙ.5: 43)


Με αυτό το παράδοξο τελειώνει στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης η ανάλυση της αξιακής μορφής.50

Η αντικατάσταση αυτής της τέταρτης αξιακής μορφής με τη χρηματική μορφή οδηγεί πράγματι σε διακοπή της διαλεκτικής παρουσίασης των αξιακών μορφών. Ο Μαρξ αναπτύσσει την εκάστοτε μετάβαση μεταξύ των τριών πρώτων αξιακών μορφών με βάση εννοιακές ελλείψεις της εκάστοτε προηγούμενης μορφής· μεταξύ όμως της γενικής αξιακής μορφής και της χρηματικής μορφής δεν υπάρχει καμία απολύτως διαφορά στη μορφή. Πρόκειται μόνο για το ότι η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, την οποία κατ’ αρχήν μπορεί να λάβει κάθε εμπόρευμα, τώρα «από κοινωνική συνήθεια» συμφύεται τελεσίδικα με τη φυσική μορφή ενός ειδικού εμπορεύματος. Με την προσθήκη της χρηματικής μορφής ο Μαρξ μεταβαίνει σε τελείως διαφορετικό θεωρητικό επίπεδο: αντί να επιχειρηματολογεί με βάση την εννοιακή ανάπτυξη των μορφών, επιχειρηματολογεί τώρα σε αναφορά με την «κοινωνική συνήθεια», δηλαδή εν τέλει με τις πράξεις των ιδιοκτητών εμπορευμάτων.51

Το ότι η προσθήκη της χρηματικής μορφής δεν οφείλεται σε νέα διόραση της συνάρτησης εμπορεύματος και χρήματος, αλλά προπάντων στην προσπάθεια του Μαρξ να εκλαϊκεύσει, προκύπτει ήδη από επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς στις 27 Ιουνίου 1867, όπου γράφει για την προσθήκη στο Παράρτημα της πρώτης έκδοσης: «Το περί χρηματικής μορφής μόνο για λόγους συνάφειας» (31: 316). Η δυσνόητη ανάλυση της αξιακής μορφής, που για τους «απαίδευτους» φαίνεται να είναι «βυζαντινολογία», όπως γράφει ο Μαρξ στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης, αποκτά με τη χρηματική μορφή έναν σκοπό, γνωστό σε κάθε αναγνώστη. Αυτή η εκλαΐκευση ωστόσο έχει κόστος: Η αυστηρά διαλεκτική ανάπτυξη της αξιακής μορφής δεν συνεχίζεται με τη χρηματική μορφή. Έτσι φαίνεται να το βλέπει και ο Μαρξ. Στη δεύτερη έκδοση του Κεφαλαίου πρόταξε μεν τον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης, διέγραψε όμως την πρόταση που παρατίθεται πιο πάνω ότι η ανάλυση της αξιακής μορφής είναι «δυσνόητη, επειδή η διαλεκτική είναι πολύ οξύτερη απ’ όσο στην πρώτη παρουσίαση» (MEGA ΙΙ.5: 11-12).

Η προσθήκη της χρηματικής μορφής στην ανάλυση της αξιακής μορφής δεν είναι μόνο διακοπή της διαλεκτικής παρουσίασης. Με αυτό τον τρόπο ο Μαρξ θολώνει και την εννοιακή διαφορά μεταξύ της μορφικής ανάλυσης του εμπορεύματος και της εξέτασης της διαδικασίας ανταλλαγής. Στις περισσότερες ερμηνείες του Κεφαλαίου η εξέταση της διαδικασίας ανταλλαγής νοείται ως εκ τούτου ως επανάληψη του τρόπου συναγωγής του χρήματος και προκαλεί αμηχανία.52

Η προσθήκη της χρηματικής μορφής στην ανάλυση της αξιακής μορφής αποτελεί και τη βάση για τη θέση του Γκέλερ ότι στο Κεφάλαιο υπάρχει, σε σύγκριση με το Για την Κριτική..., «συρρίκνωση της διαλεκτικής». Αντί της «εμφατικής διαλεκτικής», η οποία προωθείται από πραγματικές αντιφάσεις, στο Κεφάλαιο έχει απομείνει μια «συρρικνωμένη διαλεκτική», στην οποία οι αντιφάσεις δεν είναι πια κινητήρια δύναμη της εξέλιξης. Στο Για την Κριτική... ο Μαρξ, λέει ο Γκέλερ, προσπάθησε να αναπτύξει το χρήμα μαζί με τη διαδικασία ανταλλαγής, όμως αυτή η διπλή στρατηγική απέτυχε. Αντίθετα στο Κεφάλαιο το χρήμα είναι ήδη αποτέλεσμα της ανάλυσης της αξιακής μορφής, την οποία όμως δεν κινούν πραγματικές αντιφάσεις και από την οποία είναι αδύνατη η μετάβαση στη διαδικασία ανταλλαγής.

Η ερμηνεία του Γκέλερ βασίζεται ουσιαστικά στο ότι διαπιστώνει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές συναγωγές του χρήματος: Στο Για την Κριτική... από τη διαδικασία ανταλλαγής χωρίς προηγούμενη ανάλυση της αξιακής μορφής και στο Κεφάλαιο ως αποτέλεσμα της ανάλυσης της αξιακής μορφής χωρίς διαδικασία ανταλλαγής. Οι παραπομπές σε κείμενα που θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτού του είδους την ερμηνεία παραμερίζονται χωρίς συζήτηση. Έτσι λοιπόν ο Γκέλερ αναγκάζεται μεν να παραδεχτεί ότι ο Μαρξ στο Για την Κριτική... παρουσιάζει τις αξιακές μορφές πριν από την ανάλυση της διαδικασίας ανταλλαγής (χωρίς βέβαια να τις ονομάζει έτσι), ωστόσο, λέει, η συστηματική ανάγκη αυτής της παρουσίασης «δεν είναι ορατή» (Göhler 1980: 56). Η πρώτη έκδοση που στο κυρίως κείμενο περιέχει μεν διεξοδική ανάπτυξη των αξιακών μορφών, δεν καταλήγει όμως στη χρηματική μορφή, κατέχει για τον Γκέλερ μια «ενδιάμεση θέση» καθ’ οδόν προς τη δεύτερη έκδοση, καθώς δεν κάνει ακόμη το «εύλογο βήμα» προς τη χρηματική μορφή (όπ.π.: 54). Θα χρειαζόταν όμως να συζητηθεί ακριβώς αν αυτό το βήμα είναι πράγματι τόσο «εύλογο» ή μήπως οδηγεί εκτός της καθαρής ανάπτυξης των μορφών. Κάπως ενοχλητικό για την ερμηνεία του Γκέλερ είναι το ότι και στη δεύτερη έκδοση του Κεφαλαίου, παρά τη διεξοδική ανάλυση της αξιακής μορφής, το χρήμα εξακολουθεί να παράγεται στη διαδικασία ανταλλαγής· αυτό ο Γκέλερ το παραμερίζει χαρακτηρίζοντάς το «κατάλοιπο μέσα στην αναμόρφωση» (όπ.π.: 55). Αν όμως η εισαγωγή της χρηματικής μορφής στην ανάλυση της αξιακής μορφής οφείλεται σε εκλαΐκευση και δεν αποτελεί νέο τύπο παραγωγής του χρήματος, τότε χάνεται η πραγματική βάση της «συρρίκνωσης της διαλεκτικής» που διαπιστώνει ο Γκέλερ.

Ο Μαρξ στην πρώτη έκδοση υποδεικνύει ρητά την εννοιακή διαφορά μεταξύ της ανάλυσης της μορφής του εμπορεύματος και της εξέτασης της διαδικασίας ανταλλαγής. Προτού αρχίσει η εξέταση της διαδικασίας ανταλλαγής γράφει:


«Το εμπόρευμα είναι άμεση ενότητα αξία χρήσης και ανταλλακτικής αξίας, δηλαδή δύο αντιθέτων. Είναι επομένως άμεση αντίφαση. Αυτή η αντίφαση πρέπει να αναπτυχθεί, αφού πάψει να αναλύεται άλλοτε από την οπτική γωνία της αξίας χρήσης και άλλοτε από την οπτική γωνία της αξίας ανταλλαγής, όπως γινόταν ως τώρα. Πρέπει να συσχετιστεί ως όλον πραγματικά με άλλα εμπορεύματα. Η πραγματική σχέση των εμπορευμάτων μεταξύ τους είναι η διαδικασία ανταλλαγής» (MEGA ΙΙ.5: 51).53


Στο πρώτο κεφάλαιο (και στο πρώτο υποκεφάλαιο του πρώτου κεφαλαίου της πρώτης έκδοσης) εξετάζεται το εμπόρευμα ως εμπόρευμα, η εμπορευματική μορφή του προϊόντος της εργασίας ή, όπως γράφει ο Ένγκελς στην επισκόπηση του Κεφαλαίου, το «εμπόρευμα καθαυτό» (MEW 16: 245). Το θεωρητικό αντικείμενο που εξετάζεται εδώ δεν πρέπει να το συγχέουμε με το εμπόρευμα προτού αυτό εισέλθει στη διαδικασία ανταλλαγής. Το πρώτο και το δεύτερο κεφάλαιο δεν δείχνουν μια χρονική ακολουθία, αλλά διαφορετικά επίπεδα της εξέτασης. Βεβαίως χρειάζεται να εξεταστεί και το «εμπόρευμα καθαυτό» στη σχέση ανταλλαγής (εμπόρευμα χωρίς ανταλλαγή δεν είναι εμπόρευμα, είναι απλώς προϊόν εργασίας), όχι όμως στην πραγματική διαδικασία ανταλλαγής. Ως εκ τούτου πρόκειται αρχικά μόνο για το «νοητό» εμπόρευμα.54 Ούτε στην παρουσίαση των διαφορετικών αξιακών μορφών ασχολείται ο Μαρξ με την πραγματική ανταλλαγή, αλλά μόνο με το εμπόρευμα καθαυτό. Ο Μαρξ δείχνει ότι η αξία του εμπορεύματος δεν μπορεί να εμφανιστεί στο ίδιο το εμπόρευμα, ότι συνεπώς χρειάζεται ιδιαίτερη υλική μορφή για να μπορεί να εμφανιστεί. Η γενική αξιακή μορφή είναι η μορφή εμφάνισης που προσήκει στην αξία, δηλαδή η μορφή στην οποία η αξία του εμπορεύματος υπάρχει πραγματικά ως αξία. Εδώ βέβαια πρόκειται ακόμη για τους θεωρητικούς παράγοντες καθορισμού του εμπορεύματος ως εμπορεύματος και όχι για την πραγματική διαδικασία ανταλλαγής του.55 Οι προσδιορισμοί της μορφής αυτού του θεωρητικού αντικειμένου, του απλώς «νοητού» εμπορεύματος, του εμπορεύματος ως εμπορεύματος μπορούν να παρουσιαστούν διαλεκτικά, δηλαδή ως εννοιακή σχέση ανάπτυξης διαφορετικών παραγόντων καθορισμού της μορφής. Στην εξέταση της διαδικασίας ανταλλαγής δεν πρόκειται πια για αυτό το «νοητό» εμπόρευμα, αλλά για την «πραγματική» σχέση των εμπορευμάτων, και συνεπώς για τελείως διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, διότι τα εμπορεύματα μεταξύ τους δεν σχετίζονται πραγματικά δια της αξιακής μορφής τους αλλά δια της ανταλλαγής τους και μόνο αυτή μπορούν να επιτελέσουν οι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων.56

Ως εκ τούτου, το κεφάλαιο για τη διαδικασία ανταλλαγής δεν είναι συνέχεια της ανάλυσης της μορφής· ο Μαρξ εκεί εξετάζει (στη βάση των παραγόντων καθορισμού της μορφής που απέκτησε) τη λογική δομή του πρακτικού προβλήματος των ιδιοκτητών εμπορευμάτων οι οποίοι θέλουν να τα ανταλλάξουν. Η θεώρηση της πραγματικής σχέσης των εμπορευμάτων οδηγεί έτσι σε μια θεωρία της πρακτικής: τα πρόσωπα, εφόσον συμπεριφέρονται στα προϊόντα της εργασίας τους ως σε εμπορεύματα, πρέπει με τις πράξεις τους να εφαρμόσουν τους νόμους του κόσμου των εμπορευμάτων. Το χρήμα δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα της ανάλυσης της αξιακής μορφής, αλλά ως αποτέλεσμα της διαδικασίας ανταλλαγής, των ενεργειών των ιδιοκτητών εμπορευμάτων, ενεργειών ηθελημένων βέβαια, αλλά καθοριζόμενων από τους νόμους του κόσμου των εμπορευμάτων.

Ο Μαρξ αρχίζει την ανάλυση της διαδικασίας ανταλλαγής με τη διαπίστωση ότι τα εμπορεύματα για τους ιδιοκτήτες τους, αφού θέλουν να τα ανταλλάξουν, δεν είναι αξίες χρήσης αλλά μόνο φορείς ανταλλακτικής αξίας. Κάθε ιδιοκτήτης εμπορευμάτων δεν θέλει απλώς να εκποιήσει τα εμπορεύματά του, θέλει να τα εκποιήσει έναντι ορισμένου εμπορεύματος που ικανοποιεί την ανάγκη του. Δηλαδή για κάθε ιδιοκτήτη εμπορεύματος γενικό ισοδύναμο είναι το δικό του εμπόρευμα. Έτσι όμως, κανένα εμπόρευμα δεν είναι εν τέλει γενικό ισοδύναμο, διότι κάθε εμπόρευμα αποκλείει όλα τα άλλα εμπορεύματα. Το παράδοξο της τέταρτης αξιακής μορφής, που στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης αποτελούσε το τέλος της ανάλυσης της αξιακής μορφής, εμφανίζεται εδώ πάλι ως λογική (όχι ιστορική) βασική δομή του πρακτικού προβλήματος των ιδιοκτητών εμπορευμάτων. Για τη λύση αυτού του προβλήματος γράφει λοιπόν ο Μαρξ:


«Μες στην αμηχανία τους οι ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων σκέφτονται σαν τον Φάουστ. Εν αρχή ην η πράξις. Έχουν λοιπόν πράξει προτού σκεφτούν. Οι νόμοι της φύσης των εμπορευμάτων δραστηριοποιούνται στο φυσικό ένστικτο των ιδιοκτητών εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματά τους μπορούν να τα συσχετίσουν μεταξύ τους μόνο ως αξίες και συνεπώς μόνο ως εμπορεύματα, εφόσον τα συσχετίσουν αντιθετικά με οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα ως γενικό ισοδύναμο. Εκεί κατέληξε η ανάλυση του εμπορεύματος. Αλλά μόνο η κοινωνική πράξη μπορεί να ανακηρύξει ένα ορισμένο εμπόρευμα σε γενικό ισοδύναμο. […] Η κοινωνική διαδικασία αναθέτει στο αποκλεισμένο εμπόρευμα ως ειδική κοινωνική λειτουργία του το ρόλο του γενικού ισοδυνάμου. Με αυτό τον τρόπο αυτό το εμπόρευμα γίνεται – χρήμα» (MEGA ΙΙ.5: 53· MEW 23: 101)


Το χρήμα λοιπόν δημιουργείται μόνο με τη δραστηριότητα των ιδιοκτητών εμπορευμάτων. Όμως, δεν τους οδηγεί ο ορθολογισμός τους στο χρήμα, πράττουν μάλλον «προτού σκεφτούν», ακολουθώντας τους νόμους της φύσης των εμπορευμάτων. Και εδώ εμφανίζεται μια ασυνέχεια με τον λόγο της Κλασικής Οικονομίας: Η οικονομία δεν εξηγείται από την πλευρά της ατομικής πράξης, αντίθετα αυτή η πράξη καθορίζεται από την ειδική δομή της οικονομίας.57 Ως εκ τούτου προέκυψε ήδη από την ανάλυση αυτής της δομής τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι ως ιδιοκτήτες εμπορευμάτων: πρέπει να συσχετίσουν τα εμπορεύματά τους με ένα γενικό ισοδύναμο. Πράττοντάς το κάνουν αυτό το γενικό ισοδύναμο χρήμα. Βέβαια στο χρήμα ως έτοιμο αποτέλεσμα δεν μπορούμε να διακρίνουμε ότι είναι απλώς το αποτέλεσμα της (από νόμους του κόσμου των εμπορευμάτων καθοριζόμενης) πράξης των ιδιοκτητών εμπορευμάτων. Αντίθετα, οι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων βλέπουν το χρήμα να προβάλλει απέναντί τους ως προϋπόθεση της πράξης τους. Ο εκάστοτε ιδιοκτήτης εμπορευμάτων αρκεί όπως φαίνεται να συσχετίσει το εμπόρευμά του με χρήμα, διότι το χρήμα υπάρχει ήδη.58 Ο φετιχισμός του εμπορεύματος γίνεται έτσι φετιχισμός του χρήματος.59

Η παρουσίαση της πραγματικής παραγωγής του χρήματος στη διαδικασία της ανταλλαγής στο Κεφάλαιο είναι πολύ συντομότερη από όσο στο Για την Κριτική... Η βασική δομή της επιχειρηματολογίας έχει παραμείνει ίδια, ένα σημείο ωστόσο σχεδόν χάνεται στο Κεφάλαιο. Μετά την περιγραφή του αφετηριακού προβλήματος των ιδιοκτητών εμπορευμάτων, γίνεται εκεί αναφορά, μάλλον παρεμπιπτόντως, στα εμπορεύματα τα οποία σε αυτή την κατάσταση αντιπαρατίθενται πριν από την ανταλλαγή:


«Ως εκ τούτου δεν βρίσκονται αντιμέτωπα ως εμπορεύματα, αλλά ως προϊόντα ή αξίες χρήσης.» (MEGA ΙΙ.5: 53· MEW 23: 101).


Οι αξίες χρήσης λοιπόν γίνονται εμπορεύματα εντός της ανταλλαγής και με την ανταλλαγή. Πολύ εκτενέστερα αναφέρεται για τη σχέση ιδιωτικής και κοινωνικής εργασίας στο Για την Κριτική...:


«Ο κοινωνικός χρόνος εργασίας υπάρχει, τρόπος του λέγειν, μόνο λανθάνων σε αυτά τα εμπορεύματα και εμφανίζεται μόνο στη διαδικασία ανταλλαγής τους. Αφετηρία δεν είναι η εργασία των ατόμων ως κοινή εργασία, αλλά αντίθετα οι ιδιαίτερες εργασίες ατόμων-ιδιωτών, εργασίες οι οποίες μόνο στη διαδικασία ανταλλαγής με αναίρεση του προηγούμενου χαρακτήρα τους αποδεικνύονται γενική κοινωνική εργασία. Η γενικά κοινωνική εργασία ως εκ τούτου δεν είναι έτοιμη προϋπόθεση, αλλά αποτέλεσμα εν γενέσει» (MEGA ΙΙ.2: 123· MEW 13: 31-32, υπογράμμιση H.M.).


Μόνο εντός της ανταλλαγής η ιδιωτική εργασία μεταμορφώνεται πραγματικά σε κοινωνική εργασία, γίνεται εργασία που παράγει αξία. Εξ αυτού όμως συνεπάγεται αυτό για το οποίο έγινε παραπάνω λόγος, ότι δηλαδή στα εμπορεύματα μόνο εντός της ανταλλαγής αποδίδεται αξία και αξιακό μέγεθος. Ούτε αυτά είναι «έτοιμες προϋποθέσεις», αλλά είναι «αποτέλεσμα εν γενέσει». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα εμπορεύματα κατέχουν αξία και αξιακό μέγεθος λόγω του τρόπου έκφρασής τους ως αξιών ανταλλαγής, άποψη που ο Μαρξ τη χαρακτηρίζει ως εκείνη τη φενάκη που καταλαμβάνει εξίσου τους μερκαντιλιστές και τους «σύγχρονους πλασιέ του ελεύθερου εμπορίου» (MEGA ΙΙ.6: 92-93· MEW 23: 75). Ο Μαρξ τονίζει σε πολλά χωρία ότι τα εμπορεύματα δεν αποκτούν την αξία τους λόγω της ανταλλαγής, αλλά στην ανταλλαγή πραγματοποιούν την αξία τους (που σημαίνει ότι ήδη πριν από την ανταλλαγή έχουν αξία)· αυτό το επιχείρημα δικαιολογείται καθόσον στρέφεται εναντίον των αμιγώς κυκλοφοριακών θεωριών της αξίας (το εμπόρευμα «αξίζει» όσα παίρνουμε γι’ αυτό) και επιμένει ότι θεμέλιο της αξίας είναι μια ορισμένη σχέση της ατομικής ιδιωτικής εργασίας προς την κοινωνική συνολική εργασία. Μόνο που αυτή η σχέση δεν μπορεί να εντοπιστεί πριν από την ανταλλαγή. Η ιδέα ότι τα εμπορεύματα εισέρχονται στη διαδικασία της κυκλοφορίας ως τελεσιδίκως καθορισμένα αξιακά μεγέθη, οφείλεται σε μια αντίληψη για την υπόσταση της αξίας ως οιονεί υλικού υπόβαθρου, το οποίο υπάρχει σε συγκεκριμένες ποσότητες στα εκάστοτε εμπορεύματα. Αυτή η αντίληψη όμως είναι ασύμβατη με τη σύλληψη της υπόστασης της αξίας ως απλώς υλικού αντικατοπτρισμού μιας κοινωνικής σχέσης.


4. Το πρόβλημα του χρηματεμπορεύματος


Ο Μαρξ θεωρεί πάντοτε δεδομένη την ύπαρξη ενός χρηματεμπορεύματος ως θεμελίου του χρηματικού συστήματος. Για τον Μαρξ εξήγηση δεν χρειάζεται ο εμπορευματικός χαρακτήρας του χρήματος, αλλά οι περιστάσεις που κάνουν ένα εμπόρευμα να είναι χρήμα:


«Το δύσκολο δεν είναι να κατανοήσουμε ότι το χρήμα είναι εμπόρευμα, αλλά πώς, γιατί και με ποιον τρόπο το εμπόρευμα είναι χρήμα» (MEGA ΙΙ.5: 58· MEW 23: 107).


Χρειάζεται τώρα να εξετάσουμε με δύο τρόπους αν στο πλαίσιο της Μαρξικής επιχειρηματολογίας είναι πράγματι αναγκαίο να θεωρήσουμε δεδομένο ένα τέτοιο χρηματεμπόρευμα.

Συνήθως η ανάλυση της αξιακής μορφής διαβάζεται σαν να δείχνει την ανάγκη ενός χρηματεμπορεύματος. Αδιάφορο αν υιοθετεί κανείς τη δεύτερη έκδοση, όπου η χρηματική μορφή είναι ρητά μέρος της ανάλυσης της αξιακής μορφής, ή την πρώτη έκδοση, όπου απλώς καταδεικνύεται η ανάγκη ενός γενικού ισοδυνάμου, πάντοτε ένα εμπόρευμα χρησιμεύει ως αξιακή έκφραση του υπόλοιπου κόσμου των εμπορευμάτων. Ο Μαρξ βέβαια αρχίζει την ανάλυση της αξιακής μορφής με το ότι η αξία ενός εμπορεύματος εκφράζεται στην αξία ενός άλλου εμπορεύματος. Αυτό που δείχνει δεν είναι ότι είναι αναγκαίο ένα δεύτερο εμπόρευμα να χρησιμεύει ως έκφραση της αξίας του πρώτου, αλλά ότι αυτή η έκφραση της αξίας είναι ατελής και ελλιπής όσο πιάνεται από ένα μεμονωμένο, τυχαίο εμπόρευμα. Με την έκφραση της αξίας ενός εμπορεύματος σε ένα άλλο εμπόρευμα ο Μαρξ δείχνει τι απαιτήσεις χρειάζεται να εκπληρώνει η αξιακή μορφή προκειμένου να εκφράσει την αξία προσηκόντως. Αλλά δεν αποδείχτηκε ότι ο φορέας αυτής της αξιακής μορφής πρέπει και ο ίδιος να είναι εμπόρευμα· αυτό θεωρήθηκε εξ αρχής δεδομένο. Κατά τούτο λοιπόν η ανάλυση της αξιακής μορφής μας δίνει τους παράγοντες καθορισμού της μορφής του γενικού ισοδυνάμου, δεν μας δίνει όμως επιχείρημα για το ότι το γενικό ισοδύναμο πρέπει να είναι εμπόρευμα.60

Μετά, στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Μαρξ δείχνει ότι οι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων στη διαδικασία ανταλλαγής πρέπει πράγματι να συσχετίσουν τα εμπορεύματά τους με ένα γενικό ισοδύναμο προκειμένου να τα συσχετίσουν μεταξύ τους ως εμπορεύματα, και επιμένει ότι η διαδικασία ανταλλαγής δεν αποδίδει «στο εμπόρευμα που μετατρέπεται σε χρήμα, την αξία του, αλλά την ιδιαίτερη αξιακή μορφή του» (MEGA ΙΙ.5: 57· MEW 23: 105). Το ερώτημα είναι βέβαια, αν πράγματι ο φορέας αυτής της αξιακής μορφής πρέπει να είναι εμπόρευμα και να έχει αξία.61 Στην ανάλυση της διαδικασίας ανταλλαγής έχει καταδειχτεί μόνο ότι οι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων χρειάζεται να συσχετίσουν τα εμπορεύματά τους με κάτι το οποίο λειτουργεί ως γενικό ισοδύναμο, όχι όμως ότι αυτό το κάτι πρέπει και το ίδιο να είναι εμπόρευμα.

Ακόμη και αν παραδεχτούμε ότι ο Μαρξ δεν αιτιολόγησε ρητά ότι το γενικό ισοδύναμο πρέπει να είναι εμπόρευμα, αυτό το συμπέρασμα φαίνεται εύλογο: Το γενικό ισοδύναμο καλείται να εκφράσει την αξία των εμπορευμάτων, επομένως πρέπει και το ίδιο να έχει αξία, δηλαδή να είναι εμπόρευμα. Αυτό το συμπέρασμα όμως δεν είναι αναγκαστικό. Το γενικό ισοδύναμο δεν ισχύει ως απλό αντικείμενο αξίας όπως τα χύδην εμπορεύματα, αλλά ως μοναδική και άμεση αξιακή μορφή. Στο Για την Κριτική ... ο Μαρξ γράφει για τον χρυσό ως χρηματεμπόρευμα:


«Σε αντίθεση με τα εμπορεύματα τα οποία απλώς παριστάνουν την αυτόνομη ύπαρξη της ανταλλακτικής αξίας, της γενικής κοινωνικής εργασίας, του αφηρημένου πλούτου, ο χρυσός είναι η υλική ύπαρξη του αφηρημένου πλούτου. […] Είναι ο γενικός πλούτος ως άτομο» (MEGA ΙΙ.2: 188· MEW 13: 102-103).


Η φυσική μορφή του ισοδυνάμου ισχύει άμεσα ως μορφή της αξίας. Όμως ούτε η φυσική μορφή του χρυσού είναι άμεσα αξία ούτε το χαρτονόμισμα. Αυτή η ορισμένη φυσική μορφή γίνεται άμεση μορφή εμφάνισης αξίας διότι όλα τα εμπορεύματα σχετίζονται με αυτή τη φυσική μορφή ως την άμεση αξιακή μορφή τους.

Το γενικό ισοδύναμο ως έκφραση του «αφηρημένου πλούτου» είναι επομένως μια ιδιαίτερη μορφή της αφαίρεσης. Εάν πούμε για δύο εμπορεύματα ότι πρόκειται για αντικείμενα αξίας, τότε με αφαίρεση των ιδιαίτερων αξιών χρήσης τους διατηρούμε μόνο την αξιακή τους υλικότητα ως αφηρημένη έννοια του είδους, η οποία βρίσκεται σε λογικώς γενικότερη βαθμίδα. Αυτό θα ήταν η συνήθης διαδικασία της αφαίρεσης, εδώ όμως πρόκειται για κάτι διαφορετικό: Το γενικό ισοδύναμο, το χρήμα, ισχύει ως υλοποίηση της αφηρημένης ιδιότητας του είδους η οποία βρίσκεται στην ίδια βαθμίδα με τα μεμονωμένα εμπορεύματα: αυτό εννοεί η τελευταία φράση του παραθέματος ότι το χρήμα είναι «ο γενικός πλούτος ως άτομο». Στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου ο Μαρξ επέλεξε μια εντυπωσιακή σύγκριση:


«Είναι σαν πλάι και εκτός των λιονταριών, τίγρεων, λαγών και όλων των άλλων πραγματικών ζώων, τα οποία ομαδοποιημένα αποτελούν τα διάφορα γένη, είδη, υποείδη, οικογένειες κ.λπ. του ζωικού βασιλείου, να υπήρχε ακόμα το ζώο, η ατομική ενσάρκωση ολόκληρου του ζωικού βασιλείου» (MEGA ΙΙ.5: 37).


Το είδος εδώ δεν είναι απλώς νομιναλιστική αφαίρεση, έχει πραγματική ύπαρξη. Και εδώ βρίσκουμε πάλι το «Πραγματικό-Γενικό», για το οποίο έγινε λόγος στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου μας. Εάν όμως είναι να παρουσιάσουμε ένα είδος ως ιδιαίτερο άτομο πλάι στα άλλα άτομα, το σύνολο των οποίων αποτελεί το είδος, τότε αυτό δεν χρειάζεται να εμφανιστεί αναγκαστικά ως ένα από τα άτομά του· δεν χρειάζεται αναγκαστικά να είναι λιοντάρι, τίγρης ή κάτι άλλο που παριστάνει «το ζώο». Όπως δεν μπορεί δια λογικής αφαιρέσεως να συμπεράνουμε ποιο εμπόρευμα οι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων αποκλείουν ως ισοδύναμο εμπόρευμα, δεν μπορούμε και να συμπεράνουμε αν θα αποκλείσουν ένα εμπόρευμα.62

Τα πραγματικά εμπορεύματα είναι πάντοτε ενότητα αξίας και αξίας χρήσης, «φυσικά υπερφυσικά πράγματα» (MEGA ΙΙ.5: 44· MEW 23: 85). Το «υπερφυσικό» του εμπορεύματος δεν είναι το περιεχόμενο του καθοριστικού παράγοντα της αξίας, είναι η μορφή αξία, η ιδιαίτερη υλικότητα της αξίας. Αυτό το υπερφυσικό μέρος του εμπορεύματος αποκτά στο χρήμα φυσική ύπαρξη. Το υπερφυσικό όμως δεν μπορεί να υπάρξει φυσικά, μπορεί μόνο να σημανθεί με ένα φυσικό αντικείμενο. Η άμεση ύπαρξη της αξίας, αξία καθαυτή, είναι αφαίρεση, ένα πραγματικό αντικείμενο δεν μπορεί παρά να εκπροσωπεί απλώς αυτή την αφαίρεση. Και ο χρυσός ως χρήμα δεν είναι άμεσα αξία, αξία καθαυτή (όπως και το λιοντάρι δεν μπορεί να είναι «ζώο» εν γένει). Ως χρήμα είναι και ο χρυσός σήμα, όχι όμως απλώς της αξίας, αλλά της αξίας καθαυτής. Με αυτό το νόημα κάθε χρήμα είναι σήμα αξίας, ακόμη και αν έχει δική του αξία. Το ότι το σήμα αξίας έχει αξία το ίδιο ως προϋπόθεση για να επι-σημαίνει αξία δεν είναι αναγκαίο όπως και το σήμα του «ζώου» δεν χρειάζεται αναγκαστικά να είναι πραγματικό και αληθινό ζώο.63

Στα Grundrisse διαφαίνεται και στον Μαρξ η γενικότερη αντίληψη του χρήματος που έχει παρουσιαστεί εδώ. Στην πρώτη του προσπάθεια να παραγάγει το χρήμα γράφει ότι το εμπόρευμα, για να πραγματοποιηθεί ως αξία ανταλλαγής πρέπει, «να ανταλλαγεί με ένα τρίτο πράγμα, το οποίο δεν είναι κι αυτό με τη σειρά του ιδιαίτερο εμπόρευμα, αλλά σύμβολο του εμπορεύματος ως εμπορεύματος, της ίδιας της αξίας ανταλλαγής του· κάτι που να αντιπροσωπεύει, ας πούμε τον χρόνο εργασίας καθαυτόν, ας πούμε ένα κομμάτι χαρτί ή πετσί που αντιπροσωπεύει ένα ακέραιο μέρος χρόνου εργασίας» (MEGA ΙΙ.1.1: 79· Gr. 63).64


Ο Μαρξ διαπιστώνει ακόμη εκεί:


«Εδώ δεν γίνεται ακόμη λόγος περί χρήματος ως υποστασιοποιημένου σε ένα ορισμένο προϊόν κ.λπ.» (MEGA ΙΙ.1.1: 84· Gr. 69).


Βέβαια, ο Μαρξ προσπαθεί εκεί να παραγάγει το χρήμα χωρίς ανάλυση της αξιακής μορφής. Καθώς στο «Κεφάλαιο περί χρήματος» στα Grundrisse ο Μαρξ γίνεται όλο και ακριβέστερος όσον αφορά την ανάλυση της αξιακής μορφής, χάνει από το οπτικό του πεδίο αυτή τη γενικότερη αντίληψη του χρήματος και προσκολλά τη χρηματική μορφή σε ένα χρηματεμπόρευμα.

Μπορεί το χρηματεμπόρευμα να υπήρξε η ιστορική αφετηρία της γένεσης του χρήματος, αλλά η ύπαρξή του δεν έπεται λογικά-εννοιακά από την εμπορευματική μορφή του προϊόντος της εργασίας. Καθώς όμως ο Μαρξ αντιλαμβάνεται αμέσως το χρήμα ως εμπόρευμα-χρήμα, τον παρασύρει μια ορισμένη ιστορική φάση στην εξέλιξη του χρηματικού συστήματος και έτσι πεδικλώνει τη θεωρία τού χρήματος προτού ακόμη την αναπτύξει. Ο Μαρξ ερευνά βέβαια και «σήματα αξίας», αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ενός χρηματεμπορεύματος που το αντιπροσωπεύει ένα σήμα. Η θέση που υποστηρίζω εδώ είναι αντίθετα ότι κάθε χρήμα (είτε πρόκειται για εμπόρευμα με δική του αξία είτε όχι) είναι απλώς αντιπρόσωπος «αξίας καθαυτής» και κατά τούτο «σήμα αξίας». Μόνο με αυτό το γενικό νόημα είναι η κατηγορία χρήμα αποτέλεσμα της διερεύνησης της διαδικασίας ανταλλαγής.

Την αντίληψη για το χρήμα που υποστηρίζω εδώ δεν την λαμβάνει υπόψη ούτε η Μαρξική κριτική των νομιναλιστικών αντιλήψεων για το χρήμα στο Για την Κριτική ... (MEGA ΙΙ.2: 149 κ.ε.· MEW 13: 59 κ.ε.). Εκεί ο Μαρξ είχε επικρίνει τις απόψεις που συγχέοντας μεταξύ κλίμακας μέτρησης των τιμών και μέτρου των αξιών ερμηνεύουν το εμπόρευμα-χρήμα ως σήμα και μόνο, δηλαδή επέκρινε εσφαλμένες απόψεις για το εμπόρευμα-χρήμα. Εδώ όμως πρόκειται για το χρήμα ως χρήμα, ανεξάρτητα αν είναι ή δεν είναι χρήμα-εμπόρευμα.

Η αντίληψη ότι το χρήμα είναι πάντοτε μόνο σήμα αξίας καθαυτής δεν μπορεί κι αυτή να χαρακτηριστεί απλώς ως χρηματοθεωρητικός νομιναλισμός. Στον νομιναλισμό, όπως τον υποστήριξαν λ.χ. ο Κναπ (Knapp 1905) και ο Κέινς (1930) και τον βρίσκουμε σήμερα σχεδόν σε κάθε εγχειρίδιο οικονομίας, το χρήμα είναι απλώς φορέας μιας μονάδας μέτρησης (ή μιας μονάδας αξίας νοούμενης ως μονάδας μέτρησης) χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε θεωρία της αξίας.65 Αντίθετα εδώ η θεωρία του χρήματος συμπλέκεται αδιαχώριστα με τη θεωρία της αξίας, το χρήμα δεν είναι απλώς μονάδα υπολογισμού, είναι εκπρόσωπος αξίας καθαυτής, αυτόνομη και άμεση έκφραση αξίας. Το ότι το χρήμα δεν είναι λογικά προσκολλημένο σε ένα χρηματεμπόρευμα κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι η θεωρία της αξίας είναι περιττή, διότι ως ανάλυση της μορφής αναπτύσσει τον κρίσιμο προσδιορισμό της μορφής του χρήματος, τη μορφή του γενικού ισοδυνάμου.

Η Μαρξική θεωρία του χρήματος βρίσκεται ουσιαστικά πέραν της διένεξης μεταξύ (χρηματοθεωρητικού) νομιναλισμού και μεταλλισμού. Σε αυτές τις δύο σχολές τίθεται μονάχα το ερώτημα τι είναι αυτό που κάνει το χρήμα χρήμα –κοινωνική σύμβαση ή η ίδια αξία του πράγματος. Το ερώτημα για ποιον λόγο είναι αναγκαίο το χρήμα δεν τίθεται καν. Αντίθετα ο Μαρξ αναδεικνύει την αναγκαιότητα μιας αυτόνομης έκφρασης της αξίας, την οποία μετά ταυτίζει χωρίς λόγο με ένα εμπόρευμα.

Το ερώτημα για την αναγκαιότητα του χρήματος (στο οποίο ο Μαρξ απαντά πειστικά) βρίσκεται σε τελείως διαφορετικό επίπεδο παρουσίασης από το ερώτημα για την υλικότητα του αντικειμένου που λειτουργεί ως χρήμα. Εδώ μπορούν στην πάροδο της ιστορίας να συμβούν διάφορες «ενσαρκώσεις» του χρήματος (χρήμα-εμπόρευμα ή χρήμα-μη-εμπόρευμα) οι οποίες συνδέονται με διαφορετικές θεσμικές αναγκαιότητες. Στο επίπεδο της απλής κυκλοφορίας, αυτής της «αφηρημένης σφαίρας» (MEGA ΙΙ.2: 68· Gr.: 922) της αστικής κοινωνίας δεν έχουν θέση τέτοιες συγκεκριμενοποιήσεις. Εδώ, για να τηρηθεί η αξίωση ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παρουσιάζεται «στον ιδεατό μέσο όρο του», η θεωρία του χρήματος πρέπει να είναι τόσο γενική ώστε να μην αποκλείει εκ των προτέρων τη δυνατότητα συγκεκριμενοποιήσεων αυτού του είδους.66

Το πρόβλημα αν για τη Μαρξική θεωρία του χρήματος είναι πράγματι αναγκαίο το χρηματεμπόρευμα έχει συζητηθεί πολλές φορές στη βιβλιογραφία. Ο Λιβάιν διακρίνει ένα τεράστιο άλμα μεταξύ της γενικής αξιακής μορφής και της χρηματικής μορφής· το άλμα βρίσκεται στο ότι το χρηματεμπόρευμα λειτουργεί αποκλειστικά ως γενικό ισοδύναμο. Το ότι το χρήμα είναι ταυτόχρονα ξεχωριστό εμπόρευμα αντιφάσκει προς την ιδιότητα του χρήματος να ισχύει πια μόνο ως άμεσος εκπρόσωπος αξίας.67 Ο Λιβάιν προφανώς δεν βλέπει ότι και το εμπόρευμα-χρήμα, παρότι έχει δική του αξία, είναι απλώς αντιπρόσωπος αξίας. Προβληματική όμως είναι προπάντων η έννοια της αξίας πάνω στην οποία βασίζεται ο Λιβάιν. Με αφετηρία τη σκέψη ότι μια αξία χρήσης, εφόσον είναι ανταλλάξιμη δεν ικανοποιεί μόνο μια ορισμένη ανάγκη, ο Λιβάιν αντιλαμβάνεται ως αξία ενός εμπορεύματος ένα μέτρο της αξίας χρήσης ανεξάρτητο από την ιδιαίτερη ανάγκη (Levine 1978: 67). Το εκάστοτε εμπόρευμα είναι «αξία» αναφερόμενο στο συνολικό σύστημα των αναγκών και όχι σε μία ιδιαίτερη ανάγκη (Levine 1978: 68). Έτσι όμως η αξία παύει να αναφέρεται στον προσδιορισμό της μορφής της κοινωνικής εργασίας στον καπιταλισμό και αναφέρεται μόνο στις ανάγκες των ατόμων.

Στο βιβλίο του Economic Theory (Οικονομική Θεωρία) του 1978 ο Λιβάιν προσπαθεί ακόμη να τοποθετήσει τη δική του θεωρία του χρήματος στο πλαίσιο της Μαρξικής ανάλυσης της αξιακής μορφής· σε κατοπινό του δοκίμιο (Levine 1983) διακρίνει την ιδιαιτερότητα μιας εμπορευματικής κοινωνίας ειδικά στο ότι ο «πλούτος» (που παραμένει αιωρούμενος μεταξύ αξίας χρήσης και αξίας) κατέχει ιδιαίτερη ύπαρξη και αυτή είναι το χρήμα. Η αξία του εκάστοτε εμπορεύματος είναι η σχέση του με το χρήμα, και εξ αυτού έπεται ότι το χρήμα επ`ουδενί λόγω μπορεί να έχει δική του ξεχωριστή αξία. Έτσι όμως η αξία συρρικνώνεται σε τιμή και το χρήμα στην ικανότητα να εκφράζει τιμές. Και έτσι το ότι το χρήμα δεν μπορεί να έχει αξία δεν σημαίνει παρά ότι δεν έχει τιμή.

Ένα εξίσου ανεπαρκές επιχείρημα προβάλλει και ο Ντεβρέ (DeVroey 1981: 187). Στρεφόμενος κατά της ουσιοκρατικής αντίληψης της αξίας, υπογραμμίζει ορθώς ότι η αξία δεν υπάρχει πριν από την ανταλλαγή και ότι η ιδιωτικά δαπανημένη εργασία πρέπει να αναγνωριστεί στην ανταλλαγή ως κοινωνική (να επικυρωθεί). Για το χρήμα δεν υπάρχει το πρόβλημα της αξιολόγησης και εξ αυτού ο Ντεβρέ συμπεραίνει ότι το χρήμα δεν μπορεί να έχει αξία. Το ότι το χρήμα δεν χρειάζεται να επικυρωθεί αποδεικνύει ακριβώς την ιδιαίτερη αξιακή μορφή του, δεν μας λέει όμως αν μπορεί ή δεν μπορεί να έχει δική του αξία.

Ακολουθώντας τον Ντεβρέ, ο Ρότεν (Reuten 1988: 127) ανακηρύσσει την αξία σε «αφηρημένη-γενική κοινωνική διάσταση» η οποία «συγκεκριμενοποιείται» στο χρήμα. Εξ αυτού συμπεραίνει ότι το χρήμα ως «καθαρή μορφή» δεν μπορεί να έχει αξία – αυτό όμως δεν είναι παρά μόνο ισχυρισμός.

Το πρόβλημα αν το χρήμα πρέπει να συνδέεται με ένα χρηματεμπόρευμα το έθεσαν επίσης οι Μπρουν/Βόλφινγκ/Κοχ (Bruhn/Wölfing/Koch 1974) και Κοχ (Koch 1974). Αυτοί όμως εξετάζουν μόνο την αποκόλληση του χρήματος από το χρηματεμπόρευμα και δείχνουν ότι οι λειτουργίες του χρήματος που εξετάζει ο Μαρξ στο τρίτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου δεν απαιτούν οπωσδήποτε χρηματεμπόρευμα. Η προσπάθεια όμως του Μαρξ στα δύο πρώτα κεφάλαια να καταδείξει την ύπαρξη του χρήματος ως χρηματεμπορεύματος γίνεται εν πολλοίς αποδεκτή. Καθώς λοιπόν το πρόβλημα συλλαμβάνεται ως διαδικασία αποκόλλησης του χρήματος από το χρηματεμπόρευμα, το χρηματεμπόρευμα εξακολουθεί να προϋποτίθεται.

Για τη συστηματική ανάλυση του καπιταλισμού όμως δεν αρκεί να δείξουμε ότι από το χρήμα-εμπόρευμα που αναπτύσσει ο Μαρξ στον πρώτο τόμο μπορούμε να κατασκευάσουμε μια ιστορική μετάβαση σε ένα χρήμα-μη-εμπόρευμα. Αυτό είναι η συνήθης επιχειρηματολογία των συγγραφέων οι οποίοι θέτουν το πρόβλημα ότι στον σημερινό καπιταλισμό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο χρυσός (ή οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα) λειτουργεί ως χρήμα (π.χ. Kolloch 1980, Lipietz 1982, Wagner/Mondelaers 1989).68

Ο Γκάνσμαν (Ganßmann 1988) προσπάθησε να εξηγήσει συστηματικά τη μετάβαση από το χρήμα-εμπόρευμα στο καπιταλιστικό χρήμα-μη-εμπόρευμα. Ο πυρήνας του συλλογισμού του συνίσταται στο ότι ο Μαρξ αρχίζει τη συστηματική παρουσίαση με το χρήμα-εμπόρευμα ως «απλή» θεωρία του χρήματος και ότι αυτή η «απλή» θεωρία του χρήματος αποτελεί το αναγκαίο θεμέλιο μιας «απλής» θεωρίας του κεφαλαίου. Αυτή με τη σειρά της οδηγεί σε μια «σύνθετη» θεωρία του χρήματος (ως χρήμα-μη-εμπόρευμα). Με αυτόν τον τρόπο η Μαρξική παρουσίαση συρρικνώνεται σε σύνολο βοηθητικών μέσων διδασκαλίας, τα οποία οδηγούν στη (σωστή) τελική θέση. Στο προηγούμενο κεφάλαιο του βιβλίου μας επικρίθηκε η αντίληψη της Μαρξικής παρουσίασης ως ακολουθίας όλο και συνθετότερων μοντέλων. Την απλή κυκλοφορία ο Μαρξ δεν την εισάγει ως απλό υπόδειγμα, την ορίζει ως «την επιφάνεια της αστικής κοινωνίας μέσα στην οποία έχουν εκλυθεί οι βαθύτερες επενέργειες από τις οποίες προέρχεται» (MEW 29: 317 υπογράμμιση H. M.), «μια αφηρημένη σφαίρα της συνολικής αστικής διαδικασίας παραγωγής» (MEGA ΙΙ.2: 68· Gr.: 922 υπογράμμιση H. M.). Τότε όμως η απλή κυκλοφορία θα πρέπει να περιέχει τους αφηρημένους προσδιορισμούς αυτής της συνολικής διαδικασίας και το χρήμα-εμπόρευμα δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε ως αφηρημένο προσδιορισμό του χρήματος-μη-εμπορεύματος.

Σε κατοπινή του εργασία, ο Γκάνσμαν δικαιολόγησε το Μαρξικό χρηματεμπόρευμα με το γεγονός ότι σε βαθιές κρίσεις, όταν καταρρέει το χρηματικό σύστημα, οι άνθρωποι καταφεύγουν στο χρηματεμπόρευμα (Ganßmann 1996: 157). Ωστόσο, το γεγονός ότι στην περίπτωση της κατάρρευσης σημαντικών θεσμών της χρηματιστικής πολιτικής, διαμορφώνονται θεσμικά χαλαρότερες μορφές χρήματος φαίνεται εύλογο· αναπόδεικτο παραμένει το ότι οι χαλαρότερες μορφές χρήματος ερμηνεύουν το θεωρητικό πυρήνα του χρήματος.

Καθώς ο Μαρξ συνδέει τη θεωρία του χρήματος με την ύπαρξη ενός χρηματεμπορεύματος, αναμειγνύει τον πιο αφηρημένο προσδιορισμό του χρήματος με ένα ορισμένο ιστορικό χρηματικό σύστημα. Στο επίπεδο όμως της διαδικασίας ανταλλαγής δεν μπορούμε παρά να μιλάμε για χρήμα ως χρήμα, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο χρηματικό σύστημα.


5. Χρήμα και απλή κυκλοφορία – η «μη-ουδετερότητα» του χρήματος


Στο τρίτο κεφάλαιο ο Μαρξ εξετάζει τις λειτουργίες του χρήματος που προκύπτουν άμεσα από τη διαδικασία ανταλλαγής, δηλαδή στο επίπεδο της παρουσίασης στο οποίο έχει φτάσει στο δεύτερο κεφάλαιο.69 Εδώ θα γίνει λόγος γι’ αυτές τις λειτουργίες μόνο εφόσον κάνουν εμφανή τη «μη-ουδετερότητα» του χρήματος στο πλαίσιο της χρηματικής θεωρίας της αξίας.70 Στο πλαίσιο της θεωρίας της πίστης και της θεωρίας των κρίσεων θα φανεί ότι αυτή η μη-ουδετερότητα του χρήματος παίζει αποφασιστικό ρόλο για τη συνολική διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής (πρβλ. τα επόμενα δύο κεφάλαια).


Αξιακό μέγεθος και τιμή


Η πρώτη λειτουργία του χρήματος είναι να αποτελεί μέτρο των αξιών, «μόνο με αυτή τη λειτουργία ο χρυσός, το ιδιαίτερο ισοδύναμο εμπόρευμα, γίνεται το πρώτον χρήμα» (MEGA ΙΙ.6: 121· MEW 23: 109). Η αξία του εμπορεύματος εκφρασμένη σε χρήμα είναι η «τιμή» του. Ωστόσο, δεν χρειάζεται το χρήμα για να είναι τα εμπορεύματα συγκρίσιμα:


«Αντίστροφα. Επειδή όλα τα εμπορεύματα ως αξίες είναι εξαντικειμενικευμένη ανθρώπινη εργασία, ως εκ τούτου αυτά καθαυτά συγκρίσιμα, μπορούν να μετρούν τις αξίες τους από κοινού στο ίδιο ιδιαίτερο εμπόρευμα και να το μετατρέπουν έτσι στο κοινό τους μέτρο της αξίας ή χρήμα.

Το χρήμα ως μέτρο της αξίας είναι η αναγκαία μορφή εμφάνισης του εμμενούς μέτρου της αξίας των εμπορευμάτων, του χρόνου εργασίας» (MEGA ΙΙ.6: 121· MEW 23: 109).


Η τελευταία πρόταση δημιουργεί την εντύπωση ότι θα μπορούσαμε να μετρήσουμε την αξία των εμπορευμάτων με χρόνο εργασίας και ότι αυτό το μέτρο θα μπορούσε, λόγω της ισότητας των αξιακών μεγεθών του εμπορεύματος και του χρηματεμπορεύματος, να μεταφραστεί σε ορισμένη ποσότητα χρήματος. Εάν η μετρική λειτουργία του χρήματος μπορούσε να συρρικνωθεί στην απλή μετάφραση μιας ήδη συντελεσμένης μέτρησης (μετατροπή των ποσοτήτων εργασίας σε ποσότητες χρήματος), δεν θα ήταν κατανοητή η αναγκαιότητα του χρήματος ως μέτρου των αξιών. Σε ακριβώς αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν οι οπαδοί του «εργασιακού χρήματος». Σε αυτούς αντέτεινε ο Μαρξ στο Για την Κριτική ...:


«Τα εμπορεύματα είναι άμεσα προϊόντα μεμονωμένων ιδιωτικών εργασιών, τα οποία πρέπει να επιβεβαιωθούν ως γενική κοινωνική εργασία με την εκποίησή τους στη διαδικασία της ιδιωτικής ανταλλαγής ή η εργασία στη βάση της παραγωγής εμπορευμάτων γίνεται κοινωνική εργασία μόνο με την ολόπλευρη εκποίηση των ατομικών εργασιών» (MEGA ΙΙ.2: 156· MEW 13: 67, υπογρ. H.M.)


Εάν χαρακτηριστικό της παραγωγής εμπορευμάτων είναι ότι η ιδιωτικά δαπανημένη εργασία δεν ισχύει εξ αρχής ως κοινωνική, αλλά πρέπει να αναγνωριστεί πρώτα στην ανταλλαγή ως συστατικό μέρος της κοινωνικής εργασίας (με την αναγνώριση του προϊόντος της ιδιωτικής εργασίας καθαυτής), τότε είναι σαφές ότι πριν από την ανταλλαγή δεν υπάρχει σταθερό αξιακό μέγεθος των προϊόντων. Διότι τότε οι ιδιωτικές εργασίες θα είχαν αναγνωριστεί πριν από την ανταλλαγή ως κοινωνική εργασία. Αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι τα εμπορεύματα εισέρχονται στην κυκλοφορία με ορισμένη τιμή. Με την τιμολόγηση δεν επέρχεται η μετατροπή του εμπορεύματος σε χρήμα: πρόκειται για μια λιγότερο ή περισσότερο ακριβή πρόβλεψη, η οποία μπορεί να διαψευσθεί.71

Ο Μαρξ περιγράφει διεξοδικά τις δυσκολίες μετατροπής του εμπορεύματος σε χρήμα στο υποκεφάλαιο για τη μεταμόρφωση του εμπορεύματος. Εκεί εισέρχεται και στον ρόλο της κοινωνικής ζήτησης. Όπως για το εκάστοτε εμπόρευμα η αξία χρήσης είναι προϋπόθεση της αξίας του, το ίδιο ισχύει και για την κατηγορία εμπόρευμα: ακόμη και αν για την παραγωγή ενός κομματιού ενός είδους εμπορευμάτων έχει δαπανηθεί μόνο ο (τεχνικώς) αναγκαίος χρόνος εργασίας, συνολικά έχει παραχθεί υπερβολικό πλήθος εμπορευμάτων αυτού του είδους, η επίπτωση είναι η ίδια σαν να είχε δαπανηθεί υπερβολικά πολλή εργασία για κάθε ένα εμπόρευμα (MEGA ΙΙ.5: 69-69· MEW 23: 121-122, πρβλ. επίσης MEGA ΙΙ.3.3: 1142-1243· MEW 26.2: 521, MEGA ΙΙ.4.2: 262, 686-687· MEW 25: 197, 648-649). Όπως υπογράμμισε ο Ράιχελτ και πριν από αυτόν ο Πόλοκ (Reichelt 1970: 173 κ.ε., Pollock 1928: 97-98), ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» δεν ορίζεται λοιπόν μόνο τεχνικά αλλά και από την κοινωνική ζήτηση, η οποία όμως επενεργεί μόνο στη διαδικασία ανταλλαγής με τη συσχέτιση των εμπορευμάτων με το χρήμα.

Οι ουτοπίες περί «εργασιακού χρήματος» βασίζονται αντίθετα στην αντίληψη ότι το χρήμα είναι απλώς μια διαμεσολαβούσα μορφή, η οποία παραμένει εξωτερική προς το υπό διαμεσολάβηση και επομένως μπορεί να παραλειφθεί. Αυτή η αντίληψη υποβαστάζει επίσης τη σύλληψη του χρήματος από τους κλασικούς και τους νεοκλασικούς ως απλό «πέπλο» που καλύπτει τη «σφαίρα των πραγματικών προϊόντων» και την οποία μπορούμε κατ’ αφαίρεσιν να παραβλέψουμε.

Αλλά και πολλοί μαρξιστές βλέπουν τη συνάρτηση αξίας και χρήματος σαν η τιμή να εξέφραζε εκ των υστέρων ένα ήδη υπαρκτό αξιακό μέγεθος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να δουν ότι η ανταλλαγή εμπορευμάτων διαφέρει από τον αντιπραγματισμό ακριβώς λόγω της σχέσης του εκάστοτε εμπορεύματος με το σύνολο του κόσμου των εμπορευμάτων και ότι αυτή η σχέση είναι δυνατή μόνο μέσω του χρήματος. Αν το χρήμα θεωρηθεί απλώς και μόνο ύστερο μέτρο δεν έχει ουσιαστικό ρόλο, συρρικνώνεται σε μέσο που συγκαλύπτει τα «πραγματικά» μεγέθη. Μια αντίληψη αυτού του είδους βρίσκουμε στον Σουήζι (Sweezy 1942), στον Μεκ (Meek 1956) και στον Ντομπ (Dobb 1973). Αυτοί οι συγγραφείς υπογραμμίζουν μεν τη διαφορά της Μαρξικής θεωρίας της αξίας από τη ρικαρδιανή με το βλέμμα στραμμένο στον διττό χαρακτήρα της εργασίας· ωστόσο επιστρέφουν στο πεδίο της κλασικής θεωρίας καθώς υποστηρίζουν βασικά μια προχρηματική θεωρία της αξίας.

Όσοι σε σχέση με τον ορισμό του αξιακού μεγέθους στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου υποστηρίζουν ότι ο Μαρξ ορίζει το αξιακό μέγεθος πριν και ανεξάρτητα από τη διαδικασία ανταλλαγής, παραγνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ της λογικής ακολουθίας της παρουσίασης και της χρονικής σειράς στην πραγματική ανταλλαγή. Ο Μαρξ στο πρώτο κεφάλαιο δεν αναλύει το εμπόρευμα πριν από την ανταλλαγή του και μετά στο δεύτερο και στο τρίτο κεφάλαιο τη διαδικασία ανταλλαγής του. Χρονικά το εμπόρευμα (και ως εκ τούτου το αξιακό μέγεθος) υπάρχει πάντοτε μόνο στην ανταλλαγή, πριν από την ανταλλαγή υπάρχουν μόνο αξίες χρήσης. Στη λογική ακολουθία πρέπει όμως να παρουσιαστεί πρώτα το εμπόρευμα ως εμπόρευμα, δηλαδή ο εννοιακός προσδιορισμός του, η αξιακή υπόσταση, το αξιακό μέγεθος και η αξιακή μορφή. Η αξιακή μορφή καθορίζεται (ταυτολογικά) από την ποσότητα αφηρημένης εργασίας. Μόνο μετά, στο δεύτερο και στο τρίτο κεφάλαιο, ο Μαρξ επιχειρηματολογεί στο επίπεδο της πραγματικής σχέσης των εμπορευμάτων στη διαδικασία ανταλλαγής.

Συνεπώς ο Μαρξ δεν εισάγει δύο διαφορετικά μέτρα της αξίας, στο πρώτο κεφάλαιο τον χρόνο εργασίας και στο τρίτο κεφάλαιο το χρήμα, όπως πιστεύουν ο Έλσον (Elson 1979) και Λιβάιν (1985). Αυτό ισχύει μάλλον για τον Άνταμ Σμιθ, ο οποίος θεωρούσε την εργασία πραγματική και το χρήμα ονομαστική τιμή του εκάστοτε εμπορεύματος (πρβλ. παραπάνω στο πρώτο κεφάλαιο). Καθώς πριν από την ανταλλαγή δεν μπορεί να γίνει λόγος για ένα ορισμένο αξιακό μέγεθος, το χρήμα ως μέτρο της αξίας δεν είναι απλώς και μόνο τυπική μετάφραση ενός εμμενούς μέτρου των αξιών με το οποίο έχει ήδη μετρηθεί το αξιακό μέγεθος. Είναι η αναγκαία και μάλιστα μοναδική μορφή εμφάνισης της αξίας των εμπορευμάτων. Μορφή ανεξάρτητη από την ανταλλαγή δεν είναι δυνατό να υπάρξει, διότι αυτό θα προϋπέθετε ότι έχει αναιρεθεί η διαφορά μεταξύ της ιδιωτικά δαπανημένης και της κοινωνικά αναγνωρισμένης εργασίας. Στο Για την Κριτική ... ο Μαρξ λέει εύλογα ότι η αφηρημένα γενική εργασία «πηγάζει» από την εκποίηση των ατομικών εργασιών και ότι το χρήμα είναι «η άμεση μορφή ύπαρξης αυτής της εκποιημένης εργασίας» (MEGA ΙΙ.2: 134· MEW 13: 42, υπογρ. H. M.).

Το χρήμα είναι το μοναδικό πραγματικό μέτρο της αξίας, όχι όμως και το αίτιο της αξίας. Τα εμπορεύματα δεν έχουν αξία και αξιακό μέγεθος επειδή ανταλλάσσονται με χρήμα, αλλά ως κοινωνική ανάκλαση μιας ορισμένης κοινωνικής σχέσης των παραγωγών τους. Αυτή τώρα η κοινωνική ανάκλαση με τη σειρά της δεν μπορεί να εμφανιστεί διαφορετικά παρά με τη συσχέτιση του εμπορεύματος με το χρήμα.

Αξιακό μέγεθος και τιμή συνυπάρχουν μεν στην ανταλλαγή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για αμέσως ταυτόσημα μεγέθη. Η άποψη που συρρικνώνει το αξιακό μέγεθος στη χρηματική του έκφραση ξεχνά λόγω της χρονικής ταυτότητας αξίας και τιμής τη λογική τους διαφορά. Με βάση αυτή την άποψη, αξία και τιμή συμπίπτουν πάντοτε, το εκάστοτε εμπόρευμα «αξίζει» όσο πληρώνουμε γι’ αυτό. Αυτή την παραλλαγή υποστηρίζουν στην ακραία μορφή της οι Έλντρεντ και Χάνλον (Eldred/Hanlon 1981), οι οποίοι μάλιστα δεν διακρίνουν καν μεταξύ ανάλυσης της αξιακής μορφής και διαδικασίας ανταλλαγής. Από αυτή την άποψη αυτή δεν απέχουν πολύ ο Κράουζε (Krause 1979), ο Γκέρσταϊν (Gerstein 1976) και οι Χιμελγουάιτ/Μόχουν (Himmelweit/Mohun 1978, 1981). Με περισσότερες αποχρώσεις επιχειρηματολογεί ο Ντεβρέ (DeVroey 1981), ο οποίος επικρίνει τη φαντασίωση ότι υπάρχει μια αξία εσαεί εμπεριεχόμενη στο εμπόρευμα και αντιλαμβάνεται την αξία ως «instantaneous measurement» (όπ.π.: 178), μέτρηση όμως η οποία μόνο με συσχέτιση με χρήμα είναι δυνατή (όπ.π.: 184-185). Βέβαια η συνοπτική του διατύπωση: «Exchange creates value but the production determines the magnitude of value» (όπ.π.: 177) είναι εσφαλμένη ή πάντως παρανοήσιμη: η αξία γίνεται βέβαια ορατή μόνο στην ανταλλαγή, αλλά είναι εξίσου βέβαιο ότι δεν «δημιουργείται» εκεί. Επίσης η αντίληψη για την αξία ως σταθερό σημείο έλξης των τιμών ή σημείο γύρω από το οποίο κυμαίνονται οι τιμές, με αποτέλεσμα η αξία και η τιμή να συμπίπτουν μόνον τυχαία και κατ’ εξαίρεσιν, παραβλέπει τη λογική διαφορά των δύο κατηγοριών. Εδώ η αξία είναι απλώς και μόνο μια ιδιαίτερη τιμή – η μακροπρόθεσμη μέση τιμή.

Το αξιακό μέγεθος του εκάστοτε εμπορεύματος και η τιμή του είναι κατηγορίες σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης, κι έτσι, με την αυστηρή έννοια, δεν έχει νόημα να πούμε ότι άμεσα συμπίπτουν ή αποκλίνουν. Το ορθό είναι ότι το αξιακό μέγεθος εκφράζεται μεν μόνο με την τιμή, εξ αυτού όμως δεν έπεται ότι η τιμή αποτυπώνει προσηκόντως την αξία, και αυτό το επισημαίνει ρητά ο Μαρξ:


«Το αξιακό μέγεθος του εμπορεύματος εκφράζει λοιπόν μια αναγκαία σχέση του με τον κοινωνικό χρόνο εργασίας, εμμενή της διαδικασίας διαμόρφωσης του εμπορεύματος. Με τη μετατροπή του αξιακού μεγέθους σε τιμή, αυτή η αναγκαία σχέση εμφανίζεται ως σχέση ανταλλαγής του εμπορεύματος με ένα άλλο εμπόρευμα το οποίο υπάρχει εκτός του πρώτου. Αυτή η μορφή μπορεί να εκφράζει τόσο το αξιακό μέγεθος του εμπορεύματος όσο και την τυχαία σχέση στην οποία υπό δεδομένες συνθήκες είναι εκποιήσιμο. Η δυνατότητα ποσοτικής απόκλισης μεταξύ τιμής και αξιακού μεγέθους ή της απόκλισης της τιμής από το αξιακό μέγεθος βρίσκεται επομένως στην ίδια τη μορφή της τιμής. Δεν είναι ελάττωμα αυτής της μορφής, αντίθετα την καθιστά προσήκουσα μορφή ενός τρόπου παραγωγής, στον οποίο κατά κανόνα μπορεί να επιβληθεί μόνο ως τυφλός νόμος του μέσου όρου σε καθεστώς απουσίας κανόνων» (MEGA ΙΙ.5: 64· MEW 23: 117).


Όταν εδώ γίνεται λόγος για «ποσοτική απόκλιση», ο Μαρξ υποστηρίζει ότι αξιακό μέγεθος και τιμή είναι αμέσως συγκρίσιμα μεγέθη. Αν όμως αξία και τιμή συμπίπτουν, αυτό δεν είναι ζήτημα ποσοτικής ταυτότητας (εδώ συγκρίνονται μήλα με αχλάδια κι άρα δεν μπορεί να υπάρξει εξίσωση), αλλά ζήτημα σχέσης καθορισμού. Αξία και τιμή «συμπίπτουν» μόνο όταν προσδιορίζει κατ’ αποκλειστικότητα την τιμή η σχέση της ατομικά δαπανημένης εργασίας προς τη συνολική κοινωνική εργασία (δηλαδή το κατά πόσο η ατομική εργασία έχει εκτελεστεί με τη «μέση δεξιότητα» και υπό «τις κατά μέσο όρο επικρατούσες συνθήκες») και όχι η κατάσταση κάποιου ιδιοκτήτη εμπορευμάτων, ο οποίος για διάφορους λόγους αναγκάζεται να πουλήσει φθηνά.72

Με δεδομένη τη λειτουργία του χρήματος ως μέτρου της αξίας θα μπορούσε κάποιος να προσπαθήσει να αποδείξει ότι το χρήμα πρέπει εν τέλει να είναι εμπόρευμα. Το χρήμα δεν χρησιμεύει μόνο ποιοτικά, ως σήμα αξίας, αλλά ως σήμα ποσοτικά ορισμένης αξίας. Στην περίπτωση του χρηματεμπορεύματος, αυτή η ποσοτική σχέση είναι δεδομένη με τη δική του αξία, αν είχαμε ένα σήμα αξίας, χωρίς ίδια αξία, η σχέση δεν θα ήταν σαφής. Αυτό το επιχείρημα οφείλεται σε μια αντίληψη της μέτρησης της αξίας ανάλογης με τη μέτρηση του βάρους με ζυγαριά: Εάν στο ένα τάσι βάλουμε ένα βαρύ αντικείμενο, το βάρος του μπορεί να μετρηθεί μόνο εάν στο άλλο βάλουμε επίσης ένα βαρύ αντικείμενο. Αυτό το επιχείρημα ευστοχεί μόνο εφόσον θέλουμε να εκφράσουμε την αξία ενός μόνου εμπορεύματος. Η ανταλλαγή εμπορευμάτων όμως διαφέρει από τον αντιπραγματισμό στο ότι όλα τα εμπορεύματα συσχετίζονται μεταξύ τους ως αξίες μέσω του γενικού ισοδυνάμου. Αυτό είναι δυνατόν και όταν το γενικό ισοδύναμο είναι ένα μη-χρήματεμπόρευμα χωρίς αξία.


Κριτική της ποσοτικής θεωρίας


Η επόμενη λειτουργία του χρήματος την οποία διαπιστώνει ο Μαρξ είναι εκείνη του μέσου κυκλοφορίας, του μέσου της «μεταμόρφωσης του εμπορεύματος». Η ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί, με δεδομένη ταχύτητα κυκλοφορίας και δεδομένη αξία του χρηματεμπορεύματος, είναι πάντοτε ανάλογη του αθροίσματος των τιμών των πωληθέντων εμπορευμάτων. Τίθεται βέβαια το ερώτημα, αν το άθροισμα των τιμών καθορίζει την ποσότητα του χρήματος ή, αντίστροφα, η ποσότητα του χρήματος καθορίζει το άθροισμα των τιμών. Η ποσοτική θεωρία που κυριαρχεί στην Κλασική Πολιτική Οικονομία από τον Χιουμ μέχρι τον Ρικάρντο θεωρεί την ποσότητα του χρήματος ως ανεξάρτητη και το επίπεδο των τιμών ως εξαρτημένη μεταβλητή.

Το 1847 στην Αθλιότητα της φιλοσοφίας και ο Μαρξ αποδεχόταν ακόμη την ποσοτική θεωρία. Μόλις στα 1850-53, με τις μελέτες των Τετραδίων του Λονδίνου και επηρεασμένος από τους θεωρητικούς της “Banking School” Tooke και Fullarton, άρχισε να ασκεί κριτική στην ποσοτική θεωρία του Ρικάρντο.73 Κατόπιν, στο Για την Κριτική ... όρισε, αντίθετα από την ποσοτική θεωρία, το άθροισμα των τιμών ως ανεξάρτητη μεταβλητή.74

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ επικρίνει την ποσοτική θεωρία εν συντομία με το επιχείρημα ότι βασίζεται στην «ανούσια υπόθεση» (MEGA ΙΙ.5: 83· MEW 23: 138) ότι στην κυκλοφορία εισέρχονται εμπορεύματα χωρίς τιμή και χρήμα χωρίς αξία. Ως κρίσιμα επιχειρήματα κατά της ποσοτικής θεωρίας ο Μαρξ φαίνεται να θεωρεί εδώ την εμπορευματική ιδιότητα του χρήματος και τον καθορισμό των τιμών των εμπορευμάτων πριν από την είσοδό τους στην κυκλοφορία· αυτά τα επιχειρήματα θεωρούνται συνήθως πυρήνας της Μαρξικής κριτικής της ποσοτικής θεωρίας. Στο πλαίσιο ωστόσο μιας χρηματικής θεωρίας της αξίας δεν ευσταθεί κανένα από τα δύο επιχειρήματα.

Στο Για την Κριτική ... ο Μαρξ ασχολήθηκε ενδελεχέστερα με την ποσοτική θεωρία. Εδώ (ακολουθώντας τον Τουκ, πρβλ. Arnon 1984) το κύριο επιχείρημά του είναι ότι το χρήμα δεν λειτουργεί μόνο ως μέσο κυκλοφορίας αλλά και ως θησαυρός, ότι επομένως δεν χρειάζεται αναγκαστικά να κυκλοφορεί ολόκληρη η ποσότητα του χρήματος (βλ. ιδίως MEGA ΙΙ.2: 233· MEW 13: 148). Επομένως, αλλαγές της ποσότητας του χρήματος δεν οδηγούν αναγκαστικά σε αλλαγές της μάζας του χρήματος που κυκλοφορεί. Αντίστροφα, οι θησαυροί μπορεί να αντιδράσουν σε αλλαγές των τιμών των εμπορευμάτων, «έτσι ώστε πάντοτε ως ρευστό κυκλοφορεί μόνο η ποσότητα του χρήματος που καθορίζεται από τις άμεσες ανάγκες της ίδιας της κυκλοφορίας» (MEGA ΙΙ.2: 198· MEW 13: 114).

Εάν επρόκειτο μόνο για θησαυρούς μεμονωμένων ιδιοκτητών εμπορευμάτων, αυτό το επιχείρημα δεν θα ήταν ιδιαίτερα εύλογο. Ο Μαρξ βέβαια παρατηρεί ότι σε αναπτυγμένες χώρες οι θησαυροί συγκεντρώνονται σε τράπεζες. Αυτή η παρατήρηση εμπεριέχει το ότι το ζήτημα της συνάρτησης ποσότητας χρήματος και επιπέδου τιμών δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί στο επίπεδο της απλής κυκλοφορίας, αλλά μόνο εφόσον εξετάσουμε τη χρηματική πίστη. Ο Μαρξ μπορεί να επικρίνει την ποσοτική θεωρία, αλλά δεν μπορεί, σε αυτό το σημείο της παρουσίασης, να προσφέρει εναλλακτική θεωρία, πράγμα που στο κείμενο δεν είναι τόσο σαφές.75

Για να επιτελέσει τη λειτουργία του μέσου κυκλοφορίας, το χρήμα πρέπει (διαφορετικά από τη λειτουργία του ως μέτρου των αξιών) να είναι μεν υλικά παρόν, το χρηματεμπόρευμα ωστόσο μπορεί να αντικατασταθεί με ένα απλό σύμβολό του. Αυτό το «σήμα αξίας» δεν αντιπροσωπεύει άμεσα αξία, αντιπροσωπεύει το χρηματεμπόρευμα και μόνο δια τούτου αξία. Αυτό εξηγείται καλύτερα στο Για την Κριτική ... παρά στο Κεφάλαιο. Ο «ειδικός νόμος της κυκλοφορίας χαρτονομίσματος», όπως τον αποκαλεί ο Μαρξ (MEGA ΙΙ.5: 86· MEW 23: 141) προκύπτει από αυτή τη σχέση αντιπροσώπευσης με το χρηματεμπόρευμα: Καθώς τα σύμβολα αξίας μπορούν κατ’ ανώτατο όριο να αντιπροσωπεύσουν την ποσότητα χρηματεμπορεύματος που είναι αναγκαία για την κυκλοφορία, λαμβάνει χώρα απαξίωση του κάθε συμβόλου αξίας εφόσον εισέρχονται στην κυκλοφορία περισσότερα σύμβολα από όσο χρηματεμπόρευμα θα έπρεπε να κυκλοφορεί. Αυτή την απαξίωση πρέπει να τη διακρίνουμε από τη γενική μείωση της εμπιστοσύνης στα σύμβολα αξίας (από τον καλπάζοντα πληθωρισμό)· εδώ πρόκειται μόνο για τη συνολική αξία που μπορεί να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των συμβόλων αξίας. Όπως υπογράμμισε ο Μαντέλ (Mandel 1968: 303), ο Μαρξ με αυτόν τον «ειδικό νόμο» αποδεχόταν την ποσοτική θεωρία, τουλάχιστον για το μη μετατρέψιμο χαρτονόμισμα. Η Μπρυνόφ (Brunhoff 1976: 35) αντιτείνει ότι με την αποδοχή της ποσοτικής θεωρίας, έστω και με περιορισμένο εύρος ισχύος, υπονομεύεται η λογική της Μαρξικής θεωρίας του χρήματος, ωστόσο, λέει, η ανάλυση του χαρτονομίσματος στο Κεφάλαιο δεν είναι απολύτως διαυγής. Πράγματι, ο Μαρξικός (ποσοτικοθεωρητικός) νόμος της κυκλοφορίας χαρτονομίσματος έχει νόημα μόνο εφόσον τα σύμβολα αξίας δεν μπορούν να εξέλθουν από την περιοχή της κυκλοφορίας, και αυτό ισχυρίζεται ο Μαρξ στο Για την Κριτική ...76

Εκτός κυκλοφορίας το χρήμα υπάρχει ως θησαυρός. Αυτό πραγματεύεται ο Μαρξ στο πλαίσιο της τρίτης θεμελιώδους λειτουργίας του χρήματος (το χρήμα ως χρήμα) για την οποία θα μιλήσουμε αμέσως μετά. Εδώ εξετάζουμε εάν η αποθησαυριστική λειτουργία μπορεί να επιτελεσθεί μόνο από το χρηματεμπόρευμα (σε αυτή την περίπτωση τα σύμβολα αξίας πράγματι δεν μπορούν να εξέλθουν από την κυκλοφορία) ή και από αντιπροσώπους. Το πρώτο είναι η θέση του Μαρξ στο Για την Κριτική ..., 77 ενώ στο Κεφάλαιο τουλάχιστον υπαινίσσεται ότι το «χρήμα ως χρήμα» μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του «αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου» (MEGA ΙΙ.5: 87· MEW 23: 144). Εάν όμως ο αποθησαυρισμός μπορεί να γίνει και με σύμβολα αξίας, τότε ο «ειδικός νόμος της κυκλοφορίας χαρτονομίσματος» του Μαρξ δεν είναι πειστικός. Γι’ αυτόν ισχύει η ίδια κριτική όπως και για την ποσοτική θεωρία. Δηλαδή, ανεξάρτητα από το αν έχουμε να κάνουμε με χρήμα-εμπόρευμα ή με χρήμα-μη-εμπόρευμα, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει η απλή ποσοτικοθεωρητική συνάρτηση της ποσότητας του χρήματος με το επίπεδο των τιμών. Σε κανένα σημείο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας δεν υπάρχει θέση για την ποσοτική θεωρία, η οποία είναι ουσιώδης προϋπόθεση των αντιλήψεων για την «ουδετερότητα» του χρήματος.

Μια ιδιαίτερη παραλλαγή της ποσοτικής θεωρίας παρουσίασε ο Χίλφερντινγκ. Επιδίωξε, αντίθετα από τον Μαρξ, να προσδιορίσει την «αξία του χαρτονομίσματος» ανεξάρτητα από το μεταλλικό χρήμα (Hilferding 1910: 67, σημ.). Για να το πετύχει εισάγει την «κοινωνική αξία κυκλοφορίας»: Αν παραβλέψουμε τη λειτουργία του χρήματος ως μέσου πληρωμών, η αξία κυκλοφορίας του ισούται με το πηλίκον της συνολικής αξίας των εμπορευμάτων που έχουν ανταλλαγεί δια της ταχύτητας της κυκλοφορίας του χρήματος (όπ.π.: 52). Με αυτόν τον τρόπο ο Χίλφερντινγκ έχει προσδιορίσει απλώς το σύνολο της αξίας την οποία αντιπροσωπεύει η ποσότητα χρήματος που χρησιμοποιήθηκε για τον εκάστοτε κύκλο ανταλλαγής εμπορευμάτων. Επειδή όμως η αλλαγή της ποσότητας του χρήματος με σταθερή αξία κυκλοφορίας (δηλαδή σταθερή ταχύτητα κυκλοφορίας και σταθερή αξία των ανταλλασσόμενων εμπορευμάτων) οδηγεί σε αλλαγή της αξίας κάθε μονάδας χρήματος και ως εκ τούτου σε αλλαγή των τιμών, η κατασκευή του Χίλφερντινγκ συνιστά μια αμιγώς ποσοτική θεωρία.78

Η σύγχρονη τυποποιημένη εκδοχή της ποσοτικής θεωρίας δεν πηγαίνει ως προς το περιεχόμενο πολύ πέρα από την ποσοτική θεωρία των κλασικών: κι εδώ η ποσοτική θεωρία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο εφόσον κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο το χρήμα συρρικνωθεί στη λειτουργία του ως μέσου κυκλοφορίας. Ιδιαίτερα εμφανές είναι αυτό στον Ίρβινγκ Φίσερ (Irving Fisher, 1911), τον προπάτορα της σύγχρονης ποσοτικής θεωρίας. Αφετηρία τού Φίσερ ήταν η εξίσωση κυκλοφορίας


M * V = P * T


όπου M είναι η ποσότητα του χρήματος, V η ταχύτητα της κυκλοφορίας, P το επίπεδο των τιμών και T ο όγκος των συναλλαγών. Ο Φίσερ θεωρεί τα V και T ως σχεδόν σταθερά: Ο όγκος των συναλλαγών προσδιορίζεται από τις συνθήκες της πραγματικής οικονομίας και η ταχύτητα της κυκλοφορίας από τις συνήθειες πληρωμών. Το συμπέρασμά του ότι κάθε αλλαγή της ποσότητας του χρήματος οδηγεί σε ανάλογη αλλαγή του επιπέδου των τιμών βασίζεται κατά κύριο λόγο στη σταθερότητα του V με μεταβαλλόμενη ποσότητα του χρήματος. Αυτό όμως σημαίνει ότι μεταβολές της ποσότητας του χρήματος δεν οδηγούν σε συρροή ή εκροή χρήματος από την κυκλοφορία, αλλά ότι όλο το χρήμα λειτουργεί ως μέσο κυκλοφορίας.

Η νέα ποσοτική θεωρία την οποία διατύπωσε ο Φρίντμαν (Friedman 1956) μοιάζει εκ πρώτης όψεως να συνυπολογίζει την αποθησαυριστική λειτουργία του χρήματος, διότι προϋποθέτει ρητά ότι τα οικονομικά υποκείμενα φυλάσσουν χρήμα ως περιουσία. Αυτή η φύλαξη του χρήματος βασίζεται κατά τον Φρίντμαν στην αντίληψη του καθενός για ένα βέλτιστο «πραγματικό» ταμείο. Εάν τώρα η αλλαγή της ποσότητας του χρήματος αφήνει ανέγγιχτο το επίπεδο των τιμών και αλλάζει αντ’ αυτού τα ονομαστικά ταμεία, τότε το πραγματικό ταμείο δεν είναι πλέον βέλτιστο. Η προσπάθεια αποκατάστασης του βέλτιστου ταμείου με αλλαγές της κατανάλωσης ή της χορήγησης δανείων οδηγεί εντέλει σε αλλαγές του επιπέδου των τιμών. Λαμβάνοντας ως δεδομένη αυτή την «επενέργεια του πραγματικού ταμείου» η νέα ποσοτική θεωρία εξαφανίζει επίσης την αυτόνομη σημασία του χρήματος. Τουλάχιστον μακροπρόθεσμα θεωρείται ότι μόνο τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη επενεργούν και το χρήμα εμφανίζεται ως, το πολύ, βραχυπρόθεσμα παρενοχλητικός παράγων.79


Χρήμα ως αυτοσκοπός


Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Μαρξ εισάγει τον τρίτο προσδιορισμό του χρήματος με τον τίτλο «χρήμα», πράγμα που αρχικά ξενίζει, αφού στα προηγούμενα ο λόγος ήταν περί χρήματος. Με την έκφραση «χρήμα ως χρήμα» (θησαυρός, μέσο πληρωμών, παγκόσμιο χρήμα) ο Μαρξ εννοεί λειτουργίες του χρήματος που διαφέρουν από εκείνες του μέσου κυκλοφορίας και μέτρου των αξιών. Βέβαια, δεν πρόκειται για απαρίθμηση διαφορετικών λειτουργιών ανεξάρτητων μεταξύ τους (έτσι ερμηνεύουν το τρίτο κεφάλαιο πολλοί συγγραφείς, τόσο μαρξιστές όσο και μη μαρξιστές), αλλά για μια ορισμένη συνάρτηση αυτών των λειτουργιών, η οποία επισημαίνεται σαφέστερα στο Για την Κριτική ... παρά στο Κεφάλαιο:


«Ένα εμπόρευμα γίνεται λοιπόν αρχικά χρήμα ως ενότητα μέτρου αξιών και μέσου κυκλοφορίας ή η ενότητα μέτρου αξιών και μέσου κυκλοφορίας είναι χρήμα. Ως ενότητα αυτού του είδους ο χρυσός αποκτά πάλι αυτόστατη ύπαρξη, διακριτή από την ύπαρξή του στις δύο λειτουργίες. Ως μέτρο των αξιών είναι μόνο ιδεατό χρήμα και ιδεατός χρυσός· αλλά στην απλή μεταλλική του σωματικότητα είναι ο χρυσός χρήμα ή το χρήμα πραγματικός χρυσός» (MEGA ΙΙ.2: 188· MEW 13: 102).


Οι νέοι προσδιορισμοί που αποκτά το χρήμα δεν προστίθενται απλώς στους δύο πρώτους. Τους προϋποθέτουν και οδηγούν σε μια αυτόνομη μορφή του χρήματος αντιπαρατιθέμενη σε ολόκληρο τον κόσμο των εμπορευμάτων, μορφή η οποία στο Για την Κριτική ... χαρακτηρίζεται διττά: Ως «υλική ύπαρξη του αφηρημένου πλούτου» καθόσον το χρήμα είναι η υλική-αισθητή ύπαρξη της αξίας καθαυτής, του αφηρημένου πλούτου· και ως «υλικό αντιπρόσωπο του υλικού πλούτου», καθόσον το χρήμα αντιπροσωπεύει το σύνολο των αξιών χρήσης των εμπορευμάτων που μπορεί να αγοράσει (MEGA ΙΙ.2: 188· MEW 13: 102-103). Στο Για την Κριτική ... ο Μαρξ υπογραμμίζει τη «μεταλλική σωματικότητα», στο Κεφάλαιο όμως επιτρέπει και σε «αντιπροσώπους» τού χρηματεμπορεύματος να επιτελέσουν μέρος των νέων λειτουργιών:


«Το εμπόρευμα που λειτουργεί ως μέτρο αξιών και άρα, προσωπικά η δι’ αντιπροσώπου, ως μέσο κυκλοφορίας, είναι χρήμα. Ο χρυσός (ή ο άργυρος) είναι ως εκ τούτου χρήμα. Λειτουργεί ως χρήμα, αφενός όπου χρειάζεται να εμφανιστεί στη χρυσή (ή αργυρή) του σωματικότητα, δηλαδή ως χρηματεμπόρευμα, συνεπώς ούτε απλώς ιδεατά, όπως στο μέτρο των αξιών, ούτε δυνάμενο να αντιπροσωπευθεί, όπως στο μέσο κυκλοφορίας· αφετέρου όπου η λειτουργία του, είτε το ίδιο την εκπληρώνει είτε δι’ αντιπροσώπου, το παγιώνει λειτουργεί ως μοναδική μορφή της αξίας ή μοναδική προσήκουσα μορφή ύπαρξης της ανταλλακτικής αξίας όλων των άλλων εμπορευμάτων ως απλών αξιών χρήσης» (MEGA ΙΙ.5: 87· MEW 23: 143-144).


Αυτό το χωρίο είναι εξαιρετικά πυκνά διατυπωμένο, ωστόσο ο χαρακτήρας του χρήματος ως χρήματος προβάλλει με μεγαλύτερη ακρίβεια από όσο στο Για την Κριτική ... Εδώ διακρίνονται δύο διαφορετικές καταστάσεις στις οποίες το χρήμα λειτουργεί ως χρήμα: Πρώτον όταν το χρηματεμπόρευμα «χρειάζεται να εμφανιστεί στη χρυσή (ή αργυρή) του σωματικότητα» και δεύτερον όταν το χρήμα παγιώνεται ως «μοναδική μορφή αξίας» έναντι των αξιών χρήσης. Σε αυτή τη δεύτερη κατάσταση δέχεται ο Μαρξ ότι και «αντιπρόσωποι» μπορούν να λειτουργήσουν ως χρήμα. Στη συνέχεια ο Μαρξ δεν ασχολείται ρητά με το πότε οι αντιπρόσωποι του χρήματος μπορούν να λειτουργήσουν ως χρήμα· ωστόσο είναι αρκετά σαφές πώς κατανέμει τις τρεις λειτουργίες του χρήματος που έχει πραγματευτεί (θησαυρός, μέσο πληρωμής, παγκόσμιο χρήμα) σε αυτούς τους δύο σταθμούς: Ως «μοναδική μορφή αξίας», η οποία «παγιώνεται» έναντι των αξιών χρήσης, το χρήμα ισχύει με τη μορφή του ως θησαυρός (το χρήμα αφαιρείται από την κυκλοφορία ως αυτόστατη μορφή της αξίας) και ως μέσο πληρωμής (πληρώνεται μια ήδη διενεργηθείσα αγορά). Για τις δύο αυτές λειτουργίες δεν χρειάζεται το ίδιο το χρηματεμπόρευμα. Διαφορετικά είναι, κατά τον Μαρξ, τα πράγματα με το παγκόσμιο χρήμα:


«με την έξοδο από την εσωτερική σφαίρα κυκλοφορίας το χρήμα αποβάλλει τις τοπικές μορφές που αναφύονται εκεί ως μέτρο τιμών, νόμισμα, κέρμα και σήμα αξίας και επιστρέφει στην πρότερη μορφή της ράβδου πολύτιμου μετάλλου» (MEGA ΙΙ.5.: 98· MEW 23: 156).80


Είναι εμφανές ότι ο Μαρξ δεν μπορεί να φανταστεί ότι η «τοπική μορφή» του εκάστοτε σήματος αξίας (όπως σήμερα το δολάριο των ΗΠΑ) γίνεται δεκτή και στη διεθνή αγορά. Σε αυτό το σημείο το βλέμμα του Μαρξ ήταν υπερβολικά προσκολλημένο στις τότε ιστορικές περιστάσεις.

Στη λειτουργία του ως χρήμα, το χρήμα διαφέρει θεμελιωδώς από το χρήμα ως απλό μέσο κυκλοφορίας, όπως το αντιλαμβάνεται η κλασική και νεοκλασική Πολιτική Οικονομία. Ως μέσο κυκλοφορίας το χρήμα είναι απλώς ενδιάμεσο μιας διαδικασίας, ο σκοπός της οποίας δεν σχετίζεται με το χρήμα, αλλά με τα εμπορεύματα που μπορούν να αποκτηθούν με το χρήμα. Το χρήμα ως χρήμα όμως είναι η αυτόστατη μορφή αξίας έναντι των εμπορευμάτων, η οποία τώρα γίνεται η ίδια αυτοσκοπός. Και έτσι στον αποθησαυρισμό το ζητούμενο είναι να διατηρηθεί η αυτόστατη μορφή αξίας ως η «πάντοτε αξιόμαχη, απολύτως κοινωνική μορφή του πλούτου» (MEGA ΙΙ.5: 89· MEW 23: 145) έναντι του κόσμου των εμπορευμάτων. Στη λειτουργία του μέσου πληρωμής δεν υπάρχει μόνο μια χρονική αναβολή της πληρωμής, αλλά το χρήμα αλλάζει και χαρακτήρα: δεν διαμεσολαβεί πια την πράξη αγορά (που έχει ήδη συντελεστεί), αλλά την περατώνει αυτονόμως. Για τον αγοραστή που πληρώνει αργότερα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει απαραιτήτως να πουλήσει προκειμένου να πληρώσει την αγορά, χρειάζεται χρήμα «ως απόλυτη ύπαρξη της αξίας ανταλλαγής ή γενικό εμπόρευμα» (MEGA ΙΙ.5: 93, MEW 23: 150). Και, τέλος, επαναλαμβάνονται όλες οι λειτουργίες του χρήματος σε συνολικό επίπεδο στο παγκόσμιο χρήμα: «λειτουργεί ως γενικό μέσο πληρωμής, γενικό μέσο αγοράς και απολύτως κοινωνική υλική υπόσταση του πλούτου εν γένει (universal wealth)» (MEGA ΙΙ.5: 98· MEW 23: 157). Το χρήμα γίνεται απόλυτη υλική υπόσταση του πλούτου όταν πρόκειται για μεταφορά πλούτου ως πλούτου, της αυτόστατης μορφής της αξίας, την οποία ακριβώς δεν μπορούν να υποκαταστήσουν εμπορεύματα, από μία χώρα σε άλλη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το χρήμα γίνεται αυτοσκοπός της διαδικασίας: οι πωλήσεις δεν γίνονται ώστε με το χρήμα που αποκτάται να ξαναγίνει αγορά, με σκοπό εντέλει το προϊόν του καθενός να ανταλλαγεί με άλλο προϊόν· η πώληση γίνεται για την απόκτηση χρήματος ως αυτόνομης μορφής της αξίας.


Τη Μαρξική θεωρία της αξίας τη συρρίκνωσαν σε θεωρία ποσοτήτων εργασίας για την εξήγηση των σχετικών τιμών όχι μόνο οι επικριτές της αλλά και πολλοί μαρξιστές. Η διαφορά με την εργασιακή θεωρία της αξίας της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας εντοπίσθηκε προπάντων στο ότι ο Μαρξ είχε πλήρη συνείδηση του ιστορικού χαρακτήρα των εργασιακών αξιών. Σε αυτού του είδους την εργασιακή θεωρία της αξίας το χρήμα έχει το πολύ τη θέση ενός λιπαντικού της κυκλοφορίας. Το χρήμα είναι εξίσου εξωτερικό σε αυτή τη θεωρία όσο και στην κλασική και τη νεοκλασική. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις έχουμε προχρηματικές θεωρίες της αξίας: Το σύστημα των σχετικών τιμών καθορίζεται ανεξάρτητα από την ανταλλαγή και επομένως από τη σχέση με το χρήμα· το χρήμα εμφανίζεται εκ των υστέρων, προκειμένου να διαμεσολαβήσει απλώς την ανταλλαγή ήδη προσδιορισμένων αξιών.

Στον Μαρξ ωστόσο διακρίνεται μια (από πολλές απόψεις) χρηματική θεωρία της αξίας. Όπως υπογραμμίσαμε στο δεύτερο υποκεφάλαιο αυτού του κεφαλαίου, τα προϊόντα εργασίας μεμονωμένα δεν είναι ούτε εμπορεύματα ούτε αντικείμενα αξίας. Η αξιακή τους υλικότητα υπάρχει μόνο ως κοινή υλικότητα στην ανταλλαγή, και η ολόπλευρη ανταλλαγή εμπορευμάτων (αντίθετα από την ανταλλαγή μεμονωμένων προϊόντων) υπάρχει μόνο ως συσχέτιση των εμπορευμάτων με χρήμα. Αυτή η συσχέτιση με χρήμα δεν είναι μόνο τυπική: Μόνο αυτή δημιουργεί το σύστημα των σχετικών τιμών, μόνο στην ανταλλαγή φαίνεται τι είναι ο (διττά) αξιοπλαστικός «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας». Μόνο δια του συσχετισμού των εμπορευμάτων με το χρήμα μπορεί να σχηματιστεί η συνεκτική κοινωνική συνάρτηση μεταξύ των διαφόρων ιδιωτικών εργασιών.

Για χρηματική θεωρία της αξίας μπορεί να γίνει λόγος και από μια άλλη άποψη. Ενώ τα εμπορεύματα κατέχουν την αξιακή τους υλικότητα μόνο μέσα στην ανταλλαγή, το χρήμα στη λειτουργία του ως χρήμα είναι επίσης και ιδιαίτερα εκτός ανταλλαγής αντιπρόσωπος αξίας καθαυτής. Στο χρήμα η αξία χάνει τον φευγαλέο χαρακτήρα της, μπορεί να παγιωθεί και να γίνει η ίδια σκοπός της διαδικασίας, πράγμα που δεν συμβαίνει όσο το χρήμα είναι μόνο μέτρο αξίας ή μέσο κυκλοφορίας όπως στις προχρηματικές κλασικές και νεοκλασικές θεωρίες της αξίας.

Στο πλαίσιο της Μαρξικής χρηματικής θεωρίας της αξίας δεν μπορεί να γίνει λόγος για το χρήμα ως «πέπλο» που συγκαλύπτει τις πραγματικές σχέσεις ούτε για «ουδετερότητα» του χρήματος έναντι των «πραγματικών» μεγεθών της οικονομίας. Μία άμεση συνέπεια αυτής της μη-ουδετερότητας του χρήματος διαπιστώνεται στο επίπεδο της απλής κυκλοφορίας. Αντίθετα με την άμεση ανταλλαγή προϊόντων, η οποία συντελείται σε μία πράξη, η μεταμόρφωση του εμπορεύματος χωρίζεται στις δύο πράξεις Ε-Χ και Χ-Ε. Αυτός ο διαχωρισμός καθιστά δυνατή την αυτονόμηση των δύο πράξεων, μπορεί να υπάρξει πώληση χωρίς επακόλουθη αγορά· ακριβώς επειδή το χρήμα μπορεί να μην εμφανίζεται μόνο ως ενδιάμεσο, αλλά και ως σκοπός της συναλλαγής. Η συσχέτιση με χρήμα, με την οποία και μόνο μπορεί να δημιουργηθεί συνεκτική κοινωνική συνάρτηση, εμπεριέχει λοιπόν ταυτόχρονα και τον κίνδυνο να καταστραφεί αυτή η συνοχή. Η αυτονόμηση των ροπών περιέχει τη γενική δυνατότητα της κρίσης – η ενότητα των αυτονομημένων ροπών εκδηλώνεται βίαια (πρβλ. σχετικά το όγδοο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου). Η κλασική και η νεοκλασική Πολιτική Οικονομία συρρικνώνουν το χρήμα στον ρόλο ενός απλώς τεχνικού ενδιάμεσου, επουσιώδους για τα οικονομικά συμβάντα, κι έτσι παραβλέπουν εξ αφαιρέσεως τη δυνατότητα της κρίσης. Κρίσεις μπορούν υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις να εμφανιστούν μόνο ως αποτέλεσμα εξωγενών κλονισμών. Η θεωρητική «απόδειξη» της εμμενούς απουσίας κρίσεων στην οικονομία της αγοράς, απόδειξη που αξιώνουν ότι παρέχουν οι οπαδοί της γενικής θεωρίας της ισορροπίας, αποδεικνύεται ως αποτέλεσμα αστοχίας: Αντί της αγοράς, δηλαδή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, θεματοποιούν απλώς και μόνο τον αντιπραγματισμό.81



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


I. Έργα των Μαρξ και Ένγκελς


MEGA [Karl Marx, Friedrich Engels: Gesamtausgabe], εκδ. Institut für Marxismus-Leninismus beim ZK der KPdSU und vom Institut für Marxismus-Leninsmus beim ZK der SED. Μετά το 1990: Internationale Marx-Engels-Stiftung (Amsterdam), Berlin 1975 επ. [Το Τμήμα ΙΙ. της MEGA – π.χ. MEGA ΙΙ.5 – περιέχει όλα τα οικονομικά χειρόγραφα του Μαρξ, συμπεριλαμβανομένου του Κεφαλαίου. ΣτΜ].

MEW [Karl Marx, Friedrich Engels: Werke], εκδ. Institut für Marxismus- Leninismus beim ZK der SED, Berlin 1956 επ.

Karl Marx: Grundrisse der Kritik der politischen Oekonomie (Rohentwurf) 1857-58, Berlin 1953.


II. Έργα άλλων συγγραφέων

Althusser, Louis (1969): Vorwort für die Leser des I. Bandes des „Kapital“, Althusser, L. (1973), Marxismus und Ideologie, Berlin: 77-110.


Amon, Arie (1984): Marx’s theory of money: the formative years, History of Political Economy, vol. 16, no.4.


Backhaus, Hans-Georg (1969): Zur Dialektik der Wertform, A.Schmidt (Hg.), Beiträge zur marxistischen Erkenntnistheorie, Frankfurt/M: 128-152.


Backhaus, Hans-Georg (1974): Materialien zur Rekonstruktion der Marxschen Werttheorie 1, Gesellschaft. Beiträge zur Marxschen Theorie 1, Frankfurt/M: 52-77.


Backhaus, Hans-Georg (1975): Materialien zur Rekonstruktion der Marxschen Werttheorie 2, Gesellschaft. Beiträge zur Marxschen Theorie 3, Frankfurt/M: 122-159.


Backhaus, Hans-Georg (1978): Materialien zur Rekonstruktion der Marxschen Werttheorie 3, Gesellschaft. Beiträge zur Marxschen Theorie 11, Frankfurt/M: 16-117.


Backhaus, Hans-Georg (1997): Materialien zur Rekonstruktion der Marxschen Werttheorie 4, Backhaus (1997), Dialektik der Wertform. Untersuchungen zur Marxschen Ökonomiekritik, Freiburg: 229-298.

Bader, Veit-Michael, Berger, Johannes & Ganßmann, Heiner u.a. (1975): Krise und Kapitalismus bei Marx, 2 Bde, Frankfurt/M.

Bailey, Samuel (1825): A Critical Dissertation on the Nature, Measure and Causes of Value, New York 1967.

Beckenbach, Frank (1987): Zwischen Gleichgewicht und Krise, Frankfurt/M.


Becker, Werner (1972): Kritik der Marxschen Wertlehre. Die methodische Irrationalität der ökonomischen Basistheorien des Kapitals“, Hamburg.

Becker, Werner (1975): Zur Kritik der Marxschen Wertlehre und ihrer Dialektik, G. Lührs u.a. (Hg.), Kritischer Rationalismus und Sozialdemokratie, Berlin: 201-211.

Behrens, Diethard (1993): Der kritische Gehalt der Marxschen Wertformanalyse, in: Behrens, D. (Hg.), Gesellschaft und Erkenntnis. Zur materialistischen Erkenntnis- und Ökonomiekritik, Freiburg: 165-190.

Böhm-Bawerk, Eugen v. (1896): Zum Abschluß des Marxschen Systems, in: F. Eberle (Hg.), Aspekte des Marxschen Systems 1. Zur methodischen Bedeutung des 3.Bandes des „Kapital“. Frankfurt/M 1973: 25-129.

Bowles, Samuel & Gintis, Herbert (1981): Structure and Practice in the Labor Theory of Value, Review of Radical Political Economics, vol 12, no.4: l-26.


Brentel, Helmut (1988): Soziale Form und ökonomische Kategorie. Zur Aktualität der Marxschen Kritik, Studientexte zur Sozialwissenschaft 6, hg. am FB Gesellschaftswissenschaften der J.W.Goethe Universität Frankfurt/M.


Brentel, Helmut (1989): Soziale Form und ökonomisches Objekt. Studien zum Gegenstands- und Methodenverständnis der Kritik der politischen Ökonomie, Opladen.


Bruhn, Hermann, Wolfing, Dirk & Koch, Bemd (1974): Das Geld im Imperialismus, Probleme des Klassenkampfs 11/12: 149-210.


Brunhoff, Suzanne de (1976): Marx on Money, New York.


Carling, Alan (1984): Observations on the Labour Theory of Value, Science & Society, vol. 48, no. 4: 407-418.


Castoriadis, Cornelius (1975): Wert, Gleichheit, Gerechtigkeit, Politik. Von Marx zu Aristoteles und von Aristoteles zu uns, in: Castoriadis, C., Durchs Labyrinth. Seele, Vernunft, Gesellschaft, Frankfurt 1981: 221-276.

Cutler, Anthony, Hindess, Barry, Hirst, Paul & Hussain, Athar (1977/78): Marx’s “Capital and Capitalism Today, 2 vols., London.
 


DeVroey, Michel (1981): Value, Production and Exchange, in: Steedman (ed.). The Value Controversy, London: 173-201.


DeVroey, Michel (1982): On the Obsolescence of the Marxian Theory of Value: A Critical Review, Capital & Class 17: 34-59.


Dobb, Maurice (1973): Wert- und Verteilungstheorien seit Adam Smith, Frankfurt/M 1977.


Eldred, Michael & Hanlon, Marnie (1981): Reconstructing Value-Form Analysis, Capital & Class 13: 24-60.


Elson, Diane (1979): The Value Theory of Labour, in: D. Elson (ed.), Value. The Representation of Labour in Capitalism, London: l 15-180.


Endemann, Wolfgang (1974): Einleitung, in: Karl Marx, Mathematische Manuskripte, Kronberg Taunus: 15-49.


Erckenbrecht, Ulrich (1976): Das Geheimnis des Fetischismus. Grandmotive der Marxschen Erkenntniskritik, Frankfurt/M.
 


Fischer, Anton M. (1978): Der reale Schein und die Theorie des Kapitals bei Karl Marx, Zürich.

Fisher, Irving (1911): The Purchasing Power of Money, New York, 1963.


Friedemann, Erich (1983): Zu einigen Problemen der Geldware Gold im gegenwärtigen Kapitalismus, Wirtschaftswissenschaft 4: 559-573.


Friedman, Milton (1956): Die Quantitätstheorie des Geldes: eine Neuformulierung, in: Friedman, M., Die optimale Geldmenge und andere Essays, Frankfurt 1976: 77-99.


Fritsch, Bruno (1954): Die Geld- und Kredittheorie von Karl Marx. Eine Darstellung und kritische Würdigung, Zürich.


Ganßmann, Heiner (1983): On Money and Value, unv. Manuskript, Berlin.


Ganßmann, Heiner (1988): The Structure of a Marxian Theory of Money, unv. Manuskript, Berlin.


Ganßmann, Heiner (1996): Geld und Arbeit. Wirtschaftssoziologische Grundlagen einer Theorie der modernen Gesellschaft, Frankfurt/Main.


Gerstein, Ira (1976): Production, Circulation and Value, Economy & Society, vol. 5: 243-290.

Göhler, Gerhard (1980): Die Reduktion der Dialektik durch Marx. Strukturveränderungen der dialektischen Entwicklung in der Kritik der politischen Ökonomie, Stuttgart.


Haug, Wolfgang Fritz (1976): Vorlesungen zur Einführung ins „Kapital“, Köln.


Hecker, Rolf (1979): Einige Probleme der Wertformanalyse in der Erstausgabe des „Kapitals" von Karl Marx, Arbeitsblätter zur Marx-Engels-Forschung 8: 76-94.


Heine, Michael & Herr, Hansjörg (1992): Der esoterische und der exoterische Charakter der Marxschen Geldtheorie - eine Kritik, in: Schikora, Andreas u.a. (Hrsg.), Politische Ökonomie im Wandel. Festschrift für Klaus Peter Kisker, Marburg: 195-210.


Herr, Hansjörg (1986): Geld - Störfaktor oder Systemmerkmal? PROKLA 63: 108-131.

Hilferding, Rudolf (1910): Das Finanzkapital, Frankfurt/M 1968.


Hilferding, Rudolf (1911/12): Geld und Ware, Neue Zeit, 30.Jg„ Bd. I: 773-782.


Himmelweit, Susan & Mohun, Simon (1978): The Anomalies of Capital, Capital & Class 6: 67-105.


Himmelweit, Susan & Mohun, Simon (1981): Real Abstractions and Anomalous Assumptions, in: I. Steedman (ed.), The Value Controversy, London: 224-265.


Holzkamp, Klaus (1974): Die historische Methode des wissenschaftlichen Sozialismus und ihre Verkennung durch J. Bischoff, Das Argument 84: 1-75.


Itoh, Makoto (1976): A Study of Marx's Theory of Value, in: Itoh, Value and Crisis, London 1980: 47-79.


Kautsky, Karl (1911/12): Gold, Papier und Ware, Neue Zeit, 30.Jg., Bd. I: 837-847, 886-893.


Keynes, John Maynard (1930): Vom Gelde, Berlin 1983.


Keynes, John Maynard (1936): Allgemeine Theorie der Beschäftigung, des Zinses und des Geldes, Berlin 1983.


Knapp, Georg Friedrich (1905): Staatliche Theorie des Geldes. Dritte Auflage, durchgesehen und vermehrt, München und Leipzig 1921.


Koch, Bernd (1974): Weltgeld und Wertgesetz, Mehrwert 7: 1-169.


Kolloch, K. (1980): Zur Rolle des Goldes als Geldware und zu seiner Bedeutung in den internationalen Währungsbeziehungen des Kapitalismus und des Sozialismus, Wirtschaftswissenschaft 8: 920-928.

Krause, Ulrich (1979): Geld und abstrakte Arbeit, Frankfurt/M.


Levine, David P. (1978): Economic Theory. Volume 1: The elementary relations of economic life, London.

Levine, David P. (1983): Two Options for the Theory of Money, Social Concept, vol. 1, no. l: 20-29.


Levine, David P. (1985): What can we do with Money? Cahiers d'Economie Politique, no 10/11: l 15-130.

Lietz, Barbara (1987): Die „Ergänzungen und Veränderungen“ zum ersten Band des ‘Kapitals’ (Dezember 1871 - Januar 1872) von Karl Marx, Marxistische Studien. Jahrbuch des IMSF 12, Frankfurt/M: 214-219.

Lipietz, Alain (1982a): Credit Money. A Condition Permitting Inflationary Crisis, Review of Radical Political Economics, vol. 14, no.2: 49-57.

Mandel, Ernest (1968b): Entstehung und Entwicklung der ökonomischen Lehre von Karl Marx (1843-1863), Frankfurt/M.


Mandel, Ernest (1972): Der Spätkapitalismus. Versuch einer marxistischen Erklärung, Frankfurt/M.


Masaki, Hachiro (1986): Marxsche Wertformtheorie als notwendige Kombination zweier Methoden, Economic Review, No. 21 (Osaka City University): 19-41.

Medio, Alfredo (1973): Profit und Mehrwert: Schein und Wirklichkeit in der kapitalistischen Produktion, in: F. Eberle (Hg.), Aspekte der Marxschen Theorie 1. Zur methodischen Bedeutung des 3.Bandes des „Kapital“, Frankfurt/M: 277-299.


Meek, Ronald L. (1956): Studies in the Labour Theory of Value, Second Edition, London 1975.


Petry, Franz (1916): Der soziale Gehalt der Marxschen Werttheorie, Jena.


Pollock, Friedrich (1928): Zur Marxschen Geldtheorie, Archiv für die Geschichte des Sozialismus und der Arbeiterbewegung 13: 193-209.

Projektgruppe Entwicklung des Marxschen Systems (1973): Das Kapitel vom Geld. Interpretation der verschiedenen Entwürfe, Westberlin.

Projektgruppe zur Kritik der Politischen Ökonomie (1973): Zur Logik des Kapitals. 2.neu bearbeitete Ausgabe, Westberlin, 


Reichelt, Helmut (1970): Zur logischen Struktur des Kapitalbegriffs bei Karl Marx, Frankfurt/M.


Reichelt, Helmut (1975): Zur Entwicklung wesentlicher Kategorien der politischen Ökonomie bei Adam Smith und David Ricardo, in: Buhr u.a., Theoretische Quellen des wissenschaftlichen Sozialismus, Frankfurt/M: 31-57.


Reuten, Geert (1988): The money expression of value and the credit system: a value-form theoretic outline, Capital & Class 35, Summer: 121-141.


Ruben, Peter (1977): Über Methodologie und Weltanschauung der Kapitallogik, Sopo 42: 40-64.


Rubin, Isaak I. (1924): Studien zur Marxschen Werttheorie, Frankfurt/M 1973.


Schräder, Fred (1980): Restauration und Revolution. Die Vorarbeiten zum „Kapital" von Karl Marx in seinen Studienheften 1850-1858, Hildesheim.


Schwarz, Winfried (1987): Die Geldform in der 1. und 2. Auflage des „Kapital", Marxistische Studien. Jahrbuch des IMSF 12, Frankfurt/M: 200-213.


Sohn-Rethel, Alfred (1961): Warenform und Denkform, Frankfurt/M. 1978.


Sohn-Rethel, Alfred (1970): Geistige und körperliche Arbeit, Frankfurt/M.


Sozialistische Studiengruppen (Sost) (1979): Gold, Preise, Inflation, Hamburg.


Stanger, Michael (1988): Krisentendenzen der Kapitalakkumulation. Theoretische Kontroversen und empirische Befunde, Berlin.
 


Sweezy, Paul M. (1942): Theorie der kapitalistischen Entwicklung. Eine analytische Studie ü ber die Prinzipien der Marxschen Sozialökonomie, Frankfurt/M 1970.


Wagner, Hans & Mondelaers, Rudi (1989): Zur Entwicklung von Kredit und Kreditgeld, in: Das Geld im gegenwärtigen Kapitalismus, Berlin (DDR) 1989: 157-190.

Wassina, Ljudmilla (1983): Die Ausarbeitung der Geldtheorie durch Karl Marx in den Londoner Heften (1850-1853), Marx-Engels-Jahrbuch 6, Berlin (DDR): 148-172.


Wicksell, Knut (1893): Über Wert, Kapital und Rente, Aalen 1969.


Wolf, Dieter (1985): Ware und Geld, Hamburg.


Zeleny, Jindrich (1962): Die Wissenschaftslogik bei Marx und „Das Kapital , Berlin (DDR)

1968.


1 Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το 6ο κεφάλαιο του βιβλίου του συγγραφέα: Die Wissenschaft vom Wert. Die Marxsche Kritik der politischen Ökonomie zwischen wissenschaftlicher Revolution und klassischer Tradition, 2. überarbeitete und erweiterte Neuauflage, Westfälisches Dampfboot, Münster 1999.

2 H Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του Μαρξ μετατράπηκε έτσι σε Πολιτική Οικονομία του καπιταλισμού, στην οποία προστέθηκε, με αφετηρία ορισμένες διατυπώσεις του Μαρξ και του Ένγκελς, μια Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού.

3 O Μπεμ-Μπάβερκ κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε συνείδηση του ότι επαναλάμβανε ένα επιχείρημα που το είχε χρησιμοποιήσει ήδη προ εβδομηκονταπενταετίας ο Έγελος, τον οποίο ο ίδιος τόσο είχε κακολογήσει. Στη Φιλοσοφία του δικαίου ο Έγελος γράφει ότι κάθε πράγμα δεν ικανοποιεί μόνο μια ορισμένη ανάγκη, αλλά «ταυτοχρόνως ανάγκη εν γένει» και είναι ως προς τούτο συγκρίσιμο με άλλα πράγματα. Αυτή η «γενικότητα», λέει ο Έγελος, «είναι η αξία του πράγματος, στην οποία βρίσκεται η αληθινή του ουσιαστικότητα και γίνεται αντικείμενο της συνείδησης» (Hegel 1821: 135 - 136).

4 Τη νεορικαρδιανή κριτική, η οποία αναφορικά προς το πρόβλημα του μετασχηματισμού ισχυρίζεται ότι η Mαρξική θεωρία της αξίας είναι redundant (περιττή), θα τη συζητήσω στο επόμενο κεφάλαιο.

5 Αυτή τη διατύπωση τη βρίσκουμε για πρώτη φορά στην τρίτη έκδοση του 1ου τόμου του κεφαλαίου, την οποία επιμελήθηκε ο Ένγκελς. Σε επιστολή του προς τον Kάουτσκυ ο Ένγκελς έγραφε για αυτήν και για άλλες αλλαγές: «Οι νέες διατυπώσεις για την ανταλλακτική αξία και την αξία στην 3η έκδοση του Κεφαλαίου προέρχονται από χειρόγραφες προσθήκες του Μαρξ…» (MEW 38: 241). Εδώ όμως πρόκειται για διατύπωση του ίδιου του Ένγκελς, διότι στις χειρόγραφες προσθήκες του Μαρξ, όπως προκύπτει από τον κατάλογο των αποκλινουσών διατυπώσεων στη MEGA, δεν γίνεται λόγος για «ισομεγέθεις ανταλλακτικές αξίες» (πρβλ. MEGA ΙΙ.8: 859). Βέβαια, αυτή η διατύπωση δείχνει να εκφράζει απολύτως αυτό που εννοούσε ο Μαρξ.

6 Σχέση ισοδυναμίας είναι μια σχέση R επί ενός συνόλου M, η οποία είναι ανακλαστική, συμμετρική και μεταβατική. Δηλαδή, για κάθε στοιχείο x του συνόλου Μ ισχύει: (1) xRx (ανακλαστικότητα), (2) από το xRy έπεται yRx (συμμετρία) και (3) από το xRy και το yRz έπεται xRz (μεταβατικότητα).

7 «O πλούτος των κοινωνιών στις οποίες επικρατεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται σαν ένας “τεράστιος σωρός εμπορευμάτων”, και το ξεχωριστό εμπόρευμα σαν η στοιχειώδης μορφή του. Ως εκ τούτου η έρευνά μας ξεκινά με την ανάλυση του εμπορεύματος» (MEGA ΙΙ.5: 17· MEW 23: 49). Και στην επόμενη σελίδα ο Μαρξ επιμένει: «Στην κοινωνική μορφή που παρατηρούμε…» (MEGA ΙΙ.5: 18· MEW 23: 50).

8 Περί αυτού ήταν βέβαιος και ο Μαρξ. Ήδη στα Grundrisse παρατηρούσε ότι μέσω του χρήματος «συμβαίνει ό, τι δεν μπορούσε να συμβεί άμεσα, ότι η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος εκφράζεται σε κάθε άλλο εμπόρευμα. Εάν 1 πήχης λινό κοστίζει 2 σελίνια και 1 λίβρα ζάχαρη 1 σελίνι, τότε ο πήχης λινό πραγματοποιείται μέσω των 2 σελινιών σε 2 λίβρες ζάχαρη…» (MEGA ΙΙ.1.1: 139· Gr.: 125)

9 Στο Urtext (το αρχικό κείμενο του Zur Kritik … [Για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας], 1958. ΣτΜ)o Μαρξ παρατηρεί για την ανταλλακτική αξία: «Στις αστικές κοινωνίες όμως πρέπει να την αντιληφθούμε ως την κυρίαρχη μορφή, κατά τρόπο ώστε να έχει εξαφανιστεί κάθε άμεση σχέση των παραγωγών με τα προϊόντα τους ως αξιών χρήσης· όλα τα προϊόντα ως προϊόντα εμπορίου» (MEGA ΙΙ.2: 52· Gr.: 907).

10 Κάθε σχέση ισοδυναμίας ορίζει αναφορικά με το εξεταζόμενο σύνολο μια ταξινόμηση σε κλάσεις: Βρίσκονται στην ίδια κλάση τα στοιχεία, τα οποία μεταξύ τους βρίσκονται στη δεδομένη σχέση, στην περίπτωσή μας όλες οι ποσότητες εμπορευμάτων, που αποτελούν η μια για την άλλη ανταλλακτική αξία. Οι κλάσεις μπορούν επίσης να γίνουν αντιληπτές ως στοιχεία ενός συνόλου. Ως σύνολο-πηλίκο θεωρούμε το σύνολο αυτών των κλάσεων. Ο Krause (1977, 1979), ο οποίος αρνείται την ύπαρξη κάθε έννοιας ουσίας της αξίας και αντιλαμβάνεται την αξία μόνο στο πλαίσιο σχέσεων ισοδυναμίας, δεν αντιλήφθηκε προφανώς ότι το Μαρξικό ερώτημα σχετικά με την ουσία της αξίας δεν είναι τίποτα άλλο από το ερώτημα σχετικά με την οικονομική πραγματικότητα αυτού του συνόλου-πηλίκου της σχέσης ισοδυναμίας. Η αναγωγή από τον Krause της αξιακής θεωρίας σε μια διδαχή περί αναλογιών, τον οδηγεί σε μια φορμαλιστική αντίληψη του χρήματος, με αποτέλεσμα να ορίζει με καθαρά τυπικό τρόπο τα οικονομικά συστήματα, στα οποία κάθε εμπόρευμα αποτελεί χρηματικό εμπόρευμα.

11 Έπειτα από τα προηγούμενα είναι σαφές ότι αυτή δεν είναι τυχαία εξίσωση ανταλλαγής, αλλά «χαρακτηριστική», δηλαδή μια εξίσωση που προκύπτει βάσει της σχέσης ισοδυναμίας.

12 Επομένως είναι επίσης σαφές ότι ο Μαρξ στα εμπορεύματα περιλαμβάνει αρχικά μόνο προϊόντα εργασίας και ότι τότε όμως η εμπορευματική μορφή μη προϊόντων εργασίας όπως λ.χ. όπως η γη στην οποία δεν έχουν γίνει οποιεσδήποτε βελτιωτικές εργασίες παραμένει αναπάντητο πρόβλημα. – Τη Μαρξική ερωτηματοθεσία δεν την παραγνωρίζουν μόνο επικριτές αλλά πολλές φορές και μαρξιστές. H Projektgruppe zur Kritik der Politischen Ökonomie (1973: 65) λ.χ. θεωρεί ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας έχει αναπτυχθεί μόνο με «αναστοχασμό πάνω στην εμπειρική διαδικασία συγκρότησης των εμπορευμάτων», και δεν είναι αναγκαία για την καθαρή ανάπτυξη των μορφών της αξίας και του κεφαλαίου. Παρόμοια με τους επικριτές που προαναφέραμε, η Projektgruppe θεωρεί ότι η Μαρξική θεωρία της αξίας είναι αποτέλεσμα εμπειρικής παρατήρησης.

13 «Ως αξίες τα εμπορεύματα είναι κοινωνικά μεγέθη, επομένως κάτι τελείως διαφορετικό από τις «properties» που έχουν as «things». Ως values παριστάνουν μόνο σχέσεις των ανθρώπων στην productive activity. Πράγματι, value «implies exchanges», «exchanges», όμως, ως exchanges of things between men· exchanges οι οποίες δεν αφορούν καθόλου τα πράγματα καθεαυτά» (MEGA ΙΙ.3.4: 1317· MEW 26.3: 127).

14 Αυτό γίνεται εμφανές και από μια επιστολή προς τον Kugelmann στις 11 Iουλίου 1868, όπου ο Μαρξ ασχολείται με τη μομφή ότι δεν έχει αποδείξει την εργασιακή θεωρία του της αξίας: «H φλυαρία για την ανάγκη να αποδείξω την έννοια της αξίας βασίζεται σε πλήρη άγνοια τόσο για το θέμα αυτό όσο και για τη μέθοδο της επιστήμης. Κάθε παιδί ξέρει ότι όποιος λαός, δεν λέω καν για ένα χρόνο, για λίγες εβδομάδες σταματούσε να εργάζεται, θα πέθαινε. Επίσης κάθε παιδί ξέρει ότι οι μάζες προϊόντων που αντιστοιχούν στις διάφορες ανάγκες απαιτούν διαφορετικές και ποσοτικά ορισμένες μάζες της συνολικής κοινωνικής εργασίας. Είναι self-evident ότι αυτή η αναγκαιότητα της κατανομής της κοινωνικής εργασίας σε ορισμένες αναλογίες δεν αναιρείται με την ορισμένη μορφή της κοινωνικής παραγωγής, αλλά μπορεί μόνο να αλλάξει μορφή εκδήλωσης. Φυσικοί νόμοι δεν αίρονται. Αυτό που μπορεί να αλλάξει σε ιστορικά διαφορετικές καταστάσεις είναι η μορφή με την οποία αυτοί οι νόμοι επιβάλλονται. Και σε μια κατάσταση της κοινωνίας όπου η συνάρτηση της κοινωνικής εργασίας εκδηλώνεται ως ιδιωτική ανταλλαγή των ατομικών προϊόντων της εργασίας, η μορφή με την οποία επιβάλλεται αυτή η αναλογική κατανομή της εργασίας είναι ακριβώς η ανταλλακτική αξία αυτών των προϊόντων» (MEW 32: 552-553).

15 Οι Bowles και Gintis (1981) επιδιώκουν να υπερβούν τη διχοτομία της ενότητας «δομής» και «πράξης» στο μαρξιστικό θεωρητικό σύστημα, αλλά ανάγουν τη δομή σε μεγάλο βαθμό στην πράξη. Επειδή εννοούν τη Μαρξική εργασιακή θεωρία της αξίας ως απλή ποσοτική θεωρία της εργασίας (και ως τέτοια θεωρία την επικρίνουν δικαίως), παραβλέπουν εξ αρχής τη σύνδεση της «δομής» με την «πράξη», την οποία εμπεριέχει το Μαρξικό ερώτημα σχετικά με τον ιδιαίτερο προσδιορισμό της μορφής της κοινωνικής εργασίας στον καπιταλισμό.

16 Σχετικά με το Για την Κριτική..., ο Μαρξ γράφει (στο Κεφάλαιο, ΣτΜ): «Όσον αφορά, τώρα, την ανάλυση της υπόστασης της αξίας και του αξιακού μεγέθους, την εκλαΐκευσα όσο ήταν δυνατόν» (MEGA ΙΙ.5: 11· MEW 23: 11).

17 O Petry (1916), ο οποίος δεν έχει σχέση με τον μαρξισμό, προσπαθεί να ορίσει την «εκ των προτέρων» διαφορά της Μαρξικής θεωρίας της αξίας από άλλες θεωρίες της αξίας και την βρίσκει στον «κοινωνικό τρόπο θεώρησης» και τον διαφορετικό γνωστικό σκοπό. Ως εκ τούτου εμφανίζεται στον Petry, σε αντίθεση με τους περισσότερους επικριτές του Μαρξ, ένα ίχνος υποψίας για την γνωσιοθεωρητική ρήξη του Μαρξ με το πεδίο της κλασικής όσο και της μαργκιναλιστικής Οικονομικής. Βέβαια, ο Petry αντιλαμβάνεται αυτή την τομή μόνο ως διαφορά μεταξύ «ερμηνεύουσας επιστήμης της φύσης» και «κατανοούσας ανθρωπιστικής επιστήμης», δηλαδή στο πλαίσιο του νεοκαντιανισμού στην παράδοση του Rickert. – O Becker (1975: 202 κ.ε.) αναγνωρίζει μεν ότι ο Μαρξ δεν ξεκινά από μια τέτοιου είδους εμπειριστική τοποθέτηση του προβλήματος. Επειδή όμως δεν μπορεί να φανταστεί την εργασιακή θεωρία της αξίας παρά μόνο ως (εμπειρικά ελέγξιμη) θεωρία του κόστους, αντιλαμβάνεται τη Μαρξική παρουσίαση ως δογματική τοποθέτηση, απορρίπτοντας ως εκ τούτου συνολικά τη Μαρξική θεωρία της αξίας.

18 «H αξία χρήσης με αυτή την αδιαφορία απέναντι στον οικονομικό προσδιορισμό της μορφής, δηλαδή της αξίας χρήσης ως αξίας χρήσης, βρίσκεται πέραν του κύκλου των θεωρήσεων της Πολιτικής Οικονομίας. Σε αυτόν τον κύκλο βρίσκεται μόνο ως προσδιορισμός της μορφής» (MEGA ΙΙ.2: 108· MEW 13: 16).

19 Δικαίως ο Bentel (1988, 1989) τόνιζε ότι ο Μαρξ είναι ο πρώτος που ανακάλυψε την ιδιαίτερη οικονομική αντικειμενικότητα εν γένει.

20 Αντιθέτως ο Μαρξ διαπιστώνει ήδη το 1857, στην αρχή της Einleitung (της Εισαγωγής στα Grundrisse), προγραμματικά: «Το προκείμενο αντικείμενο αρχικά η υλική παραγωγή. Άτομα που παράγουν εν κοινωνία – εξ ου κοινωνικά προσδιορισμένη παραγωγή των ατόμων είναι φυσικά το σημείο εκκίνησης. O μοναχικός κυνηγός και ψαράς, με τους οποίους αρχίζουν ο Σμιθ και ο Pικάρντο, ανήκουν στις ρηχές φαντασιώσεις του 18ου αιώνα» (MEGA ΙΙ.1.1: 21· GR: 5).

21 O Σμιθ έβαζε τους κυνηγούς και τους ψαράδες να ανταλλάσσουν άμεσα μόλις συναντιόνταν. Την ίδια την ανταλλαγή την εξηγούσε ως «ροπή» της φύσης του ανθρώπου να ανταλλάσσει. Στα σύγχρονα διδακτικά βιβλία της οικονομικής θεωρίας η ανταλλαγή θεωρείται συχνά αναγκαία επίπτωση της κατανομής της εργασίας, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι η εσωτερική ζωή ενός εργοστασίου δείχνει ότι η παραγωγή με καταμερισμό εργασίας δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με την ανταλλαγή.

22 Η θεωρητική σύλληψη του «φετιχισμού» δεν είναι επιβλαβές εγελιανό κατάλοιπο, όπως νόμιζε ο Althusser (1969: 103). O φετιχισμός δεν περιορίζεται σε φετιχισμό του εμπορεύματος και του χρήματος, περιλαμβάνει το σύνολο των αστικών σχέσεων παραγωγής. Για τις διάφορες μορφές φετίχ, βλ. Fischer (1978) καθώς και το τελευταίο υποκεφάλαιο του επόμενου κεφαλαίου. Σε ευρύτερο συγκείμενο ο Erckenbrecht (1976) πραγματεύεται τη Μαρξική έννοια του φετιχισμού.

23 Παρομοίως εκφραζόταν ο Μαρξ και παλαιότερα: «Οι ίδιες (ανεξάρτητες από το mind, παρότι επιδρούν επ’ αυτού) συνθήκες, οι οποίες αναγκάζουν τους παραγωγούς να πωλούν τα προϊόντα τους ως εμπορεύματα – συνθήκες οι οποίες διαφοροποιούν τη μια μορφή της κοινωνικής παραγωγής από την άλλη – δίνουν στους παραγωγούς (και για το mind τους) μία αξία ανταλλαγής ανεξάρτητη από την αξία χρήσης. Το «mind» τους, η συνείδησή τους μπορεί να μην ξέρει καθόλου, μπορεί να μην έχει ιδέα, τι ορίζει την αξία των εμπορευμάτων τους ή των προϊόντων τους ως αξιών. Είναι τοποθετημένοι σε σχέσεις, οι οποίες ορίζουν το mind τους, χωρίς να το γνωρίζουν οπωσδήποτε. O καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει το χρήμα ως χρήμα χωρίς να ξέρει τι είναι χρήμα» (MEGA ΙΙ.3.4: 1346· MEW 26.3 [Θεωρίες για την Υπεραξία τ. 3, ΣτΜ]: 163).

24 Επιγραμματικά δηλώνει ο Μαρξ στο Urtext: «Εάν εξετάζουμε την κοινωνική σχέση των ατόμων στο εσωτερικό της οικονομικής τους διαδικασίας, χρειάζεται οπωσδήποτε να περιορισθούμε στους μορφικούς προσδιορισμούς αυτής της διαδικασίας» (MEGA ΙΙ.2: 59· Gr.: 914).

25 O Alfred Sohn-Rethel εισήγαγε γι’ αυτό το είδος της αφαίρεσης τον όρο «Realabstraktion» (πραγματική αφαίρεση) και προσπάθησε να εμφανίσει τις πραγματικές αφαιρέσεις που λαμβάνουν χώρα κατά την ανταλλαγή ως κοινωνική βάση για τη δημιουργία των αφηρημένων τρόπων σκέψης στα μαθηματικά και στη μηχανική (Sohn-Rethel 1961, 1970). Ακόμη και αν αυτή η πρόταση προκαλεί κάποιο σκεπτικισμό, η έννοια «πραγματική αφαίρεση» δηλώνει την προαναφερθείσα διαφορά με την απλώς νομιναλιστική αφαίρεση των γενικών εννοιών (αυτό εννοούμε συνήθως με τον όρο αφαίρεση) και είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση της Μαρξικής ανάλυσης του εμπορεύματος και της ανταλλαγής. Τέτοιου είδους «πραγματικές αφαιρέσεις» συγκροτούν σε μεγάλο βαθμό τον «πραγματικώς γενικό» χαρακτήρα των Μαρξικών κατηγοριών, για τον οποίο έγινε λόγος στο προηγούμενο κεφάλαιο. Στην περίπτωση της αφηρημένης εργασίας, όπως και της αξίας κ.λπ., δεν πρόκειται για γενικές έννοιες σχηματισμένες νομιναλιστικά, οι οποίες βασίζονται σε συνειδητές πράξεις αφαίρεσης των ανταλλασσόντων. Αυτού του είδους την αντίληψη μου επιρρίπτουν οι Backhaus/Reichelt (1995: 73, 89, 90, 91) και την επικρίνουν δικαίως. Ταυτοχρόνως με επαινούν διότι «θεωρώ πως οι πράξεις αφαίρεσης των συμμετεχόντων υποκειμένων έχουν συστατική λειτουργία» (στο ίδιο: 90). Δεν κάνω τίποτε από τα δύο και άρα αποκρούω την κριτική και τον έπαινο. Σε άλλα σημεία τα οποία συζητούν οι Backhaus/Reichelt θα αναφερθώ παρακάτω.

26 Σε αμφισημίες της Μαρξικής θεωρίας της αξίας έχουν ήδη αναφερθεί τελείως γενικά οι DeVroey (1982) και Stanger (1988: 81-82). O DeVroey διακρίνει μεταξύ μιας τεχνολογικής θεωρίας «labour embodied» και μιας κοινωνικής θεωρίας «abstract labour», χωρίς ωστόσο να εξετάσει αν αυτές οι διαφορετικές θεωρήσεις μπορούν πράγματι να στοιχειοθετηθούν με βάση το κείμενο του Μαρξ. O Stanger, αντίθετα, διακρίνει «ελλείψεις του Μαρξικού τρόπου παρουσίασης», προπάντων μια «ουσιολογική επιχειρηματολογία» στα δύο πρώτα υποκεφάλαια του πρώτου κεφαλαίου, την οποία όμως δεν παρακολουθεί στο υπόλοιπο κείμενο του Μαρξ. Μια εξαιρετικά διαφοροποιημένη συζήτηση της Μαρξικής θεωρίας της αξίας είχε παρουσιάσει ήδη ο Rubin (1924). Διαπίστωσε μια σειρά αμφισημίες και ασάφειες της Μαρξικής θεωρίας της αξίας και προσπάθησε κατόπιν – μερικές φορές αρκετά βεβιασμένα – να τις εναρμονίσει μεταξύ τους θεωρώντας ότι η καθεμιά εστιάζεται σε διαφορετικό ζήτημα.

27 Πρόκειται για κληρονομιά των Grundrisse, όπου ο Μαρξ χρησιμοποιεί μεν την έννοια της αφηρημένης εργασίας ή αφηρημένης ενασχόλησης, χωρίς όμως να έχει ακόμη αναπτύξει ρητά τον διπλό χαρακτήρα της εργασίας. Στα Grundrisse η αφηρημένη εργασία ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με μηχανική, κενή περιεχομένου εργασία, όπως π.χ. όταν αναφέρει ότι, σε αντίθεση με την εργασία των τεχνιτών, η εργασία που καταβάλλεται στο κεφάλαιο «χάνει κάθε χαρακτήρα της τέχνης… γίνεται όλο και περισσότερο καθαρά αφηρημένη ενασχόληση, καθαρά μηχανική, ως εκ τούτου ενασχόληση αδιάφορη ως προς την ιδιαίτερη μορφή της» (MEGA ΙΙ.1.: 216· Gr 204).

28 Αυτή η διευκρίνιση οφείλεται στην επανεξέταση της ανάλυσης της μορφής της αξίας στο χειρόγραφο Ergänzungen… Σε μια παρέκβαση ο Μαρξ εξέτασε τις προϋποθέσεις της παρουσίασης της μορφής της αξίας και άλλαξε κατόπιν την αρχή του πρώτου κεφαλαίου: Δεν όριζε πια ως ουσία της αξίας την εργασία εν γένει, αλλά την αφηρημένη εργασία και το πρόβλημα της αναγωγής δεν το εξέτασε σε αυτό το σημείο, αλλά στο δεύτερο υποκεφάλαιο ως ιδιαίτερο πρόβλημα (για το χειρόγραφο Ergänzungen… πρβλ. και Lietz 1987).

29 Αυτή η ρητή αναφορά στη φυσιολογία δεν υπάρχει στην πρώτη έκδοση. Βέβαια τόσο εκεί όσο και στο Για την Κριτική ... και σε συνάρτηση με την ταύτιση της αφηρημένης εργασίας με απλή εργασία γίνεται επίσης λόγος για «δαπάνη ανθρώπινων μυών, νεύρων, εγκεφάλου» (MEGA ΙΙ.2: 110· MEW 13: 18).

30 Πολλοί μαρξιστές έχουν επίσης εγκλωβιστεί σε αυτό τον νατουραλισμό. Χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο Haug ότι η ανάλυση της ανταλλακτικής αξίας οδηγεί σε ένα επίπεδο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «φυσική βάση» και προσθέτει: «Τόσο η “συγκεκριμένα-χρήσιμη” όσο και η “αφηρημένα-ανθρώπινη” εργασία ανάγονται τελικώς σε φυσικές διαδικασίες […]» (Haug 1976: 121).

31 Σε μια εξαιρετική ανάλυση των Exzerpthefte του Μαρξ (ανέκδοτων τετραδίων σημειώσεων του Μαρξ, όπου σχολιάζει αποσπάσματα από έργα άλλων συγγραφέων, ΣτΜ), ο Schrader μπόρεσε να δείξει ότι είναι σχεδόν βέβαιο πως ο Μαρξ έκανε αυτή την ανακάλυψη μόλις το 1858 κατά την αντιγραφή αποσπασμάτων του Franklin και ότι αυτή η ανακάλυψη τον οδήγησε σε διαφορετική σχεδίαση του Για την Κριτική ...: αντί να αρχίσει με το κεφάλαιο αξία και να συνεχίσει με τη μετάβαση από την αξία στο χρήμα, ο Μαρξ αρχίζει τώρα με την ανάλυση του εμπορεύματος (Schrader 1980: 194 κ.ε.).

32 Πόσο γρήγορα ο Μαρξ, προσπαθώντας να εκλαϊκεύσει, μπορεί να διολισθήσει στο πεδίο της κλασικής θεωρίας το δείχνει η υποσημείωση 16 που προστέθηκε στη δεύτερη έκδοση (ΙMEGA Ι.6: 80· MEW 23: 61). Εκεί ο Μαρξ παραθέτει επιδοκιμαστικά έναν συγγραφέα του 18ου αιώνα, ο οποίος είχε δηλώσει ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσει ένας άνθρωπος την αξία ενός εμπορεύματος είναι με το χρόνο της εργασίας που του έχει κοστίσει. Αυτό είναι ακριβώς η επιχειρηματολογία που αναφέρεται στον ορθολογισμό του ιδιοκτήτη εμπορευμάτων, την οποία ο Μαρξ είχε αντικρούσει τόσο στο εδάφιο για το φετιχισμό όσο και στο Για την Κριτική ...

33 «Στην κοινωνική συνάρτηση στην οποία οι εκάστοτε εργασίες θεωρούνται ποιοτικώς μέλη της συνολικής εργασίας και ποσοτικώς ίσα μέρη του συνολικού χρόνου εργασίας, συγκρίνονται η μία με την άλλη επίσης ως αφηρημένα ανθρώπινη εργασία και έτσι εξομοιώνονται» (Wolf 1985: 50). Η πρόταση την οποία ο Wolf παραθέτει συχνά για να στοιχειοθετήσει ότι αυτή είναι και η άποψη του Μαρξ, είναι από την πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου: «Σε κάθε κοινωνική μορφή εργασίας οι εργασίες των διαφόρων ατόμων συγκρίνονται η μία με την άλλη ως ανθρώπινες εργασίες, εδώ όμως (στην εμπορευματοπαραγωγή, M. H.) αυτή η σχέση ισχύει η ίδια ως η ειδικά κοινωνική μορφή των εργασιών» (MEGA ΙΙ.5: 41). Η πρόταση αυτή αναφέρεται στο γενικό «ανθρώπινο» θεμέλιο της αφηρημένης εργασίας και είναι μία από τις αμφίσημες σχετικά με τον χαρακτήρα της αφηρημένης εργασίας. Στη δεύτερη έκδοση, αυτή η πρόταση διαγράφτηκε. Ο Μαρξ πάντως ποτέ δεν έφτασε στο σημείο να ταυτίσει την κατανομή της κοινωνικής εργασίας σε προκαπιταλιστικές κοινωνίες με εξομοίωση των εκάστοτε συγκεκριμένων εργασιών.

34 Το ότι η ουσιοκρατική αντίληψη της αξίας έγκειται σε «συνειδητά θεματοποιημένες παρανοήσεις τις οποίες προκαλεί» ο ίδιος ο Μαρξ (Brentel, 1989: 281), είναι κάθε άλλο παρά εύλογο, δεδομένου ότι ο Μαρξ δεν τις θεματοποιεί, στη συνέχεια της παρουσίασής του.

35 Κατά τη συζήτηση αυτού του σημείου βασίστηκα προπάντων στο χειρόγραφο Ergänzungen…, επειδή ο Μαρξ εκεί αναδεικνύει με μεγάλη σαφήνεια ότι το εκάστοτε προϊόν δεν μπορεί να είναι αντικείμενο αξίας. Αλλά και στο Κεφάλαιο λέγεται καθαρά ότι η αντικειμενικότητα αξίας δεν υπάρχει πριν από την ανταλλαγή. Εκεί αναφέρεται: «Μόνο στην ανταλλαγή τους αποκτούν τα προϊόντα της εργασίας κοινωνικά όμοια αντικειμενικότητα αξίας, ξέχωρη από την αισθητηριακά διαφορετική αντικειμενικότητα χρήσης». Στην παραγωγή, λέει ο Μαρξ, αυτός ο αξιακός χαρακτήρας των πραγμάτων απλώς «υπολογίζεται» (MEGA ΙΙ.6: 104· MEW 23: 87).

36 Σαφέστερα ακόμη το διατυπώνει στο χειρόγραφο Ergänzungen…: «Η αναγωγή των διαφόρων εργασιών, οι οποίες παράγουν εξίσου διάφορα χρήσιμα πράγματα, σε όμοια ανθρώπινη εργασία, όπως η κοινή μέτρηση αυτής της εργασίας με τον αναγκαίο χρόνο, είναι προφανώς μόνο μια ορισμένη συμπεριφορά των παραγωγών απέναντι στη συνολική τους εργασία, μια κοινωνική σχέση, την οποία συνάπτουν πρόσωπα μέσα στην παραγωγή και με αναφορά στην παραγωγή» (MEGA ΙΙ.6: 38, δεύτερη υπογρ. M. H.).

37 Αυτός ο αφηρημένος χρόνος εργασίας δεν είναι βέβαια εμπειρικά μετρήσιμος, όπως π.χ. υπονοεί ο Ένγκελς στον «Επίλογο στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου» (ενότητα«Νόμος της αξίας και ποσοστό κέρδους», MEW25: 898 κ.ε.). Έναντι του Conrad Schmidt, ο οποίος ήθελε να θεωρεί το νόμο της αξίας απλή, αν και αναγκαία, φανταστική κατασκευή, ο Ένγκελς πίστευε ότι μπορούσε να διαπιστώσει μια φάση μακράς ιστορικής διάρκειας «απλής εμπορευματοπαραγωγής». Προβληματική δεν είναι μόνο η ιστορική αλήθεια αυτής της κατασκευής, αλλά και η εννοιακή της συνοχή. Διότι ο Ένγκελς είχε ως αφετηρία το χρόνο εργασίας ως άμεσο μέτρο της αξίας, ελέγξιμο από κάθε μέλος της κοινωνίας βάσει της προσωπικής εμπειρίας του. Την κατασκευή του Ένγκελς επέκρινε εκτενώς ο Μπρέντελ, ο οποίος εκτός αυτού έδειξε ότι τα παραδείγματα άμεσου υπολογισμού του χρόνου εργασίας που φέρνει ο Μαρξ στο κεφάλαιο για το φετιχισμό είναι μονάχα αναλογίες με διδακτικούς σκοπούς (Brentel 1989: 138-153).

38 Για παράδειγμα, ο Φριτς (Fritsch 1954), στην «κριτική αξιολόγηση» της Μαρξικής θεωρίας του χρήματος και της πίστης (επί μακρόν μοναδική μονογραφία για τη Μαρξική θεωρία του χρήματος) δεν έλαβε καθόλου υπόψη την ανάλυση της αξιακής μορφής. Αλλά και οι Σουίζι και Μικ, οι οποίοι επηρέασαν αποφασιστικά την αγγλοσαξονική πρόσληψη του Μαρξ, αγνόησαν εν πολλοίς την ανάλυση της αξιακής μορφής. Ο Σουίζι (Sweezy 1942) δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί της παρουσιάζοντας τη θεωρία της αξίας, και ο Μικ (Meek 1956) της αφιερώνει μόλις μισή σελίδα στην κατά τα άλλα εκτενή μελέτη του.

39 Δικαίως τονίζει και ο Γκάνσμαν (Ganßmann 1983β) ότι η κρίσιμη διαφορά μεταξύ της εργασιακής θεωρίας της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και εκείνης του Μαρξ βρίσκεται στο ότι η δεύτερη έχει σκοπό να εξηγήσει το χρήμα. Την κλασική εργασιακή θεωρία της αξίας την καθοδηγούσε το ερώτημα τι είναι η αξία· η Μαρξική θεωρία της αξίας βασίζεται στο ερώτημα πώς μπορούν να ανταλλάσσονται αξίες. Ο Μπέρενς (Behrens 1993) δείχνει με τη βοήθεια της ανάλυσης της αξιακής μορφής ότι η Μαρξική θεωρία δεν ασχολείται απλώς με την αναγωγή της αξίας σε εργασία, αλλά με την παρουσίαση των αποριών της κλασικής αξιακής θεωρίας της αξίας.

40 Έγραφε σχετικά στον Ένγκελς: «Τη δυσκολία της ανάπτυξης την απέφυγα στην πρώτη παρουσίαση (Duncker) δίνοντας την πραγματική ανάλυση της έκφρασης της αξίας μόλις εμφανίζεται αναπτυγμένη ως χρηματική έκφραση» (22 Ιουλίου 1867, MEW 31: 306).

41 «Το λάθος του Ρικάρντο είναι ότι ασχολείται μόνο με το αξιακό μέγεθος. Γι’ αυτό και στρέφει την προσοχή του στη σχετική ποσότητα εργασίας, την οποία παριστάνουν τα διάφορα εμπορεύματα, ενσαρκώνουν ως αξία. Όμως, η εργασία που περιέχεται σε αυτά πρέπει να παρασταθεί ως κοινωνική εργασία· ως απαλλοτριωμένη ατομική εργασία. […] Αυτή η μεταμόρφωση της εργασίας των ατόμων-ιδιωτών, που περιέχουν τα εμπορεύματα, σε ίση κοινωνική εργασία δεν έχει αναπτυχθεί από τον Ρικάρντο» (MEGA ΙΙ.3.4: 1318· MEW 26.3: 128). Η κοινωνική εργασία είναι έννοια που δημιουργήθηκε υπερβαίνοντας τα ανθρωπολογικά θεμέλια της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, κι έτσι ο Ρικάρντο δεν μπορούσε να αναπτύξει τη συνάρτηση που αναδεικνύει ο Μαρξ. Δεν πρόκειται για όριο του ατόμου Ρικάρντο, αλλά του θεωρητικού πεδίου στο πλαίσιο του οποίο επιχειρηματολογεί το άτομο αυτό.

42 Ο ίδιος ο Μαρξ οδηγεί σε αυτή την εννόηση όταν γράφει στην εισαγωγή του υποκεφαλαίου της αξιακής μορφής: «Ξεκινήσαμε πράγματι από την αξία ανταλλαγής ή τη σχέση ανταλλαγής των εμπορευμάτων προκειμένου να εξιχνιάσουμε την αξία που αυτά περιέχουν. Τώρα πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτή τη μορφή εμφάνισης της αξίας» (MEGA ΙΙ.6: 80· MEW 23: 62).

43 Εδώ μου φαίνεται ότι υπάρχει γενικά ο κίνδυνος της χρήσης του ζεύγους των εννοιών «ουσία» και «εμφάνιση»: να θεωρηθεί δηλαδή η ουσία ως το αληθινά σημαντικό και η εμφάνιση ως κάτι το επιπρόσθετο, το οποίο δεν ενδιαφέρει πραγματικά.

44 Το «ιδιόμορφο» της αξιακής μορφής είναι ακριβώς αυτό που τη διακρίνει από μια κανονική σχέση μετρικών κλιμάκων, ότι το εμπόρευμα με το οποίο εκφράζεται η αξία δεν ισχύει απλώς ως μετρική κλίμακα, αλλά ως αδιαμεσολάβητη σωμάτωση αξίας.

45 Η «διαλεκτική παρουσίαση» όπως αυτή σκιαγραφήθηκε στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου γίνεται ιδιαίτερα εμφανής με το παράδειγμα της ανάπτυξης από την απλή στη γενική αξιακή μορφή.

46 Μια πολύ εκτενέστερη κριτική αναμέτρηση με τη θεώρηση του Ένγκελς περί ιστορικής περιόδου «απλής εμπορευματικής παραγωγής», αλλά και με τις μεθοδολογικές του απόψεις, καθώς και με τις διαφαινόμενες παρανοήσεις στην αλληλογραφία του με τον Μαρξ τόσο για το Για την Κριτική ... όσο και με την ευκαιρία της έκδοσης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, προσφέρει ο Μπάκχαους στο τέταρτο μέρος των Materialien που γράφτηκε στα 1978-79 αλλά εκδόθηκε μόλις το 1997 (Backhaus 1997).

47 Πρβλ. σχετικά Hecker 1979 και Schwarz 1987.

48 Σε αυτή τη διαφορά που παρέμεινε σχεδόν απαρατήρητη αναφέρεται μόνο παρεμπιπτόντως και το εκτενές σχόλιο Das Kapitel vom Geld (Το κεφάλαιο περί χρήματος. Projektgruppe Entwicklung des Marxschen Systems 1973: 161). Ο Χέκερ (Hecker 1987: 155-156) κατέγραψε μεν αυτή την αλλαγή, την ερμήνευσε όμως ως πρόοδο στην παρουσίαση. Μόνο ο Σβάρτς (Schwartz 1987) και ο Μπάκχαους (Backhaus 1997) ασχολήθηκαν ενδελεχέστερα με το ερώτημα αν πρόκειται για πρόοδο ή για οπισθοδρόμηση.

49 «Εδώ ωστόσο, χρειάζεται να πετύχουμε αυτό που η αστική οικονομία ούτε καν προσπάθησε, δηλαδή να αποδείξουμε τη γένεση της χρηματικής μορφής, δηλαδή την ανάπτυξη της αξιακής έκφρασης που ενυπάρχει στην αξιακή σχέση των εμπορευμάτων από την απλούστερη αφανέστατη μορφή μέχρι την εκτυφλωτική χρηματική μορφή. Έτσι εξαφανίζεται πάραυτα το αίνιγμα του χρήματος» (MEGA ΙΙ.6: 81· MEW 23: 62) Στην πρώτη έκδοση αναφέρεται απλώς σε μια σύντομη υποσημείωση παρεμπιπτόντως ότι η απλή αξιακή μορφή είναι «όπως θα έλεγε ο Έγελος, το καθαυτόν του χρήματος» (MEGA ΙΙ.5: 28).

50 Αυτή την τέταρτη αξιακή μορφή και το συνακόλουθο παράδοξο τα υπαινίσσεται ο Μαρξ και στο Για την κριτική ... (MEGA ΙΙ.2: 118· MEW 13: 26-27).

51 Επομένως η χρηματική μορφή δεν είναι «ιστορική», όπως γράφει ο Σβαρτς (Schwarz 1987: 203). Δεν πρόκειται για ανάμειξη του λογικού με το ιστορικό επίπεδο – όπως πιστεύει ο Μπάκχαους (1997: 293 κ.ε.) για την προσθήκη της χρηματικής μορφής – αλλά σύνδεση του μορφοαναλυτικού με το (αφηρημένα) πρακτικοθεωρητικό επίπεδο. – Ο Μαρξ δείχνει να επιχειρηματολογεί με τις ενέργειες των ιδιοκτητών εμπορευμάτων από τη δεύτερη έκδοση και μετά, όταν για τη μετάβαση από την αναπτυγμένη στη γενική αξιακή μορφή γράφει: «Πράγματι: Όταν κάποιος ανταλλάσσει τη λινάτσα του με πολλά άλλα εμπορεύματα και ως εκ τούτου εκφράζει την αξία της σε μια σειρά άλλων εμπορευμάτων, τότε και οι άλλοι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων πρέπει αναγκαστικά να ανταλλάξουν τα εμπορεύματά τους με λινάτσα και ως εκ τούτου να εκφράσουν την αξία των διαφορετικών τους εμπορευμάτων στο αυτό τρίτο εμπόρευμα, σε λινάτσα» (MEGA ΙΙ.6: 96· MEW 23: 79). Αυτή η παρατήρηση δεν υπάρχει στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Παράρτημα (MEGA ΙΙ.5: 642-643), το οποίο μάλιστα έχει παρόμοιο χωρίο (MEGA ΙΙ.5: 628) που ο Μαρξ απάλειψε στη δεύτερη έκδοση. Εκ του αντικειμένου δεν μπορούν να δικαιολογηθούν αυτές οι παρατηρήσεις. Οφείλονται προφανώς στην προσπάθεια του Μαρξ να εκλαϊκεύσει.

52 Ο Ζέλενι π.χ. βλέπει στην ανάλυση της αξιακής μορφής τη «διαλεκτική-λογική» παραγωγή της χρηματικής μορφής (Zeleny 1962: 80) και στο κεφάλαιο για τη διαδικασία ανταλλαγής τη «μορφή έκφρασης της ιστορικής γένεσης της χρηματικής μορφής, απαλλαγμένη από την τυχαιότητα» (όπ.π.: 81, σημ. 14). Καθώς όμως ήδη έχει πει ότι η διαλεκτική παραγωγή είναι η «ιδεατή έκφραση» της ιστορικής γένεσης (όπ.π.: 81) παραμένει σκοτεινή η συστηματική διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων παραγωγής του χρήματος. – Τελείως περιττό θεωρεί η «Projektgruppe zur Kritik der Politischen Ökonomie» (1973) το δεύτερο κεφάλαιο. Στο σχόλιό της για τη λογική ανάπτυξη των κατηγοριών παρακάμπτει αυτό το κεφάλαιο, διότι, όπως ισχυρίζεται, περιγράφει μόνο ιστορικές διαδικασίες εξέλιξης και διακόπτει τη λογική συνέχεια των κατηγοριών (όπ.π.: 80, σημ.)

53 Παρόμοιο χωρίο υπάρχει και στο Για την Κριτική... (MEGA ΙΙ.2: 119· MEW 13: 28).

54 «Ενώ υπό την έποψη της αξίας χρήσης το εκάστοτε εμπόρευμα εμφανιζόταν αρχικά ως αυτόστατο πράγμα, ως αξία ανταλλαγής το θεωρούσαμε εξαρχής σε σχέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Αυτή η σχέση ωστόσο ήταν απλώς θεωρητική, νοητή» (MEGA ΙΙ.2: 121· MEW 13: 29, υπογρ. M. H.).

55 Στην πρώτη έκδοση αναφέρει συνοψίζοντας: «Βλέπουμε: η ανάλυση του εμπορεύματος δίνει όλους τους ουσιώδεις προσδιορισμούς της αξιακής μορφής και την ίδια την αξιακή μορφή στις αντιφατικές ροπές της […] Το κρίσιμα σημαντικό όμως ήταν να ανακαλύψουμε την αναγκαία εσωτερική συνάρτηση μεταξύ αξιακής μορφής, αξιακής υπόστασης και αξιακού μεγέθους, δηλαδή, για να το διατυπώσουμε ιδεατά, να αποδείξουμε ότι η αξιακή μορφή εκπηδά από τη έννοια της αξίας» (MEGA ΙΙ.5: 43). Συνεπώς η μομφή ότι ο Μαρξ στην ανάλυση της αξιακής μορφής προσπαθεί να παραγάγει το χρήμα από τον αντιπραγματισμό (Beckenbach 1987: 67 κ.ε.) είναι άστοχη. Στην απλή αξιακή μορφή δεν πρόκειται για πραγματική διαδικασία ανταλλαγής όπως είναι ο αντιπραγματισμός ούτε στην ανάλυση της αξιακής μορφής (κατά το εννοιακό της περιεχόμενο) το ζητούμενο είναι η παραγωγή του χρήματος. Αυτό το δεύτερο ωστόσο συσκοτίζεται όταν ο Μαρξ εισάγει τη χρηματική μορφή.

56 Το γεγονός ότι εδώ γίνεται λόγος για τη διαφορά μεταξύ «νοητών» και «πραγματικών» σχέσεων κάθε άλλο παρά επιτρέπει το συμπέρασμα ότι στο πρώτο κεφάλαιο πρόκειται για «θεωρία» και στο δεύτερο για «πραγματικότητα», η οποία αντιπαρατίθεται στη θεωρία. Τόσο το εμπόρευμα ως εμπόρευμα όσο και η διαδικασία ανταλλαγής είναι θεωρητικά αντικείμενα (βέβαια σε διαφορετικά επίπεδα παρουσίασης), «αντικείμενα σκέψης», που δεν ταυτίζονται με το πραγματικό αντικείμενο, την αστική κοινωνία. Η παραγωγή αυτών των «αντικειμένων σκέψης» είναι ακριβώς ο τρόπος επιστημονικής απόκτησης του πραγματικού αντικειμένου όπως τονίζει ο Μαρξ στην Εισαγωγή (πρβλ. σχετικά το τέταρτο κεφάλαιο).

57 Στο Για την Κριτική ... ο Μαρξ σχολίασε τις συνήθεις ερμηνείες του χρήματος: «Οι οικονομολόγοι παράγουν το χρήμα από τις εξωτερικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η διευρυμένη ανταλλαγή, ξεχνούν όμως ότι αυτές οι δυσκολίες εκπηδούν από την εξέλιξη της ανταλλακτικής αξίας και συνεπώς της κοινωνικής εργασίας ως εργασίας εν γένει» (MEGA ΙΙ.2: 129· MEW 13: 36), το χρήμα γι’ αυτούς είναι λοιπόν μόνο «ένα έξυπνα επινοημένο μέσο πληροφόρησης» (MEGA ΙΙ.2: 130· MEW 13: 36).

58 «Ένα εμπόρευμα δεν φαίνεται να γίνεται χρήμα επειδή τα άλλα εμπορεύματα πανταχόθεν παρουσιάζουν την αξία τους με αυτό, φαίνεται ότι αντίθετα, εκείνα παρουσιάζουν την αξία τους με αυτό, διότι αυτό είναι χρήμα. Η διαμεσολαβητική κίνηση εξαφανίζεται στο ίδιο της το αποτέλεσμα χωρίς να αφήσει ίχνη. Χωρίς τη βοήθειά της τα εμπορεύματα βρίσκουν μπροστά τους έτοιμη την αξιακή μορφή τους σαν ένα σώμα εμπορεύματος που υπάρχει εκτός αυτών και παράλληλα με αυτά» (MEGA ΙΙ.5: 58-59· MEW 23: 107).

59 Ήδη στα Grundrisse έγραφε ο Μαρξ: «Αυτό που δυσκολεύει ιδιαίτερα τη σύλληψη του χρήματος σε ολόκληρη τη απολυτότητά του ως χρήματος […] είναι ότι εδώ μια κοινωνική σχέση, μια ορισμένη αλληλοσυσχέτιση των ατόμων εμφανίζεται ως μέταλλο, ως λίθος, ως εξωτερικό τους σωματικό πράγμα […]» (MEGA ΙΙ.1: 161· Gr.: 151). Το εκπληκτικό στο χρήμα είναι ότι με αυτό μπορώ «να μεταφέρω παντού μέσα στην τσέπη μου τη γενική κοινωνική δύναμη και τη γενική κοινωνική συνάρτηση, την κοινωνική υπόσταση» (MEGA ΙΙ.2: 20· Gr.: 874).

60 Οι Μπάκχαους/Ράιχελτ, όπως και άλλοι, έχουν επικρίνει δριμύτατα το ότι θεωρώ το χρηματεμπόρευμα περιττό για τη Μαρξική θεωρία του χρήματος. Ως «απόδειξη» όμως (Backhaus/Reichelt 1995: 91) του ότι η Μαρξική θεωρία του χρήματος είναι αδιανόητη χωρίς χρηματεμπόρευμα αναφέρουν μόνο το επιχείρημα από την ανάλυση της αξιακής μορφής ότι η αξία των εμπορευμάτων χρειάζεται μια υλική έκφραση. Δεν διαφωνώ. Το ερώτημα ωστόσο είναι αν αυτή η υλική έκφραση πρέπει αναγκαστικά να είναι εμπόρευμα. Οι Μπάκχαους/Ράιχελτ δεν δικαιολογούν την εξομοίωση της υλικότητας με το εμπόρευμα.

61 Το ερώτημα δεν είναι αν το χρηματεμπόρευμα μπορεί να αντιπροσωπευτεί από σύμβολα, αλλά αν χρειάζεται να υπάρχει ένα εμπόρευμα το οποίο θα αντιπροσωπεύουν κατόπιν τα σύμβολα.

62 Στο Urtext ο Μαρξ επισημαίνει: «Η αστική διαδικασία παραγωγής ιδιοποιείται στην αρχή την κυκλοφορία μετάλλου ως έτοιμου παραδεδομένου εργαλείου, το οποίο βέβαια αναμορφώνεται σταδιακά, ωστόσο διατηρεί πάντα τη βασική του δομή. Συνεπώς, το ερώτημα γιατί για υλικό του χρήματος χρησιμοποιούνται ο χρυσός και το ασήμι αντί άλλων εμπορευμάτων βγαίνει έξω από τα όρια του αστικού συστήματος» (MEGA ΙΙ.2: 39· Gr. 895). Ο Μαρξ δεν θέτει το ερώτημα, αν η κυκλοφορία μετάλλου ως ιστορική αφετηρία είναι και αναγκαστική εννοιακή αφετηρία για την εννόηση του εμπορεύματος και του χρήματος στην αστική κοινωνία.

63 Η φράση της Αποκάλυψης που παραθέτει ο Μαρξ μετά την παραγωγή του χρήματος: “Et ne quis possit emere aut vendere, nisi qui habet characterem aut nomen bestiae, aut numerum nominis ejus” (MEGA ΙΙ.5: 53· MEW 23: 101) [και ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι ει μη ο έχων το χάραγμα, το όνομα του θηρίου ή τον αριθμόν του ονόματος αυτού. 13.17], ισχύει κατά λέξη: Μόνο το όνομα του θηρίου (nomen bestiae) χρειάζεται για την αγοραπωλησία, όχι το θηρίο το ίδιο.

64 Ο Μαρξ εδώ δεν ολισθαίνει σε μια θεωρία απαρίθμησης ωρών, διότι το χρήμα δεν καλείται να αντιπροσωπεύσει άμεσο χρόνο εργασίας, αλλά χρόνο εργασίας καθαυτόν (als solche).

65 Γράφει λ.χ. ο Κναπ (Knapp 1905: 6): «Το μέσο πληρωμής είναι ένα κινητό πράγμα, το οποίο η δικαιική τάξη πραγμάτων το θεωρεί φορέα μονάδων αξίας». Αυτή την πρόταση, όμως, δεν την εννοεί ως ορισμό, διότι αμέσως μετά θεωρεί υποχρέωσή του να παραδεχτεί ότι: «Πραγματικό ορισμό του μέσου πληρωμής θα ήταν δύσκολο να δώσουμε» (όπ.π.). – Ομοίως και ο Κέινς: «Η μονάδα μέτρησης είναι η περιγραφή ή ο τίτλος, το χρήμα όμως είναι το πράγμα που αντιστοιχεί σε αυτή την περιγραφή» (Keynes 1930: 3).

66 Η μανία με την οποία ορισμένοι υπερασπίζουν τη σημασία του χρηματεμπορεύματος για τη Μαρξική θεωρία βρίσκεται σε εντυπωσιακή αντίθεση με την ταυτόχρονη αδιαφορία των περισσότερων εξ αυτών για το σύγχρονο χρηματικό σύστημα. Μετά την κατάρρευση του νομισματικού συστήματος του Μπρέτον Γουντς δεν υπάρχει ούτε τυπική αναφορά σε χρηματεμπόρευμα. Ο χρυσός δεν είναι πια χρηματεμπόρευμα, αλλά μέσο αποταμίευσης, όπως τόσα άλλα. Ακόμη και αυτή η λειτουργία έχει χάσει τη σπουδαιότητά της στα τέλη του 20ου αιώνα. Η ύπαρξη ενός χρηματικού συστήματος χωρίς χρηματεμπόρευμα θέτει ενώπιον σημαντικών προβλημάτων κάθε θεωρία του χρήματος που επιμένει στην κεντρική σημασία του χρηματεμπορεύματος.

67 “Money which is directly redeemable for some particular commodity whose value is given independently of the specific relation into which it enters with money is not immediately the representative of value, but is the derivative of the value of the commodity which it represents” (Levine 1978: 87).

68 Η προσπάθεια να αποδειχτεί ότι ο χρυσός είναι χρηματεμπόρευμα και στον σημερινό καπιταλισμό διαπιστώνοντας λογιστικά μια σχέση αντιπροσώπευσης μεταξύ της κυκλοφορούσας ποσότητας χρήματος και χρυσού, όπως κάνουν π.χ. ο Μαντέλ (Mandel 1972: 373 κ.ε.) ή ο Sost (1979: 62 κ.ε.), δεν είναι πολύ πειστική, διότι αυτή η σχέση μπορεί να κατασκευαστεί για οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Επίσης η επισήμανση ότι οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να έχουν αποθέματα χρυσού (Friedemann 1983: 368-369) αποδεικνύει απλώς και μόνο ότι ο χρυσός είναι κατ’ εξοχήν μέσο αποθησαυρισμού, ιδιότητα την οποία έχουν επίσης το συνάλλαγμα και βραχυπρόθεσμα αξιόγραφα· αυτή η ιδιότητα εξασθενεί όλο και περισσότερο: Οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν μάλλον να μειώσουν παρά να διατηρήσουν τα αποθέματά τους σε χρυσό.

69 Στο Για την Κριτική ... ως μετάβαση από την εξέταση της διαδικασίας ανταλλαγής στην απλή κυκλοφορία ο Μαρξ διατυπώνει τα εξής: «Οι αλυσιδωτές αλληλοσυσχετίσεις των εμπορευμάτων αποκρυσταλλώνονται ως διαφορετικοί προσδιορισμοί του γενικού ισοδύναμου κι έτσι η διαδικασία ανταλλαγής είναι ταυτόχρονα διαδικασία σχηματισμού του χρήματος. Το όλον αυτής της διαδικασίας που παρουσιάζεται ως εξέλιξη διαφορετικών διαδικασιών είναι η κυκλοφορία».

70 Αρρήτως πολλές μαρξιστικές προσεγγίσεις θεωρούν δεδομένη την ουδετερότητα του χρήματος, καθώς αναλύουν τα «πραγματικά» μεγέθη της παραγωγής, που θεωρείται ότι απλώς «εκφράζονται» στη σφαίρα του χρήματος. Οι κεϋνσιανοί, αντίθετα, κατηγορούν τον Μαρξ για το ότι θεωρεί το χρήμα ως ουδέτερο. Θεωρώ ότι αυτό αποδεικνύει ότι ο Μαρξ, παρά την κριτική του, παραμένει προσκολλημένος στο πλαίσιο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και αυτό περιορίζει την κατανόηση της καπιταλιστικής εξέλιξης (Heine/Herr 1992).

71 Παρότι λέμε ότι η αξία (και η υπεραξία) «παράγονται», με την αυστηρή έννοια αυτό είναι τρόπος του λέγειν: Δαπανήθηκε ατομική εργασία και παράχθηκε ένα προϊόν με την προσδοκία ότι θα μεταμορφωθεί σε εμπόρευμα και θα μπορέσει να πουληθεί σε μια ορισμένη τιμή. Αυτός ο κατ’ οικονομίαν τρόπος του λέγειν που τον βρίσκουμε στον Μαρξ και τον χρησιμοποιούμε στα επόμενα κεφάλαια μπορεί να χρησιμοποιηθεί εφόσον στην εκάστοτε εξέταση προϋποθέτουμε ότι η μεταμόρφωση του προϊόντος σε εμπόρευμα και η πραγματοποίηση της αποσκοπούμενης τιμής επιτυγχάνονται χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

72 Αυτή η αιτιοκρατική σχέση προσδιορίζεται περαιτέρω καθώς εξελίσσεται η Μαρξική παρουσίαση. Λόγου χάριν με τη μετάβαση από τις αξίες στις τιμές παραγωγής: η τιμή δεν εξαρτάται τώρα μόνο από τη σχέση μεταξύ ατομικής και κοινωνικής εργασίας, αλλά και από τη σχέση του ατομικού κεφαλαίου προς το κοινωνικό κεφάλαιο (πρβλ. το επόμενο κεφάλαιο).

73 Πρβλ. την επιστολή του στον Ένγκελς της 3 Φεβρουαρίου 1851 (MEGA ΙΙΙ.4: 24 κ.ε.· MEW 27: 173 κ.ε.). Την ανάπτυξη της Μαρξικής θεωρίας του χρήματος στα Τετράδια του Λονδίνου αναλύουν ο Σράντερ (Schrader 1980, Teil 1) και η Βασίνα (Wassina 1983).

74 «Οι τιμές επομένως δεν είναι υψηλές ή χαμηλές, επειδή κυκλοφορεί περισσότερο ή λιγότερο χρήμα, αλλά κυκλοφορεί περισσότερο ή λιγότερο χρήμα επειδή οι τιμές είναι υψηλές ή χαμηλές» (MEGA ΙΙ.2: 173· MEW 13: 86).

75 Στο Για την Κριτική ... ο Μαρξ παρατηρεί ότι ο «επιφανειακός και φορμαλιστικός χαρακτήρας της απλής κυκλοφορίας του χρήματος» εκδηλώνεται στο ότι οι ροπές που προσδιορίζουν τη μάζα των μέσων κυκλοφορίας «βρίσκονται όλες εκτός της απλής κυκλοφορίας του χρήματος» (MEGA ΙΙ.2: 172-173· MEW 13: 85-86).

76 «Τα χαρτιά που βρίσκονται ήδη σε κυκλοφορία είναι αδύνατο να τα βγάλουμε, διότι αφενός τα σύνορα της χώρας τους κόβουν τη φόρα και αφετέρου, εκτός κυκλοφορίας, χάνουν κάθε αξία, τόσο αξία χρήσης όσο και αξία ανταλλαγής» (MEGA ΙΙ.2: 184· MEW 13: 98).

77 Πρβλ. ΙΙ.2: 188· MEW 13: 102. Ο Μαρξ στο Για την Κριτική ...διακρίνει από την πραγματική αποθησαύριση το βραχυπρόθεσμο απόθεμα κυκλοφορίας, το «νόμισμα σε διαθεσιμότητα», λειτουργία την οποία εκπληρώνει και το σήμα αξίας (MEGA ΙΙ.2: 190· MEW 13: 104).

78 Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου του, σε μια διένεξη από τις στήλες της Neue Zeit, ο Χίλφερντινγκ επεξέτεινε τη θεωρία του για την αξία κυκλοφορίας και στο μεταλλικό χρήμα. Με τις τράπεζες, ισχυρίστηκε, δημιουργήθηκε μια νέα κατάσταση: Οι τράπεζες ζητούν κάθε ποσότητα χρυσού σε μια καθορισμένη τιμή, κι έτσι η τιμή του χρυσού δεν αλλάζει ούτε με τη βελτίωση των όρων παραγωγής του. Όσος χρυσός δεν χρειάζεται για την κυκλοφορία εξαφανίζεται στα υπόγεια των τραπεζών, κι έτσι η αξία της πράγματι εν κυκλοφορία ποσότητας χρυσού δεν καθορίζεται από το κόστος παραγωγής, αλλά από την κοινωνική αξία κυκλοφορίας (Hilferding 1911: 12). Ήδη τότε απάντησε ο Κάουτσκι ότι ο θησαυρός της τράπεζας δεν αλλάζει αν αυτή ανταλλάξει ράβδους χρυσού με χρυσά νομίσματα (Kautsky 1911: 12). Αλλά και όταν η τράπεζα εκδίδει χαρτονόμισμα, αυξάνεται μεν ο αποθησαυρισμένος χρυσός της, ταυτόχρονα όμως και η ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί, κι έτσι, με σταθερή την κατά Χίλφερντινγκ αξία κυκλοφορίας, μειώνεται η αξία της κάθε μονάδας χρήματος και αυξάνονται οι τιμές των εμπορευμάτων οι οποίες εκφράζονται σε αυτές τις μονάδες χρήματος.

79 Στην κριτική του διαχωρισμού της πραγματικής από τη χρηματική σφαίρα συναντώνται η μαρξική και η κεϋνσιανή κριτική. Πρβλ. για την κριτική της ποσοτικής θεωρίας από κεϋνσιανή οπτική γωνία Herr 1986.

80 Και λίγο παρακάτω: «Όπως για την εσωτερική κυκλοφορία, κάθε χώρα χρειάζεται ένα αποθεματικό ταμείο για την κυκλοφορία στη διεθνή αγορά. Οι λειτουργίες του θησαυρού επομένως πηγάζουν εν μέρει από τη λειτουργία του χρήματος ως εσωτερικού μέσου κυκλοφορίας και πληρωμής, εν μέρει από τη λειτουργία του ως παγκόσμιου χρήματος. Σε αυτόν τον ρόλο απαιτείται πάντοτε το πραγματικό χρηματεμπόρευμα, χειροπιαστό χρυσάφι και ασήμι […]» (MEGA ΙΙ.5: 101· MEW 23: 159).

81 Μια από τις βάσεις κριτικής της νεοκλασικής θεωρίας από τον Κέινς (Keynes 1936) είναι το ότι θεματοποιεί το χρήμα όχι απλώς ως μέσο κυκλοφορίας αλλά και στη λειτουργία του αποθήκευσης της αξίας, στο ότι δηλαδή διαπιστώνει ουσιώδη διαφορά μεταξύ αντιπραγματικής και εγχρήματης οικονομίας.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή