Η συνέχιση της εργασίας με άλλα μέσα... Εκτύπωση
Τεύχος 138, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2017


Η ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ:

 

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

 

ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ


του Οδυσσέα Αϊβαλή


Εισαγωγή


Σε αυτή την εργασία θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τις σύγχρονες τάσεις της παραγωγικής και εργασιακής διαδικασίας, όπως διαμορφώνονται με τη χρήση της τεχνολογίας. Η εκτεταμένη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών στην εργασία, η αυτοματοποίηση και η άνοδος των υπηρεσιών, οδηγεί στη διατύπωση υποθέσεων για μεταστροφή σε μορφές άυλης εργασίας και γνωσιακού καπιταλισμού.

Μέσα από την κριτική αυτών των υποθέσεων θα προσπαθήσουμε να δούμε τις μεταβολές στην εργασία. Υπόθεση εργασίας είναι ότι η σχέση γνώσης-επιστήμης με την εξουσία δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο, αλλά ένα διαχρονικό γνώρισμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής (ΚτΠ). Ενώ η παραγωγή εμπορευμάτων στον ΚτΠ έχει σκοπό την παραγωγή υπεραξίας χωρίς να επηρεάζει σε κάτι το είδος και η μορφή (υλική ή άυλη) του παραγόμενου προϊόντος.


1. Μεταβιομηχανισμός και μετασχηματισμός της εργασίας


Οι υποθέσεις του μεταβιομηχανισμού (Βell, 1973) συνοψίζονται σε τρεις βασικές θέσεις. Τη μεταστροφή της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης στην παραγωγή γνώσης μέσω της επεξεργασίας της πληροφορίας, στη μετατόπιση της οικονομίας στις υπηρεσίες και στην επικράτηση επαγγελμάτων με υψηλό περιεχόμενο πληροφορίας και γνώσης, όπως διευθυντικά, τεχνικά και άλλα ελεύθερα επαγγέλματα (Castells, 1996: 204).

Σχετικά με την πρώτη θέση για τη σημασία της γνώσης και της πληροφορίας στην παραγωγή, παραβλέπεται το γεγονός ότι η αύξηση της παραγωγικότητας με την αξιοποίηση της γνώσης και της επιστήμης γενικότερα, υπήρξε επίσης γνώρισμα της βιομηχανικής παραγωγής. Προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας είναι απαραίτητη η αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η οποία με τη σειρά της αυξάνεται με την τεχνολογική εξέλιξη, δηλαδή την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης στην παραγωγική διαδικασία (Σταμάτης, 1985: 67). Επομένως η συνεχής εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγή προκύπτει ως αποτέλεσμα αφενός του ανταγωνισμού μεταξύ των μεμονωμένων επιχειρήσεων και αφετέρου της συνεχούς προσπάθειας αύξησης της παραγωγικότητας.

Ο ανταγωνισμός αναγκάζει κάθε ατομικό κάτοχο κεφαλαίου να αυξάνει διαρκώς το κεφάλαιό του ώστε να το διατηρήσει, με τη διαδικασία της συσσώρευσης (Μαρξ, 1978: 613). Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι βασικός παράγοντας για τη συσσώρευση κεφαλαίου, ενώ η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής προσδίδουν επεκτατική δύναμη στο λειτουργούν κεφάλαιο (Μαρξ, 1978: 627).

Η δεύτερη θέση του μεταβιομηχανισμού σχετίζεται με τη συνεχή αύξηση του τομέα των υπηρεσιών και την αντίστοιχη μείωση της βιομηχανικής παραγωγής. Η συνεισφορά των υπηρεσιών στο ΑΕΠ είναι συνεχώς αυξανόμενη, όμως αρκετές υπηρεσίες εξαρτώνται άμεσα από τη βιομηχανία, με χαρακτηριστικότερες τις υπηρεσίες πληροφορικής και επικοινωνίας όπου η τεχνολογική εξέλιξη των υλικών επηρεάζουν άμεσα την εξέλιξη των παραγόμενων υπηρεσιών. Το λογισμικό των υπολογιστών, η παραγωγή οπτικοακουστικών μέσων, η μικροηλεκτρονική σχεδίαση, η γεωργική παραγωγή που στηρίζεται στην τεχνολογία, εμπεριέχουν την πληροφορία στο υλικό προϊόν, κάνοντας δυσδιάκριτο το όριο ανάμεσα στην υπηρεσία και στο υλικό «αγαθό» (Castells, 1996: 205).

Η τρίτη υπόθεση του μεταβιομηχανισμού αφορά τη μεταβολή των επαγγελμάτων, υπάρχει επέκταση των διευθυντικών στελεχών, ειδικευμένων επαγγελματιών, τεχνικών, με αποτέλεσμα να αλλάζει η επαγγελματική δομή. Όμως, παράλληλα με την αύξηση διοικητικών ειδικοτήτων μέσα στην παραγωγή, ένας σημαντικός αριθμός τεχνικών επαγγελμάτων παίρνει τη μορφή εξαρτημένης μισθωτής σχέσης ή μορφή ελαστικής απασχόλησης παροχής έργου με την σημαντική αύξηση των εργολαβιών μέσα στην εργασιακή διαδικασία. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται επαγγέλματα ανειδίκευτης εργασίας στη παροχή υπηρεσιών, με μεγάλο βαθμό εντατικοποίησης (Castells, 1996: 206).

Ωστόσο, στην Πολιτική Οικονομία προηγούνται αρκετές ακόμη αναλύσεις σχετικά με την αντικατάσταση των εργατών από μηχανές, με χαρακτηριστικότερη εκείνη του Tugan-Baranowski, ο οποίος θα υποστηρίξει ότι ακόμα και αν οι μηχανές εξαφανίσουν ολοκληρωτικά την εργατική τάξη, η καπιταλιστική παραγωγή θα συνεχίσει να υπάρχει, ότι αποκλείεται η κατάρρευση του καπιταλισμού λόγω της υποκατανάλωσης των μαζών που προκαλεί η εξαφάνιση της μισθωτής εργασίας, άρα και των μισθιακών εισοδημάτων. Σύμφωνα με τον Tugan-Baranowski, η μειούμενη ιδιωτική κατανάλωση (και παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων) αντισταθμίζεται με τη διαρκώς αυξανόμενη παραγωγική κατανάλωση (Μηλιός, 1996). Εκεί λοιπόν συναντάμε την υπόθεση ότι στη σφαίρα παραγωγής ειδών κατανάλωσης, οι εργάτες σταδιακά αντικαθίστανται από μηχανές με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωσή τους, μέχρι την τελική εξαφάνιση. Η σφαίρα παραγωγής μέσων παραγωγής όμως (π.χ. μηχανών που χρησιμοποιούνται στη σφαίρα παραγωγής καταναλωτικών αγαθών), χρειάζεται ζωντανή εργασία (Μπουχάριν, 1992).


1.1. Μετασχηματισμός της εργασίας


Η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού παραμένει μέσα στη μισθωτή σχέση. Η νέα βιομηχανική οργάνωση χαρακτηρίζεται από δικτύωση της εργασίας και περαιτέρω ελαστικοποίηση της εργατικής δύναμης (Castells, 1996: 206). Η αυτοματοποίηση και η πληροφοριακή τεχνολογία αυξάνει τις απαιτούμενες γνώσεις των εργαζομένων, απαιτεί συνεχή εξειδίκευση.

Η συλλογική διανόηση των εργαζομένων σε μια επιχείρηση, οι γνώσεις που αποκτούν μέσα από την εμπειρία της εργασίας και την εκπαίδευση, συγκροτούν την έννοια του συλλογικού εργάτη, ως συμπύκνωση της γνώσης κίνησης της παραγωγικής διαδικασίας. Η ιδιοποίηση της γνώσης του συλλογικού εργάτη από το κεφάλαιο, δηλαδή από τη διευθυντική βαθμίδα των επιχειρήσεων και από τα αυτοματοποιημένα συστήματα μηχανών, είναι μια συνεχής διαδικασία που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη γενικότερη εργασιακή διαδικασία. Σε περιπτώσεις που το κεφάλαιο καταφέρνει να ιδιοποιηθεί τη γενική διάνοια των εργαζομένων, ακολουθεί στρατηγικές ελαστικοποίησης της εργασίας και συνεχούς ανακύκλωσης μέρους των εργαζομένων, ειδικά εκείνων με τη χαμηλότερη εξειδίκευση. Σε περιπτώσεις όπου ο συλλογικός εργαζόμενος, κυρίως μέσα από συλλογικές διεκδικήσεις και αντιστάσεις, κερδίζει ένα βαθμό αυτονόμησης ως προς την κατοχή γνώσης, οι συνθήκες εργασίας παραμένουν σταθερές ή βελτιώνονται, ενώ αυξάνεται και το μερίδιο των μισθών στο παραγόμενο προϊόν (Ιωακείμογλου, 1983α).

Η σχέση εξουσίας στην εργασιακή διαδικασία, ως σχέση υλικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής, μετατοπίζεται από τον ατομικό εργάτη στο συλλογικό εργάτη. Ο συνδικαλισμός των εργαζομένων αποτελεί βασικό εμπόδιο του κεφαλαίου στη διευρυνόμενη αναπαραγωγή του. Τα χαρακτηριστικά του συλλογικού εργάτη και τα όρια επέμβασής του στις νέες τεχνολογίες της παραγωγικής διαδικασίας είναι αντικείμενο του ανταγωνισμού μέσα στην παραγωγή (Ιωακείμογλου, 1983β). Ο ανταγωνισμός κεφαλαίου εργασίας αφορά σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα των άμεσων παραγωγών να θέτουν σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής.

Οι νέες τεχνολογίες (ΤΠΕ) ως εμπορεύματα μεταβάλλουν την εργασιακή διαδικασία εξ αιτίας της μειωμένης ημιζωής τους. Επιβάλλεται η παραγωγή just in time, δηλαδή η παραγωγή σε μικρές παρτίδες, χωρίς τη δημιουργία αποθεμάτων, ενώ αυξάνεται η ποικιλία των παραγόμενων εμπορευμάτων. Ταυτόχρονα δημιουργείται ένα δίκτυο υπεργολαβιών, όπου ακόμη και στην ίδια παραγωγική μονάδα είναι δυνατόν να δραστηριοποιούνται παράλληλα αρκετές επιχειρήσεις με σχετική αυτονομία (Harvey, 2009: 214-215). Οι ευέλικτες μορφές παραγωγής έχουν ως αποτέλεσμα τον διασκορπισμό της εργασιακής διαδικασίας και την περιορισμένη δυνατότητα συνδικαλιστικής δράσης. Οι διαπραγματεύσεις των συμβάσεων γίνονται κυρίως σε ατομικό επίπεδο, η αμοιβή εξατομικεύεται, ενώ δημιουργείται ένας πυρήνας με εργαζομένους σε σχετικά ασφαλείς εργασιακές συνθήκες και ένας κύκλος εργαζομένων προσωρινής επισφαλούς εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, όπου ανακυκλώνονται διαρκώς.

Οι μικρές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες αλλά υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Η χρήση της νέας τεχνολογίας σε μικρές επιχειρήσεις έχει υψηλό κόστος με αποτέλεσμα να επιβάλλεται ασφυκτικότερος έλεγχος στην εργασιακή διαδικασία. Προκειμένου να αντισταθμιστεί το υψηλό κόστος των νέων τεχνολογιών, οι μικρές επιχειρήσεις βασίζονται στους χαμηλότερους μισθούς και στην επιμήκυνση του χρόνου εργασίας, με αποτέλεσμα η αύξηση της κερδοφορίας να πηγάζει σε μεγαλύτερο βαθμό από την εντατικοποίηση της εργασίας και όχι από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (Μπράχος, 1993).


2. Η υπόθεση της άυλης εργασίας


Σύμφωνα με τη θεωρία της άυλης εργασίας (Hardt και Negri, 2002: 389-395), η μετεξέλιξη στην πληροφοριακή οικονομία έχει ως συνέπεια την αλλαγή στην ποιότητα και τη φύση της εργασίας. Η πληροφορία και η επικοινωνία αποκτούν σημαντικό ρόλο στην παραγωγή, με αποτέλεσμα την αλλαγή παραδείγματος στην οικονομία. Η παραγωγή just in time ή ο τογιοτισμός, αλλάζουν το παραδοσιακό φορντικό μοντέλο παραγωγής και εργασίας, παράγοντας με βάση τις ανάγκες της κατανάλωσης χωρίς να υπάρχουν μεγάλα συσσωρευμένα αποθέματα προϊόντων.

Η γενεαλογία της άυλης εργασίας ξεκινά για τον Νέγκρι και για μερίδα του ιταλικού εργατισμού από την έννοια του «κοινωνικό εργάτη» (operaio sociale) της δεκαετίας του 1970. Ο εργάτης-μάζα αντικαθίσταται σταδιακά από τον κοινωνικό εργάτη, ο οποίος αποτελεί ένα νέο ταξικό υποκείμενο το οποίο καθορίζεται από τη διανοητική και τεχνική εργασία (Wright, 2012: 194-195).

Ο Lazzarato θα ορίσει ως κεντρικά πεδία της άυλης εργασίας την οπτικοακουστική παραγωγή, την παραγωγή λογισμικών, τη διαφήμιση, τη μόδα και τις πολιτισμικές δραστηριότητες (Lazzarato, 2005). Οι ικανότητες που απαιτούνται κατά την άυλη εργασία διαφέρουν από τη χειρωνακτική, καθώς είναι απαραίτητη η δημιουργικότητα, η φαντασία και η διαχείριση κοινωνικών σχέσεων (ό.π.).

Η υπόθεση της άυλης εργασίας στον σύγχρονο «μεταφορντικό» και «γνωσιακό» καπιταλισμό αναλύεται σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας είναι αυτός του παραγόμενου προϊόντος. Αν δηλαδή το προϊόν που παράγεται είναι άυλο, όπως για παράδειγμα μία υπηρεσία. Ο δεύτερος άξονας είναι η άυλη εργασία ως διανοητική εργασία, όπου άσχετα με την «υλικότητα» ή μη του παραγόμενου προϊόντος, η εργασία είναι άυλη γιατί βασίζεται στη γνώση και στην επιστημονική κατάρτιση του εργαζόμενου και όχι στη χειρωνακτική του παρέμβαση μέσα στην παραγωγική διαδικασία.

Ως προς τον πρώτο άξονα, αν θεωρήσουμε την παραγωγική διαδικασία στον ΚτΠ ως τη διαδικασία που παράγει κέρδος μέσα από την παραγωγή εμπορευμάτων και την απόσπαση υπεραξίας από τη ζωντανή εργασία, τότε προκύπτει το συμπέρασμα ότι αν το κέρδος και η υπεραξία προέρχονται από υλικά ή άυλα προϊόντα (όπως υπηρεσίες), είναι αδιάφορο για την καθεαυτό παραγωγική διαδικασία στον ΚτΠ.

Αντίθετα, η παραγωγή υπηρεσιών ως εμπορεύματα, όπως οι επιχειρήσεις εστίασης και τουρισμού, συχνά αποτελούν πεδία αυξημένης κερδοφορίας για το κεφάλαιο λόγω των μεγάλων περιθωρίων εντατικοποίησης της εργασίας και των χαμηλών επενδύσεων σε σταθερό κεφάλαιο.

Στον δεύτερο άξονα της υπόθεσης της άυλης εργασίας ενυπάρχουν δύο κρίσιμες παρανοήσεις της εργασιακής διαδικασίας. Αφενός υπάρχει ταύτιση της νέας μικροαστικής τάξης και της εργατικής τάξης, με αποτέλεσμα να ταυτίζονται μισθωτοί εργαζόμενοι που παράγουν αλλά ασκούν και λειτουργίες διεύθυνσης και επιτήρησης, με μισθωτούς εργαζόμενους που παράγουν υπεραξία και υπάγονται στον εργοδοτικό δεσποτισμό των φορέων του κεφαλαίου (διοικητές τμημάτων, επιστάτες παραγωγής, διευθυντές).

Αφετέρου, η άυλη γνωσιακή εργασία διαχωρίζει τη γνώση από τη χειρωνακτική εργασία και την πρακτική εφαρμογή από τη διανοητική εργασία. Όμως ακόμη και η πιο απο-ειδικευμένη χειρωνακτική εργασία απαιτεί ένα στοιχειώδες γνωστικό περιεχόμενο ώστε να είναι παραγωγική και αποτελεσματική (Balibar, 2014). Αντίστροφα, κάθε διανοητική εργασία υλοποιείται μέσα στην παραγωγική διαδικασία παίρνοντας υλικές μορφές (για παράδειγμα η εργασία του προγραμματιστή ηλεκτρονικών υπολογιστών παίρνει υλικές μορφές όταν μετατρέπονται οι επιστημονικές του γνώσεις σε εμπόρευμα με τη χρήση του Η/Υ).

Συνεπώς, μπορούμε να διακρίνουμε τη διανοητική εργασία, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ποτέ πλήρης διάκριση χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, με βάση τη θέση μέσα στην εργασιακή διαδικασία. Υπάρχει ένα εύρος διανοητικών εργασιών που έχουν καθήκοντα οργάνωσης, διαχείρισης και επιτήρησης της παραγωγής που εντάσσονται στην νέα μικροαστική τάξη λόγω του ότι αποτελούν φορείς εξουσίας πάνω στην εργατική δύναμη, άσχετα με το αν παράλληλα παράγουν υπεραξία. Αντίστοιχα, υπάρχει ένα μέρος διανοητικών εργατών (π.χ. προγραμματιστές Η/Υ, εκπαιδευτικοί ιδιωτικού τομέα κ.α.) που δεν είναι φορείς εξουσίας, ενώ παράγουν υπεραξία, οι οποίοι πράγματι αυξάνονται αριθμητικά εξαιτίας της τεχνολογικής εξέλιξης και της αύξησης της παραγωγής υπηρεσιών, χωρίς όμως να αλλάζει η «φύση» της εργασίας και της διαδικασίας παραγωγής στον ΚτΠ.

Η υπόθεση της άυλης εργασίας υποκρύπτει επιπλέον έναν τεχνολογικό ντετερμινισμό. Θεωρείται ότι μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσω της γνώσης και της πληροφορίας, επίκειται ένας κοινωνικός μετασχηματισμός. Η κοινωνική αλλαγή κατανοείται ως το αποτέλεσμα οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Ενώ η αλλαγή των σχέσεων παραγωγής και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας δε φαίνεται να είναι αναγκαία για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, που θα προκύψει αυτόματα από την πληροφορικοποίηση της παραγωγής και της εργασίας. Σε αντίθεση με τη ντετερμινιστική αντίληψη, η τεχνολογία μορφοποιείται κοινωνικά, η εφεύρεση και η εφαρμογή της προσδιορίζεται μέσα από επιλογές κοινωνικά προσδιορισμένες, σε αντίθεση με την αδιάλλακτη λογική της προκαθορισμένης τεχνολογικής ανάπτυξης (Bonefeld και Holloway, 1993: 189-190). Παράλληλα εννοείται μια φυσιοκρατική προσέγγιση της εργασίας, καθώς το είδος του παραγόμενου προϊόντος (υλικό ή άυλο) επικαθορίζει το υποκείμενο της εργασιακής διαδικασίας.

Σημείο κριτικής στην άυλη εργασία αποτελεί το κενό που δημιουργείται από την απουσία της υλικής εργασίας που κατασκευάζει τα μέσα παραγωγής της άυλης, δηλαδή τα μηχανήματα, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα μέσα επικοινωνίας και πληροφορικής (Caffentzis, 2011). Οποιεσδήποτε μηχανές, ως νεκρή εργασία, χρειάζονται την προσθήκη ζωντανής εργασίας προκειμένου να παραχθεί νέα αξία και να διατηρηθεί η παλιά αξία. Η κεφαλαιακή αξία διατηρείται μέσω της εργασίας και διαιωνίζεται με νέες μορφές (Μαρξ, 1978: 628).


2.2. Το κεφάλαιο ως σχέση και η αφηρημένη εργασία


Προσεγγίζοντας το κεφάλαιο ως σχέση, με χρηματική και εμπορευματική μορφή εμφάνισης, τότε αναγκαία συνθήκη είναι η ύπαρξη των στοιχείων αυτής της σχέσης. Κατά την παραγωγή τα στοιχεία της κεφαλαιακής σχέσης είναι, σε μια απλουστευμένη μορφή, ο κεφαλαιοκράτης και οι εργαζόμενοι. Χωρίς τη ζωντανή εργασία η ύπαρξη της κεφαλαιακής σχέσης θα ήταν αδύνατη.

Με υλικούς όρους, η ύπαρξη ζωντανής εργασίας εξασφαλίζει τον σχεδιασμό, την παραγωγή και την επίβλεψη μηχανών για την παραγωγική διαδικασία. Η μισθωτή εργασία, ως μέρος του κυκλώματος της κεφαλαιακής σχέσης, μπορεί να αντικαθίσταται σε τμήματα της παραγωγής από μηχανές, όμως η αναγκαιότητα δημιουργίας των μηχανών αυτών και η συνεχόμενη τεχνολογική τους εξέλιξη, καθιστά την ύπαρξη της εργασίας στο ένα σκέλος της κεφαλαιακής σχέσης μη αντικαταστάσιμο παράγοντα. Η ζωντανή εργασία αποτελεί την παραγωγική δύναμη που παράγει αξία (Macherey, 2014: 50).

Ο κεντρικός σκοπός της παραγωγής στον ΚτΠ είναι το κέρδος. Επειδή όμως στον καπιταλισμό εμφανίζεται το κεφάλαιο εκείνο που παράγει τα εμπορεύματα και συνεπώς και το κέρδος που εμπεριέχεται σ' αυτά, εμφανίζεται όχι η εργασία, η οποία πράγματι τα παράγει. Τους καπιταλιστές δεν ενδιαφέρει απλώς και μόνον η μέγιστη δυνατή παραγωγή κέρδους, αλλά η μέγιστη δυνατή παραγωγή κέρδους ανά μονάδα κεφαλαίου, η μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους. Οι τεχνικές παραγωγής του κεφαλαίου βελτιώνονται διαρκώς προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας και η υπεραξία που αποσπάται (Σταμάτης, 1995). Έτσι λοιπόν, η συνεχόμενη αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι βασική προϋπόθεση για τη διευρυμένη αναπαραγωγή μιας επιχείρησης.

Η έννοια της αφηρημένης εργασίας είναι καθοριστική ώστε να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο οι επιμέρους εργασίες ομογενοποιούνται κοινωνικά, άσχετα με την υλικότητα ή μη της διαδικασίας τους ή αντίστοιχα του παραγόμενου προϊόντος. Η αφηρημένη εργασία αποτελεί κατηγορία κοινωνικής αλληλοσυσχέτισης επιμέρους εργασιών, αναδεικνύοντας τον ειδικό κοινωνικό χαρακτήρα της δαπανούμενης εργασίας στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, η οποία παράγει εμπορεύματα.

Η αφηρημένη εργασία δεν πηγάζει από τη συγκεκριμένη, ενώ δεν σχετίζεται η εκμηχάνιση της παραγωγής και η απο-ειδίκευση του εργαζομένου με μια υποτιθέμενη μετατροπή της χρήσιμης εργασίας σε αφηρημένη. Η αφηρημένη εργασία αποτελεί χαρακτηριστικό της κάθε συγκεκριμένης εργασίας στον ΚτΠ, δηλαδή έκφραση της ιδιαίτερης κοινωνικότητας που χαρακτηρίζει μόνο τον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για μια απλή ή μια σύνθετη και με υψηλή εξειδίκευση (συγκεκριμένη) εργασία (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης, 2005: 46-48).


2.3. Αναζητώντας την εξαρτημένη μισθωτή εργασία


Η υπόθεση του τέλους της εργασίας και της εργατικής τάξης ως αποτέλεσμα της πληροφορικοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας, θα οδηγούσε σε μία ποσοτική μείωση της εξαρτημένης μισθωτής εργασίας, ενώ θα έπρεπε να αυξάνεται σταδιακά η αυτοαπασχόληση και η μισθωτή εργασία με διοικητικά καθήκοντα.

Θα χρησιμοποιήσουμε την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας ως μελέτη περίπτωσης για την ποσοτική και ποιοτική προσέγγιση της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη του ΚΤΠ στις ιδιωτικές (καπιταλιστικές) επιχειρήσεις προκύπτει από το σύνολο των μισθωτών οι οποίοι δεν ασκούν καθήκοντα εποπτείας-συντονισμού σε άλλους μισθωτούς. Στην εργατική τάξη προστίθενται και οι μισθωτοί που απασχολούνται σε επιχειρήσεις με 50 και πλέον απασχολούμενους, οι οποίοι δηλώνουν στην έρευνα εργατικού δυναμικού ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη, αλλά δεν ασκούν καθήκοντα εποπτείας-συντονισμού. Οι τελευταίοι εκφράζουν τη διαδικασία «χειρωνακτικοποίησης» της διανοητικής εργασίας (Οικονομάκης, Ζησιμόπουλος κ.ά., 2015: 138).

Ο αριθμός των κεφαλαιοκρατών το 2014 ήταν 31.740, της νέας μικροαστικής τάξης 111.459 και της εργατικής τάξης 645.930 (ό.π.: 139). Ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης, η εργατική τάξη στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας αντιστοιχεί στο 18, 25% το 2014, οι καπιταλιστικές τάξεις αντιστοιχούν στο 0, 9% της συνολικής απασχόλησης, ενώ η νέα μικροαστική τάξη στο 3, 15% αντίστοιχα (ό.π. : 142).

Αν ίσχυε η υπόθεση της άυλης εργασίας σε κάποιο βαθμό, ή αντίστοιχα η υπόθεση του τέλους της εργασίας, στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας θα παρατηρούσαμε αύξηση της νέας μικροαστικής τάξης συγκριτικά με την εργατική τάξη.

Στη διαδικασία δημιουργίας αξίας, η εργασία παραμένει απαραίτητη. Η χρήση νέων τεχνολογιών δε μπορεί να αντικαταστήσει την εργατική δύναμη, αντίθετα απαιτείται η απόσπαση συναίνεσης. Οι σύγχρονες τάσεις αποσυνδικαλισμού και εξατομίκευσης της εργασίας είναι απαραίτητες τεχνικές συναίνεσης προκειμένου να εξασφαλιστεί η παραγωγικότητα και κατά συνέπεια η κερδοφορία (Castells, 1996: 278-279).


Καταλήγοντας


Διαπιστώνουμε μια συνεχή αλλαγή στην παραγωγική και στην εργασιακή διαδικασία, όπου η επιστήμη, η τεχνολογία και η επικοινωνία έχουν σημαντικό ρόλο. Οι συνεχείς αλλαγές όμως είναι χαρακτηριστικό του ΚτΠ και απαραίτητο στοιχείο προκειμένου να αυξάνει διαρκώς την παραγόμενη αξία μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και της εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης. Η αντίστοιχη αύξηση της σχετικής υπεραξίας δεν υπακούει σε κάποια νομοτελειακή πρόοδο της επιστήμης και της γνώσης άλλα σχετίζεται με τον αντίστοιχο κοινωνικό συσχετισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε κάθε συγκυρία και σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό ξεχωριστά, αλλά και ως συνάρθρωση μέσα από τη διεθνοποίηση των κεφαλαίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η αύξηση της σχετικής υπεραξίας μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί αναγκαστική επιλογή του κεφαλαίου, όταν οι εργατικοί αγώνες επιβάλλουν καλύτερες εργασιακές συνθήκες και άρα μείωση της απόλυτης υπεραξίας. Ενώ ο ρόλος του κράτους στη συγκρότηση και στην αναπαραγωγή του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και των σχέσεων παραγωγής, είναι καθοριστικός.

Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι οι υποθέσεις του μεταβιομηχανισμού και της άυλης εργασίας συμπίπτουν χρονικά με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως τεχνική διακυβέρνησης και με την αντίστοιχη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Ο κεντρικός ρόλος του χρηματοπιστωτικού τομέα στο νεοφιλελεύθερο παράδειγμα και η εντατικοποίηση της εργασιακής εκμετάλλευσης μέσω των επισφαλών εργασιακών συνθηκών, δείχνουν ότι η εργασία με τη μορφή μισθωτής σχέσης όχι μόνο δεν τείνει να εξαφανιστεί άλλα γενικεύεται και αποκτά κεντρικό ρόλο, άσχετα με την υλικότητα ή μη του εμπορεύματος που παράγει ή αντίστοιχα την υλικότητα ή μη της εργασιακής διαδικασίας. Ο ανταγωνισμός κεφαλαίου εργασίας, καθορίζει το μερίδιο των μισθών στο παραγόμενο καθαρό προϊόν και το αντίστοιχο μερίδιο των κερδών του κεφαλαίου, ενώ ως πολιτικός ανταγωνισμός καθορίζει τις αντίστοιχες πολιτικές που εγγράφονται στο κράτος και συμπυκνώνονται στην αντίστοιχη εργατική νομοθεσία.

Η υπαρκτή διαφοροποίηση μέσα στην εργατική τάξη με βάση τη γνώση και την επιστημονική κατάρτιση, αντιστοιχεί συχνά και σε μισθολογική διαφοροποίηση, αποτελούν όμως οι δύο εκφάνσεις των διαστρωματώσεων ανάμεσα στις εργαζόμενες τάξεις, οι οποίες γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από την κυρίαρχη ιδεολογία και τους εργοδότες ώστε να επιτυγχάνεται η διαφοροποίηση ανάμεσα στην εργασία. Αυτή η κίνηση επιστεγάζεται θεωρητικά με τη νεοφιλελεύθερη θεωρία του ατομικού κεφαλαίου, εμφανίζοντας τους καλύτερα πληρωμένους εργαζόμενους/ες ως καλύτερους/ες διαχειριστές των ατομικών τους προσόντων.

Ο κατακερματισμός της παραγωγικής διαδικασίας μέσω υπεργολαβιών και η κατάτμηση των εργασιακών πεδίων, αναμφίβολα δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την εντατικοποίηση της εργασίας. Παράλληλα ο παραδοσιακός τύπος συνδικαλιστικής συλλογικής διεκδίκησης φαίνεται να είναι πιο δύσκολος σε αυτές τις συνθήκες. Τα νέα εργασιακά δεδομένα όμως, τοποθετούν στο επίκεντρο των εργαζόμενων τάξεων την ανάγκη επανεπινόησης των συλλογικών διεκδικήσεων στην παραγωγική διαδικασία, την απαίτηση για δημοκρατική συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία ενάντια στον επιστημονικό πλέον εργοδοτικό δεσποτισμό, τη δικτύωση των εργαζομένων και την αλληλέγγυα στάση στα εκάστοτε κλαδικά προτάγματα.

Ίσως όμως το σημαντικότερο συμπέρασμα από την συμπτωματική περιοδολόγηση των θεωριών περί τέλους της εργασίας και της εργατικής τάξης αντίστοιχα, είναι η κεντρική θέση της αντίληψης του κεφαλαίου ως αντικειμένου, το οποίο ελέγχεται από τους κεφαλαιοκράτες και καθιστά την εργατική τάξη περιττή. Αντίθετα, η σχεσιακή προσέγγιση του κεφαλαιακού κυκλώματος, καθιστά σαφές ότι η δημιουργία υπεραξίας βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργασίας. Έτσι, ο ταξικός συσχετισμός δυνάμεων σε κάθε χρονική συγκυρία καθορίζει την έκβαση της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας.


Βιβλιογραφία


Balibar, E. (2014). Κράτος, μάζες, πολιτική. Αθήνα: Εκτός Γραμμής.

Bell, D. (1973). The Coming of Post-Industrial Society. New York: Basic Books.

Bonefeld, W. , Holloway, J. (επιμ.) (1993). Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή. Αθήνα: Εξάντας.

Caffentzis, G.(2011). Γιατί οι μηχανές δεν μπορούν να δημιουργήσουν αξία. Αθήνα: Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα.

Castells, M. (1989). The Informational City. Oxford: Basil Blackwell.

Castells, M. (1996). The Rise of the Network Society. Oxford: Basil Blackwell.

Doogan, K. (2009). New Capitalism? The Transformation of Work. Cambridge: polity.

Hardt, M. , Negri, A. (2001). Η εργασία του Διονύσου. Θέσεις, τ.75.

Hardt, M. , Negri, A. (2002). Αυτοκρατορία . Αθήνα: Scripta.

Hall, S, Held, D., McGrew, A. (2003). Η νεωτερικότητα σήμερα . Αθήνα: Σαββάλας.

Harvey, D. (2009). Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Αθήνα: Μεταίχμιο.

ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, (2014), Η Ελληνική Οικονομία και η Απασχόληση, Αθήνα.

Ιωακείμογλου, Η.(1983α). Συλλογικός εργάτης ή εργάτης μάζα; (Σημειώσεις για μια κριτική του εργατισμού), Θέσεις, τ.3.

Ιωακείμογλου, Η.(1983β). Αυτοματοποίηση της παραγωγής και συλλογικός εργάτης, Θέσεις, τ.4.

Lazzaratto, M. (2005). Immaterial Labor, στο Radical Thought in Italy: A Potential Politics (Theory Out Of Bounds), Paolo Virno, Michael Hardt (eds.). Minnesota: University οf Minnesota Press.

Lessa, S. (2006). Η «άυληεργασία»: Νέγκρι, Λατσαράτο καιΧαρντ, Ουτοπία, τ. 71.

Macherey, P. (2014), Φουκώ και Μαρξ, το παραγωγικό υποκείμενο. Αθήνα: Εκτός Γραμμής.

Μαρξ, Κ. (1978). Το Κεφάλαιο , τ . 1. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1990). Για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Επιμέλεια Γ. Σταμάτης. Αθήνα: Εξάντας.

Μηλιός, Γ. (1996). Ποιος φοβάται την εργασία; Θρύλοι για το «τέλος της εργασίας» στην «εποχή της αυτοματοποίησης», Θέσεις, τ. 57.

Μηλιός, Γ. , Δημούλης, Δ. , Οικονομάκης, Γ. (2005). Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Αθήνα: Νήσος.

Μπαλιμπάρ, Ε. (1986). Για τη μαρξιστική έννοια του «καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας» και την πάλη των τάξεων, Θέσεις, τ. 17.

Μπράχος, Γ.(1993). Ευέλικτα συστήματα παραγωγής: Ο μύθος της εξόδου από την κρίση, Θέσεις, τ. 43.

Μπουχάριν, Ν. (1992). Η γενική θεωρία της αγοράς και οι κρίσεις, Θέσεις, τ. 41.

Οικονομάκης, Γ. , Ζησιμόπουλος, Γ. , Κατσορίδας, Δ. , Κόλλιας, Γ. , Κρητικίδης, Γ. (2015). Η ταξική διάρθρωση και η θέση της εργατικής τάξης στην ελληνική κοινωνία. Αθήνα: ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Οικονομάκης, Γ. , Ζησιμόπουλος, Γ. , Κατσορίδας, Δ. , Κόλλιας, Γ. , Κρητικίδης, Γ. (2016). Κοινωνικές τάξεις: θεωρία και εμπειρική διερεύνηση στην ελληνική κοινωνία, Θέσεις, τ. 136.

Πεχλιβανίδης, Τ. (2002). Μεταβιομηχανική κοινωνία, μεταφορντισμός, μεταμοντερνισμός. Μετάλλαξη ή μεταμόρφωση; Θέσεις, τ.78.

Ρυλμόν, Π. (2010). Γνώση, εργασία και συλλογική δράση. Τετράδια ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, τ. 32.

Stalder, F. (2006). Manuel Castells . The Theory of the Network Society. Cambridge: Polity.

Σταμάτης, Γ. (1985). Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία, μέρος 1. Αθήνα: Σάκκουλα.

Σταμάτης, Γ. (1986). Τεχνολογική εξέλιξη και τάση του ποσοστού κέρδους στον Karl Marx, Θέσεις, τ. 17.

Wright, S. (2012). Η έφοδος στον ουρανό. Ταξική σύνθεση και ταξική πάλη στον ιταλικό αυτόνομο μαρξισμό. Αθήνα: κόκκινο νήμα.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 35ο έτος (1982-2017), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή