Βιβλιοκριτική Εκτύπωση
Τεύχος 134, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2016


Βιβλιοκριτική

Σπύρος Σακελλαρόπουλος:

Κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Τόπος 2014


του Άγγελου Κοντογιάννη-Μάνδρου



Η κρίση χρέους που εκδηλώθηκε στη χώρα το 2009 και οι επακόλουθες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές συνιστούν δίχως αμφιβολία τη μεγαλύτερη σε βάθος τομή που έχει γνωρίσει ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός από τη δεκαετία του ’40. Τεμνόμενη με τη λανθάνουσα από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και την εξάντληση του κυρίαρχου σε ιδεολογικό επίπεδο εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, η στρατηγική της μνημονιακής αναδιάρθρωσης που ακολουθήθηκε οδήγησε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στην ταχύτατη αποσάθρωση του δικομματικού συστήματος. Όταν η λαϊκή κινητοποίηση έφτασε στο απόγειό της το δεύτερο μισό του 2011, η χώρα βρέθηκε εν μέσω μιας εν δυνάμει «οργανικής κρίσης», απότοκο της οποίας ήταν οι «εκλογές σεισμός» του 2012 και ο εν εξελίξει βαθύς μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα οι προϋποθέσεις όχι απλά για μια ριζική αναδιάταξη του συσχετισμού δύναμης εντός του κομματικού συστήματος αλλά για να τεθούν ξανά στρατηγικού τύπου ερωτήματα όσον αφορά το παραγωγικό μοντέλο και τη θέση της χώρας στο διεθνές γίγνεσθαι.

Στο πλαίσιο αυτό και προκειμένου να φωτιστούν τα αίτια της κρίσης και οι επιπτώσεις της στον κοινωνικό ιστό, κρίνεται απαραίτητη τόσο η εξέταση της ιδιαίτερης φύσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης που ακολουθήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες όσο και η συνακόλουθη αυτής εξέλιξη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η σχετική ανάλυση που εκθέτει ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος δομείται γύρω από δύο εύστοχες κατά την άποψή μας παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι ότι η κρίση είναι προϊόν των ενδογενών στρεβλώσεων του μοντέλου συσσώρευσης το οποίο ακολούθησε ο ελληνικός καπιταλισμός και δη οι μονοπωλιακές μερίδες του από το 1981 και έπειτα και οι οποίες παροξύνθηκαν στα πλαίσια της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι καθ’ όλη αυτή την χρονική περίοδο η Ελλάδα παρέμεινε μια χώρα βαθέων κοινωνικών ανισοτήτων με σημαντική παρουσία της εργατικής τάξης. Οι επισημάνσεις αυτές είναι κρίσιμες καθότι έρχονται σε αντιπαράθεση με βασικές πλευρές των επικρατέστερων αφηγήσεων, οι οποίες, πρώτον, βλέπουν την κρίση ως παράγωγο της υπερβολικής διόγκωσης του δημοσίου τομέα και των εκτεταμένων παραχωρήσεων προς τις δυνάμεις της εργασίας και δεύτερον, παρουσιάζουν λαθεμένα μια εικόνα διαρκούς διεύρυνσης των «μεσαίων» στρωμάτων μέσω της «μικροαστικοποίησης» της εργατικής τάξης, αγνοώντας τις υπαρκτές τάσεις καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας αλλά και τους μετασχηματισμούς της φύσης της εργασίας στο πεδίο της παραγωγής.

Πιο συγκεκριμένα ο Σακελλαρόπουλος υποστηρίζει ότι η επιλογή της συμμετοχής της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης αν και σε πρώτο χρόνο επέτρεψε την οικονομική μεγέθυνση υποβοηθώντας τη ραγδαία ανάπτυξη του τραπεζικού κεφαλαίου και της εγχώριας ζήτησης, επί της ουσίας παρόξυνε τις αντιφάσεις του παραγωγικού μοντέλου οδηγώντας το σε κρίση. Στον πυρήνα του προβλήματος ήταν η μόνιμη τεχνολογική υστέρηση (αποτέλεσμα της τάσης των Ελλήνων καπιταλιστών να αποθησαυρίζουν τα κέρδη τους αντί να επενδύουν σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό) που κρατούσε σε χαμηλά επίπεδα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και η ένταξη στην ΟΝΕ η οποία δυσχέρανε σημαντικά τον εξαγωγικό επαναπροσανατολισμό των ελληνικών επιχειρήσεων σε περιοχές που προσέφεραν συγκριτικά πλεονεκτήματα για τη διείσδυση των ελληνικών προϊόντων, όπως τα Βαλκάνια και ο αραβικός κόσμος. Σε αυτό το πλαίσιο η σχετική οικονομική ευμάρεια που παρατηρήθηκε από τις αρχές του ’90 και έπειτα αποδίδεται στην υπερεκμετάλλευση του φθηνού μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού, την ένταση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την ανάπτυξη κλάδων όπως οι κατασκευές, οι τράπεζες και η ναυτιλία, σε ένα περιβάλλον συνεχούς πτώσης της ανταγωνιστικότητας και συρρίκνωσης του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Η θέση αυτή που υποστηρίζεται από τον Σακελλαρόπουλο στη βάση μιας ιδιαίτερα εκτεταμένης δευτερογενούς έρευνας, καταδεικνύει και τη σαθρότητα των προσεγγίσεων εκείνων που αποδίδουν την κρίση του δημοσίου χρέους στον όγκο του δημοσίου τομέα ή το υψηλό κόστος της εργασίας.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην παρούσα μελέτη, η αύξηση των κοινωνικών δαπανών, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και έπειτα, κατευθύνεται κυρίαρχα προς την ταχύτατα αναπτυσσόμενη νέα μικροαστική τάξη ως υλική αποτύπωση της κυρίαρχης κοινωνικής συμμαχίας και μόνο δευτερευόντως ακουμπά τα εργατικά στρώματα. 'Όταν το παραγωγικό μοντέλο θα φθάσει στα όριά του την επαύριο της εκδήλωσης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, το προηγούμενο κοινωνικό συμβόλαιο θα διαρραγεί βίαια και οι πιο επιθετικές, μονοπωλιακές μερίδες του κεφαλαίου θα δουν στα μνημόνια μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ενίσχυση της θέσης τους, παρά τον υποβιβασμό της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας (βλ. «οιονεί προτεκτοράτο»). Η έλευση των μνημονίων σηματοδοτεί λοιπόν μια ριζική αλλαγή φάσης στην αστική στρατηγική. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Σακελλαρόπουλος, στον πυρήνα του επιχειρούμενου μετασχηματισμού βρίσκεται η περαιτέρω φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων, η ένταση των τάσεων μισθωτοποίησης μερίδων των νέων και παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων και η υποχώρηση των μη ανταγωνιστικών κεφαλαιακών μερίδων. Η διαδικασία αυτή βέβαια, που συνιστά πλήρη αναίρεση του πρωθύστερου κοινωνικού συμβολαίου, δεν μπορούσε παρά να υλοποιηθεί μέσω της μετάλλαξης του ίδιου του μοντέλου συγκρότησης των κοινωνικών συναινέσεων και του κρατικού μηχανισμού. Υπό αυτή την έννοια ο «αυταρχικός κρατισμός» δεν αποτελεί παρά την σε πολιτικό επίπεδο έκφραση της προσπάθειας περάσματος σε μια νέα άκρως επιθετικότερη στρατηγική κεφαλαιακής συσσώρευσης και επιβολής ενός συντριπτικού σε βάρος της εργασίας, συσχετισμού δύναμης. Όψεις αυτής της επιχειρηματολογίας διακινούνται ευρέως στον δημόσιο διάλογο, συστηματοποιούνται όμως στα πλαίσια του παρόντος βιβλίου σε ένα συνεκτικό και εμπειρικά θεμελιωμένο αφήγημα για τις μακροχρόνιες τάσεις εξέλιξης του ελληνικού καπιταλισμού και τις επιπτώσεις της ταξικής πάλης στη διαμόρφωση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Πέραν όμως της αναμφίβολης σημασίας που έχει η προσπάθεια αυτή του συγγραφέα να παράσχει μια εμπεριστατωμένη και συνολικότερη ανάλυση όσον αφορά τα αίτια και τις επιπτώσεις της κρίσης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η αριστερή διανόηση δυστυχώς πολλές φορές απαξιεί ή αποφεύγει την ενδελεχή εμπειρική θεμελίωση, η σημαντικότερη ίσως συμβολή του παρόντος βιβλίου είναι η αναμέτρηση, θεωρητική και ερευνητική, με το ερώτημα της ταξικής διάρθρωσης στον ελληνικό χώρο. Η προσπάθεια αναζωογόνησης και ανανέωσης της μαρξιστικής θεωρίας των κοινωνικών τάξεων είναι στις σημερινές συνθήκες ένα εγχείρημα όχι μόνο επιστημονικά, αλλά και πολιτικά απαραίτητο για την ορθή ανάλυση των παρατηρούμενων κοινωνικών μεταβολών και τον στοχασμό πάνω στις δυνατότητες που αυτές δημιουργούν από τη σκοπιά μιας μάχιμης αριστερής στρατηγικής στο σήμερα. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί σημαντική συμβολή η προσπάθεια του συγγραφέα να αναμετρηθεί με αυτή την πρόκληση στο έδαφος μάλιστα της παρατεταμένης υποχώρησης της σχετικής συζήτησης τα τελευταία τριάντα χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

Σε θεωρητικό επίπεδο ο Σακελλαρόπουλος επιχειρεί να αναπτύξει μια πιο πλουραλιστική προσέγγιση όσον αφορά τα κριτήρια ανάλυσης της ταξικής δομής πατώντας σε κλασικά κείμενα του Λένιν και κυρίως του Μπιντέ και σε αντιδιαστολή με την πιο περιοριστική και αναλυτικά εσφαλμένη προσέγγιση του ακολουθεί ο Πουλαντζάς προκρίνοντας μια πολύ στενή ερμηνεία της έννοιας της «παραγωγικής εργασίας» ως βασικού κριτηρίου διαχωρισμού της εργατικής τάξης. Δίνοντας έμφαση στην εκμετάλλευση και άρα στο στοιχείο των παραγωγικών σχέσεων ως επικαθοριστικό παράγοντα της διαίρεσης, ο Σακελλαρόπουλος υποστηρίζει ότι «ανεξάρτητα από το αν αποτελούν παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία, οι εργαζόμενοι που υφίστανται εκμετάλλευση και κυριαρχία ανήκουν στην εργατική τάξη» (σελ. 206). Στον πυρήνα αυτής της συλλογιστικής βρίσκεται η αντίληψη ότι η πραγματοποίηση της απόσπασης της υπεραξίας δεν πρέπει να οριοθετείται στενά στο επίπεδο της καθ’ εαυτό παραγωγής αλλά στη συνολική παραγωγική διαδικασία που περιλαμβάνει και τη διανομή και κυκλοφορία του «κεφαλαίου-εμπορεύματος». Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική καθότι επιτρέπει την ευκολότερη προσαρμογή της μαρξιστικής προσέγγισης των κοινωνικών τάξεων στις σημερινές συνθήκες έντασης της βιομηχανοποίησης σειράς υπηρεσιών αλλά και σημαντικής επέκτασης του τριτογενή τομέα, αποφεύγοντας το λάθος της ευθύγραμμης πρόσληψης αυτών των διαδικασιών ως τάσεων «μικροαστικοποίησης» της εργατικής τάξης και παραμερισμού του βάρους της, στο εσωτερικό των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων κοινωνικών σχηματισμών.

Με βάση το παραπάνω σχήμα και έχοντας αναλύσει διεξοδικά τις δυναμικές που αναπτύσσονται εντός διαταξικών κοινωνικών κατηγοριών όπως είναι οι αγρότες, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι διανοούμενοι, ο Σακελλαρόπουλος προχωρά στο τέλος του βιβλίου σε μια αρκετά εμπεριστατωμένη ανάλυση της εξέλιξης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό από το 1981 έως σήμερα. Η δουλειά αυτή, παρά τους περιορισμούς που επιβάλει στο συγγραφέα η σχετική έλλειψη κατάλληλου πρωτογενούς υλικού, θεωρούμε ότι αποτελεί σημαντικό σταθμό στη σχετική βιβλιογραφία. Πέραν αυτού αποτελεί και σημαντική μεθοδολογικού τύπου παρέμβαση σε σχέση με την χάραξη μιας μαρξιστικής στρατηγικής για την θετική υπέρβαση της σημερινής βαθιάς κρίσης του ελληνικού και διεθνούς καπιταλισμού.


 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή