Κοινωνικές τάξεις: Θεωρία και εμπειρική διερεύνηση στην ελληνική κοινωνία Εκτύπωση
Τεύχος 135: περίοδος Απρίλιος - Ιούνιος 2016




ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ:

ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


των Γιώργου Οικονομάκη, Γιάννη Ζησιμόπουλου, Δημήτρη Κατσορίδα,

Γιώργου Κόλλια και Γιώργου Κρητικίδη


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ


Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της ταξικής διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας, ο προσδιορισμός εντός αυτής της θέσης της εργατικής τάξης και οι εν δυνάμει ταξικές πολώσεις που διαμορφώνονται. Η εμπειρική αποτύπωση βασίζεται στην επεξεργασία δευτερογενών στοιχείων για την περίοδο 2006-2014. Τρεις είναι οι βασικές θεωρητικές παραδοχές που υιοθετούνται: α) Το βασικό κριτήριο ταξικού προσδιορισμού είναι οικονομικό (θέση στις σχέσεις παραγωγής), β) οι κοινωνικές τάξεις μπορεί να σχηματίζονται στο πλαίσιο της λειτουργικής άσκησης της (οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής) εξουσίας της κυρίαρχης τάξης και γ) δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο ο οποίος να βρίσκεται σε αντίθεση με τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο. Με βάση αυτές τις παραδοχές η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας περιλαμβάνει τις εξής κοινωνικές τάξεις: Καπιταλιστική τάξη, παραδοσιακή μικροαστική τάξη, μεσαία αστική τάξη, ανώτερη κρατική γραφειοκρατία, νέα μικροαστική τάξη, εργατική τάξη, νόθα εργατική τάξη και κατώτερη μισθωτή βαθμίδα.



1. Τρόπος παραγωγής, κοινωνικός σχηματισμός
και κοινωνικές τάξεις: γενική θεώρηση


Σημείο εκκίνησης της παρούσας ανάλυσης είναι «ότι ο τρόπος παραγωγής αναφέρεται αποκλειστικά στον πυρήνα των ταξικών σχέσεων, όχι στις ταξικές σχέσεις ως τέτοιες», Milios (2000: 295).

Σε ένα δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό, ο οποίος «έχει μια ειδική ιστορία, κουλτούρα, οικονομία και πολιτική οργάνωση», Goodman andRedclift (1982: 59), μορφοποιείται μια σύνθετη ταξική διάρθρωση, καθώς σε αυτόν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν περισσότεροι του ενός τρόποι παραγωγής. Κατά συνέπεια, το αφετηριακό σημείο της ταξικής ανάλυσης μιας κοινωνίας είναι η ανάλυση των τρόπων παραγωγής που συνυπάρχουν εντός της. Στη συνάρθρωση των διαφορετικών τρόπων παραγωγής κυριαρχεί πάντα ένας εξ αυτών. Στην περίπτωση που κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, το πεδίο αυτής της συνάρθρωσης είναι η σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας-ανταλλαγής, βλ. Οικονομάκης (2000).

Για την ανάλυση της έννοιας του τρόπου παραγωγής αναγκαία είναι η εισαγωγή της έννοιας των σχέσεων παραγωγής. Η σύνθεση των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής, αποτελεί τις σχέσεις παραγωγής (ή προσδιορίζει σε αυτές), Οικονομάκης (2000). Ως χρήση των μέσων παραγωγής ορίζεται η αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της άμεσης εργασίας, όπου λειτουργία της άμεσης εργασίας σημαίνει συμμετοχή – ενός ατόμου ή ενός συλλογικού παράγοντα – στη διαδικασία της εργασίας με σκοπό την παραγωγή αξιών χρήσης, βλ. π.χ. Carchedi (1977: 66). Η κυριότητα ως οικονομική σχέση συνίσταται στην εξουσία επί των μέσων, των αντικειμένων και των αποτελεσμάτων της παραγωγικής διαδικασίας. Σε διάκριση από την τυπική-νομική κυριότητα, η κυριότητα ως (πραγματική) οικονομική σχέση προϋποθέτει την κατοχή των μέσων παραγωγής, δηλαδή τη διοίκηση (διεύθυνση) της παραγωγικής διαδικασίας, τη δυνατότητα να τίθενται τα μέσα παραγωγής σε λειτουργία και την οικειοποίηση αποτελεσμάτων εκ της χρήσης των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια η κυριότητα ως οικονομική σχέση υφίσταται ως σχέση ομολογίας (σύμπτωσης-αντιστοιχίας) με τη σχέση κατοχής (διοίκησης). Σε περίπτωση μη-ομολογίας (μη-σύμπτωσης και μη-αντιστοιχίας), η κυριότητα δεν είναι μια οικονομική αλλά είναι (ή μπορεί να είναι) μια εντελώς τυπική ή νομική σχέση, βλ. σχετικά και Οικονομάκης (2005).

Ο ιδιαίτερος/ειδικός (και ιστορικώς μεταβλητός στις μορφές υλοποίησής του) συνδυασμός των τριών παραπάνω σχέσεων μορφοποιεί έναν «καθαρό» τρόπο παραγωγής. Είναι αυτός ο ιδιαίτερος συνδυασμός των τριών σχέσεων που συγκροτεί τη «μήτρα» ενός τρόπου παραγωγής (δηλαδή την οικονομική δομή ενός τρόπου παραγωγής). Η οικονομική δομή ενός τρόπου παραγωγής καθορίζει ποιο από τα τρία συστατικά δομικά στοιχεία ενός ιστορικού τρόπου παραγωγής (οικονομικό, δικαιο-πολιτικό ή ιδεολογικό) είναι κυριαρχικό. Υπό την έννοια αυτή, το οικονομικό στοιχείο είναι σε όλες τις περιπτώσεις το καθοριστικό σε τελευταία ανάλυση στοιχείο [Οικονομάκης (2000: 38-39)].

Εφόσον ο ιδιαίτερος συνδυασμός των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης συγκροτεί τη «μήτρα» ενός τρόπου παραγωγής, οι διαφορετικές κοινωνικές τάξεις σχηματίζονται εντός των (διαφορετικών) τρόπων παραγωγής ως αποτέλεσμα της «μήτρας» τους (δηλαδή των σχέσεων παραγωγής που τη συγκροτούν) και ως «φορείς» αυτών των σχέσεων. Οι κοινωνικές τάξεις χαρακτηρίζονται συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο Αλτουσέρ [Althusser (2003: 428)], από τις ταξικές θέσεις στις οποίες οι «φορείς» είναι «οι κάτοχοι». Ο Αλτουσέρ εδώ ακολουθεί τη μαρξική ανάλυση, σύμφωνα με την οποία τα μέλη των κοινωνικών τάξεων δεν είναι παρά «απλώς ενσαρκώσεις, προσωποποιήσεις […] καθορισμένοι κοινωνικοί χαρακτήρες, που εγχαράσσει στα άτομα το κοινωνικό προτσές παραγωγής, είναι τα προϊόντα αυτών των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής» – και ως τέτοιοι είναι οι «κύριοι παράγοντες» ενός τρόπου παραγωγής, Μαρξ (1978-β: 1080).

Οι κοινωνικές τάξεις που σχηματίζονται εντός ενός τρόπου παραγωγής ως οι «φορείς» των σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής οι οποίες συγκροτούν τη «μήτρα» του, αποτελούν τις «θεμελιώδεις» κοινωνικές τάξεις αυτού του τρόπου παραγωγής (οι «κύριοι παράγοντες» ενός τρόπου παραγωγής). Κατά συνέπεια, ορίζουμε ως «μη-θεμελιώδεις» ή ως «ενδιάμεσες» κοινωνικές τάξεις εκείνες τις κοινωνικές ομάδες ενός τρόπου παραγωγής (εάν υπάρχουν) που δεν είναι «φορείς» συνθετουσών σχέσεων, δηλαδή τις τάξεις που δεν ενσαρκώνουν επαρκώς ένα διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής, βλ. Economakis (2005).

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (ΚΤΠ) και η καπιταλιστική ανάπτυξη μπορούν να συνυπάρχουν (και αυτός είναι ο κανόνας) με μη-καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Έτσι, ο ΚΤΠ και το σύστημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας – καπιταλισμός – δεν είναι συνώνυμα ή ταυτόσημα. Επομένως, οι τάξεις του ΚΤΠ δεν είναι οι μόνες τάξεις ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού [βλ. π.χ. Gerstein (1989)]. Εντούτοις, εφόσον «οι δυο βασικές τάξεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού, όπου και εμφανίζεται η κύρια αντίφαση, είναι οι τάξεις του κυρίαρχου σ’ αυτόν τον σχηματισμό τρόπου παραγωγής» έπεται ότι «στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς [αυτές είναι] η αστική και η εργατική τάξη», Πουλαντζάς (1982-γ: 28). Καπιταλιστές και εργάτες ενσαρκώνουν ένα διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου αυτού παραγωγής, δηλαδή είναι οι «κύριοι παράγοντες» αυτού του τρόπου παραγωγής (βλ. σχετικά πιο αναλυτικά στη συνέχεια).

Στην παρούσα μελέτη υποστηρίζουμε ότι στις συγκεκριμένες κοινωνίες υφίσταται ένας σύνθετος ταξικός σχηματισμός. Όχι μόνο λόγω της συνάρθρωσης περισσότερων τρόπων παραγωγής (επίπεδο οικονομικών σχέσεων) αλλά επίσης και για τον ακόλουθο λόγο:

Οι κοινωνικές τάξεις μπορεί να σχηματίζονται στο πλαίσιο της λειτουργικής άσκησης της (οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής) εξουσίας της κυρίαρχης τάξης. Αυτές οι λειτουργίες μπορεί να εκχωρούνται σε κοινωνικές ομάδες που δεν ανήκουν στην κυρίαρχη τάξη. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον αυτές οι τάξεις δεν σχηματίζονται εντός ενός τρόπου παραγωγής, δηλαδή στο οικονομικό επίπεδο, πρέπει να χαρακτηριστούν ως «μη-θεμελιώδεις» ή ως «ενδιάμεσες» κοινωνικές τάξεις, όπως εκείνες που δεν είναι «φορείς» σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής εντός ενός τρόπου παραγωγής.

«Αυτή η προσέγγιση δεν αποκλείει πάντως την ύπαρξη “οριακών” κοινωνικών στρωμάτων χωρίς ταξική ένταξη (π.χ., ενδεχομένως ο περιθωριακός πληθυσμός που ιστορικώς έχει περιγραφεί ως “λούμπεν προλεταριάτο” »), Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 25)˙ σχετικά και Μηλιός (2002).

Ακολουθώντας τους Μηλιό και Οικονομάκη (2007: 25), οι πιο πάνω παραδοχές σημαίνουν ότι στη διερεύνησή μας δεν θεωρούμε ότι οι κοινωνικές τάξεις προσδιορίζονται αποκλειστικά εντός των τρόπων παραγωγής, αλλά ότι οι «τάξεις ορίζονται πρωταρχικά (αλλά όχι αποκλειστικά) από τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής», Jessop (1985: 165, βλ. επίσης 160). Επομένως, και σύμφωνα με την «αλτουσεριανή παράδοση» [βλ. Jessop (1985: 170)], «ένας πλήρης προσδιορισμός των τάξεων πρέπει να διενεργηθεί σε όρους οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών [παραγόντων]», Carchedi (1977: 43).

Συμπληρώνουμε, ωστόσο, υπό την προϋπόθεση ότι: «δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο σε αντίθεση με τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 42, σχετικά και 50)˙ Μηλιός και Οικονομάκης (2008: 15)˙ βλ. επ’ αυτού και στη συνέχεια).


2. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής


Ο ΚΤΠ αναδύεται στη βάση μιας διπλής ιστορικής κίνησης: απελευθέρωση των άμεσων παραγωγών από τη φεουδαρχική ή ασιατική υποτέλεια και αποχωρισμός τους από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης τα οποία κατείχαν υπό εκείνες τις ιστορικές συνθήκες προς όφελος της νέας εκμεταλλευτικής τάξης, βλ. Μαρξ (1978-α). Αυτή η διπλή κίνηση, η οποία δημιούργησε τον ελεύθερο εργάτη με τη «διπλή έννοια» (ελεύθερο άτομο και απαλλοτριωμένο από μέσα παραγωγής), Μαρξ (1978-α: 181-182), μετέτρεψε μαζικά την εργασιακή δύναμη σε εμπόρευμα και δημιούργησε αυτό που θα ονομάσουμε στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του («καθαρού») ΚΤΠ. Αυτό το στοιχειώδες χαρακτηριστικό μπορεί να οριστεί ως ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής στον ταξικό «φορέα» κυριότητας (πραγματική – οικονομική – κυριότητα) μέσω ή λόγω του χωρισμού του ελεύθερου άμεσου-παραγωγού από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Η πραγματική κυριότητα συνεπάγεται ότι ο ελεύθερος εργάτης εργάζεται προς όφελος του ταξικού «φορέα» της κυριότητας χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό εξω-οικονομικός καταναγκασμός (κυριαρχικό το οικονομικό στοιχείο), βλ. σχετικά Οικονομάκης (2005).

Ωστόσο, το στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του ΚΤΠ δεν είναι το ειδικώς καπιταλιστικό χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί από μόνο του να προσδιορίσει τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (τον «φορέα» της πραγματικής κυριότητας) ως καπιταλιστική τάξη. Εν ολίγοις, θεωρούμε ελλιπή, ως προς τον προσδιορισμό της «μήτρας» του ΚΤΠ, τον ισχυρισμό ότι «οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας προκύπτουν όταν οι άμεσοι παραγωγοί χωρίζονται από τα μέσα παραγωγής […] και είναι ελεύθεροι από εξω-οικονομικό καταναγκασμό», Albritton (2000: 150).

Σύμφωνα με τον Μαρξ (1978-α: 337, 347, 350) για να εμφανιστεί η σχέση μεταξύ πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και εργάτη ως σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, απαιτείται μια ποσοτική προϋπόθεση, η οποία δεν έχει να κάνει με τίποτα περισσότερο από μια μεταβολή στην ποσοτική κλίμακα της παραγωγής: ένας κάποιος αριθμός εργατών που βρίσκονται υπό τη διαταγή του ίδιου κεφαλαιοκράτη.

Επομένως, ο ΚΤΠ έχει ως αφετηριακό του σημείο (από την «τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο») την αύξηση του αριθμού των εργατών που εργάζονται από κοινού με σκοπό την παραγωγή του ίδιου είδους εμπορεύματος. Έτσι, για να εμφανιστεί ο πραγματικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής ως «κεφάλαιο» (εξουσία επί της εργασιακής διαδικασίας και διεύθυνσή της) και ο άμεσος παραγωγός ως «εργάτης», η κλίμακα της παραγωγής, και συνεπώς ο όγκος του κεφαλαίου που απασχολείται από έναν ατομικό επιχειρηματία (και ως εκ τούτου και ο αριθμός των απασχολούμενων απ’ αυτόν μισθωτών εργατών σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή), πρέπει να είναι τέτοιος που ο καπιταλιστής να απαλλάσσεται πλήρως από την άμεση εργασία, ήτοι, να αποστοιχίζεται πλήρως από τη σχέση χρήσης, έτσι που «να του επιτρέπεται να εμφανίζεται απλά σαν καπιταλιστής, σαν αξιωματούχος επιβλέπων». Το εισόδημα του καπιταλιστή (δηλαδή το κέρδος) εξαρτάται έτσι από τον όγκο του προκαταβεβλημένου συνολικού κεφαλαίου και όχι από την εργασία του ως κεφαλαιοκράτη και επομένως η εργασιακή διαδικασία είναι αποκλειστικά υπό την άμεση εκμετάλλευση ταξικών παραγόντων άλλων από εκείνους που συμμετέχουν σε αυτήν, [βλ. Μαρξ (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 101-102, 105, 123-124)]. Μόνο υπ’ αυτήν την έννοια οι καπιταλιστές είναι «μη-εργαζόμενοι» και «τα μέσα παραγωγής […] είναι ιδιοκτησία των μη-εργαζομένων (καπιταλιστών)», Hindessand Hirst (1979: 10). Αυτήν την πλήρη απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από την ανάγκη της άμεσης εργασίας (ή την πλήρη αποστοίχισή του από τη σχέση χρήσης) ονομάζουμε αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ. Αυτή η αναγκαία συνθήκη μετασχηματίζει το στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του ΚΤΠ σε ειδικό, βλ. και Οικονομάκης (2005).

Ο σχηματισμός της πραγματικής καπιταλιστικής κυριότητας προϋποθέτει την πλήρη απαλλαγή του καπιταλιστή από την ανάγκη να δουλεύει ο ίδιος, αλλά δεν έχει ως προϋπόθεση ότι οι καπιταλιστές ως ατομικά υποκείμενα είναι ταυτοχρόνως οι νομικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Το ζήτημα (όπως είναι γνωστό) έχει να κάνει με το χωρισμό της (νομικής) ιδιοκτησίας από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Ο Μαρξ (1978-β: 489) είχε ήδη παρατηρήσει ότι κύριο χαρακτηριστικό των μεγάλων μετοχικών εταιρειών είναι πως «έχουν την τάση [...] τη διευθυντική δουλειά σαν λειτουργία να τη χωρίζουν όλο και περισσότερο από την κατοχή του κεφαλαίου», δηλαδή τη νομική του ιδιοκτησία. Και βεβαίως το θέμα έχει να κάνει με την ταξική θέση των μάνατζερς (εννοείται των top managers). Γράφει ο Πουλαντζάς (1982-γ: 223) αναφορικά με τη μαρξική ανάλυση: «Οι αναλύσεις του Μαρξ είναι ξεκάθαρες: ενώ οι διάφορες εξουσίες της κυριότητας και της κατοχής ανήκουν στη θέση του κεφαλαίου – είναι “λειτουργίες” του κεφαλαίου – δεν ασκούνται απαραίτητα από τους ίδιους φορείς-ιδιοκτήτες – δεν είναι “λειτουργίες” κεφαλαιούχων ιδιοκτητών». Επομένως: «Οι ιθύνοντες φορείς που ασκούν άμεσα τις εξουσίες αυτές και που εκπληρώνουν τις “λειτουργίες του κεφαλαίου, καταλαμβάνουν τη θέση του κεφαλαίου, και ανήκουν έτσι στην αστική τάξη, έστω κι αν δεν είναι κάτοχοι της τυπικής νομικής κυριότητας. Έτσι, οι μάνατζερς αποτελούν, οπωσδήποτε, συστατικό μέρος της αστικής τάξης», βλ. Οικονομάκης (1999).


«Ο αποχωρισμός των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής (δηλαδή η αποστέρηση από τους εργαζομένους της κατοχής των μέσων παραγωγής), έχει ως άλλη όψη της τη συγκρότηση του εργαζόμενου (ο οποίος ανταλλάσσει την εργασιακή του δύναμη με κεφάλαιο), στο δικαιακό-πολιτικό επίπεδο και στο επίπεδο της ιδεολογίας, σε ελεύθερο πολίτη - υποκείμενο δικαίου, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τα δομικά χαρακτηριστικά του κράτους και της κυρίαρχης ιδεολογίας», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 28)˙ Μηλιός (2002: 62-63).




  • Η καπιταλιστική τάξη, η εργατική τάξη και η νέα μικροαστική τάξη του ΚΤΠ


    Σύμφωνα με τον Μαρξ (1978-α: 355, 375, 380-381, 421) είναι ήδη στη μανουφακτούρα (στην τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο) που «ο συνδυασμένος συνολικός εργάτης» που «αποτελείται […] μόνο από […] μονόπλευρους μερικούς εργάτες» εκπηγάζει ως «ο ζωντανός μηχανισμός της μανουφακτούρας», βλ. και Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 28).

    Η διαδικασία συγκρότησης του «συνολικού» εργάτη αναπτύσσεται παραπέρα στην «πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο».

    Γράφει σχετικά ο Μαρξ (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 129-130):


    «Μια που με την ανάπτυξη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο ή του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πραγματικός λειτουργός του συνολικού προτσές εργασίας […] γίνεται ολοένα και περισσότερο μια κοινωνικά συνδυασμένη ικανότητα εργασίας και μια που οι διάφορες ικανότητες εργασίας, που ανταγωνίζονται, και που αποτελούν τη συνολική παραγωγική μηχανή, παίρνουν μέρος με πολύ διαφορετικούς τρόπους στο άμεσο προτσές της διαμόρφωσης των εμπορευμάτων ή εδώ καλλίτερα των προϊόντων, ο ένας σαν manager, engineer [διευθυντής, μηχανικός], τεχνολόγος κ.λπ. ο άλλος σαν overlooker [επιβλέπων], ο τρίτος σαν άμεσος χειροτέχνης ή ακόμα απλά σαν ανειδίκευτος εργάτης, έτσι, ολοένα και περισσότερο αυξανόμενος αριθμός λειτουργιών της ικανότητας εργασίας κατατάσσεται κάτω από την άμεση έννοια της παραγωγικής εργασίας και οι φορείς της κάτω από την έννοια των παραγωγικών εργατών, εργατών που τους εκμεταλλεύεται απ’ ευθείας το κεφάλαιο και που υπόκεινται γενικά στο προτσές αξιοποίησης της παραγωγής. Αν εξετάσει κανείς το συλλογικό εργάτη […] τότε η συνδυασμένη του δραστηριότητα εκφράζεται άμεσα και υλικά σε ένα συνολικό προϊόν […] ενώ είναι τελείως αδιάφορο, αν η λειτουργία του μεμονωμένου εργάτη, που είναι μόνο ένα μέλος αυτού του συλλογικού εργάτη, βρίσκεται πιο μακριά ή πιο κοντά στην άμεση χειροτεχνική εργασία».


    Έτσι, αυτός ο συλλογικός (ή «συνολικός») εργάτης ταυτίζεται με την παραγωγική εργασία. Ο μάνατζερ (υποθέτουμε όχι ο top manager), ο μηχανικός, ο τεχνολόγος, ο επιβλέπων, ο χειρώνακτας εργάτης – όλοι αυτοί μαζί – συνιστούν αυτόν το συλλογικό εργάτη. Ως εκ τούτου, ένας τέτοιος συλλογικός εργάτης συγκροτείται στο επίπεδο ενός τεχνικού καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής ως «φορέας» της συνολικής-συνδυασμένης εργασίας, η οποία ταυτίζεται με το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων (παραγωγική εργασία-παραγωγικός εργάτης).

    Έχουμε σημειώσει ότι οι θεμελιώδεις τάξεις ενός τρόπου παραγωγής είναι οι «φορείς» των σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής: κυριότητα, κατοχή και χρήση των μέσων παραγωγής. Η καπιταλιστική (ή αστική) τάξη είναι ο «φορέας» της (καπιταλιστικά μορφοποιημένης) πραγματικής κυριότητας: πλήρης αποστοίχιση από τη σχέση χρήσης. Η άλλη τάξη του ΚΤΠ είναι η εργατική τάξη, νοούμενη ως ο «φορέας» της τρίτης συνθέτουσας σχέσης, της σχέσης χρήσης: εκτέλεση της άμεσης εργασίας στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής. Όπως υποστηρίζεται στο Οικονομάκης (2000: 92-93), «[ο] αστικός καταμερισμός εργασίας (από την αφετηρία του ΚΤΠ) χαρακτηρίζεται από την όξυνση των διαχωρισμών - αντιθέσεων: πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, επιστήμης και πείρας, καθηκόντων διεύθυνσης και εκτέλεσης». Επομένως:


    «Η έννοια της νομής [χρήσης], στο πλαίσιο των καπιταλιστικών διαδικασιών εργασίας (που πρέπει να γίνεται αντιληπτή) ως τάση συλλογικής ικανότητας χρήσης των μέσων παραγωγής, ή/και γενικά των μέσων εργασίας, και ταυτόχρονα ως τάση ατομικής μη-ικανότητας αναδεικνύει (και αναδεικνύεται μέσα από) αυτούς ακριβώς τους διαχωρισμούς, αυτές ακριβώς τις αντιθέσεις. Αναδεικνύει (και αναδεικνύεται μέσα από) διαχωρισμούς - αντιθέσεις που θεμελιώνουν το ιεραρχικό “μοντέλο των διαδικασιών εργασίας στον αστικό καταμερισμό (το οποίο εδράζεται στην πλήρη αποστοίχιση του “φορέα” της σχέσης πραγματικής κυριότητας από τη σχέση χρήσης, επόμενα και από το “φορέα” της σχέσης χρήσης, και στην υποταγή του δεύτερου “φορέα” στον πρώτο) ενσωματώνοντας ως ουσιώδες περιεχόμενό της, ως (ειδικά) καπιταλιστική “φύση της, εντός (ειδικά) του αστικού καταμερισμού εργασίας, τη μια πλευρά αυτών των διαχωρισμών - αντιθέσεων. Την πλευρά που κάθε φορά αντιπροσωπεύει τις λειτουργίες της θεωρούμενης ή/και κατά κύριο λόγο χειρωνακτικής απέναντι στη (και αναφορικά με τη) θεωρούμενη ή/και κατά κύριο λόγο πνευματική εργασία, της πείρας απέναντιστην επιστήμη, της εκτέλεσης απέναντι στη διεύθυνση», Οικονομάκης (2000: 93).


    Από την άποψη των παραπάνω, οι θεμελιώδεις τάξεις του ΚΤΠ είναι η καπιταλιστική και η εργατική τάξη, εφόσον αυτές επαρκώς ενσαρκώνουν ένα διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του (καπιταλιστικού) τρόπου παραγωγής, και συνεπώς η καπιταλιστική και η εργατική τάξη είναι εκείνες οι θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις που είναι και οι βασικές στο επίπεδο ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

    Το ερώτημα που προκύπτει είναι το ακόλουθο: είναι η (καπιταλιστικά) μισθωμένη (δηλαδή, παραγωγική) εργασία η οποία περιλαμβάνει όλα αυτά τα διαφορετικά είδη εργασίας – σε μεγαλύτερη ή μικρότερη απόσταση από την άμεση χειρωνακτική εργασία (στην ενότητά της με την πείρα και την εκτέλεση) – ταυτόσημη με τον ταξικό «φορέα» της σχέσης χρήσης, δηλαδή την εργατική τάξη;

    Ο Μαρξ (1978-α: 347) γράφει:


    «Όπως ο κεφαλαιοκράτης απαλλάσσεται στην αρχή από τη χειρωνακτική εργασία μόλις το κεφάλαιό του φτάσει το ελάχιστο εκείνο μέγεθος με το οποίο και μόνο αρχίζει η καθαυτό κεφαλαιοκρατική παραγωγή, έτσι παραχωρεί τώρα τη λειτουργία της άμεσης και συνεχούς επίβλεψης των ξεχωριστών εργατών και εργατικών ομάδων σε μια ειδική κατηγορία μισθωτών εργατών. Όπως ένας στρατός χρειάζεται στρατιωτικούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, έτσι και μια μάζα εργατών που συνεργάζονται κάτω από το πρόσταγμα του ίδιου κεφαλαίου χρειάζεται αξιωματικούς (διευθυντές, διαχειριστές) και υπαξιωματικούς της βιομηχανίας (επιστάτες, foremen, overlookers, contremaitres) που στη διάρκεια του προτσές εργασίας διοικούν εξ ονόματος του κεφαλαίου. Η δουλειά της επιστασίας εδραιώνεται σαν αποκλειστική τους λειτουργία».


    Εντός του συλλογικού εργάτη συγκροτείται, συνεπώς, ένας στρατός αξιωματούχων («αξιωματικών» και «υπαξιωματικών» της βιομηχανίας) ενός ειδικού είδους μισθωτών εργαζομένων: χαμηλότερου επιπέδου μάνατζερς, επιβλέποντες. Η αποκλειστική λειτουργία αυτών των αξιωματούχων είναι η εργασία της διοίκησης-επιτήρησης (ως αντίθετης στην εκτέλεση της άμεσης εργασίας). Συνεπώς, οι μισθωτοί εργαζόμενοι που ανήκουν σε αυτήν την ειδική κατηγορία της μισθωτής εργασίας δεν εκτελούν αποκλειστικά τη λειτουργία της εργασίας αλλά αντιθέτως εξασκούν εκχωρημένες εξουσίες του κεφαλαίου. Έτσι, καίτοι αποτελούν μέρος του συλλογικού εργάτη, δηλαδή είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι – εργαζόμενοι άμεσα εκμεταλλευόμενοι από το κεφάλαιο – εντούτοις επίσης «λειτουργούν ως κεφάλαιο», και κατά συνέπεια δεν αποτελούν «ενσαρκώσεις» και «προσωποποιήσεις» ενός επαρκώς διακριτού ή «καθορισμένου κοινωνικού χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής. Επομένως, «δεν αποτελούν prima facie συστατικά στοιχεία ούτε του ταξικού “φορέα” της σχέσης χρήσης, δηλαδή της εργατικής τάξης, ούτε, προφανώς του ταξικού φορέα” της πραγματικής κυριότητας, δηλαδή της καπιταλιστικής τάξης», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 30-31)˙ βλ. Πουλαντζάς (1982-γ: 281-283). Με άλλα λόγια, αν για την ταξική ένταξη στην εργατική τάξη (ήτοι την τάξη «φορέα» της σχέσης χρήσης εντός του ΚΤΠ) προϋποτίθεται, ως καταρχήν οικονομικό κριτήριο, η σχέση εκμετάλλευσης (ως παραγωγή υπεραξίας), η σχέση εκμετάλλευσης δεν ταυτίζεται με την ταξική ένταξη στην εργατική τάξη. Ακολούθως, οι μισθωτοί εργαζόμενοι αυτού του ειδικού είδους δεν ανήκουν σε καμιά από τις θεμελιώδες τάξεις του ΚΤΠ και επομένως είναι μέρος μιας μη-θεμελιώδους ή ενδιάμεσης κοινωνικής τάξης του ΚΤΠ η οποία βρίσκεται μεταξύ της καπιταλιστικής τάξης και της εργατικής τάξης. Η μη-θεμελιώδης ή ενδιάμεση αυτή κοινωνική τάξη του ΚΤΠ είναι η λεγόμενη νέα μικροαστική τάξη (του ΚΤΠ). Στη νέα μικροαστική τάξη του ΚΤΠ επίσης ανήκουν οι μηχανικοί και τεχνικοί (τεχνολόγοι), οι οποίοι στην πραγματικότητα εκτελούν ειδικές μορφές της διοίκησης-επιτήρησης της εργασίας, οι οποίες πηγάζουν από την ειδικά καπιταλιστική διαίρεση μεταξύ επιστήμης και εμπειρίας, όπως ο Πουλαντζάς (κυρίως:1982-γ: 284 κ.ε.) έχει δείξει, βλ. και Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 31).

    Ωστόσο, «είναι δυνατόν να γίνουν ορισμένοι διαφορισμοί μέσα στους μηχανικούς και τους τεχνικούς, ιδιαίτερα ανάλογα με το αν βρίσκονται σε κλάδους ή βιομηχανίες όπου διευθύνουν ή έχουν υπό τις εντολές τους χειρώνακτες εργάτες, ή σε κλάδους όπου αποτελούν οι ίδιοι το κύριο εργατικό δυναμικό και όπου, επομένως, δεν ασκούν διευθυντικά και εποπτικά καθήκοντα πάνω σε άλλους εργαζόμενους», Πουλαντζάς (1982-γ: 299). Στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορούν να αποτελέσουν τον ταξικό «φορέα» της σχέσης χρήσης, και επομένως μπορεί να εμφανιστεί μια διαδικασία «προλεταριοποίησης των διανοητικών εργασιών», Pestieau (1998) ή «χειρωνακτικοποίησης» της διανοητικής εργασίας, Οικονομάκης (2000: 163-164). Σημειώνουμε ακόμη στο σημείο αυτό ότι οι διακρίσεις μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και επιστήμης και εμπειρίας πρέπει να γίνονται κατανοητές μόνο μέσω της αντιθετικότητάς τους και της ιστορικότητάς τους, βλ. Γκράμσι (1972)˙ Πουλαντζάς (1982-γ)˙ Μπαλιμπάρ (1986)˙ Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 32).

    Συναφές είναι το επόμενο ερώτημα: Στο «εσωτερικό» της σχέσης χρήσης δεν υπάρχουν άραγε διαφορετικότητες σε ίδιες συνθήκες, δηλαδή μέσα στο ίδιο προτσέςπαραγωγής; Σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1982-γ: 303-304), είναι αλήθεια πως ο «θεμελιακός» διαχωρισμός «διανοητικής/χειρωνακτικής εργασίας» έχει την τάση «να αναπαράγεται, με ιδιόμορφο τρόπο, κι απ’ τις δυο πλευρές του διαχωριστικού φράγματος»: και στο πεδίο της διανοητικής και στο πεδίο της χειρωνακτικής εργασίας. «Ωστόσο, το ταξικό φράγμα αυτού του διαχωρισμού υπάρχει»: οι ειδικευμένοι δεν ασκούν στους ημιειδικευμένους, ούτε και οι τελευταίοι στους ανειδίκευτους εργάτες «τη διεύθυνση και την εποπτεία που συνοδεύονται από τη νομιμοποίηση του μυστικού της γνώσης και του μονοπωλίου της, ενώ την ασκούν οι μηχανικοί και οι τεχνικοί στο σύνολο της εργατικής τάξης».


    2.2. Εργατική και νέα μικροαστική τάξη (του ΚΤΠ) στον Πουλαντζά:
    Ένα σύντομο σχόλιο


    Ο Πουλαντζάς (1982-γ: 260) υποστηρίζει ότι: «Η εργατική τάξη δεν οριοθετείται με βάση ένα απλό αρνητικό “καθ’ εαυτό” κριτήριο – τον αποκλεισμό της από τις σχέσεις ιδιοκτησίας – αλλά με βάση την παραγωγική εργασία». Υποστηρίζει επίσης την άποψη ότι «παραγωγική εργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι εκείνη που παράγει υπεραξία αναπαράγοντας άμεσα τα υλικά στοιχεία που χρησιμεύουν για υπόστρωμα στη σχέση εκμετάλλευσης: η εργασία επομένως που παρεμβαίνει άμεσα στην υλική παραγωγή παράγοντας αξίες χρήσης οι οποίες αυξάνουν τον υλικό πλούτο» (όπ.π.: 268). Επομένως, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, οι μισθωτοί εργαζόμενοι που δεν παράγουν νέες αξίες χρήσης (νέες από φυσική άποψη) είναι μη-παραγωγικοί, και ως εκ τούτου δεν είναι μέρος της εργατικής τάξης: «οι μισθωτοί του εμπορίου, της διαφήμισης, του μάρκετινγκ, της λογιστικής, της τράπεζας, των ασφαλειών, κ.λπ. […] δεν αποτελούν μέρος της εργατικής τάξης (παραγωγική εργασία)» (όπ.π.: 262).

    Το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη μας, η αντίληψη του Πουλαντζά επί της μαρξικής έννοιας της παραγωγικής εργασίας είναι μια λαθεμένη-προκλασική «φυσιοκρατική εξήγηση της παραγωγικής εργασίας», Dedoussopoulos (1985: 42, 79) δεν θα είχε ίσως τόση σημασία εάν οδηγούσε σε συνεπείς θεωρητικά απαντήσεις επί του ερωτήματος του ταξικού προσδιορισμού της εργατικής τάξης. Αλλά δεν οδηγεί, απεναντίας συνεπάγεται μια ακραία συρρίκνωση των ορίων της εργατικής τάξης και έτσι μια υπερ-διεύρυνση της νέας μικροαστικής τάξης (του ΚΤΠ).1

    Σύμφωνα με τη δική μας οπτική, αντιθέτως, μισθωτοί εργαζόμενοι όπως οι εμποροϋπάλληλοι ανήκουν στην εργατική τάξη, όχι απλώς επειδή είναι παραγωγικοί (και είναι παραγωγικοί, ως αμειβόμενοι από μεταβλητό κεφάλαιο) αλλά εφόσον εξασκούν αποκλειστικά τη λειτουργία της άμεσης εργασίας εντός της εργασιακής διαδικασίας μιας καπιταλιστικής επιχείρησης, ήτοι μιας επιχείρησης του ΚΤΠ. Για τη σχετική κριτική στις θέσεις αυτές του Πουλαντζά βλ. αναλυτικότερα Οικονομάκης (2000, 2005).


    3. Το κράτος και η νέα μικροαστική τάξη


    3.1. Ορισμοί


    Ορίσαμε πιο πάνω τη νέα μικροαστική τάξη του ΚΤΠ ως τη μη-θεμελιώδη ή ενδιάμεση κοινωνική τάξη του ΚΤΠ, η οποία ασκεί εκχωρημένη από το κεφάλαιο εξουσία εντός της εργασιακής διαδικασίας, ενώ ταυτοχρόνως αποτελεί αντικείμενο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

    Στο Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 32) έχει διατυπωθεί η εξής άποψη:


    «Ακολουθώντας τον Πουλαντζά […] υποστηρίζουμε ότι η νέα μικροαστική τάξη περιλαμβάνει επίσης όλους εκείνους τους μισθωτούς εργαζομένους που στελεχώνουν τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, και έτσι εξασκούν εκχωρημένη από το καπιταλιστικό κράτος εξουσία στο όνομα του καπιταλιστικού συστήματος κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής του».


    Δεχόμαστε μερικώς τη θέση αυτή. Δηλαδή θα θεωρήσουμε, για λόγους που θα εκτεθούν πιο κάτω, ότι η νέα μικροαστική τάξη του ΚΤΠ και του κρατικού μηχανισμού μπορούν να ιδωθούν ως μια τάξη (και σε μια τάξη τελικά θα ενοποιηθούν στην εμπειρική μας διερεύνηση), ωστόσο, δεν ταυτίζονται με βάση το οικονομικό κριτήριο ή, ακριβέστερα, η ταύτισή τους θα παραβίαζε το οικονομικό κριτήριο: η μεν πρώτη εκτελεί παραγωγική εργασία και είναι αντικείμενο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ενώ η δεύτερη μη-παραγωγική εργασία και (ως εκ τούτου) δεν είναι αντικείμενο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Για το λόγο αυτό το ευρύτερο σύνολο νέα μικροαστική τάξη θα θεωρήσουμε ότι αποτελείται από δυο διακριτά υποσύνολα: τη «νέα μικροαστική τάξη του ΚΤΠ» και τη «νέα μικροαστική τάξη του κρατικού μηχανισμού».

    Ποιος είναι, λοιπόν, ο λόγος που «διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και παράγοντες» μπορεί να θεωρηθεί ότι «ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, παρά το γεγονός ότι αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους στην καπιταλιστική διαίρεση της εργασίας (καπιταλιστική παραγωγή έναντι κρατικών μηχανισμών); Η απάντηση είναι διότι ασκούν ίδιου τύπου κοινωνικές λειτουργίες εντός της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, καίτοι σε διαφορετικά κοινωνικά επίπεδα», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 32).

    Συνεπώς, και υπό τον περιορισμό που θέσαμε:


    «Η νέα μικροαστική τάξη είναι το προϊόν που αναδύεται από τη στελέχωση των μηχανισμών και διαδικασιών άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας (μέσα στους υπάρχοντες κοινωνικούς σχηματισμούς) από στοιχεία που δεν είναι τμήμα της κυρίαρχης τάξης και τα οποία υπόκεινται συχνά σε άμεση καπιταλιστική εκμετάλλευση. Αυτή η ταξική θέση περιλαμβάνει ή συνεπάγεται τις ακόλουθες λειτουργίες: (i) λειτουργίες που εξασφαλίζουν την απόσπαση υπεραξίας, όπως η επίβλεψη-επιτήρηση-έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας (τεχνικοί, μηχανικοί, κ.λπ.)˙ (ii) λειτουργίες που εξασφαλίζουν τη συνοχή της καπιταλιστικής εξουσίας (κρατική γραφειοκρατία, δικαστικός μηχανισμός, στρατός, κ.λπ.)˙ (iii) λειτουργίες για τη συστηματοποίηση και διάδοση της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως η εκπαίδευση. […] Περιλαμβάνει τόσο παραγωγικούς μισθωτούς εργαζομένους (δηλαδή εκείνους που ανταλλάσσουν την εργασία για κεφάλαιο, και παράγουν υπεραξία): κατηγορία (i), όσο και μη-παραγωγικούς μισθωτούς εργαζομένους (δηλαδή εκείνους που απασχολούνται στον δημόσιο [μη-επιχειρηματικό] τομέα και έτσι δεν παράγουν υπεραξία, κατηγορίες (ii) και (iii) », (Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 32-33).



    3.2. Κατώτερη μισθωτή βαθμίδα, ανώτερη κρατική γραφειοκρατία και μάνατζερς των
    κρατικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων


    Ο «θεμελιακός» διαχωρισμός «διανοητικής/χειρωνακτικής εργασίας» που έχει την τάση «να αναπαράγεται, με ιδιόμορφο τρόπο, κι απ’ τις δυο πλευρές του διαχωριστικού φράγματος», δηλαδή και στο πεδίο της διανοητικής και στο πεδίο της χειρωνακτικής εργασίας, όπως γράφει ο Πουλαντζάς και είδαμε πιο πριν, αφορά όχι μόνο στην εργατική αλλά και στη νέα μικροαστική τάξη. Ο Πουλαντζάς (όπ.π.: 389 κ.ε., ) αναγνωρίζει ότι υπάρχει μια διαβάθμιση εντός της νέας μικροαστικής τάξης˙ θα προσθέταμε μια διάκριση του τύπου «αξιωματικοί» έναντι «υπαξιωματικών με βάση την ορολογία του Μαρξ. Έτσι, θεωρεί ότι υπάρχουν «μερίδες» της νέας μικροαστικής τάξης, οι οποίες, καταλαμβάνοντας κατώτερες θέσεις στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής και στον κρατικό μηχανισμό, θα μπορούσαν να πολωθούν προς την εργατική τάξη: Εμφανίζουν, όπως γράφει, «προλεταριακή αντικειμενική πόλωση». Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (όπ.π.: 390 κ.ε.), υπάρχουν τρεις τέτοιες «μερίδες» της νέας μικροαστικής τάξης. Η πρώτη «περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειονότητα των μισθωτών βάσης στον τομέα του εμπορίου – “τους εμποροϋπαλλήλους”» , η δεύτερη «περιλαμβάνει τους κατώτερους υπαλλήλους των δημόσιων και ιδιωτικών γραφειοκρατικοποιημένων τομέων» και τέλος η τρίτη «είναι των κατώτερων τεχνικών και μηχανικών που μετέχουν άμεσα στην παραγωγική εργασία», βλ. και Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 45).

    Ο Πουλαντζάς (1982-γ: 404), θεωρεί ότι «[ε]ιδική μνεία πρέπει να γίνει για τους κατώτερους δημόσιους υπαλλήλους. Αποτελούν μέρος της κοινωνικής κατηγορίας των φορέων των κρατικών μηχανισμών: ανήκουν, μαζί με τις ενδιάμεσες βαθμίδες, στη μικροαστική τάξη, ενώ οι “κορυφές” αυτών των μηχανισμών ανήκουν στην αστική τάξη».

    Σύμφωνα με τους Μηλιό και Οικονομάκη (2007: 33), οι εργαζόμενοι που δεν ανταλλάσσουν την εργασία τους με κεφάλαιο, «δεν μπορούν να καταχωρηθούν στην εργατική τάξη, με βάση το καταρχήν οικονομικό κριτήριο της θέσης τους στις σχέσεις παραγωγής» (μη-παραγωγική εργασία).


    «Στο βαθμό που πρόκειται για δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή για φορείς που στελεχώνουν τους μηχανισμούς άσκησης της πολιτικής (και ιδεολογικής) εξουσίας της αστικής τάξης (κρατική γραφειοκρατία, εκπαιδευτικοί, στρατιωτικοί κ.ο.κ.) [και οι οποίοι αμείβονται από τα κρατικά έσοδα], η κατανόηση της ταξικής τους ένταξης δεν παρουσιάζει δυσκολίες, καθώς εντάσσονται στη νέα μικροαστική τάξη [του κρατικού μηχανισμού] (κατηγορίες ii και iii). Ένα ζήτημα γεννάται εντούτοις αναφορικά με την ταξική ένταξη των κατώτερων βαθμίδων κρατικών υπαλλήλων (π.χ. τεχνίτες ή καθαριστές-καθαρίστριες που απασχολούνται ως μόνιμο προσωπικό στις δημόσιες υπηρεσίες, τους ΟΤΑ κ.λπ.)».


    Αντίθετα προς τη νέα μικροαστική τάξη του κρατικού μηχανισμού, οι βαθμίδες αυτές δεν επιτελούν λειτουργίες που εξασφαλίζουν τη συνοχή της κρατικής εξουσίας ή τη συστηματοποίηση και διάδοση της κυρίαρχης ιδεολογίας. Όπως υποστηρίζεται στο Μηλιός και Οικονομάκης (όπ.π.) για τις κατώτερες βαθμίδες κρατικών υπαλλήλων, «[μ]ία προσέγγιση θα ήταν να θεωρηθούν ως μία “μη-παραγωγική” μερίδα της εργατικής τάξης, με την επίκληση πολιτικο-ιδεολογικών κριτηρίων. Μία άλλη να θεωρηθούν ως το κατώτερο στρώμα της νέας μικροαστικής τάξης» (του κρατικού μηχανισμού), ακολουθώντας τον Πουλαντζά. Εφόσον οι κατώτερες βαθμίδες των δημοσίων υπαλλήλων δεν σχηματίζονται ταξικά στο οικονομικό επίπεδο (και επομένως δεν είναι «φορείς» συνθετουσών σχέσεων), με βάση τις θεωρητικές παραδοχές που έχουμε θέσει, δεν μπορούν να ενταχθούν σε μια θεμελιώδη (και βασική) κοινωνική τάξη του καπιταλισμού, όπως την εργατική, αλλά μάλλον θα πρέπει να συμπεριληφθούν στις μη-θεμελιώδεις ή ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις, έστω σε κατώτερη ιεραρχικά βαθμίδα, ως σηματοδότηση της εν δυνάμει, ή κατά Πουλαντζά, «αντικειμενικής πόλωσής» τους προς την εργατική τάξη. Το ζήτημα ασφαλώς απαιτεί περαιτέρω θεωρητική διερεύνηση που υπερβαίνει τους σκοπούς της παρούσας μελέτης. Θα ονομάζουμε στη συνέχεια τις κατηγορίες αυτές «κατώτερη μισθωτή βαθμίδα», σε διάκριση προς τη νέα μικροαστική τάξη του κρατικού μηχανισμού.

    Ένα επόμενο ζήτημα αφορά στις «κορυφές» των «κρατικών μηχανισμών», που σύμφωνα με τον Πουλαντζά, «ανήκουν στην αστική τάξη». Η ένταξη των «κορυφών» των «κρατικών μηχανισμών» στην καπιταλιστική τάξη δεν θα μπορούσε επίσης να γίνει στη βάση του οικονομικού κριτηρίου (θέση στις σχέσεις παραγωγής), παρά μόνο με την επίκληση πολιτικο-ιδεολογικών κριτηρίων. Επίσης, εφόσον οι «κορυφές» αυτές δεν σχηματίζονται ταξικά στο οικονομικό επίπεδο (και επομένως δεν είναι «φορείς» συνθετουσών σχέσεων), με βάση τις θεωρητικές παραδοχές που έχουμε θέσει, δεν μπορούν να ενταχθούν σε μια θεμελιώδη (και βασική) κοινωνική τάξη του καπιταλισμού, όπως την καπιταλιστική, αλλά μάλλον θα πρέπει να συμπεριληφθούν στις μη-θεμελιώδεις ή ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις, έστω σε ανώτερη της νέας μικροαστικής τάξης ιεραρχικά βαθμίδα, ως σηματοδότηση της εν δυνάμει ταξικής πόλωσής τους προς την καπιταλιστική τάξη. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε ωστόσο να προσδιοριστεί, στη βάση των πολιτικο-ιδεολογικών κριτηρίων, η διαφοροποίηση αυτών των «κορυφών» από τις ενδιάμεσες και ανώτερες μερίδες της νέας μικροαστικής τάξης που στελεχώνουν τους κρατικούς μηχανισμούς, και να δειχτεί ότι οι «κορυφές» των μηχανισμών του κράτους τείνουν να «ασκούν ίδιου τύπου κοινωνικές λειτουργίες» με την καπιταλιστική τάξη. Μια προσέγγιση θα ήταν να δεχτούμε ότι αυτές οι «κορυφές», σε διάκριση προς τη νέα μικροαστική τάξη που στελεχώνει τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, ασκούν άμεσα (ήτοι μη-εκχωρημένη από άλλους) εξουσία για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο της «σχετικής αυτονομίας» του κράτους [βλ. σχετικά Πουλαντζάς (1982-β: κεφ. IV)˙ Οικονομάκης και Μπούρας (2007), και επομένως συγκροτούνται «με αστική αντικειμενική πόλωση», για να παραφράσουμε τον Πουλαντζά. Και το ζήτημα αυτό απαιτεί περαιτέρω θεωρητική διερεύνηση που υπερβαίνει τους σκοπούς της παρούσας μελέτης. Θα ονομάζουμε στη συνέχεια τις «κορυφές» των μηχανισμών του καπιταλιστικού κράτους «ανώτερη κρατική γραφειοκρατία», σε διάκριση προς τη νέα μικροαστική τάξη του κρατικού μηχανισμού.

    Σημειώνουμε ότι, παρά τις επιφυλάξεις μας για την ακριβή ταξική θέση τόσο της κατώτερης μισθωτής βαθμίδας όσο και της ανώτερης κρατικής γραφειοκρατίας, για λόγους απλούστευσης της ανάλυσής μας (και της ορολογίας που χρησιμοποιούμε), θα αντιμετωπίσουμε-θεωρήσουμε τόσο την κατώτερη μισθωτή βαθμίδα όσο και την ανώτερη κρατική γραφειοκρατία σαν «οιονεί» κοινωνικές τάξεις.

    Ειδικότερη προσέγγιση απαιτούν οι κρατικές επιχειρήσεις: κρατικές βιομηχανίες κ.λπ. Αυτές τις θεωρούμε μια ειδική απλώς μορφή καπιταλιστικής επιχείρησης για την οποία ισχύουν γενικά όλοι οι βασικοί προσδιορισμοί μας επί του ΚΤΠ, άρα και των κοινωνικών τάξεων στο πλαίσιό του. Η σημαντικότερη διαφορά των επιχειρήσεων αυτών είναι πως η νομική ιδιοκτησία ανήκει στο κράτος, δηλαδή στο «συλλογικό κεφαλαιοκράτη», και όχι σε ατομικούς καπιταλιστές, μετόχους, βλ. Οικονομάκης (2000: 157-158), και επομένως οι μισθωτές τάξεις αμείβονται από «κρατικό κεφάλαιο» (Κάππος, 1987: 21). Χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω, θα σημειώσουμε μονάχα ακόμη πως επί του θεωρητικού προβλήματος των κρατικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων αποδεχόμαστε εν γένει τον εννοιολογικό προσδιορισμό του Carchedi (1977: 129-130), σύμφωνα με τον οποίο: «Ενώ στις ατομικές επιχειρήσεις η νομική ιδιοκτησία ανήκει στον ατομικό καπιταλιστή και στις μετοχικές εταιρείες στους μετόχους, στις κρατικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις η νομική ιδιοκτησία ανήκει μάλλον στο σύνολο της αστικής τάξης παρά σ’ ένα περιορισμένο κομμάτι της». Σε όρους «πραγματικής ιδιοκτησίας» (πραγματικής – οικονομικής – κυριότητας), στις επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας όπως και στις μετοχικές εταιρείες ο μάνατζερ «ως προσωποποίηση του κεφαλαίου, βρίσκεται σε αντίθεση με τον εργάτη/εκμεταλλευόμενο/μη-ιδιοκτήτη/παραγωγό». Επομένως, οι μάνατζερς των κρατικών επιχειρήσεων ανήκουν στην καπιταλιστική τάξη, όπως και οι μάνατζερς των (ιδιωτικών) μετοχικών εταιρειών, παρότι δεν είναι κάτοχοι της τυπικής νομικής κυριότητας.

    Θα διακρίνουμε αυτήν την κατηγορία της καπιταλιστικής τάξης ονομάζοντάς την «μάνατζερς κρατικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων», αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα της νομικής ιδιοκτησίας των κρατικών έναντι των ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Εξαιτίας αυτής της ιδιαιτερότητας, οι κρατικές επιχειρήσεις θα θεωρηθούν καπιταλιστικές χωρίς να τεθεί το ερώτημα της αναγκαίας συνθήκης για τον ΚΤΠ, ήτοι το ερώτημα της πλήρους απαλλαγής του πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από την ανάγκη της άμεσης εργασίας (ή της πλήρους αποστοίχισής του από τη σχέση χρήσης).

    Θα πρέπει να είναι σαφές, ωστόσο, ότι η περίπτωση των μάνατζερς στις κρατικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις ως κατηγορία της καπιταλιστικής τάξης, είναι εντελώς διαφορετική από τη διάκριση της νέας μικροαστικής τάξης σε δυο διακριτά υποσύνολα: εδώ δεν υπάρχει κάποια αντίφαση με βάση το οικονομικό κριτήριο. Στην εμπειρική μας διερεύνηση οι μάνατζερς των κρατικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων θα ενταχθούν (τελικά) στην καπιταλιστική τάξη.


    4. Μη καπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής και κοινωνικές τάξεις


    Έχουμε θέσει ως καθοριστικό κριτήριο (αναγκαία συνθήκη) για τον προσδιορισμό του ΚΤΠ την πλήρη απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη από την άμεση εργασία. Από εδώ προκύπτει ότι σε συνθήκες πλήρους εμπλοκής (δέσμευσης) του πραγματικού ιδιοκτήτη στην εργασιακή διαδικασία ή σε συνθήκες μη-πλήρους απαλλαγής, υπάρχουν (ή μπορεί να υπάρχουν) διακριτοί μη-καπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής. Η πρώτη περίπτωση είναι η επονομαζόμενη απλή εμπορευματική παραγωγή (ΑΕΠ). Η δεύτερη, είναι η περίπτωση του τρόπου παραγωγής που ορίζουμε ως υβριδικό (ΥΤΠ), Οικονομάκης (2000)˙ Economakis (2005).


    4.1. Η απλή εμπορευματική παραγωγή και η παραδοσιακή μικροαστική τάξη


    Γράφει ο Μαρξ (1984: 455-457) αναφορικά «με τους αυτοτελείς βιοτέχνες ή αγρότες που δεν χρησιμοποιούν εργάτες, δηλαδή δεν παράγουν σαν καπιταλιστές»:


    «Είτε είναι εμπορευματοπαραγωγοί, όπως γίνεται πάντα με τους αγρότες […], και αγοράζω απ’ αυτούς το εμπόρευμα, οπότε δεν αλλάζει σε τίποτα το γεγονός ότι λ.χ. ο βιοτέχνης το προσφέρει επί παραγγελία και ο αγρότης την προσφορά του την κάνει ανάλογα με τα μέσα που διαθέτει. Στη σχέση αυτή παρουσιάζονται σε μένα σαν πουλητές εμπορευμάτων και όχι σαν πουλητές εργασίας, και η σχέση αυτή δεν έχει λοιπόν καμιά δουλειά με την ανταλλαγή κεφαλαίου και εργασίας […] Η παραγωγή τους […] δεν υπάγεται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. […] Ο ανεξάρτητος βιοτέχνης ή αγρότης χωρίζεται σε δυο πρόσωπα [...] Σαν κάτοχος των μέσων παραγωγής είναι καπιταλιστής, σαν εργάτης είναι μισθωτός εργάτης του εαυτού του. Πληρώνει λοιπόν στον εαυτό του το μισθό του σαν καπιταλιστής και βγάζει το κέρδος του από το κεφάλαιό του, δηλαδή εκμεταλλεύεται τον εαυτό του σαν μισθωτό εργάτη […]. Στην περίπτωση που αναφέραμε ο παραγωγός – ο εργάτης – είναι κάτοχος, ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής του. Επομένως τα μέσα παραγωγής δεν είναι κεφάλαιο, όπως και ο ίδιος δεν είναι απέναντί τους μισθωτός εργάτης. […] Το ότι όμως μπορεί και ιδιοποιείται ο ίδιος ολόκληρο το προϊόν της δικής του δουλειάς και δεν το ιδιοποιείται ένα τρίτο αφεντικό, το περίσσευμα της αξίας του προϊόντος του πάνω από τη μέση τιμή […], λ.χ. της ημερήσιας εργασίας του, δεν το χρωστάει στη δική του εργασία – που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους εργάτες – αλλά στο ότι είναι κάτοχος των μέσων παραγωγής. Επομένως, μόνον επειδή είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής παίρνει τη δική του υπερεργασία, και έτσι σαν να είναι ο ίδιος καπιταλιστής συμπεριφέρεται στον ίδιο τον εαυτό του σαν μισθωτός εργάτης […] το πρόσωπο συνενώνει διάφορες λειτουργίες. Εδώ προβάλλει πολύ χτυπητά το γεγονός ότι ο καπιταλιστής σαν τέτοιος δεν είναι παρά λειτουργία του κεφαλαίου, και ο εργάτης λειτουργία της εργατικής δύναμης».


    Μεταφρασμένη σε όρους των αναλυτικών προσδιορισμών που έχουμε δώσει, η θέση αυτή του Μαρξ αναφέρεται στον ιδιαίτερο - ιστορικώς ειδικό συνδυασμό των τριών σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής (δηλαδή σε μια ιδιαίτερη ιστορική «μήτρα»): Ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής (πραγματική κυριότητα) με τη χρήση, δηλαδή σύμπτωση της πραγματικής κυριότητας με τη χρήση σε έναν ταξικό «φορέα». Συνεπώς βρίσκουμε εδώ, εντός του συστήματος της καπιταλιστικής κυριαρχίας, έναν ιστορικά ιδιαίτερο μη-καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, Οικονομάκης (2000: 109 κ.ε.). Η κυριαρχία του ΚΤΠ συνεπάγεται ότι οι ανεξάρτητοι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί πρέπει να παράγουν για την αγορά ώστε να επιβιώσουν ως τέτοιοι. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή είναι παραγωγή για την αγορά, χωρίς καμιά μορφή εξω-οικονομικού καταναγκασμού να απαιτείται γι’ αυτό (κυριαρχικό το οικονομικό στοιχείο). Σε αυτήν την («καθαρή») απλή εμπορευματική παραγωγή (ΑΕΠ) ορίζεται μία κοινωνική τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη.

    Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη ανήκει στις θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις, εφόσον εκφράζει επαρκώς ένα διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής.

    Πιο συγκεκριμένα:

    Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη είναι η ιστορικώς ιδιαίτερη τάξη της καπιταλιστικής οικονομικής δομής που συγχωνεύει σε ένα πρόσωπο (σε μια ταξική θέση) τη λειτουργία του κεφαλαίου (κυριότητα συν κατοχή των μέσων παραγωγής) με τη λειτουργία της εργασίας (χρήση των μέσων παραγωγής). Εντούτοις, αυτές οι ενοποιημένες λειτουργίες (όντας ενοποιημένες) παύουν να είναι λειτουργίες του κεφαλαίου και της εργασίας. Ως εκ τούτου, ο ιστορικώς ιδιαίτερος συνδυασμός της ομολογίας της κυριότητας, κατοχής και χρήσης σαν «μια σχιζοφρενική συνύπαρξη […] του αστού και του προλετάριου “σε ένα πρόσωπο”» (Harrison, 1977: 328) θέτει μια ιστορική ιδιαιτερότητα στις τρεις σχέσεις που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής. Η πραγματική κυριότητα και η χρήση είναι έτσι αξεχώριστες λειτουργίες μιας «συλλογικής οντότητας που αποτελείται από όλα τα μέλη της οικογένειας που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην (τεχνική) διαδικασία παραγωγής», η οποία οργανώνεται «στη βάση των σχέσεων συγγένειας εντός της στοιχειώδους οικογενειακής μονάδας», Dedoussopoulos (1985: 172-173), δηλαδή στη βάση της απλήρωτης οικογενειακής εργασίας. Ο σχηματισμός αυτής της «συλλογικής οντότητας», στη βάση της σύμπτωσης της πραγματικής κυριότητας με τη χρήση σε έναν ταξικό «φορέα», σημαίνει ότι η πραγματική κυριότητα δεν οδηγεί σε σχέσεις εκμετάλλευσης εντός αυτού του τρόπου παραγωγής, Dedoussopoulos (1985: 146, 171-72). Εάν υπάρχει κάποια σχέση εκμετάλλευσης, αυτή πρέπει να αναζητηθεί στη σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας-ανταλλαγής. Βλ. σχετικά και Οικονομάκης (2000).

    Σύμφωνα με τον Μαρξ: Η παραγωγή στις συνθήκες της (αγροτικής) μικροϊδιοκτησίας «γίνεται ανεξάρτητα από τη ρύθμισή της από το γενικό ποσοστό κέρδους», Μαρξ (1978-β: 995).


    «Σαν όριο της εκμετάλλευσης για το μικροαγρότη [...] εμφανίζεται[ ...] στην ιδιότητά του σαν μικροκαπιταλιστής, όχι το μέσο κέρδος του κεφαλαίου […] Απόλυτο όριο γι’ αυτόν σαν μικροκαπιταλιστή εμφανίζεται μονάχα ο μισθός εργασίας, που πληρώνει στον ίδιο τον εαυτό του, μετά την αφαίρεση των καθεαυτό εξόδων παραγωγής. Όσον καιρό η τιμή του προϊόντος τού εξασφαλίζει αυτόν το μισθό εργασίας θα καλλιεργεί τη γη του, και αυτό θα το κάνει συχνά ως το σημείο εκείνο που ο μισθός εργασίας καλύπτει το κατώτατο φυσικό όριο» (Μαρξ, 1978-β: 989-990).


    Σε αυτήν την κατεύθυνση ανάλυσης μπορεί να συναχθεί ότι εντός του καπιταλισμού, «η “λογική” της [… ΑΕΠ] είναι η επιβίωση με την ευρύτερη έννοια της απλής αναπαραγωγής των παραγωγών και της μονάδας παραγωγής (περιγραφικά το νοικοκυριό). […] Πολύ σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απλή εμπορευματική παραγωγή διακρίνεται από την καπιταλιστική από τη “λογική” της επιβίωσης (όπως αυτή αντιστοιχεί στις ανάγκες της απλής αναπαραγωγής) ως αντίθετη στη λογική της οικειοποίησης και πραγματοποίησης της υπεραξίας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου», Bernstein (1979: 425)˙ «εδώ το “όριο της εκμετάλλευσης” ισούται, κατ’ αρχήν, με τα κόστη της απλής αναπαραγωγής. […] Η επιβίωση παραμένει ο στόχος της παραγωγής», Banaji (1977: 33).

    Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον Δεδουσόπουλο [Dedoussopoulos (1985: 198)]:


    «Η προσπάθεια για μεγιστοποίηση του κέρδους υποσκάπτει την αναπαραγωγή της οικογενειακής μονάδας ως της συνδυασμένης ενότητας παραγωγής και κατανάλωσης προκαλώντας μια μόνιμη μετακίνηση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, σπάζει όλους τους οικογενειακούς δεσμούς και παραγκωνίζει τον οργανωσιακό ρόλο της παραγωγικής δραστηριότητας η οποία προηγουμένως χαρακτηριζόταν από τις συγγενικές σχέσεις. Με μια έννοια υποσκάπτει όλα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν την εσωτερική συνοχή της στοιχειώδους μονάδας παραγωγής. […] Η νοοτροπία της αναπαραγωγής της οικογενειακής μονάδας εκφράζεται μέσω των προσωρινών ή μόνιμων μετακινήσεων ενός μέρους του εργατικού δυναμικού σε μια προσπάθεια να αποκτηθούν επιπρόσθετα εισοδήματα προερχόμενα από μισθωτή απασχόληση τα οποία θα συνεισφέρουν στην επιβίωση/αναπαραγωγή της οικογένειας ως μονάδας παραγωγής και κατανάλωσης».


    Αυτά τα επιπρόσθετα εισοδήματα που προέρχονται από μισθωτή απασχόληση των μελών της οικογενείας συνιστούν την κατάσταση της ημι-προλεταριοποίησης σύμφωνα με τον Λένιν (1986).

    Στην ημι-προλεταριοποίηση, ως έναν όρο επιβίωσης-αναπαραγωγής της οικογενειακής μονάδας στις συνθήκες του ανταγωνισμού της αγοράς, θα πρέπει να προσθέσουμε την αυξημένη «αυτο-εκμετάλλευση», εκφραζόμενη ως μείωση του «στάνταρντ κατανάλωσης» και γενικότερα ως «συμπίεση» των όρων απλής αναπαραγωγής («υποτίμηση του […] χρόνου εργασίας»), Bernstein (1979: 429).


    4.2. Ο υβριδικός τρόπος παραγωγής, η μεσαία αστική τάξη και η νόθα εργατική τάξη


    Σε διαφοροποίηση προς την ΑΕΠ, ο υβριδικός τρόπος παραγωγής (ΥΤΠ) εμφανίζεται ως ένας διακριτός, ιστορικώς ιδιαίτερος συνδυασμός των τριών σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής («μήτρα»), δηλαδή ως ένας διαφορετικός («καθαρός») ιστορικός τρόπος παραγωγής. Ο ΥΤΠ είναι ο τρόπος παραγωγής της καπιταλιστικής οικονομικής δομής στον οποίο η απλήρωτη (οικογενειακή) εργασία συνυπάρχει με οριακή (ως προς τον αριθμό) αλλά μονίμως μισθωμένη (μη-οικογενειακή) εργασία. Στη βάση αυτού του προσδιορισμού συνάγουμε ότι υφίσταται μια ιδιάζουσα ιδιαιτερότητα σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής.

    Αυτός ο τρόπος παραγωγής σχηματίζεται από τον συνδυασμό στοιχείων που προέρχονται (ή αναφέρονται) τόσο στις καπιταλιστικές όσο και στις απλο-εμπορευματικές σχέσεις παραγωγής. Όπως στον ΚΤΠ, υπάρχει μονίμως μισθωμένη (ξένη) εργασία, και, όπως στην ΑΕΠ, ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας (η οικογενειακή «συλλογική οντότητα») είναι επίσης «φορέας» της χρήσης. Γι’ αυτό και αποκαλούμε αυτόν τον τρόπο παραγωγής υβριδικό. Ταυτοχρόνως υφίσταται σαφής διαφοροποίηση.

    Εν συγκρίσει προς τον ΚΤΠ, ο ΥΤΠ διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας είναι επίσης «φορέας» της χρήσης. Επομένως μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι η κλίμακα της παραγωγής στον ΥΤΠ, και έτσι και ο όγκος του απασχολούμενου από τον ατομικό επιχειρηματία (τη «συλλογική οντότητα») κεφαλαίου, και ως εκ τούτου και ο αριθμός των μισθωτών εργαζομένων που απασχολούνται πρέπει να είναι τέτοιος ώστε ο εργοδότης (η «συλλογική οντότητα») να απαλλάσσεται μόνο μερικώς από τη χρήση των μέσων παραγωγής. Άρα η εργασιακή διαδικασία αποτελεί μόνο μερικώς μια διαδικασία άμεσης εκμετάλλευσης της εργασίας άλλων και μόνο μια μερίδα του υπερπροϊόντος (εάν αυτό υφίσταται) παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας άλλων. Με άλλα λόγια, εν συγκρίσει προς τον ΚΤΠ, στην περίπτωση του ΥΤΠ το στοιχειώδες χαρακτηριστικό (ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής) δεν συνοδεύεται από την αναγκαία συνθήκη (πλήρης απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη από την άμεση εργασία).

    Εν συγκρίσει προς την ΑΕΠ, ο ΥΤΠ διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο «φορέας» της χρήσης (μισθωτή εργασία) δεν είναι ούτε «φορέας» κυριότητας ούτε «φορέας» κατοχής. Εφόσον υπάρχει μη-σύμπτωση της χρήσης με την πραγματική κυριότητα για τον ταξικό «φορέα» της χρήσης, αναδύεται μια σχέση εκμετάλλευσης εντός του ΥΤΠ. Επομένως εντός του ΥΤΠ συγκροτούνται δυο κοινωνικές τάξεις. Αμφότερες είναι θεμελιώδεις, εφόσον εκφράζουν επαρκώς ένα διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής.

    Οι τάξεις αυτές είναι:

    Η τάξη που είναι «φορέας» της πραγματικής κυριότητας και της χρήσης. Αυτή η τάξη των «μικρών εργοδοτών» είναι η μεσαία αστικήμεσοαστική) τάξη, ως διακριτή τάξη τόσο από την καπιταλιστική όσο και από την παραδοσιακή μικροαστική.

    Η τάξη των μισθωτών εργαζομένων άμεσων παραγωγών, η οποία είναι «φορέας» μόνο της χρήσης στον ΥΤΠ (μισθωτή εργασία) μπορεί να αποκληθεί «νόθα εργατική τάξη» σε διάκριση προς την εργατική τάξη που συγκροτείται αποκλειστικά εντός του ΚΤΠ, βλ. Οικονομάκης (2000)˙ Economakis (2005).

    Θα πρέπει να τονιστεί ότι σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο η διάκριση εργατικής και νόθας εργατικής τάξης είναι κρίσιμη. Στο Ζησιμόπουλος κ.ά. (2014: 26) επισημαίνεται αναφορικά με τις μικρές επιχειρήσεις (δηλαδή τις επιχειρήσεις χαμηλής μισθωτής απασχόλησης ήτοι, τις επιχειρήσεις οι οποίες κατά βάση εμπίπτουν στον ΥΤΠ): «Στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις είναι περισσότερο πιθανόν να αναπτυχθεί η εργοδοτική τρομοκρατία επηρεάζοντας αρνητικά τη δράση των συνδικάτων και τη συμμετοχή σε αυτά. Από την άλλη πλευρά, οι διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των εργαζομένων που απασχολούνται σε μικρές επιχειρήσεις και των εργοδοτών, οι οποίοι συχνά απασχολούνται ως άμεσοι εργαζόμενοι στην παραγωγική διαδικασία, είναι ένας άλλος παράγοντας που αποθαρρύνει τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις», βλ και Κατσορίδας (2002: 123-128). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θεωρούμε ότι, από την ίδια την ταξική της θέση, η νόθα εργατική τάξη πολώνεται ταξικά προς την εργατική τάξη.

    Ακριβώς όπως η απλή εμπορευματική παραγωγή, η υβριδική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή εντός των συνθηκών της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής (καπιταλιστική οικονομική δομή). Συνεπώς, ακριβώς όπως ο ανεξάρτητος απλός εμπορευματοπαραγωγός (η παραδοσιακή μικροαστική τάξη) ο ανεξάρτητος υβριδικός παραγωγός (η μεσοαστική τάξη) πρέπει να παράγει για την αγορά, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό εξω-οικονομικός καταναγκασμός (κυριαρχικό το οικονομικό στοιχείο), ώστε να επιβιώσει ως «συλλογική οντότητα», η οποία, επιπρόσθετα, απασχολεί μισθωτή εργασία.

    Ποιο είναι ωστόσο το μοντέλο της αναπαραγωγής του ΥΤΠ; Εάν η καπιταλιστική παραγωγή είναι «“[π]αραγωγή για την παραγωγή – παραγωγή σαν αυτοσκοπός», εάν «[ο] σκοπός της είναι, το καθένα προϊόν κ.λπ. να περιέχει όσο το δυνατόν περισσότερο απλήρωτη εργασία και αυτό είναι κατορθωτό μόνο μέσα από παραγωγή για χάρη της παραγωγής», Μαρξ (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 126-127)˙ και εάν ο σκοπός της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι η (απλή) αναπαραγωγή του απλού (άμεσου) εμπορευματοπαραγωγού ως ενός ανεξάρτητου πραγματικού (οικονομικού) ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, και αυτός ο σκοπός προϋποθέτει τη διατήρηση και εσωτερική συνοχή της στοιχειώδους μονάδας παραγωγής και κατανάλωσης (οικογένεια) – δηλαδή τη διατήρηση της οικογενειακής εργασίας με όρους αυξημένης «αυτο-εκμετάλλευσης» συν τα επιπρόσθετα εισοδήματα από τα απασχολούμενα σε μισθωτή σχέση μέλη της οικογένειας (κατάσταση της ημι-προλεταριοποίησης) – ο σκοπός της υβριδικής παραγωγής είναι υβριδικός: εφόσον η δομική αναγκαιότητα της οικογενειακής εργασίας διαπλέκεται με την ύπαρξη μισθωτής, δηλαδή (δυνητικά) εκμεταλλευόμενης εργασίας. Με άλλα λόγια, η μη-αναγκαιότητα μεγιστοποίησης του κέρδους συνυπάρχει με το αντίθετό της, το «νόμο»: «μάξιμουμ του προϊόντος με μίνιμουμ της εργασίας» (όπ.π.: 127). Βλ. αναλυτικότερα Οικονομάκης (2000)˙ σχετικά και Economakis (2005).


    5. Μεσαίες τάξεις, ταξική θέση και τοποθέτηση: συνοπτικές επισημάνσεις


    Η προσέγγισή μας διαφοροποιείται από εκείνη του Πουλαντζά (1975, 1982-γ), σύμφωνα με την οποία τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων εντάσσονται στην ίδια τάξη, παρά τη διαφορετική τους δομική ένταξη στις σχέσεις παραγωγής στη βάση της θεωρίας του για τα πολιτικά και ιδεολογικά «κατάλληλα αποτελέσματα». Σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1982-γ: 254), «[α]ν μπορούμε να θεωρούμε ότι ανήκουν σε μια και την ίδια τάξη σύνολα που, από πρώτη ματιά, κατέχουν διαφορετικές θέσεις στις οικονομικές σχέσεις, τούτο συμβαίνει γιατί αυτές οι διαφορετικές θέσεις έχουν, στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, τα ίδια αποτελέσματα». Επομένως, σύμφωνα με τον Πουλαντζά: «Η αναφορά στις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις είναι απόλυτα απαραίτητη για να εντοπιστεί η θέση της μικροαστικής τάξης στον ταξικό δομικό προσδιορισμό» (όπ.π.: 256).

    Στη βάση της προηγηθείσας ανάλυσης, και ακολουθώντας τους Μηλιό και Οικονομάκη (2007: 50), προκύπτει ότι αναφερόμαστε σε «μεσαίες τάξεις», δηλαδή


    «ότι οι μικροαστοί δεν αποτελούν ενιαία τάξη αλλά πολώνονται σε τρεις […] τάξεις στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού: παραδοσιακή μικροαστική τάξη, νέα μικροαστική τάξη και μεσαία αστική τάξη. Αυτό το συμπέρασμα βασίζεται στη θεωρητική παραδοχή ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένας μοναδικός ταξικός ορισμός για όλα τα ταξικά υποσύνολα των μεσαίων τάξεων στο οικονομικό επίπεδο, και ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο σε αντίθεση με τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη είναι η τάξη των αυτοαπασχολούμενων απλών εμπορευματοπαραγωγών, δηλαδή είναι η τάξη που σχηματίζεται εντός της απλής εμπορευματικής παραγωγής˙ η νέα μικροαστική τάξη [με τα δυο υποσύνολά της, του ΚΤΠ και του κρατικού μηχανισμού] είναι η ενδιάμεση κοινωνική τάξη των μισθωτών εργαζομένων οι οποίοι εξασκούν εξουσία στο όνομα του καπιταλιστικού συστήματος, εντός της διαδικασίας της καπιταλιστικής παραγωγής (ΚΤΠ) και κοινωνικής αναπαραγωγής (καπιταλιστικό κράτος / κατασταλτικοί - ιδεολογικοί μηχανισμοί)˙ τέλος, η μεσαία αστική τάξη είναι η τάξη των αυτοαπασχολούμενων επιχειρηματιών οι οποίοι εκμεταλλεύονται οριακή ως προς τον αριθμό της μισθωτή εργασιακή δύναμη, δηλαδή είναι η τάξη που σχηματίζεται εντός του υβριδικού τρόπου παραγωγής».


    Εξ αυτών των διαφορετικών δομικών θέσεων, δηλαδή των θέσεων στο οικονομικό επίπεδο, προκύπτουν, αντιθέτως με τους ισχυρισμούς του Πουλαντζά, διαφορετικά «κατάλληλα αποτελέσματα» ή διαφορετική ταξική τοποθέτηση στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο για κάθε μια από τις τάξεις αυτές.

    Συνοπτικά επισημαίνουμε, μεταξύ άλλων:

    Ο «αντικαπιταλισμός-εντός-του-καπιταλισμού» αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό της μεσαίας και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης ως αντίθεση στον ανταγωνισμό των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, στο «τοκογλυφικό κεφάλαιο» κ.λπ. (όπ.π.: 48). Ωστόσο, υπάρχουν σαφείς διαφοροποιήσεις:


    «Από τη μια πλευρά, ο “αντικαπιταλισμός” της μεσαίας αστικής τάξης στρέφεται κατά των μεγάλων επιχειρήσεων (που “καταδυναστεύουν τις μικρές”). Από την άλλη, η στράτευσή της υπέρ του status quo είναι πρώτα απ’ όλα μια στράτευση κατά της “αναδιανομής” (της αύξησης του “εργασιακού κόστους”) και από αυτή την άποψη η μεσαία αστική τάξη προσεγγίζει τα ταξικά ενδιαφέροντα της καπιταλιστικής τάξης», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 46). «Ο “αντικαπιταλισμός” της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης συναντά τα όριά του στην επιθυμία της να αυτοαναπαραχθεί ως μια τάξη ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής, μια οπτική η οποία είναι παραπλήσια προς εκείνη της μεσαίας αστικής τάξης. Εντούτοις, αντίθετα με τη μεσαία αστική τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη μάλλον ευνοεί μια “αναδιανομή του πλούτου”, εφόσον η αναπαραγωγή της (ως μια τάξη ιδιοκτητών μέσων παραγωγής) δεν εξαρτάται από την εκμετάλλευση ξένης εργασίας, αλλά, περισσότερο ή λιγότερο, από τα επιπρόσθετα εισοδήματα που προέρχονται από μισθωτή απασχόληση […]. Το τελευταίο (δηλαδή η κατάσταση της ημιπρολεταριοποίησης) όπως επίσης και η έντονη “αυτο-εκμετάλλευση” της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης στην παραγωγική πρακτική (εν συγκρίσει προς τη μεσαία αστική τάξη) ίσως τη θέτει πλησιέστερα προς την εργατική τάξη, κάτω από ειδικές συνθήκες της κοινωνικής συγκυρίας» (όπ.π.: 46).


    Ως τάξη μισθωτών, «η αντίληψη της νέας μικροαστικής τάξης προσεγγίζει εκείνην της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης στο θέμα της “αναδιανομής” του εισοδήματος» (όπ.π.: 47).

    Η ίδια μη ταύτιση στο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο για τις διακριτές μεσαίες τάξεις ισχύει και για τις βλέψεις κοινωνικής ανόδου. Ενώ, «η φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο είναι εγγεγραμμένη στη μήτρα του ΥΤΠ (εφόσον το κέρδος περιλαμβάνεται, έστω και με αντιφάσεις, στους σκοπούς της υβριδικής παραγωγής) και αυτό θέτει τη μεσοαστική στρατηγική στο καπιταλιστικό στρατόπεδο» (όπ.π. 46), η φιλοδοξία του παραδοσιακού μικροαστού διαφοροποιείται, καθώς είναι πρωτίστως η (απλή) αναπαραγωγή του, η «επιβίωσή» του ως ιδιοκτήτη μέσων παραγωγής. Από την άλλη, «[ο]ι βλέψεις για κοινωνική άνοδο του “νέου μικροαστού” ταυτίζονται με την ανέλιξή του στη μεγάλη επιχείρηση και τους κρατικούς μηχανισμούς. Η σχέση του με τη μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση και το κράτος είναι εσωτερική». Αντιθέτως, «[σ]την περίπτωση τόσο της μεσαίας αστικής τάξης όσο και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης η σχέση με τη μεγάλη επιχείρηση είναι ανταγωνιστική (ακόμα κι όταν ο “μεσοαστός” ή ο “παραδοσιακός μικροαστός” λειτουργεί ως υπεργολάβος ή προμηθευτής της μεγάλης επιχείρησης, που τον “εκμεταλλεύεται”) και προς το κράτος είναι εξωτερική: Απαιτεί μια οικονομική και φορολογική πολιτική που θα τον προστατεύει από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό». (όπ.π: 47),

    Όπως, επίσης, υποστηρίζεται στο Μηλιός και Οικονομάκης (όπ.π.: 49):


    «Ενώ είναι σαφής η απουσία ενός ταξικού στρατηγικού συμφέροντος για τη μεσαία αστική και την παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μιας δυνάμει προοπτικής δικής της ταξικής εξουσίας) – εφόσον, ως θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις του καπιταλισμού, το μοντέλο της κοινωνικοοικονομικής αναπαραγωγής τους αντιστοιχεί σε και εξαρτάται αποκλειστικά από τις συνθήκες της ατομικής / ιδιωτικής (καπιταλιστικής) ιδιοκτησίας – κάτι τέτοιο δεν είναι προφανές για τη νέα μικροαστική τάξη. Ανεξάρτητα από ατομικές ή συλλογικές “συνειδήσεις”, η τάση ελέγχου των επιχειρήσεων και των κρατικών μηχανισμών που απορρέει από την ταξική θέση της νέας μικροαστικής τάξης, δυνάμει εμπεριέχει την προοπτική “μετάβασης” προς ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού, κατά το πρότυπο αυτών που διαμορφώθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1945 ή σε χώρες του Τρίτου Κόσμου»˙ βλ. και Μηλιός (2002).


    6. Λενινιστικά κριτήρια προσδιορισμού των κοινωνικών τάξεων
    και μια συγκεφαλαίωση

    Ο Λένιν συμπυκνώνει στο παρακάτω απόσπασμα τα κριτήρια ταξικού προσδιορισμού:


    «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, και συνεπώς, από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μία μπορεί να ιδιοποιείται την δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ’ ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας», Λένιν (1977: 15).


    Τα παραπάνω τέσσερα κριτήρια που θέτει ο Λένιν ακόμα και αν δεν προσδιορίζουν επακριβώς τις κοινωνικές τάξεις, μπορούν ωστόσο να αποτελέσουν «ένα γενικό πλαίσιο ανάπτυξης της έρευνας» αναφορικά με τον προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων [Παπαγεωργίου και Χριστοδουλάκου (2013: 29)]. Σε αυτή την κατεύθυνση τα τέσσερα κριτήρια είναι αναγκαίο να χρησιμοποιούνται στην ενότητά τους για τον προσδιορισμό της ταξικής θέσης, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την πρωταρχικότητα της σχέσης προς τα μέσα παραγωγής και τη θέση στην παραγωγή: Μπατίκας (1994: 26)˙ Κάππος (1987: 23)˙ Σάρλης (1987: 15).


    Πίνακας 1: Προσδιορισμός των κοινωνικών τάξεων εντός του καπιταλιστικού συστήματος

    Τάξεις

    Κοινωνική διαίρεση της εργασίας

    Πραγματική κυριότητα στα μέσα παραγωγής

    Χρήση των μέσων παραγωγής

    Θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις

    Καπιταλιστική τάξη και Μάνατζερς κρατικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων

    ΚΤΠ (ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ)

    ΝΑΙ

    ΟΧΙ

    Μεσαία αστική τάξη

    ΥΤΠ

    ΝΑΙ

    ΜΕΡΙΚΗ ΧΡΗΣΗ

    Παραδοσιακή μικροαστική τάξη

    ΑΕΠ

    ΝΑΙ

    ΝΑΙ

    Εργατική τάξη

    ΚΤΠ (ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ)

    ΟΧΙ

    ΝΑΙ / ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

    Νόθα εργατική τάξη

    ΥΤΠ

    ΟΧΙ

    ΝΑΙ / ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

    Μη-θεμελιώδεις ή ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις

    Ανώτερη κρατική γραφειοκρατία

    ΣΤΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

    ΟΧΙ – ΑΜΕΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

    ΟΧΙ

    Νέα μικροαστική τάξη


    Νέα μικροαστική τάξη του ΚΤΠ


    Νέα μικροαστική τάξη του κρατικού μηχανισμού


    ΚΤΠ (ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ)

    ΟΧΙ

    ΟΧΙ / ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ – ΕΚΧΩΡΗΜΕΝΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

    ΣΤΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

    ΟΧΙ

    ΟΧΙ – ΕΚΧΩΡΗΜΕΝΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΡΑΤΟΥΣ

    Κατώτερη μισθωτή βαθμίδα

    ΣΤΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

    ΟΧΙ

    ΟΧΙ


    Αξιοποιώντας την ανάλυση των ενοτήτων που προηγήθηκαν, τη θέτουμε στο γενικό πλαίσιο των τεσσάρων κριτηρίων του Λένιν επιχειρώντας μια αντιστοίχιση, βλ. Οικονομάκης (2005: 21-23).

    Στο πρώτο κριτήριο του Λένιν (θέση μέσα σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής) μπορεί να αντιστοιχηθεί ο συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής, ήτοι ΚΤΠ, ΥΤΠ, ΑΕΠ.

    Στο δεύτερο κριτήριο (σχέση προς τα μέσα παραγωγής) είναι δυνατόν να αντιστοιχηθεί η πραγματική κυριότητα (ή η μη-πραγματική κυριότητα) των μέσων παραγωγής, βλ. και Carchedi (1977: 50-51).

    Το τρίτο κριτήριο (ρόλος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας) μπορεί να αναχθεί στον ταξικό-κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, αφενός στη διάκριση ή σύμπτωση των λειτουργιών πραγματικής κυριότητας και χρήσης των μέσων παραγωγής, στις διαδικασίες παραγωγής, αφετέρου στη διαφορετική θέση στην κοινωνική διαίρεση της εργασίας, που σηματοδοτεί η διάκριση της παραγωγής έναντι των κρατικών μηχανισμών. Ειδικότερα, ως προς την ταξική διαίρεση εντός των καπιταλιστικών διαδικασιών παραγωγής, στη βάση του κριτηρίου αυτού, μπορεί να ιδωθεί η διάκριση ανάμεσα στην εργατική τάξη και τη νέα μικροαστική τάξη του ΚΤΠ, βλ. σχετικά Οικονομάκης (2005: 114-115).

    Τέλος, το τέταρτο κριτήριο (τρόπος ιδιοποίησης της μερίδας του κοινωνικού πλούτου και μέγεθος αυτής της μερίδας) αποτελεί συμπύκνωση των τριών πρώτων καθώς είναι ο συνδυασμός τους που καθορίζει τον τρόπο ιδιοποίησης της μερίδας του κοινωνικού πλούτου και το μέγεθος αυτής της μερίδας. Βλ. και Carchedi (1977: 51-52)˙ Οικονομάκης (2005: 114).

    Με βάση την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτουν οι κοινωνικές τάξεις εντός του καπιταλιστικού συστήματος που απεικονίζονται στον Πίνακα 1, όπως και η διάκριση θεμελιωδών και μη-θεμελιωδών ή ενδιάμεσων κοινωνικών τάξεων.

    Επιχειρώντας μια κάποια συμπύκνωση της ταξικής διαίρεσης, στη βάση των θεωρητικών παραδοχών της προηγηθείσας ανάλυσης, θα μπορούσαμε σχηματικά να πούμε ότι έχουμε τρία βασικά ταξικά σύνολα, δύο με αντικειμενική ταξική πόλωση και ένα ταξικά ανομοιογενές ανάμεσα σε αυτά τα δύο.

    Αυτά είναι:

    • Οι μεσαίες τάξεις, με δεδομένη ταξική ανομοιογένεια, όπως έχουμε υποστηρίξει.

    • Οι ανώτερες τάξεις, που συμπεριλαμβάνουν την καπιταλιστική τάξη (ιδιοκτήτες καπιταλιστικών επιχειρήσεων και μάνατζερς ιδιωτικών και κρατικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων) και την ανώτερη κρατική γραφειοκρατία, η οποία εμφανίζει «αστική αντικειμενική πόλωση».

    • Τέλος οι εργατικές-λαϊκές τάξεις με «προλεταριακή αντικειμενική πόλωση», που συμπεριλαμβάνουν την εργατική τάξη, τη νόθα εργατική τάξη και την κατώτερη μισθωτή βαθμίδα.


    7. Πρακτικά όρια διαχωρισμού των τρόπων παραγωγής


    Στη βάση της προηγηθείσας ανάλυσης, προκύπτει ότι εφόσον οι κοινωνικές τάξεις αποτελούν τους «φορείς» των σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής οι οποίες συγκροτούν τη «μήτρα» ενός τρόπου παραγωγής, ο διαχωρισμός των κοινωνικών τάξεων στο επίπεδο των τρόπων παραγωγής δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα του διαχωρισμού - προσδιορισμού των διαφορετικών τρόπων παραγωγής, βλ. Οικονομάκης (2000: 393). Με δεδομένο ότι ορίζονται σαφώς οι «φορείς» (και οι «μη-φορείς») της πραγματικής κυριότητας, ο προσδιορισμός των ορίων διαχωρισμού των διαφορετικών τρόπων παραγωγής και άρα των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, εξαρτάται από το «βαθμό» στον οποίο οι «φορείς» της πραγματικής κυριότητας αποτελούν (ή δεν αποτελούν) και «φορείς» της σχέσης χρήσης.

    Αν ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας αποτελεί και τον αποκλειστικό-μοναδικό «φορέα» χρήσης έχουμε την ΑΕΠ˙ αν ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας αποτελεί μερικώς και το «φορέα» χρήσης, επομένως τουλάχιστον ένας μη-ιδιοκτήτης μισθωτός είναι αποκλειστικά «φορέας» χρήσης, βρισκόμαστε στον ΥΤΠ˙ αν τέλος ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας δεν αποτελεί και «φορέα» χρήσης, αλλά, αντιθέτως, αποστοιχίζεται πλήρως από αυτήν, τότε έχουμε τον ΚΤΠ.

    Κατά συνέπεια ο «βαθμός» αυτός συναρτάται με τον αριθμό των απασχολούμενων μισθωτών ή τη μη-απασχόληση μισθωτών. Άρα, το κριτήριο για τον πρακτικό διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων είναι ο αριθμός των μισθωτών που απασχολούνται ανά εργασιακή - παραγωγική μονάδα.

    Πιο συγκεκριμένα, με βάση το θεωρητικό μας πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη τα όρια διαχωρισμού των τρόπων παραγωγής που αναδεικνύονται μέσα από τη σχετική βιβλιογραφική επισκόπηση, κάνουμε τους εξής συλλογισμούς:

    Η ΑΕΠ σημαίνει μηδενική μισθωτή απασχόληση.

    Επομένως, ο ΥΤΠ άρχεται από μισθωτή απασχόληση τουλάχιστον ίση με 1. Το ζήτημα εδώ είναι ποιο είναι το σημείο διαχωρισμού μεταξύ ΥΤΠ και ΚΤΠ.

    Είναι σαφές, ότι ένας αυστηρός καθορισμός ορίων μεταξύ ΥΤΠ και ΚΤΠ – δεδομένου ότι αυτός συντελείται σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης – καθίσταται προβληματικός. Συνεπώς, θεωρούμε πως υφίσταται «μια πλατειά ζώνη απροσδιοριστίας» μεταξύ ΥΤΠ και ΚΤΠ, Οικονομάκης (2000: 400), αυτό που θα ονομάσουμε «γκρίζα ζώνη».

    Το ζήτημα είναι πώς μια τέτοια ζώνη θα μπορούσε να οριστεί. Θεωρούμε ότι το όριο 14 μισθωτοί του Λένιν (1988: 358) μετά το οποίο εμφανίζεται ο «αληθινός κεφαλαιοκράτης» πρέπει να εγκαταλειφτεί ως ιδιαίτερο υψηλό, «δεδομένων των από τα τότε (που το έθετε ο Λένιν) μέχρι σήμερα τεχνολογικών εξελίξεων», βλ. σχετικά Οικονομάκης (2000: 395). Το ίδιο θεωρούμε και για το αντίστοιχο όριο 9 του Wright (1997: 150-151), μετά το οποίο εμφανίζεται ο καπιταλιστής, υποθέτοντας καταρχήν ότι το εύρος των 6-9 μισθωτών, όπου, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1982-γ: 407-408, 410), συντελείται «το πέρασμα των μικροαστών στην κατάσταση των μικροκεφαλαιούχων» είναι μια προσέγγιση για το εύρος της «γκρίζας ζώνης», όπου ο «μικροκεφαλαιούχος» συνιστά έναν ασαφή διαχωρισμό μεταξύ του «μικρού εργοδότη» (ΥΤΠ) και του «μικρού» αλλά «γνήσιου» καπιταλιστή (ΚΤΠ) του Wright. Στην περίπτωση αυτή, ο ΥΤΠ ορίζεται μεταξύ 1-5 μισθωτών. Αποφεύγοντας μια υποεκτίμηση, και μόνο εκ των ορίων που θα τεθούν, του μεγέθους της εργατικής τάξης, θα αντιμετωπίσουμε και αυτά τα όρια που τίθενται για τον προσδιορισμό του ΚΤΠ ελαφρώς προς τα κάτω, δεδομένων των συνθηκών προϊούσας «αυτοματοποίησης της παραγωγής», «με τις αρχές της κρίσης, στα 1973-1974», βλ. Ιωακείμογλου (1983), αντικαθιστώντας την έννοια του μισθωτού με εκείνη του απασχολουμένου. Βρισκόμαστε, έτσι, ως προς τον προσδιορισμό του ΥΤΠ στο όριο των 4 μισθωτών που θέτει ο Κάππος (2004: 36-37) για τον «επαγγελματοβιοτέχνη» των «μεσαίων στρωμάτων της πόλης», αλλά πάνω από το όριο του Παπαδόπουλου (1987: 143, 309-310), για την εμφάνιση της αστικής τάξης (4 μισθωτοί). Πιο συγκεκριμένα, εφόσον σε κάθε παραγωγική διαδικασία όπου εμφανίζονται σχέσεις εκμετάλλευσης καταγράφεται κατ’ ελάχιστον ένας εργοδότης και ένας μισθωτός, έχουμε: 2-5 απασχολούμενοι, ήτοι 1-4 μισθωτοί  ΥΤΠ˙ 6-9 απασχολούμενοι, ήτοι 5-8 μισθωτοί  «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ΥΤΠ και ΚΤΠ˙ επομένως, 10≤ απασχολούμενοι, ήτοι 9≤ μισθωτοί  ΚΤΠ.



    Πίνακας 2: Τρόποι παραγωγής: αριθμητικά όρια

    Τρόπος παραγωγής

    Απασχολούμενοι/μισθωτοί

    ΑΕΠ

    1 απασχολούμενος/0 μισθωτοί

    ΥΤΠ

    2-5 απασχολούμενοι/1-4 μισθωτοί

    «Γκρίζα ζώνη» μεταξύ ΥΤΠ και ΚΤΠ

    6-9 απασχολούμενοι/5-8 μισθωτοί

    ΚΤΠ

    10≤ απασχολούμενοι/9≤ μισθωτοί


    Στον Πίνακα 2 κωδικοποιούνται τα συμπεράσματά μας αναφορικά με τα αριθμητικά όρια προσδιορισμού των τρόπων παραγωγής.

    Ο προσδιορισμός των παραπάνω ορίων γίνεται αναγκαστικά σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης που δεν λαμβάνει υπόψη του το αντικείμενο εργασίας των οικονομικών μονάδων και την υπάρχουσα/διαθέσιμη τεχνολογία.



    Βιβλιογραφία


    Ξενόγλωσση


    Albritton, R. (2000). “Agrarian capitalism: a response to Michael Zmolek”, The Journal of Peasant Studies, 28(1): 147-154.

    Banaji, J. (1976).“The peasantry in the feudal mode of production: towards an economic model”, The Journal of Peasant Studies, 3: 299-320.

    Banaji, J. (1977).“Modes of production in a materialist conception of history”, Capital & Class, 3: 1-43.

    Bernstein, H. (1979).“African peasantries: a theoretical framework”, The Journal of Peasant Studies, 4: 421-443.

    Carchedi, G. (1977). On the economic identification of social classes, London: Routledge & KeganPaul.

    Chevalier, J. M. (1982). Civilization and the stolen gift: capital, kin, and cult in the Eastern Peru, Toronto Buffalo London: University of Toronto Press.

    Chevalier, J. M. (1983). “There is nothing simple about simple commodity production”, The Journal of Peasant Studies, 10(4): 153-186.

    Dedoussopoulos, A. (1985). Capitalism, simple commodity production and merchant capital: the political economy of Greece in the 19th century, Ph.D. Thesis, University of Kent at Canterbury: Photocopy offprint.

    Economakis, G. E. (2005). “Definition of the capitalist mode of production: re-examination (With Application to Non-capitalist Modes of Production)”, History of Economics Review, 42: 12-28.

    Gerstein, I. (1989). “(Re)structuring structural marxism”, Rethinking Marxism, 2(1): 104-133.

    Goodman, D. and M. Redclift (1982). From Peasant to Proletarian - Capitalist Development and the Agrarian Transition, New York: St. Martin’s Press.

    Harrison, M. (1977). “The peasant mode of production in the work of A. V. Chayanov”, The Journal of Peasant Studies, 4: 323-336.

    Hindess, B. and P. Q. Hirst (1979).Pre-capitalist Modes of Production, London: Routledge & Kegan Paul.

    Jessop, Β. (1985). Nicos Poulantzas - Marxist Theory and Political Strategy, London and Basingstoke: Macmillan Publishers LTD.

    Martin, J. (1977). “Α Replay to Banaji on the feudal mode of production”, The Journal of Peasant Studies, 4: 390-393.

    Milios, J. (2000). “Social classes in classical and marxist political economy”, The American Journal of Economics and Sociology, 59(3): 283-302.

    Milios, J. and G. Economakis. (2011). “The middle classes, class places, and class positions: a critical approach to Nicos Poulantza’s theory”, Rethinking Marxism, 23(2): 226-245.

    Pestieau, J. (1998). The Changes in the Composition of the Working Class and the Proletariat, International Communist Seminar – Workers’ Party of Belgium, Brussels, May 2-4: http://www.wpb.be/icm/98en/98en06.html .

    Resnick, S. and R. Wolff. (1982). “Classes in Marxian theory”, The Review of Radical Political Economics, 13(4): 1-18.

    Resnick, S. and R. Wolff. (2002). Class Theory and History: Capitalism and Communism in the U.S.S.R., New York: Routledge.

    Rey, P.-Ph. (1973). Les Alliances de Classes, Paris: François Maspero.

    Rey, P.-Ph. (no publication date). “Sur l’ Articulation des Modes de Production” (Cahier 1 & 2), in Problèmes de Planification, No 13 & 14. Ecole des Hautes Etudes (VIe Section), Sorbonne - Paris: Centre d’ Etudes de Planification Socialiste.

    Wolpe, H. (1980). “Introduction”, in Wolpe, H. (ed.), The Articulation of Modes of Production, London, Boston and Henley: Routledge & Kegan Paul.

    Wright, E. O. (1980). “Varieties of Marxist Conceptions of Class Structure”, Politics & Society, 9(3): 323-370.

    Wright, E. O. (1983). “Class boundaries and contradictory class locations”, in Giddens, A. and Held, D. (eds.), Classes, Power, and Conflict - Classical and Contemporary Debates, London and Basingstoke: The Macmillan Press LTD: 112-129.

    Wright, E. O. (1997). Classes, London - New York: Verso.


    Ελληνόγλωσση


    Αλεξίου, Θ. (2006). «Από το μοντέλο των κοινωνικών τάξεων στο μοντέλο του κοινωνικού αποκλεισμού: επιστημολογικές προϋποθέσεις και μεθοδολογικές συνέπειες», Θέσεις, 96: 61-93.

    Αλτουσέρ, Λ. (1977). «Απάντηση στον Τζων Λιούις», στο Αλτουσέρ, Λ. και Λιούις, Τζ., Απάντηση στον Τζων Λιούις - Κριτική του Έργου του Λουί Αλτουσέρ, Αθήνα: Θεμέλιο.

    Αλτουσέρ, Λ. (1978-α). Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.

    Αλτουσέρ, Λ. (1978-β). Για τον Μαρξ, Αθήνα: Γράμματα.

    Althusser, L. (2003). «Από το Κεφάλαιο στη Φιλοσοφία του Μαρξ», «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου», στο Althusser, L., Balibar, É., Establet, R., Macherey, P., Rancière, J., Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

    Βεργόπουλος, Κ. και Αμίν, Σ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης). Καπιταλισμός και Αγροτικό Ζήτημα: Δύσμορφος Καπιταλισμός, Αθήνα: Παπαζήσης.

    Βεργόπουλος, Κ. (1975). Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα - Η κοινωνική Ενσωμάτωση της Γεωργίας, Αμίν, Σ., «Πρόλογος», στη γ΄ έκδοση, Αθήνα: Εξάντας.

    Γκράμσι, Α. (1972). Οι Διανοούμενοι, Τόμος Α΄, Αθήνα: Στοχαστής.

    Ζησιμόπουλος, Γ., Καρολίδης, Γ., Ανδρουλάκης, Γ. και Οικονομάκης, Γ., (2014). «Όψεις της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης την περίοδο της κρίσης», Θέσεις, 127: 15-40.

    Ιωακείμογλου, Η. (1983). «Αυτοματοποίηση της παραγωγής και συλλογικός εργάτης», Θέσεις, 4: 51-64.

    Κάππος, Κ. (1987). Κοινωνικοπολιτικά Ζητήματα του Εργατικού Κινήματος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Κάππος, Κ. (2004). Ταξική Διάρθρωση της Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, Αθήνα: Αλήθεια.

    Κατσορίδας, Δ. (2002). «Το ζήτημα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης: προβλήματα μορφής και συγκρότησης των συνδικάτων στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού», Θέσεις, 78:103-136.

    Λένιν, Β. Ι. (1976). Ο Αριστερισμός Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού, Αθήνα: Θεμέλιο.

    Λένιν, Β. Ι. (1977). «Η Μεγάλη Πρωτοβουλία». Άπαντα, τόμος 39, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Λένιν, Β. Ι. (1986). Το Αγροτικό Ζήτημα και οι «Κριτικοί του Μαρξ», Μόσχα: Προγκρές.

    Λένιν, Β. Ι. (1988). «Η Ανάπτυξη του Καπιταλισμού στη Ρωσία», Άπαντα, Τόμος 3, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Μαρξ, Κ. (1978-α). Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Μαρξ, Κ. (1978-β). Το Κεφάλαιο , Τόμος Τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Μαρξ, Κ. (1984). Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Πρώτο, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Μαρξ, Κ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης). Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής [VI ανέκδοτο βιβλίο], Αθήνα: Α/συνέχεια.

    Μηλιός, Γ. (2002). «Το ζήτημα των μικροαστών: Ενιαία τάξη ή δυο διακριτά ταξικά σύνολα;», Θέσεις, 81: 59-80.

    Μηλιός, Γ., Δημούλης, Δ. και Οικονομάκης, Γ. (2005). Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό: Πλευρές μιας Θεωρητικής και Πολιτικής Ρήξης, Αθήνα: Νήσος.

    Μηλιός, Γ. και Οικονομάκης, Γ. (2007). «Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση. (Μια κριτική προσέγγιση στη θεωρία των κοινωνικών τάξεων του Νίκου Πουλαντζά)», Θέσεις, 99: 19-55.

    Μηλιός , Γ. και Οικονομάκης, Γ. (2008). «Για τον ταξικό προσδιορισμό της εργατικής και της νέας μικροαστικής τάξης: μια απάντηση», Θέσεις, 105: 15-31.

    Μπαλιμπάρ, Ε. (1986). «Για τη μαρξιστική έννοια του “καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας” και την πάλη των τάξεων», Θέσεις, 17: 99-111.

    Balibar, É. (2003). «Σχετικά με τις θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού υλισμού», στο Althusser, L., Balibar, É., Establet, R., Macherey, P. και Rancière, J., Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

    Μπατίκας, Κ. (1994). Συνδικάτα και Πολιτική, Αθήνα: Εργοεκδοτική.

    Μπετελέμ, Σ. (1978). Μορφές Ιδιοκτησίας στο Μεταβατικό Στάδιο προς το Σοσιαλισμό: Οικονομικός Λογισμός και Μορφές Ιδιοκτησίας, Αθήνα: Ράππα.

    Μπεττελέμ, Σ. (1975). Πολιτιστική Επανάσταση και Βιομηχανική Οργάνωση στην Κίνα, Αθήνα: Γη.

    Bettelheim, Ch. (1983). Μετάβαση στη Σοσιαλιστική Οικονομία, Αθήνα: Μπάυρων.

    Οικονομάκης, Γ. (1999). «Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και μάνατζερς», Ουτοπία, 37: 145-66.

    Οικονομάκης, Γ. (2000). Ιστορικοί Τρόποι Παραγωγής, Καπιταλιστικό Σύστημα και Γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

    Οικονομάκης, Γ. (2005). «Σκέψεις πάνω στο θεωρητικό προσδιορισμό της εργατικής τάξης», Θέσεις, 90: 93-126.

    Οικονομάκης, Γ. και Μπούρας, Φ. (2007). «Ο κοινωνικοοικονομικός και πολιτικός ρόλος των μικροϊδιοκτητών αγροτών στη Γαλλία των μέσων του 19ου αιώνα: Σημείωμα πάνω στη μαρξική ανάλυση και πλευρές της θεωρητικής της αξιοποίησης από τον Νίκο Πουλαντζά», Θέσεις, 99: 57-89.

    Οικονομάκης, Γ., Ζησιμόπουλος, Γ., Κατσορίδας, Δ., Κόλλιας, Γ. και Κρητικίδης Γ. (υπό δημοσίευση). Η ταξική διάρθρωση και η θέση της εργατικής τάξης στην ελληνική κοινωνία. Αθήνα: ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.

    Ομάδα Επιστημόνων: Διαμαντής, Γ. - Θερσιώτη, Α. - Ιωάννου, Θ. - Κοτζιάς, Ν. (γενική εποπτεία) - Κωνσταντινίδης, Γ. - Συμεωνίδης, Τ. (1981), Η Διανόηση στην Ελλάδα, Ταξική Θέση και Ιδεολογία, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Παπαγεωργίου, Ν. και Χριστοδουλάκου, Σ. (2013). «Η μαρξιστική θεωρία για τις κοινωνικές τάξεις (μια συνοπτική παρουσίαση)», Ουτοπία, 105: 27-43.

    Παπαδόπουλος, Π. (1987). Η Ταξική Διάρθρωση της Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Πουλαντζάς, Ν. (1975). Φασισμός και Δικτατορία: Η Τρίτη Διεθνής Αντιμέτωπη στον Φασισμό, Αθήνα: Ολκός.

    Πουλαντζάς, Ν. (1984). «Το πρόβλημα του κεφαλαιοκρατικού κράτους», «Το κεφαλαιοκρατικό κράτος: Μια απάντηση στον Μίλιμπαντ», «Σχετικά με τον ολοκληρωτισμό», «Σχετικά με τη λαϊκή απήχηση του φασισμού», στο Πουλαντζάς, Ν., Μίλιμπαντ, Ρ. και Φάυ, Ζ.Π., Προβλήματα του Σύγχρονου Κράτους και του Φασιστικού Φαινομένου, Αθήνα: Θεμέλιο.

    Πουλαντζάς, Ν. Α. (1982-α). Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, Τόμος Α΄, Αθήνα: Θεμέλιο.

    Πουλαντζάς, Ν. Α. (1982-β). Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, Τόμος Β΄, Αθήνα: Θεμέλιο.

    Πουλαντζάς, Ν. Α. (1982-γ). Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο.

    Resnick, S. και Wolff, R. (2009). «Οι τάξεις στη μαρξιστική θεωρία», στο Βλάχου, Α. (επιμ.), Πολιτική Οικονομία του Καπιταλισμού, Αθήνα: Κριτική.

    Σακελλαρόπουλος, Σ. (2014). Κρίση και Κοινωνική Διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου Αιώνα, Αθήνα: Τόπος.

    Σάρλης, Δ (1987). Η Εργατική Τάξη και ο Ρόλος της στη Σημερινή Ελληνική Κοινωνία, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

    Σταμάτης Γ. (1989). «Η θέση της “κυκλοφορίας” στην αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος και στην παραγωγή υπεραξίας και κέρδους», Θέσεις, 29: 119-132.

    Σταμάτης, Γ. (1990). Καρλ Μαρξ: Για την Παραγωγική και Μη Παραγωγική Εργασία, Αθήνα: Εξάντας.

    Harnecker, M. (χωρίς χρονολογία έκδοσης). Βασικές Έννοιες του Ίστορικού Υλισμού, Αθήνα: Παπαζήσης.

    Το παρόν άρθρο αποτελεί συνοπτική εκδοχή του Πρώτου Μέρους της μελέτης «Η ταξική διάρθρωση και η θέση της εργατικής τάξης στην ελληνική κοινωνία» (Οικονομάκης κ.ά., υπό δημοσίευση). Η μελέτη αυτή υλοποιήθηκε ως παραδοτέο (Π.3.4.) στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού 2007-2013», Άξονας Προτεραιότητας 2: «Ενίσχυση της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου δυναμικού και των επιχειρήσεων». Ειδικότερα, το παραδοτέο αποτελεί προϊόν της πράξης 4, «Ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ», υποέργο 1, «Σύσταση, οργάνωση και ανάπτυξη λειτουργιών: α) Παρατηρητηρίου κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών και β) μονάδας τεκμηρίωσης και υποστήριξης της θεσμικής εκπροσώπησης της ΓΣΕΕ», που εντάσσεται στο πλαίσιο εφαρμογής του Επιχειρησιακού Σχεδίου Δράσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας - ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.

    Η ανάλυση στο θεωρητικό πλαίσιο βασίζεται σε Οικονομάκης (2000)˙ Μηλιός και Οικονομάκης (2007)˙ Milios andEconomakis (2011).

    Για τη διάκριση τρόπου παραγωγής και κοινωνικού σχηματισμού βλ. Οικονομάκης (2000: 183-196).

    Βλ. κυρίως Αλτουσέρ [Althusser] (1977, 1978-α, 1978-β, 2003)˙ Μπαλιμπάρ [Balibar] (1986, 2003)˙ Μπετ(τ)ελέμ [Bettelheim] (1975, 1978, 1983)˙ Harnecker (χωρίς χρονολογία έκδοσης)˙ Πουλαντζάς (1975, 1982-α, 1982-γ, 1984)˙ Rey (χωρίς χρονολογία έκδοσης, 1973).

    Για τη διάκριση μεταξύ πραγματικής (οικονομικής) κυριότητας και κατοχής βλ. Jessop (1985: 161).

    Στη βάση της ανάλυσης του Πουλαντζά (1984: 83), υποστηρίζουμε ότι οι τρεις αυτές σχέσεις δεν πρέπει να θεωρούνται ως αμετάβλητες από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο, ως εάν να ήταν σχηματισμένες από «στοιχεία» τα οποία θα «έμεναν αμετάβλητα σ’ όλους τους τρόπους παραγωγής». Βλ. σχετικά και σε Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 22)˙ βλ. επίσης Dedoussopoulos (1985: 161)˙ Gerstein (1989: 123, 125)˙ Οικονομάκης (2000: 50-51).

    Υποστηρίζουμε τη θέση ότι: «παραγωγική εργασία» από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής είναι η εργασία που αμείβεται από μεταβλητό κεφάλαιο και επομένως παράγει υπεραξία. Βλ. Μαρξ (1978-α, 1984)˙ Ομάδα Επιστημόνων (1981)˙ Σταμάτης (1989, 1990)˙ Οικονομάκης (2000)˙ Μηλιός κ.ά. (2005). Κατά συνέπεια, «παραγωγή», από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής είναι κάθε διαδικασία στην οποία η εργασιακή δύναμη ανταλλάσσεται άμεσα με κεφάλαιο. Στη βάση αυτή, η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής νοείται ως η ενότητα της διαδικασίας της «άμεσης παραγωγής» και της «κυκλοφορίας» για την παραγωγή υπεραξίας. Η προβληματική αυτή προϋποθέτει ότι η διαδικασία της «κυκλοφορίας» είναι «υλική διαδικασία παραγωγής». Βλ. Σταμάτης (1990: 8-9, 13). Για τις μη-καπιταλιστικές διαδικασίες εργασίας/παραγωγής στις οποίες δεν απασχολείται μισθωτή εργασιακή δύναμη δεν τίθεται το ερώτημα της παραγωγής υπεραξίας. Ωστόσο και εδώ η έννοια της «παραγωγής» θα νοηθεί ως η ενότητα της διαδικασίας της «άμεσης παραγωγής» και της «κυκλοφορίας», όπου η τελευταία αποτελεί επίσης «υλική διαδικασία παραγωγής». Για το ζήτημα της παραγωγικής και μη-παραγωγικής εργασίας όταν δεν απασχολείται μισθωτή εργασία βλ. Οικονομάκης (2000: 59-61).

    Για τους ιστορικούς τρόπους παραγωγής βλέπε αναλυτικά σε Οικονομάκης (2000: 63-137).

    Αυτή η διάκριση μεταξύ θεμελιωδών και μη-θεμελιωδών κοινωνικών τάξεων [όπως έχει διασαφηνιστεί στο Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 23)] δεν σχετίζεται με τη διάκριση (που έχει τεθεί από τους Resnick andWolff) μεταξύ «θεμελιωδών και υπαγόμενων τάξεων», η οποία αναφέρεται στη «διάκριση μεταξύ της παραγωγής και της διανομής της υπεραξίας», Resnickand Wolff (1982: 2 επ.)˙ βλ. και ελληνική έκδοση Resnick andWolff (2009) και Resnickand Wolff (2002).

    Ο Μαρξ (1978-α: 666) χαρακτηρίζει «τους αλήτες, τους εγκληματίες και τις πόρνες» ως «το καθαυτό λούμπεν προλεταριάτο».

    Η θέση περί της ένταξης όλων των κοινωνικών ομάδων σε τάξεις προτάθηκε από τον Νίκο Πουλαντζά (1982-α, 1982-γ), η αντίθετη από την MarthaHarnecker (χωρίς χρονολογία έκδοσης). «Αξίζει να σημειωθεί ότι τη στιγμή κατά την οποία διατυπώνονται οι παραπάνω αντιτιθέμενες θέσεις και οι δυο θεωρητικοί ανήκαν στο ίδιο μαρξιστικό ρεύμα: “την αλτουσεριανή σχολή”», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 25).

    Αντιθέτως, στους προ-καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής (φεουδαρχικό και ασιατικό) η κυριότητα των μέσων παραγωγής από την κυρίαρχη τάξη δεν ήταν ποτέ πλήρης, καθώς οι εργαζόμενες/κυριαρχούμενες τάξεις διατηρούσαν την κατοχή των μέσων παραγωγής. Έτσι, η οικονομική εκμετάλλευση-απόσπαση υπερπροϊόντος από την κυρίαρχη τάξη βασιζόταν στον εξω-οικονομικό καταναγκασμό, βλ. Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 26)˙ Μηλιός (2002: 64)˙ Μαρξ (1978-β: 970 κ.ε.).

    Γράφει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, ο Μαρξ (1978-α: 337): «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αρχίζει στην πραγματικότητα από τη στιγμή που το ίδιο ατομικό κεφάλαιο απασχολεί ταυτόχρονα ένα μεγαλύτερο αριθμό εργατών, επομένως από τη στιγμή που το προτσές της εργασίας επεκτείνει τις διαστάσεις του και προσφέρει προϊόντα σε μεγαλύτερη ποσοτική κλίμακα. Η δράση ενός μεγαλύτερου αριθμού εργατών στο ίδιο χρονικό διάστημα, στον ίδιο χώρο (ή αν θέλετε στο ίδιο πεδίο εργασίας) για την παραγωγή του ίδιου είδους εμπορεύματος, κάτω από τις διαταγές του ίδιου κεφαλαιοκράτη αποτελεί ιστορικά και εννοιακά το σημείο αφετηρίας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής».

    Για μια ανάλυση των μαρξικών εννοιών της «τυπικής» και «πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο» βλ. Οικονομάκης (2000: 82 κ.ε., 98 κ.ε.).

    Γράφει, μεταξύ άλλων, ο Μαρξ (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 105) «Αυτό που διακρίνεται από την αρχή στο, μόνο και μόνο τυπικά υπαγμένο στο κεφάλαιο, προτσές εργασίας [...] είναι η κλίμακα στην οποία ενεργεί, δηλαδή από τη μία πλευρά ο όγκος των προκαταβλημένων μέσων παραγωγής, από την άλλη το πλήθος των εργατών, που διευθύνονται από τον ίδιο employer (εργοδότη) [...] έτσι, ώστε ο ίδιος να έχει απαλλαγεί από άμεση εργασία και να του επιτρέπεται να εμφανίζεται απλά σαν καπιταλιστής, σαν αξιωματούχος επιβλέπων, να εκτελεί σαν να λέμε τη με βούληση και συνείδηση προικισμένη λειτουργία του κεφαλαίου, που έχει περάσει μέσα στο προτσές αξιοποίησής του. Αυτή η διεύρυνση της κλίμακας αποτελεί άρα τον όρο και την πραγματική βάση, όπου πάνω της γεννιέται ο ειδικά-καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής».

    Γράφει σχετικά, ακολουθώντας τον Μαρξ, και ο Λένιν (1988: 367): «Το μέγεθος […] του κεφαλαίου καθορίζει τη μορφή της προσωπικής συμμετοχής του ιδιοχτήτη στην επιχείρηση: αν δηλαδή θα είναι μικρό κι ο ίδιος εργάτης, όταν το κεφάλαιό του είναι ακόμα πολύ μικρό, ή αν θα παραιτηθεί από την προσωπική εργασία και θα ειδικευτεί σε εμπορο-επιχειρηματικά καθήκοντα».

    «Ότι η “ψυχή του βιομηχανικού μας συστήματος” δεν είναι οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες, αλλά οι managers της βιομηχανίας, το σημείωσε ήδη ο Γιουρ», Μαρξ (1978-β: 488).

    Σε μεταγενέστερες του Οικονομάκης (2000) εργασίες, ο συγγραφέας έχει αντικαταστήσει τον όρο «νομή» με τον όρο «χρήση». Θα διατηρήσουμε αυτόν το δεύτερο όρο και στη συνέχεια για την καλύτερη συνοχή της ανάλυσής μας.

    Ο Μαρξ στον 1ο και στον 3ο Τόμο του Κεφαλαίου, βλ. Μαρξ (1978-α: 339, 355, 357, 376-377, 395, 425, 439)˙ Μαρξ (1978-β: 107, 135) αναλύει τη «μετατροπή του εργάτη σε τεμαχισμένο μερικό εργάτη εξάμβλωμα και όργανο μιας μερικότερης λειτουργίας. Η πείρα ωστόσο του συλλογικού εργάτη ως των συνδυασμένων μερικών εργατών αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα για την εξέλιξη προς τη μεγάλη βιομηχανία (της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο […]) στην οποία και ολοκληρώνονται τα από την τυπική ακόμα υπαγωγή χαρακτηριστικά της εργασίας», Οικονομάκης (2000: 91-93).

    Για τη «“διπλή φύση της διευθυντικής και της εποπτικής εργασίας» βλ. Μαρξ (1978-β: 484-485) και Πουλαντζάς (1982-γ: 279 κ.ε.).

    Ο εργαζόμενος ο οποίος αναλαμβάνει επίβλεψη και διοίκηση αντιστοιχεί σε ό, τι ο Carchedi (1977: 62-92) ορίζει ως «νέα μεσαία τάξη», η οποία εκτελεί «ταυτοχρόνως τη […] λειτουργία του κεφαλαίου και τη λειτουργία του συλλογικού εργάτη».

    1  Σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1982-γ: 334), «η νέα μικροαστική τάξη με τη θέση της στις ιδεολογικές σχέσεις και απέναντι στην εργατική τάξη, υπάγεται στη διανοητική εργασία». Κατά συνέπεια  «μέσα από μια επέκταση της έννοιας της διανοητικής εργασίας» (όπ.π.: 313)  μισθωτοί όπως μια πωλήτρια μεγάλου καταστήματος ανήκει στη νέα μικροαστική τάξη (του ΚΤΠ), και κατατάσσεται στη διανοητική εργασία, ενώ ένας ειδικευμένος εργάτης στην εργατική τάξη και στη χειρωνακτική εργασία: «Πράγματι, αν στηριχτούμε σε παρόμοια κριτήρια θα φανεί παράξενο ίσως ότι μπορούμε να κατατάξουμε από τη μεριά της διανοητικής εργασίας μια σειρά μη παραγωγικούς φορείς που εργάζονται και αυτοί με τα “χέρια” τους, λόγου χάρη τους φορείς που υπάγονται στην ανάπτυξη της “εκμηχάνισης” της μη παραγωγικής εργασίας, ή ακόμα τους πωλητές και τις πωλήτριες των μεγάλων καταστημάτων» (όπ.π.). Έτσι, η πωλήτρια ενός μεγάλου καταστήματος κατατάσσεται στη διανοητική εργασία και καταλήγει να βρίσκεται στην ίδια τάξη  τη νέα μικροαστική του ΚΤΠ  με το μη-μάνατζερ προϊστάμενό της. Το αδιέξοδο μιας τέτοιας προβληματικής είναι καταφανές.

    Κυρίως Πουλαντζάς (1982-α˙ 1982-γ).

    Οι Resnick και Wolff (1982: 5-6˙ επίσης 2002) επισημαίνουν ότι το εισόδημα αυτών των ταξικών μερίδων προέρχεται από τη «διανομή της υπεραξίας την οποία αποσπούν οι καπιταλιστές από τους παραγωγικούς εργαζομένους».

    Εννοούνται εδώ δημόσιοι μηχανισμοί διάδοσης της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως η δημόσια εκπαίδευση. Οι φορείς των κατηγοριών (ii) και (iii) αμείβονται από κρατικά έσοδα (ή «κρατικό εισόδημα», βλ. Κάππος (1987: 21).

    Αντίθετα από τον Πουλαντζά, στην παρούσα μελέτη υποστηρίζεται ότι η «μερίδα» των «εμποροϋπαλλήλων» είναι «δομικά» μέρος της εργατικής και όχι της νέας μικροαστικής τάξης, βλ. και Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 48-49).

    Ο Πουλαντζάς εντάσσει αυτή τη «μερίδα» στη νέα μικροαστική τάξη, παρότι εμφανίζει «προλεταριακή αντικειμενική πόλωση» κατά βάση λόγω της θέσης της στο επάγγελμα. Ειδικότερα θεωρεί ως «διφορούμενο» το χαρακτήρα της «δεδομένου ότι είναι “κάτοχοι επαγγέλματος” και “άσπρες μπλούζες”», Πουλαντζάς (1982-γ: 405-406). Στο βαθμό που συμμετοχή «άμεσα στην παραγωγική εργασία» σημαίνει ότι αυτοί οι κατώτεροι μηχανικοί και τεχνικοί «δεν ασκούν διευθυντικά και εποπτικά καθήκοντα», και επομένως δεν ασκούν «τη διεύθυνση και την εποπτεία που συνοδεύονται από τη νομιμοποίηση του μυστικού της γνώσης» (βλ. Πουλαντζάς πιο πριν), στη βάση των δικών μας θεωρητικών θέσεων θα λέγαμε ότι μπορούν να αποτελέσουν τον ταξικό «φορέα» της σχέσης χρήσης εκφράζοντας τη διαδικασία «χειρωνακτικοποίησης» της διανοητικής εργασίας για την οποία έχουμε μιλήσει. Πέραν αυτού, είναι μάλλον προβληματικός και βεμπεριανού τύπου ο προσδιορισμός της ταξικής θέσης με βάση το επάγγελμα. Γράφει σχετικά ο Αλεξίου (2006: 63, 65) αναφορικά με τη θέση του Βέμπερ για τον προσδιορισμό της κοινωνικής τάξης: «[Η] ιδιοκτησία, δηλαδή η σχέση με τα μέσα παραγωγής σχετικοποιείται και γίνεται ένας παράγοντας μεταξύ άλλων, όπως είναι οι δεξιότητες, η επαγγελματική ειδημοσύνη, αποτέλεσμα εκπαιδευτικών τίτλων που επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά τη θέση του ατόμου στην αγορά. […] Επίσης το κοινωνικό κύρος που απορρέει από την κατοχή μιας κοινωνικής θέσης (π.χ. του γιατρού, του επιστήμονα κ.ο.κ.) αναδεικνύεται σε σημαντική παράμετρο στρωμάτωσης. […] [Ο] υποκειμενισμός που υφέρπει στον ορισμό της κοινωνικής δράσης στον M. Βέμπερ, όταν αυτός εξαρτά το χαρακτήρα της από το άτομο, και ο πολυπαραγοντικός προσδιορισμός της κοινωνικής τάξης (εισόδημα, ιδιοκτησία, εκπαίδευση, εξειδίκευση κλπ.), ο οποίος απολήγει σε τελική ανάλυση σε επαγγελματικοστατιστικές κατηγορίες, χωρίς αναφορά στα γενεσιουργά αίτια, κατευθύνουν την ανάλυση προς ένα πλουραλιστικό σχήμα κοινωνικής στρωμάτωσης, γεγονός που σχετικοποιεί, αν δεν υποσκάπτει, την εγκυρότητα της έννοιας της “κοινωνικής τάξης”». Αντίστοιχη προβληματική εντοπίζεται στην ανάλυση του Σακελλαρόπουλου (2014: 279 κ.ε.) αναφορικά με τον προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων, όπου και υιοθετούνται ως κριτήρια ταξικής ένταξης διαφόρων ομάδων η επαγγελματική κατηγορία, το ύψος του εισοδήματος, η κατοχή τίτλου σπουδών (για μια κριτική επ’ αυτού βλ. σε Οικονομάκης κ.ά., υπό δημοσίευση).

    Αντιθέτως, τα μέλη της νέας μικροαστικής τάξης που στελεχώνουν (σε μη ανώτερες θέσεις) τόσο τους κρατικούς μηχανισμούς όσο και τις κρατικές δημόσιες επιχειρήσεις «[δ]ιεκδικούν τον “εκδημοκρατισμό” των θεσμών και των διαδικασιών, μέσα από τον οποίο θα διευρύνουν τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες τους. […] [Η] νέα μικροαστική τάξη, λόγω της ροπής της προς τον “εκδημοκρατισμό του κράτους” και τη μαζικοποίηση των συλλογικών αρμοδιοτήτων προσανατολίζεται σε σημαντικό βαθμό προς το συνδικαλισμό και τα μεταρρυθμιστικά πολιτικά κόμματα, ενώ από τις “γραμμές της” προκύπτει πάντα μια σημαντική μερίδα των στελεχών της σοσιαλιστικής επανάστασης», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 47-48)˙ βλ. σχετικά και στη συνέχεια. Εντούτοις, η «αντικειμενική αστική πόλωση» των «κορυφών» των κρατικών μηχανισμών, δεν είναι χωρίς αντιφάσεις, ιδίως εφόσον συμπεριλάβουμε σε αυτές τις «κορυφές» στελέχη του κοινοβουλευτικού πολιτικού προσωπικού, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ανώτερα κομματικά στελέχη αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων.

    Οφείλουμε τον όρο αυτό στον Σακελλαρόπουλο (2014), καίτοι εκείνος τον χρησιμοποιεί σε διαφορετική θεωρητική βάση.

    Η απλή εμπορευματική παραγωγή είναι γνωστή στην κοινωνιολογική και οικονομική (ειδικώς τη μαρξιστική) βιβλιογραφία (η οποία αναπτύχθηκε κυρίως σε αναφορά με το ερώτημα της ενσωμάτωσης της γεωργίας στον καπιταλισμό). Είναι ακόμα ένα θεωρητικό πεδίο όπου υπάρχει μεγάλη θεωρητική διαφωνία μεταξύ των ερευνητών. Το κρίσιμο σημείο αυτής της διαφωνίας θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως ο τύπος της ενσωμάτωσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής στον καπιταλισμό (το ερώτημα της εκμετάλλευσης και ταξικής ταυτότητας των απλών εμπορευματοπαραγωγών). Στο ζήτημα αυτό βρίσκουμε διαφορετικές θεωρητικές εκδοχές όπως αυτές των Banaji (1976˙ 1977), Βεργόπουλου και Αμίν (Βεργόπουλος, 1975˙ Βεργόπουλος και Αμίν, χωρίς χρονολογία έκδοσης) και Chevalier (1982˙ 1983), οι οποίοι συμφωνούν ότι οι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί πρέπει να ιδωθούν ως προλετάριοι «αμειβόμενοι με το κομμάτι». Για μια κριτική αυτών των απόψεων βλ., μεταξύ άλλων εργασιών, Martin (1977)˙ Wolpe (1980)˙ Goodman and Redclift (1982)˙ Dedoussopoulos (1985)˙ Οικονομάκης (2000). Δεν προτιθέμεθα να εξετάσουμε αυτές τις προσεγγίσεις εδώ, περιοριζόμενοι σε μια συνοπτική παρουσίαση του κύριου επιχειρήματός μας.

    «Η απουσία εκμετάλλευσης ξένης (μισθωτής) εργασίας εντός της εργασιακής διαδικασίας της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι ένας λόγος που κάποιοι μαρξιστές ορίζουν την απλή εμπορευματική παραγωγή ως μια μορφή (και όχι έναν τρόπο) παραγωγής», Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 36). Στην παρούσα μελέτη «[θ]εωρούμε την απλή εμπορευματική παραγωγή τρόπο παραγωγής γιατί οι τρεις σχέσεις που συνθέτουν [… τις σχέσεις παραγωγής], και οι οποίες συγκροτούν τη μήτρα του τρόπου παραγωγής συντίθενται με ειδικό ιστορικά τρόπο», Οικονομάκης (2000: 115)˙ για ανάλογες θεωρήσεις της απλής εμπορευματικής παραγωγής ως τρόπο παραγωγής (βλ. όπ.π.: 114-115). Όπως στο Μηλιός και Οικονομάκης (2007: 36) έτσι και εδώ «δεν λαμβάνουμε υπόψη μας το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εκμεταλλευτικών σχέσεων εντός της (οικογενειακής) συλλογικής οντότητας, του τύπου (μάλλον φεουδαλικού) που αναλύουν οι Resnick και Wolff (2002: κυρίως κεφάλαιο 7)», καθώς η διερεύνηση ενός τέτοιου ζητήματος είναι έξω από τους ερευνητικούς σκοπούς της παρούσας μελέτης.

    «Είναι δυνατό αυτοί οι παραγωγοί, που εργάζονται με δικά τους μέσα παραγωγής, να αναπαράγουν όχι μόνο την εργατική τους δύναμη, αλλά να δημιουργούν και υπεραξία, γιατί η θέση τους επιτρέπει σ’ αυτούς να ιδιοποιούνται τη δική τους υπερεργασία ή ένα μέρος της (γιατί ένα μέρος αφαιρείται απ’ αυτούς με τη μορφή φόρων κ.λπ.», Μαρξ (1984: 456).

    «Η προλεταριοποίηση για τον Λένιν […] δεν υπονοεί αναγκαία την εμφάνιση άμεσων παραγωγών αποστερημένων από τα μέσα παραγωγής τους, αλλά μάλλον την ανάγκη, την προκαλούμενη από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, κάποια μέλη του αγροτικού νοικοκυριού να εμπλακούν σε μισθωτή απασχόληση. Το εισόδημα από μια τέτοια απασχόληση μπορεί να συνεισφέρει στην επιβίωση της μικροϊδιοκτησιακής αγροτικής οικογενειακής παραγωγής», Dedoussopoulos (1985: 152).

    Η ανάλυση του Carchedi (1977: 87) επί της «παλαιάς μεσαίας τάξης» βρίσκεται κοντά στην επιχειρηματολογία που αναπτύξαμε. Όπως ο ίδιος θέτει το ζήτημα, αυτή η τάξη «περιλαμβάνει όψεις και από τις δυο τάξεις», την καπιταλιστική και την εργατική.

    Αυτή η προβληματική σχετικώς με τον ΥΤΠ είναι παρεμφερής προς εκείνη του E. O. Wright (1980, 1983, 1997), αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ΑΕΠ και ΥΤΠ ή μεταξύ ΚΤΠ και ΥΤΠ, αν και σε ένα διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο, βλ. Οικονομάκης (2000: 135-36, 396-98).

    Άλλωστε «ο προσδιορισμός των κοινωνικών τάξεων ανάγεται στις πολιτικο-ιδεολογικές σχέσεις», Πουλαντζάς (1982-γ: 31).

    Για τη διάκριση ταξικής «θέσης» και «τοποθέτησης» βλ. Οικονομάκης (2000: 208 κ.ε.).

    Για μια κριτική και συστηματική θεώρηση της άποψης Πουλαντζά για τα «κατάλληλα αποτελέσματα», η οποία αμφισβητεί τον τρόπο που ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί τα «κατάλληλα αποτελέσματα» για την ερμηνεία της ιδεολογικοπολιτικής ταξικής τοποθέτησης των μεσαίων τάξεων βλ. Μηλιός και Οικονομάκης (2007) και Miliosand Economakis (2011).

    Όπως ορθά επεσήμαινε ο Λένιν (1976: 33), «η μικρή παραγωγή γεννά τον καπιταλισμό και την αστική τάξη συνεχώς, κάθε μέρα, κάθε ώρα, στοιχειακά και σε μαζική κλίμακα».

    Η νέα μικροαστική τάξη «πέτυχε διαμέσου ορισμένων καθεστώτων και ορισμένων πολιτικών κρίσεων να εκτοπίσει ένα μεγάλο μέρος της παλιάς αστικής τάξης και να πάρει […] τη θέση της (αυτό συνέβηκε λ.χ. στην Αίγυπτο του Νάσσερ) […] παίρνοντας κυρίως τη μορφή της κρατικής αστικής τάξης», Πουλαντζάς (1982-γ: 369).

    Και ειδικότερα από τις μελέτες των: Λένιν (1988), Wright (1983, 1997), Πουλαντζά (1982-γ), Παπαδόπουλου (1987), Κάππου (2004), Οικονομάκη (2000). Αναλυτικά σε Οικονομάκης κ.ά., υπό δημοσίευση.

    Ανεξαρτήτως αυτής της επιλογής, τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία της εμπειρικής μας έρευνας αναφέρονται σε απασχολουμένους και όχι ειδικά σε μισθωτούς (βλ. στο Δεύτερο Μέρος της μελέτης).

  •  
    < Προηγ.   Επόμ. >
    Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
    Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή