Το στοίχημα της αυταπάτης Εκτύπωση
Τεύχος 137, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2016


ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ


του Βασίλη Δρουκόπουλου



A Dream deferred


What happens to a dream deferred?

Does it dry up
Like a raisin in the sun?

Or fester like a sore—
And then run?

Does it stink like rotten meat?
Or crust and sugar over—
Like a syrupy sweet?


Maybe it just sags
Like a heavy load.


Or does it explode ?


LangstonHughes


Από τον Εθνικό Διχασμό του 1915 στον Ιούλιο 1965 της Αποστασίας φτάνουμε στον περυσινό Ιούλιο. Φαίνεται ότι κάθε 50 χρόνια η Ελλάδα σφραγίζεται από ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός. Όχι βέβαια πως δεν υπάρχουν άλλες χρονολογίες-ορόσημα στην ιστορία της χώρας μας αλλά το επαναλαμβανόμενο διάστημα του μισού αιώνα που μεσολαβεί από το ένα συμβάν στο άλλο δεν περνάει εύκολα απαρατήρητο.


1. Ο Πασκάλ


Τα πυκνά γεγονότα του Ιουλίου 2015 ανακαλούν στο νου το «Στοίχημα του Πασκάλ» που πρωτοδιατυπώθηκε πριν από σχεδόν 400 χρόνια. Μια σχετική σύντομη παράθεση των βασικών του σημείων ακολουθεί, που θα συνοδευτεί και θα συσχετιστεί πιο κάτω με τις πρόσφατες ελληνικές εξελίξεις.

Στους Στοχασμούς (Τμήμα 233), που κυκλοφόρησαν μεταθανάτια, ο Πασκάλ επιχειρηματολογεί ότι ένα ορθολογικό άτομο, και αν ακόμα η πιθανότητα να υπάρχει θεός είναι μικρή και χωρίς να απαιτείται κάποια απόδειξη, θα πρέπει να στοιχηματίσει υπέρ της ύπαρξής του γιατί μόνον έτσι θα εξασφαλίσει την αιώνια ζωή στη βασιλεία των ουρανών. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει θεός, τότε δεν θα επιβαρυνθεί με τίποτε παρά μόνο με τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς, όπως και με τις δραστηριότητες, που η χριστιανική θρησκεία επιβάλλει. Από την άλλη πλευρά, αν στοιχηματίσει κατά της ύπαρξής του τότε αν μεν υπάρχει θεός θα έχει χάσει την αιώνια ζωή και θα καταλήξει στην κόλαση, ενώ αντίθετα αν δεν υφίσταται θεός τότε δε θα υποστεί καμία μεταθανάτια αρνητική επίπτωση. Με άλλα λόγια, η απιστία και ο αθεϊσμός καθρεφτίζει την απόλυτη ηλιθιότητα και ο Πασκάλ σημειώνει σχετικά: «Δοξάζεται η θρησκεία από την ύπαρξη τόσο παράλογων εχθρών [...]». Επιπρόσθετα, ο Πασκάλ επισημαίνει ότι εφόσον η ύπαρξη του θεού δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί λογικά τότε οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να καταφεύγουν στο «στοίχημα». Αποφαίνεται εμφατικά: «[...] πρέπει να στοιχηματίσετε. Αυτό δεν είναι εθελοντικό, έχετε ήδη επιβιβαστεί» (“[…] ilfautparier. Celan’estpasvolontaire., vous êtesembarqués”). Επίσης, στο αντεπιχείρημα ότι πώς μπορεί κανείς να στοιχηματίσει «ορθά» όταν υφίστανται πολλοί θεοί στις διάφορες θρησκείες, ο Πασκάλ απορρίπτει τις ειδωλολατρικές δοξασίες που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως θρησκείες εξ αποκαλύψεως και δεν μπορούν να ενδιαφέρουν τους έξυπνους ανθρώπους (“[…] ellesnesontpaspourlesgenshabiles”). Είχε λοιπόν στο μυαλό του τη χριστιανική θρησκεία όταν διατύπωνε το «στοίχημά» του.

Όμως έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η παραδοχή της ύπαρξης θεού δεν αρκεί και δεν εξασφαλίζει από μόνη της τη σωτηρία της ψυχής. Η τελική απόφαση θα ληφθεί την Ώρα της Κρίσης. Αν κάποιος είχε προσποιηθεί ότι αναγνώριζε την ύπαρξη θεού χωρίς να είχε τηρήσει τις χριστιανικές δεσμεύσεις όσο ζούσε, η απλή παραδοχή δεν αρκεί και δεν θα είναι αποδεκτή από το θεό, μια και απουσιάζει η πραγματική πίστη.


«Αβραάμ ο πατήρ ημών δεν εδικαιώθη εξ έργων, ότε προσέφερεν Ισαάκ τον υιόν αυτού επί το θυσιαστήριον; Βλέπεις ότι η πίστις συνήργει εις τα έργα αυτού, και εκ των έργων η πίστις ετελειώθη. Βλέπετε λοιπόν ότι εξ έργων δικαιούται ο άνθρωπος και ουχί εκ της πίστεως μόνον» (Ιακώβου, Β΄: 21, 22, 24).1


Επίσης, ο Πασκάλ επισήμανε ότι αν κάποιος δεν είναι διατεθειμένος να προχωρήσει στο στοίχημα αυτό πρέπει να αποδοθεί στα ανθρώπινα πάθη. Τα παράλογα συναισθήματα μπορούν να εκλείψουν με την εφαρμογή της προτροπής:


«Μάθετε για όσους ένοιωθαν τα ίδια δεσμά με σας και τώρα στοιχηματίζουν όλη τους την περιουσία. Είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν το δρόμο που θέλετε να ακολουθήσετε και έχουν ιαθεί από ένα κακό από το οποίο και σεις θέλετε να ιαθείτε˙ ακολουθήστε τον τρόπο με τον οποίο άρχισαν. Ενεργώντας με το να πιστεύουν, να λαμβάνουν αγίασμα, να πηγαίνουν στη λειτουργία κλπ. [...] έτσι θα πιστέψετε και σεις».


Γνωρίζουμε όμως ότι ο θεός θα δεχθεί το στοίχημα που κάποιος είναι πρόθυμος να βάλει; Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά. Σύμφωνα με τον Souriau (Souriau 1955: 80) ένας ανόητος βλέποντας ένα φύλλο στο ρυάκι στοιχηματίζει ένα εκατομμύριο απέναντι στον Ρότσιλντ ότι το φύλλο θα περάσει από τα δεξιά μιας πέτρας. Πράγματι η πορεία του φύλλου τον δικαιώνει και θριαμβευτικά αναφωνεί ότι κέρδισε το εκατομμύριο χωρίς όμως ο Ρότσιλντ να έχει δηλώσει ότι αποδέχεται το στοίχημα! Τέλος, ας προστεθεί ότι η πλατιά διάδοση του στοιχήματος υπέρ της ύπαρξης θεού ενισχύει τη θέση και τη δύναμη διαφόρων θρησκειών που με την επίκληση της αιώνιας χάριτος και σωτηρίας της ψυχής έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν ανείπωτες υλικές καταστροφές και ανθρώπινες εκατόμβες. “Tantumreligiopotuitsuadetemalorum” («Σε τόσα φοβερά δεινά ώθησε τους ανθρώπους η θρησκεία») μας θυμίζει ο Λουκρήτιος στο De Rerum Natura.


2. Ο Ευριπίδης


Πριν όμως προχωρήσουμε και φθάσουμε στις μέρες μας ας πάμε ανάποδα γύρω στις δύο χιλιετίες πίσω από την εποχή του Πασκάλ. Στις Βάκχες (407 π.Χ) που ανεβάστηκαν το 405 π.Χ., ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, ο Ευριπίδης καταγράφει την έλευση της διονυσιακής λατρείας στη Θήβα όπου, παρόλο γνωστή, δεν είχε επικρατήσει τοπικά αλλά και τη σύγκρουσή της, μέσω της σφοδρής αντίδρασης του βασιλιά Πενθέα, με την καθιερωμένη θρησκεία.2 Στην τραγωδία αυτή υπάρχουν διάφορα σημεία που παραπέμπουν στα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως και όλα αυτά μαζί θα συσχετισθούν με τα καθ’ ημάς στη συνέχεια.

Ο Πενθέας κατηγορεί τον μάντη Τειρεσία ότι ενστερνίζεται τον διονυσιασμό για ωφελιμιστικούς λόγους, για να γεμίσει τις τσέπες του μαντολογώντας με νέες προφητείες για έναν καινούργιο θεό. Φαίνεται επίσης ότι ο Κάδμος και ο Τειρεσίας προσχωρούν στους πιστούς της διονυσιακής λατρείας επικαλούμενοι την αδυναμία τους να αντισταθούν στον «νέο» θεό αλλά και προτάσσοντας την οικογενειακή τιμή:

«Θνητός εγώ, τους θεούς δεν αψηφώ» (199) και «Αφού τέκνο της θυγατρός μου είναι αυτός ο Διόνυσος πρέπει να τον δοξάζουμε όσο μας είναι δυνατό» (180) τονίζει ο Κάδμος και συμπληρώνει ο Τειρεσίας:


«Στους θεούς εξυπνάδες δεν περνάνε. Όσα πατροπαράδοτα παλιά σαν τον καιρό έχουν γίνει δικά μας κανένας λόγος δε θα καταργήσει ούτε κανένας συλλογισμός» (200-3).


Επίσης, ο Κάδμος απευθυνόμενος στον Πενθέα συμβουλεύει, θυμίζοντάς μας το «Στοίχημα του Πασκάλ»:


«Τι και αν λες εσύ ότι αυτός δεν είναι θεός. Εσύ πρέπει να λες τ’ όμορφο το ψέμα: πως υπάρχει [...] για την τιμή του γένους μας» (334-6).


Στη συνέχεια, η οπορτουνιστική συμπεριφορά του Κάδμου αλλά και η υβριστική προσπάθεια του Πενθέα να αποτρέψει τη διάδοση της «νέας» λατρείας τιμωρείται από τον θριαμβευτή Διόνυσο ο οποίος αποδεικνύεται ιδιαίτερα σκληρός τόσο απέναντι στα κύρια πρόσωπα του μύθου όσο και απέναντι στους απλούς κατοίκους της Θήβας που εξορίζονται από την πόλη τους. Συγκεκριμένα, ο Κάδμος –

που ψελλίζει «Δεν πρέπει με τους θνητούς οι θεοί στην οργή τους να μοιάζουν» (1348) – και η γυναίκα του μεταμορφώνονται σε φίδια αλλά καταλήγουν, με την εύνοια του Άρη, στη Χώρα των Μακάρων. Για όλους τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς δεν διαφαίνεται καμία ευμένεια θαύματος και καμία υπόσχεση για αιώνια σωτηρία. Αντίθετα,


«[...] Μακάριοι οι νεκροί οίτινες αποθνήσκουσιν εν Κυρίω από του νυν» (Αποκάλυψις Ιωάννου, ΙΔ΄: 13).


Τελικά, ο Χορός σχολιάζει:


«Πολλά είναι τα ανέλπιστα που φέρνουν οι θεοί. Σε όσα πιστεύαμε δεν έγιναν ποτέ και όσα δεν περιμέναμε βλέπουμε να πραγματοποιούνται. Τέτοια είναι η έκβαση αυτής της ιστορίας» (1389-92).3


3. Τα Ιουλιανά του 2015…


«Η απάτη είναι πλήρης. Είναι η απάτη όλων των ηγετών. Προσποιούνται ότι προπορεύονται μπροστά απ’ όλους τους ανθρώπους τους προς το θάνατο. Στην πραγματικότητα όμως στέλνουν εκείνους στο θάνατο για να μείνουν οι ίδιοι περισσότερο στη ζωή. Η απάτη είναι πάντα η ίδια. Ο αρχηγός θέλει να επιζήσει˙ έτσι μεγαλώνει τη δύναμή του. Όταν πρέπει να επιζήσει μετά το θάνατο εχθρών, πάει καλά˙ αλλιώς, έχει τους δικούς του ανθρώπους. Οπωσδήποτε χρειάζεται και τους δύο, εναλλακτικά ή συγχρόνως. Τους εχθρούς τους χρειάζεται φανερά, αφού είναι εχθροί, τους δικούς του ανθρώπους μπορεί να τους μεταχειριστεί μόνον καλυμμένα» (Κανέττι 1971: 254).


  • Είχαμε από καιρό «επιβιβαστεί» και επομένως κρίθηκε ότι υπήρχε η υποχρέωση για συμμετοχή στο «στοίχημα». Μια και «έξυπνοι άνθρωποι» αποφάσιζαν, επιλέχτηκε η βάση του «στοιχήματος» να είναι μια εξ αποκαλύψεως παραδεδεγμένη θρησκεία παρά μια αλλόπιστη εξωτική δοξασία.


«Προσέχετε εις εαυτούς, μήποτε πλανηθή η καρδία σας και παραδρομήσητε και λατρεύσητε άλλους θεούς και προσκυνήσητε αυτούς» (Δευτερονόμιο, ΙΑ΄: 16).


Ποντάραμε λοιπόν στην «ύπαρξη του θεού» για να κερδηθεί, όπως έτσι θεωρήθηκε, η αιώνια ζωή, άσχετα αν επρόκειτο να χαθεί η επίγεια.

  • Η απλή συμμετοχή στο «στοίχημα» διευκρινίστηκε ότι δεν αρκεί. Επιβάλλεται η αποκατάσταση της αξιοπιστίας που είχε, όπως δηλώθηκε, τόσο σοβαρά κλονιστεί και η διασκέδαση των όποιων αμφιβολιών είχαν δημιουργηθεί. Δυσπιστία, αμφισβητήσεις, δισταγμοί και η διασάλευση των νομικών τύπων δεν ευνοούνται. Αντίθετα, η μόνη επιτρεπτή και αναμενόμενη συμπεριφορά είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των συμφωνηθέντων, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση καταλαμβάνουν οι κατ’ ευφημισμόν «μεταρρυθμίσεις».


«Ώστε ο μεν νόμος είναι άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή» (Προς Ρωμαίους, Ζ΄: 12).


  • Δειλές (αν όχι προσποιητές και σκηνοθετημένες) απόπειρες παρέκκλισης (π.χ. παράλληλα προγράμματα, νομοθετήσεις χωρίς την προηγούμενη έγκριση των «Θεσμών») δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτές. Επιτρέπονται μόνον κίβδηλες διαφωνίες και μάταιες σκιαμαχίες που δεν εγκυμονούν κίνδυνο ξεστρατίσματος αλλά απλά ενορχηστρώνονται για το θεαθήναι ή/και για να ενεργούν ως βαλβίδες αποσυμπίεσης της συσσωρευμένης κοινωνικής έντασης.


«Εκείνος δε ο δούλος, όστις γνωρίσας το θέλημα του κυρίου αυτού δεν ητοίμασεν ουδέ έκαμε κατά το θέλημα αυτού, θέλει δαρθή πολύ˙ όστις όμως μη γνωρίσας έπραξεν άξια δαρμών, θέλει δαρθή ολίγον» (Κατά Λουκάν, ΙΒ΄: 47, 48).


  • Εδώ η Ώρα της Κρίσης δεν συμπίπτει με τη Δεύτερη Παρουσία. Τα πράγματα είναι πολύ πιο σφιχτά. Ο έλεγχος και οι αξιολογήσεις των εσωτερικών κλιμακίων γίνονται σε καθημερινή βάση. Οι επίσημες των «Θεσμών» όποτε απαιτηθεί.


«Τα διατάγματα του Κυρίου ευθέα, ευφραίνοντα καρδίαν˙ Η εντολή του Κυρίου λαμπρά, φωτίζουσα οφθαλμούς˙ Ο φόβος του Κυρίου καθαρός, διαμένων εις τον αιώνα˙ Αι κρίσεις του Κυρίου αληθιναί, δίκαιαι εν ταυτώ˙ Ο δούλος σου μάλιστα νουθετείται δι’ αυτών˙ Εις την τήρησιν αυτών η ανταμοιβή είναι μεγάλη» (Ψαλμοί, ΙΘ΄: 8, 9, 11).


  • Πρέπει να ακολουθείται το παράδειγμα όσων, έχοντας τηρήσει τις προκείμενες διατάξεις, ακτινοβολούν από υγεία ή έχουν γιατρευτεί και ακολουθούν τον ορθό δρόμο για να εξαφανιστεί έτσι κάθε πιθανή προδιάθεση για νόσο και για να αποφευχθεί η όποια υποτροπή.


«Πόσο αγαπώ τον νόμον σου˙ Όλην την ημέραν είναι μελέτη μου. Είμαι συνετώτερος πάντων των διδασκόντων με˙ Διότι τα μαρτύριά σου είναι μελέτη μου. Από των κρίσεών σου δεν εξέκλινα˙ Διότι εσύ με εδίδαξας. Εκ των εντολών σου έγεινα συνετός˙ Δια τούτο εμίσησα πάσαν οδόν ψεύδους» (Ψαλμοί, ΡΙΘ΄: 97, 99, 102, 104).


  • Από τη δεξιά (και όχι από την αριστερή) πλευρά της πέτρας πέρασε το φύλλο στο υδάτινο ρεύμα αλλά και τα δύο μέρη είχαν επιλέξει το ίδιο, το δεξιό. Κανένας λοιπόν δεν κερδίζει; Ασφαλώς και όχι. Στο πράσινο τραπέζι το ένα είχε ακουμπήσει όλη του την περιουσία και τα έσοδά του [«...να μη δύναται να ελευθερώση την ψυχήν αυτού μηδέ να είπη, Τούτο, το εν τη δεξιά μου, δεν είναι ψεύδος;» (Ησαϊας, ΜΔ΄: 20)], το άλλο είχε προσφέρει, εκτός από τα δανεικά που είχαν κατευθυνθεί στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους στις τράπεζές του, μια αόριστη, και με περισσή ιδιοτέλεια, υπόσχεση για «ανάπτυξη» και, βεβαίως-βεβαίως, τη μελλοντική σωτηρία της ψυχής.


«Ώστε αδελφοί μου αγαπητοί, γίνεσθε στερεοί, αμετακίνητοι, περισσεύοντες πάντοτε εις το έργον του Κυρίου, γινώσκοντες ότι ο κόπος σας δεν είναι μάταιος εν Κυρίω» (Προς Κορινθίους, ΙΕ΄: 58).


  • Υιοθετήθηκε η θλιβερή καιροσκοπική στάση («χυδαίο πραγματισμό» τη χαρακτηρίζει ο Kott 1976: 244) των Κάδμου και Τειρεσία που είχαν επικαλεστεί την αδυναμία τους ν’ αντισταθούν, παραδεχόμενοι ότι στους θεούς εξυπνάδες δεν χωράνε.

  • Η τιμωρία είναι αμείλικτη. Ήδη χιλιάδες πολίτες έχουν οδηγηθεί στην εξορία κι όχι μόνον από τη Θήβα, εκεί που είχε απομείνει μόνον το άταφο νεκρό σώμα του Πενθέα, αλλά απ’ όλη την Ελλάδα όπου επίσης «[...] έχουν αποξηρανθεί όλες οι ζωτικές δυνάμεις» κι όχι μόνον στη Θήβα (Kott 1976: 244). Στο κόμπιασμα του Κάδμου: «Δεν πρέπει με τους θνητούς οι θεοί στην οργή τους να μοιάζουν» (1348) έρχεται η αποστομωτική απάντηση του θεού που δεν αφήνει κανένα περιθώριο ευνοϊκής αντιμετώπισης: «Ο πατέρας μου ο Δίας έτσι όρισε από παλιά» (1349).4 Τελεία και παύλα. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Kott (1976: 240, 241):


«Στον επίλογο των Βακχών δεν υπάρχουν θεοφάνεια. Ο ουρανός κι η γη μένουν οριστικά χωρισμένα, και δεν πραγματοποιείται η συμφιλίωση του ανθρώπου, της φύσης και του θεού. Ο χαμογελαστός και φοβερός Διόνυσος στη σκεπή της σκηνής στέκει πάνω και πίσω από την ανθρώπινη μοίρα» και «Οι Βάκχες τελειώνουν με τη νίκη της στειρότητας, της άρνησης και της κατάρρευσης της τάξης και της ζωής».


Πράγματι, ήδη είδαμε πώς σχολιάζει καταληκτικά η ομάδα του Χορού στις Βάκχες, αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν έμειναν ακάμωτα και όσα υπήρχε η ελπίδα να μη γίνουν όλα υλοποιούνται. Έτσι όπως φαίνεται, εξανθρωπίζεται το θείο και θεοποιείται το ανθρώπινο.


4. ... και η αυτοκρατορία των (ψευδ)αισθήσεων


«Οι άνθρωποι ήταν πάντα και θα είναι πάντα τα απλοϊκά θύματα της απάτης και της αυταπάτης στην πολιτική, όσο δε θα μάθουν ν’ αναζητούν πίσω από τις διάφορες ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, διακηρύξεις, υποσχέσεις, τα συμφέροντα τούτων ή εκείνων των τάξεων. Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων και των βελτιώσεων θα εξαπατούνται πάντα από τους υπερασπιστές του παλιού, εφόσον δε θα καταλάβουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο παράλογος και σάπιος κι αν φαίνεται, κρατιέται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων» Λένιν, «Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά του Μαρξισμού» http://leninreloaded.blogspot.gr/2011/11/vi-lenin_05.html (Άρθρο που γράφτηκε για τα τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Μαρξ), Μάρτιος 1913.


Ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, στις 24/8/2012, στην πρώτη του επίσκεψη στο Βερολίνο και σε ερώτηση Γερμανού δημοσιογράφου σχετικά με την αντιμνημονιακή ρητορική του που είχε εξαπολύσει για να καταλάβει τον θώκο της εξουσίας αναφωνεί: «Ουδείς αναμάρτητος». Μια γενικόλογη παραδοχή και «αφοπλιστική» δήλωση μεταμέλειας που παραπέμπει στα έμφυτα ανθρώπινα ελαττώματα χωρίς την ενσυνείδητη μεσολάβηση της πολιτικής ευθύνης, την οποία, με αυτόν τον προσχηματικό τρόπο, άνετα αποποιείται.


«Διότι εάν τις νομίζη ότι είναί τι ενώ είναι μηδέν, εαυτόν εξαπατά» (Προς Γαλάτας, ΣΤ΄: 3).


«Πονηροί δε άνθρωποι και γόητες θέλουσι προκόψει εις το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Προς Τιμόθεον Β΄, Γ΄: 13).


Στη συνέχεια, ο τωρινός πρωθυπουργός στις 8/5/2016 στη Βουλή δηλώνει:


«Μπορείτε να μας κατηγορήσετε για αυταπάτες, όχι για ότι δεν τηρήσαμε την εντολή και είπαμε ψέματα».


Στο ίδιο μοτίβο, συχνές αναφορές κυβερνητικών στελεχών τονίζουν ποικιλότροπα ως σήμερα:


«Δεν περιμέναμε την ένταση και τη σκληρότητα του εκβιασμού που δεχτήκαμε» και «Τα πράγματα ήταν δύσκολα και δεν το περιμέναμε».


Όταν κάποιος εξαπατά έναν τρίτο τότε το κάνει για να τον πείσει να πιστέψει σε κάτι. Όταν εξαπατά τον ίδιο τον εαυτό του δεν το κάνει για να πιστέψει ο ίδιος σε κάτι αλλά επειδή θα ήθελε αυτό το κάτι να είναι πραγματικό (Baron 1988: 447) ή πραγματοποιήσιμο, θα πρόσθετα. Είναι πρόδηλο ότι στην περίπτωση του τωρινού πρωθυπουργού, η αυταπάτη (στον βαθμό που υπήρξε) δεν περιορίζεται στην επιθυμία για κάτι να είναι αληθινό ούτε απέβλεπε, για αμυντικούς λόγους, στο να ελαφρυνθεί το βάρος επώδυνων σκέψεων ή, ως αναισθητικό, να ελαχιστοποιηθεί η αγωνία και το άγχος (Barnes 1997: 170) ή για να σχεδιαστεί μια απόδραση από κάτι που καλό θα ήταν να αποφευχθεί. Αντίθετα, η αυταπάτη Τσίπρα και Σια (πιθανόν να αξίζει να τους απονεμηθεί η επωνυμία: «Ο κήπος με τις αυταπάτες», για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός έργου του Οδυσσέα Ελύτη) θα μπορούσε να λεχθεί ότι ήταν ένα συνειδητά «επιθετικό» εγχείρημα που επιδίωκε την εξαπάτηση των υπολοίπων.5

Έχει υποστηριχτεί ότι η εξωτερίκευση και προπαγάνδιση της αυταπάτης επιτρέπει την πιο αποτελεσματική απόκρυψη των σημείων της εξαπάτησης.


«Αποκρύπτοντας την αλήθεια από τον εαυτό σου την αποκρύπτεις πιο βαθιά για τους άλλους» (R. Trivers, αναφέρεται στο McFarland 2016: 86)


και ταυτόχρονα, όπως είχε επισημάνει ο Σαρτρ στο Το Είναι και το Μηδέν:


«Οφείλω να γνωρίζω την αλήθεια επακριβώς για να είμαι σε θέση να την αποκρύψω πιο προσεχτικά» (Αναφέρεται στο Radden 1984: 107).


Ο δε Κανέττι (1971: 306) συμπληρώνει:


«Το μυστικό βρίσκεται στο βαθύτερο πυρήνα της εξουσίας».


Και βέβαια,


«Η αυταπάτη είναι γόνιμη» (Baron 1988: 438).


Όσο ενδυναμώνεται τόσο θολώνει την κρίση, αμβλύνει τη δυνατότητα αξιολόγησης των γεγονότων και τον αυτοέλεγχο, ενώ πληθαίνουν τα ανακριβή συμπεράσματα.

Αν δεν γίνει αποδεκτό το παραπάνω σκεπτικό για τις συνειδητές αυταπάτες που αποβλέπουν στην πιο πειστική μεταφορά προς την κοινωνία των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ τότε μπορεί να υποστηριχτεί ότι καμία άλλη αυταπάτη στ’ αλήθεια δεν προϋπήρξε, τουλάχιστον από την ηγετική ομάδα κατά τη διάρκεια της μακράς προεκλογικής περιόδου έως τον Ιανουάριο 2015. Αλλά τα πράγματα διαφοροποιούνται στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας που ακολούθησε. Τους πρώτους μήνες της περυσινής χρονιάς, όπως διαπιστώνει ο Μηλιός (2016: 57):


«Η κυβέρνηση έδειχνε [...] να εμφορείται από δύο αυταπάτες: (1) Ότι η διολίσθησή της προς το νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό πλαίσιο διακυβέρνησης θα της εξασφάλιζε κάποιου τύπου επιβράβευση από τους δανειστές (π.χ. αποδοχή των προτάσεών της του Μαΐου 2015), και αφετέρου (2) ότι παρά την πιστή τήρηση των δανειακών της υποχρεώσεων σε καθεστώς “παύσης πληρωμών” από τη μεριά των δανειστών, θα μπορούσε να αποφευχθεί η “τραπεζική αργία” και οι “κεφαλαιακοί έλεγχοι”»


και όλα αυτά χωρίς την απαιτούμενη λεπτομερειακή προετοιμασία έκτακτης αντιμετώπισης κρίσιμων καταστάσεων. Ενώ


«[...] οι Αιθίοπες που πιστεύουν ότι οι λεοπαρδάλεις, θεωρούμενα χριστιανικά ζώα, ποτέ δε θα επιτεθούν στα οικόσιτα ζώα τους σε μέρα νηστείας, δεν παραλείπουν να ασφαλίζουν τις περιφράξεις τους τέτοιες μέρες» (Elster 1986: 4).


Φαίνεται λοιπόν ότι οι τότε επικεφαλής είχαν ενστερνιστεί το γνωστό επιχείρημα του NielsBohr που όταν κάποιος επισκέπτης παρατήρησε ότι πάνω από την εξώπορτα ήταν κρεμασμένο ένα πέταλο και αναρωτήθηκε πώς ένας επιστήμονας μπορούσε να επηρεαστεί από μια τέτοια άλογη δοξασία, ο Bohr του απάντησε:


«Και βέβαια δεν πιστεύω κάτι τέτοιο αλλά μου έχουν πει ότι φέρνει τύχη και σ’ αυτούς που δεν το πιστεύουν».


Επίσης, ενδεικτικά, ας υπενθυμιστεί η δήλωση (9/2/2015) του τότε υπουργού Εθνικής Οικονομίας ότι το 70% των «μεταρρυθμίσεων» ή δεσμεύσεων του ισχύοντος Μνημονίου ήσαν αποδεκτές και σ’ αυτές θα προστίθενταν και οι προτεινόμενες «μεταρρυθμίσεις» σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ, εφόσον αναστελλόταν ή απαλειφόταν το υπόλοιπο 30%. Ταυτόχρονα όμως την εποχή της άνοιξης 2015 οι όποιες αυταπάτες υπήρξαν άρχιζαν να αραιώνουν και να δίνουν τη θέση τους ακόμα και στο θετικό σχολιασμό των οικονομικών μέτρων των προ-ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κυβερνήσεων, όπως π.χ. εμφανίζεται στο κυβερνητικό «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2015» (σ. 5):



«Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα προχώρησε σε πρωτοφανή οικονομική προσαρμογή με στόχο αφενός την βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αφετέρου την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η πρόοδος που επετεύχθη αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεωνσε μακροοικονομικό επίπεδο που έλαβαν χώρα. Στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής η δημοσιονομική θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά αλλά τέθηκαν και οι βάσεις ώστε η πρόοδος που επετεύχθη στα μακροοικονομικά μεγέθη να μην είναι μόνο κυκλικού χαρακτήρα αλλά να έχει και σημαντικό διαρθρωτικό υπόβαθρο [...] Οι διαρθρωτικές αλλαγές, αν και επικεντρώνονται στο βασικό στόχο της επίτευξης δημοσιονομικής σταθερότητας, επεκτείνουν την επίδρασή τους σε χρηματοοικονομικές, τομεακές και κανονιστικές ρυθμίσεις της ελληνικής οικονομίας, όπως η συγκράτηση του κόστους της συνταξιοδοτικής ασφάλισης και ο εξορθολογισμός του συστήματος υγείας, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος».


Μια τέτοια εμφατική παραδοχή αποδεικνύει πλέον την απουσία του προγενέστερου τύπου αυταπάτης.

Με τη δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ μετά τον Σεπτέμβριο 2015 οι καθημερινές πολιτικές αποφάσεις, σε μικρά και μεγάλα θέματα, ενισχύουν αυτή τη θέση. Παράλληλα όμως, δεν έχει εκλείψει ο αντιμνημονιακός καταγγελτικός λόγος. Η συχνή αναφορά, προφορική και γραπτή, εκ μέρους στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, στην ενοχοποίηση των μέτρων λιτότητας σε ελληνικό επίπεδο, στην ανατροπή των μνημονιακών δεσμεύσεων σε ευθετότερο χρόνο και η υποστήριξη μιας διαφορετικής, πιο «δίκαιης», Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί πλέον να καταγραφεί ως αυταπάτη, ούτε καν ως φαντασιοπληξία, ψευδαίσθηση, εθελοτυφλία ή ευσεβής πόθος. Μπορεί να χαρακτηριστεί μόνον, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένας κενός λόγος αποστερημένος από κάθε σημασία και ειλικρινή πρόθεση. Στη μεσαία περίπτωση:


«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι ψεύτες. Δεν μπορούν να ανεχθούν πολλές διαταραχές. Δε θέλω να αρνηθώ ότι κάποιοι είναι απόλυτοι ψεύτες και θρασείς προπαγανδιστές [...] Ο κανόνας είναι η υπακοή, η υιοθέτηση μιας άβουλης στάσης, λαμβάνοντας τον εύκολο δρόμο της αυταπάτης» (NoamChomsky. Αναφέρεται στο Peck 1987: 37).


Στη χειρότερη: τι κρίμα όταν πολλοί


«αποδοκιμάζονται ως ψεύτες, κάποιος μένει σ’ έναν κόσμο χωρίς αλήθεια – κι αυτός ο κόσμος είναι απόλυτα ψυχρός» (Freedland 2016: 19).


Είναι λοιπόν προφανές ότι η κατά καιρούς επίκληση και εφαρμογή διαφόρων μορφών αυταπάτης και άλλων ψυχολογικών τεχνασμάτων είχαν χρησιμοποιηθεί με αποκλειστική επιδίωξη τη δημιουργία μεθοδευμένης σύγχυσης και την εξαπάτηση του λαού και ταυτόχρονα, τη συντήρηση και την αναπαραγωγή των μνημονιακών πολιτικών και των ιδεών που τις στηρίζουν. Κάτι σαν ένα μικρό παιδί που αυταπατάται ενώ έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει Άη-Βασίλης, μήπως και καταλήξει με περισσότερα δώρα, προσποιείται ότι υπάρχει έως ότου το πιστέψει κι αυτό (Radden 1984: 113). Εδώ όμως, εκτός από το παιδί, εμπλέκονται, βασανίζονται και υποφέρουν εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι ενώ συνάμα οι ωφελημένοι δεν περιορίζονται στο ένα και μόνο παιδί.6 Ή ακόμα, ένα πιο μικρής ηλικίας παιδί που παρόλο που πιστεύει στον Άη-Βασίλη ρωτάει ωστόσο τους γονείς του για το κόστος των παιχνιδιών (Elster 1986: 4). Και το διακύβευμα στο «Στοίχημα του Πασκάλ» κάπως παρόμοιο δεν ήταν; Αλλά και στα δώρα και στην προστασία του Διονύσου δεν απέβλεψαν και όσοι αλλαξοπίστησαν και δήλωσαν πιστοί οπαδοί της λατρείας του νέου θεού τους στις Βάκχες του Ευριπίδη; Ενώ για τους υπόλοιπους, όπως και για τους άπιστους του «Στοιχήματος του Πασκάλ», απουσιάζει η επαγγελία ενός καλοκάγαθου, μακρόθυμου, φιλεύσπλαχνου και ελεήμονα θεού περί σωτηρίας.

Τέλος αφήγησης:


«Ο ελληνικός πολιτισμός έζησε τον βαρύτερο κλονισμό του, από τον οποίο ποτέ πια δεν θα μπορέσει να συνέλθει εντελώς» (Kott 1976: 250, 251).


Για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο μας μιλάει ο συγγραφέας...


Βιβλιογραφία


Barnes, Annette (1997), Seeing through Self - Deception, CambridgeUniversityPress, Cambridge.

Baron, Marcia (1988), “What is wrong with self-deception?”, στο Brian P. McLaughlin and Amélie Oksenberg Rorty [eds.], Perspectives on Self-Deception, University of California Press, Berkeley.

Elster, Jon [ed.] (1986), The Multiple Self, Cambridge University Press, Cambridge.

Freedland, Jonathan (2016), “Post-truth politicians are no joke”, The Guardian Weekly, 20/5/2016.

Kott, Jan (1976), Θεοφαγία: Δοκίμια για την αρχαία τραγωδία, Μτφρ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη, Εξάντας, Αθήνα.

MacFarland, David (2016), The Biological Bases of Economic Behavior: a concise introduction, Palgrave Macmillan, Basingstoke.

Peck, James [ed.] (1987), The Chomsky Reader, Pantheon Books, N.Y.

Radden, Jennifer (1984), “Defining self-deception”, Dialogue, XXIII, March.

Souriau, Etienne (1955), L’ombre de Dieu, PUF, Paris.

Κανέττι, Ελίας (1971), Μάζα και εξουσία, Μτφρ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη, Ηριδανός, Αθήνα.

Μηλιός, Γιάννης (2016), «ΣΥΡΙΖΑ 2004-2015: Από την “Ανατροπή” στο Μνημόνιο-3», Θέσεις, Τεύχος 134, Ιανουάριος-Μάρτιος.

1 Κρίνω ότι οι θρησκειολογικές αναφορές αυτού του άρθρου δικαιολογούν τις πολυάριθμες εμβόλιμες, με πλάγια, βιβλικές παραπομπές.

2 «[Όταν] ο Διόνυσος φτάνει στη Θήβα για να ιδρύσει τη λατρεία του έχει πάρει ανθρώπινη μορφή και φοράει μια χρυσή μάσκα μ’ ένα πετρωμένο πικρόγλυκο χαμόγελο [...] υπόσχεται [...] ότι […] οι πιστοί θα νοιώσουν τη θεοδικία» (Kott 1976: 15). «Θεσμούς» δε θυμίζει;

3 «Αυτός ο Χορός είναι [ ...] όχι απλός μάρτυρας των συμβάντων, αλλά συμμετέχει ενεργά σ’ αυτά. Είναι ένας Χορός οπαδών, παρόμοιος με μια κοινότητα πιστών, που συγκεντρώνονται για μια συλλογική θυσία» (Kott 1976: 220).

4 «Ο ίδιος ο θεός οδηγεί το θύμα στο σφαγείο. Παρακολουθεί την εκτέλεση της θυσίας μ’ ένα παγωμένο χαμόγελο» (Kott 1976: 238). Μια τελετουργική δολοφονία που στην πραγματικότητα, και στα καθ’ ημάς, δεν είναι παρά μια πολιτική και κοινωνική δολοφονία.

5 Πώς δεν τους πέρασε από το νου ότι για να γίνει πιο πιστευτό το επιχείρημα της ακούσιας αυταπάτης θα μπορούσε ο καταλογισμός της υπαιτιότητας να αποδοθεί στην ύπαρξη του «κακόβουλου δαίμονα» (Deus deceptor/Dieu trompeur) του Καρτέσιου; Αυτός, θα υποστήριζαν, ότι τους είχε καταλάβει, τους εξαπατούσε και τους έκανε να θεωρούν πως ό, τι ονειρεύονταν ήταν πραγματικό και με αυτόν τον τρόπο τους ανάγκαζε να ζουν σ’ έναν κόσμο ψευδαισθήσεων και χειραγωγούμενοι να υπακούουν ενεργά εφαρμόζοντας λαθεμένες επιλογές και έτσι να βυθίζονται στις οικτρές συνέπειές τους!

6 Όπως είχε σημειώσει ο Mircea Eliade στο Myths , Dramas and Mysteries (αναφέρεται στο Kott 1976: 218): «Ο κανιβαλισμός δεν είναι καμία “φυσική” συμπεριφορά του πρωτόγονου ανθρώπου [...] αλλά μια συμπεριφορά που ήδη αποτελεί μέρος του πολιτισμού, βασισμένη σε μια θρησκευτική θεώρηση της ζωής».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 35ο έτος (1982-2017), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή