Η Αριστερά αντιμέτωπη με τη στρατηγική της λιτότητας. Προσγείωση στην έρημο του πραγματικού. Εκτύπωση
Τεύχος 135: περίοδος Απρίλιος - Ιούνιος 2016


Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΜΕ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ.

ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ


του Γιώργου Πανταζόπουλου


1. Ο νεοφιλελευθερισμός και η στρατηγική της λιτότητας


1.1. Για το χαρακτήρα της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού


Ο νεοφιλελευθερισμός επικράτησε ως υπόδειγμα κεφαλαιακής συσσώρευσης και ως πλαίσιο οργάνωσης της εξουσίας του κεφαλαίου ύστερα από τη μεγάλη κρίση της δεκαετίας του 1970 (οι δύο μεγάλες «πετρελαϊκές κρίσεις» του 1973 και του 1979), προκύπτοντας τόσο ως διέξοδος από αυτήν όσο και ως διαδικασία ριζικής αναδιάταξης των συσχετισμών μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στις χώρες του δυτικού καπιταλισμού. Στο φόντο της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», της ήττας του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και της στρατηγικής αμηχανίας της Αριστεράς στην Ευρώπη και όχι μόνο, διαδικασίες που κάθε άλλο παρά ανεξάρτητες είναι από την επικράτησή του, ο νεοφιλελευθερισμός υπήρξε μία «ευκαιρία» για ριζικές ανακατατάξεις και αλλαγές σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού γίγνεσθαι. Την ώρα που η παραδοσιακή Αριστερά αναζητούσε τον «εξωτερικό εχθρό» που ανέτρεψε τις «σοσιαλιστικές κοινωνίες», αναπολούσε το σοβιετικό «κοινωνικό κράτος» και ανακάλυπτε, με τον πιο σκληρό τρόπο, την πλήρη ανεπάρκεια των αναλυτικών εργαλείων του αγοραίου σοβιετικού «μαρξισμού» (είτε αυτά είχαν τη μορφή του «ορθόδοξου» σταλινικού ρεύματος είτε τη μορφή της ευρωκομμουνιστικής σύνθεσης), ο νεοφιλελευθερισμός εμφανιζόταν ως η μόνη οδός. Υπό τις ιαχές του “There Is No Alternative” (TINA) της Μ. Θάτσερ και του «Τέλους της Ιστορίας» του Φ. Φουκουγιάμα, η παντοκρατορία των «αγορών», η λατρεία του «ιδιωτικού», η υπέρβαση των «κρατικών αγκυλώσεων» και η «παγκοσμιοποίηση» καθιερώθηκαν στις συνειδήσεις του κόσμου ως κανονικότητα.

Ακριβώς επειδή ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί ένα ιστορικά καθορισμένο πλαίσιο καπιταλιστικής κυριαρχίας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, προτού προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη λογική της οργάνωσής του, θα πρέπει να αντιληφθούμε πώς προέκυψε. Σε σημαντικό τμήμα της σύγχρονης βιβλιογραφίας για τις επιλογές της οικονομικής πολιτικής, μπορεί να εντοπίσει κανείς το λεγόμενο «τρίλημμα της οικονομικής πολιτικής», μέσω του οποίου μπορεί να πραγματοποιηθεί μία ανάλυση στη βάση συγκεκριμένων εμπειρικών δεδομένων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προσέγγιση στο Obstfeld κ.ά. (2004: 1), κατά τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής αναδύονται τρεις παράγοντες, οι οποίοι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα:

  • Σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

  • Απελευθέρωση της διεθνούς κίνησης των κεφαλαίων.

  • Ανεξάρτητη νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στις εγχώριες ανάγκες.

    Το παραπάνω συνιστά ένα θεμελιώδες μακροοικονομικό «τρίλημμα», σύμφωνα με το οποίο ο ένας από τους τρεις παράγοντες πρέπει να θυσιαστεί με στόχο την ικανοποίηση των άλλων δύο. Οι κυβερνήσεις, κατά τον προσδιορισμό των διάφορων παραμέτρων της οικονομικής πολιτικής και των επιδιώξεών τους, βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωπες με τους τρεις στόχους. Οι στόχοι αυτοί θα μπορούσαν να επαναδιατυπωθούν, ώστε να ταιριάξουν περισσότερο με τη μαρξιστική επιχειρηματολογία, καθότι κινούνται εντός του «ορθόδοξου» μακροοικονομικού πλαισίου (Μηλιός, Σωτηρόπουλος 2011: 298-299). Η σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών παραμένει ως έχει. Η απελευθέρωση της διεθνούς κίνησης των κεφαλαίων ισοδυναμεί με απελευθέρωση των χρηματαγορών, δηλαδή απελευθέρωση του διεθνούς ανταγωνισμού και ένταση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Η ανεξάρτητη νομισματική πολιτική μεταφράζεται σε εθνικές πολιτικές στήριξης του εισοδηματικού μεριδίου και της θέσης της εργασίας στην παραγωγική διαδικασία, καθώς και των όρων αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, στο πλαίσιο πάντα μίας γενικότερης αστικής στρατηγικής.

    Στη βάση των «επιλογών» στο προηγούμενο «τρίλημμα», είναι δυνατή η περιοδολόγηση της ιστορίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος του 20ού αιώνα. Μάλιστα, μία σειρά από οικονομετρικές αναλύσεις και έρευνες εμπειρικών δεδομένων, 1 πάνω στην αναδόμηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των κρατικών πολιτικών, κατατείνουν στο ότι το «τρίλημμα» αυτό επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα. Έτσι, η περίοδος του «κανόνα του χρυσού» χαρακτηρίζεται από σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, προσδεμένες στην τιμή του χρυσού, καθώς και από άρση των περιορισμών στη διεθνή κίνηση των κεφαλαίων, γεγονός που συνεπάγεται περιορισμούς στη νομισματική ανεξαρτησία των κρατών. Με τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την επικράτηση του καθεστώτος του Μπρέτον Γουντς, οι «άκαμπτες» συναλλαγματικές ισοτιμίες και ο δραστικός έλεγχος στις διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου «επέτρεψαν» την ανάδυση μίας «προνοιακής» μορφής καπιταλισμού, με χαρακτηριστική την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους. Εδώ, βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τις ιδιαίτερα διαδεδομένες στην Αριστερά σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες περί «κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης», το καθεστώς αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τους ταξικούς συσχετισμούς (ήττα του φασισμού, άνοδος εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, ενίσχυση του εργατικού κινήματος) και τα ιστορικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (μακρά ύφεση και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ψυχρός Πόλεμος). Οι όποιες υποχωρήσεις προς την εργασία πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του συσχετισμού δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, καθώς βασικός ρόλος του αστικού κράτους είναι η ενσωμάτωση των προσδοκιών των υποτελών τάξεων στην κυρίαρχη αστική στρατηγική για την προάσπιση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κεφαλαίου.

    Ο νεοφιλελευθερισμός ήρθε για να ανατρέψει τις ισορροπίες του καθεστώτος του Μπρέτον Γουντς. Πρόκειται για την περίοδο της χρηματιστικοποίησης, της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου (γνωστής και ως «παγκοσμιοποίησης») και της σταθερότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπου, στη βάση του «τριλήμματος», οι ανάγκες της εργασίας «θυσιάζονται» μέσω της δημιουργίας ενός καθεστώτος διαρκούς εποπτείας των οικονομικών πολιτικών και των επιλογών των κρατών από τις χρηματαγορές.2 Στο σημείο αυτό, μπορούμε να επιχειρήσουμε μία εντελώς επιγραμματική έκθεση των βασικών χαρακτηριστικών του νεοφιλελεύθερου πλαισίου οργάνωσης της εξουσίας του κεφαλαίου (σύμφωνα και με την προσέγγιση στο Μηλιός, Σωτηρόπουλος, 2011: 310-313):

    1. Η «απορρύθμιση» της αγοράς εργασίας αποτελεί θεμελιώδη και ρητά διακηρυγμένο στόχο της νεοφιλελεύθερης εποχής. Η διαδικασία αυτή είναι συνολικότερη από ό, τι μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψης και συνίσταται στην καθήλωση των μέσων αμοιβών των εργαζομένων, τη μείωση της διαπραγματευτικής ισχύος της εργασίας έναντι του κεφαλαίου, τόσο εντός όσο και εκτός της παραγωγικής διαδικασίας, την αποδιάρθρωση του θεσμικού και νομικού πλέγματος προστασίας της εργασίας και την πειθάρχηση των επιχειρήσεων και των κρατών στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις.

    2. Η ελεύθερη κινητικότητα των κεφαλαίων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, η ένταση του κεφαλαιακού ανταγωνισμού και η νεοφιλελεύθερη ρύθμιση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας συνθέτουν ένα τοπίο απαξίωσης των μη επαρκώς αξιοποιούμενων (μη ανταγωνιστικών) κεφαλαίων και υποταγής των δυνάμεων της εργασίας στις ανάγκες των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Η δράση των χρηματαγορών, η δημιουργία νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων (χρηματοπιστωτικά παράγωγα), η απελευθέρωση, ουσιαστικά, των ρυθμών τιτλοποίησης και η εξωτραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων συγκροτούν τη σύγχρονη χρηματιστικοποίηση. Ταυτόχρονα, η λειτουργία των επιχειρήσεων και των κρατών υπόκειται στην αξιολόγηση των αγορών, μέσα από σύνθετες διαδικασίες υπολογισμού και τιμολόγησης του κινδύνου, με τις οποίες συνδέονται οι χρηματοδοτικές ροές προς τα κράτη, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, οι θέσεις εργασίας και η πορεία της εκάστοτε επιχείρησης. Οποιαδήποτε απόκλιση από τη νεοφιλελεύθερη ρύθμιση εκλαμβάνεται αυτόματα ως αύξηση του κινδύνου, με τα αντίστοιχα αποτελέσματα. Επίσης, οι εμπορικές ανταλλαγές διευρύνονται και το εμπόριο απελευθερώνεται.

    3. Προωθείται η ιδιωτικοποίηση (στρατηγικών ή μη) τομέων κρατικής δραστηριότητας με στόχο τη διεύρυνση των πεδίων τοποθέτησης ατομικών κεφαλαίων, ιδιαίτερα μέσω της απελευθέρωσης τομέων παραγωγικών δραστηριοτήτων και τομέων της κοινωνικής αναπαραγωγής. Κομβικό σημείο αποτελεί εδώ η δημιουργία των όρων για την αύξηση του χρέους των νοικοκυριών, καθώς δωρεάν παροχές, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, συνιστούν πλέον νέα πεδία κεφαλαιακής κερδοφορίας. Η ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας συμβαδίζει με τη δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, γεγονός που οδηγεί στην αύξηση του μεριδίου συμμετοχής των φυσικών προσώπων στη φορολογία και, συχνά, σε δημοσιονομικά ελλείμματα των κρατών.

    4. Παράλληλα με τη διαδικασία συμπίεσης των μισθών και επιδείνωσης της διαπραγματευτικής θέσης των εργαζόμενων τάξεων, συντελείται μία διαδικασία συμπίεσης των καταναλωτικών δαπανών, η οποία τροφοδοτείται από την πρώτη, καθώς και από την ιδιωτικοποίηση τομέων της κοινωνικής αναπαραγωγής. Έτσι, ο φθηνός δανεισμός έρχεται να χρηματοδοτήσει καταναλωτικές, στεγαστικές ή άλλες δαπάνες των υποτελών τάξεων, συμβαδίζοντας με την απόσυρση του κράτους από τη χρηματοδότηση βασικών τομέων, όπως είναι το ασφαλιστικό σύστημα, η υγεία, η εκπαίδευση και διάφορες άλλες υπηρεσίες κοινωνικού και προνοιακού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η ένταξη νέων τομέων της ζωής των «από κάτω» στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των μηχανισμών αξιολόγησης, δανειοδότησης και τιτλοποίησης δεν μπορεί να εκληφθεί ως «λάθος» ή αποτέλεσμα της «απληστίας» διάφορων «κερδοσκόπων», καθότι συνιστά τη λογική της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού.

    Στη βάση αυτή, καθίσταται σαφές ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποτελεί κάποια επιμέρους πολιτική, αλλά τη μορφή που έχει λάβει ο καπιταλισμός στις χώρες του δυτικού κόσμου και όχι μόνο, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα ιστορικά συγκεκριμένο πλαίσιο ρύθμισης της κεφαλαιακής σχέσης, ένα πλαίσιο οργάνωσης της εξουσίας του κεφαλαίου με σαφή επιθετικά χαρακτηριστικά εις βάρος της εργασίας. Με άλλη διατύπωση, ο νεοφιλελευθερισμόςδεν στερείται ορθολογισμού ούτε είναι κάποια αστοχία που απαιτεί διόρθωση, αλλά μία ιδιαίτερα ηγεμονική στρατηγική του κεφαλαίου που διέλυσε τις τάσεις αμφισβήτησης της κυριαρχίας του και ενσωμάτωσε τις προσδοκίες των εργαζόμενων τάξεων στο πλαίσιό του.


    1.2. Η λιτότητα ως ταξική στρατηγική για την έξοδο από την κρίση προς όφελος του κεφαλαίου


    Η ιστορικών διαστάσεων οικονομική κρίση της εποχής μας, που ξέσπασε το 2008, ήρθε για να κλονίσει το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και να θέσει νέα ερωτήματα. Η απάντηση των αστικών τάξεων στις περισσότερες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ), ήταν οι πολιτικές ακραίας λιτότητας. Η λιτότητα έχει κατηγορηθεί ως «ανορθολογική», «λανθασμένη», «αδιέξοδη» και «καταστροφική» πολιτική. Τέτοιου είδους αντιλήψεις είναι διαδεδομένες τόσο σε πολιτικούς χώρους του αστικού κόσμου και «ετερόδοξους» οικονομικούς αναλυτές, όπως είναι μερίδες της σοσιαλδημοκρατίας και διάφοροι μετακεϊνσιανοί οικονομολόγοι αντίστοιχα, όσο και στην Αριστερά, η οποία αδυνατεί να πραγματοποιήσει μία πλήρη, μαρξική και ταξική ανάλυση της κρίσης και της αστικής στρατηγικής για την υπέρβασή της. Στον πυρήνα όλων αυτών των προσεγγίσεων, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητές τους και τις διαφορετικές αφετηρίες τους, βρίσκεται μία ηθικής φύσης αντίληψη για την κοινωνική πραγματικότητα, στο φόντο των μεγάλων ανατροπών που έχει επιφέρει η κρίση στη ζωή των ανθρώπων, τη στιγμή που απουσιάζει η ταξική ανάλυση με βάση τα μαρξικά αναλυτικά «εργαλεία».

    Προτού επιχειρήσουμε να ερευνήσουμε το χαρακτήρα της στρατηγικής της λιτότητας, θα πρέπει να τοποθετηθούμε σχετικά με το χαρακτήρα της κρίσης. Μία ιδιαίτερα διαδεδομένη άποψη εντοπίζει τα αίτια της κρίσης σε «λάθη» και «υπερβολές», όπως είναι η τιτλοποίηση χρεών, η κερδοσκοπία στην αγορά στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων, η κακή εκτίμηση του πιστωτικού κινδύνου από τις εταιρείες πιστωτικής αξιολόγησης κ.ο.κ., οι συνέπειες των οποίων φάνηκαν ήδη από το ξέσπασμα της κρίσης στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η κρίση αποτελεί, κατά μία έννοια, την άλλη όψη της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης των προηγούμενων ετών. Η θέση αυτή απορρίπτει τη λογική των «λαθών» και εντοπίζει ως «δημιουργό» της κρίσης συνολικά το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα κεφαλαιακής συσσώρευσης. Με άλλη διατύπωση, ακόμα και αν η κρίση δεν είχε ξεκινήσει από τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου (subprime δάνεια), κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι όλα θα ήταν ισορροπημένα.3 Οι ιστορικές διαστάσεις της παρούσας κρίσης διαψεύδουν οποιονδήποτε απολογητή του νεοφιλελευθερισμού.

    Στην παραπάνω κατεύθυνση, είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα:


    «Πρόκειται για μια κρίση που εκδηλώθηκε στη χρηματοπιστωτική σφαίρα η οποία είναι συστημική. Συστημική με την έννοια ότι γεννήθηκε από τα στοιχεία και τις σχέσεις που συνθέτουν τον πυρήνα του νεοφιλελευθέρου υποδείγματος. Συστημική, επίσης, διότι έπληξε σημαντικούς κόμβους του συστήματος και μέσω αυτών τους όρους οργάνωσης της διεθνούς κίνησης του κεφαλαίου. Συστημική με την έννοια επίσης ότι έπληξε το ισχυρότερο κέντρο οργάνωσης του υποδείγματος: τις αγορές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ που ήταν οδηγητικοί κόμβοι του συνολικού συστήματος για την οργάνωση αγορών, τη μεσολάβηση σε αυτές και την προώθηση χρηματοοικονομικών καινοτομιών και εργαλείων. Αν συνυπολογίσουμε ότι επλήγη και η Βρετανία, το δεύτερο κατά σειρά χρηματοπιστωτικό κέντρο, επίσης με πολύ μεγάλη ένταση, αποκτούμε μια εικόνα του γιατί επλήγη ο πυρήνας. Και, τέλος, συστημική διότι η ικανότητα του συλλογικού κεφαλαιοκράτη να εγγυάται τη λειτουργία αυτής της ρύθμισης επλήγη εξίσου. Η χρηματοπιστωτική κρίση δεν άργησε να μετατραπεί μέσω της δανειακής και χρηματοδοτικής “ασφυξίας” σε κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που άρχισε να πλήττει όλους τους κλάδους της οικονομίας (καίτοι όχι όλους με την ίδια ένταση)» (Μηλιός, Σωτηρόπουλος, 2011: 315-316, οι υπογραμμίσεις δικές μου).


    Επιπρόσθετα, η κυρίαρχη αντίληψη στα περισσότερα ρεύματα της Αριστεράς αντιλαμβάνεται την κρίση ως πρόβλημα ζήτησης. Μάλιστα, οι πιο μετριοπαθείς αποχρώσεις της Αριστεράς προβάλλουν την ανάγκη περιορισμού της ασυδοσίας των αγορών και μείωσης των κοινωνικών αδικιών, μέσα από τη χαλάρωση της λιτότητας και την ενίσχυση της απασχόλησης, πάντα στη βάση του «πολιτικού ρεαλισμού». Η γραμμή αυτή, έστω και έμμεσα, θεωρεί ότι οποιεσδήποτε αλλαγές δεν πρέπει (ή δεν μπορούν) να θίγουν τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Σε αντίθεση με αυτήν την προσέγγιση, η κρίση συνιστάπρόβλημα υπεραξίας, όπου το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο απαιτεί εκρηκτική αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, με το νεοφιλελευθερισμό να λειτουργεί ως αποτελεσματικό μοντέλο πειθαρχίας στην εξουσία του κεφαλαίου. Η κρίση παρουσιάζεται ως σημείο καμπής και επιτάχυνσης του ιστορικού χρόνου, που δίνει την ευκαιρία στις κυρίαρχες τάξεις να εμπεδώσουν, μέσα από τη «δημιουργική καταστροφή» που επιφέρει η λιτότητα, την παντοκρατορία του κεφαλαίου.

    Ο Μαρξ αναλύει το φαινόμενο των κρίσεων, ασκώντας κριτική στην υποκαταναλωτική θεωρία και τονίζοντας ότι είναι ταυτολογία να εντοπίζουμε τα αίτια των κρίσεων στη χαμηλή κατανάλωση των μαζών, καθότι οι κρίσεις ξεσπούν ακριβώς όταν η αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης έχει αυξηθεί:


    «Είναι καθαρή ταυτολογία να λέμε πως οι κρίσεις προέρχονται από έλλειψη κατανάλωσης ικανής να πληρώσει ή καταναλωτών ικανών να πληρώσουν. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα δεν γνωρίζει άλλες μορφές κατανάλωσης, παρά την κατανάλωση με πληρωμή, εκτός από την κατανάλωση sub forma pauperis [την κατανάλωση των απόρων] ή των “κατεργάρηδων”. Όταν μένουν απούλητα εμπορεύματα δεν σημαίνει άλλο, παρά πως δεν βρέθηκαν αγοραστές ικανοί να πληρώσουν, δηλαδή καταναλωτές (δεν έχει σημασία αν σε τελευταία ανάλυση τα εμπορεύματα αγοράζονται με σκοπό την παραγωγική ή την ατομική κατανάλωση). Αν όμως, για να δώσουν στην ταυτολογία αυτή μιαν επίφαση βαθύτερης δικαιολόγησης, μας πουν πως η εργατική τάξη παίρνει ένα πάρα πολύ μικρό μέρος του προϊόντος της, και πως επομένως το κακό μπορεί να θεραπευθεί, όταν η εργατική τάξη πάρει μεγαλύτερο μερτικό απ’ αυτό, όταν δηλαδή ο μισθός της αυξηθεί, – τότε αρκεί να παρατηρήσουμε μόνο πως κάθε φορά οι κρίσεις προετοιμάζονται ίσα-ίσα από μια περίοδο, όπου ανεβαίνει γενικά ο μισθός εργασίας και η εργατική τάξη παίρνει realiter [πράγματι] μεγαλύτερη μερίδα από το μέρος εκείνο του χρονιάτικου προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση. Αντίθετα, η περίοδος αυτή θα ’πρεπε – από την άποψη αυτών των ιπποτών του υγιούς και “απλού” λογικού – ν’ απομακρύνει την κρίση. Φαίνεται λοιπόν πως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή περικλείει όρους ανεξάρτητους από την καλή ή κακή θέληση, που τη σχετική εκείνη ευημερία της εργατικής τάξης την επιτρέπουν μόνο για μια στιγμή, και μάλιστα πάντα μόνο σαν το πουλί της καταιγίδας που μηνάει την κρίση» (Μαρξ, 1979: 410-411, οι υπογραμμίσεις δικές μου).


    Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνουμε τρεις πτυχές της κρίσης: την κρίση του κεφαλαίου, την κρίση των οικονομικών των κρατών και την κρίση της εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, η κρίση πλήττει την κερδοφορία του κεφαλαίου, καθώς ανακύπτει πρόβλημα αξιοποίησης των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων. Ανακύπτει το φάσμα της μαζικής απαξίωσης κεφαλαίων, η οποία συντελείται σε όλες τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης. Παρ’ όλα αυτά, όπως είδαμε ήδη από την πρώτη φάση της κρίσης, τα κράτη παρεμβαίνουν ώστε να θωρακίσουν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την καπιταλιστική κυριαρχία συνολικότερα. Σε αντίθεση με τους αφορισμούς των νεοφιλελεύθερων ενάντια σε οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση εμποδίζει το «ελεύθερο χέρι» της αγοράς, το καπιταλιστικό κράτος αναδεικνύεται και πάλι ως το πεδίο υλικής συμπύκνωσης των ταξικών συσχετισμών και προάσπισης των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κεφαλαίου. Αποτέλεσμα είναι η κρίση των οικονομικών των κρατών, όπως αυτή αποτυπώνεται στη διόγκωση των δημόσιων ελλειμμάτων και χρεών. Η περίπτωση της Ελλάδας με τις αλλεπάλληλες οικονομικές ενισχύσεις του τραπεζικού συστήματος είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Το κόστος της διάσωσης του κόσμου του κεφαλαίου μετακυλίεται στις πλάτες της μισθωτής εργασίας και των υποτελών τάξεων ευρύτερα, μέσω της λιτότητας και της επίθεσης στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, πάντα υπό τις προτροπές για «εθνική ενότητα» και «ομοψυχία» με στόχο την έξοδο από την κρίση.

    Μπορούμε, πλέον, να έρθουμε στο πρόβλημα της ανάλυσης της στρατηγικής της λιτότητας με βάση τη μαρξική θεωρία. Η λιτότητα υπήρξε εξ αρχής η άμεση απάντηση στην πτώση της κερδοφορίας του κεφαλαίου λόγω της κρίσης. Η στρατηγική αυτή μειώνει το εργασιακό κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος με αποτέλεσμα να αυξάνει το ποσοστό κέρδους των επιχειρήσεων. Επίσης, σε καθεστώς μείωσης των επενδύσεων υπάρχει προσπάθεια οικονομίας στη χρήση σταθερού («υλικού») κεφαλαίου. Η όλη διαδικασία θωρακίζεται από κατάλληλες θεσμικές παρεμβάσεις εκ μέρους του κράτους, όπως είναι η απελευθέρωση των απολύσεων, η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους, οι οποίες αποδιαρθρώνουν το δίχτυ προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων, προωθούν τις ελαστικές μορφές εργασίας έναντι των σταθερών μορφών και εξατομικεύουν τη διαπραγμάτευση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.4 Επιπλέον, οι παρεμβάσεις αυτές στοχεύουν στην ενίσχυση της κινητικότητας των κεφαλαίων και στην όξυνση του κεφαλαιακού ανταγωνισμού, ώστε να εκκαθαριστούν τα μη επαρκώς αξιοποιούμενα κεφάλαια, με βασικό αποτέλεσμα τη χρεοκοπία χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Έτσι, ενισχύεται η θέση των καπιταλιστών, είτε πρόκειται για διευθυντές-ενεργούς καπιταλιστές είτε πρόκειται για καπιταλιστές του χρήματος, στον ταξικό ανταγωνισμό με την εργασία και τις υποτελείς τάξεις ευρύτερα. Η συγκεκριμένη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων αφορά το επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης, αλλά και, κυρίαρχα, συνολικά τον κοινωνικό σχηματισμό εντός του οποίου εφαρμόζεται η λιτότητα. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι οι ταξικές συγκρούσεις κρίνονται πάντα στο συνολικό-κοινωνικό επίπεδο, όπου η καπιταλιστική τάξη και η εργατική τάξη τείνουν να λάβουν τη μορφή αντιμαχόμενων κοινωνικών δυνάμεων. Άρα, η λιτότητα επιφέρει μία πρωτογενή αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου υπέρ των κυρίαρχων τάξεων.

    Παράλληλα όμως, η λιτότητα ενεργοποιεί και μία δευτερογενή αναδιανομή. Στη βάση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της αντιμετώπισης της κρίσης των οικονομικών των κρατών, συντελείται μία δραστική περικοπή δημόσιων δαπανών, συρρικνώνεται το κοινωνικό κράτος και καταργούνται οι κρατικές δομές πρόνοιας. Παρατηρείται, δηλαδή, μία συρρίκνωση του λεγόμενου «κοινωνικού» μισθού των εργαζομένων, οι οποίοι βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται περαιτέρω στην κατεύθυνση αναπλήρωσης της εργασιακής τους δύναμης. Το δημόσιο χρέος διαδραματίζει εδώ κομβικό ρόλο, λειτουργώντας ως μηχανισμός επιβολής προγραμμάτων λιτότητας. Επιπρόσθετα, περικόπτονται οι φόροι επί του κεφαλαίου, εξαφανίζεται σταδιακά κάθε έννοια προοδευτικότητας στο φόρο εισοδήματος και ενισχύεται η έμμεση φορολογία, η οποία πάντα είναι ταξικά άδικη για τους «από κάτω». Μάλιστα, η αστική τάξη δεν αρκείται στην ιδιοποίηση της παρούσας εργασίας των εργαζόμενων τάξεων, μέσω της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης, και στη δέσμευση της μελλοντικής εργασίας, μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της προεξόφλησης της μελλοντικής υπεραξίας, αλλά επιτίθεται και στην παρελθούσα εργασία, η οποία έχει αποκρυσταλλωθεί στη μορφή των περιουσιακών στοιχείων.5 Συνεπώς, η λιτότητα υλοποιεί μία συνολική διαδικασία υποβιβασμού του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, ενώ επιχειρείται να φορτωθούν τα βάρη από τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις υποτελείς τάξεις.

    Καθίσταται σαφές ότι η λιτότητα αποτελεί μία κατεξοχήν ταξική πολιτική για την έξοδο από την κρίση προς όφελος των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κεφαλαίου. Πρόκειται για μία ξεκάθαρα επιθετική στρατηγική της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης και των συμμάχων της. Ο θεμελιώδης στόχος της είναι η επιβολή ενός «ασιατικού» εργασιακού μοντέλου με σημαντικά χαμηλότερους μισθούς, ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα, εκμηδένιση και εξατομίκευση της διαπραγματευτικής δύναμης της μισθωτής εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο και τις οργανώσεις του και δραστικά περιορισμένες κοινωνικές παροχές. Τα παραπάνω σημαίνουν ότι από τη λιτότητα πλήττονται οι εργαζόμενες τάξεις, αλλά το κυρίαρχο ταξικό μπλοκ βγαίνει κερδισμένο.

    Η λιτότητα συνιστά εξ ορισμού στρατηγική συρρίκνωσης της ζήτησης, γεγονός που ανατροφοδοτεί την οικονομική ύφεση, δημιουργώντας ερωτήματα για την «αποτελεσματικότητά» της. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το ότι θεωρείται ως μία «ανορθολογική» πολιτική, άποψη ιδιαίτερα διαδεδομένη στους κόλπους της Αριστεράς. Ωστόσο, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, η «αποτελεσματικότητα» μίας πολιτικής πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της ταξικής ανάλυσης. Στην περίπτωση της σημερινής κρίσης και της κυρίαρχης αστικής στρατηγικής της λιτότητας, το καθεστώς της ύφεσης συγκροτεί συγκεκριμένες αντικειμενικές συνθήκες ταξικής πόλωσης. Οι επιχειρήσεις όλων των μεγεθών είναι αναγκασμένες να αναζητήσουν το μέλλον τους κινούμενες προς μορφές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας. Γενικά, η απόλυτη υπεραξία παράγεται από τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε ένα δεδομένο τεχνολογικό περιβάλλον, μέσω της παράτασης της εργάσιμης ημέρας και της εντατικοποίησης της εργασίας (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης, 2005: 81). Οι μορφές αυτές είχαν σταδιακά περιοριστεί από τις αρχές του 20ού αιώνα στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Αυτό διότι επικράτησε η παραγωγή σχετικής υπεραξίας, η οποία προκύπτει από αυξήσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας, με αποτέλεσμα τη συμπίεση της αξίας της μονάδας των εμπορευμάτων και την έμμεση μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου (ό.π.: 81). Το σύνολο των επιστημονικών ανακαλύψεων, των τεχνολογικών καινοτομιών και της προόδου της ανθρώπινης σκέψης ερμηνεύεται ως μία μακρά ιστορική διαδικασία συμβολής στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας. Στις συνθήκες της πρωτοφανούς κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που διανύουμε, απαιτείται εκρηκτική αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας, γεγονός που οδηγεί στην ενίσχυση της απόλυτης υπεραξίας.

    Οι φορείς που υλοποιούν την παραπάνω διαδικασία «αντιλαμβάνονται» την κρίση ως «ευκαιρία» για τη διαμόρφωση μίας διαδικασίας «δημιουργικής καταστροφής». Μεγάλες στρατιές ανέργων προστίθενται στο αχρησιμοποίητο εργατικό δυναμικό, 6 επιχειρήσεις υπολειτουργούν αυξάνοντας διαρκώς το αργούν εργατικό δυναμικό, ενώ άλλες (ιδιαίτερα μικρές και μεσαίες στο λιανικό εμπόριο) κλείνουν, τη στιγμή που υπερισχύουν οι μεγαλύτερες. Πρόκειται για μία διαδικασία κοινωνικοοικονομικού κανιβαλισμού και δαρβινισμού, αυτό που ο Μαρξ ονόμασε μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, το μέγεθος της οποίας εξαρτάται άμεσα από το μέγεθος της κρίσης. Τα ισχυρότερα κεφάλαια βγαίνουν ενισχυμένα από τη διαδικασία αυτή, καθώς μπορούν να αξιοποιήσουν τις συνθήκες ακραίας εκμετάλλευσης της εργασίας και να ικανοποιήσουν τη ζήτηση των ανταγωνιστών τους που υπέκυψαν στην αρένα του κεφαλαιακού ανταγωνισμού. Στο σημείο αυτό, είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε ότι η λιτότητα δεν εφαρμόζεται από τον κάθε καπιταλιστή κατά βούληση, αλλά συνιστά μία τάση που επιβάλλεται στους πάντες (είτε είναι κυρίαρχοι είτε κυριαρχούμενοι) από τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στο επίπεδο ενός κοινωνικού σχηματισμού. Ο Μαρξ περιγράφει το πώς η αύξηση της κερδοφορίας αποτελεί (πάντα, οπότε και στις κρίσεις) μία ροπή εγγενή στην κεφαλαιακή σχέση, η οποία διαμορφώνει τη βούληση και τις κινήσεις των φορέων της, ως εξής:


    «Σαν συνειδητός φορέας αυτής της κίνησης [εννοείται: της κίνησης του κεφαλαίου], ο κάτοχος του χρήματος γίνεται κεφαλαιοκράτης. Το πρόσωπό του, ή πιο σωστά η τσέπη του, είναι η αφετηρία και το σημείο επιστροφής του χρήματος. Το αντικειμενικό περιεχόμενο της κυκλοφορίας αυτής – η αξιοποίηση της αξίας – είναι ο δικός του υποκειμενικός σκοπός, και μόνο εφόσον το μοναδικό κίνητρο των επιχειρήσεών του είναι η αυξανόμενη ιδιοποίηση του αφηρημένου πλούτου, λειτουργεί σαν κεφαλαιοκράτης ή σαν κεφάλαιο προσωποποιημένο, προικισμένο με θέληση και συνείδηση. Επομένως δεν πρέπει ποτέ να πραγματευόμαστε την αξία χρήσης σαν άμεσο σκοπό του κεφαλαιοκράτη. Ούτε επίσης το κέρδος για μια μόνο φορά, παρά μόνο την ακατάπαυστη κίνηση του κερδίζειν» (Μαρξ, 2002: 165-166, οι υπογραμμίσεις δικές μου).


    Εντούτοις, η λιτότητα οδηγεί στην έξοδο από την κρίση μέσα από ένα μικρότερο παραγωγικό σύστημα. Η «δημιουργική καταστροφή», την οποία επιφέρει στους κοινωνικούς σχηματισμούς που εφαρμόζεται, αποσκοπεί στη μορφοποίηση, θεσμική αποκρυστάλλωση και παγίωση ενός νέου καθεστώτος κεφαλαιακής συσσώρευσης, το οποίο θα έχει τα ταξικά χαρακτηριστικά που εκθέσαμε. Παρόλο που κυριαρχεί στην Αριστερά η καταστροφολογική άποψη ότι η λιτότητα αδυνατεί ως στρατηγική να οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση και καταδικάζει το καπιταλιστικό σύστημα παγκοσμίως σε μία μόνιμη ύφεση, η πραγματικότητα έρχεται για να ακυρώσει τέτοιου είδους φρούδες ελπίδες, που ακόμα και σήμερα βασίζονται στην αντίληψη ότι «υπάρχουν μόνιμες κρίσεις». Μια ματιά σε βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας αρκεί για να αποδείξει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός εξέρχεται σταδιακά από τη φάση της μεγάλης ύφεσης σε μία περίοδο στασιμότητας, χωρίς βέβαια αυτό να καθιστά σίγουρη την αποφυγή ενός νέου «επεισοδίου» στην εξέλιξη της παγκόσμιας κρίσης. Πιο συγκεκριμένα, ύστερα από την εξαετία 2008-2014, κατά την οποία υπήρξε μία ιστορικών διαστάσεων ύφεση και χάθηκε περίπου το ¼ του ελληνικού ΑΕΠ, εμφανίζονται σαφέστατες ενδείξεις ανάκαμψης του κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας του ελληνικού καπιταλισμού. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία πρόσφατης έρευνας, 7 η οποία βασίζεται στα οικονομικά μεγέθη ενός μεγάλου δείγματος εταιρειών, όπως αυτά δίνονται στους ισολογισμούς χρήσης τους. Πρόκειται για εταιρείες στους τομείς της βιομηχανίας, του εμπορίου, της παροχής υπηρεσιών, των κατασκευών και του τουρισμού, ενώ η σύγκριση πραγματοποιείται μεταξύ των ετών 2013 και 2014. Μεταξύ των εταιρειών αυτών, αναδεικνύεται ένα ισχυρό τμήμα με τις 500 πιο κερδοφόρες, οι οποίες κατέχουν ηγεμονική θέση στον ελληνικό καπιταλισμό. Είναι ενδεικτικό το παρακάτω απόσπασμα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας:


    «Το έτος 2014 ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την ελληνική οικονομία, δεδομένου ότι μετά από μία εξαετία βαθιάς ύφεσης (το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η υποχώρηση του ΑΕΠ να υπερβεί το 25%) υπήρξε ανάσχεση της πτωτικής πορείας στην οποία βρισκόταν η ελληνική οικονομία και καταγραφή θετικού ρυθμού μεταβολής για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης. […] Εξετάζοντας τα μεγέθη που περιλαμβάνονται στους ισολογισμούς και τα οικονομικά αποτελέσματα όλων των επιχειρήσεων του δείγματος, φαίνεται ότι το 2014 αποτέλεσε έτος ανακοπής της φθίνουσας πορείας που επικρατούσε επί σειράν ετών, παρά τις σημαντικές διαφορές που εμφανίζουν οι επί μέρους τομείς δραστηριότητας. Με βάσει τις οικονομικές καταστάσεις ενός δείγματος 14.223 ελληνικών επιχειρήσεων (εκτός τραπεζών-ασφαλειών), το τελευταίο έτος καταγράφηκε όχι μόνο ανακοπή της πτώσης, αλλά και μικρή αύξηση των πωλήσεων. Παράλληλα, σημειώθηκε εντυπωσιακή βελτίωση των λειτουργικών αποτελεσμάτων των ελληνικών επιχειρήσεων. Παρόλα αυτά, το συνολικό καθαρό αποτέλεσμα ήταν ζημιογόνο για άλλη μία χρονιά, όμως οι ζημίες περιορίστηκαν σημαντικά κατά την τελευταία χρήση. Οι μόνοι κερδοφόροι κλάδοι για το 2014 ήταν το εμπόριο και ο τουρισμός» (Δελτίο Τύπου της έρευνας της ICAP, http://www.icap.gr/Default.aspx?id=9822&nt=146&lang=1).


    Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική της λιτότητας κάθε άλλο παρά «ανορθολογική» είναι, καθώς έχει μία ιστορικά συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική λογική. Λειτουργεί περικόπτοντας το εργατικό κόστος και τις κοινωνικές δαπάνες και εκκαθαρίζοντας τα μη κερδοφόρα κεφάλαια, ώστε να ενισχυθεί το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο και να δημιουργηθούν οι όροι για την παγίωση ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης. Το καθεστώς αυτό θα χαρακτηρίζεται από χρόνια υψηλή ανεργία και μόνιμα απορυθμισμένη αγορά εργασίας, ως μέσα πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων. Προκειμένου να κατανοήσουμε τη λιτότητα και να μη μείνουμε στην απλή παρατήρηση της κοινωνικής πραγματικότητας, οφείλουμε να αντιληφθούμε την πολιτική ως τη διαρκή αναδιάταξη του συσχετισμού δύναμης μεταξύ των πολιτικών υποκειμένων. Ο εκάστοτε συσχετισμός δύναμης αντανακλά, χρονικά και χωρικά, συγκεκριμένα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα. Οι συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης, μολονότι υπονομεύουν την καπιταλιστική εξουσία, συγκροτούν το κατάλληλο τοπίο για μία ριζική μετατόπιση του συσχετισμού ταξικών δυνάμεων προς όφελος των κυρίαρχων τάξεων και της καπιταλιστικής εξουσίας. Η εμβάθυνση της νεοφιλελεύθερης μορφής άσκησης της εξουσίας αυτής περνά αναγκαστικά μέσα από τη στρατηγική της λιτότητας, δηλαδή μέσα από μία ιστορικά πρωτοφανή αναδιανομή εισοδήματος, πλούτου και εξουσίας υπέρ των κυρίαρχων τάξεων.


    2. Το σχέδιο της Ζώνης του Ευρώ,

    το μη-δίλημμα και η πειθάρχηση στον νεοφιλελευθερισμό


    Ο νεοφιλελευθερισμός αποδείχτηκε εφιαλτικός για τους λάτρεις της «αυτόνομης» εθνικής ανάπτυξης και των μέτρων προστατευτισμού, δηλαδή για όλους αυτούς που είδαν με αμηχανία την απελευθέρωση των αγορών και του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού να αντικαθιστούν το καθεστώς του Μπρέτον Γουντς. Στην Ευρώπη, το σχέδιο της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ) δομήθηκε ακριβώς στη βάση των επιταγών του νεοφιλελευθερισμού, γεγονός που εγγράφηκε στην ίδια την αρχιτεκτονική της. Θεμελιώδης κατεύθυνση των περισσότερων αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων κοινωνικών σχηματισμών ήταν και εξακολουθεί να είναι η έκθεση των ατομικών κεφαλαίων τους στην αρένα του διεθνούς ανταγωνισμού, σε συνθήκες διαρκούς εποπτείας και διεύθυνσης από τις χρηματαγορές.8 Ιδιαίτερα σε σχέση με τη ΖτΕ, προκύπτει ένα κομβικό ερώτημα που κυριαρχεί στις περισσότερες συζητήσεις γύρω από τις εξελίξεις αυτές, σχετικά με το πώς μπορεί να αποτελέσει στρατηγική επιλογή του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας ενός κοινωνικού σχηματισμού η συμμετοχή σε μία οικονομική και νομισματική ένωση με περισσότερο ανταγωνιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Για παράδειγμα, η ελληνική αστική τάξη στήριξε εξ αρχής την ένταξη της χώρας στη ΖτΕ και της προσέδωσε χαρακτήρα «εθνικού οράματος».

    Προκειμένου να δώσουμε απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει να εξετάσουμε την έννοια του κεφαλαιακού ανταγωνισμού στο σύστημα της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας του Μαρξ. Αντικείμενο του Μαρξ στο θεωρητικό σύστημα αυτό, με κεντρικό έργο το Κεφάλαιο, δεν είναι η καπιταλιστική Βρετανία της εποχής του, ούτε κάποια άλλη χώρα ή ιστορική εποχή. Είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (ΚΤΠ), δηλαδή οι δομικές σχέσεις που αναγκαστικά θα χαρακτηρίζουν κάθε καπιταλιστική χώρα, ανεξάρτητα από την ιστορική περίοδο ή το επίπεδο ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μαρξ ορίζει την έννοια του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο συνιστά την έννοια του κεφαλαίου στο επίπεδο της συνολικής καπιταλιστικής οικονομίας. Η έννοια αυτή χρησιμοποιείται από τον Μαρξ για την ερμηνεία των συνολικών αιτιακών καθορισμών της καπιταλιστικής οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, τα διάφορα ατομικά κεφάλαια ενός κοινωνικού σχηματισμού, στον οποίο κυριαρχεί ο ΚΤΠ, δεν αποτελούν απλώς ένα άθροισμα επιμέρους δομών (καπιταλιστικών επιχειρήσεων), αλλά συγκροτούνται σε ενιαία κοινωνική δύναμη, δηλαδή σε κοινωνική τάξη που αντιτίθεται και κυριαρχεί πάνω στην εργασία. Αυτό καθίσταται εφικτό μέσω του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οι εγγενείς στον ΚΤΠ κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες διαμορφώνονται στο επίπεδο του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, επιβάλλονται στα ατομικά κεφάλαια μέσω του ανταγωνισμού και καθορίζουν την πορεία και τους «σκοπούς» τους. Με άλλη διατύπωση, τα θεσμικά ανεξάρτητα ατομικά κεφάλαια ενός κοινωνικού σχηματισμού μετασχηματίζονται σε συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο, καθώς αλληλοδιαπλέκονται μέσω του ανταγωνισμού.

    Τα ατομικά κεφάλαια λειτουργούν με γνώμονα τη μεγιστοποίηση του κέρδους τους. Η διαδικασία αυτή υποτάσσεται, μέσω του ανταγωνισμού, στην τάση εξίσωσης του ποσοστού κέρδους και διαμόρφωσης ενός μέσου κέρδους. Η τάση αυτή, όπως την ανέλυσε ο Μαρξ, εμφανίζεται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό κάθε παραγωγικού κλάδου ή τομέα τείνει να εξισώσει το ποσοστό κέρδους των μεμονωμένων κεφαλαίων, παρά τις όποιες διαφορές υφίστανται στην παραγωγικότητα και την οργανική σύνθεση του εκάστοτε κεφαλαίου. Αποτέλεσμα είναι η διαρκής πίεση σε κάθε καπιταλιστική επιχείρηση για αύξηση της παραγωγικότητας και αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση της εργασίας. Διαφορετικά, η συμπίεση του κέρδους σε χαμηλότερο επίπεδο από αυτό που προκύπτει από την εξίσωση του ποσοστού κέρδους οδηγεί σε απόσυρση από τον κλάδο ή ακόμα και στη χρεοκοπία. Σε ένα δεύτερο και συνολικότερο επίπεδο, ο ανταγωνισμός στο επίπεδο της καπιταλιστικής οικονομίας έχει ως συνέπεια την κινητικότητα του κεφαλαίου και το πέρασμα από τον έναν κλάδο στον άλλο, με κριτήριο την αναζήτηση των βέλτιστων ευκαιριών για παραγωγική τοποθέτηση και κερδοφορία. Έτσι, τείνει να διαμορφωθεί το γενικό ποσοστό κέρδους στο σύνολο του κοινωνικού σχηματισμού (Μηλιός, Σωτηρόπουλος, 2011: 203-204).

    Αυτή η ασταμάτητη κίνηση του κεφαλαίου, που εκτέθηκε συνοπτικά παραπάνω, χαρακτηρίζει κάθε κοινωνικό σχηματισμό με κυρίαρχο τον ΚΤΠ. Οι μετακινήσεις μεταξύ των διάφορων σφαιρών της καπιταλιστικής παραγωγής στη βάση της αναζήτησης των καλύτερων αποδόσεων, διαδικασία η οποία θα ήταν αδύνατη χωρίς τον κεντρικό και διευθυντικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, συνθέτουν το πλέγμα της εξίσωσης του γενικού ποσοστού κέρδους και της κυριαρχίας του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου. Αναγκαίος όρος στην κατεύθυνση αυτή, όρος που εγγράφεται στο εσωτερικό της κεφαλαιακής σχέσης, οργανώνει το κεφάλαιο σε ταξική δύναμη και δεν μπορεί να καταργηθεί, είναι ο ελεύθερος ανταγωνισμός, η ανάπτυξη του οποίου είναι ταυτόσημη με την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ο Μαρξ το θέτει ρητά και απερίφραστα:


    «Ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι η σχέση του κεφαλαίου προς τον εαυτό του σαν ένα άλλο κεφάλαιο, δηλαδή η πραγματική συμπεριφορά του κεφαλαίου σαν κεφαλαίου. Οι εσωτερικοί νόμοι του κεφαλαίου – που στα ιστορικά προστάδια της εξέλιξής του εμφανίζονται μόνο σαν τάσεις – τοποθετούνται τώρα σαν νόμοι. Η παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο τοποθετείται στις επαρκείς της μορφές μόνο στο βαθμό και στο μέτρο που αναπτύσσεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, γιατί αυτός είναι η ελεύθερη ανάπτυξη του τρόπου παραγωγής που βασίζεται στο κεφάλαιο, η ελεύθερη ανάπτυξη των όρων και της διαδικασίας του κεφαλαίου, σαν διαδικασίας που ολοένα αναπαράγει αυτούς τους όρους. […] Ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι η πραγματική ανάπτυξη του κεφαλαίου. Αυτός τοποθετεί σαν εξωτερική αναγκαιότητα για το ατομικό κεφάλαιο αυτό που ανταποκρίνεται στη φύση του κεφαλαίου, στον τρόπο παραγωγής που βασίζεται στο κεφάλαιο, αυτό που ανταποκρίνεται στην έννοια του κεφαλαίου. […] Ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι όμως η επαρκής μορφή της παραγωγικής διαδικασίας του κεφαλαίου. Όσο αναπτύσσεται παραπέρα, τόσο καθαρότερα προβάλλουν οι μορφές κίνησης του κεφαλαίου.» (Μαρξ, 1990: 498, οι υπογραμμίσεις δικές μου).


    Είμαστε σε θέση, πλέον, να ερμηνεύσουμε την έκθεση των ατομικών κεφαλαίων στο διεθνή ανταγωνισμό όχι μόνο ως διαδικασία, η οποία συνάδει με την ίδια τη φύση του ΚΤΠ, αλλά και ως επιθετική στρατηγική για την αναδιοργάνωση της καπιταλιστικής εξουσίας και την αναδιάταξη του συσχετισμού ταξικών δυνάμεων, μέσα από την επίθεση στην εργασία. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου, η νεοφιλελεύθερη στρατηγική ισοδυναμεί με μία «απάντηση» στο «τρίλημμα της οικονομικής πολιτικής», η οποία υποτάσσει τις ανάγκες της εργασίας στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και στη σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Εντούτοις, η νεοφιλελεύθερη στρατηγική απαιτεί την άρση κάθε φραγμού και μορφής προστατευτισμού μεταξύ των ατομικών κεφαλαίων μίας καπιταλιστικής χώρας και της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό διότι ο κεφαλαιακός ανταγωνισμός μπορεί να λειτουργήσει ως «όχημα» μεταφοράς των πιέσεων στην εργασία και επίτευξης υψηλών ρυθμών κεφαλαιακής συσσώρευσης μόνο στην περίπτωση οργανικής και πλήρους ενσωμάτωσης της χώρας στο παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο «τοπίο».

    Στη βάση αυτή, η δημιουργία της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ) υπήρξε η λογική συνέχεια του σχεδίου της «ενιαίας αγοράς» της δεκαετίας του 1980, στην κατεύθυνση της εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού και της εξασφάλισης των απαραίτητων συνθηκών για την επίθεση στις εργαζόμενες τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών. Στόχος ήταν η δημιουργία ενός οικονομικού περιβάλλοντος ικανού να συνθλίβει διαρκώς το κοινωνικό κράτος και να περιορίζει δραστικά τα περιθώρια άσκησης προνοιακών κρατικών πολιτικών. Η νομισματική ενοποίηση αναδείχθηκε ως όρος για την οικονομική ενοποίηση, καθότι το καθεστώς των νομισματικών υποτιμήσεων συνιστούσε μία εν δυνάμει πηγή συναλλαγματικής αστάθειας και μέτρων προστατευτισμού, δηλαδή ένα διαρκή κίνδυνο για την οικονομική ενοποίηση και τη στρατηγική της έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό. Έτσι, το ενιαίο νόμισμα και η συνακόλουθη απώλεια της αυτόνομης νομισματικής πολιτικής των κρατών-μελών της ΖτΕ ήταν απαραίτητα στοιχεία.

    Στο σημείο αυτό, πρέπει να σταθούμε παραπάνω στο μηχανισμό μεταφοράς των πιέσεων στην εργασία, τον οποίο συγκροτεί η θεσμική διάρθρωση της ΖτΕ. Η συζήτηση στην Αριστερά για το χαρακτήρα της ευρωπαϊκής οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης έχει κινηθεί, σε μεγάλο βαθμό, σε μία κατεύθυνση αναγωγής του ενιαίου νομίσματος στο «απόλυτο» εργαλείο για την πειθάρχηση της εργασίας, αδυνατώντας να συλλάβει τη συνολική εικόνα του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού. Η διαρκής προσαρμογή της «μεταβλητής» της εργασίας στις ανταγωνιστικές πιέσεις, που προκύπτουν από τη λειτουργία της ΖτΕ, μοιάζει να αποδίδεται στο «μαγικό ραβδί» του ευρώ. Ωστόσο, είναι, κυρίως, ο διευθυντικός και εποπτικός ρόλος των χρηματαγορών και η άσκηση συγκεκριμένης δημοσιονομικής πολιτικής που συνθέτουν το πλαίσιο για την πρόσδεση των κρατών-μελών στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Το ενιαίο νόμισμα προκύπτει ως αναγκαία συνθήκη για τη συγκεκριμένη λειτουργία της ΖτΕ, αλλά δεν συνιστά τον κεντρικό κόμβο του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Ας γίνουμε, όμως, πιο συγκεκριμένοι.

    Σε συνθήκες διαρκούς έκθεσης των ατομικών κεφαλαίων στο διεθνή ανταγωνισμό, οι χρηματαγορές διαδραματίζουν το ρόλο των δομών διαρκούς εποπτείας και διεύθυνσης, αξιολογώντας και ποσοτικοποιώντας τα αποτελέσματα της αξιοποίησης των ατομικών κεφαλαίων, πάντα στην κατεύθυνση των συμφερόντων του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου. Μέσω αυτής της διαδικασίας, οξύνεται ο διεθνής ανταγωνισμός και εντείνεται η κινητικότητα του κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο, ταυτόχρονα με την ένταση των πιέσεων εις βάρος της μισθωτής εργασίας. Σε συνθήκες νεοφιλελευθερισμού, ο διευθυντικός ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ως απαίτηση του κεφαλαίου έναντι της εργασίας, «απογειώνεται» αποκτώντας νέα «ποιότητα». Αυτό καθίσταται εφικτό μέσω της κυριαρχίας νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, όπως τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα, τα οποία διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στις διαδικασίες αποτίμησης και επανατιμολόγησης του κινδύνου. Επιπλέον, ο έλεγχος της ικανότητας των κυβερνήσεων και ευρύτερα των κρατών-μελών να κινούνται εντός του νεοφιλελεύθερου πλαισίου πραγματοποιείται μέσω των δομών του «φιλελευθεροποιημένου» χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο τρόμος του «πιστωτικού γεγονότος», της αρνητικής «αξιολόγησης» και της «φυγής» κεφαλαίων κρέμεται πάνω από κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

    Παρ’ όλα αυτά, στις συζητήσεις για το σχέδιο της ΖτΕ, επικράτησε εξ αρχής η αντίληψη ότι οι «φιλελευθεροποιημένες» αγορές δεν αρκούν για την αποτελεσματική εποπτεία των κρατών-μελών. Αναγνώστηκε ο κίνδυνος τα κράτη-μέλη να προβούν στην άσκηση όχι απαραίτητα νεοφιλελεύθερων, με τη στενή έννοια, δημοσιονομικών πολιτικών, να μην πειθαρχήσουν, δηλαδή, στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Αυτό διότι το πλαίσιο του ενιαίου νομίσματος από μόνο του δεν αρκούσε για τη ρητή απαγόρευση πολιτικών χαλάρωσης της χρηματοπιστωτικής εποπτείας και ενίσχυσης του προνοιακού μοντέλου κρατικών πολιτικών. Η ανυπαρξία ενός κεντρικού ομοσπονδιακού μηχανισμού, όπως είναι η κεντρική κυβέρνηση των ΗΠΑ, για τον περιορισμό των βαθμών ελευθερίας των κρατών-μελών, λόγω της απουσίας πολιτικής ενοποίησης, 9 οδήγησε στη δημιουργία μίας κοινής συμφωνίας για την εξασφάλιση της (νεοφιλελεύθερης) σταθερότητας: του Συμφώνου Σταθερότητας της συνθήκης του Μάαστριχτ. Το Σύμφωνο Σταθερότητας θέτει, σχεδόν αξιωματικά θα έλεγε κανείς, τα κριτήρια δημοσιονομικού ελλείμματος μικρότερου από 3% του ΑΕΠ και χρέους μικρότερου από 60% του ΑΕΠ, τα οποία πρέπει να τηρούν τα κράτη-μέλη ή έστω να κινούνται προς την κατεύθυνση ικανοποίησής τους. Έτσι, η δημοσιονομική πολιτική κάθε κράτους-μέλους εγκλωβίζεται στη διαδικασία επίτευξης των στόχων του Συμφώνου, γεγονός που φαίνεται πιο έντονα στη διάρκεια της κρίσης.

    Επιπλέον, η θεσμική διάρθρωση της ΖτΕ δεν θα μπορούσε να προωθεί τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική χωρίς την κατάλληλη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Στο πλαίσιο του «κλασικού» αστικού κράτους η άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής συνδέεται με τη λειτουργία της κρατικής κεντρικής τράπεζας. Ωστόσο, όπως ήδη αναλύθηκε, στο πλαίσιο της ΖτΕ η άσκηση νομισματικής πολιτικής εκχωρείται στη φαινομενικά «ανεξάρτητη» ΕΚΤ, η οποία ελέγχει τις ροές του χρήματος. Το Σύμφωνο Σταθερότητας περιλαμβάνει ρητές απαγορεύσεις προς την ΕΚΤ για πράξεις χρηματοδότησης των κρατικών χρεών, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την υποχρέωση μίας Κεντρικής Τράπεζας να λειτουργεί ως δανειστής τελευταίας καταφυγής, ενώ δεν επιτρέπεται στα κράτη-μέλη να διασώσουν ένα άλλο κράτος-μέλος (απαγόρευση bail out). (Μηλιός, Σωτηρόπουλος, 2011: 406). Το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο εκθέτει σκόπιμα τις χώρες της ΖτΕ στον κίνδυνο χρεοστασίου και συμβαδίζει με τη νεοφιλελεύθερη αρχή της έκθεσης των κρατικών πολιτικών στην αξιολόγηση των αγορών. Οι συνέπειες είναι ορατές στα χρόνια της παγκόσμιας κρίσης και της κρίσης χρέους που πλήττει πολλές χώρες. Τα κράτη-μέλη της οικονομικής και νομισματικής ένωσης είναι υποχρεωμένα να περικόπτουν συνεχώς κοινωνικές δαπάνες, υποτάσσοντας τη δημοσιονομική πολιτική τους στην αποπληρωμή των οφειλών προς τους κατόχους κρατικών ομολόγων.

    Συμπεραίνουμε ότι το κοινό νόμισμα εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προωθεί την εμβάθυνση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης. Υπό αυτό το πρίσμα, καθίσταται σαφές το πώς ακριβώς οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις βλέπουν την κρίση ως «ευκαιρία», δηλαδή ως σημείο καμπής που δίνει τη δυνατότητα για ριζικές μεταβολές στην ένταση και στο χρόνο εκδήλωσης της νεοφιλελεύθερης επίθεσης. Τα κράτη-μέλη, συμμετέχοντας στη ΖτΕ, τίθενται διαρκώς μπροστά σε ένα δίλημμα: είτε να τηρήσουν απαρέγκλιτα τη λιτότητα και να προωθήσουν την επίθεση στην εργασία και το δημόσιο πλούτο, είτε να υποστούν τις πιέσεις των αγορών, δηλαδή τα ενδεχόμενα προβλήματα ρευστότητας, την αρνητική αξιολόγηση και το χρεοστάσιο. Πρόκειται, στην ουσία, για μια συνθήκη που δυσχεραίνει την όποια εναλλακτική πορεία ευνοώντας τη διατήρηση του νεοφιλελεύθερου πλαισίου. Αυτό διότι όσα κράτη-μέλη βρεθούν μπροστά στον κίνδυνο χρεοστασίου, όπως η Ελλάδα, είναι αναγκασμένα να «επιλέξουν» ένα πακέτο μέτρων «διάσωσης», ισοδύναμο ή και χειρότερο από την πρώτη περίπτωση. Στη βάση αυτή, το δημόσιο χρέος λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής της λιτότητας, καθώς «προσδένει» τις χώρες στο νεοφιλελεύθερο «άρμα». Συνολικά, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η παραπάνω διαδικασία συνιστά μία προσπάθεια των ευρωπαϊκών ελίτ να ισορροπήσουν μεταξύ των κινδύνων απόκλισης από το νεοφιλελευθερισμό και τη λιτότητα, από τη μία, και των κινδύνων κινηματικών διεργασιών και πολιτικών ανατροπών, από την άλλη. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προσπάθεια αυτή διαπερνάται από μία αναπόφευκτη δυναμική «αστάθειας»: το αστάθμητο της πάλης των τάξεων.


    3. Η υπαγωγή της Αριστεράς στη στρατηγική του κεφαλαίου


    3.1. Το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ως αντίπαλο δέος στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική κυριαρχία


    Η επιτυχής εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού απαιτεί μία ταξική επίθεση σε όλες τις μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Στο οικονομικό επίπεδο, κάθε είδος συνδικαλισμού δαιμονοποιείται ως «εμπόδιο» στην απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς εργασίας και προωθείται το μοντέλο του εργαζόμενου «ατόμου». Στο πολιτικό επίπεδο, παρατηρείται μία σύγκλιση των κυρίαρχων αστικών κομμάτων προς το νεοφιλελευθερισμό, η οποία καταργεί τις διαφορές μεταξύ των συντηρητικών κομμάτων και των παραδοσιακών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Παράλληλα, η στρατηγική αμηχανία της Αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά και από την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», συμβαδίζει με την ιδιώτευση και την επιλογή του ατομικού δρόμου.

    Η στρατηγική ήττα της Αριστεράς μπορεί να αποδοθεί στην επικράτηση στις γραμμές της με διάφορες μορφές του σκληρού πυρήνα της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, δηλαδή του οικονομισμού και του θεωρητικού ανθρωπισμού, γεγονός που ανατροφοδοτεί την αδυναμία της να αποκτήσει κοινωνική γείωση και να αποτελέσει σοβαρή απειλή για το σύστημα. Δεν είναι τυχαία η θέση του Αλτουσέρ για την κρίση του μαρξισμού. Ο σοβιετικός «μαρξισμός», οι θεωρίες της εξάρτησης, οι θεωρίες για το μονοπωλιακό καπιταλισμό και διάφορες άλλες ρεφορμιστικές αυταπάτες αποτέλεσαν το θεωρητικό πυρήνα και το ιδεολογικό «οπλοστάσιο» της συντριπτικής πλειονότητας των οργανώσεων και του κόσμου της Αριστεράς, ήδη από τη δεκαετία του 1920 με την ήττα της Ρωσικής Επανάστασης. Το ρεύμα του Ευρωκομμουνισμού, τις παραδόσεις του οποίου κληρονόμησε ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αποστροφή του προς το σταλινισμό, δεν κατάφερε να απεγκλωβιστεί από το παραπάνω πλαίσιο.10 Συνοπτικά, η Αριστερά πίστευε ότι έπρεπε να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία (κυβερνητισμός) και να καθοδηγήσει το κράτος (εργαλειακή αντίληψη για το κράτος) στην κατεύθυνση των λαϊκών συμφερόντων (εθνικολαϊκισμός). Βασικοί κόμβοι στη διαδικασία αυτή θα ήταν η «κοινωνικοποίηση»-κρατικοποίηση των ιδιωτικών, με τη νομική έννοια του όρου, μέσων παραγωγής σε συνθήκες «αριστερής» διαχείρισης των κρατικών μηχανισμών (κρατισμός, νομικισμός) και η προσπάθεια του «εργατικού-λαϊκού» κράτους να αναδιανείμει την υπεραξία και να επιφέρει την κοινωνική δικαιοσύνη (η υπεραξία ως ποσότητα και όχι ως ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική σχέση ταξικής εκμετάλλευσης). Ασφαλώς, η παραπάνω διαδικασία θα ήταν αναπόφευκτη (τελεολογική αντίληψη της Ιστορίας), διότι ο καπιταλισμός είναι εγκλωβισμένος σε μία μόνιμη αντίθεση: οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής εμποδίζουν την «ελεύθερη» ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, γεγονός που οδηγεί τον καπιταλισμό στον «επιθανάτιο ρόγχο» του (καταστροφισμός). Εξάλλου, ο καπιταλισμός θεωρούνταν «καταδικασμένος» να τον διαδεχτεί ο σοσιαλισμός, διότι η κοινωνική εξέλιξη εκλαμβανόταν ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (οικονομισμός, εξελικτισμός). (Βλ. και Ιωακείμογλου, 2000: 11-17).

    Ο παραπάνω θεωρητικός και ιδεολογικός πυρήνας, έχοντας συγκεκριμένες πολιτικές προεκτάσεις και συνέπειες, καθόρισε την πορεία της Αριστεράς στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Το ΚΚΕ αναζητούσε τον «εξωτερικό εχθρό» που «ανέτρεψε» τον επίγειο «σοσιαλιστικό» παράδεισο, ο Συνασπισμός παρατηρούσε με αμηχανία την επέλαση της οικονομίας της αγοράς και του εκσυγχρονισμού και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά έθετε τις διασπάσεις στην ημερήσια διάταξη. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η συγκρότηση ενός πολιτικού σχεδίου αντιπαραθετικού προς το κυρίαρχο υπόδειγμα έμοιαζε αδύνατη. Το γεγονός αυτό έχει εγγραφεί στη δημιουργία μίας ολόκληρης γενιάς εργαζομένων, η οποία χαρακτηρίστηκε ως «απολιτίκ».

    Σε αυτές τις συνθήκες, η δημιουργία του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), το 2004, υπήρξε προϊόν του αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος και του «Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ» της περιόδου του 2000. Αρχικά, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε ένα μέτωπο του Συνασπισμού και πολιτικών οργανώσεων της ανανεωτικής και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Η ενοποίηση πολιτικών χώρων με διαφορετικές αναλύσεις και στρατηγικές έγινε δυνατή στη βάση της ανάγκης ανασύνθεσης της Αριστεράς, στο φόντο της κυριαρχίας της ιδεολογίας της TINA, καθώς και του πολιτικού πλαισίου που έθετε το ευρωπαϊκών διαστάσεων κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης: «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη». Στο ΣΥΡΙΖΑ συνυπήρχαν, εξ αρχής, με αντιφατικό τρόπο και όχι πάντα στην καθαρή μορφή τους, δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες, δύο διαφορετικές στρατηγικές, γεγονός που χαρακτήρισε την πορεία του μέχρι σήμερα.11 Από τη μία, ο προηγούμενος θεωρητικός και ιδεολογικός πυρήνας εξακολούθησε να υπάρχει στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ως εν δυνάμει τάση ενσωμάτωσης. Από την άλλη, όμως, το εγχείρημα αυτό άνοιξε νέες δυνατότητες για την αριστερή στρατηγική του 21ου αιώνα.

    Θα πρέπει να αναγνώσουμε τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ όχι στη βάση μίας καλύτερης οργάνωσης και συνεννόησης της Αριστεράς της ήττας, αλλά στη βάση της δημιουργίας των όρων για την ανατροπή αυτού που θεωρήθηκε ως «το τέλος της Ιστορίας». Αναγνωρίζοντας ότι πολιτικό είναι εκείνο που η συγκυρία της πάλης των τάξεων καθιστά επίκαιρο, αφενός, και ότι η χρεοκοπία του παρελθόντος επιβάλλει μία νέα Αριστερά του 21ου αιώνα, αφετέρου, οργανώσεις, πολιτικοί χώροι και ευρύτερος κόσμος συγκρότησαν ένα πρωτόγνωρο για την εποχή πολιτικό εγχείρημα. Πιάνοντας το νήμα των καλύτερων αγωνιστικών παραδόσεων των καταπιεσμένων όλου του κόσμου, από το ΕΑΜικό απελευθερωτικό κίνημα μέχρι την κινεζική Πολιτιστική Επανάσταση και από το Μάη του ’68 μέχρι τα κινήματα αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου «μονόδρομου», ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να δώσει απαντήσεις επιλέγοντας το ταξικό στρατόπεδο των δυνάμεων της εργασίας, ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση και τις κοινωνικές ανισότητες. Με άλλη διατύπωση, ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ένα σημείο ασυνέχειας, ένα «όχημα» αναζήτησης των στοιχείων της κομμουνιστικής κοινωνίας, που ενυπάρχουν ως τάση στην καπιταλιστική κοινωνία. Πρόκειται για μία τάση που, με τα λόγια του Αλτουσέρ, «έχει αντιστάσεις και μπορεί να μην ολοκληρωθεί αν δεν την κάνει πραγματικότητα ο πολιτικός αγώνας. Αυτή όμως η πραγματικότητα δεν μπορεί να προβλεφθεί στη θετική μορφή της: μόνο κατά τη διάρκεια του πολιτικού αγώνα θα γεννηθούν οι πιθανές μορφές, θα ανακαλυφθούν και θα γίνουν πραγματικότητα» (Αλτουσέρ κ.ά., 1980: 11).

    Αυτό που σφυρηλάτησε το ΣΥΡΙΖΑ και τον κατέστησε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στη χώρα μας, είναι το γεγονός ότι επέλεξε συνειδητά τη συστράτευση με τους «από κάτω» σε όλα τα μεγάλα γεγονότα αντίστασης από το 2008 και έπειτα. Το Δεκέμβρη του 2008, στήριξε τη νεολαιίστικη εξέγερση και αποσπάστηκε από το «κάδρο» του πολιτικού ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους, στον οποίο εντάχθηκαν σύσσωμα τα αστικά κόμματα αλλά και το φοβικό ΚΚΕ. Ήδη από την έναρξη της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης, υποστήριξε σθεναρά την άποψη ότι η κρίση είναι συστημική και παγκόσμια, εντοπίζοντας τα αίτιά της στον ίδιο το νεοφιλελευθερισμό, ενώ αντιπαρατέθηκε στη στρατηγική του κεφαλαίου για έξοδο από την κρίση μέσω της λιτότητας. Στα κινήματα των πλατειών του 2011, υπήρξε οργανικό κομμάτι των διεργασιών και «μαθητής» των νέων μορφών άμεσης δημοκρατίας και κινητοποίησης των μαζών. Στο μεγαλειώδες απεργιακό κίνημα του 2010-2012, έλαβε σαφή θέση μάχης υπέρ των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας, που έβλεπε τη μνημονιακή επίθεση να γκρεμίζει τα εργασιακά δικαιώματα δεκαετιών. Συμμετείχε ενεργά σε όλους τους αγώνες της νεολαίας, που είδε να ορθώνεται μπροστά της το ζοφερό μέλλον της «χαμένης γενιάς».

    Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να δούμε ότι για τη μαρξική θεωρία, η κυρίαρχη αντίθεση κάθε καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, η αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, καθορίζει ποια αντίθεση είναι η κύρια και ποιες αντιθέσεις οι δευτερεύουσες, που εξαρτώνται από την κύρια, σε κάθε πεδίο της πάλης των τάξεων, στην εκάστοτε συγκυρία. Έτσι, κατά τον Μπετελέμ, «μόνο μια βαθιά εξέταση της πραγματικότητας, της πρακτικής και των θέσεων που υπάρχουν επιτρέπει να λυθούν με σωστό τρόπο τα προβλήματα που τίθενται από τη συγκεκριμένη επεξεργασία μιας σωστής γραμμής και από την πρακτική της εφαρμογή» (Μπετελέμ, 2010: 406). Συνεπώς, απαιτείται ο ορθός προσανατολισμός αναφορικά με την κύρια αντίθεση, δηλαδή η «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» (Λένιν). Η συγκυρία της κρίσης και της νεοφιλελεύθερης λιτότητας αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της αντίληψης του Πουλαντζά για την «τωρινή στιγμή» ως στρατηγικό σημείο συγχώνευσης των αντιφάσεων ενός κοινωνικού σχηματισμού στη συγκεκριμένη συγκυρία, όπου, όμως, η συγκυρία αποτελεί το αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής (Πουλαντζάς, 1980). Εντούτοις, οφείλουμε να εκλάβουμε την πολιτική ως διαδικασία μετασχηματισμού της αντιφατικής ενότητας ενός κοινωνικού σχηματισμού, δηλαδή ως δυνατότητα αμφισβήτησης της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου, ώστε να καθορίσουμε τα καθήκοντά μας.

    Η πολιτική των μνημονίων στην Ελλάδα συμπυκνώνει τη στρατηγική κατεύθυνση της αστικής τάξης για βίαιη και ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του κεφαλαίου. Η κατεύθυνση αυτή παγιώνεται μέσα από ένα νέο πλέγμα σχέσεων εξουσίας, μηχανισμών και θεσμικών μετασχηματισμών, μία συνολική αναδιάρθρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού σε αντιδραστική κατεύθυνση. Γενικά μιλώντας, οι αλλαγές αυτές χαρακτηρίζουν τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Άρα, η βασική διαχωριστική γραμμή της περιόδου, η οποία διαπερνά τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό σε όλα τα επίπεδα, είναι αυτή μεταξύ της ενσωμάτωσης στην κυρίαρχη μνημονιακή πολιτική της λιτότητας και της ταξικής αντιμνημονιακής σύγκρουσης, δηλαδή της «αντι-λιτότητας». Το ΚΚΕ θεωρεί ότι τα πάντα ανάγονται σε μία μελλοντική σύγκρουση με στόχο το «σοσιαλισμό» (όπως τον εννοεί ο σταλινικός χώρος), ενώ διάφορες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εντοπίζουν τη βασική αντίθεση στο δίλημμα ευρώ ή έξοδος από τη ΖτΕ. Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αναγνώσει ορθά τη συγκυρία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, ευθυγραμμίζοντας την πολιτική του σε σχέση με τη βασική διαχωριστική γραμμή και υποστηρίζοντας σε κάθε στιγμή την αγωνιστική ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς.

    Υπό αυτό το πρίσμα, είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε την εκρηκτική εκλογική, αλλά όχι μόνο, άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Η θεμελιώδης αντίφαση των κινημάτων και των αγώνων των υποτελών τάξεων, στην περίοδο των μνημονίων στην Ελλάδα, εντοπίζεται μεταξύ της οργής και της αγανάκτησης για τη λιτότητα, των οξυμένων κοινωνικών αντιδράσεων και της αμφισβήτησης πλευρών της κυρίαρχης πολιτικής, από τη μία, και της αδυναμίας συνολικής έκφρασης και σύνδεσης όλων αυτών των φαινομένων στη βάση ενός ηγεμονικού πολιτικού σχεδίου, με στόχο τη συνολική ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική, από την άλλη. Οι αντικειμενικές συνθήκες και η πορεία του κατέστησαν τον ΣΥΡΙΖΑ το πολιτικό υποκείμενο που «ανέλαβε» την επίλυση της αντίφασης αυτής. Το πολιτικό πρόγραμμά του, όπως αυτό αποτυπώθηκε πλήρως στο Ιδρυτικό Συνέδριό του τον Ιούλιο του 2013, αρθρώθηκε γύρω από τα κεντρικά πολιτικά αιτήματα για ανατροπή των μνημονίων και της λιτότητας, ρήξη με το νεοφιλελευθερισμό σε όλες τις εκφάνσεις του, νίκη της κυβέρνησης της Αριστεράς και αναδιανομή εισοδήματος, πλούτου και εξουσίας υπέρ της εργασίας. Το πρόγραμμα αυτό, παρά τις επιμέρους αντιφάσεις του, αποτυπώνει τους χειρότερους εφιάλτες των κυρίαρχων τάξεων αλλά και τις αγωνίες και τις ελπίδες των υποτελών τάξεων, διότι διαπερνάται από μία σαφή ταξική στράτευση υπέρ των αγώνων και των συμφερόντων των «από κάτω» και συνιστά μετωπική επίθεση στους βασικούς κόμβους της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, πρόγραμμα ρήξης με τη στρατηγική της λιτότητας.

    Το πολιτικό πρόγραμμα αυτό αρθρωνόταν γύρω από τους εξής βασικούς άξονες (ΣΥΡΙΖΑ, 2013):

  • Άμεση ακύρωση του συνόλου των μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων.

  • «Ανάκτηση» της εργασίας με μέτρα όπως η επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, η καταπολέμηση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και της μαύρης εργασίας και η συγκρότηση ισχυρών κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών.

  • Άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης.

  • Περιορισμός των βαθμών ελευθερίας της αγοράς και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης με ενίσχυση της συνεταιριστικής και αλληλέγγυας οικονομίας – Πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων – Καταπολέμηση της ανεργίας.

  • Δημιουργία ενός ριζικά νέου, κοινωνικά δίκαιου και ισχυρά αναδιανεμητικού φορολογικού συστήματος.

  • Κρατικοποίηση και δημόσιος έλεγχος του τραπεζικού συστήματος – Ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους με κοινωνικά και αναπτυξιακά κριτήρια – Δημιουργία ενός μη συστημικού χρηματοπιστωτικού τομέα.

  • Επανεξέταση και ανάσχεση των ιδιωτικοποιήσεων του δημόσιου πλούτου – Επαναφορά στο δημόσιο στρατηγικών τομέων της οικονομίας.

  • Εκδημοκρατισμός του κράτους και εισαγωγή θεσμών κοινωνικού και εργατικού ελέγχου σε όλα τα επίπεδα.

    Μία θεμελιώδης αντίληψη, που διαπερνά το εν λόγω πρόγραμμα, είναι ότι οι παραπάνω άξονες είναι αδιαπραγμάτευτοι και άμεσα εφαρμόσιμοι. Πρόκειται για άξονες που συμπυκνώνονται στην αιχμή της αντιμετώπισης του εσωτερικού μετώπου με την ελληνική αστική τάξη και τους συμμάχους της ως του κυρίαρχου μετώπου, όπου ο στόχος είναι η υπαγωγή του επιχειρηματικού κόσμου στις ανάγκες της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία σκληρής σύγκρουσης με το κυρίαρχο ταξικό μπλοκ του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και τους μηχανισμούς του (γιατί περί αυτού πρόκειται), επιδιώκεται μία ριζική αναδιανομή εισοδήματος, περιουσίας και εξουσίας υπέρ της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Στη βάση αυτή και μόνο, αντιμετωπίζεται η σχέση με τις ευρωπαϊκές ελίτ, το θεσμικό πλαίσιο της ΖτΕ και το δημόσιο χρέος. Σε αυτή την κατεύθυνση και με τους παραπάνω όρους, ορίζεται η ανάγκη διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης της Αριστεράς, με στόχους την απόρριψη των επαχθών όρων των δανειακών συμβάσεων και τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, μέσα από τη συνεργασία με τους λαούς των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών που μαστίζονται από την κρίση χρέους και τις πολιτικές της λιτότητας. Επομένως, το πολιτικό πρόγραμμα του Ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί την ταξική σύγκρουση με τον αστισμό της χώρας ως τον κύριο στόχο της κυβέρνησης της Αριστεράς, γεγονός που πρέπει να αποτυπώνεται τόσο χρονικά όσο και, κυρίαρχα, από άποψη ιεράρχησης. Μία ριζοσπαστική κυβέρνηση, που υπηρετεί τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, στηρίζεται στις καταπιεσμένες μάζες, τις οποίες προσπαθεί να κινητοποιήσει με κάθε μέσο και ευκαιρία, εφαρμόζει ένα «μνημόνιο» για το κεφάλαιο, δεν διαπραγματεύεται τη λαϊκή κυριαρχία και τη δημοκρατία και προωθεί ένα γνήσιο διεθνισμό, δεν έχει να φοβηθεί ούτε για τα χρηματοδοτικά μέσα του ελληνικού δημοσίου ούτε για τους εκβιασμούς των ευρωπαϊκών ελίτ.


    3.2. Ο ιστορικός συμβιβασμός ως προϊόν της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ και της ενσωμάτωσής του στη στρατηγική της λιτότητας


    Για πολλές δεκαετίες το κομμουνιστικό κίνημα αντιλαμβανόταν και, σε μεγάλο μέρος του, εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται το κράτος ως «οχυρό» στα «χέρια» της άρχουσας τάξης. Αυτή η εργαλειακή αντίληψη για το κράτος πηγάζει από την έλλειψη κατανόησης του ότι το κράτος συνιστά την πολιτική συμπύκνωση των ταξικών σχέσεων εξουσίας, καθότι διαπερνάται από την πάλη των τάξεων και, ακριβώς για το λόγο αυτό, δεν παύει να υπόκειται σε μετασχηματισμούς, στη βάση των μεταβολών του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων ενός κοινωνικού σχηματισμού. Η εργαλειακή αντίληψη υιοθετεί, έστω και έμμεσα, τη θεώρηση της κυρίαρχης ιδεολογίας για τις «ουδέτερες» λειτουργίες του κράτους. Η πολιτική συνέπεια της εν λόγω θεώρησης, ιδιαίτερα προσφιλής σε διάφορα αριστερίστικα ρεύματα αλλά όχι μόνο, είναι η στρατηγική της «εφόδου» για την «κατάληψη» του κράτους-«οχυρού» και τη «χρήση» του προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Σε αντίθεση με την εργαλειακή αντίληψη για το κράτος, ρεύματα του δυτικού μαρξισμού έχουν αποδείξει ότι η Αριστερά οφείλει να απορρίψει μία τέτοια θεώρηση. Το κράτος συνιστά το πεδίο συγκεφαλαίωσης της εξουσίας του κεφαλαίου, δηλαδή αποτελεί «το συνεκτικό παράγοντα των επιπέδων ενός κοινωνικού σχηματισμού» (Πουλαντζάς, 1980: 56) και «τον επίσημο αντιπρόσωπο της καπιταλιστικής κοινωνίας» (Ένγκελς, 2006: 430). Επομένως, οι διάφορες όψεις της εξέλιξης ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού δεν μπορούν να ειδωθούν ως «εξωτερικές» ως προς το καπιταλιστικό κράτος, καθότι, για να χρησιμοποιήσουμε μία τοπογραφική μεταφορά, το κράτος βρίσκεται «παντού».

    Ωστόσο, ο Αλτουσέρ επέμενε για την ανάγκη μίας εξωτερικότητας στρατηγικού προσανατολισμού, η οποία να μπορεί να αμφισβητεί διαρκώς τα δομικά όρια του αστικού κράτους και την κεφαλαιοκρατική εξουσία, σε οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Η αντίληψη αυτή συνδέει τη θεωρία του Λένιν για το κράτος με την ιστορική πείρα των επαναστατικών μετασχηματισμών και τις ανάγκες μίας σύγχρονης κομμουνιστικής στρατηγικής. Εξάλλου, η ιστορική αυτή πείρα έχει αποδείξει με τραγικό τρόπο ότι η θεσμική υλικότητα των κρατικών μηχανισμών τείνει προς την ενσωμάτωση οποιουδήποτε αντιπαραθετικού προς την καπιταλιστική πραγματικότητα εγχειρήματος. Στη βάση αυτή, καθίσταται σαφές ότι ένας στρατηγικού χαρακτήρα κίνδυνος, που ορθώνεται μπροστά στην Αριστερά, είναι η επικράτηση της αστικής ιδεολογίας στις γραμμές της και η ενσωμάτωση της πολιτικής γραμμής και της πολιτικής πρακτικής της στην κυρίαρχη αστική στρατηγική, όπως αυτή συμπυκνώνεται στο πεδίο του κράτους ως κρατική στρατηγική που καθορίζει την πορεία του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού.

    Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την ανάληψη της κυβέρνησης επιβεβαιώνει με τον πιο δυσάρεστο τρόπο την προηγούμενη θεωρητική αναφορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να αποκρούσει τις έντονες πιέσεις που του ασκήθηκαν για ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα, καθώς και για αντικατάσταση του ταξικά επιθετικού προγράμματός του από μία υπερταξική πολιτική ατζέντα «εθνικής ενότητας και «συναίνεσης». Την απρόβλεπτη από τους αστικούς μηχανισμούς εκλογική εκτίναξη του Μαΐου και του Ιουνίου του 2012, η οποία λίγο έλειψε να φέρει το ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη θέση, ακολούθησε μία έντονη τάση εντός του κόμματος για «στροφή στο ρεαλισμό». Η τάση αυτή αποτυπώνει την προσπάθεια του αστισμού να αμβλύνει τις ταξικά φορτισμένες αιχμές του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και να τον μετατρέψει από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της αντι-λιτότητας σε κόμμα της Κεντροαριστεράς. Η τάση αυτή αποτυπώνεται και στις μεταβολές στον τρόπο άσκησης πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρείται μία χαλάρωση των δεσμών του κόμματος με τις κινηματικές διεργασίες και τις δομές οργάνωσης των εργαζομένων, η οποία συμβαδίζει με τη σταδιακή «εισβολή» μορφών άσκησης πολιτικής που ομοιάζουν στο αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Με άλλη διατύπωση, η αναγκαία προσπάθεια επεξεργασίας μίας αντισυστημικής γραμμής μαζών, με έμφαση στην πάλη για την ηγεμονία στους κοινωνικούς χώρους, χάνει έδαφος, ενώ κερδίζει έδαφος η αντίληψη ότι πρέπει να δοθεί πολύ μεγαλύτερο βάρος σε μία μελλοντική εκλογική νίκη, η οποία θα φέρει το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση.

    Ωστόσο, σε επίπεδο επίσημων κειμένων και διακηρύξεων, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολούθησε ακόμα και το 2013 να παραμένει ένας πολιτικός κίνδυνος για την εξουσία του κεφαλαίου. Το γεγονός αυτό αποτυπώθηκε στο πολιτικό πρόγραμμα που προέκυψε από το Ιδρυτικό του Συνέδριο τον Ιούλιο του 2013. Παρά την ύπαρξη μίας σειράς λανθασμένων απόψεων και όψεων της αστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό του κόμματος, η αντινεοφιλελεύθερη και αντιμνημονιακή πολιτική γραμμή επεξεργάστηκε σε βάθος και έλαβε τη μορφή ενός άμεσα υλοποιήσιμου προγράμματος, χάρη και στη συμβολή πολιτικά και ιδεολογικά στέρεων δυνάμεων και αγωνιστών/-τριών.

    Στο σημείο αυτό, όμως, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στο ότι η ενσωμάτωση ενός αριστερού κόμματος δεν απαιτεί, απαραίτητα, την ανοιχτή έκφραση και επικράτηση μίας καιροσκοπικής και λανθασμένης γραμμής, η οποία θα αποτελεί συνέπεια της αδυναμίας ρήξης με την κυρίαρχη αστική γραμμή. Ιστορικά έχει αποδειχτεί ότι μία γραμμή μπορεί να μην εκφράζεται ανοιχτά και να μην αντιπαρατίθεται με σαφή τρόπο σε μία άλλη γραμμή, αλλά να υποβόσκει και να ισχυροποιείται σταδιακά μέσα από διάφορες διαδικασίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του μπολσεβίκικου κόμματος και των μη εκδηλωμένων αντιπολιτεύσεων στη συνεπή λενινιστική γραμμή, κατά την περίοδο 1921-1923, στις οποίες έπαιξε σημαντικό ρόλο ο Στάλιν (βλ. Μπετελέμ, 2010: 410-428).

    Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ εμπίπτει, σε μεγάλο βαθμό, σε αυτήν την περίπτωση. Η γραμμή του ιστορικού συμβιβασμού, η οποία τελικά επικράτησε στο εσωτερικό του κόμματος και οδήγησε στην πλήρη μετάλλαξή του, δεν στηρίχτηκε σε ένα επίσημα διατυπωμένο πρόγραμμα, που θα ανέτρεπε τις συνεδριακές αποφάσεις, αλλά έδρασε «υπόγεια» στηριζόμενη σε πρακτικές που φέρουν πολύ έντονα στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας και της αστικής πολιτικής πρακτικής. Ήδη από την πολιτική και εκλογική επιτυχία του 2012, αλλά με κομβικό σταθμό τις Ευρωεκλογές του 2014 και τη διαφαινόμενη νίκη του, ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε μία στρατηγική ιστορικού συμβιβασμού με την ελληνική αστική τάξη, τις ευρωπαϊκές κυρίαρχες τάξεις και το νεοφιλελευθερισμό. Η γραμμή της αναδιανομής εισοδήματος, πλούτου και εξουσίας υπέρ των εργαζόμενων τάξεων με κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και των εργαζομένων αντικαταστάθηκε σταδιακά από τη γραμμή της εξομάλυνσης και άμβλυνσης των ταξικών αντιθέσεων, του «κοινού εθνικού συμφέροντος» για έξοδο από την κρίση και «παραγωγική ανασυγκρότηση» (όπως ονομάστηκε με θολό τρόπο η καπιταλιστική ανάπτυξη) και κυβέρνηση «εθνικής ενότητας». Η ταξικά μεροληπτική αιχμή της στήριξης και ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας αντικαταστάθηκε από την προστασία των θυμάτων της ακραίας φτώχειας, με την κρίση να εκλαμβάνεται ως ένα «φυσικό» και ταξικά «ουδέτερο» φαινόμενο, από το οποίο πρέπει να προστατευθεί η «χώρα» και η «οικονομία» της. Τα παραπάνω αποτυπώθηκαν, σε ορισμένο βαθμό, στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης το Σεπτέμβριο του 2014, το οποίο είχε χαρακτήρα κεϊνσιανής έμπνευσης παρά αντινεοφιλελεύθερης και αντικαπιταλιστικής στρατηγικής.

    Αυτή η αλλαγή πορείας του κόμματος στηρίχτηκε στην αντίληψη ότι μπορεί να υπάρξει έξοδος από την κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με «όχημα» μία στρατηγική διαρκών συμβιβασμών με τις κυρίαρχες τάξεις. Εντούτοις, η κρίση απέδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά σε σχέση με την περίοδο πριν την κρίση, καθώς το κεφάλαιο προωθεί, με τον πιο επιθετικό τρόπο, ως μοναδική στρατηγική την ακραία λιτότητα. Μία Αριστερά, που θεωρεί ότι η λυσσαλέα προσπάθεια του αντιπάλου να αναδιατάξει βίαια τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος του κεφαλαίου μπορεί να αμβλυνθεί λόγω του «ανορθολογισμού» της, ώστε να αποφευχθούν οι ρήξεις και οι συγκρούσεις, είναι καταδικασμένη με μαθηματική ακρίβεια να ηττηθεί και να μετασχηματιστεί σε καθεστωτική δύναμη. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε να προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες στον ελληνικό αστισμό, προωθώντας τη στρατηγική της λιτότητας μέσα από ένα τρίτο μνημόνιο και δίνοντας διέξοδο στην κρίση εκπροσώπησης του αστικού πολιτικού συστήματος. Η πορεία της διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο επικαθορίστηκε από την προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στη στρατηγική της λιτότητας και την ήττα στο εσωτερικό μέτωπο, καθώς επικράτησε η διαπραγματευτική γραμμή του «έντιμου συμβιβασμού» και των «κοινών συμφερόντων» με τους «εταίρους» και τους «θεσμούς». Υπό αυτό το πρίσμα, ο περιβόητος εκβιασμός, στον οποίο υποβλήθηκε η ελληνική κυβέρνηση, υπήρξε η άμεση συνέπεια της επιλογής για υπαγωγή στο πολιτικό σχέδιο του αντιπάλου. Η συστηματική αποφυγή των «μονομερών ενεργειών» και η πληρωμή των χρεών του ελληνικού δημοσίου στο ακέραιο, σε ένα κλίμα «εφησυχασμού» και «συνεννόησης», οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση με μαθηματική ακρίβεια στην εξάντληση όλων των ταμειακών διαθεσίμων. Από τη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε αμέτρητα δείγματα γραφής σχετικά με τους στόχους του, γεγονός που συμπυκνώθηκε στη διαχείριση του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου.12 Οι ευρωπαϊκές ελίτ είδαν με ανακούφιση τον «ιό» της ανατροπής να εξουδετερώνεται και την TINA να κυριαρχεί.

    Ένας βασικός παράγοντας, που συνέβαλε δραστικά στην ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ και την υπαγωγή του στο νεοφιλελεύθερο πολιτικό σχέδιο, είναι η υποχώρηση του μαζικού κινήματος, με σταδιακό τρόπο από το 2012 και πιο γρήγορα από το 2013 και ύστερα. Η νεοφιλελεύθερη «τεχνολογία» εξουσίας αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική και ικανή να σπείρει τη μαζική απογοήτευση, καθότι αποδεικνύεται ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δομείται με τέτοιο τρόπο, που δεν επιτρέπει στα επιμέρους κινήματα να πετυχαίνουν μεγάλες νίκες. Ο συντεχνιακός συνδικαλισμός και η έλλειψη νέων μορφών κινηματικού συντονισμού υπήρξαν σημαντικές παράμετροι. Επίσης, η αποδιάρθρωση των δομών και θεσμών οργάνωσης στους χώρους εργασίας και ευρύτερα στους κοινωνικούς χώρους, που σε προηγούμενες δεκαετίες υπήρξαν πηγές μαχητικού και ανατρεπτικού δυναμικού, καθώς και πεδία κοινωνικού πειραματισμού, έδρασε καταλυτικά. Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ, αναδεικνύεται η αδήριτη ανάγκη ενός γενικού κοινωνικού και πολιτικού ανατρεπτικού μετώπου με κατεύθυνση μαζικής κοινωνικής γείωσης και γραμμή ολομέτωπης και πολυεπίπεδης σύγκρουσης με τον πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού σε κρίση, δηλαδή τη λιτότητα. Ωστόσο, οι αντικειμενικές συνθήκες δεν αρκούν για την ερμηνεία της ήττας. Αυτό διότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να έχει πυροδοτήσει μία πολύ διαφορετική πορεία για τα κινήματα των εργαζόμενων τάξεων, εάν κινούνταν στην κατεύθυνση της μαζικής γραμμής και του αγώνα για την απόκτηση γείωσης στους κοινωνικούς χώρους. Κόμμα της εργατικής τάξης δεν υπήρξε ποτέ χωρίς πραγματική και οργανική διασύνδεση με την εργασία και τις μορφές οργάνωσής της.

    Ασφαλώς, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ δεν προέκυψε από τη μια στιγμή στην άλλη. Πρόκειται για το προϊόν της τελικής επικράτησης συγκεκριμένων πολιτικών σχέσεων στο εσωτερικό του κόμματος. Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ ως «μηχανισμό». Είναι αλήθεια ότι η συγκεκριμένη έννοια έχει, εντός της θεωρίας του μαρξισμού και ήδη από την εποχή των κλασικών, τη θέση του αναλυτικού «εργαλείου» για το πεδίο του κράτους. Οι αναλύσεις για τους κρατικούς μηχανισμούς είναι γνωστές. Παρόλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε σταδιακά από εν δυνάμει κόμμα των μαζών και των επαναστατικών μετασχηματισμών σε κόμμα-αντίγραφο του αστικού κοινοβουλευτικού μηχανισμού του κράτους. Ακολουθώντας τη διαχρονική ανάλυση του Αλτουσέρ για το Γαλλικό ΚΚ (Αλτουσέρ, 1978: 73-83), μπορούμε να εντοπίσουμε ένα διαχωρισμό μεταξύ της μάζας των μελών-ψηφοφόρων του κόμματος, δηλαδή της βάσης-λαού, από τη μία, και ενός στενού πυρήνα της ηγεσίας-αντιπροσώπου της «γενικής θέλησης», από την άλλη. Η πολιτική ζωή για το τυπικό μέλος του κόμματος ξεκινά από την απλή εκπλήρωση καθημερινών καθηκόντων, για να μπορούν να «σταθούν» οι οργανώσεις μελών, και συνεχίζεται μέχρι το ρόλο του μικρού «γραναζιού» για τη λειτουργία και την αναπαραγωγή του κομματικού μηχανισμού. Η ιδεολογική ζωή είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και περιορίζεται στο διαγκωνισμό γύρω από τη στελέχωση των θέσεων του μηχανισμού και τη μάχη «για τους συσχετισμούς», γεγονός που δημιουργεί τις «καλύτερες» συνθήκες για την πολιτική και ιδεολογική «αφυδάτωση» του κόμματος. Σαν να μην έφτανε αυτό, όμως, κατά την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβερνητική εξουσία, εκτός από την απονέκρωση κάθε σοβαρής προσπάθειας για τη μετατροπή των οργανώσεων μελών σε κέντρα επεξεργασίας και παραγωγής της πολιτικής γραμμής, είχαμε την άτυπη, αλλά πολύ ουσιώδη, μετατόπιση του κέντρου καθοδήγησης και πολιτικού σχεδιασμού του κόμματος από την Κεντρική Επιτροπή, την Πολιτική Γραμματεία και τα τμήματα θεματικών επεξεργασιών στο επιτελείο του Προέδρου. Στο κομματικό σύστημα της πολιτικής κυριαρχίας των υπευθύνων, των καθοδηγητών, των επαγγελματικών στελεχών και των «σοφών» κάθε είδους, που διαφυλάσσουν για το απλό μέλος που δεν εντάσσεται με οργανικό τρόπο σε υπόγειες διαδρομές το ρόλο του παρατηρητή, έρχεται να προστεθεί η απαξίωση κάθε δημοκρατικής και συλλογικής διαδικασίας εντός του κόμματος. Χαρακτηριστικοί ήταν οι χειρισμοί του προεδρικού επιτελείου κατά τους τελευταίους μήνες της «διαπραγμάτευσης» και του «επώδυνου συμβιβασμού», με το Συνέδριο του κόμματος να παραπέμπεται στις καλένδες.

    Επιπρόσθετα, προκειμένου ο μηχανισμός αυτός να μπορέσει να καταστήσει τη γραμμή του ιστορικού συμβιβασμού, με τη λιτότητα κυρίαρχη, δεν αρκείται απλώς στην αξιοποίηση του «αφυδατωμένου» πολιτικού και ιδεολογικού τοπίου που συστηματικά καλλιεργεί. Η ταχύτατη ενσωμάτωση του κόμματος στο κράτος και η σύμφυση των ανώτερων κλιμακίων του με τον διοικητικό κρατικό μηχανισμό επιβάλλουν μία επιτάχυνση και μία ποιοτική «αναβάθμιση» της προσαρμογής του κόμματος στις «νέες συνθήκες». Έτσι, έχουμε μπροστά μας μία αυταρχικού τύπου «ποινικοποίηση» κάθε διαφωνίας, αυτού του στοιχείου που η Ιστορία ανέδειξε ως εκ των ων ουκ άνευ για την Αριστερά, με στόχο την ομογενοποίηση του κόμματος και την εκδίωξη των πιο μαχητικών και συγκροτημένων πολιτικά τμημάτων. Η ηγεμονία της γραμμής της ήττας και της υπαγωγής στη στρατηγική του κεφαλαίου όχι μόνο απαιτεί την πλήρη αυτονόμηση της κυβέρνησης από τον έλεγχο του κόμματος και τη μετατροπή του δεύτερου σε «χειροκροτητή» και «αγγελιοφόρο» της πρώτης, αλλά επιβάλλει και την αποτροπή, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, της δημιουργίας όρων για ακύρωση της στροφής του ΣΥΡΙΖΑ προς το «ρεαλισμό». Η ενότητα του κόμματος, στο πλαίσιο μίας ιδεολογίας κομματικού «πατριωτισμού» που σκόπιμα αποκρύπτει τα ταξικά συμφέροντα επί των οποίων συγκροτείται η ενότητα, ταυτίζεται με την παθητική αποδοχή της κυβερνητικής γραμμής. Εξάλλου, ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς μπορεί να δώσει διέξοδο στην κρίση του κεφαλαίου μόνο εφόσον μετασχηματιστεί από «εργαστήρι» αμφισβήτησης σε πολιτικά «νεκρό» πεδίο.

    Συμπεραίνουμε ότι το πολιτικό σχέδιο του ριζοσπαστικού ΣΥΡΙΖΑ για ανατροπή της λιτότητας και έναρξη μίας νέας πορείας, με διαρκή τόπο αναφοράς τα συμφέροντα των εργαζομένων, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Η μεγαλύτερη νίκη των κυρίαρχων τάξεων στην Ελλάδα και την Ευρώπη υπήρξε το γεγονός ότι η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από τη γραμμή της «εθνικής ενότητας», προτού η πρώτη αρχίσει να υλοποιείται. Άρα, σε αντίθεση με την αντίληψη ότι το πολιτικό σχέδιο σύγκρουσης με το νεοφιλελευθερισμό ηττήθηκε, αντίληψη που προέρχεται με πολλές μορφές είτε από δεξιά είτε από «αριστερά», είναι αναγκαίο η συλλογική συζήτηση για το αύριο να δει ότι τα συνθήματα, που καθιέρωσαν το ΣΥΡΙΖΑ ως φορέα της ελπίδας για τους λαούς, είναι πιο επίκαιρα από ποτέ.


    3.3. Το εγχείρημα της Λαϊκής Ενότητας: Αυταπάτες που φεύγουν, αυταπάτες που επανέρχονται


    Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στην ψήφιση του 3ου Μνημονίου και επέμειναν στην υπεράσπιση του ταξικού «Όχι» του Δημοψηφίσματος, δημιούργησαν την αναγκαία συνθήκη για την ανασύνθεση της στρατηγικής της σύγκρουσης με τη λιτότητα. Η δημιουργία και η πορεία της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑΕ), όμως, αποδεικνύουν ότι η αναγκαία συνθήκη δεν είναι από μόνη της και ικανή. Το νέο πολιτικό σχήμα, που προήλθε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συνεργασία με δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, κάθε άλλο παρά πληροί τους όρους για την απαραίτητη ιδεολογική και πολιτική ανασύνθεση της Αριστεράς, με στόχο τη συγκρότηση μίας Αριστεράς που θα επιλέγει το ταξικό στρατόπεδο της εργασίας έναντι του κεφαλαίου, θα αγωνίζεται για την «εισβολή» των μαζών στο προσκήνιο και θα προωθεί το πολιτικό σχέδιο της αντι-λιτότητας.

    Χωρίς να είναι σκοπός του κειμένου η αναλυτική κριτική του εγχειρήματος της ΛΑΕ, εντούτοις, οφείλουμε να σταθούμε σε ορισμένα βασικά σημεία. Το πολιτικό σχέδιο του χώρου αυτού διατρέχεται από ορισμένες θεμελιώδεις αντιφάσεις και λανθασμένες αναγνώσεις της συγκυρίας, οι οποίες προέρχονται, σε μεγάλο βαθμό, από την παράδοση του σοβιετικού «μαρξισμού», ενώ αδυνατεί να απαλλαχθεί από τον κυβερνητισμό που στιγμάτισε τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, η ΛΑΕ επιδεικνύει μία εναπόθεση της αριστερής στρατηγικής και των ταξικών αγώνων στην «καλύτερη» και «ηθικότερη» (απέναντι στην «προδοσία» της κυβέρνησης) διαχείριση των κρατικών μηχανισμών, προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Οι «από κάτω» μπορούν να ελπίζουν ότι η κρατικοποίηση της αριστερής στρατηγικής και η διεύρυνση του χώρου της κρατικής παρέμβασης έναντι της «ασυδοσίας» των αγορών, μέσω των εκτεταμένων κρατικοποιήσεων ιδιωτικών επιχειρήσεων και της ενίσχυσης της κρατικής διοίκησης, θα συγκροτήσουν ένα πλέγμα προστασίας της εργασίας και των αδυνάτων. Ως αντίδοτο στη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ προκρίνεται η νομισματική μετάλλαξη του προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού, στη βάση του οποίου οικοδομήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη νομισματική πολιτική να ανάγεται στη «λυδία λίθο» της αριστερής στρατηγικής. Επιπλέον, η τοποθέτηση του ριζοσπαστικού ΣΥΡΙΖΑ για την ασυμφιλίωτη αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων της εργασίας και αυτών του κεφαλαίου, καθώς και για τον ταξικό χαρακτήρα της λιτότητας, δίνει τη θέση της σε μία γραμμή εθνικολαϊκισμού. Η θεμελιώδης κατεύθυνση για αναδιανομή εισοδήματος, πλούτου και εξουσίας εξακολουθεί να υποκαθίσταται από την παραγωγική ανασυγκρότηση και την επίκληση της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης με εθνικό νόμισμα.

    Το πολιτικό σχέδιο της ΛΑΕ (βλ. ενδεικτικά ΛΑΕ, 2015) βασίζεται σε μία ανάλυση για τη ΖτΕ και το νεοφιλελευθερισμό, η οποία αδυνατεί να ξεφύγει από το πλαίσιο της κυρίαρχης αφήγησης. Πιο συγκεκριμένα, θεωρείται ότι υφίσταται ένας θεμελιώδης γεωγραφικός διαχωρισμός, εντός της ΖτΕ, μεταξύ του ευρωπαϊκού «κέντρου» και της ευρωπαϊκής «περιφέρειας». Έτσι, το οικονομικά ισχυρό «κέντρο», με ηγεμονική δύναμη τη Γερμανία, «εκμεταλλεύεται» τις οικονομικά αδύναμες χώρες της «περιφέρειας» (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία) μέσα από το ασφυκτικό πλαίσιο της «φυλακής» του ενιαίου νομίσματος (ό.π.: 7). Το πλαίσιο αυτό εντοπίζεται ως «υπεύθυνο» για τα «ελλείμματα» και την «έλλειψη ανταγωνιστικότητας» των χωρών της «περιφέρειας» και τα «πλεονάσματα» των χωρών του «κέντρου». Οι θέσεις αυτές συνθέτουν ένα ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο αδυνατεί να αποκοπεί από τις θεωρίες της εξάρτησης και τη θεωρία «μητρόπολης» και «περιφέρειας».

    Παρ’ όλα αυτά, όπως είδαμε στην ενότητα 2, το πλαίσιο της ΖτΕ δεν αποτελεί ένα πλαίσιο «εκμετάλλευσης» χωρών από κάποιες άλλες, αλλά πεδίο μίας ιδιότυπης και ιδιαίτερα αποτελεσματικής εμπέδωσης της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Η ενσωμάτωση των χωρών της «περιφέρειας» στη ΖτΕ χαρακτηρίστηκε από υψηλούς ρυθμούς καπιταλιστικής μεγέθυνσης, σε αντίθεση με τις χώρες του «κέντρου», οι οποίες εμφάνισαν σημαντικά μικρότερους ρυθμούς μεγέθυνσης, γεγονός που συνέβαλε στην ελάττωση της «ψαλίδας».13 Η έντονη αναπτυξιακή δυναμική των χωρών της «περιφέρειας» τροφοδοτήθηκε από υψηλότερα περιθώρια κέρδους, με συνέπεια την άνοδο του συνόλου των χρηματοπιστωτικών αποδόσεων. Έτσι, στις χώρες της «περιφέρειας» είχαμε ισχυρά πλεονάσματα στο ισοζύγιο των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, η συνθήκη αυτή αντικατοπτρίζεται στο ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, λόγω της ισχυρής εσωτερικής ζήτησης. Ακόμα, οι χώρες της «περιφέρειας», μέσω της εισαγωγής τους στη ΖτΕ και της υπαγωγής τους στην ΕΚΤ, αναπτύχθηκαν σε καθεστώς επιτοκίων αρκετά χαμηλότερων από αυτά που είχαν πριν την εισαγωγή τους. Σε αυτό το έδαφος, εκτοξεύτηκαν ο ιδιωτικός και ο δημόσιος εγχώριος δανεισμός, κάτι που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την εσωτερική ζήτηση. (Βλ. και Μηλιός, Σωτηρόπουλος, 2011: 408-415). Επομένως, σε αντίθεση με μία πάγια αντίληψη στην Αριστερά, η ένταξη της Ελλάδας στο πλαίσιο του ενιαίου νομίσματος δεν ελάττωσε τη δυναμική του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά οδήγησε σε υψηλούς ρυθμούς καπιταλιστικής μεγέθυνσης, συσσώρευσης και ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης, καθώς και σε μεγαλύτερα περιθώρια κερδοφορίας.

    Επιπρόσθετα, η ΛΑΕ εμμένει στην άποψη της «καταστροφικής» φύσης των μνημονίων και της λιτότητας για την ελληνική «οικονομία» και «κοινωνία». Επιπλέον, η υπερχρέωση των κρατών της «περιφέρειας» και ιδιαίτερα αυτών του ευρωπαϊκού Νότου θεωρείται ως ένα σύγχρονο καθεστώς «αποικιακής εξάρτησης», με τα μνημόνια να επιβάλλουν μία «επιτροπεία» των Βρυξελλών σε χώρες όπως η Ελλάδα (ΛΑΕ, 2015: 5). Εντούτοις, όπως δείξαμε στην ενότητα 1, η λιτότητα δεν στερείται «ορθολογισμού», καθώς δρα καταλυτικά για την ενίσχυση του κεφαλαίου έναντι της εργασίας. Επίσης, το χρέος δεν λειτουργεί ως μηχανισμός «απώλειας της εθνικής κυριαρχίας», αλλά ως μηχανισμός παραγωγής λιτότητας. Άρα, ο υπερταξικός πολιτικός λόγος για τη λιτότητα και το χρέος δεν έχει να προσφέρει κάτι στην υπόθεση της ανασύνθεσης της αριστερής στρατηγικής.

    Στη βάση των παραπάνω, ο χώρος της ΛΑΕ αδυνατεί να αναγνώσει ορθά τα αίτια της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, εντοπίζοντας ως βασική αιτία την απουσία πολιτικής ζύμωσης και τεχνικής προετοιμασίας για μία έξοδο από το ευρώ. Υιοθετώντας με έμμεσο τρόπο το δόγμα της TINA και θεωρώντας ως σκοπό την παραγωγική ανασυγκρότηση της «διαλυμένης» ελληνικής «οικονομίας» απέναντι στους «επικυρίαρχους», η ΛΑΕ, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, ανάγει την «αυτόνομη» νομισματική πολιτική σε αυτοσκοπό. Τονίζει, μάλιστα, ότι το τεχνικό σκέλος της εξόδου έχει μελετηθεί και απομένει μία πλατιά πολιτική καμπάνια. Χαρακτηριστική είναι η μελέτη των Λαπαβίτσα και Φλάσμπεκ (2015), η οποία προτάσσει την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με εθνικό νόμισμα, επιχειρώντας να την εντάξει σε ένα πρόγραμμα «κοινωνικής και εθνικής αναγέννησης για την Ελλάδα» (ό.π.: 18). Το σχέδιο αυτό διαπερνάται από έναν έντονο κυβερνητισμό, διότι θεωρεί ως βασικότερο παράγοντα για τη μετάβαση μία κυβέρνηση με «δημόσια αποφασιστικότητα και θέληση» (ό.π.: 35), με το λαό σε ρόλο «στηρίγματος». «Είναι φυσικά σημαντικό να αυξηθούν οι κατώτατοι μισθοί, αλλά πρέπει επίσης το οργανωμένο εργατικό κίνημα να στηρίξει την προσπάθεια μετάβασης της χώρας σε υγιέστερη βάση» (ό.π.: 41), τονίζει το κείμενο, αποφεύγοντας να τοποθετήσει χρονικά την αύξηση των μισθών και ιεραρχώντας το εισόδημα των εργαζομένων αρκετά χαμηλά. Ο υλισμός του αστάθμητου της πάλης των τάξεων υποκαθίσταται από τον οικονομικό ντετερμινισμό, ο οποίος μας διαβεβαιώνει ότι «είναι απίθανο ο πληθωρισμός τον επόμενο χρόνο της αλλαγής του νομίσματος να υπερβεί το 10%» (ό.π.: 40).

    Στον πυρήνα του πολιτικού σχεδίου της ΛΑΕ βρίσκεται μία ανάλυση για την κύρια αντίθεση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την αντίστοιχη ανάλυση του πολιτικού σχεδίου του Ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ. Το κέντρο βάρους της ανάλυσης, άρα και της πολιτικής πρακτικής, μετατοπίζεται από το δίπολο μνημονιακή λιτότητα – αναδιανομή εισοδήματος, πλούτου και εξουσίας στο δίπολο ύφεση υπό το καθεστώς του ευρώ – παραγωγική ανασυγκρότηση με εθνικό νόμισμα. Στη βάση της λαϊκομετωπικής παράδοσης, η κύρια αντίθεση δεν εντοπίζεται μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου, αλλά μεταξύ του ελληνικού «λαού», που περιλαμβάνει όλες τις κοινωνικές τάξεις εκτός από την καπιταλιστική ολιγαρχία, και του ιμπεριαλισμού. Η «αντιιμπεριαλιστική» πολιτική πρακτική αναγνωρίζεται ως καίριας σημασίας για την «ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας», ενώ η σοβιετικής προέλευσης λατρεία του «πλάνου» και η θεωρία των σταδίων επιβιώνουν με τη μορφή του λεπτομερούς «σχεδιασμού» για τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα. Αντίθετα, η ελληνική πραγματικότητα αποδεικνύει ότι το θεμελιώδες ζητούμενο είναι η έκβαση της οξύτατης ταξικής σύγκρουσης μεταξύ του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας της αστικής τάξης και των συμμάχων της, από τη μία, και του κοινωνικού μπλοκ της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων υποτελών τάξεων και κοινωνικών ομάδων, από την άλλη. Η σύγκρουση αυτή διεξάγεται κυρίαρχα εντός του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και καθορίζει την εξέλιξή του. Εξάλλου, όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο Μάο για τις αντιθέσεις, «η αντιφατικότητα μέσα στο ίδιο το πράγμα [σ.σ.: εδώ, μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό] είναι η θεμελιώδης αιτία της εξέλιξής του, ενώ οι συσχετισμοί και οι αλληλεπιδράσεις του με άλλα πράγματα [σ.σ.: εδώ, οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο] αποτελούν δευτερεύουσες αιτίες» (Μάο, 2013: 74).

    Επομένως, η ανασύνθεση της αριστερής στρατηγικής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στη βάση μίας «ρηχής» συλλογικής συζήτησης με κεντρικό κόμβο την «αυτόνομη» νομισματική πολιτική, 14 αλλά οφείλει να βασίζεται στην πείρα που έχει αποκτηθεί από τους ταξικούς αγώνες στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Το ζήτημα του νομίσματος έπεται, τόσο χρονικά όσο και, κυρίως, εννοιολογικά, των ζητημάτων της αναδιανομής και της αναδιάταξης του συσχετισμού ταξικών δυνάμεων, έχοντας δευτερεύουσα σημασία. Όσο και αν το αρνείται ένα μέρος της Αριστεράς, το εθνικό νόμισμα μπορεί να αποτελέσει αναγκαστική επιλογή των αστικών σχεδιασμών, εφόσον η ίδια η ύπαρξη της ΖτΕ και οι όροι της σημερινής κυρίαρχης στρατηγικής τεθούν υπό αίρεση.15 Η Αριστερά δεν μπορεί να στηρίζεται στην αποδοχή του δόγματος της «αναγκαιότητας» της εξόδου, επειδή «οι ξένοι θα αποβάλλουν τη χώρα έτσι κι αλλιώς».16 Μία σύγχρονη αριστερή στρατηγική οφείλει να έχει στον πυρήνα της ένα πολιτικό πρόγραμμα σύγκρουσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου, δηλαδή τη λιτότητα. Η ενδεχόμενη έξοδος από το ενιαίο νόμισμα και την ΕΕ, δεν μπορεί να τίθεται σαν προϋπόθεση ή στρατηγική αφετηρία. Η αναγκαιότητά της θα κριθεί κατά την υλοποίηση του αντινεοφιλελεύθερου προγράμματος, σε συνάρτηση πάντα με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Αυτό διότι η νομισματική υποτίμηση μπορεί κάλλιστα να πλήξει τη μισθωτή εργασία και την κοινωνική πλειοψηφία, με συγκρίσιμο τρόπο όπως η «εσωτερική υποτίμηση». Στο «τέλος» μίας νομισματικής υποτίμησης, είναι ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, η πάλη των τάξεων, ο «παράγοντας» ή, ορθότερα, η «απούσα αιτία» που θα καθορίσει το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας στο συνολικό προϊόν. Ένα πρόγραμμα με το νόμισμα στην αφετηρία και προμετωπίδα του είναι καταδικασμένο να αποτύχει να συσπειρώσει τις εργαζόμενες τάξεις γύρω από αυτό, αφού η αναγωγή της εξόδου σε πολιτικό πρόταγμα θολώνει και συσκοτίζει τις ταξικές αιχμές έναντι ενός ακαθόριστου «εθνικού συμφέροντος».


    4. Αντί επιλόγου: Η «εισβολή» των μαζών στο προσκήνιο


    Στους υπαρκτούς καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, είναι ο ΚΤΠ που ορίζει τον αιτιακό πυρήνα της συγκρότησής τους. Η έννοια του ΚΤΠ χρησιμοποιείται στο έργο του Μαρξ για να αναλύσει ακριβώς αυτούς τους αιτιακούς καθορισμούς που διέπουν κάθε καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό σε οποιαδήποτε συγκυρία. Ωστόσο, ο ΚΤΠ, όπως και κάθε τρόπος παραγωγής, δεν εμφανίζεται στην καθαρή του μορφή, δηλαδή αυτούσιος. Σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, εκτός από την καπιταλιστική τάξη και την εργατική τάξη, υπάρχουν και άλλες τάξεις, οι οποίες προκύπτουν από άλλους τρόπους ή μορφές παραγωγής (π.χ. η «παραδοσιακή» μικροαστική τάξη) ή από την κοινωνική πραγματικότητα και την εκχώρηση από το κεφάλαιο συγκεκριμένων λειτουργιών και ρόλων (π.χ. η «νέα» μικροαστική τάξη). Η πάλη μεταξύ των κοινωνικών τάξεων είναι, ως εκ τούτου, ιδιαίτερα περίπλοκη. Η ξεκάθαρη αντιπαράθεση μεταξύ των εργατικών και των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, με τη μορφή δύο αντιτιθέμενων κοινωνικών μπλοκ, είναι σπάνιο κοινωνικό φαινόμενο. Συμβαίνει σε συνθήκες ανοιχτής κρίσης της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας και μαρτυρά μία όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού, έναν αγώνα για την εξουσία. Οι συνθήκες αυτές «επιταχύνουν τη διαδικασία [εννοείται: της σύγκρουσης] και οξύνουν τις αντιθέσεις της, αφήνοντας μόνο το προλεταριάτο εναντίον της αστικής τάξης, τη μισθωτή εργασία εναντίον του κεφαλαίου, αυτό που ο Μαρξ είχε θεωρητικά διακρίνει ως τους δύο απαραίτητους και αμείωτα ανταγωνιστικούς πόλους του ΚΤΠ» (Bensaid, 2014).

    Η Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων έχει να επιδείξει μερικές πολύ χαρακτηριστικές στιγμές, οι οποίες καθιστούν φανερό, δια γυμνού οφθαλμού, τον κοινωνικό πόλεμο που μαίνεται, η έκβαση του οποίου θα διαμορφώσει τις συνθήκες των επόμενων χρόνων. Τέτοιες στιγμές είναι ο Δεκέμβρης του 2008, οι απεργιακές κινητοποιήσεις του 2010-2012, οι πλατείες του 2011, οι συγκρούσεις του Φεβρουαρίου 2012 και το Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Το Δημοψήφισμα έδωσε στην πάλη των τάξεων τη δυνατότητα να λάβει τη μορφή μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης, με αποτέλεσμα ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός να χωριστεί στα δύο, σε «δύο Ελλάδες»: το «έθνος» των εργαζομένων συγκρούστηκε με το «έθνος» των καπιταλιστών. Η πολιτική αυτή σύγκρουση έλαβε χώρα στο έδαφος της κρίσης και της επιτάχυνσης του ιστορικού χρόνου, με το επίδικο να συμπυκνώνεται στη συνέχιση ή μη της στρατηγικής που αναδιανέμει πλούτο, εισόδημα και εξουσία υπέρ της άρχουσας τάξης: της στρατηγικής της μνημονιακής λιτότητας. Το αποτέλεσμα του 61, 3% υπέρ του «Όχι» απέδειξε ότι καμία «τεχνολογία» ταξικής εξουσίας και υποταγής δεν μπορεί να σταματήσει τις εργαζόμενες μάζες, όταν η πάλη των τάξεων μετατρέπεται σε κοινωνικό πόλεμο και η ταξική συνείδηση των «από κάτω» ανεβαίνει.

    Ωστόσο, σε τέτοιες στιγμές αναδεικνύεται ο ρόλος του καπιταλιστικού κράτους ως «εγγυητή» της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κεφαλαίου. Το θεσμικό πλαίσιο των κρατικών μηχανισμών συνέβαλε στο μετασχηματισμό του ταξικού «Όχι» σε «Ναι» ή, με άλλη διατύπωση, σε εκδοχή του «κοινού εθνικού συμφέροντος», δηλαδή στην υπαγωγή του ανατρεπτικού δυναμικού στη μακροπρόθεσμη στρατηγική του κεφαλαίου για έξοδο από την κρίση με την εργασία υποταγμένη. Ο ρόλος του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος λειτούργησε ως «γρανάζι» των κρατικών μηχανισμών και, ιδιαίτερα, του απαξιωμένου πολιτικού ιδεολογικού μηχανισμού, δηλαδή ως κόμμα διαχειριστής της κυρίαρχης στρατηγικής και εκπρόσωπος του κεφαλαίου, ήταν κομβικός. Η μετεξέλιξη αυτή του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει τη στρατηγική σημασία της οργάνωσης της Αριστεράς ως αντιπολίτευσης στο κράτος, το οποίο είναι ο πραγματικός «εκπρόσωπος» της άρχουσας τάξης.

    Αντιπολίτευση στο κράτος, όμως, σημαίνει σύγκρουση με την εξουσία του κεφαλαίου και τις διάφορες μορφές της σε οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Στις σημερινές συνθήκες, αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στη βάση ενός πολιτικού σχεδίου, το οποίο θα συγκροτείται σύμφωνα με την κύρια αντίθεση της περιόδου, δηλαδή τη συνέχιση ή μη της μνημονιακής λιτότητας. Πρόκειται, επομένως, για μία στρατηγική που θα επιλέγει την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργασίας μέχρι «τέλους», χωρίς προαπαιτούμενα και με συνείδηση του ότι διανύουμε μία ιστορική καμπή της ταξικής σύγκρουσης, η οποία θα κρίνει πολλά. Η παγκόσμια κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, με τα αδιέξοδα που αυτή συνεπάγεται για την εξουσία του κεφαλαίου και την οργάνωση της κοινωνικής συναίνεσης στη λιτότητα, γεννά τους όρους αμφισβήτησης του ίδιου του καπιταλισμού. Είναι σημεία των καιρών μας ο καπιταλισμός να εμφανίζεται πιο επιθετικός αλλά, ταυτόχρονα, και πιο ευάλωτος στην πάλη των τάξεων.

    Παρά τη στρατηγική ήττα, υπάρχει η πείρα των αντιμνημονιακών αγώνων των προηγούμενων ετών. Η πείρα αυτή μας διδάσκει ότι η μόνη οδός, για να είναι νικηφόρα η αριστερή στρατηγική, είναι αυτή της «εισβολής» των μαζών στο προσκήνιο της Ιστορίας. Μαζική γραμμή σημαίνει ανάδειξη και οικοδόμηση των στοιχείων που προοιωνίζουν ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης αντιπαραθετικό προς τον καπιταλισμό, αυτό της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών και της κομμουνιστικής κοινωνίας. Η μαζική γραμμή δεν μπορεί παρά να είναι, εν τέλει, αντικαπιταλιστική γραμμή σύγκρουσης με το σύστημα, που θα εκκινεί από τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα και θα χαράσσει νέες διαδρομές στο κοντινό μέλλον. Εξάλλου, η ιστορία των ταξικών αγώνων αποδεικνύει με τον πιο έντονο τρόπο ότι όλες οι λαμπρές σελίδες των καταπιεσμένων γράφτηκαν, όλοι οι επαναστατικοί μετασχηματισμοί υλοποίησαν τα όνειρα και τους πόθους των εργαζομένων, μονάχα όταν οι μάζες έγιναν ο «παραγωγός» της Ιστορίας.


    Βιβλιογραφία


    Στα ελληνικά


    Αλτουσέρ Λ. (1978), Τι πρέπει ν’ αλλάξει στο κομμουνιστικό κόμμα, Αθήνα: Αγώνας

    Αλτουσέρ Λ., Μπαλιμπάρ Ε., Πουλαντζάς Ν., Εντελμάν Μπ. (1980), Συζήτηση για το κράτος, Αθήνα: Αγώνας

    Ένγκελς Φ. (2006), Αντι-Ντίρινγκ – Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Ιωακείμογλου Η. (2000), Τέλος του αιώνα, τέλος της κρίσης; – Το μέλλον του καπιταλισμού και η Αριστερά, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

    ΛΑΕ (2015), Προγραμματική διακήρυξη Λαϊκής Ενότητας.

    Λαπαβίτσας Κ., Φλάσμπεκ Χ. (2015), Σχέδιο Κοινωνικής Αλλαγής και Εθνικής Ανασυγκρότησης για την Ελλάδα, https://www.scribd.com/doc/283282958/Σχέδιο-Κοινωνικής-Αλλαγής-και-Εθνικής-Ανασυγκρότησης-για-την-Ελλάδα

    Λαπατσιώρας Σ., Μηλιός Γ. (2008-α), «Χρηματοπιστωτική κρίση και “οικονομική ρύθμιση” – Μέρος Α΄», Θέσεις, τ. 103,

    (http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1020&Itemid=29).

    Λαπατσιώρας Σ., Μηλιός Γ. (2008-β), «Χρηματοπιστωτική κρίση και “οικονομική ρύθμιση” – Μέρος Β΄», Θέσεις, τ. 104,

    (http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1042&Itemid=29).

    Μάο Τσετούνγκ (2013), Φιλοσοφικά κείμενα, Αθήνα: Εκτός των τειχών

    Μαρξ Κ. (1979), Το Κεφάλαιο – Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος δεύτερος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Μαρξ Κ. (1990), Grundrisse – Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, Αθήνα: Στοχαστής.

    Μαρξ Κ. (2002), Το Κεφάλαιο – Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Μηλιός Γ., Δημούλης Δ., Οικονομάκης Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό – Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: Νήσος.

    Μηλιός Γ., Σωτηρόπουλος Δ. (2011), Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση, Αθήνα: Νήσος.

    Μπετελέμ Σ. (2010), Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ – 1η περίοδος 1917-1923, τόμος Α΄, Αθήνα: Κουκκίδα.

    Πουλαντζάς Ν. (1980), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τόμος α΄, Αθήνα: Θεμέλιο.

    ΣΥΡΙΖΑ (2013), 1ο Συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ – Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής, Κείμενα Συμβολής, Καταστατικό.


    Ξενόγλωσσα


    Bensaid D. (2014), “The Notion of the Revolutionary Crisis in Lenin (1968)”, Viewpoint Magazine, issue 4: The State, (https://viewpointmag.com/2014/09/05/the-notion-of-the-revolutionary-crisis-in-lenin-1968/).

    Obstfeld M., Shambaugh J. C., Taylor A. M. (2004), “The Trilemma in History: Tradeoffs among Exchange Rates, Monetary Policies, and Capital Mobility”, NBER Working Paper No. 10396, (http://www.nber.org/papers/w10396).

    Obstfeld M., Shambaugh J. C., Taylor A. M. (2008), “Financial Stability, the Trilemma, and International Reserves”, NBER Working Paper No. 14217, (http://www.nber.org/papers/w14217 ).


    Δεκέμβριος 2015

    1 Βλ. ενδεικτικά τις έρευνες Obstfeld κ.ά., 2004 και Obstfeld κ.ά., 2008.

    2 Για μία λεπτομερή μαρξιστική ανάλυση της προηγούμενης περιοδολόγησης, βλ. Μηλιός, Σωτηρόπουλος, 2011: 302-309.

    3 Για μία λεπτομερή ανάλυση των βασικών πτυχών της παρούσας κρίσης του νεοφιλελεύθερου πλαισίου διαχείρισης, βλ. Λαπατσιώρας, Μηλιός, 2008-α και Λαπατσιώρας, Μηλιός, 2008-β.

    4 Οι κατευθύνσεις αυτές δεν είναι καινούριες, καθώς προκύπτουν ως «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις» από όλα τα εγχειρίδια και τη διεθνή βιβλιογραφία των «ορθόδοξων» οικονομικών. Ήδη από το 2003 με την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων Hartz του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκ. Σρέντερ, στη Γερμανία προωθήθηκε αποφασιστικά η επισφαλής εργασία, με τη μορφή των λεγόμενων mini-jobs. Ωστόσο, με τη λιτότητα η κατεύθυνση αυτή ενισχύεται διαρκώς σε όλη την Ευρώπη.

    5 Είναι χαρακτηριστική η σημασία που αποδίδει το 2001 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Μπους, στην ιδιοκατοίκηση. Ο πολιτικός λόγος του επιδιώκει να ταυτίσει την αγορά κατοικίας με το «αμερικάνικο όνειρο», καθώς αναφέρει: «Η ιδιοκτησία κατοικίας βρίσκεται στην καρδιά του Αμερικάνικου Ονείρου. Είναι κλειδί για την ανοδική κινητικότητα για τους Αμερικανούς με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα. Είναι μία άγκυρα για τις οικογένειες και μία πηγή σταθερότητας για τις κοινωνίες. Παίζει το ρόλο του θεμελίου για την οικονομική ασφάλεια πολλών ανθρώπων. Και είναι μία πηγή υπερηφάνειας για τους ανθρώπους που έχουν δουλέψει σκληρά για να προσφέρουν στις οικογένειές τους.» (http://georgewbush-whitehouse.archives.gov/infocus/homeownership/homeownership-policy-book-background.html). Επίσης, το 2002 ανάγει την ιδιοκατοίκηση σε εθνικό διακύβευμα: «Μπορούμε να ρίξουμε φως εκεί που υπάρχει σκοτάδι, και ελπίδα εκεί που υπάρχει μελαγχολία σε αυτήν τη χώρα. Και μέρος αυτού είναι να δουλέψουμε μαζί ως έθνος ώστε να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να κατέχουν το δικό τους σπίτι» (http://www.nytimes.com/2008/12/21/business/worldbusiness/21iht-admin.4.18853088.html?pagewanted=all). Η κατεύθυνση αυτή κυριάρχησε και σε άλλες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, ως γραμμή κοινωνικής συναίνεσης στις ασκούμενες πολιτικές. Αντίθετα, στην περίοδο της κρίσης και ιδιαίτερα σε χώρες με προγράμματα λιτότητας, παρατηρείται η ακριβώς αντίστροφη πορεία. Η ιδιοκατοίκηση έχει δαιμονοποιηθεί, ενώ συχνά διαστρεβλώνεται η πραγματική κατάσταση. Οι περιπτώσεις της Ισπανίας και της Ελλάδας είναι χαρακτηριστικές, καθώς παρουσιάζονται ως χώρες με ποσοστό ιδιοκατοίκησης πολύ ανώτερο του μέσου όρου, τη στιγμή που τα πραγματικά στοιχεία διαψεύδουν αυτή την εικόνα (http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do). Επιχειρείται, έτσι, να νομιμοποιηθεί η διαδικασία επίθεσης στις κατοικίες των εργαζόμενων τάξεων.

    6 Ο Μαρξ αναφέρει για το ρόλο της ανεργίας: «Όσο μεγαλύτερος όμως είναι αυτός ο εφεδρικός στρατός σε σχέση με τον εν ενεργεία εργατικό στρατό, τόσο μαζικότερος είναι ο σταθεροποιημένος υπερπληθυσμός, που η φτώχεια του είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τα βάσανα της δουλειάς του. Τέλος, όσο πιο μεγάλο είναι το εξαθλιωμένο στρώμα της εργατικής τάξης και ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός, τόσο πιο μεγάλος είναι ο επίσημος παουπερισμός» (Μαρξ, 2002: 667).

    7 Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον όμιλο ICAP στο πλαίσιο της έκδοσης “Business Leaders in Greece” και έχει τίτλο «Εξέλιξη οικονομικών μεγεθών 14.223 ελληνικών επιχειρήσεων που ήδη δημοσίευσαν ισολογισμούς χρήσης 2014/2013» (http://www.icap.gr/Default.aspx?id=9822&nt=146&lang=1).

    8 Η ένταση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου μέσω της στρατηγικής της έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό αποτυπώνεται και στη ραγδαία αύξηση των περιφερειακών εμπορικών ενοποιήσεων στο σύγχρονο καπιταλισμό. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου αναφέρει πως σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη του συμμετέχουν σε μία ή περισσότερες ενοποιήσεις. Στην περίοδο 1948-1994, δημιουργήθηκαν 124 εμπορικές ενοποιήσεις, ενώ από τη δημιουργία του Οργανισμού το 1995 μέχρι σήμερα, έχουν προστεθεί περισσότερες από 400 ενοποιήσεις που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο αγαθών ή υπηρεσιών. (https://www.wto.org/english/tratop_e/region_e/regfac_e.htm). Πρόκειται για μία αδιαμφισβήτητη τάση, η οποία εντάσσεται στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο.

    9 Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μέχρι και σήμερα η πολιτική ενοποίηση και οι απαραίτητες για αυτήν συνθήκες παραμένουν εκτός συζήτησης. Ακόμα, όμως, και όταν τίθενται τέτοια ζητήματα, η συζήτηση παραμένει περισσότερο σε ένα επίπεδο γενικού και διερευνητικού διαλόγου, χωρίς να εισέρχεται στο επίπεδο του συγκεκριμένου και άμεσου σχεδιασμού.

    10 Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η ομοιότητα μεταξύ της ευρωκομμουνιστικής στρατηγικής, δηλαδή της επαγγελίας του κοινωνικού μετασχηματισμού με βασικό «μοχλό» την κυβερνητική εξουσία και «θεμέλια» την αποφυγή σύγκρουσης με τις κεφαλαιοκρατικές δομές και την αστική νομιμότητα, από τη μία, και της στρατηγικής του σοβιετικού «μαρξισμού», όπως αυτή αποτυπώθηκε στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, για το «αργό, σταδιακό και ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό», από την άλλη.

    11 Στόχος μας εδώ δεν είναι η σκιαγράφηση της εξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε όλη την περίοδο ύπαρξής του μέχρι σήμερα, αλλά η εξέταση του χαρακτήρα του προγράμματος ρήξης με το νεοφιλελευθερισμό, καθώς και των αιτίων και των συνθηκών που οδήγησαν στη μετάλλαξή του και στη μετατροπή του σε καθεστωτική πολιτική δύναμη.

    12 Χαρακτηριστική είναι η απουσία ταξικού φορτίου από τον πολιτικό λόγο των βασικών στελεχών της κυβέρνησης και οι ανακοινώσεις διάφορων υπουργείων, ιδιαίτερα του υπουργείου Οικονομικών, που υιοθετούν τη νεοφιλελεύθερη ρητορεία και ατζέντα. Ενδεικτική είναι η ρήση του τότε υπουργού Οικονομικών, Γ. Βαρουφάκη, για την εξάλειψη των συγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας λόγω της κρίσης (20ό Banking Forum που διοργάνωσε η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, 22 Απριλίου 2015).

    13 Σημειώνουμε ότι στο διάστημα 1995-2008 το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 61, 0%, της Ισπανίας κατά 56, 0% και της Ιρλανδίας κατά 124, 1%, ενώ οι πιο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες περιορίστηκαν σε μικρότερες αυξήσεις, με το ΑΕΠ της Γερμανίας να εμφανίζει μεγέθυνση 19, 5%, της Ιταλίας 17, 8% και της Γαλλίας 30, 8%. Μάλιστα, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, στη σημαντική πραγματική αύξηση του παγίου κεφαλαίου (102, 8% την ίδια περίοδο) και στη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας (Μηλιός, Σωτηρόπουλος, 2011: 410).

    14 Γεννιέται εδώ το ερώτημα του κατά πόσο μπορεί να είναι «αυτόνομη» μία νομισματική πολιτική στο έδαφος της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και του κεντρικού και διευθυντικού ρόλου των χρηματαγορών, με κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες, όπου η ανεξάρτητη νομισματική πολιτική παύει να υφίσταται με την κλασική έννοια.

    15 Η μεταφορά των πιέσεων του κεφαλαιακού ανταγωνισμού στην εργασία υπήρξε επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης ήδη πριν από την εισαγωγή της χώρας στο ευρώ. Η πολιτική της «σκληρής δραχμής», στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στόχευε στη συμπίεση των μισθών και την εκκαθάριση των μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων.

    16 Αξίζει να προσέξουμε ότι, σε συνέχεια των δηλώσεων διάφορων Ευρωπαίων αξιωματούχων τα τελευταία δύο χρόνια, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Β. Κονστάντσιο, τόνισε λίγο καιρό μετά τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου: «Δεν υπήρξε ποτέ καμία αμφιβολία στην πλειοψηφία των χωρών-μελών. Εμείς υποστηρίζουμε ότι το ευρώ είναι μη αναστρέψιμη συμφωνία. Νομικά, καμία χώρα δεν μπορεί να απελαθεί. Η πραγματική προοπτική να συμβεί κάτι τέτοιο δεν ήταν ποτέ αληθινή» (http://www.ecb.europa.eu/press/inter/date/2015/html/sp150916.en.html). Φαίνεται ότι η πολυσυζητημένη «θωράκιση» της ΖτΕ κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να αντέξει την επανατιμολόγηση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου από τις χρηματαγορές, που θα καθιστούσε το πλαίσιο του ενιαίου νομίσματος εξαιρετικά ευάλωτο.

  •  
    < Προηγ.   Επόμ. >
    Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
    Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς