Ο καπιταλισμός ως κοινωνικό σύστημα και η προέλευσή του... Εκτύπωση
Τεύχος 137, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2016


Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ.

(Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ)


του Γιάννη Μηλιού


Εισαγωγή


Ο καπιταλισμός αποτελεί έναν όρο εκ πρώτης όψεως απόλυτα «κατανοητό» για τους μαρξιστές, αλλά σε μεγάλο βαθμό και για τους μη μαρξιστές. Για τους πρώτους είναι το κοινωνικό σύστημα της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, της ιδιοποίησης από τους καπιταλιστές της υπεραξίας που παράγουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι. Για τους δεύτερους είναι το σύστημα της «ελεύθερης αγοράς» και της «επιχειρηματικότητας».

Εντούτοις, αυτό που μοιάζει προφανές «εκ πρώτης όψεως», δεν είναι καθόλου προφανές αν διεισδύσουμε βαθύτερα στις έννοιες και τις διαφορετικές αναλύσεις. Η έννοια της υπεραξίας για παράδειγμα, δεν έχει στην πραγματικότητα το ίδιο περιεχόμενο για όλα τα μαρξιστικά ρεύματα, όπως είχα προσπαθήσει να δείξω στο παρελθόν (Μηλιός 2007).

Οι διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις αναφορικά με τον χαρακτήρα του καπιταλισμού γίνονται ιδιαίτερα προφανείς όταν τίθεται το ζήτημα των «απαρχών» ή της «γέννησης» του κοινωνικού αυτού συστήματος. Ως παράδειγμα, και παραμένοντας στους μαρξιστές συγγραφείς, ο Ε. Μαντέλ θεωρεί σημείο τομής τη «συσσώρευση του χρηματικού κεφαλαίου των Ιταλών εμπόρων που κυριάρχησαν στην ευρωπαϊκή οικονομική ζωή από τον 11ον ως τον 15ον αιώνα» (Μαντέλ 1971: 128), η E. M. Wood υποστηρίζει ότι «το καπιταλιστικό σύστημα γεννήθηκε στην Αγγλία» (Wood 1991: 1), ενώ ο Λ. Αλτουσέρ ισχυρίζεται ότι «στη Γαλλία χρειάστηκε να περιμένουμε την περίοδο από το 1850 έως το 1870 για να εγκαθιδρυθεί ο καπιταλισμός» (Αλτουσέρ 2004: 91).

Στο παρόν κείμενο θα συνοψίσουμε αρχικά παλαιότερες αναλύσεις μας αναφορικά με την έννοια του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος, όπως η έννοια αυτή προκύπτει από το Κεφάλαιο του Μαρξ. Στη συνέχεια, ως πρώτη εισαγωγή σε μια έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη, θα αναφερθούμε στη διαδικασία της «πρωταρχικής συσσώρευσης» ή της ανάδυσης και κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος, και ορισμένες μαρξιστικές και μη μαρξιστικές προσεγγίσεις στο ζήτημα αυτό.


1. Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό ως κοινωνικό σύστημα


Ο Καρλ Μαρξ διατύπωσε μια συνεκτική θεωρία του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, κυρίως στο μεγάλο έργο του, το Κεφάλαιο (ο πρώτος τόμος του οποίου εκδόθηκε πριν από 150 χρόνια, το Σεπτέμβριο του 1867, ενώ οι τόμοι 2 και 3 δημοσιεύθηκαν μετά θάνατον, σε επιμέλεια του Φρίντρηχ Ένγκελς). Τα δομικά στοιχεία του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ στο Κεφάλαιο, μπορούν να κωδικοποιηθούν στα ακόλουθα σημεία:


1.1. Μισθωτή εργασία που έχει υπαχθεί στο κεφάλαιο μέσω της αγοράς εργασίας


Για να αποτελέσει η εργασιακή δύναμη εμπόρευμα, πρέπει να έχει συντελεστεί μια μακρά ιστορική διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού και επαναστάσεων, από την οποία αναδύεται ο ελεύθερος εργάτης. Ελεύθερος με τη διπλή έννοια όπως εξηγεί ο Μαρξ: από τη μια χωρίς να υπόκειται σε σχέσεις άμεσης εξάρτησης από άλλους ανθρώπους, όπως π.χ. ο δούλος ή ο δουλοπάροικος, από την άλλη «απελευθερωμένος» από τα οποιαδήποτε μέσα παραγωγής, επομένως υποχρεωμένος να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη για να επιβιώσει.Η διαμόρφωση της σχέσης κεφάλαιο - μισθωτή εργασία είναι επομένως μια ιστορικά ειδική μορφή ταξικής εξουσίας, αναπόσπαστη από το θεσμικό, νομικό και ιδεολογικό οικοδόμημα του «ελεύθερου ατόμου» και της ισότητας. Η μετάβαση από τις όποιες σχέσεις προσωπικής εξάρτησης και ταυτόχρονα κατοχής επί των μέσων παραγωγής στο καθεστώς του αποχωρισμού του θεσμικά ελεύθερου εργαζόμενου από τα μέσα παραγωγής δεν αποτελεί μια ομαλή ή ευθύγραμμη διαδικασία:



«Ένα πράγμα ωστόσο είναι ξεκάθαρο. Η φύση δεν παράγει από τη μία μεριά κατόχους χρήματος ή εμπορευμάτων και από την άλλη ανθρώπους που κατέχουν μόνο τις εργατικές τους δυνάμεις. […] Αν ερευνούσαμε παραπέρα για να βρούμε: κάτω από ποιες συνθήκες όλα τα προϊόντα ή έστω μόνο η πλειονότητά τους παίρνουν τη μορφή του εμπορεύματος, θα βρίσκαμε ότι αυτό γίνεται μόνο πάνω στη βάση ενός ολότελα ειδικού τρόπου παραγωγής, του κεφαλαιοκρατικού» (Μαρξ 1978-α: 182).


Με το ζήτημα αυτό της προέλευσης του καπιταλισμού, το οποίο ο Μαρξ προσεγγίζει με βάση τον όρο «πρωταρχική συσσώρευση», θα ασχοληθούμε στις επόμενες ενότητες αυτού του άρθρου. Εδώ χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι η μισθωτή σχέση δεν παίρνει αναγκαστικά εξ αρχής τη μορφή ενός μισθιακού συμβολαίου. Η πρώτη ιστορική περίοδος του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη προ-καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής με προ-βιομηχανικές μορφές του κεφαλαίου και με μορφές έμμεσης υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο (ή υβριδικές μορφές μισθωτής εργασίας με το κομμάτι).

Καθώς οι προκαπιταλιστικές (φεουδαρχικές ή ασιατικές) σχέσεις παραγωγής αποσυντίθενται και οι δεσμοί προσωπικής εξάρτησης ατονούν, το εμπορικό κεφάλαιο αρχίζει να ελέγχει τα μέσα παραγωγής τυπικά αυτόνομων παραγωγών στις πόλεις και την ύπαιθρο, με έμμεσο τρόπο.

Όσο ο τεχνίτης ή ο αγρότης ήταν σε θέση να πουλήσει τα εμπορεύματά του σε διαφορετικούς εμπόρους ή απευθείας στους καταναλωτές, μπορούσε να διατηρεί την οικονομική θέση του ανεξάρτητου παραγωγού εμπορευμάτων. Εντούτοις, η ποικιλία της ζήτησης και άρα της παραγωγής, μαζί με την ανάγκη η τελευταία να απευθύνεται όχι μόνο σε τοπικές αλλά και σε απομακρυσμένες αγορές (και οι δύο αυτές τάσεις ήταν αποτέλεσμα του καταμερισμού εργασίας και της αυξανόμενης σημασίας των σχέσεων της αγοράς), κατέστησαν τον παραγωγό περισσότερο εξαρτημένο από ένα συγκεκριμένο έμπορο, ο οποίος θα του προσέφερε τα απαραίτητα μέσα παραγωγής και θα γινόταν προ-αγοραστής του συνολικού του προϊόντος. Από τη στιγμή που ο προ-αγοραστής γίνεται πλέον εκείνος ο οικονομικός παράγοντας που μεταφέρει την παραγωγή στις διαφορετικές αγορές, είναι σε θέση να καθορίζει τον τύπο και την ποσότητα του προϊόντος που κάθε ατομικός παραγωγός που δουλεύει για αυτόν οφείλει να παραγάγει. Παραγγέλνει προκαταβολικά τα εμπορεύματα που χρειάζεται και σε πολλές περιπτώσεις ξεκινάει να προμηθεύει τον άμεσο παραγωγό με τις κατάλληλες πρώτες ύλες.

Με τον τρόπο αυτό ο προ-αγοραστής στην ουσία αποκτά τον έλεγχο επάνω στην παραγωγική διαδικασία των ατομικών παραγωγών, δηλαδή επάνω στα μέσα παραγωγής τους. Είναι εκείνος που αποφασίζει την έκταση του τελικού προϊόντος και το βαθμό της διαφοροποίησής του, ενώ επίσης επιβάλλει τον κατάλληλο καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στους μεμονωμένους ατομικούς παραγωγούς που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχό του, σύμφωνα με τα κριτήρια παραγωγικότητας που θέτει και τις μεταβολές της ζήτησης στις οποίες καλείται να προσαρμοστεί. Ο προ-αγοραστής είναι σε θέση να χαμηλώσει τις τιμές των εμπορευμάτων που προ-αγοράζει από τους άμεσους παραγωγούς, σε επίπεδο που να απομένει τελικά στον παραγωγό ένα εισόδημα όχι υψηλότερο από τον μισθό «επιβίωσης» ενός εργαζομένου. Το σύστημα που τώρα αναδύεται αντιστοιχεί σε εκείνο που ο Rubin (1994: 200) είχε αποκαλέσει: «οικοτεχνική βιομηχανία, ή οικόσιτο σύστημα βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας», το οποίο «έστρωσε το δρόμο για την πλήρη αναδιοργάνωση της βιομηχανίας σε καπιταλιστική βάση». Ο αγρότης ή τεχνίτης εντάσσεται στο πλαίσιο του συστήματος αυτού με παρόμοιο τρόπο όπως οι σύγχρονοι εργαζόμενοι με το σύστημα φασόν, και η αμοιβή του αποκτά όλο και περισσότερο το χαρακτήρα ενός «μισθού με το κομμάτι». Το κεφάλαιο μετασχηματίζει και απορροφά έμμεσα διαδικασίες παραγωγής που προηγουμένως οργανώνονταν στη βάση μη-καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

Μία ανάλυση που αφορά την έμμεση ή τυπική υπαγωγή της εργασίας στο εμπορικό κεφάλαιο και τον προαγοραστή (μεσάζοντα ανάμεσα στον έμπορο μακρινών αποστάσεων – τη μεγάλη εμπορική επιχείρηση – και τους άμεσους παραγωγούς – οικοτέχνες-τεχνίτες ή αγρότες) μπορεί να αναζητηθεί στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, Κεφ. 20, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, Κεφ. 13 και 14, όπως επίσης και στα Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής:


«Το πέρασμα από τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής γίνεται με δύο τρόπους. Ο παραγωγός γίνεται έμπορος και κεφαλαιοκράτης […]. Ή, πάλι, ο έμπορος γίνεται άμεσα κύριος της παραγωγής. […] Αυτός ο τρόπος […] χωρίς να ανατρέψει τον τρόπο παραγωγής, χειροτερεύει μόνο την κατάσταση των άμεσων παραγωγών, τους μετατρέπει σε απλούς μισθωτούς εργάτες και προλετάριους, κάτω από όρους χειρότερους από εκείνους των εργατών που υπάγονται κατ’ ευθείαν στο κεφάλαιο, τη δε εργασία τους την ιδιοποιείται πάνω στη βάση του παλιού τρόπου παραγωγής. […] Ο έμπορος είναι ο καθεαυτό κεφαλαιοκράτης που τσεπώνει το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας» (Μαρξ 1978-β: 423-24, η έμφαση δική μας).


Στα κείμενα της περιόδου 1893-1900 που αναφέρονταν στην Ανάπτυξη του Καπιταλισμού στη Ρωσία, ο Λένιν υπογράμμισε επίσης τον καπιταλιστικό χαρακτήρα μιας οικονομίας που βασίζεται στον έμπορο προ-αγοραστή και στη μεγάλη εμπορική επιχείρηση. Περιέγραψε την παραγωγή για τον προ-αγοραστή σαν μία μορφή καπιταλιστικής μανουφακτούρας:


«Δεν υπάρχει τίποτε πιο ανόητο από τη γνώμη πως τάχα η δουλειά για τους προαγοραστές είναι απλώς αποτέλεσμα κάποιας παράβασης, κάποιου τυχαίου περιστατικού, κάποιας “κεφαλαιοκρατικοποίησης” του προτσές ανταλλαγής» και όχι της παραγωγής. […] Όπως είναι γνωστό αυτή η μορφή βιομηχανίας σημαίνει πια πλέρια κυριαρχία του καπιταλισμού και είναι ο άμεσος πρόδρομος της τελευταίας και ανώτερης μορφής του, δηλαδή της μεγάλης μηχανικής βιομηχανίας. Συνεπώς, η δουλειά για τον προαγοραστή είναι καθυστερημένη μορφή καπιταλισμού, και στη σύγχρονη κοινωνία η καθυστέρηση αυτή έχει σαν επακόλουθο την χειροτέρευση της θέσης των εργαζομένων, που τους εκμεταλλεύονται μια σειρά ενδιάμεσοι (sweating system), που είναι σκορπισμένοι, αναγκασμένοι να αρκούνται στο πιο χαμηλό μεροκάματο, να εργάζονται μέσα σε ανθυγιεινές συνθήκες και να ’χουν υπέρμετρα πολύωρη εργάσιμη ημέρα, και το κυριότερο, να εργάζονται μέσα σε συνθήκες που κάνουν εξαιρετικά δύσκολη τη δυνατότητα ενός κοινωνικού ελέγχου της παραγωγής» (Λένιν 1953: 431-32).


1.2. Συγκέντρωση των μέσων παραγωγής. Καπιταλιστής και μεσοαστός


Το στοιχειώδες χαρακτηριστικό της κεφαλαιακής σχέσης είναι ότι ο ελεύθερος εργάτης (ελεύθερο άτομο και απαλλοτριωμένο από μέσα παραγωγής) εργάζεται προς όφελος του κατόχου των μέσων παραγωγής. Εντούτοις καπιταλιστής, ως «προσωποποίηση» του κεφαλαίου, δεν είναι κάθε ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής ή επιχειρηματίας που χρησιμοποιεί μισθωτή εργασία. Για να αποτελεί ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής «κεφάλαιο», η κλίμακα της παραγωγής και ο αριθμός των μισθωτών που απασχολούνται από τον επιχειρηματία πρέπει να είναι σε ένα τέτοιο μέγεθος, ώστε ο καπιταλιστής να έχει απολύτως απεμπλακεί από την πραγματική εργασία, διατηρώντας αποκλειστικά τη διεύθυνση της παραγωγικής διαδικασίας. Το εισόδημα των καπιταλιστών (δηλαδή το κέρδος) εξαρτάται από το μέγεθος του προκαταβαλλόμενου κεφαλαίου και όχι από την «εργασία» τους.


«Όπως είδαμε, η καπιταλιστική παραγωγή αρχίζει στην πραγματικότητα από τη στιγμή που κάθε ατομικό κεφάλαιο απασχολεί ταυτόχρονα ένα μεγαλύτερο αριθμό εργατών [...] Ένας ορισμένος βαθμός ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής απαιτεί να μπορεί ο κεφαλαιοκράτης να χρησιμοποιεί όλο το χρόνο που στη διάρκειά του ασκεί την ιδιότητα του κεφαλαιοκράτη, δηλαδή του προσωποποιημένου κεφαλαίου, για να ιδιοποιείται και επομένως για να ελέγχει ξένη εργασία και για να πουλάει τα προϊόντα αυτής της εργασίας» (Μαρξ, 1978-α:. 337, 322).


Η τάξη των «μικρών εργοδοτών», που συνεχίζουν να εργάζονται στην άμεση διαδικασία παραγωγής, αποτελούν τη μεσαία αστικήμεσοαστική) τάξη, ως διακριτή τάξη τόσο από την καπιταλιστική όσο και από την παραδοσιακή μικροαστική των αυτοαπασχολούμενων παραγωγών εμπορευμάτων.1


1.3. Το κεφάλαιο ως χρήμα που τίκτει χρήμα


Ο Μαρξ διατύπωσε και ανέπτυξε τη θεωρία του κεφαλαίου με βάση την έννοια της αξίας. Το κεφάλαιο είναι αξία την οποία έχουν οικειοποιηθεί οι καπιταλιστές. Επειδή ακριβώς αποτελεί αξία, το κεφάλαιο εμφανίζεται ως χρήμα και εμπορεύματα. Είναι, ωστόσο, συγκεκριμένα εμπορεύματα, εκείνα τα οποία λειτουργούν ως κεφάλαιο: τα μέσα παραγωγής (σταθερό κεφάλαιο) απ’ τη μια πλευρά, και η εργασιακή δύναμη (μεταβλητό κεφάλαιο) απ’ την άλλη. Κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η παραγωγή υπεραξίας και η μετατροπή της σε κεφάλαιο (η συσσώρευση).

Η υπεραξία δεν νοείται από τον Μαρξ ως μια απλή «αφαίρεση» ή απόσπαση υπερεργασίας (αυτό – η απόσπαση υπερεργασίας ή η «παρακράτηση» ενός τμήματος από το προϊόν του άμεσα εργαζομένου – λαμβάνει χώρα σε κάθε τρόπο παραγωγής), αλλά ως μια ιδιαίτερη κοινωνική σχέση, δηλαδή ως η ειδικά καπιταλιστική εκμετάλλευση, η οποία εμφανίζεται αναγκαστικά ως παραγωγή (περισσότερου) χρήματος: ως η μέσω της ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας προσαύξηση της αξίας του προκαταβαλλόμενου (χρηματικού) κεφαλαίου.


«Το κεφάλαιο είναι χρήμα, το κεφάλαιο είναι εμπόρευμα. Στην πραγματικότητα όμως η αξία γίνεται εδώ το υποκείμενο ενός προτσές, μέσα στο οποίο αλλάζοντας διαρκώς μορφή, παίρνοντας πότε τη μορφή του χρήματος και πότε του εμπορεύματος, αλλάζει διαρκώς το ίδιο το μέγεθός της και αξιοποιείται [...] Γι’ αυτό το λόγο το χρήμα αποτελεί την αφετηρία και το τέρμα κάθε προτσές αξιοποίησης» (Μαρξ 1978-α: 167).


Το χρήμα, λειτουργώντας ως κεφάλαιο, ενοποιεί την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής και τη διαδικασία κυκλοφορίας, σε αντιστοιχία με το σχήμα Χ-Ε-Χ΄ [ή Χ-Ε-(Χ+ΔΧ)]. Το σχήμα αυτό δεν αποτελεί παρά το «εξωτερικό περίβλημα» της συνολικής διαδικασίας καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή του κυκλώματος του κοινωνικού κεφαλαίου:


Χ—Ε ( = Mπ+Εδ) [ΠΕ΄]—Χ΄


Ο καπιταλιστής εμφανίζεται στην αγορά ως ιδιοκτήτης του χρήματος (Χ) αγοράζοντας εμπορεύματα (Ε), τα οποία αποτελούνται από μέσα παραγωγής (Μπ) και εργασιακή δύναμη (Εδ). Στη διαδικασία παραγωγής (Π) καταναλώνει παραγωγικά τα Ε, για να δημιουργήσει μια εκροή εμπορευμάτων, ένα προϊόν, (Ε΄), της οποίας η αξία ξεπερνάει αυτή του Ε. Τελικά πουλά αυτήν την εκροή για να εισπράξει ένα ποσό χρήματος (Χ΄ = Χ+ΔΧ), υψηλότερο σε σχέση με το (Χ).

Επομένως, κάθε καπιταλιστής, ως φορέας της σχέσης του κεφαλαίου, είναι εξ ορισμού «έμπορος»: αγοράζει συγκεκριμένα εμπορεύματα (μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη), προκειμένου να πωλήσει άλλα εμπορεύματα (αυτά που προέρχονται από την «παραγωγική διαδικασία» υπό τον έλεγχό του) σε υψηλότερη τιμή. Με άλλα λόγια, προσπαθεί «να αγοράζει φτηνά και να πουλάει ακριβά».2


1.4. Η χρηματοπιστωτική ύπαρξη του κεφαλαίου


Στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει ότι η θέση του κεφαλαίου μπορεί να καταλαμβάνεται από περισσότερα του ενός υποκείμενα. Συγκεκριμένα από τον καπιταλιστή του χρήματος και από τον ενεργό καπιταλιστή.3 Τούτο σημαίνει ότι μία αναλυτική περιγραφή τoυ καπιταλισμού δεν μπορεί να αγνοεί την κυκλοφορία του τοκοφόρου κεφαλαίου, η οποία αποδίδει όχι μόνο τη δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και τη γενική και ανεπτυγμένη μορφή κάθε κεφαλαιακής κίνησης. Η επιχειρηματολογία του Μαρξ συνοψίζεται στο παρακάτω σχήμα.



Κατά την τέλεση του δανεισμού, ο καπιταλιστής του χρήματος Α γίνεται αποδέκτης και κάτοχος ενός χρεογράφου ή αξιογράφου Α, δηλαδή μιας γραπτής υπόσχεσης πληρωμής (που αναγκαστικά έχει ενδεχομενικό χαρακτήρα) από τον ενεργό καπιταλιστή Β. Η υπόσχεση αυτή πιστοποιεί ότι ο Α εξακολουθεί να παραμένει ιδιοκτήτης του χρηματικού κεφαλαίου Χ. Δεν μεταβιβάζει το κεφάλαιό του στον B, αλλά του εκχωρεί τη δυνατότητα να το χρησιμοποιήσει για κάποιο διάστημα. Θα αναγνωρίσουμε δύο γενικούς τύπους χρεογράφων: τα ομόλογα ΑΟ και τις μετοχές ΑΜ. Στην πρώτη περίπτωση η επιχείρηση δεσμεύεται να καταβάλει σταθερές και προσυμφωνημένες χρηματοοικονομικές πληρωμές ανεξάρτητα από την οικονομική της κερδοφορία. Στη δεύτερη περίπτωση εξασφαλίζει δανειακό κεφάλαιο πουλώντας τμήμα της ιδιοκτησίας της, γεγονός που τη δεσμεύει να αποδίδει μερίσματα ανάλογα με τα κέρδη της. Εάν η εταιρία είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο και αναφερόμαστε στην έκδοση μετοχών, ο κεφαλαιοκράτης Β αντιπροσωπεύει τον μάνατζερ ενώ ο κεφαλαιοκράτης Α το νομικό ιδιοκτήτη.

Επομένως, σύμφωνα με τη θεωρία του κεφαλαίου που ανέπτυξε ο Μαρξ, το κεφάλαιο υφίσταται με τη μορφή Ιανού, αφενός ως μέσα παραγωγής και αφετέρου ως χρηματοπιστωτικά αξιόγραφα. Ο χρηματοπιστωτικός «τρόπος ύπαρξης» της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας λειτουργεί ως υπόσχεση πληρωμής και ταυτόχρονα ως απαίτηση στο μέλλον. Το πιστωτικό χρήμα γίνεται η κυρίαρχη μορφή χρήματος:


«Αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας του κεφαλαίου πετυχαίνεται και πραγματοποιείται πέρα για πέρα μόνο με την πλήρη ανάπτυξη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος» (Μαρξ 1978-β: 758).


1.5. Η συγκρότηση του «συνολικού κεφαλαίου» μέσω του κεφαλαιακού ανταγωνισμού


Η σχέση κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας αναλύεται αρχικά από τον Μαρξ στο επίπεδο της μεμονωμένης μονάδας της καπιταλιστικής παραγωγής, της επιχείρησης, την οποία ο Μαρξ ονομάζει ατομικό κεφάλαιο. Η σχέση όμως αυτή δρα επίσης, και κυρίως, στο επίπεδο της συνολικής καπιταλιστικής οικονομίας, όπου και λειτουργούν οι εγγενείς αιτιακές σχέσεις και κανονικότητες (οι «νόμοι») του συστήματος. Οι εγγενείς αυτές αιτιακές σχέσεις που διέπουν την καπιταλιστική οικονομία μετασχηματίζουν το σύνολο των ατομικών κεφαλαίων σε στοιχεία του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή τα τοποθετούν στο εσωτερικό ενός οικονομικού συστήματος, το οποίο και τα επικαθορίζει.

Οι εγγενείς στο σύστημα αιτιώδεις σχέσεις, οι οποίες διέπουν το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο διαμορφώνονται, αλλά και επιβάλλονται στα ατομικά κεφάλαια, μέσω του ανταγωνισμού.


«Ο ελεύθερος ανταγωνισμός [...] είναι η πραγματική λειτουργία του κεφαλαίου ως κεφάλαιο. [...] Η παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο συντίθεται στις επαρκείς μορφές της μόνο στο βαθμό που αναπτύσσεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, καθ’ όσον αυτός αποτελεί την ελεύθερη ανάπτυξη του τρόπου παραγωγής που θεμελιώνεται με βάση το κεφάλαιο» (Μαρξ 1990: 498).


Το κεφάλαιο επιβάλλει τη συνεχή αναδιάρθρωση της παραγωγής ως μέσο για τη συμπίεση κάθε μορφής κόστους, συμπεριλαμβανομένου φυσικά του εργασιακού κόστους, καταφεύγει συστηματικά σε «οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου» (Μαρξ 1978-β: 104-36), με στόχο την αύξηση του ποσοστού κέρδους.

Με την έννοια αυτή, το μεμονωμένο κεφάλαιο δεν ανταγωνίζεται μόνο (όλα) τα άλλα μεμονωμένα κεφάλαια∙ τελικά ανταγωνίζεται τον ίδιο τον εαυτό του: εγκαταλείπει κάθε λιγότερο κερδοφόρα τεχνική προς όφελος της περισσότερο κερδοφόρας, από το σύνολο των εμπορευμάτων που παράγει εγκαταλείπει την παραγωγή εκείνων που εξασφαλίζουν χαμηλότερα ποσοστά κέρδους, στρέφεται σε «νέα προϊόντα», εφόσον αυτά προσδοκάται ότι θα αυξήσουν το συνολικό ποσοστό κέρδους της επιχείρησης, καταφεύγει στο δανεισμό για να επεκτείνει ή να αναδιαρθρώσει την παραγωγή του, σε χρηματοπιστωτικές πολιτικές «διαχείρισης κινδύνου», επενδύει στις χρηματιστηριακές αγορές και γενικότερα στρέφεται στην «κερδοσκοπία» εφόσον θεωρεί ότι μπορεί να εξασφαλίσει υψηλότερα κέρδη εκεί, εξαγοράζει τμήματα άλλων μεμονωμένων κεφαλαίων ή πουλάει τμήματα των «περιουσιακών του στοιχείων» σε άλλες επιχειρήσεις κ.ο.κ.


1.6. Το καπιταλιστικό κράτος και η κυρίαρχη ιδεολογία


Ο καπιταλισμός ως κοινωνικό σύστημα συνεπάγεται τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης κρατικής δομής, και συγκεκριμένων μορφών απόκρυψης της ταξικής κυριαρχίας και των σχέσεων εκμετάλλευσης (δηλαδή κυρίαρχης ιδεολογίας)4 :


«Στην άμεση σχέση των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς [...] βρίσκουμε το ενδότατο μυστικό, την κρυμμένη βάση όλης της κοινωνικής συγκρότησης, επομένως και της πολιτικής μορφής της σχέσης κυριαρχίας και εξάρτησης, κοντολογής της κάθε φορά ειδικής κρατικής μορφής» (Μαρξ 1978-β: 972).



2. Προσεγγίσεις στο ζήτημα της προέλευσης του καπιταλισμού.

Η έννοια της «πρωταρχικής συσσώρευσης»


2.1. Η έννοια της πρωταρχικής συσσώρευσης


Η διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού που οδήγησε στο σχηματισμό και τη σταδιακή επικράτηση του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού συστήματος περιγράφεται από τον Μαρξ στο 24ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου ως «πρωταρχική συσσώρευση» (ursprüngliche Akkumulation, που πλημελώς έχει μεταφραστεί στα αγγλικάως “primitive accumulation”). Πρόκειται για μια συσσώρευση,


«που προηγείται από την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, μια συσσώρευση που δεν είναι το αποτέλεσμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, αλλά η αφετηρία του [...] Όπως τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, έτσι και το χρήμα και το εμπόρευμα δεν είναι από μιας εξαρχής κεφάλαιο. Χρειάζεται να μετατραπούν σε κεφάλαιο. Η μετατροπή όμως αυτή μπορεί να συντελεστεί μονάχα κάτω από ορισμένους όρους που συνοψίζονται στα παρακάτω: πρέπει να αντικρυστούν και να ’ρθουν σε επαφή δυο λογιών, πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο, κάτοχοι εμπορευμάτων: από τη μία μεριά, κάτοχοι χρήματος, μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης, που σκοπός τους είναι ν’ αξιοποιήσουν το ποσό αξίας που κατέχουν, αγοράζοντας ξένη εργατική δύναμη. από την άλλη, ελεύθεροι εργάτες, πουλητές της δικής τους εργατικής δύναμης, κι επομένως πουλητές εργασίας» (Μαρξ 1978-α: 738 - 39).


Η πρωταρχική συσσώρευση συνεπάγεται επίσης την εγκαθίδρυση μιας κεντρικής κρατικής εξουσίας (του απολυταρχικού κράτους) ικανής να υποστηρίζει τη νέα καπιταλιστική κοινωνική τάξη που προκύπτει από την ιδιοποίηση της κοινοτικής («κοινής») ιδιοκτησίας και την προλεταριοποίηση, νομιμοποιώντας την ταυτόχρονα ως καθεστώς «ελευθερίας και ισότητας».5 Σύμφωνα με τον Μαρξ:


«Το προανάκρουσμα της ανατροπής, που δημιούργησε τη βάση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, παίχτηκε στο τελευταίο τρίτο του 15ου και στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα. Με τη διάλυση των ακολουθιών των φεουδαρχών […] εκσφενδονίστηκαν στην αγορά εργασίας μία μάζα προγραμμένοι προλετάριοι» (Μαρξ 1978-β:742).


2.2. Μαρξιστικές και μη μαρξιστικές προσεγγίσεις στο ζήτημα της «μετάβασης στον καπιταλισμό»


Η ανάλυση του Μαρξ έχει επηρεάσει όχι μόνο τους μαρξιστές αλλά και μη-μαρξιστές ιστορικούς, οικονομολόγους και άλλους κοινωνικούς επιστήμονες. Όπως έγραψε ο μαρξιστής ιστορικός R. Η Hilton το 1952:


«“Το ζήτημα του καπιταλισμού”, έγραφε ο καθηγητής Μ. Μ. Πόσταν, “οφείλει τη θέση που κατέχει σήμερα στις πολιτικές και επιστημονικές συζητήσεις στο έργο του Μαρξ και των μαρξιστών”. Πολλοί ιστορικοί συμφωνούν ουσιαστικά μαζί του. Ο κ. Ε. Lipson, στο έργο του Οικονομική Ιστορία της Αγγλίας, υιοθετεί γενικά τον ορισμό του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Συμφωνεί ότι το βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού είναι ο διαχωρισμός των τάξεων σε μισθωτούς χωρίς περιουσιακά στοιχεία και σε επιχειρηματίες-ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, σε αντίθεση με τη χαρακτηριστική μεσαιωνική οργάνωση της βιομηχανίας και της γεωργίας που βασιζόταν στον μικροπαραγωγό που ήταν ιδιοκτήτης όσων μέσων παραγωγής χρησιμοποιούσε» (Χίλτον σε Ντομπ κ. ά. 1982: 209).


Φαίνεται, όμως, ότι ούτε οι μαρξιστές, ούτε οι μη-μαρξιστές ομονοούν ή έστω συγκλίνουν μεταξύ τους ως προς το ποια στοιχεία ή χαρακτηριστικά αποτελούν τον αναγκαίο και ουσιώδη «πυρήνα» του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος. Αντικρουόμενες προσεγγίσεις διατυπώνονται συνεχώς, τόσο από τους μαρξιστές όσο και από τους μη μαρξιστές θεωρητικούς, ιστορικούς της οικονομίας ή άλλους κοινωνικούς επιστήμονες. Ρόλο έχουν παίξει εδώ και οι αποκλίνουσες μεταξύ τους θέσεις, που εντοπίζονται σε ορισμένα σημεία του έργου του Μαρξ.

Αυτή η μη ομοφωνία γίνεται περισσότερο εμφανής όταν τίθεται προς διερεύνηση το θέμα της προέλευσης του καπιταλισμού. Οι συζητήσεις και διαμάχες σχετικά με τη «μετάβαση στον καπιταλισμό» και τους «νόμους της ιστορικής εξέλιξης» αποτελούν, σε τελευταία ανάλυση, συζητήσεις και διαμάχες για τη «φύση» του ίδιου του καπιταλισμού, δηλαδή για το τι θα πρέπει να θεωρούνται ως τα ουσιώδη και αναγκαία συστατικά στοιχεία του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος.

Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι τα περισσότερα μαρξιστικά ρεύματα σκέψης που διαμορφώθηκαν μετά το θάνατο του Μαρξ, πρακτικά παραμελούν τη χρηματική (και χρηματοπιστωτική) διάσταση της θεωρίας του Μαρξ, υποβιβάζοντας έτσι τη μαρξιστική θεωρία σε μια εξελιγμένη εκδοχή της ρικαρδιανής Πολιτικής Οικονομίας (βλ. Μηλιός-Δημούλης-Οικονομάκης 2005). Με αναφορά στη συνοπτική παρουσίαση της θεωρίας του Μαρξ για τον καπιταλισμό στην προηγούμενη ενότητα αυτού του κειμένου, η πλειοψηφία των μαρξιστών συγγραφέων περιορίζουν την επιχειρηματολογία τους ως επί το πλείστον στα σημεία (1.1.), (1.2.) και, μερικές φορές, (1.6.) της ανάλυσης του Μαρξ, σχεδόν αγνοώντας τα στοιχεία (1.3.), (1.4.) και (1.5.).

Επιπλέον, σε ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα της όλης ανάλυσης, αυτό του κατά πόσον οι υπηρεσίες και ιδίως η «κυκλοφορία» (το εμπόριο) αποτελεί παραγωγική δραστηριότητα (δραστηριότητα που παράγει υπεραξία), η πλειοψηφία των μαρξιστών συγγραφέων υιοθετεί την «κλασική λογική» που έχει παρεισφρήσει σε ορισμένα από τα γραπτά του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία «το εμπορικό κεφάλαιο δεν δημιουργεί ούτε αξία, ούτε υπεραξία» (Μαρξ 1978-β: 354). Με άλλα λόγια, δεν λαμβάνουν υπόψη τη ριζικά διαφορετική επιχειρηματολογία που διατυπώνεται επίσης στα έργα του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία «στο μέτρο που η ίδια η κυκλοφορία δημιουργεί κόστος και απαιτεί υπερεργασία, εμφανίζεται η ίδια να περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία» (Μαρξ 1990: 397).6

Μια σύντομη ανασκόπηση των μαρξιστικών προσεγγίσεων στο ζήτημα της προέλευσης του καπιταλισμού μοιάζει στο σημείο αυτό απαραίτητη.

Ένα από τα παλαιότερα και περισσότερο συζητημένα θέματα στη μαρξιστική θεωρία ήδη από την εποχή του Μαρξ (βλέπε π.χ. αλληλογραφία του Μαρξ με τη Βέρα Ζάσουλιτς το 1881)7 είναι το ακόλουθο: Υφίσταται ένας «γενικός νόμος της ανθρώπινης ιστορικής εξέλιξης»; Μια ορισμένη μαρξιστική σχολή σκέψης αναζητεί στο έργο του Μαρξ μια θετική απάντηση στο ερώτημα αυτό.8 Οι σοβιετικοί μαρξιστές είναι ίσως οι πιο χαρακτηριστικοί εκφραστές αυτής της προσέγγισης. Ωστόσο, ορισμένοι δυτικοί μαρξιστές ακολουθούν την ίδια ροή επιχειρημάτων, εστιάζοντας σε μια γενική «διαλεκτική» παραγωγικών δυνάμεων (ΠΔ) - σχέσεων παραγωγής (ΣΠ):


«Σε κάθε δεδομένη περίσταση, οι ΣΠ μπορεί να μπλοκάρουν πλήρως την ανάπτυξη των ΠΔ» (Laibman 2007: 62). «Ο καπιταλισμός αναδύεται όταν οι συνθήκες ωριμάσουν. Παίζει ένα ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην πολιτική και κοινωνική ωρίμανση της εργατικής τάξης, αλλά στη συνέχεια αποκαλύπτει τα έμφυτα όριά της ως όχημα για την ανθρώπινη ανάπτυξη, με τη μορφή μιας όλο και πιο σοβαρής περιοδικής αστάθειας και αποδιοργάνωσης» (ό.π.: 94).


Μια μάλλον διαφορετική μαρξιστική παράδοση, χωρίς να απορρίπτει τη «διαλεκτική ΠΔ-ΣΠ», τη συνδέει ή την εντάσσει σε μια «διαλεκτική της ταξικής πάλης», στο πλαίσιο της βασικής αντίθεσης του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής (εστιάζοντας στις επιπτώσεις της ταξικής σύγκρουσης μεταξύ φεουδαρχών και δουλοπάροικων). Ο Robert Brenner, αναφερόμενος στον Maurice Dobb, γράφει:


«Η βασική κοινωνική σχέση [της φεουδαρχίας] στηριζόταν στην εξαγωγή του υπερπροϊόντος του τρόπου παραγωγής μικρής κλίμακας από τη φεουδαρχική άρχουσα τάξη – μια σχέση εκμετάλλευσης που υποστηριζόταν από διάφορες μεθόδους “εξω-οικονομικoύ καταναγκασμoύ” ... Έπεται αμέσως από αυτό ότι η βασική σύγκρουση πρέπει να ήταν μεταξύ των άμεσων παραγωγών και των φεουδαρχών επικυριάρχων τους που αποσπούσαν το πλεόνασμα ... με βάση την ισχύ του φεουδαρχικού δικαιώματος και τη φεουδαρχική εξουσία. Αυτή η σύγκρουση, όταν εξελίχθηκε σε ανοικτό ανταγωνισμό, εκφράστηκε σε αγροτική εξέγερση ... Αυτή ήταν η κρίσιμη ταξική πάλη κάτω από τη φεουδαρχία, και όχι οποιαδήποτε άμεση σύγκρουση των αστικών στοιχείων των πόλεων (έμποροι) με τους φεουδάρχες ... είναι επάνω σε αυτήν την εξέγερση των μικροπαραγωγών που πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας, στην προσπάθειά μας να εξηγήσουμε τη διάλυση και παρακμή της φεουδαρχικής εκμετάλλευσης”» (Brenner 1978: 132).


Μια ριζοσπαστική κριτική και στις δύο παραπάνω προσεγγίσεις διατυπώθηκε από τον Λουί Αλτουσέρ, με βάση την κριτική του στη διαλεκτική της «μιας αντίφασης»9 τις έννοιες της Ιστορίας ως «διαδικασίας χωρίς υποκείμενο και χωρίς τέλος/σκοπό» και αργότερα του «υλισμού της συνάντησης». Βασική θέση του Αλτουσέρ είναι ότι «δεν υπάρχει αιτία που να προηγείται των αποτελεσμάτων της» (Althusser 2006: 173).


«Αυτός ο υλισμός αντιτίθεται, ως ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος σκέψης, στους διάφορους τρέχοντες υλισμούς, συμπεριλαμβανομένων αυτών που ευρέως αποδίδονται στους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, οι οποίοι, όπως και κάθε άλλος υλισμός εντός της παράδοσης του ορθολογισμού, είναι ένας υλισμός της αναγκαιότητας και της τελεολογίας, δηλαδή, μια μετασχηματισμένη, συγκεκαλυμμένη μορφή του ιδεαλισμού» (Althusser 2006: 167-68).


Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, τα κείμενα του Μαρξ για την πρωταρχική συσσώρευση δείχνουν ότι ο καπιταλισμός αναδύθηκε μέσα από τη συνάντηση και το «δέσιμο της συνάντησης» μεταξύ του «κατόχου χρήματος» και του «προλετάριου που έχει απογυμνωθεί από τα πάντα, εκτός από την εργατική του δύναμη». Πρόκειται για δύο «στοιχεία» που προϋπήρχαν της συνάντησής τους. Αυτή η συνάντηση ήταν αστάθμητη (ενδεχομενική), δηλαδή δεν ήταν «προκαθορισμένο» ότι θα συμβεί (θα μπορούσε να μην έχει πραγματοποιηθεί!) ή ότι θα «δέσει» (θα μπορούσε να είναι μόνο προσωρινή και μικρής διάρκειας!):


«Μπορούμε ακόμη να πάμε πιο πέρα και να υποθέσουμε ότι η συνάντηση έλαβε χώρα στην ιστορία πολλές φορές πριν να πιάσει στη Δύση, αλλά δεν “έπιασε” τότε, ελλείψει ενός στοιχείου ή της διάταξης των στοιχείων» (Αλτουσέρ 2004: 88).


Το βασικό θεωρητικό ζήτημα που προκύπτει από την προσέγγιση του Αλτουσέρ είναι να εντοπίσει κανείς τις ιστορικές μορφές του «κατόχου χρήματος» και του «προλετάριου», πριν και κατά τη στιγμή της συνάντησής/σεών τους. Ωστόσο, ο Αλτουσέρ δεν έχει τίποτα να συνεισφέρει σε αυτό:


«Ό, τι ισχύει για την πρωταρχική συσσώρευση ισχύει και για τον άνθρωπο των σκούδων. Από που προέρχεται αυτός ο άνθρωπος, κατά τον Μαρξ; Δεν γνωρίζουμε ακριβώς» (Αλτουσέρ 2004: 91).


Αυτό που είναι εδώ αξιοσημείωτο, είναι ότι ο Αλτουσέρ φαίνεται να μοιράζεται παρόμοιες θέσεις με τους μαρξιστές συγγραφείς που επικρίνει ως εκφραστές ενός «υλισμού της αναγκαιότητας και της τελεολογίας», όσον αφορά τη «μη συνάφεια» του εμπορίου και του εμπορικού κεφαλαίου με την ανάδυση του καπιταλισμού:


«Εάν για κάθε ορισμό του κεφαλαίου αρκούμαστε να κάνουμε λόγο, όπως ο Μαρξ, για χρηματική συσσώρευση που παράγει ένα πλεόνασμα – ένα χρηματικό όφελος (Χ΄΄ = Χ + Χ΄) – τότε μπορούμε όντως να κάνουμε λόγο για χρηματιστικό και εμπορικό καπιταλισμό. Αλλά πρόκειται τότε για καπιταλισμούς δίχως καπιταλιστές, για καπιταλισμούς δίχως εκμετάλλευση εργατικών χεριών, για καπιταλισμούς όπου η ανταλλαγή παίρνει περισσότερο ή λιγότερο τη μορφή μιας παρακράτησης που δεν υπακούει στο νόμο της αξίας, αλλά στις πρακτικές της άμεσης ή έμμεσης λεηλασίας. Και είναι σε αυτό το σημείο που συναντούμε κατά συνέπεια το μέγα ερώτημα της αστικής τάξης» (Αλτουσέρ 2004: 91-92).


Γράφοντας «χωρίς εκμετάλλευση εργατικών χεριών», ο Αλτουσέρ ανάγει το εμπορικό κέρδος σε κάποιου είδους «εκμετάλλευση μέσω υφαρπαγής», ή «εκμετάλλευση σε βάρος των εμπορικών εταίρων». Με μια παρόμοια επιχειρηματολογία ο Maurice Dobb γράφει:


«Μπορεί να χαρακτηριστεί ένα είδος “εκμετάλλευσης μέσω του εμπορίου”, μέσω της οποίας εισρέει στο εμπορικό κεφάλαιο ένα πλεόνασμα σε βάρος τόσο των τεχνιτών των πόλεων και του αγρότη παραγωγού της υπαίθρου, ακόμη και εις βάρος του πιο ισχυρού αριστοκράτη καταναλωτή, από τους οποίους ένα μέρος του φεουδαρχικού εισοδήματος ή της φεουδαρχικής συσσώρευσης περνάει στα χέρια της αστικής τάξης» (Dobb 1950: 88).


Και ο David Laibman τονίζει:


«Το ίδιο το εμπόριο, ωστόσο, είναι ένας από μηχανής θεός. Η ξαφνική σημασία του δεν εξηγείται. Το μοντέλο ΠΔ-ΣΠ αφαιρεί αυτήν την από μηχανής ιδιότητα και παρέχει τις αναγκαίες και επαρκείς προϋποθέσεις για τις σχέσεις της αγοράς να κινηθούν προς την κεντρική σκηνή» (Laibman 2007: 34).


Σε αντίθεση με τέτοιες επιφυλάξεις σχετικά με τον εκμεταλλευτικό (ή καπιταλιστικό) χαρακτήρα των εμπορικών συναλλαγών μεγάλης κλίμακας, ορισμένα ρεύματα σκέψης και επιφανείς ιστορικοί και οικονομολόγοι ταυτίζουν τις εγχρήματες οικονομικές σχέσεις και το εμπόριο μεγάλης κλίμακας με τον καπιταλισμό.

Αυτό συμβαίνει κατ’ αρχάς με τους περισσότερους συγγραφείς της λεγόμενης Γερμανικής Ιστορικής Σχολής της Πολιτικής Οικονομίας, οι οποίοι βασίζουν τις αναλύσεις τους στη διάκριση ανάμεσα στη «φυσική οικονομία» (στην οποία εντάσσουν τις κλασικές μορφές της δουλοκτητικής και φεουδαρχικής οικονομίας) και στη χρηματική οικονομία, από την οποία αναδύεται ο καπιταλισμός.

Στο βιβλίο του Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1905, ο Max Weber γράφει ότι ένα ορισμένο


«[...] είδος καπιταλισμού [...] ήταν διαδεδομένο σε ολόκληρο τον κόσμο επί τρεις χιλιάδες χρόνια, από την Κίνα, τις Ινδίες, τη Βαβυλώνα, την Ελλάδα, τη Ρώμη, τη Φλωρεντία, ως το παρόν, και που διεξαγόταν από τοκογλύφους, εμπόρους όπλων, εμπόρους αξιωμάτων, προνομιοθήρες, μεγαλεμπόρους και μεγιστάνες του χρήματος» (Weber 2010: 152).


Είναι χαρακτηριστικό ότι και ένας άλλος σημαντικός εκπρόσωπος της λεγόμενης «Γερμανικής Ιστορικής Σχολής», ο Lujo Brentano, στη μονογραφία του Οι απαρχές του σύγχρονου καπιταλισμού (Die Anfänge des modernen Kapitalismus), καίτοι ασκεί σφοδρή κριτική στο σύνολο σχεδόν των βασικών θεωρητικών επιχειρημάτων του Βέμπερ, συμφωνεί, εντούτοις, μαζί του για τη μακρά ιστορική ύπαρξη του καπιταλισμού:


«Στο έδαφος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο καπιταλισμός συνέχιζε να υφίσταται, όπως αυτός είχε αναπτυχθεί στη χώρα των Φοινίκων, στην Ελλάδα, στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο και μετά τον Δεύτερο Καρχηδονιακό Πόλεμο στη Ρώμη, και επίσης ο δυτικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε απλώς ως συνέχεια και μεταφορά του παλαιού καπιταλισμού, που συνέχιζε να υφίσταται στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στην Ιταλία και σε άλλες ανεπτυγμένες δυτικές περιοχές [...] το ελληνιστικό πνεύμα στον οικονομικό τομέα ήταν το πνεύμα του καπιταλισμού» (Brentano 1916: 7, 199).


Παρόμοιες προσεγγίσεις σχετικά με το χαρακτήρα της αρχαιοελληνικής (ως επί το πλείστον αθηναϊκής) οικονομίας και κοινωνίας διατυπώνονται από ορισμένους οικονομικούς ιστορικούς (που αναφέρονται ως «μοντερνιστές»), οι οποίοι αμφισβητούν τις θεωρητικοποιήσεις των M. I. Finley, Κ. Polanyi και άλλων (των λεγόμενων «αρχαϊστών») σχετικά με τον αρχαϊκό και «ενσωματωμένο» στις πολιτικές δομές, προ-καπιταλιστικό, χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής οικονομίας. Ο Edward E. Cohen, ένας εξέχων υποστηρικτής του «μοντερνιστικού» ρεύματος, γράφει:


«Στην πράξη η χρηματοδότηση του θαλάσσιου εμπορίου κατά τον τέταρτο αιώνα π.Χ. ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη. Ένα μόνο πλοίο μπορεί να μετέφερε πολλούς “εμπόρους”, και ο καθένας από αυτούς τους εμπόρους μπορεί να κατείχε διαφορετικά φορτία, που είχαν μπει ενέχυρο για διαφορετικά δάνεια [...] Το πλοίο το ίδιο θα μπορούσε να αποτελεί ενέχυρο για ένα ξεχωριστό δάνειο από διαφορετικούς και πάλι δανειστές, και ο εφοπλιστής μπορεί να υπόκειτο σε δικαίωμα επίσχεσης μέρους ή όλου του δικού του φορτίου από διαφορετικό(ούς) πάλι χρηματοδότη(ες). Κάθε ένας από αυτούς τους δανειστές απαιτούσε συνήθως από τον οφειλέτη να παρέχει ουσιαστικές εγγυήσεις για κάθε δάνειο» (Cohen 1992: 146).


Ο Scott Meikle υποστηρίζει ότι «κάτω από την επιφάνεια της έριδας» (μεταξύ «αρχαϊστών» και «μοντερνιστών»), «κρύβονταν σαφείς πολιτικοί προσανατολισμοί», πράγμα που υπονοεί ότι, σύμφωνα με τους νεοκλασικούς οικονομολόγους και τους συντηρητικούς ιστορικούς, «ο πολιτισμός είναι συνώνυμος με το σύστημα της ελεύθερης αγοράς ή με τον καπιταλισμό» (Meikle 2000: 17). Το επιχείρημα φαίνεται πειστικό, αλλά χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Η διακεκριμένη ιστορικός της πρώιμης ισλαμικής περιόδου, Patricia Crone, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να χαρακτηριστεί ως συντηρητική. Γράφει:


«Πολλές προ-βιομηχανικές κοινωνίες είχαν έναν καπιταλιστικό τομέα, καίτοι η οικονομία κατά κύριο λόγο ήταν αγροτική, εντούτοις έτεινε να κυριαρχείται περισσότερο από το εμπόριο παρά από τη μεταποίηση. [...] Ένας τέτοιος καπιταλισμός είναι κοινώς γνωστός ως προ-μοντέρνος. [...] Συνηθέστερα ο καπιταλιστικός τομέας άνθιζε μέσα σε μια αγροτική οικονομία χωρίς να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα της υπεροχής της τελευταίας, πόσο μάλλον τις κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις που αυτή συνεπαγόταν. Αυτή η κοινωνική διάρθρωση μπορεί να πιστοποιηθεί επαρκώς για την αρχαιότητα, τον ισλαμικό κόσμο, την Ινδία, την Κίνα και την προ-νεωτερική Ευρώπη, και το ερώτημα είναι πώς η Ευρώπη κατάφερε να την ξεπεράσει» (Crone 2014, iBooks).


Πιο εντυπωσιακή είναι η άποψη του John Meynard Keynes, στα σχόλιά του για τα «Αρχαία Νομίσματα»:


«Ο ατομικιστικός καπιταλισμός και οι πρακτικές που αφορούν το εν λόγω σύστημα εφευρέθηκαν αναμφίβολα στη Βαβυλώνα και έφτασαν σε ένα υψηλό βαθμό ανάπτυξης σε εποχές πιο μακρινές από ό, τι έχουν μέχρι σήμερα διερευνήσει οι αρχαιολόγοι. [...] Ίσως το στοιχείο κλειδί για την οικονομική ιστορία της Ελλάδας από την ομηρική περίοδο μέχρι τον πέμπτο π.Χ. αιώνα μπορεί να βρεθεί εν μέρει στη σταδιακή προσαρμογή της πρωτόγονης οικονομίας των φυλών στον ατομικιστικό καπιταλισμό που βρήκαν στη Μικρά Ασία σε μια παρακμιακή και συγκεχυμένη μορφή, που όμως έφτανε πίσω, όσον αφορά την προέλευση και την εμπειρία, στο πολύ ανεπτυγμένο και πολύπλοκο σύστημα της τρανής αρχαιότητας. Ακριβώς όπως συνέβη κατά την Αναγέννηση της δικής μας εποχής, η ανακάλυψη παραδόσεων και θραυσμάτων της αρχαίας μάθησης, που διαμεσολάβησαν τις επαναστατικές καινοτομίες της σκέψης στα χέρια των εφευρετών, συνέπεσε με οικονομικές επαφές που έτειναν έντονα να απομακρυνθούν από τη φεουδαρχία, στην κατεύθυνση προς τον ατομικιστικό καπιταλισμό. Ο Σόλων ήταν ένας αναγεννησιακός χαρακτήρας» (Keynes 2013: 253-54).10


Το επιχείρημα του Κέυνς ότι «η ανακάλυψη παραδόσεων και θραυσμάτων της αρχαίας μάθησης [...] διαμεσολάβησαν τις επαναστατικές καινοτομίες της σκέψης» φαίνεται να έχει εκ νέου ανακαλυφθεί από τον μαρξιστή ιστορικό Perry Anderson:


«Το κλασικό παρελθόν ξαναξύπνησε στους κόλπους του φεουδαρχικού παρόντος για να βοηθήσει στον ερχομό του καπιταλιστικού μέλλοντος, όντας αφάνταστα πιο απόμακρο και παραδόξως πιο κοντινό σε αυτό το μέλλον. Γιατί και η γέννηση του κεφαλαίου, καθώς ξέρουμε, γνώρισε το ξαναγέννημα της αρχαιότητας. [...] Πραγματικά, η νομική τάξη πραγμάτων, που γεννήθηκε από το ξαναζωντάνεμα του ρωμαϊκού δικαίου, δημιούργησε τις γενικές νομικές συνθήκες για το πετυχημένο πέρασμα στον καθαυτό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο» (Anderson 2003: 422-23, 426).


Για άλλους μαρξιστές, ο καπιταλισμός είχε αναπτυχθεί στη Μεσόγειο πριν από την άνοδο των ιταλικών πόλεων-κρατών:


«Οι έννοιες του κέρδους, του κεφαλαίου, και της συσσώρευσης του κεφαλαίου, βρίσκονται όλες στις αραβικές πηγές από τον 9ο μέχρι τον 14ο αιώνα. [...] Το Ισλάμ έκανε μια ισχυρή συνεισφορά στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Μεσόγειο, εν μέρει επειδή διατήρησε και επέκτεινε τη χρηματική οικονομία της ύστερης αρχαιότητας και εισήγαγε καινοτόμες επιχειρηματικές τεχνικές που έγιναν η βάση του μεσογειακού εμπορίου (ειδικότερα, συνεργασίες και συμφωνίες Commenda), αλλά και επειδή τα λιμάνια του μουσουλμανικού κόσμου έγιναν μια πλούσια πηγή του λεηλατημένου χρηματικού κεφαλαίου που σε μεγάλο βαθμό χρηματοδότησε την ανάπτυξη του ναυτιλιακού καπιταλισμού στην Ευρώπη» (Banaji 2007: 57, 62).


3. Σκιαγραφώντας την «αστάθμητη συνάντηση».

Σημειώσεις για μια έρευνα


Από την εξαιρετικά περιληπτική αλλά και επιλεκτική σκιαγράφηση των μαρξιστικών και μη μαρξιστικών προσεγγίσεων στο ζήτημα της «μετάβασης στον καπιταλισμό» (ή της «γένεσης του καπιταλισμού») που προηγήθηκε, μπορούμε να εντοπίσουμε τέσσερις ουσιαστικά αντιλήψεις:

α) Την αντίληψη του Μαρξ περί πρωταρχικής συσσώρευσης, σύμφωνα με την οποία από ιστορική άποψη προϋπήρχαν (δημιουργήθηκαν μέσα στην ιστορική διαδικασία) οι δύο πόλοι που σε μεταγενέστερο χρόνο συναπαρτίζουν τη θεμελιώδη κεφαλαιακή σχέση: Ο κάτοχος του χρήματος και ο «ελεύθερος» από προσωπικές εξαρτήσεις αλλά και μέσα παραγωγής εργαζόμενος. Στην αντίληψη αυτή ο Αλτουσέρ προσθέτει την ιδέα ότι η «συνάντηση» των δύο πόλων υπήρξε ιστορικά ενδεχομενική (αστάθμητη: θα μπορούσε να μην είχε λάβει χώρα), όπως ενδεχομενικό υπήρξε και το τελικό «δέσιμο» της συνάντησης των δύο πόλων, η αποκρυστάλλωσή της σε κοινωνική σχέση κυριαρχίας και εκμετάλλευσης (και η διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού συστήματος).11 Οι δύο προϋπάρχοντες πόλοι της μετέπειτα συνάντησης, ως τέτοιοι (ως κάτοχος χρήματος αφενός και ως «ελεύθερος» εργαζόμενος αφετέρου) λειτουργούν πέραν των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής του όποιου προκαπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή είναι εξωτερικοί ως προς αυτούς τους κυρίαρχους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Χαρακτηριστικό του δουλοκτήτη (ή του φεουδάρχη) για παράδειγμα δεν αποτελεί το ότι αυτός είναι κάτοχος χρήματος. Ένα δουλοκτήτης (ή φεουδάρχης) που είναι και κάτοχος χρήματος, κατέχει και μια επιπλέον ιδιότητα, δηλαδή στο συγκεκριμένο πεδίο ανάλυσης εισάγονται επιπλέον χαρακτηριστικά και επιπλέον (πολλαπλές) αντιφάσεις.

β) Την αντίληψη για τον «γενικό νόμο της ανθρώπινης εξέλιξης», ο οποίος θεωρείται ότι προκύπτει από μία βασική αντίφαση, αυτήν μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων (ΠΔ) και σχέσεων παραγωγής (ΣΠ).

γ) Την αντίληψη ότι η «διαλεκτική ΠΔ - ΣΠ» εκδηλώνεται μέσω της βασικής αντίθεσης του εκάστοτε κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ φεουδαρχών και δουλοπάροικων (που τελικώς οδήγησε στη «μετάβαση» στον καπιταλισμό).

Τόσο η περίπτωση (β), όσο και η (γ) βασίζονται ουσιαστικά στη «διαλεκτική της μιας (της βασικής) αντίθεσης», η οποία θεωρείται ότι ουσιαστικά «απορροφά» και εκφράζει την πολυπλοκότητα του κοινωνικού όλου. Πρόκειται για μια «διαλεκτική» στην οποία έχει ασκήσει καταλυτική κριτική ο Αλτουσέρ, όπως υποστήριξα πρόσφατα (Μηλιός 2016).

δ) Την αντίληψη ότι ο καπιταλισμός υπάρχει από την αρχαιότητα, διότι ταυτίζεται με τις μορφές εγχρήματης οικονομίας που επιδίωκαν τη δημιουργία χρηματικού «κέρδους». Οι προσεγγίσεις αυτές αναζητούν έτσι, ορισμένες φορές, μια «τομή μέσα στη συνέχεια» (του καπιταλισμού), δηλαδή τους όρους διαμόρφωσης του «σύγχρονου καπιταλισμού».

Θεωρώ ότι η τελευταία αυτή προσέγγιση, καίτοι εσφαλμένη, θέτει ένα σημαντικό ζήτημα προς διερεύνηση: Σε διαφορετικές προκαπιταλιστικές κοινωνίες, που βασίζονταν στη δουλεία ή στη δουλοπαροικία κλπ., 12 υφίστατο επίσης, σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους, ένας ιδιαίτερος, μη κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, που θα μπορούσε να αποκληθεί «αρχέγονη εμπορική παραγωγή».

Ας δώσουμε ένα απλοϊκό παράδειγμα: Ένας «αρχέγονος έμπορος» από την αρχαία Αθήνα (ή τη Ρώμη: στη Ρώμη, «ακόμα και μέλη της κατηγορίας των συγκλητικών σε μεγάλο βαθμό όφειλαν τις περιουσίες τους στο εμπόριο» Meikle 2000: 204), ο οποίος εξουσιάζει ανελεύθερη εργασία (δούλους), αγοράζει κρασί σε μεγάλα βαρέλια από ένα τοπικό γαιοκτήμονα και το πουλάει, π.χ., στο νησί της Μήλου, με σκοπό την απόκτηση χρηματικού κέρδους. Εδώ πρόκειται για μια ιδιαίτερη παραγωγική διαδικασία: Με τον συνδυασμό μέσων παραγωγής (π.χ. το πλοίο) και της εργασίας, το κρασί από το αμπέλι του ιδιοκτήτη θα μετατραπεί σε κρασί «σφραγισμένο» σε υδρίες στο κατάστημα ενός τοπικού λιανοπωλητή στη Μήλο.

Το αρχέγονο εμπόριο είναι επομένως μια διαδικασία παραγωγής που φέρει μια νομισματική μορφή όπως ο καπιταλισμός. Όμως βασίζεται σε διαφορετικές (μία ή περισσότερες) σχέσεις εκμετάλλευσης, και κατά κανένα τρόπο δεν συνιστά «καπιταλισμό», με την έννοια της ανάλυσης του Μαρξ, που παρουσιάστηκε στην 1η ενότητα αυτού του κειμένου. Η διαδικασία παραγωγής μπορεί να επεξηγηθεί μέσα από το ακόλουθο σχήμα:


Χ → Ε - [Π] – Ε΄ → (Χ + ΔΧ)


Ο αρχέγονος έμπορος (κάτοχος χρήματος, Χ) αγοράζει τα εμπορεύματα Χ (ένα πλοίο, το κρασί σε μεγάλα βαρέλια, δούλους, υδρίες, παξιμάδι, μπισκότα και άλλα τρόφιμα για τους ναυτικούς – σε ένα μικρό αριθμό από τους οποίους πληρώνει επίσης μισθούς). Στη συνέχεια «διοικεί» και επιτηρεί την παραγωγική διαδικασία: Οι δούλοι του θα μεταγγίσουν το κρασί σε υδρίες συγκεκριμένου μεγέθους ή όγκου, θα τις φορτώσουν στο πλοίο, οι ναυτικοί θα πλεύσουν το πλοίο προς τη Μήλο, κλπ. Τελικά πουλά τις υδρίες με το κρασί και στα χέρια του περιέρχεται ένα πρόσθετο χρηματικό ποσό πέραν του αρχικού, ΔM. Αντίθετα με ό, τι υποστηρίζουν, όπως είδαμε, πολλοί μαρξιστές, πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή παραγωγικής διαδικασίας και μορφή εκμετάλλευσης (αυτών που είναι δούλοι αλλά και αυτών που παίρνουν χρηματικές αμοιβές). Δεν πρόκειται όμως για τον καπιταλισμό ως κοινωνικό σύστημα.

Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται, βέβαια, ξανά και ξανά, εφ’ όσον οι καταναλωτές κρασιού στη Μήλο (και σε άλλες αρχαίες πόλεις) εξακολουθούν να καταναλώνουν αθηναϊκό κρασί. Σύμφωνα με τα λόγια του Αριστοτέλη:


«Δεν υπάρχει όριο στο σκοπό που επιδιώκει. και ο σκοπός που επιδιώκει είναι ο πλούτος του είδους που αναφέραμε [...] η απλή απόκτηση νομίσματος». «ενδιαφέρεται μόνο για την απόκτηση ενός χρηματικού ποσού, και αυτό μόνο μέσω της μεθόδου της ανταλλαγής εμπορευμάτων». «όλοι όσοι επιδίδονται στην απόκτησηαυξάνουν το χρηματικό ποσό χωρίς όρια ή σταματημό» (παρατίθεται σε Meikle 2000: 83).


Ο αρχέγονος έμπορος ανήκει στην ιστορική φιγούρα του προκαπιταλιστικού «κατόχου χρήματος» που εισήγαγε ο Μαρξ στην ανάλυσή του για την πρωταρχική συσσώρευση. Η ιστορική αυτή φιγούρα υπήρχε ανεξάρτητα από το δεύτερο «στοιχείο» της «συνάντησης» που έλαβε χώρα κατά την πρωταρχική συσσώρευση, τον στερημένο από κάθε ιδιοκτησία σε μέσα παραγωγής προλετάριο. Είναι προφανές από όσα αναλύσαμε στην 1η ενότητα αυτού του κειμένου, ότι η «συνάντηση», όταν «έδεσε» αναδιαμόρφωσε και μετασχημάτισε ριζικά τα «στοιχεία της συνάντησης» στην ενότητά τους, την κεφαλαιακή σχέση, διαπλάθοντας τον καπιταλισμό ως κοινωνικό σύστημα.

Η πρωταρχική συσσώρευση είναι η διαδικασία (η οποία καλύπτει στην πραγματικότητα μια ολόκληρη ιστορική περίοδο), μέσω της οποίας αποκρυσταλλώνεται και διαμορφώνεται η κεφαλαιακή σχέση. Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται επίσης από λεηλασία και αρπαγή μορφών προκαπιταλιστικού πλούτου, το κρίσιμο χαρακτηριστικό της παραμένει πάντα η μετατροπή των εργαζόμενων ή «περιφερόμενων» πληθυσμών σε μισθωτούς:


«Επομένως, το προτσές που δημιουργεί τη σχέση του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι άλλο από το προτσές χωρισμού του εργάτη από την ιδιοκτησία στους όρους της εργασίας του, ένα προτσές που, από τη μια μεριά, μετατρέπει σε κεφάλαιο τα μέσα συντήρησης και παραγωγής της κοινωνίας, και, από την άλλη, τους άμεσους παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες. Επομένως, η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι τίποτα άλλο από το ιστορικό προτσές χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής» (Μαρξ 1978-α: 739, η έμφαση προστέθηκε).


Το βασικό ερώτημα που προκύπτει, και πρόκειται για ένα ερώτημα ιστορικό και όχι θεωρητικό, είναι πότε, πού και μέσα από ποιες διαδικασίες έλαβε χώρα για πρώτη φορά η πρωταρχική συσσώρευση, δηλαδή «έδεσε» η «αστάθμητη συνάντηση» ανάμεσα στον κάτοχο χρήματος και τον προλετάριο. Ο Μαρξ αναφέρεται αποσπασματικά στο παράδειγμα της Αγγλίας, θεωρώντας το «κλασικό».13 Εντούτοις, μια άλλη διατύπωση του Μαρξ έχει κατά τη γνώμη μου εξαιρετική σημασία και αξίζει να απασχολήσει την ιστορική έρευνα:


«Στην Ιταλία, όπου η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αναπτύχθηκε νωρίτερα από αλλού, συντελέστηκε νωρίτερα και η διάλυση των σχέσεων δουλοπαροικίας. Στη χώρα αυτή ο δουλοπάροικος χειραφετήθηκε προτού εξασφαλίσει κάποιο δικαίωμα χρησικτησίας στη γη. Γι’ αυτό η χειραφέτησή του τον μετάτρεψε αμέσως σε προγραμμένο προλετάριο, που επιπλέον βρήκε έτοιμα τα καινούργια αφεντικά στις πόλεις […]» (Μαρξ 1978-α: 741).


Μάλιστα, αν είναι ορθή, όπως πιστεύω, μια άλλη παρατήρηση του Μαρξ, ότι «το αποικιακό σύστημα ανέπτυξε σαν φυτό θερμοκηπίου το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα» (Μαρξ 1978-α: 778), η ιστορική μαρξιστική ανάλυση της πρωταρχικής συσσώρευσης θα πρέπει να εστιάσει στο αποικιακό σύστημα των πόλεων-κρατών της βόρειας Ιταλίας (κυρίως της Βενετίας και της Γένοβας) στη Μεσόγειο, από τις αρχές ήδη του 13ου αιώνα. Οι ομοιότητες του αποικιακού συστήματος της Μεσογείου με το μεταγενέστερο, από τα τέλη του 15ου αιώνα, αποικιακό σύστημα του Ατλαντικού, είναι εντυπωσιακές.


Βιβλιογραφία


Αλτουσέρ Λουί (1977), Θέσεις. Αθήνα: Θεμέλιο.

Αλτουσέρ Λουί (2004), «Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης», Θέσεις τ. 88, Ιούλιος-Σεπτέμβριος: 86-93.

Αλτουσέρ Λουί (2015), Για τον Μαρξ, Αθήνα: Εκτός Γραμμής.

Anderson Perry (2003), Το απολυταρχικό κράτος, Αθήνα: Οδυσσέας.

Λένιν Β. Ι. (1953), Άπαντα, Τόμος 2, εκδ. ΚΚΕ.

Μαντέλ Ερνέστ (1971), Μαρξιστική πραγματεία της οικονομίας, τόμος 1ος, Αθήνα: Επιστημονικές μελέτες.

Μαρξ Καρλ (1978-α), Το Κεφάλαιο, Τόμος 1ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ (1978-β), Το Κεφάλαιο , Τόμος 3ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Καρλ (1990), Grundrisse . Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Β΄. Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Καρλ (2014), Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Εισαγωγή,

https://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1859/01/kritiki_politiki_oikonomia_karl_marx.html

Meikle Scott (2000), Η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός Γιάννης (1992), «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893 - 1900): Μια επίκαιρη μαρξιστική θεωρητική ανάλυση», Θέσεις τ. 38, Ιανουάριος - Μάρτιος: 93-126.

Μηλιός Γιάννης (2007), «Η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ως κριτική της Αριστεράς», Θέσεις τ. 101: 31-49.

Μηλιός Γιάννης (2016), «“Αντίφαση και επικαθορισμός”: Αποκρυπτογραφώντας την έννοια του συσχετισμού δύναμης στον Μαρξ», Εισήγηση στη διημερίδα (Ξανα)διαβάζοντας τον Αλτουσέρ σήμερα, Νομική Σχολή 2-3/4/2016. http://users.ntua.gr/jmilios/milios_presentation_antifasi-epikathorismos.pdf

Μηλιός Γιάννης, Δημήτρης Δημούλης και Γιώργος Οικονομάκης (2005), Η Θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό: Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: Νήσος.

Μηλιός, Γ. και Οικονομάκης, Γ. (2007). «Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση. (Μια κριτική προσέγγιση στη θεωρία των κοινωνικών τάξεων του Νίκου Πουλαντζά)», Θέσεις, 99: 19-55.

Πουλαντζάς Νίκος (1975-α), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. α΄. Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς Νίκος (1975-β), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. β΄. Αθήνα: Θεμέλιο.

Smith Adam (2000), Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών. Βιβλία Ι & ΙΙ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Weber Max (2010), Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, Αθήνα: Το Βήμα.

Χίλτον Ρόντνι (1982), «Καπιταλισμός – Τι σημαίνει η λέξη;», σε Ντομπ κ.ά., Η μετάβαση από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο: 209-28.


Althusser Louis (2006), “The Underground Current of the Materialism of the Encounter”, in L. Althusser Philosophy of the Encounter, Later Writings 1978-87, London: Verso.

Banaji Jairus (2007), “Islam, the Mediterranean and the Rise of Capitalism”, H istorical Materialism 15: 47-74.

Brenner Robert (1978), “Dobb on the transition from feudalism to capitalism”, Cambridge Journal of Economics, 2: 121-140.

Brentano Lujo (1916), Die Anfänge des modernen Kapitalismus, München, Reprint from the collection of the University of Michigan Library.

Cohen Edward E. (1992), Athenian Economy and Society. A Banking Perspective, Princeton University Press.

Crone Patricia (2014), Pre-Industrial Societies, Oneworld Publications iBooks.

Dobb Maurice (1950), Studies in the Development of Capitalism, London: Routledge & Keagan Paul.

Heinsohn Gunnar & Otto Steiger (1989), “The Veil of Barter”, in J. A. Kregel (ed.), Inflation and Income Distribution in Capitalist Crisis, London: McMillan.

KeynesJohn Maynard (2013), The Collected Writings of John Maynard Keynes, Vol. XXVIII, Social, Political and Literary Writings, Cambridge: CUP.

Laibman David (2007), Deep History: A Study of Social Evolution and Human Potential, New York: SUNY Series in Radical Social and Political Theory.

Ste. Croix G.E.M. de (1984), “Class in Marx’s Conception of History, Ancient and Modern”,  New Left Review, No 146: 92-111.

Wood, Ellen Meiksins (1991), The Pristine Culture of Capitalism, London: Verso.





 

1 Βλ. αναλυτικά Μηλιός-Οικονομάκης 2007.

2 Βλ. Μηλιός-Δημούλης-Οικονομάκης 2005.

3 Βλ. Μαρξ 1978-β, κεφ. 21, 22, 23, 24, 29, 30.

4 Βλ. Αλτουσέρ 1977, Πουλαντζάς 1975-α & 1975-β.

5 «Έτσι ο αγροτικός πληθυσμός, που με τη βία τον απαλλοτρίωσαν, τον κυνήγησαν και τον μετέτρεψαν σε αλήτες, υποτάχθηκε με τερατώδικους τρομοκρατικούς νόμους, με μαστιγώσεις, με στιγματισμούς και με βασανιστήρια σε μία πειθαρχία τέτοια που απαιτεί το σύστημα της μισθωτής εργασίας» (Μαρξ 1978-α: 762).

6 Μιλώντας για την καπιταλιστική παραγωγή στον τομέα των υπηρεσιών, γράφει ο Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου: «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν είναι μόνο παραγωγή εμπορευμάτων, είναι στην ουσία παραγωγή υπεραξίας. Ο εργάτης δεν παράγει για τον εαυτό του, αλλά για το κεφάλαιο. Γι’ αυτό δεν είναι πια αρκετό ότι γενικά παράγει. Πρέπει να παράγει υπεραξία. Παραγωγικός είναι μονάχα ο εργάτης εκείνος, που παράγει υπεραξία για τον κεφαλαιοκράτη ή που εξυπηρετεί την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου. Αν έχουμε το δικαίωμα να διαλέξουμε ένα παράδειγμα έξω από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής, τότε ένας δάσκαλος είναι παραγωγικός εργάτης, όταν, όχι μόνο επεξεργάζεται παιδικά κεφάλια, μα τσακίζεται κι ο ίδιος στη δουλειά για να πλουτίζει ο επιχειρηματίας. Το ότι ο τελευταίος έχει τοποθετήσει τα κεφάλαιά του σ’ ένα εργοστάσιο εκπαίδευσης αντί σ’ ένα εργοστάσιο λουκάνικων δεν αλλάζει τίποτα στη σχέση. Η έννοια λοιπόν του παραγωγικού εργάτη καθόλου δεν περικλείνει μονάχα μια σχέση ανάμεσα στη δράση και στο ωφέλιμο αποτέλεσμα, ανάμεσα στον εργάτη και στο προϊόν εργασίας, αλλά περικλείνει και μια σχέση παραγωγής ειδικά κοινωνική, που έχει γεννηθεί ιστορικά και βάζει στον εργάτη τη σφραγίδα του άμεσου μέσου αξιοποίησης του κεφαλαίου» (Μαρξ 1978-α: 525).

7 Βλ. Μηλιός 1992.

8 Συνήθως γίνεται αναφορά στην «Εισαγωγή» του Μαρξ στο Για την κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859) όπου διαβάζουμε: «Σε ένα στάδιο της ανάπτυξης, οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση με τις υφιστάμενες παραγωγικές σχέσεις, ή, για να εκφράσουμε το ίδιο πράγμα με νομικούς όρους, με τις σχέσεις της ιδιοκτησίας, μέσα στο πλαίσιο των οποίων ως τότε είχαν κινηθεί. Οι σχέσεις αυτές, από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μετατρέπονται σε δεσμά τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Οι αλλαγές στην οικονομική βάση, οδηγούν συντομότερα ή αργότερα στο μετασχηματισμό όλου του τεράστιου εποικοδομήματος» (https://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1859/01/kritiki_politiki_oikonomia_karl_marx.html ).

9 Βλ. «Αντίφαση και επικαθορισμός» και «Για την υλιστική διαλεκτική», σε Αλτουσέρ 2015: 133-189 και 235-308.

10 Οι μετα-κεϋνσιανοί οικονομολόγοι Gunnar Heinsohn και Otto Steiger ακολουθούν την ίδια ακριβώς γραμμή σκέψης: «[...] Οι ιστορικοί, οι οποίοι απορρίπτουν τα “ζωικά κίνητρα” του Κέυνς και τις “ελπίδες για κέρδος”, αποτυγχάνουν επίσης στην αναζήτησή τους για μια ερμηνεία του “ατομικιστικού καπιταλισμού” του αρχαίου κόσμου, με “χρήμα, επιτόκιο, συμβάσεις, αποδείξεις και ακόμη και συναλλαγματικές” [...]. Η άνοδος των αρχαίων πόλεων-κρατών, από τις οποίες ο Κέυνς αντλεί την έννοια “χρήμα με βάση το οποίο μπορούν να εκφραστούν τα δάνεια και οι συμβάσεις” [...], παραμένει ένα μυστήριο σήμερα» Heinsohn-Steiger 1989: 190).

11 «Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε αυτήν την πρώτη αντίληψη, πέραν της ρητής θεωρίας της συνάντησης, είναι η ιδέα ότι κάθε τρόπος παραγωγής συγκροτείται από ανεξάρτητα μεταξύ τους στοιχεία, όπου το καθένα είναι το αποτέλεσμα μιας προσίδιας ιστορίας, δίχως να υπάρχει καμία οργανική ή τελεολογική σχέση ανάμεσα στις διάφορες αυτές ιστορίες» (Αλτουσέρ 2004: 89).

12 Αναφέρομαι στην κύρια μορφή εκμετάλλευσης και μορφή πλεονάσματος, με την οποία συνάδουν και τα βασικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε κοινωνίας εν συνόλω. Όπως παρατηρεί ο Ste. Croix: «Τάξη είναι η συλλογική κοινωνική έκφραση του γεγονότος της εκμετάλλευσης, του τρόπου με τον οποίο η εκμετάλλευση συσσωματώνεται σε μια κοινωνική δομή» (Ste. Croix 1984: 100).

13 «Μόνο στην Αγγλία πήρε [η πρωταρχική συσσώρευση] την κλασική της μορφή και γι’ αυτό την παίρνουμε σαν παράδειγμα» (Μαρξ 1978-α: 741).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς