Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα: Από το καστοριαδικό πρόταγμα... Εκτύπωση
Τεύχος 137, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2016


ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ:

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ

ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ

ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ


του Ευάγγελου Παπαδημητρόπουλου


1. Εισαγωγή


Στο άρθρο αυτό πραγματεύομαι το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, έτσι όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στο καστοριαδικό πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχει αποκτήσει σημαντική φήμη για την πολιτική του φιλοσοφία, η οποία παρουσιάστηκε αρχικά στο περιοδικό Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (1949-1965) και εξελίχθηκε κατόπιν στα μεταγενέστερα γραπτά του.1 Το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, σε συνδυασμό με την κριτική του Καστοριάδη στον Μαρξισμό και στον καπιταλισμό, είναι από τα κεντρικά σημεία αναφοράς του έργου του. Οι κύριες ερωτήσεις τις οποίες θα επιχειρήσω ν’ απαντήσω εδώ είναι οι εξής: Ποιο είναι το περιεχόμενο του σοσιαλισμού στην πολιτική φιλοσοφία του Καστοριάδη; Είναι το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας συμβατό με την αναδυόμενη οικονομία των Κοινών; Αν ναι, πώς θα μπορούσε αυτή η συμβατότητα να ευδοκιμήσει και ν’ αναπτυχθεί περαιτέρω;

Στο πρώτο μέρος παρουσιάζω τις βασικές αρχές της καστοριαδικής αντίληψης του σοσιαλισμού, έτσι όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στο πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Στο δεύτερο μέρος, αναπτύσσω κάποια βασικά σημεία κριτικής που έχουν ασκηθεί στο πρόταγμα του Καστοριάδη. Στη βάση αυτής της κριτικής, εξετάζω κατόπιν την ενδεχόμενη συμβατότητα του προτάγματος του Καστοριάδη με την αναδυόμενη οικονομία των Κοινών. Για τον σκοπό αυτό, επικεντρώνομαι στην περιγραφή κάποιων βασικών χαρακτηριστικών των Κοινών αποσυνδέοντάς τα, από τη μια, από τη λεγόμενη «οικονομία του διαμοιρασμού» (sharingeconomy) και συνδέοντάς τα, από την άλλη, με κάποιες ρηξικέλευθες δυνατότητες που ενυπάρχουν στην πληροφορική επιστήμη και που θα μπορούσαν θεωρητικά να στηρίξουν μια σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, παρά τις όποιες διαφορές, η οικονομία των Κοινών απηχεί το καστοριαδικό πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας πολλαχώς. Στο τέλος, αναπτύσσω κριτικά μια σειρά από προτάσεις των Βασίλη Κωστάκη και MichelBauwens, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα γόνιμο έδαφος για περαιτέρω συζήτηση αναφορικά με την προοπτική των Κοινών.


2. Το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας


Το καστοριαδικό πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας αναπτύσσεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με τον Μαρξισμό όσο και με την καπιταλιστική ιδεολογία. Ο Καστοριάδης αντιλαμβάνεται τον σοσιαλισμό ως τη συλλογική αυτοδιεύθυνση της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά, στη βάση μιας άμεσης δημοκρατίας η οποία εισάγει μια θετική ελευθερία εν αντιθέσει προς την αρνητική ελευθερία του φιλελευθερισμού. Η καστοριαδική εκδοχή του σοσιαλισμού αντιβαίνει στη γραφειοκρατική ιεραρχία τόσο ενός πολιτικού κόμματος όσο και της καπιταλιστικής επιχείρησης, καθώς αξιώνει την ισότητα όλων ως προς τη συμμετοχή στη δημιουργία του νόμου που διέπει την αγορά και την ανάλογη θέσμιση της κοινωνίας. Η καστοριαδική αντίληψη του σοσιαλισμού αντιτίθεται, επίσης, στην αντιπροσωπευτική και διαδικασιακή δημοκρατία που κατάγεται εν πολλοίς από το έργο του Kant και αναπτύσσεται έπειτα σε όλες τις παραλλαγές της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας όπως αυτές που έχουν διατυπωθεί, για παράδειγμα, από τον JürgenHabermas ή τον JohnRawls. Η ελευθερία δεν είναι ούτε η αυτονομία που παράγεται από μια κατηγορική προσταγή, η οποία αποκρυσταλλώνεται στον νόμο του κράτους ούτε η ανεμπόδιστη άσκηση κάποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά η ισότητα όλων ως προς τη δυνατότητα συμμετοχής στη δημιουργία του νόμου που διέπει την κοινωνία. Η ελευθερία είναι η προϋπόθεση της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, καθώς επιτρέπει τη συμμετοχή όλων στη διαμόρφωση των κανόνων που διέπουν την ιδιωτική και δημόσια σφαίρα. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο Καστοριάδης:


«Ό, τι θελήσαμε ν’ αποδώσουμε με τον όρο “σοσιαλιστική κοινωνία”, στο εξής θα το ονομάζουμε αυτόνομη κοινωνία. Μια αυτόνομη κοινωνία συνεπάγεται αυτόνομα άτομα, και αντιστρόφως. Αυτόνομη κοινωνία, αυτόνομα άτομα: ελεύθερη κοινωνία, ελεύθερα άτομα. Η ελευθερία – αλλά τι είναι ελευθερία; Και ποια ελευθερία; [...] Δεν πρόκειται για κάποια εσωτερική ελευθερία αλλά για την πραγματική, κοινωνική, συγκεκριμένη ελευθερία – δηλαδή, από μια πρώτη ματιά, για τον ευρύτερο χώρο κίνησης και δραστηριότητας που είναι δυνατόν να εξασφαλίσει στο άτομο η θέσμιση της κοινωνίας [...] Ελεύθερη κοινωνία είναι μια κοινωνία στην οποία η εξουσία ασκείται αποτελεσματικά από τη συλλογικότητα, από μια συλλογικότητα στην οποία όλοι συμμετέχουν πραγματικά με ισότητα. Κι αυτή η ισότητα πραγματικής συμμετοχής δεν πρέπει, σαν στόχος, να παραμένει ένας εντελώς τυπικός κανόνας. Πρέπει να εξασφαλίζεται, όσο περισσότερο γίνεται, από αποτελεσματικούς θεσμούς».2


Ο σοσιαλισμός σημαίνει την αυτοθέσμιση της κοινωνίας στη βάση μιας άμεσης δημοκρατίας που εισάγει την έννοια της θετικής ελευθερίας ως την προϋπόθεση της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας.

O Καστοριάδης χρησιμοποιεί τον όρο «αυτοθέσμιση» αντί για «συμμετοχική δημοκρατία» εξαιτίας της σημασίας που αποδίδει στην έννοια του θεσμού στο έργο του. Στο έργο του Καστοριάδη – το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του οποίου είναι Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας3 – το ριζικό φαντασιακό της ψυχής εκδιπλώνεται στο κοινωνικο-ιστορικό διαμέσου του θεσμού. Ο θεσμός αναπτύσσεται σε δυο μορφές: το θεσμίζον και το θεσμισμένο. Το θεσμισμένο απορρέει από τη θεσμίζουσα δυνατότητα του ριζικού φαντασιακού, το οποίο έγκειται στην ελεύθερη αναπαραστασιακή/προθεσιακή/αισθηματική ροή της ψυχής. Ως τέτοιο, το θεσμισμένο είναι μια δημιουργία του ανώνυμου συλλογικού, το οποίο παράγει μια ριζική υπο-εξουσία, αναγκαία για την αυτοσυντήρηση και αναπαραγωγή του είδους. Αυτή η πρωταρχική εξουσία συγκροτεί μια υπόρρητη εξουσία που ο Καστοριάδης ονομάζει «το πολιτικό», το οποίο εκδηλώνεται με τη μορφή του νόμου, της παράδοσης, της γλώσσας, της θρησκείας, της τεχνικής κλπ. Το θεσμίζον όμως υπερβαίνει το θεσμισμένο καθώς συνίσταται στην αυτονομία του ανώνυμου συλλογικού να διαμορφώνει το πολιτικό. Ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις οι κοινωνίες έχουν αναπτυχθεί σε συνθήκες θεσμισμένης ετερονομίας, όπου το κεντρικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας είναι η θεσμισμένη αναπαράσταση μιας εξωκοινωνικής πηγής του νόμου (είτε πρόκειται για τον μύθο, την παράδοση, τη θρησκεία κλπ.), η αυτονομία συνεπάγεται τη δημιουργία της πολιτικής ως τη δυνατότητα αμφισβήτησης και, κατ’ επέκταση, αναθεώρησης του πολιτικού. Ο Καστοριάδης εντοπίζει τη γενέτειρα της πολιτικής στην Αρχαία Ελλάδα, όπου παρατηρείται ιστορικά η πρώτη ανάδυση του προτάγματος της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας.


«Η αυτονομία προέρχεται από την έννοια του αυτό-νομου: το να δημιουργεί κάποιος το δικό του νόμο. Ύστερα από όσα έχουν ειπωθεί για την ετερονομία είναι σχεδόν περιττό να προσθέσουμε: αυτονομία σημαίνει το να θέτει κάποιος τους νόμους του εν γνώσει του. Πρόκειται για την εμφάνιση ενός νέου είδους στην ιστορία του όντος συνολικά: ενός τύπου όντος που δημιουργεί αναστοχαστικά το ίδιο τους νόμους του είναι του».4


Ο Καστοριάδης διακρίνει δυο μεγάλες ιστορικές στιγμές σε σχέση με τη γέννηση της αυτονομίας: την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδας, 5 η οποία αναπτύχθηκε κόντρα στην ετερονομία του μυθο-θεολογικού φαντασιακού της παράδοσης, και τις επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα στη Δυτική Ευρώπη, οι οποίες εκδηλώθηκαν απέναντι στην ετερονομία της απόλυτης μοναρχίας.6 Ο Καστοριάδης συνδέει έπειτα την έννοια της αυτονομίας με τον Μαρξισμό και τα συνακόλουθα κινήματα των εργατών, των γυναικών και των φοιτητών τον 19ο και 20ό αιώνα, τα οποία εκδηλώθηκαν κόντρα στη γραφειοκρατία του καπιταλισμού. Ο Καστοριάδης, όμως, έρχεται σε ρήξη αργότερα με τον Μαρξισμό μέσα από την ανάπτυξη του προτάγματος της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, το οποίο απορρέει από την κριτική του στον Μαρξισμό και τον καπιταλισμό.

Η σχέση του Καστοριάδη με τον Μαρξ έχει γίνει αντικείμενο εντελεχούς εξέτασης από μια πλειάδα σχολιαστών.7 Η κριτική του Καστοριάδη στον Μαρξ εκτείνεται σε δυο βασικά επίπεδα: ένα φιλοσοφικό και ένα αμιγώς οικονομικό. Θα αναπτύξω εδώ ακροθιγώς τα φιλοσοφικά επιχειρήματα του Καστοριάδη, καθώς η κριτική του στην πολιτική οικονομία του Μαρξ ξεπερνά κατά πολύ τα όρια αυτού του άρθρου.

Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι ο Μαρξ δελεάστηκε από τον θετικισμό της εποχής του στον βαθμό που επιδίωξε να ανακαλύψει τους αιώνιους νόμους της ιστορίας κατά το πρότυπο της ορθολογικής κυριαρχίας της απεριόριστης επέκτασης της οικονομίας και της τεχνολογίας στη φύση και στην κοινωνία.8 Η έννοια της ορθολογικής κυριαρχίας κατάγεται από την προγραμματική διακήρυξη του Καρτέσιου (Descartes) και του Μπέικον (Bacon) να γίνει ο άνθρωπος κυρίαρχος και κάτοχος της φύσης. Αυτή η προγραμματική διακήρυξη αντλεί από τον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό του Αριστοτέλη που εξελίχθηκε κατά τη νεωτερικότητα κατά το πρότυπο αυτού που ο Καστοριάδης ονομάζει «αρχή της καθοριστικότητας», την απόπειρα, δηλαδή, της κληρονομημένης σκέψης (συμπεριλαμβανομένων των Καντ, Χέγκελ) να καθορίσει επακριβώς τους νόμους που διέπουν τη φύση και την κοινωνία. Ο Μαρξ δελεάστηκε εξίσου από τον επιστημονικό ντετερμινισμό του θετικισμού καθώς επιχείρησε να γίνει ο Νεύτωνας της ιστορίας αναπτύσσοντας ένα κλειστό θεωρητικό σύστημα, μια «τελική» θεωρία ενός ιστορικού υλισμού που βασίζεται σε έναν τεχνολογικό ντετερμινισμό. Ο Μαρξ αντέστρεψε το Απόλυτο Πνεύμα του δασκάλου του Χέγκελ στην ύλη της φύσης, η οποία εξελίσσεται σύμφωνα με τους «αιώνιους» νόμους της ιστορίας, έτσι όπως αυτοί ανακαλύπτονται από την επιστήμη και εφαρμόζονται κατόπιν στη βιομηχανία. Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι ο Μαρξ δελεάστηκε εξίσου από τον οικονομισμό του καπιταλισμού τοποθετώντας την οικονομία στη βάση της πολιτικής· υιοθετώντας, με άλλα λόγια, το καπιταλιστικό μοντέλο του homooeconomicus. Τελικά, ο Καστοριάδης επισημαίνει ότι το θεωρητικό στοιχείο του έργου του ύστερου Μαρξ επικράτησε του επαναστατικού στοιχείου του νεαρού Μαρξ. Στα επονομαζόμενα σοσιαλιστικά καθεστώτα του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, το επαναστατικό πρόταγμα του νεαρού Μαρξ μετατράπηκε στο πολιτικό δόγμα ενός Λενινιστικού-Σταλινικού Μαρξισμού, το οποίο απέβη ένα ιστορικό τερατούργημα9 .

Βεβαίως ο Μαρξ στον οποίο ασκεί κριτική ο Καστοριάδης δεν είναι ο Μαρξ του Κεφαλαίου αλλά μάλλον ο Μαρξ του σοβιετικού μαρξισμού και των εγχειριδίων. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι ο Μαρξ της θεωρητικής παράδοσης στην οποία εντάσσονται οι Θέσεις (βλ. Δημούλης 2008, Μηλιός 2007, Σωτήρης 2002).

Σ’ αντίθεση με τη θετικιστική φιλοσοφία της ιστορίας που αποδίδει στον Μαρξ, ο Καστοριάδης άρχισε να διαμορφώνει μια λογικη-οντολογία των μαγμάτων ήδη από την εποχή του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα.10 Ο Καστοριάδης ορίζει τα μάγματα ως εξής:


«Μάγμα είναι αυτό από το οποίο μπορούμε να εξαγάγουμε (ή: μέσα στο οποίο μπορούμε να κατασκευάσουμε) συνολιστικές οργανώσεις απροσδιόριστου αριθμού, αλλά που δεν μπορεί ποτέ να ανασυγκροτηθεί (ιδεατά) με συνολιστική (πεπερασμένη ή άπειρη) σύνθεση αυτών των οργανώσεων».11


Η λογικη-οντολογία του μάγματος απηχεί την προσωκρατική φιλοσοφία καθώς, στον Καστοριάδη, το Είναι είναι Χάος ή Άβυσσος που διέπεται από δυο βασικά χαρακτηριστικά: την ακαθοριστία και τη δημιουργία εκ του μηδενός.12 Η ακαθοριστία της δημιουργίας εκ του μηδενός ξεδιπλώνεται με τη μορφή του στοιχειακού (élémentaire) φαντασιακού της Φύσης, το οποίο εξελίσσεται ιστορικά στο ριζικό φαντασιακό της ψυχής και στο κοινωνικό φαντασιακό του ανώνυμου συλλογικού. Η καστοριαδική λογική-οντολογία του μάγματος συνιστά μια αντιθεμελιωτική φιλοσοφία, η οποία αναπτύσσεται σ’ αντίθεση με την αρχή της καθοριστικότητας της κληρονομημένης σκέψης, είτε πρόκειται για το μαθηματικό ντετερμινισμό του Πλάτωνα, τον ορθολογισμό του Αριστοτέλη, το Απόλυτο Πνεύμα του Χέγκελ, τον Λόγο του Καντ ή τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ. Ως τέτοια, αποτελεί τη φιλοσοφική προϋπόθεση της πολιτικής ελευθερίας, καθότι δεν υπάρχει κάποιο θεμέλιο του Είναι, κάποιο δηλαδή apriori σύνολο νόμων που προδιαμορφώνει την κοινωνία πέρα από την ελευθερία του ανώνυμου συλλογικού να αποφασίζει αυτόνομα τους νόμους του. Τα πρώτα δείγματα αυτής της αυτονομίας εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην άμεση δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδας και επανεμφανίστηκαν στη δυτικοευρωπαϊκή νεωτερικότητα. Ωστόσο, ο Καστοριάδης τονίζει ότι η εξέλιξη της αυτονομίας στη νεωτερικότητα καταλήγει σε μια ορθολογική κυριαρχία, η οποία διχοτομείται στους πόλους του μαρξισμού και του καπιταλισμού. Παρά την αντίθεσή τους, τόσο η ορθολογική κυριαρχία του μαρξισμού όσο και του καπιταλισμού έγκειται στην απεριόριστη επέκταση της οικονομίας και της τεχνολογίας στη φύση και στην κοινωνία.

Η κριτική του Καστοριάδη στη γραφειοκρατία του καπιταλισμού διαφέρει από αυτή του Μαρξ στο ότι η θεμελιώδης αντίθεση του καπιταλισμού δεν είναι αυτή μεταξύ των καπιταλιστών και του προλεταριάτου αλλά μεταξύ των διευθυντών και των εκτελεστών της παραγωγής. Στον Καστοριάδη, η θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού έγκειται στο ότι ο εργάτης συμμετέχει στην εκτέλεση της παραγωγής αλλά όχι στον σχεδιασμό της. Αυτή η αντίφαση συνεπάγεται μια τεράστια σπατάλη λόγω αναξιοποίητων πόρων και μια διαιωνιζόμενη ταξική πάλη μεταξύ διευθυντών και εκτελεστών.

Η αντίθεση μεταξύ διευθυντών και εκτελεστών διαπερνά το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας, της εκπαίδευσης, της πολιτικής κλπ. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι βιώνουν τη ζωή τους ως κάτι ξένο ως προς αυτούς στον βαθμό που δεν μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως απλά αντικείμενα, ενώ θα έπρεπε να είναι τα πραγματικά υποκείμενα της ζωής τους, εκπληρώνοντας τις επιθυμίες τους στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η λύση σε αυτή την αντίφαση δεν είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η εθνικοποίηση της παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός, ο οποίος, κατά τον Καστοριάδη, αναπαράγει μια νέα ανισότητα μεταξύ του κράτους και των εργατών, αλλά η αυτοδιεύθυνση της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά από τους εργαζόμενους-πολίτες αυτούς καθεαυτούς. Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει φυσιολογικά αφορά το περιεχόμενο αυτού του είδους του σοσιαλισμού.

Ο Καστοριάδης περιγράφει το σοσιαλιστικό του πρόταγμα αναλυτικά σε μια σειρά από άρθρα τα οποία δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα μεταξύ του 1949 και 1965. Η θεμελιώδης αρχή του σοσιαλισμού σύμφωνα με τον Καστοριάδη είναι η άμεση δημοκρατία, η οποία θα εγκαθιδρύετο αρχικά στο επίπεδο της παραγωγής μέσω εργατικών συνελεύσεων, στις οποίες θα είχαν δικαίωμα συμμετοχής όλοι οι εργαζόμενοι στη βάση μιας διαφανούς διαδικασίας πληροφόρησης. Δεδομένης της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, οι εργατικές συνελεύσεις θα αποτελούσαν τη βάση της συνέλευσης όλων των εργατικών συμβουλίων που θα εκπροσωπούνταν από ανακλητούς αντιπροσώπους με τη μορφή τοπικών κυβερνήσεων, οι οποίες θα μεριμνούσαν για την εφαρμογή των αποφάσεων της βάσης. Η αμεσοδημοκρατική μορφή διακυβέρνησης θα επεκτεινόταν από το επίπεδο της οικονομίας σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.13

Σ’ αντίθεση με τη γραφειοκρατία του καπιταλισμού που ελέγχεται από μια φιλελεύθερη ολιγαρχία, η οποία διαιωνίζεται με όρους κληρονομικότητας, ενώ παράλληλα «στρατολογεί» προσωπικό από τα μεσαία στρώματα στη βάση της δυνατότητας ενός εκάστου να προσαρμοστεί και να επιβιώσει στον ανταγωνισμό της εργασίας – με τον τελευταίο να συνδιαμορφώνεται από ποικίλες σχέσεις εξουσίας14 – ο σοσιαλισμός στοχεύει στη μεταμόρφωση της εργασίας μέσα από την ενοποίηση της διεύθυνσης και της εκτέλεσης της παραγωγής. Ο σοσιαλισμός προϋποθέτει και συνεπάγεται την κατάργηση του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας διαμέσου της οριζόντιας συνεργασίας των ειδικών και των εργαζόμενων, την εναλλαγή των καθηκόντων και τον αμοιβαίο έλεγχο των εργαζόμενων από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Επιπροσθέτως, η τεχνολογία θα μπορούσε να μετατρέψει το ρομποτισμό της εργασίας σε δημιουργία και ποίηση. Μέσα από τον εξανθρωπισμό της τεχνολογίας η εργασία δεν θα ήταν μια ρουτίνα και αγγαρεία, μια διαδικασία μιζέριας, βαρεμάρας και ψυχοσωματικής αλλοτρίωσης αλλά το αυθόρμητο αποτέλεσμα της αυτοεκπλήρωσης και συνεργασίας. Έτσι, η τεχνολογία δεν θα εξυπηρετούσε απλώς τις ανάγκες των ανθρώπων ως καταναλωτών αλλά και ως αυτόνομων παραγωγών. Οι εργαζόμενοι δεν θα ήταν σκλάβοι αλλά κύριοι των μηχανών. Ο εξανθρωπισμός της τεχνολογίας θα στόχευε επίσης στη μείωση της εργάσιμης ημέρας. Όπως επισημαίνει ο Καστοριάδης:


«Το πρόβλημα δεν είναι να αφεθεί στους ανθρώπους ένας “ελεύθερος χρόνος” – που θα κινδύνευε να μην είναι τίποτε άλλο από κενός χρόνος – για να μπορούν να τον γεμίσουν όπως τους αρέσει με “ποίηση” ή με ξυλογλυπτική. Το πρόβλημα είναι όλος ο χρόνος να γίνει χρόνος ελευθερίας, και η συγκεκριμένη ελευθερία να μπορεί να ενσαρκωθεί στη δημιουργική δραστηριότητα. Το πρόβλημα είναι να μπει η ποίηση στην εργασία. Η παραγωγή δεν είναι η αρνητική πλευρά που πρέπει να περιορίσουμε όσο το δυνατό περισσότερο, για να μπορέσει ο άνθρωπος να πραγματοποιηθεί στις ώρες “ψυχαγωγίας”. Επίσης είναι η εγκαθίδρυση της αυτονομίας – κατά πρώτο λόγο είναι η εγκαθίδρυση της αυτονομίας στην εργασία».15

Επιπλέον, η μείωση της εργάσιμης ημέρας θα συνοδευόταν από την κατάργηση της ιεραρχίας των μισθών, των αμοιβών και των εισοδημάτων16 με τελικό στόχο την αναδιανομή του κοινωνικού προϊόντος και την εγκαθίδρυση μιας πραγματικά δημοκρατικής αγοράς, βασισμένης στην κυριαρχία του καταναλωτή. Έτσι, η αγοραστική δύναμη του καταναλωτή δεν θα επισκιαζόταν από την ελίτ του μάρκετινγκ, αλλά θα αποτελούσε μια ισοδύναμη «ψήφο» ατομικής και συλλογικής αυτονομίας.17

Τέλος, για τον Καστοριάδη, ο σοσιαλισμός βασίζεται σε ένα συνολικό σχεδιασμό της οικονομίας που θα υποστηρίζεται από την τεχνολογία των υπολογιστών, οι οποίοι θα αποθηκεύουν και θα ανανεώνουν συνεχώς (update) σε άμεσο χρόνο όλα τα δεδομένα που χρειάζονται για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την επένδυση, την κατανάλωση και την παραγωγή:


«Η λύση αυτών των προβλημάτων θα είναι το έργο μιας συγκεκριμένης επιχείρησης, μηχανοποιημένης και αυτοματοποιημένης σε σημαντικό βαθμό, της οποίας το έργο θα είναι η “μαζική παραγωγή” των σχεδίων και των διαφόρων ξεχωριστών τους κομματιών. Αυτή η επιχείρηση θα είναι το σχεδιοστάσιο. Το κεντρικό τμήμα του σχεδιοστασίου θα είναι κατά πάσα πιθανότητα (στην αρχή) ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος (computer) του οποίου η μαγνητική μνήμη θα έχει εναποθηκεύσει τους τεχνικούς συντελεστές και το παραγωγικό δυναμικό κάθε τομέα και ο οποίος, “τροφοδοτημένος” με υποθετικούς στόχους, θα “παράγει” τα απορρέοντα καθήκοντα παραγωγής κατά τομέα (συμπεριλαμβανομένων, βέβαια, των ωρών εργασίας που θα πρέπει στην αντίστοιχη περίπτωση να προσφέρει ο τομέας “εργαζόμενος”)».18

Αυτού του είδους οι τεχνικοί συντελεστές ή, αλλιώς, δεδομένα – τα οποία συλλέγονται από στατιστικολόγους και οικονομολόγους και χρησιμοποιούνται από επιχειρήσεις και τράπεζες εδώ και δεκαετίες – θα τίθενται στη διάθεση της εργατικής συνέλευσης κάθε επιχείρησης με τη μορφή απλοποιημένης πληροφορίας. Στη βάση αυτών των δεδομένων θα γίνονται οι συζητήσεις, θα κατατίθενται οι προτάσεις και θα λαμβάνονται οι σχετικές αποφάσεις με όρους πλειοψηφίας.19 Ο Καστοριάδης, τέλος, επισημαίνει:


«Το σχέδιο, αφού εγκριθεί, χαράζει το πλαίσιο των οικονομικών δραστηριοτήτων για την περίοδο που καλύπτει, και είναι η αφετηρία τους. Αλλά το σχέδιο δεν κυριαρχεί στην οικονομική ζωή της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Δεν είναι, ακριβώς, παρά η αφετηρία, που διαρκώς ξαναεξετάζεται και αλλάζει. Η οικονομική ζωή – επομένως όλη η ζωή – της κοινωνίας δεν μπορεί να επαναπαυθεί σε μια νεκρή τεχνική λογική, δεδομένη για πάντα. Η κοινωνία δεν μπορεί να αλλοτριωθεί στις ίδιες της τις αποφάσεις. Δεν πρόκειται μόνο για το ότι η εξέλιξη της πραγματικότητας δεν μπορεί παρά να απομακρυνθεί, από αναρίθμητες απόψεις, και από το πιο “τέλειο” σχέδιο του κόσμου. Πρόκειται κυρίως για το ότι η διευθυντική δραστηριότητα των εργαζομένων θα τείνει διαρκώς, άμεσα ή έμμεσα, να μετατρέπει ταυτόχρονα τα δεδομένα και τους στόχους του σχεδίου. Καινούρια προϊόντα, καινούρια μέσα παραγωγής, καινούριες μέθοδοι, όπως και καινούρια προβλήματα και καινούριες ασχολίες θα παρουσιάζονται συνέχεια· χρόνοι εργασίας θα ελαττώνονται, τιμές θα μεταβάλλονται, επιφέροντας αντιδράσεις των καταναλωτών ή μετατοπίσεις της ζήτησης· ορισμένες απ’ αυτές τις μεταβολές δεν θα ενδιαφέρουν παρά μόνο μια επιχείρηση, άλλες θα αφορούν πολλές και, χωρίς αμφιβολία, θα υπάρξουν άλλες που θα έχουν αντίκτυπο στο σύνολο της οικονομίας».20


Συνοψίζοντας, οι βασικές αρχές του σοσιαλισμού στο καστοριαδικό πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας είναι οι εξής:


  • Η κατάργηση της διαίρεσης μεταξύ διευθυντών και εκτελεστών και η εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας, η οποία θα εφαρμοστεί βασικά στο επίπεδο της παραγωγής της κάθε επιχείρησης και θα επεκταθεί κατόπιν στο σύνολο της κοινωνίας διαμέσου συμβουλίων που θα απαρτίζονται από ανακλητούς αντιπροσώπους.

  • Η κατάργηση της ιεραρχίας του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας μέσα από την οριζόντια συνεργασία των ειδικών, των τεχνικών και των εργαζόμενων, της εναλλαγής των καθηκόντων και του αμοιβαίου ελέγχου των εργαζόμενων από τους ίδιους τους εργαζόμενους.

  • Η διαφάνεια της πληροφορίας.

  • Ο εξανθρωπισμός της τεχνολογίας και η συνεπακόλουθη μετατροπή του ρομποτισμού της εργασίας σε μια δημιουργία που θα εκφράζει τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα ενός εκάστου των εργαζόμενων.

  • Η μείωση της εργάσιμης ημέρας.

  • Η κατάργηση της ιεραρχίας των μισθών, των αμοιβών και των εισοδημάτων.

  • Η πραγματική κυριαρχία του καταναλωτή.

  • Το σοσιαλιστικό σχέδιο που θα υποστηρίζεται από την τεχνολογία των υπολογιστών, οι οποίοι θα παρέχουν όλα τα αναγκαία δεδομένα για τη λήψη αποφάσεων.


    Όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο Καστοριάδης ανέπτυξε στα μεταγενέστερα γραπτά του μια αντιθεμελιωτική λογική-οντολογία των μαγμάτων, η οποία ενσωμάτωσε την επαγγελματική του ενασχόληση με την ψυχανάλυση και λειτούργησε περαιτέρω ως η φιλοσοφική προϋπόθεση του σοσιαλιστικού του προτάγματος.21 Εν τέλει, ο Καστοριάδης αναπτύσσει μια οικολογική γραμμή κριτικής ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος από την καπιταλιστική βιομηχανία.22 Στη βάση αυτής της κριτικής, η τεχνοεπιστήμη σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θα ετίθετο στην υπηρεσία μιας οικολογικής και αμεσοδημοκρατικής διαβούλευσης.


    3. Από το καστοριαδικό πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας

    στην οικονομία των Κοινών


    Το καστοριαδικό πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας έχει τύχει αξιοσημείωτης κριτικής. Μια βασική γραμμή κριτικής, η οποία διατυπώθηκε από τον FerencFehér, έγκειται στο επιχείρημα ότι το πρόταγμα του Καστοριάδη αναπαράγει μερικώς την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εφαρμοστεί στις σύγχρονες κοινωνίες εξαιτίας της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των τελευταίων.23 Ο Καστοριάδης αντιτείνει, από τη μεριά του, ότι η τεχνολογία των υπολογιστών μπορεί να διευκολύνει (παρά να καταστήσει αδύνατο) το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας.24 Φαίνεται, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, ότι η ολιστική διάσταση του καστοριαδικού προτάγματος δεν μπορεί να βρει εφαρμογή στις σύγχρονες αποκεντρωμένες κοινωνίες, τουλάχιστον όχι με τη μορφή μιας κεντρικής διακυβέρνησης του συνόλου της οικονομίας και της κοινωνίας. Επιπλέον, ο Καστοριάδης φαίνεται να εισάγει μια ανεστραμμένη γραφειοκρατία, έστω και σε αμεσοδημοκρατική μορφή, η οποία αναγείρει το ερώτημα του αν και κατά πόσο μπορεί να τύχει ευρείας υποστήριξης από μέρους των πολιτών. Διότι, προκειμένου για μια άμεση δημοκρατία, η συμμετοχή των πολιτών είναι sine qua non.

    Επιπροσθέτως, ο HansJoas έχει δίκιο, κατά τη γνώμη μου, όταν υποστηρίζει ότι είναι ιδιαιτέρως αμφίβολο αν οι πολίτες θα ήταν πρόθυμοι να δώσουν τη συγκατάθεσή τους σε μια αναδιανομή του εισοδήματός τους.25 Ο ίδιος ο Καστοριάδης τονίζει ότι το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας απαιτεί μια ανάλογη παιδεία μέσω της οποίας ο σύγχρονος homooeconomicus θα αντικαθίστατο από ένα εντελώς διαφορετικό ανθρωπολογικό τύπο που θα ήταν εφοδιασμένος με την κατάλληλη βούληση και γνώση για να στηρίξει μια εναλλακτική οικονομία που να μη βασίζεται στο κέρδος. Είναι άξιο απορίας όμως πώς θα μπορούσε να συμβεί μια τόσο ριζική μεταστροφή στο κοινωνικό φαντασιακό, ειδικά όταν ο Καστοριάδης απορρίπτει το πολιτικό σύστημα συνολικά και επαφίεται αποκλειστικά στα αυτόνομα κινήματα των συλλογικοτήτων. Ο Καστοριάδης ήταν επίσης κριτικός απέναντι στον πολιτικό ρεφορμισμό, καθώς θεωρούσε ότι αυτό θα οδηγούσε στην ενσωμάτωση του σοσιαλιστικού προτάγματος στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Είναι όμως παρανόηση να θεωρηθεί ο Καστοριάδης αναρχικός. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε αντικαπιταλιστής και αντικρατιστής, ανέπτυξε τις ενστάσεις του στον αναρχισμό. Συγκεκριμένα, σε μια συνέντευξη με αναρχικούς υποστήριξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς έναν ελάχιστο βαθμό εξουσίας και κανόνων. Αναφέρει ότι εναπόκειται στην ίδια την κοινωνία να αποφασίσει για τον βαθμό και το περιεχόμενο τόσο της εξουσίας όσο και των κανόνων της.26 Πώς θα μπορούσε όμως το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας να πραγματοποιηθεί επί του παρόντος, δεδομένης της κυριαρχίας ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού παγκοσμίως;

    Παράλληλα με την παρούσα επέκταση του νεοφιλελευθερισμού σε όλη την υφήλιο, υπάρχει μεγάλη συζήτηση σήμερα αναφορικά με την ανάδυση του αντι-παραδείγματος της οικονομίας των Κοινών, η οποία απηχεί το πρόταγμα του Καστοριάδη πολλαχώς. Αυτό το αντι-παράδειγμα αναφέρεται συχνά ως το αναδυόμενο μοντέλο της οικονομίας του διαμοιρασμού (sharingeconomy), όπου εταιρείες «ξεμπλοκάρουν» μια σειρά από αναξιοποίητα προϊόντα (αυτοκίνητα, δωμάτια, καταναλωτικά αγαθά, δεξιότητες, κεφάλαιο, Wi-Fi κλπ.) διαμέσου του Διαδικτύου, μεταμορφώνοντας τους καταναλωτές σε μικρο-επιχειρηματίες που ανταλλάσσουν, διαπραγματεύονται, πουλάνε και νοικιάζουν προϊόντα και υπηρεσίες. Ο όρος όμως «οικονομία του διαμοιρασμού» είναι παραπλανητικός, καθώς η πράξη του διαμοιρασμού αυτή καθεαυτή δεν προϋποθέτει αναγκαστικά την εμπορευματοποίηση προϊόντων και υπηρεσιών.27 Αυτού του είδους οι εταιρείες έχουν ουσιαστικά εκμεταλλευτεί την κρίση του 2008, δημιουργώντας διαδικτυακές πλατφόρμες που χρεώνουν τους χρήστες τους με ένα αντίτιμο για την ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών. Έτσι, η διαδικασία του διαμοιρασμού, η επιλογή δηλαδή ενός εκάστου να μοιραστεί προϊόντα και υπηρεσίες με άλλους, εμπορευματοποιείται. Η παραδοσιακή γραφειοκρατία του καπιταλισμού μεταμορφώνεται σε μια ψηφιακή γραφειοκρατία, η οποία αντικαθιστά τους παλιούς μεσίτες με καινούριους. Το «αόρατο χέρι» της αγοράς απλώνεται σε ένα ψηφιακό ολιγοπώλιο που συνοδεύει τον παραδοσιακό καπιταλισμό. Ο ψηφιακός καπιταλισμός συνεπάγεται εν τέλει μειωμένη κατανάλωση και εκτεταμένη φοροδιαφυγή.28

    Εκτός αυτού, όσο ελκυστική φαντάζει η προοπτική μετατροπής των εργαζόμενων ή των ανέργων σε μικρο-επιχειρηματίες ή ευέλικτους ελεύθερους επαγγελματίες, ο ψηφιακός καπιταλισμός, στις περισσότερες των περιπτώσεων, τοποθετεί τον εργαζόμενο σε μειονεκτική θέση, καθώς μετατρέπει την εργασία σε μια δημοπρασία, η οποία αναπαράγει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας δυσανάλογης προσφοράς και ζήτησης. Από τη μια, ευνοεί τους έχοντες σε σχέση με τους μη έχοντες – όπως κάνει κάθε δημοπρασία – ενώ, από την άλλη, υποχρεώνει τους υπό εκμετάλλευση ερασιτέχνες να σπρώχνουν προς τα κάτω τις επαγγελματικές αμοιβές πουλώντας τις υπηρεσίες τους φθηνότερα. Ως αποτέλεσμα, ο ψηφιακός καπιταλισμός διευρύνει τις ήδη διευρυμένες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Συν τούτοις, προσφέρει χαμηλές αμοιβές και εργασία δίχως υγειονομική ασφάλιση, σύνταξη, επίδομα ανεργίας, επίδομα αδείας κλπ. Υπό αυτή την έννοια, η «οικονομία του διαμοιρασμού» είναι ουσιαστικά ένας ευφημισμός για μια νεοφιλελεύθερη, «ευέλικτη» μορφή οικονομίας η οποία απασχολεί ανεξάρτητους μικροπαραγωγούς, άνεργους, μερικώς απασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες (freelancers). Επομένως, ενώ είναι αλήθεια ότι ο ψηφιακός καπιταλισμός έχει συντελέσει στην αποκέντρωση της οικονομίας, επουδενί δεν έχει συμβάλει στη δημιουργία μιας πραγματικής οικονομίας του διαμοιρασμού, ή αναδιανεμητικής οικονομίας.

    Ο όρος «οικονομία του διαμοιρασμού» δεν θα έπρεπε να συγχέεται ή να ταυτίζεται με την οικονομία των Κοινών, καθώς η τελευταία συνίσταται σε μια πλειάδα εγχειρημάτων που αναδύονται ανά την υφήλιο τις τελευταίες δεκαετίες με σκοπό την απόσπαση γης, εργασίας και κεφαλαίου από την καπιταλιστική οικονομία και την αξιοποίησή τους στο πλαίσιο μιας εναλλακτικής οικονομίας που ευνοεί την αποκέντρωση σε σχέση με τον κεντρικό έλεγχο, τη δημοκρατική αυτοδιαχείριση σε σχέση με την καπιταλιστική ιεραρχική διαχείριση, την πρόσβαση σε σχέση με την ιδιοκτησία, τη διαφάνεια σε σχέση με την ιδιωτικότητα και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα σε σχέση με την ανάπτυξη με κάθε κόστος.


    «Γενικά, τα Κοινά αναφέρονται σε κοινούς πόρους όπου κάθε μέτοχος έχει ίσα συμφέροντα με κάθε συμμέτοχο. Η σφαίρα των Κοινών περιλαμβάνει φυσικούς πόρους, όπως τον αέρα, το νερό, τα ορυκτά, τους ωκεανούς, τα δάση, και πολιτισμικό κεφάλαιο, όπως το διαδίκτυο, τα ραδιοκύματα, τη γλώσσα, την πολιτιστική κληρονομιά και τη δημόσια γνώση που έχει συσσωρευτεί ανά τους αιώνες».29

    Ειδικότερα, η οικονομία των Κοινών εκτείνεται από εκατοντάδες προγράμματα ανοιχτού λογισμικού (Linux, LibreOffice κλπ.) και ομότιμα (peer-to-peer) δίκτυα (Wikipedia, OpenStreetMap, Wikihow, FabLabs, OpenSourceEcology, Arduino, Loomio κλπ.) σε μια σειρά από οικολογικά εγχειρήματα, όπως τον διαμοιρασμό σπόρων στην Ινδία και τους συνεταιρισμούς οργανικής καλλιέργειας στην Ιαπωνία· από το πάρκο πατάτας στο Περού που προστατεύει 500 διαφορετικά είδη πατάτας στα κινήματα κοινής ιδιοκτησίας γης (communitylandtrusts) και στους εργατικούς συνεταιρισμούς σε Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία και Καναδά. Όλα αυτά τα εγχειρήματα κοινοτισμού αναπτύσσουν μια πληθώρα νέων αγορών στους τομείς της αγροτικής καλλιέργειας, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της στέγασης, της παροχής υγείας και κοινωνικής περίθαλψης, της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, των κοινωνικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της εκπαίδευσης κλπ.30

    Η οικονομία των Κοινών απηχεί επίσης την προαναφερθείσα θέση του Καστοριάδη ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας τον 21ο αιώνα διευκολύνει τη δημιουργία μιας πιο δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας. Η χρήση του Διαδικτύου και της επιστήμης της πληροφορικής εν γένει (τριδιάστατοι εκτυπωτές, τεχνητή νοημοσύνη, η τεχνολογία της αλυσίδας των Μπλοκ [Blockchain] κλπ.) θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία μιας μετακαπιταλιστικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, οι PaulMason και JeremyRifkin, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται ότι το Διαδίκτυο θα μπορούσε να καταστεί η υποδομή μιας νέας οικονομίας, βασισμένης στην ελεύθερη ροή πληροφορίας, η οποία υποσκάπτει τα μονοπώλια των πολυεθνικών και τον έλεγχο των κυβερνήσεων31 . Έτσι, η ίδια η λειτουργική αρχή του καπιταλισμού, δηλαδή η αύξηση της παραγωγικότητας και η μείωση του οριακού κόστους, φαίνεται να υποσκάπτει την καπιταλιστική οικονομία αυτή καθεαυτή στον βαθμό που η ελεύθερη ροή πληροφορίας δημιουργεί μια αφθονία αγαθών – το επονομαζόμενο Διαδίκτυο των Πραγμάτων (InternetofThings) – που μοιράζονται διαμέσου ενός «έξυπνου» πλέγματος ομότιμων δικτύων «σε τιμές οριακού κόστους»:


    «Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων θα συνδέει όλους με όλα σε ένα παγκοσμιοποιημένο δίκτυο. Άνθρωποι, μηχανές, φυσικοί πόροι, γραμμές παραγωγής, δίκτυα εφοδιαστικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης, καταναλωτικές συνήθειες, ροές ανακύκλωσης, και φαινομενικά κάθε τομέας της οικονομικής και κοινωνικής ζωής θα συνδέεται μέσω αισθητήρων και λογισμικών με την πλατφόρμα του Διαδικτύου των Πραγμάτων, ανατροφοδοτώντας συνεχώς με Μαζικά Δεδομένα (BigData) κάθε κόμβο – επιχειρήσεις, σπίτια, οχήματα – σε πραγματικό χρόνο. Τα Μαζικά Δεδομένα με τη σειρά τους θα τυγχάνουν επεξεργασίας από αναβαθμισμένες αναλύσεις (analytics) που θα έχουν μετατραπεί σε προβλέψιμους αλγόριθμους και θα έχουν προγραμματιστεί σε αυτοματοποιημένα συστήματα για να βελτιώσουν τη θερμοδυναμική αποτελεσματικότητα, να αυξήσουν ριζικά την παραγωγικότητα, να μειώσουν το οριακό κόστος της παραγωγής και μεταφοράς προϊόντων και υπηρεσιών σε τιμές οριακού κόστους κατά μήκος ολόκληρης της οικονομίας»32


    Τα αποτελέσματα του Διαδικτύου των Πραγμάτων είναι ήδη ορατά σε αρκετές βιομηχανίες, όπως την ψυχαγωγία (μουσική, ταινίες), τις επικοινωνίες και τις εκδόσεις.33 Επιπροσθέτως, το Διαδίκτυο των Πραγμάτων έχει τη δυνατότητα να θίξει όλους τους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας, των κατασκευών, της εκπαίδευσης, της βιοτεχνολογίας, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών κλπ.

    Υποστηρίζεται ότι τα κόστη της ενέργειας θα μπορούσαν να μειωθούν σημαντικά μέσω της διανομής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά μήκος του Διαδικτύου. Με αυτό τον τρόπο, οι καταναλωτές θα μπορέσουν να γίνουν παραγωγοί (prosumers) της δικής τους ενέργειας και να μοιράζονται το όποιο πλεόνασμα κατά μήκος ενός διανεμημένου ενεργειακού Διαδικτύου. Ο Rifkin εκτιμά ότι τις επόμενες δεκαετίες τα κτίρια στις ΗΠΑ και την Ευρώπη θα είναι εφοδιασμένα με ψηφιακούς μετρικούς δείκτες, ικανούς να αναβαθμίζουν την ενεργειακή αποδοτικότητα των οικιακών συσκευών σε πραγματικό χρόνο.34

    Παρομοίως, οι τριδιάστατοι εκτυπωτές θα μπορούσαν να συνδεθούν στο Διαδίκτυο των Πραγμάτων και να συνεισφέρουν στην αποκέντρωση των κατασκευών, δεδομένου ότι ένας τριδιάστατος εκτυπωτής μπορεί να παραγάγει ένα τεράστιο εύρος αγαθών, από καλλιτεχνίες και οικοδομικές κατασκευές σε έπιπλα, μέσα επικοινωνίας και ανταλλακτικά· από ιατρικά βοηθήματα και βιονικά εμφυτεύματα σε βιο-εκτυπωμένα κύτταρα και ιστούς· ακόμα και φαγητό. Η άμμος, ο βράχος και φαινομενικά κάθε ανακυκλώσιμο είδος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε τριδιάστατες κατασκευές και κτίρια. Τα σχέδια για τριδιάστατα προϊόντα αποθηκεύονται με τη μορφή ψηφιακών αρχείων, τα οποία θα μπορούσαν να διαμοιραστούν στο Διαδίκτυο υπό όρους ανοικτού λογισμικού, μειώνοντας έτσι σημαντικά το κόστος κατασκευής και μεταφοράς.35

    Η τεχνολογία ανοιχτού λογισμικού και τα ομότιμα δίκτυα παραγωγής και διαμοιρασμού αμφισβητούν το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας και πατέντας ευρεσιτεχνίας, επιτρέποντας την αναπαραγωγή και αναδιανομή λογισμικών, τραγουδιών, ταινιών, άρθρων, βιβλίων κλπ., ενώ παράλληλα προστατεύουν τα δικαιώματα των δημιουργών. Οι άδειες Δημιουργικών Κοινών (CreativeCommons), για παράδειγμα, παρέχουν στους χρήστες το δικαίωμα να μοιράζονται και να τροποποιούν (remix) τη δουλειά τους ή να τη χρησιμοποιούν για μη κερδοσκοπικούς σκοπούς ή και για τα δύο. Οι άδειες Δημιουργικών Κοινών χρησιμοποιούνται ευρέως στο Διαδίκτυο. Εταιρείες όπως οι Flickr, YouTube, SoundCloud και Wikipedia έχουν υιοθετήσει τις CC άδειες περιεχομένου, όπως επίσης και πλήθος δισκογραφικών εταιρειών, δίκτυα δημοσίου συμφέροντος και δίκτυα ανοικτών εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι επιστημονικές και ερευνητικές κοινότητες εγκαταλείπουν τους παραδοσιακούς νόμους αντιγραφής και κατοχύρωσης ευρεσιτεχνίας, οι οποίοι αποθαρρύνουν συχνά τη συνεργασία, εμποδίζουν την πρόοδο της έρευνας και την καινοτομία. Αντιθέτως, όλο και περισσότεροι επιστήμονες, πανεπιστήμια και εργαστήρια «[...] είναι υπέρ της έκδοσης της έρευνάς τους σε δίκτυα ανοικτού κώδικα, προκειμένου να διαμοιραστεί ελεύθερα με ομότιμους συνεργάτες στην οικονομία των Κοινών».36

    Οι ανοικτές διαδικτυακές πλατφόρμες ποικίλης ύλης και περιεχομένου αμφισβητούν την καπιταλιστική ιεραρχική διαχείριση στον βαθμό που επιτρέπουν τη διαφάνεια και τη δημοκρατική πρόσβαση. Διαφορετικοί χρήστες μπορούν να επικοινωνούν στο ίδιο επίπεδο με τέτοιο τρόπο που ο καθένας μπορεί να αναλαμβάνει λιγότερη ή περισσότερη ευθύνη αναλόγως των διαφορετικών ενδιαφερόντων, κινήτρων, δεξιοτήτων, γνώσεων κλπ. Η δημιουργία τέτοιων οριζόντιων διασυνδέσεων οδηγεί στον ανασυνδυασμό της γνώσης και προάγει την καινοτομία και την ευελιξία.

    Η τεχνολογία ανοιχτού λογισμικού μπορεί να έχει επίσης σημαντική επίδραση στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στον βαθμό που θα μπορούσε να υποστηρίξει πολλών ειδών συναλλαγές που βασίζονται σε κρυπτονομίσματα όπως το Bitcoin, το οποίο επιτρέπει ομότιμες συναλλαγές (peer-to-peer) κατά μήκος ενός αποκεντρωμένου παγκόσμιου δικτύου χωρίς τη διαμεσολάβηση τραπεζών ή κυβερνήσεων. Οι κρυπτονομισματικές συναλλαγές θα μπορούσαν να λαμβάνουν χώρα οπουδήποτε και στιγμιαία χωρίς την απαίτηση προμήθειας.37 Σε συνδυασμό με τα κρυπτονομίσματα, αντίστοιχα μικρονομίσματα και κοινοτικά νομίσματα θα μπορούσαν να στηρίξουν ένα εναλλακτικό νομισματικό σύστημα.38

    Τέλος, η ανάπτυξη της ρομποτικής, η τεχνητή νοημοσύνη, η ανάλυση Μαζικών Δεδομένων, οι αναβαθμισμένοι αλγόριθμοι και αναλύσεις μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην αυτοματοποίηση της εργασίας, επιτρέποντας στον άνθρωπο να απελευθερωθεί από την αλλοτρίωση της μισθωτής εργασίας. Παραδίδοντας την παραγωγή στις μηχανές, ο άνθρωπος θα ήταν ελεύθερος να ακολουθήσει τα ενδιαφέροντά του και να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του.39

    Συμπερασματικά, ο Rifkin εμφανίζεται υπέρμαχος μιας μεικτής τεχνο-σοσιαλδημοκρατίας, όπου τα ανεπτυγμένα κράτη, από κοινού με τις μεγάλες πολυεθνικές, θα πρωτοστατούσαν στη δημιουργία της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης. Ο Mason με τη σειρά του υποστηρίζει ένα είδος τεχνο-ντετερμινιστικού μετακαπιταλισμού που θα τιθασεύεται από ένα αριστερό κράτος. Ο Καστοριάδης, από την άλλη, ήταν πολύ πιο ριζοσπαστικός από ό, τι διατείνονται ότι είναι οι Rifkin και Mason. Υποστήριξε, συγκεκριμένα, ότι δεν υπάρχει κανενός είδους τεχνολογική ουδετερότητα, η οποία αναπτύσσεται με όρους τεχνολογικού ντετερμινισμού. Η τεχνολογία είναι μια κοινωνικο-ιστορική δημιουργία, η οποία διαμορφώνεται από τις φαντασιακές σημασίες που επενδύονται στη χρήση της.40 Όσο αυτόνομη φαντάζει η οικονομία σήμερα χάριν στους αναβαθμισμένους μαθηματικούς αλγόριθμους που δημιουργούν υπολογιστικές προσομοιώσεις, αξίζει να σημειώσουμε ότι κάθε μια από αυτές τις προσομοιώσεις εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο έχει σχεδιαστεί. Και κάθε ένας από αυτούς τους σχεδιασμούς καθρεφτίζει μια ανθρώπινη επιλογή, ήτοι φαντασιακή σημασία. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας θα έχει σημαντική επίδραση σε όλες τις σφαίρες της κοινωνίας στο άμεσο μέλλον. Ως εκ τούτου, η επιστήμη της πληροφορικής έχει τεράστια δυνατότητα να υποστηρίξει τη δημιουργία μιας εναλλακτικής οικονομίας κατά το πρότυπο των Κοινών, όπου η συνεργατική λογική ευνοεί τη δημοκρατική αυτοδιαχείριση έναντι της καπιταλιστικής ιεραρχικής διαχείρισης, την αναδιανομή του κοινωνικού προϊόντος έναντι της μεγιστοποίησης του κέρδους, τον ομότιμο συνεταιρισμό έναντι του ανταγωνισμού, της κοινωνικής δικαιοσύνης έναντι του ατομικισμού, της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας έναντι της ανάπτυξης με κάθε κόστος. Σε αντίθεση με την καπιταλιστική λογική που βασίζεται στην αχαλίνωτη συσσώρευση και υπερκατανάλωση που καταστρέφουν το περιβάλλον, η οικονομία των Κοινών στοχεύει σε μια βιώσιμη ποιότητα ζωής που προάγει την κοινωνική αξία, ενόσω ενσωματώνεται αρμονικά στη βιόσφαιρα της γης.

    Είναι φανερό, επομένως, ότι η προοπτική της οικονομίας των Κοινών απηχεί το καστοριαδικό πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας πολλαχώς. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι το πρόταγμα του Καστοριάδη ταυτίζεται με την οικονομία των Κοινών. Η καστοριαδική αντίληψη του σοσιαλισμού ήταν βασισμένη σε έναν ολιστικό σχεδιασμό, ενώ η οικονομία των Κοινών στοχεύει σε μια σχετικά αποκεντρωμένη αυτοδιαχείριση. Το πρόταγμα του Καστοριάδη αποσυνδέεται από κάθε είδους ακτιβισμό, εθελοντισμό ή φιλανθρωπία, καθώς αποκρυσταλλώνει τη δημιουργία ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου που δεν θα έχει ως κίνητρο το κέρδος. Ενώ ο Καστοριάδης επιχειρηματολογούσε υπέρ της κατάργησης της ιεραρχίας των μισθών, των αμοιβών και των εισοδημάτων, η οικονομία των Κοινών αποσκοπεί σε μια πιο ευέλικτη αναδιανομή της παραγόμενης υπεραξίας. Τελικά, ενώ ο Καστοριάδης είχε ήδη επισημάνει τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η επιστήμη των υπολογιστών σε μια σοσιαλιστική οικονομία, δεν μπορούσε να προβλέψει στην εποχή του – τουλάχιστον εν εκτάσει – τις τεράστιες δυνατότητες που ενυπάρχουν στην επιστήμη της πληροφορικής για τη μετατροπή της καπιταλιστικής οικονομίας σε μια μετακαπιταλιστική οικονομία ή οικονομία των Κοινών.

    Πέρα από τις όποιες ομοιότητες και διαφορές του προτάγματος του Καστοριάδη με την οικονομία των Κοινών, η οικονομία των Κοινών αντιμετωπίζει αυτή καθεαυτή μια σειρά απο σημαντικά εμπόδια: την έλλειψη πόρων, κεφαλαίων, διαχειριστικών δεξιοτήτων, τεχνικών γνώσεων και εκπαίδευσης, την απομόνωση μιας σειράς από εγχειρήματα και την απουσία μιας δημόσιας πολιτικής και θεσμικής υποστήριξης τόσο από το κράτος όσο και από μεγάλους συνεταιρισμούς. Επιπροσθέτως, ο καλπάζων νεοφιλελευθερισμός συντελεί στην ιδιωτικοποίηση μιας σειράς από δημόσια αγαθά – δάση, νερό, ορυκτό πλούτο, συγκοινωνίες και λοιπές δημόσιες υποδομές – καθώς μειώνονται τα έσοδα από τη φορολογία και επεκτείνονται οι πολιτικές της λιτότητας. Στην Ασία, στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική παρατηρείται μια μορφή νεοαποικιοκρατίας, η οποία επιβάλλεται αυτή τη φορά με χρήματα αντί με όπλα. Μια κατάσχεση γης τεραστίων διαστάσεων από πολυεθνικές εταιρείες και επενδυτικά κεφάλαια έχει ως αποτέλεσμα την ιδιωτικοποίηση εκατομμυρίων στρεμμάτων γης που μέχρι πρότινος ανήκαν στους γηγενείς πληθυσμούς, οι οποίοι τα εκμεταλλεύονταν για γενεές επί γενεών. Η νεοαποικιοκρατία εξαπλώνεται και στο επίπεδο της κατοχύρωσης των σπόρων από εταιρείες βιοτεχνολογίας, οι οποίες οικειοποιούνται το βιογενετικό περιεχόμενο της ζωής αυτής καθεαυτής. Συνεπώς, η ομότιμη παραγωγή της οικονομίας των Κοινών (peer-to-peerproduction) παραμένει ένας περιθωριακός κλάδος της καπιταλιστικής οικονομίας, ο οποίος εξαρτάται εν πολλοίς από το πολυεθνικό κεφάλαιο και τις νεοφιλελεύθερες κρατικές πολιτικές.41 Με καστοριαδικούς όρους, η οικονομία των Κοινών είναι εν πολλοίς ετερόνομη παρά αυτόνομη.

    Σ’ αντίθεση προς την αισιοδοξία των Mason και Rifkin, θα μπορούσε ευλόγως να σταθεί το επιχείρημα ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες των τελευταίων δεκαετιών, οι οποίες μπορούν δυνητικά να στηρίξουν μια οικονομία των Κοινών, θα μπορούσαν εξίσου να γίνουν αντικείμενο οικειοποίησης από την καπιταλιστική οικονομία – όπως άλλωστε συμβαίνει ήδη στην περίπτωση του ανοιχτού λογισμικού και των διαδικτυακών πλατφορμών – και να οδηγήσουν σε διάφορα δυστοπικά σενάρια, όπως στην κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα, σε αυξανόμενη ανεργία και εκμετάλλευση της εργασίας, στο κυβερνοέγκλημα και την τρομοκρατία, σε μονοπώλια της γνώσης και της πληροφορίας, στην αυξανόμενη κρατική και εταιρική παρακολούθηση του διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιών και, εν τέλει, στην υπονόμευση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.42 Σε ό, τι αφορά συγκεκριμένα το Διαδίκτυο, είναι ήδη γεγονός ότι κεντρικές (και συχνά ιδιόκτητες) πλατφόρμες – που ανήκουν τυπικά σε συμφέροντα πολυεθνικών – έχουν σταδιακά πάρει τον έλεγχο του Διαδικτύου. Αυτά τα κέντρα ελέγχου λειτουργούν από κοινού με τις μυστικές υπηρεσίες κρατών-εθνών προκειμένου για την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών (όπως αποδεικνύεται από τις αποκαλύψεις των JulianAssange και EdwardSnowden) και το μπλοκάρισμα του Διαδικτύου (όπως συνέβη, για παράδειγμα, στην Αίγυπτο, στη Συρία, στην Κίνα και στην Τουρκία).43 Είναι κρίσιμο, τέλος, να σημειώσουμε ότι τα κρυπτονομίσματα είναι δυνατόν να σχεδιαστούν με τέτοιο τρόπο – όπως στην περίπτωση του Bitcoin – που να αναπαράγουν μια ολιγαρχία, βασισμένη στην κερδοσκοπία και τις περιοδικές κρίσεις.44

    Για αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο όχι μόνο να αποσπαστεί γη, κεφάλαιο και εργασία από την καπιταλιστική οικονομία και να επαναπροωθηθεί στην οικονομία των Κοινών, αλλά και να δημιουργηθεί μια ανάλογη νοοτροπία, ένας ανάλογος ανθρωπολογικός τύπος – όπως έγραφε και ο Καστοριάδης – που να μπορεί να στηρίξει τη μεταστροφή προς ένα εναλλακτικό αξιακό σύστημα που θα αντιτίθεται στις αξίες του καπιταλισμού, δηλαδή στον ατομικισμό και στη μεγιστοποίηση του κέρδους. Μια εναλλακτική οικονομία των Κοινών θα αντανακλούσε τη διαφορετικότητα της πολιτισμικής ποικιλομορφίας, σεβόμενη τις κοινές ρίζες της ατομικότητας, όπως την οικολογική βιωσιμότητα του πλανήτη, την αλληλεγγύη και συνοχή των κοινοτήτων και την κοινωνική αναδιανομή του κοινωνικού προϊόντος σύμφωνα με την κλασική αρχή: από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του/της, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του/της. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ ότι το επιχείρημα του Καστοριάδη για την κατάργηση της ιεραρχίας των μισθών, των αμοιβών και των εισοδημάτων είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο και προβληματικό. Αντ’ αυτού, τίθεμαι υπέρ εναλλακτικών επιχειρηματικών μοντέλων και πολιτικών που θα προωθούσαν την αναδιανομή του εισοδήματος ανάλογα με την ποικιλομορφία της προσωπικής ευθύνης, του κινήτρου, της εξειδίκευσης, της γνώσης, της ποσότητας και ποιότητας εργασίας κλπ.

    Εν προκειμένω, η πρόταση των Βασίλη Κωστάκη και MichelBauwens για τη δημιουργία μιας πολιτικής οικονομίας προσανατολισμένης στα Κοινά μπορεί να αποτελέσει μια αξιόπιστη βάση διαλόγου που θα αποσκοπούσε αφενός στο να κρατήσει την παραγόμενη υπεραξία εντός της σφαίρας των Κοινών, και αφετέρου να αφομοιώσει σταδιακά την καπιταλιστική οικονομία στις αξίες των Κοινών45 . Η πολιτική οικονομία των Κοινών θα βασίζεται στην ευθυγράμμιση τριών βασικών αξόνων: 1) της κοινωνίας των πολιτών που θα απαρτίζεται από δίκτυα ομότιμης παραγωγής και κινήματα ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, 2) της ηθικής αγοράς που αποτελείται από επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς, μη κυβερνητικές οργανώσεις κλπ., 3) του Κράτους συνεταίρου. Οι Κωστάκης και Bauwens προτείνουν τη χρήση Αδειών Ομότιμης Παραγωγής (PPL), πρωτοσχεδιασμένων από τον DimitryKleiner46 , οι οποίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν την προοπτική μιας ανοιχτής συνεργασίας μεταξύ των Κοινών και της ηθικής αγοράς, βασισμένης στην αρχή ότι επιχειρήσεις που θα επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τα Κοινά χωρίς να συνεισφέρουν θα πληρώνουν ένα αντίτιμο. Έτσι, θα μπορούσε να γίνει εφικτή η στροφή κεφαλαίου από την καπιταλιστική οικονομία στην οικονομία των Κοινών, εξασφαλίζοντας μακροπρόθεσμα την αυτονομία των Κοινών.47 Ο ρόλος του κράτους συνεταίρου είναι κομβικός, καθώς θα μπορούσε να εισαγάγει ένα ανάλογο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα ενίσχυε αμοιβαία επωφελείς συνεργασίες μεταξύ της οικονομίας των Κοινών και της ηθικής αγοράς, δηλαδή «παικτών» της αγοράς που θα ήταν πρόθυμοι να αντισταθμίσουν τις αρνητικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές «εξωτερικότητες» με θετικές. Για τον σκοπό αυτό, η φορολόγηση της κοινωνικής και οικολογικής επιχειρηματικότητας θα μειωνόταν, ενώ η φορολόγηση των αρνητικών κοινωνικών και περιβαλλοντικών «εξωτερικοτήτων» θα αυξανόταν.48 Εν τέλει, η εκπαίδευση και η δημόσια χρηματοδοτούμενη έρευνα, γνώση και καινοτομία θα ευθυγραμμίζονταν με το προσανατολισμένο στα Κοινά οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης.49


    «Με αυτούς τους τρόπους, το Κράτος συνέταιρος θα υποστήριζε ηθικούς “παίκτες” της αγοράς και υποδομές προσανατολισμένες στα Κοινά, μεταρρυθμίζοντας αναλόγως την παραδοσιακή καπιταλιστική οικονομία με σκοπό την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών εξωτερικοτήτων».50


    Ωστόσο, η τοποθέτηση των Κοινών στο κέντρο μιας μεταρρυθμισμένης αγοράς και κράτους – ένας στόχος που μοιάζει ιδιαιτέρως αμφισβητήσιμος δεδομένων των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού – δεν θίγει τις βασικές δομικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, οι οποίες αναπαράγονται επίσης από το κράτος αυτό καθεαυτό, αν δεν είναι προσανατολισμένη στη σταδιακή κατάργηση της ετερονομίας που ενυπάρχει στη διαίρεση μεταξύ διευθυντών και εκτελεστών. Θα τόνιζα, κατ’ επέκταση, ακολουθώντας εν προκειμένω τον Καστοριάδη, την ανάγκη για τον ριζικό εκδημοκρατισμό της αγοράς και του κράτους με την προοπτική της εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής ελευθερίας και αυτονομίας, η οποία θα εξέφραζε τα συμφέροντα των άμεσα ενδιαφερομένων από τα εκάστοτε εγχειρήματα ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Όσο περισσότερο δημοκρατικός και ανοικτός είναι ο διάλογος για την προοπτική της οικονομίας των Κοινών, τόσο πιο πιθανή φαντάζει η αυτοθέσμιση της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας μέσα από τη συνεχή αναθεώρηση της διανάδρασης θεωρίας και πράξης που αντιβαίνει σε μια υποθετικά οριστική πολιτική ατζέντα.


    4. Συμπέρασμα


    Στο άρθρο αυτό ανέπτυξα την καστοριαδική αντίληψη του σοσιαλισμού, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στο πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Περιέγραψα σύντομα τις αρχές του καστοριαδικού προτάγματος, όπως παρουσιάστηκε στο περιοδικό Socialisme ou Barbarie κατά την περίοδο 1949-1965. Υποστήριξα, συγκεκριμένα, ότι η βασική αρχή του καστοριαδικού προτάγματος είναι η κατάργηση της καπιταλιστικής διαίρεσης μεταξύ διευθυντών και εκτελεστών και η συνεπακόλουθη αυτοδιεύθυνση της οικονομίας από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η αυτοδιεύθυνση της οικονομίας θα βασίζεται στην άμεση δημοκρατία, η οποία θα εγκαθιδρυθεί με όρους πληροφορίας που θα είναι διαθέσιμη σε όλους τους εργαζόμενους με διαφανή τρόπο και απλοποιημένη μορφή. Η σοσιαλιστική αυτοδιεύθυνση της οικονομίας θα καθορίζεται από τον αμοιβαίο έλεγχο της εργασίας από τους ίδιους του εργαζόμενους, την εναλλαγή των καθηκόντων, τον εξανθρωπισμό της τεχνολογίας, τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, την κατάργηση της ιεραρχίας των μισθών, των αμοιβών και των εισοδημάτων, και την κυριαρχία του καταναλωτή. Τέλος, η τεχνοεπιστήμη σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θα ετίθετο στην υπηρεσία μιας οικολογικής και δημοκρατικής διαβούλευσης.

    Αφού περιέγραψα τις βασικές αρχές της καστοριαδικής αντίληψης του σοσιαλισμού, παρουσίασα κάποια σημεία κριτικής στο πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Συγκεκριμένα, συζήτησα τα επιχειρήματα των Fehér και Joas σύμφωνα με τα οποία το πρόταγμα του Καστοριάδη δεν είναι εφαρμόσιμο στις σύγχρονες κοινωνίες εξαιτίας της εξαιρετικής πολυπλοκότητας και αποκέντρωσης των τελευταίων. Ο Joas, συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι είναι ιδιαιτέρως αμφισβητήσιμο το αν οι πολίτες θα ήταν διατεθειμένοι να δεχτούν μια οποιαδήποτε αναδιανομή του εισοδήματός τους. Επομένως, αμφισβητείται αν οι πολίτες έχουν την προθυμία αφενός και τη δυνατότητα αφετέρου να στηρίξουν ένα καθεστώς άμεσης δημοκρατίας. Επιπλέον, υποστήριξα ότι η απόρριψη από μέρους του Καστοριάδη του πολιτικού συστήματος συνολικά λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την πραγματοποίηση του προτάγματος της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, ειδικά σε μια περίοδο όπου ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επεκτείνεται σε όλη την υφήλιο.

    Παρ’ όλα αυτά, γινόμαστε μάρτυρες σήμερα της ανάδυσης ενός νέου οικονομικού παραδείγματος που απηχεί το πρόταγμα του Καστοριάδη πολλαχώς. Η οικονομία των Κοινών αφορά στη δημιουργία μιας εναλλακτικής οικονομίας που ευνοεί την ομότιμη συνεργασία έναντι του ατομικιστικού ανταγωνισμού, την αποκέντρωση έναντι της ιεραρχίας, τη δημοκρατική πρόσβαση έναντι της ιδιοκτησίας, τη διαφάνεια έναντι της ιδιωτικότητας, την κοινωνική δικαιοσύνη έναντι του ατομικού συμφέροντος, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα έναντι της ανάπτυξης με κάθε κόστος. Η οικονομία των Κοινών εκτείνεται σε μια σειρά από οικολογικά, πολιτισμικά και τεχνολογικά εγχειρήματα που αφορούν την αγροτική καλλιέργεια, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κοινοτικά συστήματα στέγασης και υγειονομικής περίθαλψης, λογισμικά ανοικτού κώδικα και ανοικτές διαδικτυακές πλατφόρμες, εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα, ανοικτά εκπαιδευτικά προγράμματα κ.ο.κ.

    Η οικονομία των Κοινών αντλεί επίσης από την ελεύθερη ροή της πληροφορίας, η οποία απορρέει από τη ραγδαία εξέλιξη της επιστήμης της πληροφορικής και των συνακόλουθων τεχνολογικών καινοτομιών της εποχής μας. Η τεχνολογία ανοικτού λογισμικού, οι ανοικτές διαδικτυακές πλατφόρμες, τα ομότιμα δίκτυα παραγωγής και διανομής υπηρεσιών και πληροφορίας, οι τριδιάστατοι εκτυπωτές, τα κρυπτονομίσματα, η τεχνητή νοημοσύνη και ρομποτική, οι αναβαθμισμένες αναλύσεις και οι αυτοματοποιημένοι αλγόριθμοι είναι εργαλεία που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια πιο δημοκρατική οικονομία στον βαθμό που αρκετά από αυτά είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.

    Ωστόσο, η οικονομία των Κοινών εξαρτάται σήμερα εν πολλοίς από τον καπιταλισμό: η καπιταλιστική οικονομία μπορεί εξίσου να οικειοποιηθεί τις τεχνολογικές καινοτομίες της εποχής μας, οδηγώντας ενδεχομένως σε δυστοπικά σενάρια. Για αυτό τον λόγο, οι Κωστάκης και Bauwens προτείνουν τη μεταρρύθμιση του υπάρχοντος οικονομικού και πολιτικού συστήματος μέσω ενός οικονομικού μοντέλου που είναι προσανατολισμένο στα Κοινά και βασίζεται στη ευθυγράμμιση τριών βασικών αξόνων: 1) της κοινωνίας των πολιτών που συνεργάζονται μέσω ομότιμων δικτύων παραγωγής, 2) της ηθικής αγοράς, 3) του κράτους συνεταίρου που εισάγει αμοιβαίως επωφελείς πολιτικές για την κοινωνία των πολιτών και την ηθική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της φορολόγησης των αρνητικών κοινωνικών και περιβαλλοντικών «εξωτερικοτήτων» και τη χρηματοδότηση μιας προσανατολισμένης στα Κοινά εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας. Εντούτοις, και η προσέγγιση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τη «ρεφορμιστική» λογική της μεταρρύθμισης του κράτους, την οποία απέρριπτε ο Καστοριάδης. Υποστήριξα, επομένως, ότι για να μπορέσει αυτό το μοντέλο να αμφισβητήσει ουσιαστικά τον καπιταλισμό, είναι ανάγκη να στοχεύει στην κατάργηση της καπιταλιστικής διαίρεσης μεταξύ διευθυντών και εκτελεστών, η οποία αναπαράγεται επίσης από το ίδιο το κράτος. Ακολουθώντας τον Καστοριάδη, ο ριζικός εκδημοκρατισμός της κοινωνίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας.


    Βιβλιογραφία


    Bauwens Michel and Vasilis Kostakis (2014), From the Communism of Capital to Capital for the Commons: Towards an Open Co-operativism. tripleC: Communication, Capitalism & Critique 12 (1): 356-361.

    Benkler Yochai (2006), The Wealth of Networks: How Social Production Transforms Markets and Freedom. New Haven, CT: Yale University Press.

    Bollier David and Helfrich Silke (2012), The Wealth of the Commons: A World Beyond Market and State. Amherst, MA: Levellers Press.

    Castoriadis Cornelius (1988), On the Content of Socialism II. In Political and Social Writings Vol. 2, translated and edited by David Ames Curtis, 90-154. Minneapolis, MN: University of Minnesota Press.

    Castoriadis Cornelius (1991), Power, Politics, Autonomy. In Philosophy, Politics, Autonomy, edited by David Ames Curtis, 143-174. Oxford: Oxford University Press.

    Castoriadis Cornelius (1993), Political and Social Writings Vol. 3, translated and edited by David Ames Curtis. Minneapolis, MN: University of Minnesota Press.

    Castoriadis Cornelius (2003), The Rising Tide of Insignificancy. http://www.notbored.org/RTI.pdf

    Castoriadis Cornelius (2008), Ce Qui Fait la Grèce, 2. La Cité et les Lois, Séminaires 1983-1984. Paris: Seuil.

    Castoriadis Cornelius (2009), Histoire et Création, Textes Philosophiques Inédits (1945-1967). Paris: Seuil.

    Castoriadis Cornelius (2010), A Society Adrift, Interviews and Debates 1974-1997. New York: Fordham University Press.

    Curtis Ames David (1989), Socialism or Barbarism: The Alternative Presented in the Work of Cornelius Castoriadis. In Autonomie et Autotransformation de la Société: La Philosophie Militante de Cornelius Castoriadis, edited by Giovani Busino, 293-322. Genève: Librairie Droz.

    Fehér Ferenc. (1989). Castoriadis and the Re-definition of Socialism. In Autonomie et Autotransformation de la Société, la Philosophie Militante de Cornelius Castoriadis, edited by Giovani Busino, 393-404, Genève: Librairie Droz,

    Fuchs Christian (2016), Henryk Grossmann 2.0: A Critique of Paul Mason’s Book “PostCapitalism: A Guide to our Future”. tripleC: Communication, Capitalism & Critique 14 (1): 232-243.

    Joas Hans and Raymond Meyer (1989), Institutionalisation as a Creative Process: The Sociological Importance of Cornelius Castoriadis’ Political Philosophy. The American Journal of Sociology 94 (5): 1184-1199.

    Kleiner Dimitry (2010), The Telecommunist Manifesto. Amsterdam: Institute of Network Cultures.

    Knaebel Rachel (2015), Uber, Airbnb, Ebay…: la Pseudo «Économie du Partage» Planque ses Bénéfices dans les Paradis Fiscaux. http://www.bastamag.net/Uber-Airbnb-Ebay-la-pseudo-economie-du-partage-planque-ses-benefices-dans-les.

    Kostakis Vasilis (2013), At the Turning Point of the Current Techno-Economic Paradigm: Commons Based Peer Production, Desktop Manufacturing and the Role of Civil Society in the Perezian Framework. tripleC: Communication, Capitalism & Critique 11 (1): 173–190.

    Kostakis Vasilis and Michel Bauwens (2014), Network Society and Future Scenarios for a Collaborative Economy. Basingstoke: Palgrave Macmillan.

    Kostakis Vasilis and Chris Giotitsas (2014), The (A)Political Economy of Bitcoin. tripleC: Communication, Capitalism & Critique 12 (2): 431–440.

    Mason Paul (2015), Postcapitalism. London: Allen Lane.

    Olma Sebastian (2015), Never Mind the Sharing Economy: Here’s Platform Capitalism. http://networkcultures.org/mycreativity/2014/10/16/never-mind-the-sharing-economy-heres-platform-capitalism/.

    OstromElinor(1990), Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action. Cambridge: Cambridge University Press.

    Papadimitropoulos Evangelos (2015), Indeterminacy and Creation in the Work of Cornelius Castoriadis. Cosmos and History: The Journal of Natural and Social Philosophy 11 (1): 256-268.

    Pettifor Ann (2015), Is Capitalism ‘Mutating’ into an Infotech Utopia? https://www.opendemocracy.net/ann-pettifor/is-capitalism-mutating-into-infotech-utopia.

    Poirier Nicolas (2008), La Pensée Philosophique de Castoriadis á l’ Époque de Socialisme ou Barbarie. In Bachofen B., Elbaz S. & Poirier N. (eds.), Cornelius Castoriadis. Réinventer l’ Autonomie. Paris: Éditions du Sandre.

    Poirier Nicolas (2011), L’ Ontologie Politique de Castoriadis, Création et Institution. Paris: Édition Payot & Rivages.

    Rifkin Jeremy (2014), The Zero Marginal Cost Society: The Internet of Things, The Collaborative Commons, and The Eclipse of Capitalism. New York: Palgrave Macmillan.

    Slee, Tom (2015), What's Yours Is Mine, Against the Sharing Economy. NewYork: OrBooks.

    Δημούλης Δημήτρης (2008), «Στιγμές οικοδόμησης της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους». Θέσεις

    τ. 102, Ιανουάριος- Μάρτιος 2008: 17-32. http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1010&Itemid=29

    Καβουλάκος Κωνσταντίνος (2000), Η κριτική του Καστοριάδη στη μαρξιστική φιλοσοφία της ιστορίας, Νέα Κοινωνιολογία 31:37-43.

    Καρύτσας Γιάννης (2007), Καστοριάδης και Αναρχικοί. Ελευθεριακή Κίνηση, τεύχος 17, σ. 141-173.

    Καστοριάδης Κορνήλιος (1978), Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, Κέδρος, Αθήνα.

    Καστοριάδης Κορνήλιος και Ντανιέλ Κον Μπεντίτ (1981), Από την οικολογία στην αυτονομία. Κέδρος, Αθήνα.

    Καστοριάδης Κορνήλιος(1985), Η γραφειοκρατική κοινωνία, 1, Οι παραγωγικές σχέσεις στη Ρωσία, Ύψιλον, Αθήνα.

    Καστοριάδης Κορνήλιος (1986), Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα.

    Καστοριάδης Κορνήλιος (1991), Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου. ύψιλον/βιβλία. Αθήνα.

    Καστοριάδης Κορνήλιος (2013), Έννοιες και όροι του Κορνήλιου Καστοριάδη. Η θάλασσα του βιβλίου. Αθήνα.

    Μηλιός Γιάννης (2007), «Η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ως κριτική της Αριστεράς». Θέσεις τ. 101, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2007: 31-49, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=769&Itemid=29

    Παπαδημητρόπουλος Ευάγγελος (2014), Ορθολογική κυριαρχία και ελευθερία στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη. Διδακτορική διατριβή. Ρέθυμνο: Πανεπιστήμιο Κρήτης.

    Ράντης Κωνσταντίνος (2004), Καστοριάδης και Μαρξ. Αθήνα: Ύψιλον.

    Σωτήρης Παναγιώτης (2002), «Ξαναγυρίζοντας στη συζήτηση για τον υλισμό». Θέσεις τ. 78,

    Ιανουάριος-Μάρτιος 2002: 25-52 http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=769&Itemid=29

    Τάσης Θεοφάνης (2007), Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης την περίοδο 1947-1967. Θέσεις 98. http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=964


    1  Ένα πανόραμα του περιεχομένου των άρθρων που έχει γράψει ο Καστοριάδης στο περιοδικό Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα έχει παρουσιαστεί από τον Τάση (Τάσης, 2007). Εγώ επικεντρώνομαι σε αυτό το άρθρο κυρίως στα μέρη του περιοδικού που αφορούν τη ρήξη του Καστοριάδη με τον Μαρξισμό, την κριτική του στη γραφειοκρατία του καπιταλισμού και, τελικά, την ανάπτυξη του προτάγματος της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Για τη σημασία του τίτλου του περιοδικού βλ. Curtis, 1989.

    2  Καστοριάδης, 1986: 13-14.

    3  Καστοριάδης, 1978.

    4 Castoriadis, 1991: 164 (η μετάφραση δική μου).

    5  Ο Καστοριάδης ασχολήθηκε εκτεταμένα με την αρχαία ελληνική δημοκρατία σε μια σειρά από έργα. Βλ. Castoriadis, 2008· Castoriadis, 2003.

    6 Castoriadis, 2003: 81-83.

    7  Καστοριάδης, 1978: 19-105·Castoriadis, 2010: 11-45· Καβουλάκος, 2000· Ράντης, 2004·Παπαδημητρόπουλος, 2014.

    8  Παπαδημητρόπουλος, 2014.

    9  Καστοριάδης, 1985: 168.

    10 Poirier, 2011: 21-33· Poirier, 2008: 59-72. Βλ. επίσης Castoriadis, 2009.

    11 Καστοριάδης, 1978: 479.

    12  Papadimitropoulos, 2015: 256-268.

    13  Castoriadis, 1993: 217.

    14 Ό. π.: 223.

    15  Καστοριάδης, 1986: 99.

    16 Castoriadis, 2010: 162

    17  Καστοριάδης, 1986: 122-124.

    18  Ό.π.: 117-118.

    19  Ό.π.: 126-127.

    20  Ό.π.: 128.

    21  Παράλληλα με τη συγγραφή των πολιτικών του άρθρων στο περιοδικό Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, ο Καστοριάδης επεξεργαζόταν μια λογική-οντολογία των μαγμάτων, η οποία πήρε την τελική της μορφή στο κύριο έργο του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας. Για περισσότερα σχετικά με τη λογική-οντολογία των μαγμάτων και το πρώιμο έργο του Καστοριάδη βλ. Castoriadis, 2009· Poirier, 2011: 21-33· Poirier, 2008: 59-72.

    22 Καστοριάδης και Κον Μπετίτ, 1981.

    23 Fehér, 1989: 401-402.

    24  Καστοριάδης, 1986: 144.

    25 JoasandMeyer, 1989: 1198.

    26  Καστοριάδης, 2013· βλ. επίσης Καρύτσας, 2007.

    27 Olma, 2015· Slee, 2015.

    28 Knaebel, 2015· KostakisandBauwens, 2014: 25.

    29 KostakisandBauwens, 2014: 39.

    30 Ostrom, 1990· BollierandHelfrich, 2012· Benkler, 2006· KostakisandBauwens, 2014.

    31 Mason, 2015· Rifkin, 2014. Για μια κριτική του τεχνολογικού ντετερμινισμού που υποτίθεται ότι θα οδηγήσει «νομοτελειακά» στην κατάρρευση του καπιταλισμού βλ. Fuchs, 2016: 232-243.

    32 Rifkin, 2014: 11.

    33  Ό.π.: 65.

    34  Ό.π.: 73-81.

    35  Ό.π.: 89-108.

    36  Ό.π.: 180.

    37  Ό.π.: 255-260.

    38  Ό.π.: 261.

    39  Ό.π.: 121-133.

    40  Καστοριάδης, 1991: 269-299.

    41  Bauwens and Kostakis, 2014: 356.

    42  Pettifor, 2015.

    43  Kostakis, 2013: 177-178.

    44  Kostakis and Giotitsas, 2014: 431–440.

    45  Kostakis and Bauwens, 2014: 59-69.

    46  Kleiner, 2010.

    47  Kostakis and Bauwens, 2014: 63.

    48 Ό.π.: 66-67.

    49 Ό.π.: 68.

    50 Ό.π.: 67.

  •  
    < Προηγ.   Επόμ. >
    Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
    Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή