Επιστήμες και ιδεολογία: για μια ανταγωνιστική αντικειμενικότητα Εκτύπωση
Τεύχος 138, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2017


ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

 

ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ:

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ


των Νίκου Νικήσιανη και Γιώργου Π. Στάμου



Περίληψη


Βασικές αφετηρίες της αλτουσεριανής σκέψης αποτελούν η σχετική αυτονομία της επιστήμης και η αντικειμενικότητα της γνώσης· η επιστήμη δεν χρειάζεται καμία άλλη εγγύηση αλήθειας πέρα από την εσωτερική της συνοχή. Ταυτόχρονα, η αυθόρμητη ιδεολογία της επιστημονικής πρακτικής τείνει διαρκώς να την υποτάσσει σε εξωτερικά κριτήρια, μετατρέποντάς την έτσι σε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την κυρίαρχη ιδεολογία. Η ιδεολογία αυτή παραμένει κατά κανόνα κρυμμένη, δρώντας ως μία απούσα αιτία, η οποία εισάγει τις κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της επιστημονικής διαδικασίας. Η μάχη απέναντί της αποτελεί την κινητήρια δύναμη της επιστήμης, η οποία αναπτύσσεται τόσο μέσω, όσο και εξαιτίας της ιδεολογίας. Τελικά, δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε την αντικειμενικότητα της επιστημονικής γνώσης παρά μόνο από μία συγκεκριμένη ιδεολογική, και άρα υποκειμενική, σκοπιά, από μία συγκεκριμένη δηλαδή θέση στον ιδεολογικό και κοινωνικό ανταγωνισμό.


1. Επιστήμες και ιδεολογία: για μία ανταγωνιστική αντικειμενικότητα


Η πάλη ενάντια στην κυρίαρχη αστική ιδεολογία, στον ατομικισμό, τον εθνικισμό, τον οικονομισμό, αποτελεί μία αναπόσπαστη πλευρά του αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση. Πώς όμως μπορούμε να αντιπαρατεθούμε στην ιδεολογία, όταν αυτή είναι που ενοποιεί και νοηματοδοτεί κάθε κοινωνική στιγμή; Όταν κάθε πρακτική, ακόμα και ο ίδιος ο κοινωνικός ανταγωνισμός, μεσολαβείται από αυτή; Πού μπορούμε να αναζητήσουμε μία μορφή μη-ιδεολογικής γνώσης του κόσμου;1

Για την αλτουσεριανή σκέψη, μία τέτοια δυνατότητα προσφέρουν και οι επιστήμες. Οι ίδιες ωστόσο, αναπαράγουν ταυτόχρονα στο εσωτερικό τους – ή ακόμα και έξω από αυτό – τα κυρίαρχα μοτίβα της αστικής ιδεολογίας. Η σχέση τους με την ιδεολογία φαίνεται να είναι πολύ πιο σύνθετη τόσο από τη θετικιστική αναπαράσταση μίας απλής αντίθεσης, όσο και από τη μεταμοντέρνα απεικόνιση ενός αδιαφοροποίητου χυλού. Αυτή τη σχέση προσπαθούμε να διερευνήσουμε στο παρόν κείμενο, έχοντας πάντα κατά νου το αρχικό μας κίνητρο: οι επιστήμες μπορούν ίσως να προσφέρουν ένα αναγκαίο σημείο για να σταθούμε απέναντι (καίτοι όχι έξω) από την κυρίαρχη ιδεολογία και άρα μία πιθανή θέση μάχης εναντίον της.

1.1. Το αίτημα της αντικειμενικότητας


Μία επιστήμη είναι, πριν από όλα, μία συνειδητή πρακτική μετασχηματισμού δοσμένων εννοιών – εμπειρικών, ιδεολογικών, επιστημονικών – σε ένα νέο, καθορισμένο προϊόν, το οποίο συνιστά χοντρικά την επιστημονική γνώση. Καθώς η υποκειμενική εμπειρία είναι πάντα μεσολαβημένη από την ιδεολογία, η επιστήμη δεν εργάζεται ποτέ πάνω σε ένα καθαρό «δεδομένο», που προκύπτει από κάποια ανεξάρτητα και απόλυτα «γεγονότα», αλλά επεξεργάζεται μια πρώτη ύλη που της προσφέρεται από προηγούμενες, ήδη θεωρητικές, πρακτικές. Το επιστημονικό γεγονός – σε αντίθεση με το υποτιθέμενο καθαρό φαινόμενο – δεν γίνεται έτσι αντιληπτό ως ένα αποσπασματικό, τυχαίο συμβάν, αλλά μέσα στη γενικότητά του, δηλαδή σε ένα ήδη συγκροτημένο θεωρητικό πλαίσιο.2 Για να τονίσει αυτόν τον γενικό χαρακτήρα των γεγονότων, των ιδεών, των αναπαραστάσεων και των εννοιών που αποτελούν το αρχικό υλικό μιας επιστήμης, ο Αλτουσέρ (Althusser) πρότεινε την ονομασία Γενικότητα Ι.3 Η Γενικότητα Ι αποτελεί έτσι την πρώτη ύλη που η θεωρητική πρακτική της επιστήμης θα μετασχηματίσει σε πιο εξειδικευμένες έννοιες, δηλαδή σε μια άλλη, πιο «συγκεκριμένη» γενικότητα, την οποία ονομάζει Γενικότητα ΙΙΙ. Ο μετασχηματισμός αυτός λαμβάνει χώρα με τη βοήθεια κάποιων εργαλείων ή μέσων, τα οποία συνιστούν τη Γενικότητα ΙΙ, το σώμα δηλαδή των εννοιών που η ενότητά τους συγκροτεί τη «θεωρία» και την «τεχνική» της επιστήμης στη δεδομένη στιγμή.

Μέσα από το γνωστό σχήμα των τριών Γενικοτήτων, ο Αλτουσέρ επιδίωξε να αναπτύξει την αρχική ιδέα του Μαρξ, 4 σύμφωνα με την οποία η πορεία της σκέψης είναι από το γενικό προς το συγκεκριμένο. Το συγκεκριμένο αυτό όμως παραμένει πάντα ένα συγκεκριμένο της σκέψης, μία θεωρητική γνώση. Η γνώση αυτή στοχεύει βέβαια σε ένα πραγματικό συγκεκριμένο, το οποίο υπάρχει πάντα ανεξάρτητα και πριν από τη γνώση του, ως ένα αναπόσπαστο στοιχείο της εξωτερικής, υλικής, αντικειμενικής πραγματικότητας· έτσι, η σκέψη σκοπεύει τελικά να γνωρίσει και να κατανοήσει, να ιδιοποιηθεί γνωστικά αυτό το πραγματικό συγκεκριμένο. Όσο πιο επεξεργασμένη και άρα συγκεκριμένη είναι μια γνώση, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι σε αυτήν τη διαδικασία γνωστικής ιδιοποίησης. Από τη σκοπιά αυτή, η γνώση του πραγματικού εξαρτάται από μια σχέσηεσωτερική, γνωσιακή, και όχι από το ίδιο το πραγματικό αντικείμενο. Η γνώση δεν αποτελεί μία πράξη αφαίρεσης μίας προϋπάρχουσας ουσίας (ή Νοήματος, Αλήθειας κ.ο.κ.) από το ίδιο το πραγματικό, αλλά μία πράξη πρόσθεσης, αφού προσθέτει στο πραγματικό τη γνώση του.5

Τελικά, η θεωρητική πρακτική δεν χρειάζεται άλλο κριτήριο ορθότητας πέρα από τον ίδιο της τον εαυτό, την εσωτερική της συνοχή. Οι επιστήμες, αφού συγκροτηθούν, δεν έχουν καμία ανάγκη από εξωτερικές πρακτικές – ιδεολογικές, πολιτικές, φιλοσοφικές κ.ο.κ. – που να εγγυώνται τα αποτελέσματά τους ως «αληθινά», δηλαδή ως γνώσεις. Αντίθετα, περικλείουν οι ίδιες τους απαιτούμενους τίτλους εγκυρότητας ή τα κριτήρια επιστημονικότητας των προϊόντων τους. Τα κριτήρια αυτά ταυτίζονται με τις μορφές άσκησης της κάθε συγκεκριμένης επιστημονικής πρακτικής. Έτσι, κάθε απόδειξη αποτελεί αποτέλεσμα υλικών – θεωρητικών και πειραματικών – συγκεκριμένων και ειδικών διαδικασιών που εγγράφονται στο εσωτερικό της κάθε επιστήμης.6 Εμπνεόμενος εδώ ρητά από τη σπινοζική λογική – σύμφωνα με την οποία το αληθινό ορίζει τον εαυτό του – ο Αλτουσέρ προσπάθησε να κατοχυρώσει το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της επιστήμης· είναι η επιστήμη αυτή που ορίζει από μόνη της την –επιστημονική – αλήθεια, και, κατ’ επέκταση, το – ιδεολογικό – «ψέμα».

Κατοχυρώνεται έτσι η σχετική αυτονομία της θεωρητικής πρακτικής και τελικά η αντικειμενικότητα της γνώσης, η οποία αποτελεί το βασικό αίτημα της σύγχρονης επιστήμης. Στη λογική του Αλτουσέρ άλλωστε, η επιστημονική ιστορία, όπως και κάθε ιστορία, είναι μία διαδικασία χωρίς υποκείμενο, αφού, ακόμα και αν εκτελείται μέσα από τη δουλειά κάποιων ατόμων, είναι μία διαδικασία χωρίς υποκειμενικούς στόχους ή σκοπούς, πέρα από την ίδια την εξέλιξή της.


1.2. Η επιστημολογική τομή


Η ιδεολογία και η επιστήμη είναι λοιπόν δύο παράλληλες διαδικασίες που λαμβάνουν ταυτόχρονα χώρα στη σφαίρα του θεωρητικού, χρησιμοποιούν παρόμοια – ή ακόμα και τα ίδια – θεωρητικά μέσα και στοχεύουν αμφότερες στην ιδιοποίηση, την αντίληψη και την ερμηνεία του εξωτερικού κόσμου· έχουν, ωστόσο, μία ριζική διαφορά: η ιδεολογία τείνει να αναπαράγει τις κυρίαρχες κοινωνικές αναπαραστάσεις, υπαγόμενη έτσι σε έξωθεν κριτήρια και συμφέροντα, ενώ η επιστήμη κινητοποιείται από την εσωτερική της ανάγκη για συνοχή. Η διαφορά αυτή εγκαθιδρύει μία αντιθετική σχέση ανάμεσά τους, η οποία ξεκινά με την ιδρυτική πράξη κάθε επιστήμης, τη στιγμή δηλαδή που μία συγκροτημένη θεωρία έρχεται σε ρήξη με την προεπιστημονική ιδεολογία που στόχευε στην ιδιοποίηση του ίδιου πραγματικού αντικειμένου. Κάθε επιστήμη, υποστηρίζει ο Pêcheux, παράγεται από τη δουλειά μίας εννοιολογικής «μετάλλαξης» στο εσωτερικό ενός ιδεολογικού πεδίου· η νέα επιστήμη παίρνει έτσι μία απόσταση που της δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσει τα προηγούμενα ιδεολογικά λάθη και να εγγυηθεί μόνη της τη δική της επιστημονικότητα.7

Για να χαρακτηρίσει αυτή την ιστορική στιγμή, ο Αλτουσέρ, βασισμένος στον Γάλλο ιστορικό της επιστήμης GastonBachelard, μιλά για μια επιστημολογική τομή, η οποία λαμβάνει χώρα όταν η πρακτική και η προβληματική μίας επιστήμης διακρίνεται με σαφή και συνειδητό τρόπο από την αντίστοιχη ιδεολογική πρακτική και προβληματική της προϊστορίας της. Για τον Αλτουσέρ, η τομή αυτή, από τη σκοπιά της νέας επιστήμης, είναι καθολική και μη αναστρέψιμη. Θα τονίσει μάλιστα την τάση κάθε νέας επιστήμης να επιμένει στον ιδεολογικό χαρακτήρα της προϊστορίας της, να κηρύττει δηλαδή ότι η ιδεολογία αυτή, παρά την εμπειρική της προφάνεια, ήταν ένα «λάθος»· «και, τουλάχιστον στην αρχή, βαριέται πολύ να ασχοληθεί με τις “λεπτομέρειες”».8


1.2. Ο εμπειρισμός και η κυρίαρχη ιδεολογία


Ο ίδιος ο Αλτουσέρ ωστόσο μπαίνει στον κόπο να ασχοληθεί πολύ με αυτές τις «λεπτομέρειες», δείχνοντας ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε ούτε την αρχική Γενικότητα Ι ως μία αμιγή ιδεολογική μάζα, ούτε αντίστοιχα τις Γενικότητες ΙΙ και ΙΙΙ ως καθαρά σύνολα επιστημονικών εννοιών.

Πρώτα από όλα, η αρχική «πρώτη ύλη» πάνω στην οποία εργάζεται μία επιστήμη, ακόμα και όταν συγκροτείται για πρώτη φορά, δεν περιλαμβάνει μόνο ιδεολογικά, αλλά και επιστημονικά στοιχεία, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες επιστημονικές πρακτικές: «μία επιστήμη γεννιέται», λέει ο Αλτουσέρ αναπτύσσοντας και εδώ το γνώριμο και γόνιμο υλισμό της συνάντησης, «μέσα από μία απρόβλεπτη, απίστευτα περίπλοκη και παράδοξη – αλλά, μέσα στην ενδεχομενικότητά της, αναγκαία – συγκυρία ιδεολογικών, πολιτικών, επιστημονικών, φιλοσοφικών και άλλων «στοιχείων», τα οποία σε κάποια στιγμή «ανακαλύπτουν», αλλά πάντα μετά το γεγονός, ότι χρειάζονταν το ένα το άλλο, αφού συναντηθούν, χωρίς ωστόσο να αλληλοαναγνωρίζονται, στη θεωρητική φόρμα μίας νεογέννητης επιστήμης».9 Έτσι, η περίοδος συνάθροισης αυτών των στοιχείων, όπως υποστηρίζουν οι Pêcheux και Balibar, αποτελεί μία αναγκαία φάση για τη συγκρότηση της νέας επιστήμης. Η επιστημολογική τομή, προσθέτουν, δεν πρέπει να γίνεται συνεπώς αντιληπτή ως «ένα άλμα έξω από την ιδεολογία», πραγματοποιημένο από έναν μοναχικό «ήρωα»-επιστήμονα, αλλά ως το αποτέλεσμα μίας μακρόχρονης ιστορικής διαδικασίας, η οποία αποκρυσταλλώνεται τελικά στο έργο κάποιου ή κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων.10

Το προϊόν της επιστήμης αντίστοιχα, δεν είναι ποτέ απαλλαγμένο από την ιδεολογία· αντίθετα, η επίμονη δραστικότητα της ιδεολογίας μπορεί όχι μόνο να επιτρέψει την επιβίωση ιδεολογικών στοιχείων μετά την τομή, αλλά εμπλουτίζει επίσης διαρκώς το επιστημονικό σώμα με νέες ιδεολογικές αναπαραστάσεις. Όπως θα δούμε αναλυτικά παρακάτω, αυτή η δραστικότητα της ιδεολογίας αποτελεί και το αναγκαίο κίνητρο για την κινητοποίηση της επιστήμης. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ ωστόσο είναι η πηγή αυτών των ιδεολογικών αναπαραστάσεων. Όπως λοιπόν συμβαίνει και σε κάθε άλλη κοινωνική πρακτική, οι παράγοντες που εμπλέκονται στην επιστημονική πρακτική αποκτούν μέσα από τη συμμετοχή τους κάποιες αναπαραστάσεις των σχέσεων που τη διέπουν, διαμορφώνουν δηλαδή μία «αυθόρμητη» ιδεολογία της επιστημονικής πρακτικής.11

Στον πυρήνα αυτής της ιδεολογίας συναντάμε, κατά τα γνωστά, την αναπαράσταση της συγκεκριμένης πρακτικής ως μία εξωτερική σχέση Υποκειμένου - Αντικειμένου. Όπως σε κάθε τέτοια αναπαράσταση, το Υποκείμενο – είτε πρόκειται εδώ για το «Επιστημονικό Πνεύμα», είτε για τους συγκεκριμένους επιστήμονες και τους θεσμούς τους – στέκεται απέναντι από το πραγματικό Αντικείμενό του, με σκοπό να αφαιρέσει από αυτό κάποια υποτιθέμενη προϋπάρχουσα ουσία. Η γνώση δεν γίνεται αντιληπτή έτσι ως ένα αποτέλεσμα της επιστημονικής πρακτικής, αλλά ως ένα μέρος του εξωτερικού, πραγματικού αντικειμένου: «η γνώση βρίσκεται εγγεγραμμένη ολόκληρη στη δομή του πραγματικού αντικειμένου, με τη μορφή της διαφοράς ανάμεσα στο μη-ουσιαστικό και στην ουσία».12

Η αυθόρμητη ιδεολογία της επιστημονικής πρακτικής, ή με μία λέξη ο εμπειρισμός, συγχέει συνεπώς το θεωρητικό αντικείμενο, αυτό δηλαδή που συγκροτείται και γίνεται αντιληπτό μόνο στο πλαίσιο μίας συγκεκριμένης θεωρητικής πρακτικής, με το πραγματικό αντικείμενο. Το πραγματικό αντικείμενο όμως δεν μπορεί να γίνει ποτέ αντιληπτό καθ’ εαυτό, έξω δηλαδή από κάποια θεωρητική πρακτική· είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι, η αντίληψη ενός πραγματικού αντικειμένου μεσολαβείται πάντα από την εμπειρία, η οποία με τη σειρά της επικαθορίζεται από όλο το πλαίσιο των κυρίαρχων ιδεολογικών αναπαραστάσεων. Τελικά, το υποτιθέμενο πραγματικό αντικείμενο του εμπειρισμού δεν είναι άλλο από ένα εμπειρικό, δηλαδή ένα κατ’ εξοχήν ιδεολογικό αντικείμενο. Έτσι, η ιδεολογία που αναπαριστάνει το αντικείμενο μίας επιστήμης και η ιδεολογία που αναπαριστάνει την ίδια την επιστήμη ως πρακτική – ως μία σχέση δηλαδή υποκειμένου-αντικειμένου – δεν μπορούν τελικά να διαχωριστούν· ο εμπειρισμός, η ιδεολογία της επιστημονικής πρακτικής, συγχέοντας το θεωρητικό με το πραγματικό αντικείμενο, συνεχώς τροφοδοτεί, αναπαράγει και επικυρώνει την ιδεολογία τόσο μέσα στην επιστημονική πρακτική, όσο και έξω από αυτή.

Υπάρχει όμως και μία άλλη συνέπεια της εμπειριστικής ταύτισης του πραγματικού και του θεωρητικού αντικειμένου· αν η γνώση είναι κομμάτι του πραγματικού αντικειμένου, τότε διαχωρίζεται από την ίδια την επιστημονική πρακτική. Κατά συνέπεια, η επιστήμη αδυνατεί να εγγυηθεί από μόνη της ότι η γνώση που παράγει είναι πραγματική γνώση και αναζητά έτσι μία εξωτερική εγγύηση. Την εγγύηση αυτή αναλαμβάνει συνήθως να την προσφέρει η φιλοσοφία, η οποία εκπροσωπώντας τον Ορθό Λόγο εν γένει, θεωρεί ως δική της αρμοδιότητα τον ορισμό των συνθηκών που εγγυώνται τη δυνατότητα της Γνώσης του Κόσμου. Τίθεται έτσι το αιώνιο, φιλοσοφικό «πρόβλημα της Γνώσης», το οποίο αποτελεί για τον Αλτουσέρ τον πυρήνα όλης της παράδοσης της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας.13

Εξάλλου, η ιδεαλιστική φιλοσοφία, υιοθετώντας μία αντίστοιχη εμπειριστική αντίληψη και για τη δική της πρακτική, θεωρεί ότι αυτός ο Ορθός Λόγος που διαθέτει – και που μπορεί να εγγυηθεί την επιστημονική αλήθεια – δεν αποτελεί δικό της προϊόν, αλλά προϋπάρχει, όπως κάθε γνώση, κρυμμένος εντός του Κόσμου. Όπως όμως δείχνει ο Αλτουσέρ, 14 ο Λόγος της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας αποτελεί στην πραγματικότητα μία προσπάθεια ενοποίησης των αντιφατικών ιδεολογικών αναπαραστάσεων μίας κοινωνίας, γύρω από κάποιες κομβικές κατηγορίες, οι οποίες, σε τελευταία ανάλυση, εκπροσωπούν τις θέσεις της κυρίαρχης τάξης. Κατά συνέπεια, η ιδεαλιστική φιλοσοφία, στην προσπάθειά της να εγγυηθεί τη δυνατότητα της γνώσης, αντλεί τη νομιμοποίησή της από ένα σύστημα κυρίαρχων ιδεολογικών αξιών. Το αποτέλεσμα είναι η δέσμευση της επιστήμης σε «“συμφέροντα” εξωτερικά προς την αμιγή αναγκαιότητα της γνώσης». Τελικά, η φιλοσοφία, και μέσω αυτής η ιδεολογία, τείνουν να ερμηνεύουν μέσα από το δικό τους πρίσμα τις έννοιες, τις μεθόδους, τις θεωρίες και τα αποτελέσματα των διαφόρων επιστημών, να τις υποτάσσουν στη δική τους εσωτερική λογική και να τις εκμεταλλεύονται για να επικυρώσουν τις δικές τους αξίες ή προϋποθέσεις.15

Αυτή η εκμετάλλευση ωστόσο δεν είναι υποχρεωτικά έργο των ίδιων των φιλοσόφων. Ακόμα και οι επιστήμονες τείνουν να συγκροτούν από μόνοι τους μία «“αυθόρμητη” φιλοσοφία», η οποία, ακόμα και ασυνείδητα, αντλεί το υλικό, τις θέσεις και το λόγο της από την κυρίαρχη φιλοσοφία που «κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα». Έτσι, οι φιλοσοφικές κρίσεις των επιστημόνων τείνουν συνήθως να «αναζωογονούν και επικαιροποιούν παλιά εμπειριστικά ή φορμαλιστικά θέματα» της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Οι ίδιοι ωστόσο, από τη δική τους εμπειρική σκοπιά, θεωρούν ότι η φιλοσοφία τους πηγάζει από την πρακτική τους καθ’ εαυτή, από το ίδιο το θεωρητικό τους αντικείμενο· στο βαθμό μάλιστα που ταυτίζουν το θεωρητικό με το πραγματικό αντικείμενο, μπορούν τελικά να ισχυρίζονται ότι η φιλοσοφία αυτή πηγάζει από την ίδια την πραγματικότητα.


1.3. Η ιδεολογία ως μέσο μεταφορών


Παράλληλα, καθώς η φιλοσοφία, εκ μέρους της κυρίαρχης ιδεολογίας, τείνει να ενοποιεί τις αναπαραστάσεις από όλες τις κοινωνικές πρακτικές, υπάγοντάς τες στις ίδιες γενικές κατηγορίες (Υποκείμενο-Αντικείμενο, Φύση-Άνθρωπος κ.ο.κ.), τα διαφορετικά θεωρητικά αντικείμενα των επιστημών χάνουν τη σχετική τους αυτονομία, τους ιδιαίτερούς τους καθορισμούς και παρουσιάζονται ως ομοιογενή στο εσωτερικό τους και ομοιόμορφα μεταξύ τους. Διευκολύνεται έτσι, αν δεν επιβάλλεται κιόλας, η μεταφορά αναπαραστάσεων, μοντέλων, θεωριών, αξιών από το ένα θεωρητικό πεδίο στο άλλο.

Ο Pêcheux προσφέρει μερικά χρήσιμα επιχειρήματα για αυτό τον ρόλο των μεταφορών, αντλώντας τα παραδείγματά του από την τομή που επέφερε στις φυσικές επιστήμες η εποχή του Γαλιλαίου.16 Δείχνει ότι ενώ ο μηχανικισμός στο πεδίο του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού λειτούργησε απελευθερωτικά και ανταγωνιστικά με τις προηγούμενες ανιμιστικές ιδεολογίες, όταν η ίδια μηχανιστική αντίληψη μεταφέρθηκε και κυριάρχησε στο πεδίο της Βιολογίας, λειτούργησε εξόχως ιδεολογικά και κατασταλτικά στην ανάπτυξη της νέας επιστήμης, καθώς υπήγαγε τη Βιολογία στη Φυσική και απέκλεισε κάθε ιδιαιτερότητα από το φαινόμενο της ζωής. Η ιδεολογία του βιταλισμού αντίθετα, λειτούργησε εδώ απελευθερωτικά, αναγνωρίζοντας την «πρωτοτυπία του γεγονότος της ζωής»· αν λοιπόν για τη Φυσική ο βιταλισμός ήταν απλά μία «ανοησία ή μία τρέλα», για τη Βιολογία υπήρξε ένα αναγκαίο προηγούμενο «λάθος». Τα πάντα είναι θέμα πλαισίου: αυτό που είναι επιστήμη εδώ, είναι ιδεολογία αλλού. Ακόμα και αν μία έννοια ή θεωρία λειτουργεί επιστημονικά στο αρχικό της πεδίο, η απομόνωσή της από αυτό και η αναπλαισίωσή της σε ένα ριζικά διαφορετικό πεδίο, είναι πιθανό να την αποδιαρθρώσει σε τέτοιο βαθμό που θα αφαιρεί κάθε συγκεκριμένο, επιστημονικό περιεχόμενο, ανοίγοντας την πόρτα στην ιδεολογική εκμετάλλευση.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Pêcheux αναδεικνύει την ιστορική ιδιαιτερότητα κάθε επιστημολογικής τομής· τα αποτελέσματα που επιφέρει μία επιστημολογική τομή στην ιδεολογία δεν μπορούν να μεταφερθούν από μία επιστήμη Α σε μία επιστήμη Β, καθώς τότε θα λειτουργήσουν μάλλον ως «επιστημολογικά εμπόδια», παρά ως στήριγμα της δεύτερης επιστήμης. Δεν μπορούμε συνεπώς να εφαρμόσουμε μία γενική επιστημολογία πάνω στις διαφορετικές επιστημολογικές τομές. Η σχέση, ή καλύτερα η αντίθεση, ανάμεσα στην ιδεολογία και την επιστήμη είναι κάθε φορά συγκεκριμένη και κάθε προσπάθεια γενίκευσής της τείνει στη μεταφυσική. Από τη σκοπιά αυτή, και ο Αλτουσέρ αρνείται τελικά τη δυνατότητα για κάθε γενική φιλοσοφία ή θεωρία της επιστήμης, ή αντίστοιχα για κάθε γενική επιστημολογία που θα αποτελούσε το «επιστημονικό» υποκατάστατό της. Επιστήμη γενικά, «στον ενικό», δεν υπάρχει· οι έννοιες που αναφέρονται στην επιστήμη γενικά, όπως αυτές με τις οποίες μιλάμε και σε αυτό το κείμενο, αποτελούν μόνο μία αρχική, ελάχιστη Γενικότητα Ι και είναι χρήσιμες μόνο για να εισέλθουμε μετά στη συγκεκριμένη ιστορία της κάθε συγκεκριμένης επιστήμης, η οποία παραμένει πάντα η μόνη αρμόδια να ορίζει τον εαυτό της, και μαζί με αυτόν, την προεπιστημονική, ιδεολογική προϊστορία της.17


1.4. Η χάραξη των διαχωριστικών γραμμών


Ανακεφαλαιώνοντας ως εδώ, αυτό που τελικά επάγεται μέσα από την αυθόρμητη ιδεολογία και φιλοσοφία της επιστημονικής πρακτικής, είναι η κατάργηση της σχετικής αυτονομίας της επιστήμης και η εξάρτησή της από αλλότριες εγγυήσεις και αξίες, οι οποίες, σε τελευταία ανάλυση, αναπαράγουν τις κυρίαρχες ιδεολογικές αξίες της κοινωνίας. Το διακύβευμα αυτό υπερβαίνει τα όρια της επιστήμης και την συνδέει με τον ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό ανταγωνισμό. Συνεπώς, η υπεράσπιση της αυτονομίας της επιστήμης και, μαζί, της αντικειμενικότητας της γνώσης προϋποθέτει τελικά μία συνεχή αντιπαράθεση με την κυρίαρχη ιδεολογία.

Η θέση αυτή υπερβαίνει το αρχικό, σπινοζικό πλαίσιο, όπου η (επιστημονική) αλήθεια αρκεί από μόνη της για να ορίσει το (ιδεολογικό) ψέμα.18 Η κάθε επιστήμη οφείλει και μπορεί να ορίζει μόνη της τον εαυτό της, την επιστημονικότητα των γνώσεών της μέσα από τα δικά της, εσωτερικά κριτήρια συνοχής· δεν μπορεί ωστόσο, ούτε οφείλει, από μόνη της, να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά την κυρίαρχη ιδεολογία που την επικαθορίζει. Ο αυτοπροσδιορισμός της άλλωστε λαμβάνει χώρα μόνο μέσα από την επιστημονική πρακτική, η οποία υπόκειται πάντα στην ιδεολογία της, οδηγώντας σε έναν κλειστό, ιδεολογικό κύκλο, ο οποίος επικυρώνεται συνήθως και από την «αυθόρμητη φιλοσοφία των επιστημόνων». Ο Αλτουσέρ υποστήριξε έτσι ότι η έξοδος από αυτόν τον ιδεολογικό κύκλο απαιτεί μία διαφορετική έξωθεν βοήθεια, από μία ιδιαίτερη φιλοσοφική πρακτική· το καθήκον αυτής είναι όχι να εγγυηθεί την επιστημονική γνώση, αλλά, αντίθετα, να ανταγωνιστεί τις εγγυήσεις που της προσφέρονται ήδη από την ιδεαλιστική φιλοσοφία και, σε τελευταία ανάλυση, από την κυρίαρχη ιδεολογία.19

Με αυτό τον τρόπο, όπως η κυρίαρχη ιδεαλιστική φιλοσοφία τείνει να υποτάσσει τις επιστήμες στην ιδεολογία, μία άλλη υλιστική φιλοσοφική πρακτική μπορεί αντίστροφα να τις απελευθερώνει, χαράσσοντας τις αναγκαίες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε αυτό που είναι ιδεολογία και σε αυτό που είναι επιστήμη. Καθώς όμως η διάκριση ανάμεσα στο ιδεολογικό και το επιστημονικό, όπως κάθε γνώση άλλωστε, δεν εγγράφεται στο ίδιο το πραγματικό αντικείμενο, αλλά είναι εσωτερική στη φιλοσοφία, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να υπάγεται στους θεωρητικούς, επιστημονικούς όρους του αληθινού και του ψευδούς, αλλά στους πρακτικούς όρους του «σωστού» και του «λάθους». Το «σωστό», διευκρινίζει ο ίδιος, «δεν μπορεί παρά να εξεταστεί υπό το πρίσμα του συσχετισμού δυνάμεων σε ένα πεδίο μάχης, όπως είναι η θεωρία. Μια θέση είναι σωστή, όταν ευθυγραμμίζεται με αποτελεσματικό τρόπο με την κύρια αντίθεση του πεδίου, όπως αυτή διαμορφώνεται από τον εκάστοτε συγκυριακό συσχετισμό δύναμης». Μία πρακτικά σωστή θέση, καταλήγει, σημαίνει μία θέση που παράγει πρακτικά αποτελέσματα σε ένα πεδίο κυριαρχούμενο από αντιθέσεις, «μια προσαρμογή στον αγώνα, ας πούμε, μεταξύ των υπαρκτών ιδεών – μερικών κυρίαρχων και μερικών κυριαρχούμενων».20


1.5. Η ιδεολογία ως απούσα αιτία


Όπως λοιπόν σημειώνει και ο Balibar, 21 η αλτουσεριανή έννοια της τομής (και όχι πια «ρήξης») ανάμεσα στην ιδεολογία και την – κάθε – επιστήμη υπερβαίνει την αρχική αντίληψη του Bachelard· είναι μία τομή μη αναστρέψιμη, αλλά και ταυτόχρονα μη ολοκληρώσιμη. «Κάθε αναγνωρισμένη επιστήμη», αναφέρει ο ίδιος ο Αλτουσέρ, «έχει όχι μόνο αναδυθεί από τη δική της προϊστορία, αλλά συνεχίζει αέναα να το κάνει (η προϊστορία της παραμένει πάντα σύγχρονη: κάτι σαν το Alter Egoτης)».22 Κάθε επιστήμη ανταγωνίζεται την ιδεολογία από την οποία εξήλθε και ταυτόχρονα την αγνοεί, στο βαθμό που η ιδεολογία αυτή συνεχίζει να επιβιώνει στο εσωτερικό της. Η πάλη που εγκαθιδρύεται με την πρώτη τομή, συνεχίζεται διαρκώς· από αυτή τη σκοπιά, δεν υπάρχει ποτέ «κανονική» επιστήμη, με την κουνιανή έννοια του όρου.

Κατά κανόνα, η ιδεολογία που ενυπάρχει στο εσωτερικό της επιστήμης παραμένει σε μία σιωπηλή μορφή· όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάθε πρακτική, η ιδεολογία δεν είναι άμεσα ορατή στα άτομα που υπάγονται σε αυτή. Προχωρώντας σε αυτή τη γραμμή, ο Μπαλτάς εισάγει την έννοια της «λανθάνουσας (άρρητης) ιδεολογικής παραδοχής».23 Οι παραδοχές αυτές αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις, κρίσεις και πεποιθήσεις που στηρίζουν την πρακτική μίας επιστήμης, χωρίς να αποδεικνύονται, να επερωτούνται ή να προκαλούνται· αντίθετα, η επιστήμη τις δέχεται και τις αναπαράγει ως αυτονόητες αλήθειες. Παραμένουν έτσι κατά κανόνα άρρητες, δεν εμφανίζονται δηλαδή ως διακριτά, θεωρητικά στοιχεία, αλλά ταυτίζονται με την εκάστοτε επιστημονική πρακτική. Η ιδεολογία της επιστημονικής πρακτικής, όπως ισχύει άλλωστε για κάθε πρακτική, λειτουργεί έτσι ως συγκροτητικό στοιχείο της ίδιας της πρακτικής.

Η ιδεολογία είναι λοιπόν δραστική στο βαθμό που δεν είναι αντιληπτή, που παραμένει άρρητη, κρυφή ή λανθάνουσα· στο βαθμό δηλαδή που, τουλάχιστον από την υποκειμενική σκοπιά όσων εμπλέκονται στη συγκεκριμένη πρακτική, δεν υπάρχει. Η έννοια μίας τέτοιας απούσας αιτίας έχει απασχολήσει πολύ τον Αλτουσέρ και τους συνεργάτες του. Βρίσκοντας μέσα στο έργο του Μαρξ την έννοια της Darstellung (παράσταση), την προσδιόρισαν ως «τη δραστική επίδραση (efficace) μιας δομής στα στοιχεία της» και τη χρησιμοποίησαν ως βάση για την επεξεργασία μίας έννοιας δομικής ή μετωνυμικής αιτιότητας, όπου τα στοιχεία και οι σχέσεις μίας δομής καθορίζουν τη δομή και καθορίζονται ταυτόχρονα από αυτή, με αποτέλεσμα τελικά η αιτία, από μία οπτική εσωτερική στη δομή, να μένει πάντα απούσα, να μη μπορεί δηλαδή να απομονωθεί ως τέτοια ούτε στα στοιχεία, αλλά ούτε και στη δομή καθ’ εαυτή.24 Με τα λόγια του Ρανσιέρ, 25 όσο βρίσκεσαι στο εσωτερικό της δομής, μοιάζει σαν να υπάρχει ένας «υπερβατολογικός» άγνωστος Χ που λύνει κάθε εξίσωση. Στην περίπτωση του τρόπου παραγωγής, η απούσα αιτία, ο άγνωστος Χ που λύνει την εξίσωση ακριβώς επειδή λείπει από αυτήν, είναι οι ειδικές, ιστορικές κοινωνικές σχέσεις υπό το καθορισμό των οποίων οργανώνεται η κοινωνική παραγωγή: σε τελευταία ανάλυση, η ανταγωνιστική σχέση κεφαλαίου - εργασίας.

Αργότερα, στο πλαίσιο της Αυτοκριτικής του, ο Αλτουσέρ θα διευκρινίσει περισσότερο: «το να πεις ότι “μία αιτία είναι απούσα” σημαίνει […] ότι “η σε τελευταία ανάλυση καθοριστική αντίφαση” (σ.σ. δηλαδή η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας) δεν είναι ποτέ αυτοπροσώπως παρούσα στο προσκήνιο της ιστορίας (“η ώρα της τελευταίας ανάλυσης δεν φτάνει ποτέ”) και ότι κανείς δεν μπορεί να τη συλλάβει άμεσα […] Είναι μία “αιτία”, αλλά με τη διαλεκτική έννοια, με την έννοια ότι καθορίζει, ποιος, στο προσκήνιο της ταξικής πάλης, θα είναι ο “αποφασιστικός σύνδεσμος” που θα πρέπει να συλλάβουμε».26 Η αιτιότητα αυτή, θα μπορούσε απλά να οριστεί, καταλήγει, ως διαλεκτική υλιστική αιτιότητα. Αυτό που την οριοθετεί από τον τρέχοντα στρουκτουραλισμό είναι ότι α) θέτει την προτεραιότητα της διαδικασίας πάνω στη δομή (αυτό, υποστηρίζει, δεν φτάνει), β) την προτεραιότητα της εσωτερικής αντίθεσης της διαδικασίας πάνω στη διαδικασία (ούτε αυτό φτάνει) και γ) ότι υιοθετεί την καθοριστική έννοια της τάσης σε αυτό το πεδίο αντιθέσεων.

Επιστρέφοντας με αυτές τις βάσεις στο πρόβλημα της ιδεολογικής δραστικότητας μέσα σε μία επιστημονική δομή, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα την έννοια της άρρητης ή κρυφής ιδεολογικής παραδοχής· η κρυφή παραδοχή εκπροσωπεί στο εσωτερικό αυτής της δομής τις κοινωνικές σχέσεις υπό τον καθορισμό των οποίων λαμβάνει χώρα η επιστημονική πρακτική. Με αυτό τον τρόπο, θέτουμε την προτεραιότητα της διαδικασίας – εδώ της διαρκούς και ατελεύτητης θεωρητικής πρακτικής – πάνω στο δομή και, ακόμα περισσότερο, την προτεραιότητα των αντιθέσεων πάνω στη διαδικασία. Έτσι, η ιδεολογία, σε τελευταία ανάλυση, μεταφέρει την πάλη των τάξεων μέσα στη θεωρία και άρα και μέσα στην επιστήμη, με τον όρο ωστόσο ότι η ώρα αυτής της τελευταίας ανάλυσης δεν φτάνει ποτέ. Η αντίθεση αυτή εκφράζεται έτσι κανονικά μόνο ως τάση: τάση αναγνώρισης ή παραγνώρισης των πραγματικών συνθηκών, τάση αναπαραγωγής ή μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων. Οι αντικρουόμενες αυτές τάσεις μετασχηματίζουν διαρκώς όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της επιστημονικής πρακτικής, επιβάλλουν ανατροπές και αναθεωρήσεις των πιο ηγεμονικών αντιλήψεων, επιτρέπουν ανεξήγητα κατά τα άλλα πισωγυρίσματα και εισάγουν στο – φαινομενικά – τόσο στέρεο αυτό χώρο την ενδεχομενικότητα, την αβεβαιότητα ή ακόμα και το βολονταρισμό.

Η δραστικότητα αυτή ισχύει επομένως μόνο στο βαθμό που, ως αιτία, η ιδεολογία παραμένει απούσα. Ποτέ δεν μπορούμε να τη συλλάβουμε ως τέτοια, να δείξουμε με το δάχτυλο «να, αυτό είναι ιδεολογία!» ή, κάτι που τελικά κάνει το ίδιο, «αυτό είναι κοινωνικός ανταγωνισμός μέσα στην επιστήμη». Μέσα από μία μετωνυμική σχέση, η ιδεολογία δεν δρα καθ’ εαυτή, αλλά διορίζει στη θέση κάποιο ή κάποια άλλα θεωρητικά στοιχεία που ανήκουν ήδη στο εσωτερικό της επιστημονικής διαδικασίας και τα οποία καλούνται να παίξουν για την ιδεολογία το δικό της ρόλο στην αναπαραγωγή (ή το μετασχηματισμό) των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Από αυτό το δρόμο, ο Αλτουσέρ επιστράτευσε τη λακανική έννοια του συμπτώματος· μια ιδεολογική πρόταση, θα υποστηρίξει, ενώ είναι μια εσφαλμένη πρόταση όσο αφορά το αντικείμενο για το οποίο μιλάει, αποτελεί το σύμπτωμα για μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτή για την οποία μιλάει.27 Με αυτή την έννοια, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι λανθάνουσες ιδεολογικές παραδοχές στο σώμα μιας επιστήμης αποτελούν το σύμπτωμα των ιστορικών, κοινωνικών σχέσεων που την καθορίζουν.

Συνοψίζοντας, μία επιστήμη γεννιέται ανταγωνιζόμενη την ιδεολογία που στοχεύει στο ίδιο με αυτήν πραγματικό αντικείμενο· η ιδεολογία αυτή ωστόσο επιβιώνει και μάλιστα αναπαράγεται διαρκώς μέσα από την ίδια την επιστημονική πρακτική· η επιστήμη έτσι αναπτύσσεται πολεμώντας αέναα τις κρυφές ιδεολογικές παραδοχές που πάντα φέρει, άρα αναπτύσσεται τόσο μέσω, όσο και εξαιτίας της ιδεολογίας – δηλαδή της πάλης. Τελικά, η αιτία της κίνησης μίας επιστήμης δεν μπορεί να απομονωθεί καθ’ εαυτή ούτε στο ιδεολογικό σύμπτωμα, ούτε και στην επιστημονική «θεραπεία»· η αιτία είναι ξανά απούσα και η απούσα αιτία είναι οι σχέσεις: η αντίθεση ανάμεσα στην ιδεολογία και την επιστήμη και, σε τελευταία ανάλυση, το πλέγμα των κοινωνικών αντιθέσεων όπου αυτή εγγράφεται.


1.6. Συμπέρασμα: προς μία ανταγωνιστική αντικειμενικότητα


Η σχέση επιστήμης και ιδεολογίας όμως είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτή την ευχάριστη, κατοπτρική αναπαράσταση μίας – ανταγωνιστικής έστω – αλληλεπίδρασης, καθώς στην πραγματικότητα ούτε η επιστήμη, αλλά ούτε η ιδεολογία, έχουν ως άμεσο στόχο τους τη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Όπως είδαμε από την αρχή, η επιστήμη σκοπεύει πάντα στη γνωστική ιδιοποίηση του πραγματικού αντικειμένου και όχι άμεσα στη διάλυση της ιδεολογίας· η ιδεολογία από την άλλη, αποβλέπει κανονικά στην αναπαράσταση – και κατ’ επέκταση την αναπαραγωγή ή το μετασχηματισμό – των κοινωνικών σχέσεων και σίγουρα όχι στην εσωτερική «υπονόμευση» της επιστήμης. Οι στρατηγικές αυτές – διαφορετικές στη φύση τους – δεν αναιρούνται από τη μεταξύ τους συνάντηση· σίγουρα όμως επικαθορίζονται και μετασχηματίζονται. Τόσο λοιπόν η γνωστική όσο και η ιδεολογική ιδιοποίηση του πραγματικού πρέπει τώρα να επαναπροσδιοριστούν.


2. Το «αποτέλεσμα γνώσης»


Η έννοια της «γνωστικής ιδιοποίησης» επιστρατεύθηκε στην αρχή για να διαφυλάξει τη διάκριση του γνωστικού από το πραγματικό αντικείμενο και τελικά την αντικειμενικότητα της γνώσης. Παραμένει ωστόσο το ερώτημα τι προκαλεί σε ένα πραγματικό αντικείμενο η «γνωστική ιδιοποίησή» του. Όπως υποστηρίξαμε, η γνωστική ιδιοποίηση ενός αντικειμένου δεν αφαιρεί από αυτό μία υποτιθέμενη προϋπάρχουσα γνώση, αλλά αντίθετα, την προσθέτει. Είναι σαφές ωστόσο ότι αυτό το «αποτέλεσμα γνώσης» δεν μπορεί με κανένα τρόπο να απομονωθεί· δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε ένα «καθαρό» αντικείμενο από τη γνώση που έχουμε για αυτό, να ορίσουμε δηλαδή ένα αντικείμενο χωρίς τη γνώση του, ή μία γνώση χωρίς το αντικείμενό της. «Η γνωστική διαδικασία, σε κάθε της βήμα», αναφέρει σχετικά ο Αλτουσέρ, «προσθέτει στο πραγματικό την ίδια του τη γνώση, αλλά σε κάθε βήμα, το πραγματικό την απορροφά, εφόσον είναι δική του. Η διάκριση ανάμεσα στο αντικείμενο γνώσης και στο πραγματικό αντικείμενο παρουσιάζει έτσι το παράδοξο χαρακτηριστικό, να τίθεται για να ακυρωθεί».28 Έτσι, η γνωστική διαδικασία εμφανίζεται ως ένας ατέρμονος κύκλος, όπου η παραγόμενη γνώση προστίθεται συνέχεια στο πραγματικό αντικείμενο, το οποίο συνέχεια την «απορροφά».

Πρέπει ωστόσο να υποθέσουμε ότι η διαδικασία «πρόσθεσης» και «απορρόφησης» ισχύει όχι μόνο για την επιστημονική, αλλά και για την ιδεολογική γνώση. Το αντικείμενο απορροφά ταυτόχρονακάθε επιστημονική ή ιδεολογική γνώση του· μέσα από αυτή τη διαδικασία συνεπώς, όπως ακυρώνεται η διάκριση μεταξύ του πραγματικού αντικειμένου και του καθενός αποτελέσματος γνώσης, ακυρώνεται επίσης αναγκαστικά και η διάκριση μεταξύ του ιδεολογικού και του επιστημονικού αποτελέσματος γνώσης. Όταν λοιπόν μία επιστημονική διαδικασία σκοπεύει ένα πραγματικό αντικείμενο το όποιο ήδη γνωρίζουμε εμπειρικά και ιδεολογικά, όταν δηλαδή το γνωστικό αντικείμενο ταυτίζεται εκ των υστέρων με ένα πραγματικό αντικείμενο το οποίο είναι ήδη και ιδεολογικό, τότε η επιστημονική διαδικασία επικαθορίζεται αναπόφευκτα από την ιδεολογία. Πέρα λοιπόν από το κριτήριο της εσωτερικής συνοχής που τέθηκε από την αρχή ως το μοναδικό κριτήριο επιστημονικότητας μίας γνώσης, τίθεται εδώ ένα άλλο επιπλέον ζήτημα, το οποίο συνδέει την επιστημονική πρακτική με τον εξωτερικό της κόσμο: μία επιστημονική γνώση θα είναι αποτελεσματικότερη στη γνωστική ιδιοποίηση ενός ήδη ιδεολογικού αντικειμένου, όταν σε αυτή τη διαδικασία λαμβάνει υπόψη της την προϋπάρχουσα ιδεολογική γνώση του ίδιου αντικειμένου. Αυτό μπορεί να σημαίνει άρρητη αποδοχή και ενσωμάτωση της προϋπάρχουσας ιδεολογίας· μπορεί όμως και να σημαίνει κριτική αντίληψη και ανταγωνισμό μαζί της.

Αυτός ο επικαθορισμός δεν αναιρεί την αρχή της αντικειμενικότητας της γνώσης· τη θέτει όμως σε μία αντι-θεωρητικιστική βάση. Χοντρικά, μία γνώση τείνει να είναι αντικειμενική όσο ανταγωνίζεται την ιδεολογία· για να το κάνει αυτό ωστόσο, από ένα σημείο και μετά, δεν αρκεί η τήρηση των εσωτερικών κριτηρίων συνοχής, αλλά θα πρέπει να έχει και επίγνωση της ιδεολογίας που μάχεται, να μπορεί να κατανοήσει τις κοινωνικές αναπαραστάσεις που αυτή μεταφέρει εντός της θεωρίας και τους ιδιαίτερους κοινωνικούς καθορισμούς, δηλαδή τα συμφέροντα, που αυτή εκπροσωπεί· σε τελευταία ανάλυση, θα πρέπει να παίρνει μέρος στην ιδεολογική πάλη, έχοντας όμως επίγνωση της διαφοράς της από την ιδεολογία. Σε αυτή την τελευταία ανάλυση (που ποτέ δεν φτάνει), η αντικειμενική γνώση προϋποθέτει μία κοινωνική, υποκειμενική, τοποθέτηση. Η χάραξη των διαχωριστικών γραμμών, που παραπάνω αποδόθηκε ως καθήκον στην υλιστική φιλοσοφία, μπορεί να γίνει τελικά ο στόχος και της ίδιας της επιστημονικής πρακτικής, μίας ιδιαίτερης όμως επιστημονικής πρακτικής που προσπαθεί να έχει συνείδηση του εαυτού της, της σχέσης της με την ιδεολογία και τον κόσμο.

Από τη σκοπιά αυτή κατανοούμε το κεντρικό, και κάπως παράδοξο για τις συνηθισμένες ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή επιστημολογικές προσεγγίσεις, διάβημα της αλτουσεριανής σκέψης: δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε την αντικειμενικότητα της επιστημονικής γνώσης παρά μόνο από μία συγκεκριμένη ιδεολογική, και άρα υποκειμενική, σκοπιά, από μία συγκεκριμένη δηλαδή θέση στον ιδεολογικό και κοινωνικό ανταγωνισμό. Και αντίστροφα, μόνο μία τέτοια θέση, μία θέση δηλαδή αντίθετη στην κυρίαρχη ιδεολογία και τάξη, μπορεί να στηριχτεί στην αντικειμενικότητα, στην αλήθεια, της επιστημονικής γνώσης· με άλλα λόγια, «η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική».


3. Η επιστροφή της ιδεολογίας


Από την άλλη, καθώς το πραγματικό αντικείμενο απορροφά την επιστημονική του γνώση, η ιδεολογία, που συνεχίζει να το αναπαριστάνει μέσα από το δικό της πρίσμα, καλείται να ενσωματώσει τη γνώση αυτή. Μέσα από αυτή τη συγχώνευση, η ιδεολογία – από τη δική της σκοπιά πάντα – προσπαθεί να ομογενοποιηθεί με την επιστήμη, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως επιστημονική γνώση, παρουσιάζοντας την επιστήμη ως ιδεολογία, ή – ακόμα πιο ριζικά – απαιτώντας την κατάργηση του όποιου διαχωρισμού. Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι οι ιδεολογικές αναπαραστάσεις σε ένα πεδίο όπου έχει ήδη αναπτυχθεί η σχετική επιστήμη, θα παίρνουν αντίστοιχα σύνθετες και διαρκώς εξελισσόμενες μορφές, οι οποίες θα τείνουν να λαμβάνουν υπόψη, να ενσωματώνουν – και με αυτόν τον τρόπο να ανταγωνίζονται – την επιστημονική γνώση.

Θα πρέπει να υποθέσουμε ωστόσο ότι μέσα από αυτή την ανταγωνιστική σχέση η ιδεολογία δεν χάνει τον προορισμό της· θα επιστρέφει τελικά στην κοινωνία, τείνοντας στην ενοποίηση, την εκλογίκευση, τη νομιμοποίηση, την καθολικοποίηση και τη φυσικοποίηση των ιστορικών κοινωνικών σχέσεων.29 Με αυτό τον τρόπο όμως, οι κυρίαρχες αναπαραστάσεις που η ιδεολογία έχει κομίσει στο εσωτερικό της επιστημονικής πρακτικής, αναπλαισιώνονται, μετασχηματίζονται και αναπαράγονται σε μία «επιστημονική μορφή», για να επιστρέψουν στην κοινωνία σαν αντικειμενικές πια θέσεις. Αυτή η κίνηση μπορεί να περιγραφτεί ως μία διπλή μεταφορά, ή ως ένας κλειστός ιδεολογικός κύκλος. Μέσα από αυτόν τον κύκλο, η ιδεολογία αυτοεπικυρώνεται ως προφανής και αυτονόητη: οι ιδεολογικές αναπαραστάσεις των κοινωνικών σχέσεων προβάλλονται στη φύση, για να επιστρέψουν μετά στην κοινωνία, είτε ως πρότυπα για την αναδιοργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, είτε ως επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν τη φυσικότητα και την αιωνιότητα αυτών.


4. Το επιστημονικό/ιδεολογικό πεδίο


Τελικά, μέσα από όλες τις σύνθετες και ασύμμετρες αυτές αντιθέσεις, κάθε θεωρητικό πεδίο αποκτά ένα διττό χαρακτήρα: είναι ταυτόχρονα επιστημονικό/ιδεολογικό πεδίο. Κάποιες από τις έννοιες που εργάζονται στο επιστημονικό πεδίο, λειτουργούν και στο ιδεολογικό· η κάθε μία εμπεριέχει συγχωνευμένα μέσα της ένα γνωστικό και ένα ιδεολογικό αποτέλεσμα των προηγούμενων διαδικασιών από όπου κατάγεται, αλλά και αντίστοιχα μία επιστημονική και μία ιδεολογική δραστικότητα. Δεν μπορούμε συνεπώς να απομονώσουμε από μία συνολική επιστημονική/ιδεολογική δομή ένα στοιχείο ιδεολογικό ή ένα στοιχείο επιστημονικό, ως αυτά να προϋπήρχαν διακριτά στην ίδια την αντικειμενικότητα της δομής. Εκείνο που μπορούμε όμως, τοποθετούμενοι από μία σκοπιά ανταγωνιστική προς την κυρίαρχη ιδεολογία, είναι να διακρίνουμε τους τρόπους κίνησης μίας επιστημονικής πρακτικής από αυτούς της ιδεολογίας, υποθέτοντας – σχηματικά – ότι ενώ η επιστήμη τείνει να μετασχηματίζει και να κινεί τα πράγματα, η ιδεολογία τείνει να τα αναπαράγει, να τα ενοποιεί και να τα σταθεροποιεί· ή, καλύτερα, προσπαθεί «να προσαρμόζεται στις ανάγκες των καιρών», αντανακλώντας «με ανεπαίσθητες τροποποιήσεις των δικών της εσωτερικών σχέσεων τις ιστορικές αλλαγές που έχει ως αποστολή να αφομοιώσει και να ελέγξει».30

Οι τάσεις αυτές μπορούν να αποτυπωθούν με μία σειρά από ιδεολογικά συμπτώματα εντός της επιστημονικής πρακτικής, όπως οι εμπειρικές αναπαραστάσεις-προβολές των σχέσεων Υποκειμένου–Αντικειμένου, οι μεταφορές, σε κάποιες οριακές περιπτώσεις οι ομομορφισμοί, οι προφάνειες, αλλά και οι ταυτολογίες, οι κλειστοί κύκλοι, η ίδια η άρνηση του ιδεολογικού χαρακτήρα της γνώσης. Τα φαινόμενα αυτά, μέσα από μία συμπτωματολογική ανάγνωση του κειμένου κάθε επιστήμης, μπορούν να αναγνωριστούν ως ενδείξεις της διαρκούς ιδεολογικής δραστικότητας και να χρησιμοποιηθούν έτσι ως κριτήρια για την κριτική αναθεώρηση του ρόλου κάθε θεωρητικού στοιχείου στο εσωτερικό της κάθε επιστήμης.

Η αιτία βέβαια καθ’ εαυτή, δηλαδή η ιδεολογία και οι κοινωνικές σχέσεις που «εκπροσωπεί», θα παραμένει – κατά κανόνα – απούσα· ακόμα και αν δεν μπορούμε όμως ποτέ να τη συλλάβουμε καθ’ εαυτή, μπορούμε ίσως να εντοπίσουμε τους κεντρικούς εκείνους καθορισμούς, τις κομβικές επιστημονικές/ιδεολογικές έννοιες που η ιδεολογία διορίζει για να δρουν εκ μέρους της. Μπορούμε να εντοπίσουμε δηλαδή τις αντιθέσεις εκείνες που, καθώς η συνολική αντίθεση επιστήμης - ιδεολογίας αναπτύσσεται άνισα σε όλη την έκταση του κοινού πεδίου, συμπυκνώνουν στον εαυτό τους την ένταση αυτού του ανταγωνισμού. Ή, με άλλους όρους, να εντοπίσουμε εκείνα τα σημεία διαρραφής που αναλαμβάνουν να ενοποιήσουν το ιδεολογικό νόημα του επιστημονικού/ιδεολογικού τους πεδίου, προσδίδοντας σε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία την ιδεολογική τους ταυτότητα. Τα στοιχεία αυτά θα τείνουν ταυτόχρονα να αρθρώνουν την κάθε επιστήμη με άλλα θεωρητικά πεδία ή ακόμα με τις υπόλοιπες κοινωνικές πρακτικές, λειτουργώντας έτσι ως κόμβοι για την είσοδο ιδεολογικών φορτίων. Στο εσωτερικό τέλος του επιστημονικού τους πεδίου είναι μάλλον αναμενόμενο ότι αυτά τα στοιχεία θα τείνουν να αποβάλλουν κάθε συγκεκριμένο ορισμό για χάρη της ιδεολογικής καθολικότητας, ακριβώς για να διατηρήσουν το ρόλο τους ως καθολικά και αναλλοίωτα ενοποιητικά στοιχεία.

Οι υποψίες ωστόσο που στηρίζονται σε τέτοια συμπτώματα δεν αρκούν· στο βαθμό που μια ιδεολογία δεν παραδέχεται ότι είναι ιδεολογία, ισχύει κατά κάποιον τρόπο το τεκμήριο της αθωότητας: πρέπει εμείς να αποδείξουμε ότι είναι ιδεολογία και όχι αυτή ότι δεν είναι. Τα μέσα όμως γι’ αυτό βρίσκονται μόνο στο εσωτερικό της επιστήμης, της οποίας η θεωρία αποτελεί πάντα το μόνο κριτήριο που μπορεί να ορίσει τι είναι ψευδές και τι αληθές. Η μέχρι τώρα ανάπτυξη μίας επιστήμης αποτελεί το μόνο μέτρο με το οποίο μπορούμε να ορίσουμε την απόστασή της από την ιδεολογία, να καθορίσουμε με συγκεκριμένο τρόπο τις λανθάνουσες ιδεολογικές παραδοχές που υπάρχουν εντός της και τελικά να τις διαλύσουμε, ελευθερώνοντας το χώρο για την περαιτέρω ανάπτυξη της γνώσης που θα τις αντικαταστήσει. Με άλλα λόγια, μόνο η ύπαρξη της μελλοντικής αυτής γνώσης μπορεί να οδηγήσει τελικά στην οριστική αναγνώριση και τη διάλυση ενός ιδεολογικού συμπτώματος.

Όπως όμως η αρχική τομή συνεχίζεται ως μία συνεχής μάχη ανάμεσα στην ιδεολογία και την επιστήμη, το ίδιο πρέπει να υποθέτουμε και για κάθε τέτοια επιμέρους μάχη, για κάθε δηλαδή διαδικασία αναγνώρισης και «διάλυσης» μίας ιδεολογικής παραδοχής. Η θέση της κυρίαρχης ιδεολογίας, ακόμα και εντός της επιστήμης, παραμένει κατά κανόνα εξαιρετικά οχυρή, προφυλαγμένη από αλλεπάλληλα στρώματα εμπειρικής προφάνειας και κοινής πίστης, καταφέρνοντας έτσι να εμφανίζει αντίστροφα τις ανταγωνιστικές προς αυτήν θέσεις ως ιδεολογικές. Ακόμα λοιπόν και μετά την αναγνώριση του συμπτώματος, την αποκάλυψη της άρρητης ιδεολογικής παραδοχής και την κατοχύρωση της ανταγωνιστικής γνώσης, η δραστικότητα της κρυμμένης ιδεολογίας μπορεί να συνεχιστεί για καιρό, ή να μετατοπιστεί σε άλλο σημείο του ιδεολογικού/επιστημονικού πεδίου, μεταφέροντας και διαιωνίζοντας αυτή τη μάχη μέσα στη μάχη.


 

1 Περισσότερα για το πώς αντιλαμβάνονται την ιδεολογία ως πεδίο πάλης οι συγγραφείς στο Νίκος Νικήσιανης, Γιώργος Π. Στάμου (2013), «Η ιδεολογία ως πεδίο πάλης», Θέσεις 122: 77-94.

2 Louis Althusser (1990), “On Theoretical Work: Difficulties and Resources”, στο (του ιδίου), Philosophy and the Spontaneous Philosophy of the Scientists & Other Essays,  (επιμ. G. Elliot), Verso, Λονδίνο, ΝέαΥόρκη: 43-68.

3 Λουί Αλτουσέρ (1978), «Για την υλιστική διαλεκτική», στο (του ιδίου) Για τον Μαρξ,  γράμματα, Αθήνα: 161-217.

4 Καρλ Μαρξ (1989), Grundrisse (Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας), τ. 1,  Στοχαστής, Αθήνα.

5 Λουί Αλτουσέρ (1999), «Η υποστήριξη της Αμιένης», στο (του ιδίου) Θέσεις,  Θεμέλιο, Αθήνα: 123-166· Louis Althusser (1976), “A replyto John Lewis”, στο (του ιδίου),  Essays in Self - Criticism,  (επιμ. G. Lock), NewLeft Books, Λονδίνο.

6 Αλτουσέρ, «Η υποστήριξη της Αμιένης», όπ.π.: 128.

7 Thomas Herbert (1968), “Remarques pour une théorie générale des ideologies”, Cahiers pour l’analyse 9: 74-92. Το καθοριστικό αυτό άρθρο για τη θεωρία της ιδεολογίας ο Pêcheux το έγραψε με το παραπάνω ψευδώνυμο.

8 Louis Althusser (1976), “Elements of Self-Criticism”, στο (του ιδίου),  Essays in Self-Criticism,  (επιμ. G. Lock), New Left Books, Λονδίνο.

9 Όπ.π.

10 Michel Pêcheux, Étienne Balibar (1969), “Prologue”, στο M. Pêcheux και M. Fichant. (επιμ.),  Sur l Histoire des sciences,  Maspero, Παρίσι. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε ότι αφορά την ανάδυση νέων πεδίων εντός μιας επιστημονικής περιοχής.

11 Louis Althusser, “Philosophy and the Spontaneous Philosophy of the Scientists” (1990), στο (του ιδίου), Philosophy and the Spontaneous Philosophy of the Scientists & Other Essays,  (επιμ. G. Elliot), Verso, Λονδίνο, ΝέαΥόρκη: 69-166.

12 Λουί Αλτουσέρ, «Από το Κεφάλαιο στη φιλοσοφία του Μαρξ» (2003), στο Althusser κ.ά, Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο,  (επιμ. Δ. Δημούλης),  Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα: 50.

13 Όπ.π.

14 Νικήσιανης και Στάμου «Η ιδεολογία ως πεδίο πάλης», όπ.π.

15 Althusser, “Philosophyand theSpontaneous Philosophy”, όπ.π.· Λουί Αλτουσέρ, «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου», στο Althusser κ.ά, όπ.π.: 277-454.

16 Herbert, “Remarques pour une théorie”, όπ.π.

17 Louis Althusser (1976), “On the evolution of young Marx”, στο (του ιδίου) Essays in Self-Criticism,  (επιμ. G. Lock),  New Left Books, Λονδίνο· Althusser “Theory, Theoretical Practice and Theoretical Formation”, όπ.π.· Αλτουσέρ «Ηυποστήριξη τηςΑμιένης», όπ.π.: 128.

18 Η υπόθεση μίας «καθαρής» αντιπαράθεσης μεταξύ της «επιστημονικής αλήθειας» και του «ιδεολογικού ψέματος» πάντως κυριάρχησε για μία περίοδο στο έργο του Αλτουσέρ, όταν αντίστοιχα η φιλοσοφία κατέληξε να ταυτιστεί με μία γενική επιστημολογία. Αργότερα, στο πλαίσιο της αυτοκριτικής του, η τάση αυτή θεωρήθηκε από τον ίδιο ως «θεωρητικιστική» και διορθώθηκε στην πορεία του έργου του, όπως περίπου αυτή διαγράφεται στη συνέχεια του κειμένου.

19 Althusser, “Philosophy and the Spontaneous Philosophy”, όπ.π.

20 Όπ.π.: 103-104.

21 Étienne Balibar (1991), “Le concept de ‘coupure épistémologique’ de Gaston Bachelard à Louis Althusser”, στο Ε. Balibar (επιμ.),  Écrits pour Althusser,  La Decouverte, Paris: 9-57.

22 Althusser, “Elements of Self-Criticism”, όπ.π.

23 Αριστείδης Μπαλτάς (2002), Για την επιστημολογία του Λουί Αλτουσέρ,  Νήσος, Αθήνα.

24 Αλτουσέρ, «Από το Κεφάλαιο στη φιλοσοφία του Μαρξ», όπ.π.: σ. 35.

25 Ζακ Ρανσιέρ (2003), «Η έννοια της κριτικής και η κριτική της πολιτικής οικονομίας από τα Χειρόγραφα του 1844 στο Κεφάλαιο», στο Althusser κ. ά., Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο (επιμ. Δ. Δημούλης),  Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα: 149.

26 Althusser, “Elements of Self-Criticism”, όπ.π.: 127.

27 Althusser, “Philosophy and the Spontaneous Philosophy”, όπ.π.

28 Αλτουσέρ, «Η υποστήριξη της Αμιένης», όπ.π.: 153.

29 Terry Eagleton (1991), Ideology: an introduction, Verso Books, Λονδίνο.

30 Αλτουσέρ, «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου», όπ.π.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς