Ασφαλιστική μεταρρύθμιση 2016... Εκτύπωση
Τεύχος 137, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2016


ΑΣΦΑΛΙΣΤΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ 2016:

Η ΒΙΑΙΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ

ΣΤΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΛΗΡΩΣ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ1


του Χρήστου Βαλλιάνου


Το «Ενιαίο Σύστηµα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθµιση ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήµατος2 » (ή «ασφαλιστική μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου») που ψηφίστηκε από τη Βουλή το Μάιο του 2016, θα μπορούσε καταρχάς να κριθεί (κατά τα πρότυπα των αναλυτών που φιλοξενούνται στις εκπομπές της πρωινής ζώνης της τηλεόρασης) με βάση τις δύσκολα συγκαλυπτόμενες, αλλά απολύτως πραγματικές μειώσεις των παροχών που συνεπάγεται, ιδίως αυτές των μελλοντικών συνταξιούχων – αλλά όχι μόνον αυτών. Θα μπορούσε επίσης να κριθεί με βάση τις εξοντωτικές αυξήσεις των εισφορών για αγρότες και αυτοαπασχολούμενους, την κατάργηση του ΕΚΑΣ, την κατάργηση της κρατικής εγγύησης όσον αφορά τις παροχές του, την κατάργηση του αναδιανεμητικού χαρακτήρα του προηγούμενου συστήματος κλπ.


1. Η λαιμητόμος


Πράγματι, οι μειώσεις του ύψους των συντάξεων είναι δραματικές, αφορούν τους πάντες και πολύ δύσκολα μπορούν πλέον να καλυφθούν πίσω από τις εξαγγελίες περί «νέου» τρόπου υπολογισμού του ύψους της σύνταξης. Ακόμα και οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις θα γνωρίσουν σημαντικές περικοπές, αφού οι διαφημιζόμενες «προσωπικές διαφορές» είναι «στον αέρα», χωρίς εξασφαλισμένους πόρους, ή μάλλον με δεδομένη την … απαγόρευση χρηματοδότησής τους.3 Κι είναι τουλάχιστον αφέλεια να φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να διατηρήσει εφ’ όρου ζωής το προνόμιο που εξασφάλισε με τη συνταξιοδότησή του δυο μήνες πριν την ψήφιση του νέου Ασφαλιστικού, ιδίως όταν, με βάση την «ιστορική πείρα», η επόμενη «μεταρρύθμιση» (ή απλά η πρώτη ενεργοποίηση του «αυτόματου κόφτη») θα περιλαμβάνει νέες περικοπές και δεν θα απέχει πέραν της πενταετίας.

Ωστόσο, το να καταδικάζεις τη μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου ως «λαιμητόμο» είναι μισή δουλειά. Εξάλλου, το ότι το νομοσχέδιο οδηγεί σε μειώσεις συντάξεων αισθάνεται υποχρεωμένος να το ομολογήσει και ο ίδιος ο συντάκτης της Αιτιολογικής Έκθεσης, 4 ισχυριζόμενος ότι κάποιες «μικρές μειώσεις» είναι συνταγματικά επιτρεπτές «εφ’ όσον δεν υποβαθμίζουν ουσιωδώς το κατεκτημένο επίπεδο διαβίωσης του συνταξιοδοτούμενου», και εν πάση περιπτώσει επιβάλλονται υπό τις γνωστές «έκτακτες δημοσιοοικονομικές συνθήκες». Αυτό που ανενδοίαστα βέβαια αποσιωπάται εδώ είναι ότι αυτές οι διαδοχικές «μικρές μειώσεις» των τελευταίων πέντε χρόνων συμποσούνται σε μια περιστολή των συντάξιμων αποδοχών κατά 20-50% μέχρι σήμερα, και έπεται συνέχεια…


2. Η στόχευση της μεταρρύθμισης


Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία, πέρα από την καταγγελία της «λαιμητόμου», είναι να δει κανείς τι πραγματικά κάνει ή τι επιχειρεί να κάνει η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου, εκτός από το να εξοικονομεί μερικά δις ευρώ ετησίως για τα δημόσια ταμεία. Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι με τη μεταρρύθμιση αυτή επιχειρείται «επιτέλους» να αντιστοιχηθεί, και μάλιστα στον επιβαλλόμενο βαθμό (δηλαδή απόλυτα), το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα με τη σύγχρονη πραγματικότητα των εργασιακών σχέσεων που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια στη χώρα: των σχέσεων της πλήρους αποδιάρθρωσης της απασχόλησης, της ευκαιριακής εργασίας με μπλοκάκι, της αδήλωτης μαύρης εργασίας, της συνεχούς απώθησης της επαναφοράς των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων σε ένα μακρινό μέλλον, και βεβαίως της μόνιμα εγκατεστημένης υψηλής ανεργίας. Η ανάλυση που ακολουθεί αποσκοπεί ακριβώς στο να εξηγήσει τον πιο πάνω προκλητικό ισχυρισμό.


3. Οι εργοδοτικές εισφορές και η εργοδοτική παραβατικότητα


Είναι γνωστό ότι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους «επινοήθηκαν» οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης (20% του συνόλου των νέων συμβάσεων εργασίας το 2009, 40% το 2012, 50% το 2015, 55% σήμερα, 5 με προοπτική περαιτέρω αύξησής τους ως το τέλος του 2016, επί Κυβέρνησης Αριστεράς) ήταν η ελαχιστοποίηση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών. Κι αυτό, πέραν βεβαίως της παράκαμψης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, της ένταξης μιας ειδικότητας στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, της απογύμνωσης του εργαζόμενου από κάθε διεκδικητικό θεσμικό περιβάλλον κλπ., που επίσης συνέβαλαν έμμεσα σε μια περαιτέρω συρρίκνωση των εργοδοτικών εισφορών.

Η ελαχιστοποίηση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών ήταν ένας βασικός λόγος για τη σημερινή κυριαρχία των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, αλλά δεν ήταν ο μόνος. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η παράκαμψη των συλλογικών συμβάσεων μέσω του δελτίου παροχής υπηρεσιών διευκόλυνε κάθε είδους παραβατική πρακτική από τη μεριά της εργοδοσίας, όπως πχ. την πρακτική της καταβολής ενσήμου για τετράωρη απασχόληση, όταν η πραγματική υπερβαίνει κατά πολύ το οκτάωρο, σε συνδυασμό με την εξοντωτική και παράνομη κατάργηση του εβδομαδιαίου ρεπό. Η πρακτική αυτή, αποτελεί κανόνα σε κλάδους όπως ο τουριστικός, της εστίασης κλπ, όπου ουσιαστικά η παράλυση ή η διαφθορά των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους «συνεργάζεται» με την άμβλυνση της ασφαλιστικής συνείδησης των εργαζόμενων. Είναι δε γεγονός ότι δεν είναι λίγοι όσοι, υπό την απειλή της ανεργίας, και προκειμένου να διατηρήσουν τη δουλειά τους, προτείνουν οι ίδιοι στον εργοδότη τους την απόκρυψη των πραγματικών ωρών απασχόλησής τους.

Η πλήρης απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που χοντρικά έστειλε στα αζήτητα την κάποτε αυτονόητη μόνιμη και σταθερή δουλειά, μετατρέποντας τον εργαζόμενο σε «απασχολήσιμο» που συγκεντρώνει ένα εισόδημα επιβίωσης, θρυμματίζοντας το χρόνο του σε τρίωρα και τετράωρα, σε πεντάμηνα και εξάμηνα, δεν ήταν δυνατόν να αποφύγει την κατακρήμνιση των εσόδων των ταμείων από εργοδοτικές εισφορές, τη στιγμή μάλιστα που αυτός ήταν ένας κρίσιμος στόχος της.

Έχει σημασία να το υπογραμμίζουμε αυτό σε όλους τους τόνους, γιατί για το σημερινό αδιέξοδο του ασφαλιστικού δεν είναι άμοιροι ευθυνών όσοι επί σειρά ετών κράτησαν αιδήμονα σιωπή απέναντι στα αλλεπάλληλα μέτρα ελαστικοποίησης της εργασίας και νομιμοποίησης της ενοικίασης, της συγκάλυψης της εξαρτημένης εργασίας με το μπλοκάκι κλπ. Αναφέρομαι πριν απ’ όλα στη ΓΣΕΕ, που οι σημερινές της διαμαρτυρίες κατά της «λεηλασίας των συντάξεων» ούτε πειστικές είναι, ούτε ηθικό έρεισμα διαθέτουν.


4. Η κατάργηση της τριμερούς χρηματοδότησης


Πώς απαντά, λοιπόν, η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου απέναντι σ’ αυτό το τοπίο νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας;

Πρώτον, με την καθιέρωση ενός επιδόματος6 «εθνικής σύνταξης», που έχει το νόημα της υποτυπώδους προνοιακής μέριμνας για ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, το οποίο με τα θεσπιζόμενα μέτρα αδυνατεί να συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις μιας επαρκούς συνταξιοδοτικής στήριξης, με προφανή τον κίνδυνο για την κοινωνική συνοχή. Πρόκειται για το γνωστό πλέον ποσό των 384 ευρώ μηνιαίως7 για όσους έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια ασφάλισης και ταυτόχρονα έχουν καλύψει το ηλικιακό όριο των 67 ετών, και το οποίο θα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Και δεύτερον, με την απόσυρση του κράτους από οποιαδήποτε άλλη δέσμευση ή υποχρέωση του παρελθόντος, αφού το μέρος των συντάξιμων αποδοχών πέραν της εθνικής σύνταξης θα είναι πλήρως ανταποδοτικό χωρίς καμιά κρατική συμμετοχή. Για την ακρίβεια, ορίζεται πλέον ρητά ότι το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τις τρέχουσες εισφορές των εργαζόμενων και των εργοδοτών τους (όταν δεν πρόκειται για αυτοαπασχολούμενους), με ό, τι πρακτικά μπορεί να συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Το κράτος, αφού προηγουμένως οργάνωσε τη μέγιστη δυνατή απαλλαγή της εργοδοσίας από το βάρος της συμμετοχής της στην κοινωνική ασφάλιση, αποσύρεται βαθμιαία και από το βάρος της δικής του συμμετοχής: Με βάση τα επίσημα στοιχεία, η συμμετοχή του Δημοσίου στην κάλυψη των ελλειμμάτων των συνταξιοδοτικών ταμείων κατά τη μνημονιακή περίοδο μειώθηκε από τα 13, 5 δις το 2011, στα 9, 6 δις το 2015, και με τη νέα μεταρρύθμιση σταθεροποιείται σ’ αυτά τα επίπεδα, παρά την (φυσιολογική) αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων, και κυρίως, παρά τη (μέχρι τώρα) δραματική συρρίκνωση των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένων και εργοδοτών.8 Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η κοινωνική ασφάλιση από σύστημα τριμερούς χρηματοδότησης μετασχηματίζεται πλέον σε κάτι που μοιάζει με αυτασφάλιση των εργαζόμενων με στοιχεία προνοιακής μέριμνας για τους οικονομικά ασθενέστερους. Το γεγονός ότι το κράτος συνεχίζει να συμμετέχει στις δαπάνες της κοινωνικής ασφάλισης κατά ένα ποσοστό που αγγίζει το 52% του συνόλου δεν πρέπει να δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις. Ένα μεγάλο μέρος του ποσού αυτού απορρέει από τις υποχρεώσεις του κράτους ως εργοδότη απέναντι στους συνταξιούχους του δημοσίου και δεν αποτελεί συμμετοχή του σε κάποια τριμερή χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης.9

Ουσιαστικά, η διάσπαση της παρεχόμενης κοινωνικής ασφάλισης σε εθνική και ανταποδοτική σύνταξη, δεν είναι παρά το άλλο όνομα της κατάργησης της τριμερούς χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης – και της μέσω αυτής κρατικής εγγύησης των παρεχόμενων συντάξεων που γνωρίσαμε σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, και τον περιορισμό του κράτους στο ρόλο του οργανωτή ενός (υπό προϋποθέσεις) ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για τις ευπαθείς κατηγορίες των άνω των 67 ετών, που θα τις προστατεύουν από τον κίνδυνο της ακραίας φτώχειας. Έχουμε δηλαδή μπροστά μας μια εκ βάθρων ανατροπή των αρχών πάνω στις οποίες στηρίχτηκε επί δεκαετίες η λειτουργία του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης την οποία η Αιτιολογική Έκθεση μάταια προσπαθεί να διασκεδάσει με αναφορές στις αρχές της ισονομίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης10 που δήθεν διέπουν τη μεταρρύθμιση, η οποία (κατά τους συντάκτες της), παρ’ όλον ότι ενσωματώνει όλες τις προβλέψεις του 3ου Μνημονίου, έχει ένα διαφορετικό προσανατολισμό, ή εν πάση περιπτώσει, υπηρετεί τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του συστήματος. Βέβαια, η Αιτιολογική Έκθεση δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτό που θεσπίζεται δεν είναι απλά μια (ακόμα) περικοπή των παρεχόμενων συντάξεων, αλλά η κατάργηση της συνταγματικά κατοχυρωμένης εγγύησής τους από το κράτος, και απολογείται καταφεύγοντας σε λεκτικούς ακροβατισμούς, σύμφωνα με τους οποίους συνταγματικά, το κράτος εγγυάται την παροχή συντάξεων όχι όμως το ύψος τους!!!11


5. Η γενίκευση της ανασφάλειας


Τέλος, έχει σημασία να τονιστεί, κάτι που σκόπιμα αποσιωπάται από τα Δελτία Τύπου και τις προπαγανδιστικές ρεκλάμες της μεταρρύθμισης, ότι δηλαδή κανένα από τα δυο κομμάτια στα οποία διασπώνται πλέον οι συντάξεις δεν είναι απόλυτα εγγυημένο. Κάθε άλλο μάλιστα. Το μεν ανταποδοτικό κομμάτι είναι σαφές ότι θα καταβάλλεται υπό την αίρεση ότι στα ταμεία του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) θα εισρέουν επαρκείς ασφαλιστικές εισφορές από τους «φορείς της κοινωνικής ασφάλισης» της εκάστοτε περιόδου. Ωστόσο, ούτε η εθνική σύνταξη είναι απόλυτα εγγυημένη: Το άρθρο 14 του Νόμου, με μια σκόπιμα (;) σκοτεινή διατύπωση, ορίζεται ότι:

Από την 1.1.2017 και ανά τριετία, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκπονεί υποχρεωτικά αναλογιστικές µελέτες, οι οποίες επικυρώνονται από την Επιτροπή Οικονοµικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, µε αντικείµενο τη συνεχή παρακολούθηση της εξέλιξης της εθνικής συνταξιοδοτικής δαπάνης. Με ειδικό νόµο ανακαθορίζονται οι συντάξεις µε στόχο τη διασφάλιση της µακροπρόθεσµης βιωσιµότητας του ασφαλιστικού συστήµατος. Το ύψος των ανωτέρω δαπανών για την εθνική, την ανταποδοτική και την επικουρική σύνταξη, προβαλλόµενο έως το έτος 2060, δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο αύξησης των 2, 5 ποσοστιαίων µονάδων του ΑΕΠ, µε έτος αναφοράς το 2009.

Δεν θα ήταν υπερβολή, ούτε σχήμα λόγου να πούμε ότι, καθόλου συμπτωματικά, η ανασφάλεια που χαρακτηρίζει πλέον μόνιμα το εργασιακό μέλλον του κάθε εργαζόμενου, ή του αυτοαπασχολούμενου, ήδη πριν από την είσοδό του στην αγορά εργασίας και μέχρι την έξοδό του απ’ αυτήν, προεκτείνεται πλέον γραμμικά και στο συνταξιοδοτικό του βίο, αφού και εδώ οι απολαβές του θα υπόκεινται στις διακυμάνσεις της οικονομικής και δημοσιονομικής συγκυρίας.


6. Στη λογική των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων


Με άλλα λόγια, η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου απαντά στα προβλήματα «βιωσιμότητας των ταμείων» με τον ίδιο τρόπο (αλλά με πολύ μεγαλύτερη αποφασιστικότητα) όπως και όλες οι προηγηθείσες μεταρρυθμίσεις ή απόπειρες μεταρρυθμίσεων (από αυτή του Σιούφα το 1993, μέχρι την πιο πρόσφατη των Λοβέρδου - Κουτρουμάνη που, υπενθυμίζουμε, επίσης προέβλεπε τη διάσπαση των συνταξιοδοτικών παροχών σε μια «βασική σύνταξη» που το 2010 οριζόταν στα 360 ευρώ, και μια «αναλογική σύνταξη», το ύψος της οποίας επίσης θα καθοριζόταν από το μέσο όρο των αποδοχών ολόκληρου του εργασιακού βίου).12

Ας θυμίσουμε κατ’ αρχάς ότι αυτή η θεσμοθέτηση της «εθνικής σύνταξης» - ασπίδας απέναντι στην απειλή της ακραίας φτώχειας δεν έχει τίποτα το φιλολαϊκό, αλλά αντίθετα είναι αυτό που απομένει από την απόσυρση του κράτους από την τριμερή χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης. Είναι γνωστή εν προκειμένω, η εμμονή του Κ. Σημίτη και των επιγόνων του σ’ αυτές τις «στοχευμένες παρεμβάσεις» του προνοιακού κράτους, υπέρ των «πραγματικά ασθενέστερων», όπως η εθνική, ή βασική σύνταξη.13

Λέμε ότι η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου απαντά στα προβλήματα βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης «με τον ίδιο τρόπο», γιατί και αυτή, όπως και οι προηγούμενες, θεωρεί ως δεδομένη την προϊούσα απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την εργοδοτική παραβατικότητα της αδήλωτης μαύρης ή γκρίζας εργασίας, το σύνολο των συνθηκών που ορίζουν το πλαίσιο κοινωνικής υποτίμησης της εργασίας, και στην καλύτερη περίπτωση διαχειρίζεται τα αποτελέσματά τους. Σε κάθε περίπτωση, νομιμοποιεί και εμπεδώνει περαιτέρω τις ελαστικοποιημένες μορφές εργασίας, προωθεί περαιτέρω τις ήδη υπαρκτές πιέσεις προλεταριοποίησης των μικρομεσαίων αυτοαπασχολούμενων επαγγελματιών.


7. Η πλήρως ή μερικά αδήλωτη - ανασφάλιστη εργασία


Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επιμείνουμε περισσότερο.14 Βεβαίως, μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει το μείζον ζήτημα της ανεργίας και τις τεράστιες απώλειες εσόδων (άμεσων και έμμεσων) που αυτό συνεπάγεται για τα ασφαλιστικά ταμεία, και που στη σημερινή Ελλάδα των μνημονιακών αμοιβών ξεπερνούν τα 7 δις ευρώ ετησίως. Ωστόσο, οφείλει να μην εθελοτυφλεί όσον αφορά την πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας: Το 2013, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΣΕΠΕ (σύστημα ΑΡΤΕΜΙΣ), η πλήρως αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα, αυτή που δεν αφήνει κανένα διοικητικό ίχνος, ανερχόταν στο πρωτοφανές για τα παγκόσμια χρονικά ύψος του 40, 5% του συνόλου των εργαζόμενων: Από τους δειγματοληπτικούς ελέγχους του ΣΕΠΕ και της Ειδικής Υπηρεσίας Ασφάλισης (ΕΥΠΕΑ) του ΙΚΑ προέκυπτε ότι 4 στους 10 εργαζόμενους της χώρας ήταν εργαζόμενοι - φαντάσματα: Δεν δηλώνονταν στον πίνακα προσωπικού, ούτε για μία ώρα, ανεξάρτητα από τον πραγματικό χρόνο απασχόλησής τους.15

Ο τότε Υπουργός Εργασίας Γ. Βρούτσης επέβαλε ένα διοικητικό πρόστιμο 10.550 ευρώ στις επιχειρήσεις που απασχολούν πλήρως αδήλωτους εργαζόμενους. Μοναδικό αποτέλεσμα της θέσπισης αυτού του προστίμου (που, σε μεγάλο βαθμό, παραμένει ανείσπρακτο) ήταν, δύο χρόνια αργότερα, η πλήρως αδήλωτη εργασία να εμφανίζεται στο ιστορικό χαμηλό επίπεδο του 3, 4%, χωρίς βεβαίως να έχει αλλάξει κάτι σημαντικό σε σχέση με την πραγματική έκταση του φαινομένου της αδήλωτης – και ανασφάλιστης – εργασίας, αφού οι παραβατικοί εργοδότες προτιμούν να δηλώνουν τους εργαζόμενούς τους για ένα ελάχιστο αριθμό ωρών (ακόμα και σε λάθος ειδικότητα) προκειμένου απλά να αποφύγουν την επιβολή του προστίμου. Το πρόβλημα δεν καταπολεμήθηκε, απλά συγκαλύφθηκε.


8. Μια κοινωνική συμμαχία με τις ευλογίες του κράτους


Οι έλεγχοι του ΣΕΠΕ και της ΕΥΠΕΑ έφεραν στο φως μια ισχυρή τάση της σημερινής ελληνικής εργοδοσίας, εμφυή σε επίπεδο ατομικού κεφαλαίου, 16 που ωστόσο φαίνεται να γενικεύεται, τουλάχιστον στο επίπεδο του μικρού και μεσαίου κεφαλαίου, ως θεμιτό μέσο συμπίεσης του κόστους εργασίας: την τάση προσφυγής στην αδήλωτη, μαύρη εργασία, που αφορά κυρίως αλλοδαπούς, αλλά, σε μικρότερο βαθμό, και Έλληνες εργαζόμενους, συχνά μάλιστα και πτυχιούχους. Αν ωστόσο η τάση αυτή είναι εμφυής στο ατομικό κεφάλαιο (ειδικά το μικρό κεφάλαιο) ως αυθόρμητη απάντηση στον ανταγωνισμό, η επί δεκαετίες άρνηση του κράτους να ασχοληθεί συστηματικά με τη μαύρη αδήλωτη εργασία δεν πρέπει να αφήνει ερωτηματικά: Είναι το θεσμικό αποτύπωμα μιας κοινωνικής συμμαχίας των κάθε είδους μικροϊδιοκτητών με το μεγάλο κεφάλαιο, που οργανώθηκε και καλλιεργήθηκε στη διάρκεια μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου με τις ευλογίες του ίδιου του κράτους, και των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων.

Η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου δεν προσεγγίζει την μαύρη - αδήλωτη εργασία ως επιλογή του ατομικού κεφαλαίου με σκοπό την άντληση ενός «παράνομου» πρόσθετου κέρδους πέραν του κοινωνικά και θεσμικά αποδεκτού, ως επιλογή δηλαδή που μπορεί να ακυρώνεται μέσω μιας κοινωνικής δυναμικής και μιας συγκρουσιακής λογικής, αλλά μάλλον ως αναγκαστικό «καταφύγιο επιβίωσης» των μικρών εργοδοτών, η εισφοροδοτική ικανότητα των οποίων έχει πληγεί από την κρίση. Με την ίδια ακριβώς λογική αντιμετωπίζεται και το συσσωρευμένο χρέος του ιδιωτικού τομέα προς τα ασφαλιστικά ταμεία, που ξεπερνάει σήμερα τα 15 δις ευρώ, από την είσπραξη του οποίου οι εισπρακτικοί μηχανισμοί του κράτους έχουν πρακτικά παραιτηθεί. Και βεβαίως η «ιερή» κοινωνική συμμαχία μεγάλου κεφαλαίου και μικροϊδιοκτητών παραμένει αδιατάρακτη.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι μια ενδεχόμενη σοβαρή εκστρατεία κατά της μαύρης - αδήλωτης εργασίας, αλλά και κάθε μορφής εργοδοτικής παραβατικότητας που στοχεύει στην ασφαλιστική εισφοροαποφυγή, δεν προσκρούει σε κάποια από τις δεσμεύσεις του 3ου Μνημονίου, τις οποίες συχνά επικαλούνται διάφοροι κυβερνητικοί υπουργοί προκειμένου να δικαιολογήσουν τη συνθηκολόγησή τους. Το ότι δεν επιχειρείται υποδηλώνει απλά την αδυναμία (στην καλύτερη περίπτωση) της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας να εγκαταλείψει τη λογική της λογιστικής διαχείρισης προς όφελος μιας πολιτικής που θα εμπλέκει την κοινωνική πλειοψηφία.


9. Οι αποδιαρθρωμένες εργασιακές σχέσεις


Δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο για το ότι η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου αποφεύγει επιμελώς να δημιουργήσει την οποιαδήποτε σχέση αντιπαλότητας με το υφιστάμενο σήμερα πλέγμα εργασιακών σχέσεων, που σημειωτέον, δεν είναι αποκλειστικά προϊόν μνημονιακών ρυθμίσεων, αλλά έχει μια προϊστορία που ανάγεται στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, του 1991. Η ίδια η Αιτιολογική Έκθεση αρκείται στο να μας παραπέμψει, πολύ επιγραμματικά, στην πρόβλεψη του 3ου Μνημονίου σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε αλλαγή στο πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και οποιαδήποτε αλλαγή στις πολιτικές για την αγορά εργασίας «δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την επιστροφή σε παλαιότερα πλαίσια προστατευτικής πολιτικής».

Αρκεί μόνο να θυμίσουμε ότι η πλήρης ουσιαστικά και τυπικά ακύρωση της δυνατότητας συλλογικών διαπραγματεύσεων και της δυνατότητας υπογραφής συλλογικών συμβάσεων εργασίας (πέραν των επιχειρησιακών, που φέρουν τη σφραγίδα ενός αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος του κόσμου της εργασίας) είναι η άλλη όψη της κατίσχυσης της εργοδοτικής αυθαιρεσίας στους χώρους δουλειάς, αυθαιρεσίας που δεν συμπιέζει απλά τις εργατικές αμοιβές, άρα και τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, αλλά αποτελεί και το έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκιμεί η κάθε μορφής εργοδοτική παραβατικότητα για την οποία έγινε λόγος στα προηγούμενα.


10. Η διαρκής αιχμαλωσία των μεταναστών


Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο δοκιμάστηκε η ριζοσπαστικότητα της μεταρρύθμισης Κατρούγκαλου, και για το οποίο επίσης δεν μπορούν οι υποστηρικτές της να επικαλούνται κάποιες μνημονιακές δεσμεύσεις, είναι το μεταναστευτικό. Είναι γνωστό ότι από το 1983 μέχρι σήμερα, με τη δεδομένη μεταναστευτική πολιτική των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ - ΝΔ, που κράτησαν τους μετανάστες σ’ ένα καθεστώς αρχικά πλήρους παρανομίας, και στη συνέχεια υπό αίρεση νομιμότητας, διαπράχθηκε ένα έγκλημα κατ’ αρχάς σε βάρος των ίδιων των μεταναστών, που υποχρεώθηκαν να εργάζονται επί χρόνια, όχι μόνο ανασφάλιστοι, αλλά και παντελώς απροστάτευτοι απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία, έναντι εξευτελιστικών κατά κανόνα αμοιβών για τις πιο εξαντλητικές δουλειές στην οικοδομή και τα χωράφια, αλλά και σε βάρος του ασφαλιστικού συστήματος, που στερήθηκε και συνεχίζει να στερείται εκατομμύρια ένσημα κάθε χρόνο.

Είναι επίσης γνωστό, ότι από το 2008 και μετά, έχουν πρακτικά σταματήσει οι χορηγήσεις νέων αδειών παραμονής και επιπλέον, πολλοί από τους «νομιμοποιημένους» μετανάστες δεν είναι σε θέση να ανανεώσουν την άδεια παραμονής τους γιατί, εξ αιτίας της κρίσης δεν είναι σε θέση να συγκεντρώσουν τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό ενσήμων. Σήμερα εκτιμάται ότι οι μισοί από το ένα εκατομμύριο μετανάστες που διαμένουν στην Ελλάδα δεν διαθέτουν νόμιμη άδεια παραμονής. Βεβαίως, η ισότιμη ένταξη όλων αυτών των ανθρώπων στην αγορά εργασίας μέσω μιας καμπάνιας νομιμοποίησης, είναι θέμα αρχής για μια Κυβέρνηση που θέλει να επικαλείται τις αξίες της Αριστεράς, και όχι εργαλείο για την επίλυση του ασφαλιστικού, ή του δημογραφικού ή του όποιου άλλου «εθνικού» προβλήματος. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, οι ευεργετικές συνέπειες για τα ασφαλιστικά ταμεία που θα έχει μια τέτοια καμπάνια νομιμοποίησης είναι δεδομένες, και εν πάση περιπτώσει, καμιά μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη, αν δεν προβλέπει την ισότιμη ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας και σε όλους τους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης.


11. Ένας νέος ρόλος για την κοινωνική Ασφάλιση


Από την άλλη μεριά, πρέπει να είναι σαφές ότι η ασφαλιστική μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου δεν αποτελεί απλά υπόκλιση του κράτους στην τάση κάποιων μερίδων του κεφαλαίου να εισφοροδιαφεύγουν, νομότυπα, ή και παράτυπα. Ούτε είναι αυτή η κύρια πλευρά της. Όπως τονίστηκε και προηγουμένως, εγκαινιάζει μια νέα αντίληψη για τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, ο ρόλος της οποίας περιορίζεται πλέον στην αποτροπή (στο μέτρο του δυνατού…) των διαφόρων μορφών κοινωνικής φτώχειας, και στην καλύτερη περίπτωση, στην εξασφάλιση μιας στοιχειωδώς αξιοπρεπούς διαβίωσης γι’ αυτούς που είχαν την τύχη να ολοκληρώσουν τον εργασιακό τους βίο με περισσότερα από 35 χρόνια δουλειάς. Αν κρίνουμε από τις αντίστοιχες εξελίξεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και κυρίως στη Γερμανία, όπου οι μεταρρυθμίσεις αυτές δρομολογήθηκαν πολύ νωρίς από τον «πρωτοπόρο» σοσιαλδημοκράτη Γκ. Σρέντερ ήδη από το 2000 (με την περίφημη «Ατζέντα 2000»), και οι οποίες δεν ανακόπηκαν ποτέ τα επόμενα χρόνια, 17 μπορούμε να πούμε ότι η κατεύθυνση αυτή δεν συνιστά μια (ακόμα) απόφυση των Μνημονίων, αλλά μάλλον μια σταθερή κατεύθυνση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, που υλοποιείται με παράλληλους ρυθμούς σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, τόσο αυτές του «αναπτυγμένου βορρά», όσο και αυτές του «περιφερειακού νότου».

Εξ ίσου ισχυρή και γενικευμένη για όλες τις χώρες της Ευρώπης, ανεξαρτήτως μνημονίων, είναι και η τάση απορρύθμισης όλου του κανονιστικού πλαισίου της εργατικής νομοθεσίας και εισαγωγής των πιο ευέλικτων μορφών απασχόλησης που μπορεί να συλλάβει ο νεοφιλελεύθερος νους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα mini jobs, τις ευκαιριακές εργασίες που προσφέρουν εισόδημα μέχρι 450 ευρώ το μήνα απασχολούνται στη Γερμανία πάνω από 7, 8 εκατομμύρια άνθρωποι (στοιχεία Ιουνίου 2014), 18 ενώ ένας σημαντικός αριθμός εργαζόμενων απασχολείται στη Βρετανία σε εργασίες που ταξινομούνται ως 1 pound jobs, σε εργασίες χωρίς συγκεκριμένο ωράριο (oncall), κλπ. Ενδεικτικό της τάσης απαξίωσης της συνταξιοδοτικής ασφάλισης στα επίπεδα μιας οριακά αξιοπρεπούς διαβίωσης για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως, είναι το πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά δεδομένα γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στα minijobs έχουν την ευχέρεια να επιλέξουν την απαλλαγή τους από την καταβολή συνταξιοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, οδηγούμενοι σε μια ακόμα μεγαλύτερη υποβάθμιση των ασφαλιστικών τους προσδοκιών.19

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου θα είναι η τελευταία και οριστική. Εδώ συμβαίνει κάτι ανάλογο με αυτό που ήδη γνωρίσαμε σε πολλές περιπτώσεις, όπου ο υφεσιακός χαρακτήρας των θεσπιζόμενων μέτρων δημιουργεί μεγαλύτερα ελλείμματα από αυτά που προϋπολογίζονται, οδηγώντας σε μια ατέρμονα αναζήτηση νέων (τώρα πλέον και προληπτικών…) μέτρων κάλυψης των ατιθάσευτων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η σαφής αναντιστοιχία μεταξύ των διογκωμένων εισφορών και των αναμενόμενων πενιχρών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως έχει σημειωθεί ευρέως, θα οδηγήσει σε μια γενικευμένη προσπάθεια αποφυγής με κάθε δυνατό τρόπο της καταβολής των εισφορών, ειδικά από τους ελεύθερους επαγγελματίες, επιτείνοντας τα ελλείμματα των ταμείων.

Σε όσα πολύ συνοπτικά προηγήθηκαν, δεν έγινε κανένας λόγος για τις «απαιτήσεις των δανειστών» που δήθεν με τους «εκβιασμούς» τους εξαναγκάζουν την ελληνική κυβέρνηση να συναινέσει στη λήψη τέτοιων μέτρων εξαθλίωσης ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Από την ανάλυση που προηγήθηκε έγινε φανερό ότι, ακόμα κι αν υπήρξαν τέτοιες πιέσεις, δεν θα είχαν καμιά τύχη αν δεν συναντούσαν μια «κοινωνική δυναμική» ιδιαίτερα αισθητή ήδη από την εποχή του καθηγητή Σπράου, την εποχή της νεανικής ακμής του ελληνικού νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος. Η «κοινωνική δυναμική» για την οποία γίνεται λόγος αφορά συγκεκριμένα:

α) την άρνηση του ελληνικού κεφαλαίου να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την κοινωνική ασφάλιση,

β) τη (σιωπηρή αλλά και τόσο εύγλωττη) σύμπλευση του κράτους με αυτή την πρακτική επιλογή, και τελικά,

γ) την υιοθέτηση από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίζονται τις τύχες του ελληνικού καπιταλισμού, της νεοφιλελεύθερης λογικής για το ρόλο της κοινωνικής ασφάλισης που κυριαρχεί σήμερα στο σύνολο της Ευρώπης.

Για να φανούμε λοιπόν δίκαιοι απέναντι στον επικεφαλής των Σοφών της εποχής Σημίτη, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου οφείλει πολύ περισσότερα στις ιδέες και τις επεξεργασίες των καθηγητών Σπράου και Γιαννίτση, που κάποτε συνένωσαν – και δικαίως – το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας εναντίον τους, απ’ ό, τι στις σημερινές υποδείξεις των εμπειρογνωμόνων του ΔΝΤ και της ΕΕ.



1  Το παρόν άρθρο αποτελεί μια πιο εκτεταμένη – και σε κάποιο βαθμό αναθεωρημένη – εκδοχή ενός σημειώματος με τίτλο «Ένα ασφαλιστικό σύστημα για την εποχή της ελαστικής, ευκαιριακής και υποτιμημένης εργασίας», στο Rednotebook.gr, τον Απρίλιο του 2016.

3  Η Κυβέρνηση Σύριζα είχε την «κουτοπονηριά» να μεταθέσει την εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού των συντάξεων στο τέλος του 2018, προκειμένου να αποφύγει την ένταση των κοινωνικών αντιδράσεων σε μια περίοδο όπου δοκιμάζεται η συνοχή της, ελπίζοντας (;) ότι το … μακρινό 2019 άλλοι θα κληθούν να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Είναι γεγονός ότι αυτή η πολιτικάντικη τακτική αποδείχτηκε αποτελεσματική, αλλά (όπως εξ άλλου, κάθε πολιτικάντικη τακτική) μόνο βραχυπρόθεσμα.

6  Ο χαρακτηρισμός της εθνικής σύνταξης ως επιδόματος δικαιολογείται απόλυτα από την ίδια την επιχειρηματολογία της Αιτιολογικής Έκθεσης: «[…] το μεν τμήμα της Εθνικής Σύνταξης αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς εγγυάται ένα κατώτατο ποσό σύνταξης που δεν εξαρτάται από την καταβολή εισφορών ούτε από το ύψος των αποδοχών ή του εισοδήματος του ασφαλισμένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφενός, εξασφαλίζει στην ευπαθή ομάδα των χαμηλοσυνταξιούχων ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, αφετέρου, παρέχει, κατ’ αποτέλεσμα, υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης σε ασφαλισμένους με χαμηλότερες συντάξιμες αποδοχές ή λίγα χρόνια ασφάλισης».

7  Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση, «Το ως άνω ποσό αντιστοιχεί στο όριο φτώχειας, όπως ορίζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι στο 60% του διάμεσου εισοδήματος». Από την άλλη μεριά (και σύμφωνα με την ίδια πηγή), «τα ως άνω ποσά αναπροσαρμόζονται με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14, δηλαδή, από 1.1.2017 αυξάνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στη βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους και δεν υπερβαίνει την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή», πράγμα που σημαίνει ότι ήδη από την 1.1.2017 το ποσό της εθνικής σύνταξης παύει να συνδέεται με το όριο της φτώχειας, αφού προκειμένου να ισχύει κάτι τέτοιο θα έπρεπε η αναπροσαρμογή της να καλύπτει το σύνολο της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή.

8  Σύμφωνα με στοιχεία του Δελτίου Τύπου με θέμα: Αποτίμηση των επιπτώσεων της προτεινόμενης ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, που διένειμε το ίδιο το Υπουργείο Εργασίας, στις 5 Μαΐου 2016. Βλ. http://www.tovima.gr/files/1/2016/05/05/analogistikes.pdf . Το κείμενο αυτό, που υποτίθεται ότι παρουσιάζει τις χρόνιες παθογένειες του ασφαλιστικού συστήματος που καθιστούν επιβεβλημένη μια ακόμα επιχείρηση εξορθολογισμού του, υπό την απειλή της κατάρρευσής του στο άμεσο μέλλον, είναι ελάχιστα πειστικό καθώς ενώ παρουσιάζει μια μη βιώσιμη εικόνα του («τα τελευταία 20 χρόνια η συνταξιοδοτική δαπάνη αυξήθηκε με ρυθμούς πολύ υψηλότερους αυτών του ΑΕΠ»), μας υπόσχεται μια αποκατάσταση της ισορροπίας του στο άμεσο μέλλον χωρίς ουσιαστική αύξηση των πόρων του και χωρίς κάποια αισθητή μείωση των παρεχόμενων συντάξεων. Οι διατυπώσεις αυτές δημιουργούν μια απατηλή εικόνα, αφού ο αναγνώστης σχηματίζει την εντύπωση ότι αυξήθηκαν υπέρμετρα οι συντάξεις, ενώ αποκρύβεται η μεγάλη αύξηση (άνω του 50%) του αριθμού των συνταξιούχων.

9 Σύμφωνα πάντα με το πιο πάνω Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Εργασίας, το 2019 η ετήσια εθνική συνταξιοδοτική δαπάνη θα διαμορφωθεί στα 32 δις ευρώ (16, 3% του ΑΕΠ), εκ των οποίων τα 17 δις θα προέρχονται από το κράτος. Εξ αυτών μόνο 10 δις περίπου θα παριστούν τη χρηματοδότηση της εθνικής σύνταξης. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η συμβολή των ασφαλισμένων στα έσοδα της κοινωνικής ασφάλισης είναι, από το 1992 και μετά, σταθερά μεγαλύτερη αυτής των εργοδοτών (διάγραμμα 4).

10  «Οι δύο θεμελιώδεις αρχές της μεταρρύθμισης είναι η ισονομία και η κοινωνική δικαιοσύνη. Ισονομία, γιατί για πρώτη φορά θεσπίζονται όμοιοι κανόνες για όλους, παλαιούς και νέους συνταξιούχους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους. Κοινωνική δικαιοσύνη, γιατί με το νέο θεσμό της εθνικής σύνταξης επιτυγχάνεται αναδιανομή, αμβλύνονται οι κοινωνικές ανισότητες και εξασφαλίζεται επαρκής σύνταξη και για τις επισφαλείς κοινωνικά ομάδες» (Α.Ε.: 4-5).

11  «3. Το Σύνταγμα δεν εγγυάται το ύψος της συντάξεως που προσδοκά να λάβει ο ασφαλισμένος. Δεν κατοχυρώνει δε την πλήρη αναλογία εισφορών και παροχών. Τούτο δε έχει ως συνέπεια εν όψει της επιδιώξεως της ικανοποιήσεως της κοινωνικής αλληλεγγύης (βλ. άρθρο 24 παρ. 5 του Συντάγματος), ότι δεν παραβιάζονται οι συνταγματικές διατάξεις από την καταβολή συντάξεως μικρότερης από αυτήν που θα ελάμβανε ο δικαιούχος αν εφαρμοζόταν αμιγώς ανταποδοτικό σύστημα υπολογισμού των παροχών. 4. Το Σύνταγμα δεν αποκλείει τη μείωση ήδη απονεμηθεισών παροχών. Η σχετική δυνατότητα του νομοθέτη δεν είναι απεριόριστη αλλά οριοθετείται από τις αρχές της αναλογικότητας (25 παρ. 1), της ισότητας συμμετοχής στα δημόσια βάρη (4 παρ.5) και της κοινωνικής αλληλεγγύης (25 παρ. 4). Επομένως, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Απαραίτητη προϋπόθεση η προηγούμενη σύνταξη ειδικής, εμπεριστατωμένης και επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης από την οποία να προκύπτει ότι α) η μείωση είναι σύμφωνη προς τις ως άνω συνταγματικές αρχές και β) οι επιπτώσεις της μειώσεως δεν έχουν αποτέλεσμα που ισοδυναμεί με παραβίαση του πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, δηλαδή παροχή αξιοπρεπούς διαβιώσεως» (Α.Ε.: 8).

12  Έχει ενδιαφέρον η διαπίστωση ότι η κριτική που άσκησαν στη μεταρρύθμιση Λοβέρδου - Κουτρουμάνη, αναλυτικά και κατ’ άρθρον οι Β. Κουμαριανός και Α. Καψάλης ως συνεργάτες της Κ.Ο. του Σύριζα, (http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=454:2010-07-06-13-02-54&catid=88:an-ergasiaka&Itemid=161 ) ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό και για τη μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου.

13  Βλ. πχ και το μανιφέστο της Φ. Γεννηματά (Επι)στροφή στην Αλήθεια: «Πρέπει να δώσουμε ένα οριστικό τέλος στο κρατικιστικό παρελθόν που και με μεγάλη ευθύνη του ΠΑΣΟΚ διαμορφώθηκε και συντηρήθηκε. Να δώσουμε βάρος στις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις, να στηρίξουμε κατά προτεραιότητα τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Να διαμορφώσουμε ένα κράτος πρόνοιας το οποίο θα λειτουργεί με στοχευμένες παρεμβάσεις και όχι επιδοματικές λογικές που συντηρούν τις ανισότητες. Να γίνουμε οι πρεσβευτές ενός άλλου πρότυπου ζωής, μακριά από τον αδηφάγο καταναλωτισμό που μας έφερε ως κοινωνία στα όρια της χρεοκοπίας» (Το Βήμα, 5/9/2011).

14  Στα όσα ακολουθούν, βασιζόμαστε κατά κύριο λόγο στην παρουσίαση του Α. Καψάλη στην εκδήλωση για το ασφαλιστικό, που οργάνωσε η Ανοιχτή Συνέλευση Μηχανικών, στο ΤΕΕ, στις 25.4.2016. Η αξία της παρέμβασης του Α. Καψάλη έγκειται κατά τη γνώμη μου στο ότι συναρτά την όποια ριζοσπαστική παρέμβαση στο ασφαλιστικό όχι με την υπόσχεση μιας μελλοντικής ανάκαμψης της εθνικής οικονομίας, ή με κάποια γενικόλογη ανάγκη ανακατανομής του κοινωνικού πλούτου, αλλά με τις αναγκαίες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις. Βλ. σχ. https://www.youtube.com/watch?v=oA7Lkt_NZfo

15  Από τα δημοσιευμένα στοιχεία δεν διευκρινίζεται εάν στα ανωτέρω στατιστικά στοιχεία περιλαμβάνεται και η αδήλωτη εργασία οικιακών βοηθών, κηπουρών, φύλαξης παιδιών, κ.ά., που δεν αμείβεται από επιχειρηματίες. Είναι προφανές ότι σ’ ένα τέτοιο αρνητικό ενδεχόμενο, τα πραγματικά ποσοστά της αδήλωτης εργασίας θα είναι ακόμα υψηλότερα.

16  Μιλάμε εδώ για την αντίθεση μεταξύ ατομικού (μεμονωμένου) κεφαλαίου και του κράτους ως οργανωτή των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του συλλογικού κεφαλαίου.

17  Για τη διάβρωση των εργασιακών σχέσεων στη Γερμανία από τις λογικές της επισφάλειας και της πλήρους υποτίμησης της εργασίας, όπως και για την υποβάθμιση της κοινωνικής ασφάλισης και του κράτους πρόνοιας, βλ. το εξαιρετικό άρθρο του Άλεξ Κάντζιας Ρόντε, Η Γερμανία της επισφάλειας και της διάψευσης, http://ektosgrammis.gr/website/i-germania-tis-episfaleias-kai-tis-diapseysis

18  https://statistik.arbeitsagentur.de/Statischer-Content/Grundlagen/Methodenberichte/Beschaeftigungsstatistik/Generische-Publikationen/Methodenbericht-Dauer-Beschaeftigungsverhaeltnissen.pdf

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 35ο έτος (1982-2017), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή