Κατασκευάζοντας εθνικόφρονες: τα εκκλησιαστικά κατηχητικά σχολεία ως πεδίο θρησκευτικού αντικομμου Εκτύπωση
Τεύχος 138, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2017


ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΕΘΝΙΚΟΦΡΟΝΕΣ:

ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ


του Δημήτρη Αρκάδα



1. Αδελφότητα Θεολόγων «Ζωή»: το εκκλησιαστικό «Αντι-ΕΑΜ»;


Ο αντικομμουνιστικός αγώνας του ελληνικού κράτους, τόσο πριν όσο και μετά τον εμφύλιο πόλεμο, όπου και έλαβε την εκτεταμένη οργανωτική, ιδεολογική και πολιτική ανάπτυξή του, ανασυγκροτήθηκε με ποικίλες μορφές στον εκκλησιαστικό χώρο. Εκτός από τη διοικούσα εκκλησία, το βασικότερο, ενδεχομένως, βάρος της θρησκευτικής εκστρατείας κατά του κομμουνισμού, σήκωσαν οι θρησκευτικές αδελφότητες θεολόγων, με προεξάρχουσα τη «Ζωή». Δομημένες στη βάση μιας «προτεσταντίζουσας» ορθόδοξης παράδοσης, γεγονός που σημαίνει ότι είχαν ενσωματώσει μορφές ορθολογικών σχημάτων σκέψης και πράξης μάλλον πρωτόγνωρες στην ελληνική κοινωνία, όπως η κοινωνική στράτευση, η κοινωνική δράση, το κοινωνικό καθήκον, οι θρησκευτικές αδελφότητες θεωρήθηκαν από το ελληνικό κράτος ως μια αρκούντως αποτελεσματική απάντηση, απέναντι σε έναν αντίπαλο ο οποίος διέθετε ομόλογα πολιτισμικά χαρακτηριστικά: ταξική συνείδηση, πολιτική στράτευση, ορθολογικό τρόπο σκέψης και πράξης.1 Θα μπορούσαμε, επομένως, να ισχυριστούμε, ότι σε αυτή την χρονική συγκυρία, η χριστιανική προοπτική της ελληνικής κοινωνίας την οποία ευαγγελίζονταν οι θρησκευτικές αδελφότητες, αναδεικνύεται από την κυρίαρχη κρατικο-θρησκευτική ιδεολογία ως μια βασική πολιτισμική αντίστιξη προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της, στον οποίο αποσκοπούσε το κομμουνιστικό κίνημα.2 Επρόκειτο για μια αναμέτρηση, η οποία είχε ως στόχο, μεταξύ άλλων, την ελληνική νεολαία, δηλαδή την γενιά που θα διαμόρφωνε την κοινωνική πραγματικότητα κατά τις επόμενες δεκαετίες.3

Οι ιδεολογικές και πολιτικές βάσεις της αδελφότητας θεολόγων «Ζωή», οι οποίες θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την παραπάνω προοπτική, είχαν τεθεί υπό επεξεργασία ήδη από την εποχή της εμφάνισής της. Εν έτει 1933, μέσα από το επίσημο περιοδικό της, η «Ζωή» έθετε το εξής δίλημμα:


«Το ζήτημα δια τον Χριστιανόν δεν είνε αν αι κοινωνικαί μεταβολαί είνε αναπόφευκτοι, αλλ’ αν το νέον κοινωνικόν οικοδόμημα θα ιδρυθή επί χριστιανικών ή μπολσεβικικών θεμελίων. Η κοινωνική τάξις του προσεχούς μέλλοντος πρόκειται να βασισθή επί του Μαρξικού υλισμού ή επί της συνεργασίας ελευθέρων προσωπικοτήτων; Η τιθεμένη ενώπιον της παρούσης γενεάς εκλογή είνε αφ’ ενός ένα σύστημα πιέσεως των προλεταρίων, σύστημα καταστροφής παντός ό, τι σήμερον εννοούμεν ως πολιτισμόν και ελευθερίαν, και αφ’ ετέρου ένα σύστημα αναπτυσσόμενον επί των χριστιανικών αρχών της δικαιοσύνης και της φιλίας, κινούμενον από το εφαλτήριον της ισότητος των αγαθών αντί της εκδικήσεως κατά της οικονομικής δουλείας».4


Η επιδιωκόμενη, ιδιαιτέρως στενή, συνεργασία του ελληνικού κράτους με την αδελφότητα θεολόγων «Ζωή», θα είχε μεσοπρόθεσμα ως αποτέλεσμα, τη σχεδόν ριζική ανασύνθεση της ταυτότητάς της: ενώ είχε δημιουργηθεί ως ιεραποστολικό σωματείο, με αποκλειστικό σκοπό τη θρησκευτική κατήχηση και την αυστηρή αποχή από μορφές πολιτικής δράσης, την περίοδο του εμφυλίου πολέμου θα αναπτύξει ισχυρές σχέσεις εξουσίας με το ελληνικό κράτος, καθώς αναδύεται μια σχέση αμοιβαίας ιδιοποίησης.5 Το ελληνικό κράτος θεσμοθετεί τη «Ζωή» ως βασικό εκφραστή της κυρίαρχης κρατικής αντικομμουνιστικής ιδεολογίας στον θρησκευτικό χώρο και η «Ζωή» οικειοποιείται τμήματα του αναδυόμενου εμφυλιακού και μετεμφυλιακού κρατικού μηχανισμού, όπως είναι ο εκκλησιαστικός.6 Η μαζικότητα του έργου της «Ζωής» και ο βαθμός πολιτικοποίησής της, θα οδηγούσε στην αντίληψη, ότι η τελευταία συγκροτούσε την αποτελεσματική απάντηση στην απειλή επικράτησης της Αριστεράς, καθώς είχε μεταβληθεί στην πραγματικότητα σε ένα εκκλησιαστικό «αντι-ΕΑΜ».7


2. Σύλλογος «Ελληνικόν Φως»: το επιτελικό όργανο του θρησκευτικού αντικομμουνισμού


Προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου, η «Ζωή» δημιουργεί υπό την αιγίδα του βασιλιά Παύλου το «Ελληνικόν Φως», ένα σωματείο έργο του οποίου ήταν «“το πνευματικόν μέρος του αντικομμουνιστικού αγώνος », μέσα από την καλλιέργεια «πνεύματος ειλικρινούς και συνεπούς σεβασμού προς την ορθόδοξον χριστιανικήν διδασκαλίαν και την χριστιανικήν ηθικήν».8 Επρόκειτο για μια συνεργασία που επετεύχθη μέσω του συνδετικού τους κρίκου, αρχιμανδρίτη Ιερωνύμου Κοτσώνη, ο οποίος κατείχε τη θέση του πρωθιερέα των ανακτόρων και ταυτόχρονα χρημάτισε πρόεδρος των «Συνεργαζόμενων Χριστιανικών Σωματείων ο Απόστολος Παύλος», του συντονιστικού οργάνου όλων των σωματείων τα οποία επόπτευε η αδελφότητα.9 Η «Ζωή» και τα συνεργαζόμενα σωματεία συγκροτούσαν μια ιδιότυπη σχέση εξουσίας, ανάμεσα στη «μητρική» και τις «θυγατρικές» οργανώσεις, όπου η πρώτη επέβαλλε στις δεύτερες, μέσω των ιερέων της και του μυστηρίου της εξομολόγησης, ενιαία καθοδήγηση και ομοιομορφία σε όλα τα επίπεδα.10

Το «Ελληνικόν Φως» προήλθε από τον κύκλο της «Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων», ένα σωματείο που ιδρύθηκε το 1937 και εξέδιδε το περιοδικό Ακτίνες.11 Στο εν λόγω περιοδικό δημοσιεύθηκαν τον Οκτώβριο του 1946 η «Δήλωσις» των Ελλήνων επιστημόνων, ενώ δυο μήνες αργότερα, τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, δημοσιεύθηκε η «Διακήρυξις» των Ελλήνων επιστημόνων, 12 κείμενα-μανιφέστα, τα οποία καταδίκαζαν τον «υλισμό» της εποχής μας και προέβαλλαν τον χριστιανισμό ως τη μόνη πολιτική διέξοδο για την ανασυγκρότηση του μεταπολεμικού κόσμου, μια πολιτική διέξοδο εδραζόμενη όχι μόνο στην επιστημονική σκέψη, αλλά και στην πίστη.13

Τον πυρήνα της «Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων» συγκροτούσαν πρόσωπα όπως ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης (ψευδώνυμα: Π. Μελίτης, Ζηνάς Νομικός), καθηγητής της Νομικής σχολής Αθηνών, αδιαφιλονίκητος ηγέτης της κίνησης και συγγραφέας των παραπάνω κειμένων, 14 ο Γεώργιος Ράμμος, καθηγητής στην ίδια Σχολή, ο ψυχίατρος Άριστος Ασπιώτης, ο καθηγητής της Φυσικομαθηματικής σχολής Σταύρος Πλακίδης.15

Όταν αποφασίζεται η άμεση εμπλοκή της «Ζωής» στον αντικομμουνιστικό αγώνα με την ίδρυση του «Ελληνικού Φωτός» στα 1949, ο Τσιριντάνης αναλαμβάνει την ευθύνη της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου. Τα μέλη του είναι16 :

Πρόεδρος: Μαρίνος Γερουλάνος, ακαδημαϊκός, καθηγητής της Ιατρικής Αθηνών, Αντιπρόεδρος: Σταύρος Πλακίδης, καθηγητής της Φυσικομαθηματικής Αθηνών, Γεν. Γραμματέας: Γεώργιος Ράμμος, καθηγητής της Νομικής Αθηνών, Ταμίας: Δημήτριος Κωτσάκης, υφηγητής της αστρονομίας στη Φυσικομαθηματική Αθηνών και το Πολυτεχνείο, μέλος της αδελφότητας «Ζωή», Μέλη: Αλέξανδρος Τσιριντάνης, καθηγητής στη Νομική Αθηνών, Θεόδωρος Μερτικόπουλος, γενικός διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών, Γεώργιος Κανελλάκης, αντισυνταγματάρχης ε.α., υπασπιστής του βασιλιά, Άθως Δέλλας, πολιτικός μηχανικός και Δημήτριος Χαροκόπος, ιατρός.

Η πρώτη βασική παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε, είναι ότι λείπουν εντελώς οι θεολόγοι από την ηγεσία του «Ελληνικού Φωτός».17 Η αστική προέλευση των μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι έκδηλη, καθώς σχεδόν όλοι είναι καθηγητές Πανεπιστημίου ή ανώτατα στελέχη του κρατικού μηχανισμού, ενώ – με εξαίρεση τον Δέλλα και τον Μερτικόπουλο – τα ονόματα των υπόλοιπων εμφανίζονται να υπογράφουν τη «Δήλωση» των Ελλήνων επιστημόνων. Οι Γεώργιος Κανελλάκης και Δημήτριος Κωτσάκης, αντίστοιχα, συνιστούσαν τους συνδέσμους επικοινωνίας με τους βασικούς θεσμούς που στήριζαν το «Ελληνικόν Φως», το παλάτι και τη «Ζωή».

Η δεύτερη και σημαντικότερη, ίσως, παρατήρηση έχει να κάνει με την επαγγελματική τους ταυτότητα και το ιδεολογικο-νοηματικό φορτίο με το οποίο αυτή επενδύεται. Το διοικητικό συμβούλιο, με την εξαίρεση ενός οικονομολόγου (Μερτικόπουλος) και ενός πολιτικού μηχανικού (Δέλλας), συγκροτείται από δύο αστρονόμους, δύο ιατρούς και δύο νομικούς. Η παρουσία των αστρονόμων Πλακίδα και Κωτσάκη εκφράζει την αντιδαρβινιστική διάσταση της κυρίαρχης κρατικοθρησκευτικής ιδεολογίας, η παρουσία των ιατρών Γερουλάνου και Χαροκόπου την αντιφροϋδική τάση, και οι νομικοί Τσιαριντάνης και Ράμμος τονίζουν την αντικομμουνιστική προοπτική αντίστοιχα.

Το έργο των αστρονόμων της κίνησης ήταν να «αποδείξουν» ότι η επιστήμη της παλαιοντολογίας δεν ερχόταν σε αντίθεση με τις αντιλήψεις της Βίβλου περί της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου, άρα οι απόψεις του Δαρβίνου καταρρέουν ως ξεπερασμένες και αναχρονιστικές. Οι ιατροί με τη σειρά τους επιχειρούσαν την υπέρβαση του φροϋδιστικού «υλισμού» στην ιατρική επιστήμη.18 Στόχος τους ήταν η ανάδειξη της «ποιμαντικής ιατρικής», με άλλα λόγια η θεολογικοποίηση της ιατρικής επιστήμης μέσα σε ένα χριστιανικό νοηματικό πλαίσιο.19 Κατ’ αυτούς η νόσος δεν ήταν παρά αποτέλεσμα μιας πνευματικής ασυμμετρίας στη ζωή του ανθρώπου, τουτέστιν παράγωγο της αμαρτίας, άρα η ίαση θα έρθει με τη συνεργασία του ιατρού και του ιερέα.20 Η συμβολή του δεύτερου καθίσταται αποφασιστική για τη θεραπεία του ασθενούς, καθώς θα ενθαρρύνει τις ψυχικές δυνάμεις του μέσα από την εξομολόγηση και την πνευματική τακτοποίηση.21 Κατ’ αυτόν τον τρόπο πρωταρχικός παράγων για τη διάγνωση και θεραπεία μιας νόσου είναι η πίστη, η πίστη που αναγνωρίζει όχι η κλασική, αλλά μια «έμψυχος ιατρική».22 Άρα, σε μια τέτοια ιατρική τα συμπεράσματα του φροϋδισμού όχι μόνον δεν έχουν θέση, αλλά αντιμετωπίζονται ως «αίρεση». Τέλος, οι νομικοί δίνουν με τη σειρά τους τον αντικομμουνιστικό προσανατολισμό της ελληνικής κοινωνίας. Λόγω του αθεϊστικού θεμελίου του, ο κομμουνισμός συνιστά ένα πλήρως ασύμβατο μέγεθος με τον χριστιανισμό.23 Ωστόσο, δεν είναι μόνο η ιδεολογική ταυτότητα του κομμουνισμού που τον καθιστά επικίνδυνο, αλλά το γεγονός ότι ενώ «διώχτηκε από το επιστημονικό εργαστήρι, βρίσκει τώρα αποκούμπι σ’ ένα πολιτικό κόμμα».24 Με τη σημαία της επανάστασης, ο κομμουνισμός χτύπησε και την Ελλάδα, ζητώντας να ανατρέψει τα πάντα.25 Ωστόσο, ο σοσιαλισμός μόνον μέσα από τις πνευματικές αξίες του χριστιανισμού μπορεί να είναι αποτελεσματικός και να οικοδομήσει κάτι που δεν θα είναι «χρεοκοπία» και «απάτη».26 Η ιδεολογικο-νοηματική σύνθεση που επιχειρεί το «Ελληνικόν Φως» είναι ο «Χριστιανικός Πολιτισμός»: μια απόπειρα πρόσληψης της καρδιάς της παραδοσιακότητας, του Χριστιανισμού, μέσα από το κατ’ εξοχήν εργαλείο της νεωτερικότητας, την Επιστήμη. Τούτος ο «Χριστιανικός Πολιτισμός» διασώζει ατόφιο τον μεσσιανικό του πυρήνα, γι’ αυτό και ως πολιτικό όραμα και επιδίωξη των στρατευμένων μελών των θρησκευτικών σωματείων, έρχεται να διεκδικήσει την εδραίωσή του ως η νέα «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής κοινωνίας.27


α) Ο ελληνικός στρατός θεολογεί


Η ενεργοποίηση του «Ελληνικού Φωτός» στο «πνευματικό μέρος» του αντικομμουνιστικού αγώνα υλοποιήθηκε ώστε «να έχη ο αγών του Στρατού μας μίαν πνευματικήν συμπαράστασιν», σύμφωνα με τη σκέψη του ίδιου του Τσιριντάνη.28 Η προτεραιότητα που απονέμεται στον θεσμό του στρατού έναντι της πολιτικής ήταν, άλλωστε, εκπεφρασμένη και διακηρυγμένη πεποίθηση για τα θρησκευτικά σωματεία.29 Δεν είναι τυχαία, επίσης, τα σχήματα αντίληψης που τονίζονται για να εκφράσουν την ταυτότητα των οργανώσεων αυτών, τα οποία χρησιμοποιούν στρατιωτική ορολογία. Αν μελετήσουμε τον εσωτερικό κανονισμό μιας από αυτές, του «Σταυρού», εκεί παρατηρούμε να δηλώνεται:


«Η αδελφότης ως στρατός. Η αδελφότης […] είνε μία ελαχίστη μονάς της μαχομένης χριστιανοσύνης, της στρατευομένης του Χριστού Εκκλησίας. Δεν ευρίσκεται, δεν πρέπει να ευρίσκεται, εις την κατάστασιν της κατά κόσμον ειρήνης και αναπαύσεως. Ευρίσκεται, πρέπει να ευρίσκεται, εις κατάστασιν εναγώνιον, εμπόλεμον, εις διαρκή εργήγορσιν, σαλπίζουσα “ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ”. Είμεθα μία μικρά ομάς, ένα φυλάκιον. Αρχηγός ο Χριστός. Σημαία ο σταυρός. Σάλπιγξ το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Όπλα, όσα μας συνιστά ο Παύλος εις την προς Εφεσίους επιστολήν (6, 14-17). Πολέμιοι, προς τους οποίους μέχρι τελευταίας αναπνοής ουδέποτε πρέπει να συνθηκολογήσωμεν, αλλ’ αδιάλειπτον να έχωμεν πόλεμον, είνε η εν ημίν κακία, το εν τω κόσμω κακόν, η πολυειδής πλάνη και αμαρτία, ο κοσμοκράτωρ του αιώνος τούτου, ο σατανάς».30

Είναι, λοιπόν, εύλογο, ότι ο αντικομμουνισμός ενός θρησκευτικού σωματείου στρατιωτικού τύπου, όπως η μητρική «Ζωή» και η θυγατρική «Ελληνικόν Φως», εκφράστηκε με την οργάνωση μιας γιγάντιας εθνικοθρησκευτικής διαφώτισης σε όλο το στράτευμα, η οποία περιελάμβανε ομιλίες, σεμινάρια στελεχών, επιμορφώσεις στρατιωτικών κύκλων, επισκέψεις σε στρατιωτικά νοσοκομεία και «παιδουπόλεις», εκδόσεις εντύπων που κυκλοφορούν σε όλη την χώρα, αλλά και στο εξωτερικό.31 Η εσωτερική διάρθρωση του στρατού παρείχε μια εξαιρετικά φιλική υποδομή για την αποτελεσματικότητα αυτού του σχεδιασμού, λόγω της ύπαρξης της Θρησκευτικής Υπηρεσίας Στρατού, η οποία διέθετε τους στρατιωτικούς ιερείς της ώστε να φροντίζουν, κατ’ αρχήν μέσω του κηρύγματος και της εξομολόγησης, για την ηθική διαπαιδαγώγηση οπλιτών και στελεχών, για την τήρηση των σχέσεων εξουσίας και για την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας.32 Βασικό σχήμα σκέψης αυτής της προσπάθειας, η θέση ότι «δεν ημπορεί ποτέ να είναι κανείς κομμουνιστής και Χριστιανός».33

Από τούτη την πολύχρονη και πολύμορφη ανασύνθεση ανάμεσα στους κύκλους της «Ζωής» και του στρατού, αναδύθηκε ένα σώμα αξιωματικών, κατάλληλα διαπαιδαγωγημένων σε εθνικόφρονα και αντικομμουνιστικά σχήματα αντίληψης, σκέψης και πράξης, ώστε αργότερα, στη δικτατορία της 21ης Απριλίου, να αναδειχθούν σε ηγετικές μορφές της.34 Η έρευνα, για παράδειγμα, έχει εντοπίσει έναν από τους ηγέτες του απριλιανού πραξικοπήματος, τον Στυλιανό Παττακό, να ανήκει στην οργάνωση «Ζωή», 35 αλλά και στον «Σωτήρα», 36 γεγονός το οποίο εξηγείται, λόγω της ύστερης διάσπασής τους. Υπάρχει, δε, η πληροφορία, ότι ο Στυλιανός Παττακός, ως νεαρός ανθυπίλαρχος, ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30, συνδεόταν μέσω των «φιλικών κύκλων» μελέτης της Αγίας Γραφής που οργάνωνε η «Ζωή», με τον αρχιμανδρίτη τότε Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, μετέπειτα στρατιωτικό ιερέα και κατοπινό μητροπολίτη Θεσσαλονίκης επί επταετίας.37 Όσον αφορά στον έτερο πραξικοπηματία, Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο δημόσιος λόγος του παρουσιάζει μια εντυπωσιακή δομή και βαθμό επεξεργασίας σχετικά με την εχθρότητα του κομμουνισμού, τη θέση της Εκκλησίας ως συμμάχου του καθεστώτος στον αντικομμουνιστικό αγώνα και τα ελληνοχριστιανικά ιδανικά, ώστε βάσιμα μπορούμε να εικάσουμε πως η εκπαίδευσή του θα πρέπει να προέρχεται από το διαφωτιστικό έργο του «Ελληνικού Φωτός» τον καιρό του εμφυλίου.38

Αν όλα τα παραπάνω είναι ορθά, είναι έκδηλη η αιτία της χρησιμοποίησης από το απριλιανό καθεστώς, στελεχών προερχόμενων από την «Ζωή».39 Ο Κωνσταντίνος Κόλλιας ως Πρωθυπουργός, ο Λουκάς Πάτρας ως υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, ο Ηλίας Δημητράς ως υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, ο Στυλιανός Παττακός ως υπουργός Εσωτερικών, ο Κωνσταντίνος Καλαμποκιάς ως υπουργός Παιδείας και ο Σωτήριος Αγαπητίδης ως υπουργός Οικονομικών, είναι πρόσωπα τα οποία σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συνεργάζονταν με τα θρησκευτικά σωματεία.40 Σε αυτή την προοπτική, η εκκλησιαστική διοίκηση δεν διστάζει να οικειοποιηθεί το σύνθημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», εφ’ όσον εκφράζει με ενάργεια τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, έστω κι αν αποτελεί το κυρίαρχο πολιτικό σύνθημα της στρατιωτικής δικτατορίας.41 Αντίθετα, το έχει ήδη καταξιώσει θεολογικά, προσδίδοντάς του μια ιεραποστολική διάσταση: «Συχνά εξαγγέλλεται ως ιδικόν μας προπαντός καθήκον να αναδείξωμεν την Ελλάδα χώραν Ελλήνων Χριστιανών. […] Είναι όμως βέβαιον ότι καλούμεθα να αναλάβωμεν εσωτερικήν αποστολήν, να εργασθώμεν δια τον επανεκχριστιανισμόν της πατρίδος».42 Εν κατακλείδι, δεν θα ήμασταν, ίσως, μακριά από την πραγματικότητα, αν υποστηρίζαμε ότι στην ιδεολογική πλατφόρμα της απριλιανής δικτατορίας, το βασικό έργο που καλείται να επιτελέσει ο ελληνικός στρατός εντός της κοινωνίας, μέσα από την αναστολή των ελευθεριών και την πολύμορφη καταπίεση, είναι μοναδικό: μάχεται το σκότος (κομμουνισμός), μαρτυρεί την αλήθεια (εθνικοφροσύνη), στηρίζει το φως (καθεστώς), με άλλα λόγια θεολογεί…


3. Τα εκκλησιαστικά κατηχητικά σχολεία: Ενώπιον του «κομμουνιστικού μιάσματος»


Μια βασική δομή σχέσεων, ίσως η κρισιμότερη, μεταξύ της «Ζωής» και του εκκλησιαστικού χώρου, ήταν τα κατηχητικά σχολεία. Η αδελφότητα των θεολόγων υπήρξε αναμφίβολα πρωτοπόρος στο ζήτημα αυτό, καθώς με δική της πρωτοβουλία ανέπτυξε, στελέχωσε και λειτουργούσε το δίκτυο των κατηχητικών σχολείων στην ελληνική κοινωνία, μιας και η διοικούσα εκκλησία δεν διέθετε ούτε τις ανάλογες οργανωτικές δυνάμεις, αλλά ούτε και την έμπνευση για ένα τέτοιο έργο.43 Δραστηριοποιούμενη στην πραγματικότητα στις παρυφές της ελληνικής κοινωνίας και αποξενωμένη από τη δυναμική της ταχύτατης αστικής μεταβολής της, η εκκλησιαστική διοίκηση έμοιαζε να μην μπορεί να κατανοήσει τα νέα κοινωνικά στρώματα τα οποία αναδύονταν, επομένως αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες κοινωνικής ένταξης και πολιτισμικής τους ταυτότητας. Την ανάγκη αυτή ήρθε να καλύψει η αδελφότητα θεολόγων «Ζωή», προσφέροντας μέσα από τα κατηχητικά σχολεία στην ελληνική νεολαία μια εξορθολογισμένη μορφή της θρησκευτικής πίστης, που βασιζόταν στην αξία της επιστημονικής γνώσης, τη σπουδαιότητα της κοινότητας, την ανάγκη για χριστιανική κοινωνική δράση καθώς και για κοινωνική αναγνώριση. Η μαζικότητα των κατηχητικών σχολείων που κατάφερε να αναπτύξει η «Ζωή» μοιάζει πρωτοφανής. Αν δεχθούμε ως ορθά τα στατιστικά στοιχεία που δίνει η ίδια η οργάνωση, το 1940 το δίκτυο των κατηχητικών σχολείων της «Ζωής» σε όλη την ελληνική επικράτεια, αριθμούσε 494 μονάδες, με περίπου 60.000 νέους και νέες, 44 ενώ σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, στο απόγειο της δύναμής της, η «Ζωή» εποπτεύει περίπου 7.800 κατηχητικά σχολεία, με περισσότερους από 150.000 μαθητές.45

Με παγιωμένη, επομένως, την εκκλησιαστική τους ταυτότητα και τη σωματειακή τους προέλευση, τα κατηχητικά σχολεία δεν θα μπορούσαν να μείνουν αμέτοχα στον αντικομμουνιστικό αγώνα.46 Εξ άλλου, ο αντικομμουνιστικός προσανατολισμός των κατηχητικών σχολείων είχε κυοφορηθεί και επεξεργασθεί από τη «Ζωή» δεκαετίες πιο πριν, ήδη από την προπολεμική εμφάνισή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η εκκλησιαστική διοίκηση αναγνωρίζει πώς τα ποικιλώνυμα «αντίχριστα ή μισόθεα συστήματα», τα οποία «εργάζονται συστηματικώς, αδιακόπως και πυρετωδώς, όπως κρημνίσωσι τη θρησκείαν του Χριστού», όπως είναι μεταξύ άλλων και ο κομμουνισμός, αποτελούν την αιτία της ίδρυσης και λειτουργίας των κατηχητικών σχολείων στην Ελλάδα.47 Στο ίδιο μήκος κύματος και η αδελφότητα θεολόγων «Ζωή» επισημαίνει την ανάγκη ταχείας ανάπτυξης των κατηχητικών, προκειμένου να τεθούν ως ιδεολογικό ανάχωμα στον κίνδυνο της επικράτησης «ποικίλων και πολυπληθών ανατρεπτικών ιδεών και συστημάτων», 48 καθώς θεωρεί τα κατηχητικά σχολεία ως το αποτελεσματικότερο όπλο ενώπιον του κινδύνου «της εκ του κομμουνιστικού μιάσματος προσβολής της νεολαίας του Σχολείου».49

Η σημασία των κατηχητικών σχολείων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ως χώρου ανάδυσης αντικομμουνιστικών σχημάτων σκέψης και πράξης, αναβαθμίζεται σημαντικά, καθώς γίνονται ένα ιδεολογικό και πολιτικό αντίβαρο των κομμουνιστικών δυνάμεων. Από την πλευρά τους οι «αντίχριστοι και απάτριδες κομμουνιστές», στηλιτεύονται επειδή αντιμετωπίζουν το κατηχητικό σχολείο ως «“μονόπλευρο », «“μονολιθικό », «“επικίνδυνο », εφόσον θεωρούν ότι τα παιδιά που φοιτούν εκεί «“αποβλακώνονται », «“περιορίζονται », «“δεν νιώθουν την χαρά της ζωής ».50 Στην ακριβώς αντίθετη πλευρά, καταβάλλεται κάθε προσπάθεια εκ μέρους του ελληνικού κράτους να υπάρχουν και να λειτουργούν κατηχητικά σχολεία παντού, ιδίως στο χώρο των πολεμικών επιχειρήσεων, ως απόδειξη ότι η φωνή της εκκλησίας, δηλαδή η κυριαρχία του ελληνικού κράτους, είναι ισχυρή και διαχέεται σε όλη την επικράτεια, ότι οι «συμμορίτες» δεν έχουν τόπο να σταθούν.51 Η εγκύκλιος που είχε προωθήσει ο υπουργός Παιδείας Α. Παπαδήμος στις 22 Οκτωβρίου 1947, προς τους Γενικούς Επιθεωρητές Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης, προκειμένου να ενθαρρύνουν την τακτική φοίτηση των μαθητών στα κατά τόπους κατηχητικά σχολεία και να στηρίξουν οι θεολόγοι καθηγητές αυτήν την κατηχητική προσπάθεια, αναδεικνύει τη σημασία που απέδιδε η ελληνική κυβέρνηση σε μια τέτοια πολιτική.52

Ωστόσο, ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» για το ελληνικό κράτος δεν έπαυσε με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, αλλά συνεχίζει να υπάρχει ως απειλή. Άρα, τα κατηχητικά σχολεία εξακολουθούν να διατηρούν τον αντικομμουνιστικό προσανατολισμό τους σε όλη τη διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου, ενάντια «εις τη διαβρωτικήν και ψυχοφθόρον επίδρασιν παντοίων προπαγανδών, θρησκευτικών και ιδεολογικών».53 Στη δομή των μαθημάτων των κατηχητικών σχολείων, όπου τα εθνικά ζητήματα κατέχουν ξεχωριστή θέση, προκειμένου να δημιουργήσουν «εθνικά συνειδητούς Έλληνες και χριστιανούς της πράξης», 54 η αντικομμουνιστική κατήχηση αποσκοπεί στην ανάπτυξη ισχυρών ιδεολογικών σχημάτων σκέψης, ώστε ο νέος και η νέα που φοιτά εκεί να είναι ικανός και ικανή να αμυνθεί, σε περίπτωση που επιχειρήσει «να το πλησιάση και να το διαφωτίση καταλλήλως ο “Διαφωτιστής ».55


4. Αναλυτικό Πρόγραμμα και κατηχητικά βοηθήματα


Ο κατηχητικός δυναμισμός της «Ζωής» είχε καταφέρει να αποκτήσει τη συναίνεση της εκκλησιαστικής διοίκησης, ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου. Μέσω του οργανισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος με το όνομα «Αποστολική Διακονία», ο οποίος συνεστήθη για την πληρέστερη εποπτεία δράσεων όπως η κατήχηση, υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε καταρχήν στη γενικευμένη της μορφή η εννεαετής δομή του κατηχητικού σχολείου, με τη διαίρεσή του στους κύκλους του «Κατωτέρου» (Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ τάξεις του Δημοτικού Σχολείου), του «Μέσου» (Α΄, Β΄, Γ΄ τάξεις του Γυμνασίου) και του «Ανωτέρου» (Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ τάξεις του Γυμνασίου).56 Επιπλέον, υιοθετήθηκε η χρήση των κατηχητικών βοηθημάτων της αδελφότητας, καθώς και η μέθοδος διδασκαλίας.57 Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, όταν το έτος 1949 η «Αποστολική Διακονία» καταρτίζει το αναλυτικό πρόγραμμα των κατηχητικών σχολείων, το οποίο επιβεβαιώνει και νομιμοποιεί θεσμικά τα προηγούμενα δεδομένα.58 Η εκπόνηση του αναλυτικού προγράμματος ανατέθηκε στον καθηγητή της Θεολογικής σχολής Θεσσαλονίκης Βασίλειο Έξαρχο, ο οποίος δίδασκε το μάθημα της Κατηχητικής.59

Από τα πρώτα προπολεμικά χρόνια, όταν τα κατηχητικά σχολεία άρχισαν να αναπτύσσονται συστηματικά, τέθηκε επίσης το ζήτημα της ύπαρξης κατηχητικών βοηθημάτων. Εφόσον η αδελφότητα θεολόγων «Ζωή» παρείχε τα βασικά οργανωτικά πρότυπα των κατηχητικών, ήταν επόμενο να προτιμηθούν στη συνολική προσπάθεια τα δικά της κατηχητικά βοηθήματα, καθώς ήταν «αρκούντως υπό των εργατών αυτής εν τη πράξει δοκιμασθέντα».60

Ωστόσο, μετά τη συγκρότηση από την εκκλησιαστική διοίκηση του «Αναλυτικού Προγράμματος των Κατηχητικών Σχολείων της Εκκλησίας της Ελλάδος», αναλαμβάνει η «Αποστολική Διακονία» την έκδοση νέων, «επισήμων» κατηχητικών βοηθημάτων, τον πρώτο κύκλο των οποίων ολοκληρώνει το 1951.61 Επρόκειτο για μια πλήρη σειρά βοηθημάτων, τα οποία κάλυπταν τις μορφωτικές ανάγκες και των τριών βαθμίδων του «Κατωτέρου», «Μέσου» και «Ανωτέρου» κατηχητικού σχολείου.62 Η συγγραφή τους ανατίθεται στον μετέπειτα καθηγητή της Θεολογικής σχολής Θεσσαλονίκης και Αθηνών, Ευάγγελο Θεοδώρου, που ήταν ειδικευμένος και αυτός μεταξύ άλλων στην Κατηχητική, ο οποίος και περατώνει τόσο τον πρώτο (1949-1951), όσο και τον δεύτερο (1960-1962) κύκλο των κατηχητικών βοηθημάτων.63

Ποια ήταν, όμως, τα κριτήρια επιλογής των συγκεκριμένων θεολόγων; Θα μπορούσαμε κατ’ αρχήν να ισχυριστούμε ότι ήταν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι για ένα τέτοιο έργο, καθώς και οι δύο ασχολούνταν με το ίδιο γνωστικό αντικείμενο της Κατηχητικής. Βέβαια, το ίδιο γνωστικό πεδίο θεράπευε και ο καθηγητής της Θεολογικής Αθηνών Παναγιώτης Τρεμπέλας, με τη διαφορά ότι ο τελευταίος ήταν ταυτόχρονα ιδρυτικό και επιτελικό στέλεχος της «Ζωής». Επομένως, η εκκλησιαστική διοίκηση μάλλον δεν επιθυμούσε να παραχωρήσει περισσότερη εξουσία στην αδελφότητα, η οποία ήδη υπερκάλυπτε τον επίσημο εκκλησιαστικό οργανισμό στο ζήτημα της οργάνωσης και λειτουργίας των κατηχητικών σχολείων.

Επιπλέον, τόσο ο Έξαρχος όσο και ο Θεοδώρου προέρχονταν από τη Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης, μια Σχολή η οποία δημιουργήθηκε εν έτει 1942, μεταξύ άλλων, για να συγκροτήσει ένα βασικό ιδεολογικό ανάχωμα αντισλαβισμού και αντικομμουνισμού της εκκλησιαστικής διοίκησης, άρα και του ελληνικού κράτους, στις βόρειες επαρχίες της χώρας.64 Δικαιούμαστε, επομένως, να υποθέσουμε ότι η αντικομμουνιστική ιδεολογία συνιστούσε εξ αρχής μια ισχυρή συνιστώσα της επαγγελματικής τους ταυτότητας. Πολύ περισσότερο που, ειδικά ο Βασίλειος Έξαρχος, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής ηγείτο του Ελληνικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (ΕΕΕ) στη Θεσσαλονίκη, μια επιλογή του για την οποία, αν και παραπέμφθηκε με την κατηγορία του δωσιλογισμού, εντούτοις κατάφερε να αθωωθεί και να επιστρέψει στη θέση του στο Πανεπιστήμιο.65 Ενδεχομένως, τούτος ο ακροδεξιός πολιτικός προσανατολισμός του να ήταν ένα περαιτέρω εχέγγυο για την εκκλησιαστική διοίκηση, ότι ο Έξαρχος θα παρείχε εγνωσμένης αξίας και αποτελεσματικότητας αντικομμουνιστική υπηρεσία μέσα από τα κατηχητικά σχολεία, τώρα πια που ο εχθρός του πολιτικού καθεστώτος δεν ήταν η ναζιστική Γερμανία, αλλά μόνον οι κομμουνιστές.


5. Τα κατηχητικά βοηθήματα Ι: ο αντικομμουνισμός ως μορφωτικό αγαθό


Καθοριστικό εργαλείο στην εύρυθμη λειτουργία των κατηχητικών σχολείων, ήταν η ύπαρξη των κατηχητικών βοηθημάτων, δηλαδή εκείνων των βιβλίων τα οποία παρείχαν τη διδασκόμενη κατηχητική ύλη. Τα κατηχητικά βοηθήματα όχι απλώς κάλυπταν τα απαιτούμενα μαθήματα, αλλά έδιναν και κατευθύνσεις σχετικά με την βασική μεθοδολογία του κάθε μαθήματος, ενώ πρότειναν και εποπτικά μέσα στον κατηχητή, ανάλογα με την περίσταση.

Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην έκδοση κατηχητικών βοηθημάτων για τα κατηχητικά σχολεία των εργαζομένων νέων, «λόγω των ειδικών ενδιαφερόντων και των ιδιαζουσών πνευματικών αναγκών των», 66 με άλλα λόγια, εξ αιτίας της έκθεσής τους στον χώρο της εργασίας και τον πιθανό συγχρωτισμό τους με κομμουνιστές. Η κατεύθυνση που δινόταν στους κατηχητές ήταν να μην αρκούνται «μόνον εις την εν τω “βοηθήματι έκθεσιν» του κάθε μαθήματος, 67 αλλά, αντιθέτως, αφού μελετούσαν καλά και αφομοίωναν πολλές ημέρες πριν το υλικό τους, να το εμπλουτίζουν και με άλλα επικουρικά στοιχεία και ευρύτερες γνώσεις.68

Όπως επισημαίνεται από τη διοικούσα εκκλησία, καταβλήθηκε προσπάθεια, ούτως ώστε το μορφωτικό αγαθό που ενσωματώθηκε στα εκκλησιαστικά κατηχητικά βοηθήματα, να αρθρώνεται «εις επαλλήλους ομοκέντρους κύκλους, ολονέν ευρυνομένους και πλουτιζομένους, αναλόγως προς την ηλικίαν ή την πνευματικήν κατάστασιν των μορφωμένων».69 Κάθε κύκλος μαθημάτων, αρθρώνεται πολυπρισματικά, έχοντας μεν θρησκευτική βάση, αλλά επεκτεινόμενος και πέραν αυτής σε ευρύτερες γνωσιακές περιοχές.70 Μια ιδιαίτερη γνωσιακή περιοχή την οποία καλλιεργεί με συστηματικό τρόπο η κατηχητική ύλη των βοηθημάτων, είναι η αντικομμουνιστική ιδεολογία: καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια να καταδειχθεί αφ’ ενός η ένταξη του κομμουνισμού στους «πολεμίους της Εκκλησίας» και αφ’ ετέρου να προστατευθούν οι Έλληνες μαθητές από τέτοιες αντιχριστιανικές στρατεύσεις.71 Ως συμπλήρωμα στην ανάπτυξη της πολιτικής σκέψης μέσα στα κατηχητικά, παρέχονται επίσης, ιδίως κατά τα έτη 1952-1953, κινηματογραφικές προβολές θρησκευτικών ταινιών, οι οποίες οργανώνονται από την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών, με το αρμόδιο παράρτημά της, το Αμερικανικό Κέντρο Κινηματογραφικών Ταινιών σε συνεργασία με την Αποστολική Διακονία.72 Θα μπορούσαμε, επομένως, βάσιμα να ισχυριστούμε ότι η παραγωγή αντικομμουνιστικής χριστιανικής σκέψης, αναδεικνύεται σε μια σαφή διάσταση του κατηχητικού φρονηματισμού της ελληνικής νεολαίας.73


6. Τα κατηχητικά βοηθήματα ΙΙ: Σχήματα αντικομμουνιστικής σκέψης


α) Ο κομμουνισμός ως πολέμιος του χριστιανισμού


Στα κατηχητικά βοηθήματα γίνεται ιδιαίτερη μνεία ευθύς εξ αρχής στην αντίθεση που καλλιεργεί το κομμουνιστικό στρατόπεδο προς τα κατηχητικά σχολεία. Μάλιστα σημειώνεται ένα συγκεκριμένο δημοσίευμα της εφημερίδας Ενότητα της 18ης Μαΐου 1947, όπου σημειώνεται η έκκληση της εφημερίδας «στους νέους και στις νέες των κατηχητικών, να τινάξουν από πάνω τους την ολέθρια νάρκη, που θολώνει την ψυχή και σκοτίζει το νου, και να σκεφτούν. Να σκεφτούν ψύχραιμα και θαρρετά τι τους λένε εκεί μέσα, ποιοι τους το λένε, γιατί τους το λένε».74 Η κριτική πρόσληψη των κατηχητικών, η οποία ενέχει σαφώς τη διάσταση της αμφισβήτησης εκ μέρους των κομμουνιστών, είναι για την εκκλησιαστική κοινότητα της εποχής ικανή συνθήκη πιστοποίησης της κεφαλαιώδους αντίστιξης ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον χριστιανισμό.75

Επειδή, ακριβώς, ο χριστιανισμός τίθεται εξ αρχής ως ο μόνος ουσιαστικά αντίπαλος του κομμουνισμού, γι’ αυτό και ο δεύτερος εμφανίζεται να έχει εξαπολύσει πόλεμο εναντίον του, επενδύοντάς τον με ξεχωριστό μίσος, φανατισμό και βία.76 Ο κομμουνισμός επικρίνεται ως ανατροπέας της χριστιανικής πίστης και ηθικής, εφόσον με την επαναστατική πράξη του διαλύει το αξιακό σύστημα του χριστιανισμού. Απορρίπτοντας την χριστιανική ηθική ως « αστικήν πρόληψιν », η κομμουνιστική ιδεολογία «καταβιβάζει τον άνθρωπον εις τη θέσιν του κτήνους», καθώς «και τα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα […] είναι ηθικά κατά τους κομμουνιστάς, όταν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της ταξικής πάλης».77 Οι σχέσεις παραγωγής αγαθών, τις οποίες εισήγαγε στην πολιτική σκέψη και πράξη ο Καρλ Μαρξ, καθώς αξιολογούν την ατομική ιδιοκτησία ως «πηγήν όλων των κακών», προτάσσουν αντιθέτως «την κοινήν κατοχήν όλων των αγαθών», ενώ ταυτόχρονα επιβάλλουν «την κατάργησιν των κοινωνικών τάξεων», αφού «η παρατηρουμένη κακοδαιμονία είναι αποτέλεσμα του μεταξύ τούτων ανταγωνισμού, της περιφήμου, δηλαδή, πάλης των τάξεων».78 Ο κομμουνισμός ζητά να επιλύσει τις οικονομικές διαφορές των κοινωνιών καταρρίπτοντας την εντολή του «ου κλέψεις», διότι μετέρχεται «παραφρόνως την ανατροπήν επιγείων και ουρανίων», την οποίαν «επιδιώκει δια των δολοφονιών και της δυναμίτιδος».79

Ως έμπρακτο παράδειγμα εφαρμογής των κομμουνιστικών σχέσεων εξουσίας και παραγωγής αγαθών, αναδεικνύεται από τα κατηχητικά βοηθήματα η Σοβιετική Ένωση. Η χώρα αυτή καταδικάζεται με έντονο ύφος, καθώς διαμόρφωσε μια πολυδιάστατη αθεϊστική κρατική πολιτική.80 Οι μαθητές των κατηχητικών σχολείων καλούνται να φαντασθούν για τους κομμουνιστές «ποίου είδους κόλασιν θα εδημιούργουν εις το Έθνος μας, αν κατελάμβαναν την εξουσίαν!», καθώς στον εμφύλιο πόλεμο «εκατοντάδες κληρικών Ελλήνων κατεκρεουργήθησαν ή εσταυρώθησαν», ενώ «άμεσο αποτέλεσμα της αθέου βίας των ήτο και η αρπαγή των 28.000 Ελληνοπαίδων».81 Σε τελική ανάλυση, είναι η χριστιανική πίστη αυτή η οποία υπήρξε «η πνευματική δύναμις και αντοχή του Έθνους», φέρνοντας την νίκη «κατά του συμμοριτισμού (1945-1949)».82


β) Φυσικοποίηση των σχέσεων οικονομικής ανισότητας


Αν και ο κομμουνισμός αποσκοπεί στην ανατροπή των σχέσεων κοινωνικής ανισότητας, ωστόσο, η απομάκρυνσή του από τον χριστιανισμό, τον κατέστησε ανίκανο «προς ικανοποιητικήν λύσιν του κοινωνικού προβλήματος», το οποίο είναι στη βάση του ηθικό.83 Και ως τέτοιο, μόνο στο ηθικό πλαίσιο της χριστιανικής πίστης είναι κατορθωτό. Οι κομμουνιστές οφείλουν να μην παρεξηγούν την καυστική κριτική του χριστιανισμού έναντι του πλούτου και της ιδιοκτησίας, η οποία υπενθυμίζει «ίσως την εναντίον της κεφαλαιοκρατίας πολεμικήν των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών», εντούτοις δεν έχει καμία σχέση «προς τα κομμουνιστικά κηρύγματα».84

Η κομμουνιστική αντίληψη αγνοεί αυτό που η χριστιανική αντίληψη προτάσσει: ότι η οικονομική ανισότητα δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της ασύμμετρης κατανομής των αγαθών, αλλά κυρίως αποτέλεσμα της «φυσικής ανισότητος» των ανθρώπων, επομένως κι αν ακόμα επιτευχθεί προς στιγμήν δια της βίας μία μορφή κοινωνικής ισότητας, «η ανισότης θα ανακύψη και πάλιν εκ νέου λόγω της φυσικής ανισότητος, των χαρισμάτων, των ικανοτήτων».85

Οι σχέσεις αναμέτρησης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, στις οποίες στηρίζεται η κομμουνιστική σκέψη και πράξη, επιτείνουν το έλλειμμα αγάπης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς «ο μεν εργοδότης βλέπει τον εργάτην ως εκμεταλλεύσιμον μάζαν, ο δε εργάτης βλέπει τον εργοδότην ως τύραννον τον οποίον ζητεί να εξοντώσει».86 Αν τις οικονομικές τους σχέσεις τις ρύθμιζε η χριστιανική αγάπη, τότε θα υπήρχε και πλήρης κατανόηση και αρμονική συμβίωση μεταξύ τους, «ουδείς θα εστερείτο και όλοι ευχαριστημένοι θα ήσαν».87 Οι χριστιανοί προτρέπονται να διεκδικούν δυναμικά το δίκιο τους στον εργασιακό τους χώρο, αλλά πάντα κάτω από δεδομένες προϋποθέσεις: θα ζητήσουν την παύση της εκμετάλλευσης «ειρηνικώς και νομίμως, απομακρυνόμενοι εν εσχάτη ανάγκη εκ της εργασίας μας», μέσα από απεργιακές κινητοποιήσεις προφανώς, ωστόσο «χωρίς ταραχάς, χωρίς βιαιότητας» και ιδίως «χωρίς την ανάμιξιν πολιτικών συνθημάτων, χωρίς κατά την ιεράν διεκδίκησιν του δικαίου μας να επιτρέψουμε να υπεισέλθουν εις τα της εργασίας μας και τα του οίκου μας αναρχικά και ξένα προς τον τίμιον σκοπόν μας στοιχεία».88 Οι χριστιανοί νέοι δεν θα πρέπει να λησμονούν ότι η «κοινωνική ευτυχία» έρχεται πρωτίστως μέσα από τον τακτικό εκκλησιασμό, διότι «κάτω από το κήρυγμα του Ευαγγελίου καταργούνται οι κοινωνικές τάξεις», «πλούσιοι και πτωχοί, μεγάλοι και μικροί, άρχοντες και ιδιώτες, φίλοι και εχθροί ευρίσκονται στην ίδια γραμμή».89


γ) Ο εθνικόφρων ως γνήσιος χριστιανός


Αυτός που παραμένει προσηλωμένος στα χριστιανικά ιδεώδη, δηλαδή την Εκκλησία και την γαλανόλευκη σημαία με τον σταυρό, η οποία αξιολογείται ως «ωραίον σύμβολον του στενού συνδέσμου χριστιανικής θρησκείας και ελληνικού έθνους», υποστασιάζει τον γνήσιο Έλληνα.90 Με άλλα λόγια, αναγνωρίζεται ως «αληθής πατριώτης και εθνικόφρων».91 Ο διαρκής κίνδυνος, ιδίως για τους εργαζόμενους νέους των κατηχητικών, ονομάζεται «πράκτορες του κομμουνισμού», οι οποίοι θα μιλήσουν με οικειότητα, θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευθούν τις εργασιακές δυσκολίες, θα κάνουν λόγο «δια το μικρόν ημερομίσθιον», θα επιμείνουν ότι «είσθε τα θύματα των εκμεταλλευτών εργοδοτών σας».92 Ωστόσο, η πολεμική του κομμουνισμού προς τον χριστιανισμό, αλλά και η επιβουλή του προς «τα συμφέροντα του έθνους», τον καθιστούν «απαράδεκτον δι’ ένα μαθητήν του Ανωτέρου Κατηχητικού Σχολείου».93 Ο γνήσιος χριστιανός, που διαπλάθει το κατηχητικό σχολείο, δεν μπορεί παρά να είναι συνειδητός εθνικόφρων, άρα αντικομμουνιστής.94


7. Συμπεράσματα


Τα εκκλησιαστικά κατηχητικά σχολεία αποτέλεσαν τον πόλο ανασύνθεσης τριών μορφών εξουσίας: της πολιτικής εξουσίας του ελληνικού κράτους, η οποία τα κατέστησε ως ημι-επίσημο κρατικό φορέα, προσδίδοντάς τους κύρος και πολιτειακή καταξίωση, της θρησκευτικής εξουσίας της ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία τα θεσμοθέτησε ως την πολυτιμότερη δεξαμενή παραγωγής μαζικής θρησκευτικής γνώσης, καθώς και της εξουσίας της κυρίαρχης αντικομμμουνιστικής ιδεολογίας της οργάνωσης «Ζωή», η οποία τα αναβίβασε ως το κυριότερο, ίσως, ανάχωμα του κομμουνιστικού κινήματος για τον εκκλησιαστικό χώρο. Η σύντηξη αυτών των μορφών εξουσίας παρήγαγε για περίπου τέσσερις δεκαετίες, από τον Μεσοπόλεμο έως τη μεταπολίτευση, τον εθνικόφρονα Έλληνα ορθόδοξο χριστιανό, ένα κυρίαρχο πολιτισμικό πρότυπο τόσο του πολίτη, όσο και του πιστού, με ουσιώδη διάσταση της ταυτότητάς του τον αντικομμουνισμό.95 Τούτη η διάσταση του εθνικόφρονα ορθόδοξου αντικομμουνιστή, που θεμελιώνεται στη θρησκευτικότητά του, αναδεικνύει η «Ζωή»:


«Και εις την Ελλάδα ο κομμουνισμός θα καταπολεμηθή κυρίως με την χριστιανικήν πίστιν. Συνεπώς και “εθνικόφρονες”, οι οποίοι τυχόν πολεμούν την χριστιανικήν θρησκείαν, γίνονται άριστοι πρόμαχοι της επεκτάσεως του κομμουνισμού εις την χώραν μας. Όποιος σβήνει το φως, είναι προστάτης και εργάτης του σκότους».96


Αυτός ο εθνικόφρων ορθόδοξος αντικομμουνιστής έχει κατηχηθεί κατάλληλα ώστε να θεωρεί τους κομμουνιστές όχι μόνο ως απειλή του επικρατούντος πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος, αλλά ως «μίασμα», μια πολιτισμική τοξίνη, η οποία διαλύει πρωτίστως τον εκκλησιαστικό οργανισμό.97 Οι αντιλήψεις και τα οράματα των κομμουνιστών περί κοινωνικής δικαιοσύνης και παύσης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένας αποπροσανατολισμός, μια ιδεολογική απόκρυψη των αντιχριστιανικών και αντιεκκλησιαστικών σκοπών τους. Στη μετεμφυλιακή ελληνική κοινωνία, όπου ο στρατός και η «Ζωή» διαπλέκονται μεταξύ τους σε μια σχέση αμοιβαίας ιδιοποίησης, ο βαθμός διαπαιδαγώγησης του στρατού από τη «Ζωή» στον θρησκευτικό αντικομμουνισμό, είναι ευθέως ανάλογος με τον βαθμό ανάπτυξης από τον εθνικόφρονα ορθόδοξο αντικομμουνιστή ενός ιδιότυπου, στρατιωτικού τύπου, υπερ-συντηρητισμού, μιας μεσσιανικού τύπου προσήλωσης στην πολιτικο-στρατιωτική και στρατιωτικο-θρησκευτική «ορθοδοξία».

Θα μπορούσαμε, ίσως, να διακινδυνεύσουμε την παρακάτω εκτίμηση: στην ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής, η οποία προσλάμβανε την πολιτική πρωτίστως με θρησκευτικούς όρους, ο αντικομμουνισμός ταυτιζόταν στην πραγματικότητα με μια δημόσια ομολογία πίστης. Η κοινωνική πράξη που ενσωμάτωνε τούτη την πρακτική, ήταν η φοίτηση στο κατηχητικό σχολείο. Μια απλή συμμετοχή στον λειτουργικό εκκλησιαστικό κύκλο και τα εκκλησιαστικά μυστήρια, δεν θεωρείτο πια επαρκής ένδειξη της πολιτικής ταυτότητας ενός Έλληνα. Ήταν η ενεργός ένταξη στην κατηχητική κίνηση, αυτή που πιστοποιούσε όχι μόνο τη θρησκευτική, αλλά πρωτίστως την πολιτική ορθοδοξία ενός νεολαίου, δηλαδή τη διάθεσή του να συμμορφωθεί, να ευθυγραμμιστεί, ακόμη και να ταυτισθεί με την πολιτική ορθότητα της εποχής, με άλλα λόγια να προδιαγράψει την παροντική και ιδίως τη μελλοντική θέση του στην ελληνική κοινωνία.98

Βιβλιογραφία


«Αμείλικτος αγών», Ζωή ΛΘ΄ (1949): 216

Αναλυτικόν Πρόγραμμα των Κατηχητικών Σχολείων της Εκκλησίας της Ελλάδος (Εγκεκριμένον υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος) (1949), εν Αθήναις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

«Δια τους “Εθνικόφρονας”»(1953), Ζωή ΜΓ΄: 8

«Εγκύκλιος περί φοιτήσεως των μαθητών εις τα Κατηχητικά Σχολεία της Εκκλησίας» (1947), Εκκλησία ΚΔ΄: 333

Εκκλησία και Κοινωνία (Γ΄ σειρά μαθημάτων δια τα Ανώτερα Κατηχητικά Σχολεία) (19502), Αθήναι: Αδελφότης Θεολόγων η «Ζωή»

Εργάται του καλού (Μαθήματα δια την Γ΄ σειράν του Κατηχητικού Σχολείου Εργαζομένων) (1962), εν Αθήναις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ελληνοχριστιανική Αγωγή ΚΓ΄ (1970), Της Συντάξεως, «“Κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει”»

«Έχει λόγον υπάρξεως;» (1966), Εκκλησία ΜΓ΄: 746-747

«Η αποστολή του Κατηχητικού Σχολείου» (1931), Ζωή ΚΑ΄: 32

«Η Χριστιανική Επανάστασις» (1933), Ζωή ΚΓ΄: 356-357

«Η ολοκλήρωσις της εκδόσεως των κατηχητικών βοηθημάτων» (1962), Εκκλησία ΛΘ΄: 467

«Ηθικός επανεξοπλισμός» (1948), Ζωή ΛΗ΄: 176

Ο δρόμος της Ζωής (Μαθήματα δια την Α΄ σειράν του Κατηχητικού Σχολείου Εργαζομένων) (1960), εν Αθήναις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Οικοδόμοι Πολιτισμού (Μαθήματα δια την Γ΄ σειράν του Ανωτέρου Κατηχητικού Σχολείου) (1962), εν Αθήναις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Σύλλογος «Το Ελληνικόν Φως» (1949), Εις την πνευματικήν συμπαράστασιν του εθνικού αγώνος, Αθήναι

Σύλλογος το «Ελληνικόν Φως» (1954), Απολογισμός της πρώτης πενταετίας, Αθήναι

«Τα επίσημα «κατηχητικά βοηθήματα”» (1951), Εκκλησία ΚΗ΄: 230

«Τα Κατηχητικά Βοηθήματα της Αποστολικής Διακονίας» (1952), Εκκλησία ΚΘ΄: 335

Το Φως της Αληθείας (Μαθήματα δια την Β΄ σειράν του Κατηχητικού Σχολείου Εργαζομένων) (1961), εν Αθήναις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Χριστιανικός Ανθρωπισμός (Μαθήματα δια τον Γ΄ κύκλον του Ανωτέρου Κατηχητικού Σχολείου) (1951), Αθήναι: Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας

Χριστιανική Ένωσις Εργαζομένης Νεολαίας (1958), Βοηθήματα μαθημάτων, Αθήνα

Ωλοκληρωμέναι προσωπικότητες (Βοηθήματα δια την Β΄ σειράν του Ανωτέρου Κατηχητικού Σχολείου) (1961), εν Αθήναις: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος


Αγουρίδης, Σάββας (1983), Η θρησκεία των σημερινών Ελλήνων (Χριστιανισμός και κοινωνία), Αθήνα: «Τήνος»

“Athenian” (1972), Inside the Colonel’s Greece, transl. by Richard Clogg, London: Chatto & Windus

Αρκάδας, Δημήτριος (2011), Οι επαγγελματίες της θεολογικής σκέψης: Το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών από τον Μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα, Διατριβή, Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Κοινωνιολογίας

Αρκάδας, Δημήτρης (2015-α), «Κλήρος και Ένοπλες Δυνάμεις: Όψεις της πολιτισμικής ταυτότητας των στρατιωτικών ιερέων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα», Θέσεις τ. 130 (Ιανουάριος-Μάρτιος): 83-115

Αρκάδας, Δημήτρης (2015-β), «“Το κατά αντικομμμουνιστήν Ευαγγέλιον”: Δυνάμεις του εμφυλίου πολέμου στην πολιτικο-θρησκευτική δεολογία της ελληνικής εκκλησιαστικής διοίκησης», Θέσεις τ. 132 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος): 115-138

Βέλλας, Βασίλειος Μ. (1951), «Η θέσις των Ελλήνων θεολόγων εν τη Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος», Εκκλησία ΚΗ΄: 269-271

Βερναρδάκης, Χριστόφορος - Μαυρής, Γιάννης (1991), Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα: Εξάντας

Γαλίτης, Γεώργιος Αντ. (2007), «Παραδοσιακός μοναχισμός και θρησκευτικές οργανώσεις κατά την εποχή του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή», Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Άγιον Όρος – Φιλοκαλική Εμπειρία, εποπτεία Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, Πρακτικά Διορθοδόξων Επιστημονικών Συνεδρίων Αθηνών (22-24 Οκτωβρίου 2004) και Λεμεσού (21-23 Οκτωβρίου 2005), Άγιον Όρος: Ιερά Μεγίστη Μορφή Βατοπαιδίου: 525-542

Γερουλάνος, Μαρίνος (1951), «Έμψυχος Ιατρική», Ακτίνες ΙΔ΄: 337-343

Γερουλάνος, Μ. (1956-α), «Ο πνευματικός παράγων εις τη θεραπείαν της νόσου», Ακτίνες ΙΘ΄: 1-5

Γερουλάνος, Μ., (1956-β), Η ιατρική της πνευματικής επισκοπήσεως, Αθήναι: Εκδόσεις «Η Δαμασκός»

Γερουλάνος, Μ. (1958), «Ιατρική και Εκκλησία», Ευχαριστήριον. Τιμητικός Τόμος Αμίλκα Σ. Αλιβιζάτου επί της 45ετηρίδι της Επιστημονικής Δράσεως και τη 35ετηρίδι Τακτικής Καθηγεσίας, εν Αθήναις: 37-44

Γιανναράς, Χρήστος (19903), Καταφύγιο Ιδεών. Μαρτυρία, Αθήνα: Δόμος

Γιανναράς, Χρήστος (1992), Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα: Δόμος

Gounaris, Basil C. (2004), “Social Dimensions of Anticommunism in Northern Greece, 1945-50”, The Greek Civil War: Essays on a Conflict of Exception a lism and Silence, ed. by Philip Carabott and Thanasis D. Sfikas, Aldershot, Hampshire: Ashgate: 175-186

Δορδανάς, Στράτος Ν. (2011), Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δωσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Ηλίας, Γεώργιος (1960), «Η συμβολή των κατηχητικών σχολείων εις την ελληνοχριστιανικήν αγωγήν των μαθητών», Η διδακτική των φιλολογικών μαθημάτων και των Θρησκευτικών (Πορίσματα Α΄ Εκπαιδευτικού Συνεδρίου), επιμ. Κ. Ι. Κούρνια, Βόλος: Γενική Επιθεώρησις Μέσης Εκπαιδεύσεως ΣΤ΄ Περιφερείας: 146-147

Ζ(ηνάς) Ν(ομικός) (1950), «Το Ελληνικόν Φως», Ακτίνες ΙΓ΄: 91-92

Θεοδώρου Ευάγγ. (1965), «Κατηχητικά σχολεία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 7, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος: στ. 458-461

Θεοδώρου, Ευάγγελος Δ. (1983), «Η πηγή των ελληνοχριστιανικών ιδανικών», Εκκλησία Ξ΄: 97-99

Καλλίνικος, Κωνσταντίνος Ν. (1925), πρωτοπρ., Ιερά Κατήχησις. Προς χρήσιν των εν τοις κατηχητικοίς σχολείοις την Ορθόδοξον πίστιν, πράξιν και λατρείαν διδασκομένων, εν Αθήναις: Τύποις «Φοίνικος»

Καλλίνικος, Μητροπολίτης Ρωγών (1975-1976), «Ιστορία και μέθοδοι διδασκαλίας του κατηχητικού έργου», Φροντιστήριον Υποψηφίων Κατηχητών. Εισηγήσεις, Αθήναι: Αποστολική Διακονία-Συνοδική Επιτροπή επί της χριστιανικής αγωγής της νεολαίας και των κατηχητικών σχολείων: 24-38

Καντιώτης, Αυγουστίνος Ν., Μητροπολίτης Φλωρίνης (1989), Δύο αδελφά ρεύματα (Μοναχισμός - Ιεραποστολή), Αθήναι: Ορθόδοξος Ιεραποστολική Αδελφότης «Ο Σταυρός»

Καραντώνης, Αθ. (1947), «Η υπερνίκησις του υλισμού εις την ιατρικήν», Ακτίνες Ι΄: 200-206

Καραγιάννης, Γιώργος Ν. (2001), Η εκκλησία από την κατοχή στον εμφύλιο, επιμ. Άγγελος Σιδεράτος, Αθήνα: Προσκήνιο – Άγγελος Σιδεράτος

Καστανάς, Θεόδωρος Ν. (1953), Κινηματογραφική αγωγή, Θεσσαλονίκη

Κάτρης, Γιάννης Α. (1974), Η γένεση του νεοφασισμού στην Ελλάδα 1960-1970, Αθήνα: Παπαζήσης

Constantelos, Demetrios J., rev. (1959), «The Zoë Movement in Greece», St. Vladimir’s Seminar Quarterly 3: 11-25

Κολιτσάρας, Ι. Θ., Σεραφείμ Παπακώστας (1892-1954). Βιογραφία, Αθήναι: Αδελφότης Θεολόγων η «Ζωή» 1980

Κορναράκης, Ιω. (1966), «Ποιμαντική ιατρική», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος: στ. 486-488

Κοτσώνης, Ι. Ι. (1951), «Στα μέσα του αιώνος μας», Ακτίνες ΙΔ΄: 97-102

Κουσουρής, Δημήτρης (2014), «Ο φασισμός στην Ελλάδα: συνέχειες και ασυνέχειες κατά τον ευρωπαϊκό 20ό Αιώνα», Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η ακροδεξιά. Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία, επιμ. Δημήτρης Χριστόπουλος, Αθήνα: Νήσος: 33-81

Κωνσταντέλος, Δημήτριος Ιω., πρωτοπρ. (1989), Για να νοιώσουμε την ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, μετ. Βασιλείου Σ. Σωτηροπούλου, Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς

Κωνσταντινίδης, Ιω. Χ. (χ.χ.), «Ζωή», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Συμπλήρωμα τόμος Β΄, Αθήναι: «Ο Φοίνιξ»: 957-958

Maczewski, Christoph (2002), Η κίνηση της «Ζωής» στην Ελλάδα. Συμβολή στο πρόβλημα της παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας, μετ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Αθήνα: Αρμός

Μάινας, Ιάκωβος (1996), «Οι δυνατότητες της χριστιανικής παρουσίας στην Ελλάδα σήμερα», Σύνορο τεύχος 39 (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος – Νοέμβριος): 205-210

Makrides, Vasilios N. (1988), «The Brotherhoods of Theologians in Contemporary Greece», Greek Orthodox Theological Review 33: 167-187

Makrides, VasiliosN. (2004), «OrthodoxyintheServiceofAnticommunism: TheReligiousOrganizationZoë duringtheGreekCivilWar», The Greek Civil War: Essays on a Conflict of Exceptionalism and Silence, ed. by Philip Carabott and Thanasis D. Sfikas, Aldershot, Hampshire: Ashgate: 159-174

Ματθαιάκης, Τίτος Εμμ., αρχιμ. (1950), Λόγοι γαλήνης (Ομιλίαι από ραδιοφώνου), Αθήναι: Τύποις Χαρ. Συνοδινού

Μελίτης, Π. (1947), Χριστιανισμός και πολιτική. Τρία άρθρα από το περιοδικό «Ακτίνες», Αθήναι: Εκδόσεις η Δαμασκός

Μελίτης, Π. (1949-α), Εις τον αγώνα του Έθνους, Αθήναι: «Ακτίνες»

Μελίτης, Π. (1949-β), «Εις τον Αγώνα του Έθνους», Ακτίνες ΙΒ΄: 97-104

Μελίτης, Π. (1956), «Δέκα χρόνια», Ακτίνες ΙΘ΄: 433-437

Μελίτης, Π. (1957), Για ν’ ανοίξη ο δρόμος, Αθήναι

Μουστάκης, Γιώργος (1983-α), Ελλάς Ελλήνων Δεσποτάδων, Αθήνα: Gutenberg

Μουστάκης, Γιώργος (1983-β), Η γέννηση του χριστιανοφασισμού στην Ελλάδα, Αθήνα: Κάκτος

Μπαρδάκος, Παντελεήμων (1966), αρχιμ., Η αξία του Κατηχητικού Σχολείου, Αθήναι

Μπουγάτσος, Ν. Θ. (1964), «Ελληνικόν φως», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 5, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος: στ. 654

Μπρατσιώτης, Π. Ι. (1964), «Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατηχητικά βοηθήματα των κατηχητικών σχολείων εργαζομένων (Βιβλιοκρισία)», Εκκλησία ΜΑ΄: 127

Μυτιληναίος, Εμμανουήλ Γ. (1934), «Προβλήματα τινά κατηχητικής διακονίας», Εκκλησία ΙΒ΄: 362-363

Μυτιληναίος, Εμμ. Γ., πρωτοπρ. (1936), «Σχέδιον προγράμματος Κατηχητικού Σχολείου», Εκκλησία ΙΔ΄: 264-265

Μυτιληναίος, Εμμανουήλ (1950), «Πνευματική κίνησις: Αποστολική Διακονία (κατηχητικά βοηθήματα)», Εκκλησία ΚΖ΄: 143-144

Μυτιληναίος, Εμμανουήλ Γ. (1954), «Τα κατηχητικά σχολεία», Εκκλησία ΛΑ΄: 313-314

Μυτιληναίος, Εμμανουήλ Γ. (1955-α), «Το πρόγραμμα της ύλης των “κατωτέρων” κατηχ. σχολείων», Εκκλησία ΛΒ΄: 161-162

Μυτιληναίος, Εμμανουήλ Γ. (1955-β), «Αι θεμελιώδεις επιδιώξεις του Κατηχητικού Σχολείου», Εκκλησία ΛΒ΄: 129-130

Ο Κατηχητής (1949), «Η κίνησις των κατηχητικών σχολείων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης κατά το σχολικόν έτος 1948-1949», Γρηγόριος ο Παλαμάς ΛΑ΄: 191-194

Πάνος, Δημήτρης Σ. – Κρουσταλλάκης, Σπύρος Γ. (1999), Κριτική παρουσίαση των μεταπολεμικών βοηθημάτων της Αποστολικής Διακονίας για τα ανώτερα κατηχητικά σχολεία, Αθήνα: Αρμός

Πανώτης, Αρ. (1965), «Θεοδώρου Ευάγγελος», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 6, Αθήναι: Αθαν. Μαρτίνος: στ. 232-233

Παπαστάθης, Κωνσταντίνος Χ. (2008), Πολιτική και θρησκεία: Ο λόγος της εκκοσμίκευσης και η Εκκλησία της Ελλάδος, Μεταπτυχιακή Εργασία, Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Τμήμα Πολιτικών Επιστημών

Ράμμος, Γεώργιος Θ. (1980), «Αλέξανδρος Τσιριντάνης», Κοσμοθεωρία και Ζωή: Τιμητική προσφορά στη μνήμη του καθηγητού Αλεξάνδρου Ν. Τσιριντάνη, Αθήναι: Έκδοσις Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων: 11-13

Σακελλαρίου, Αλέξανδρος, Δικτατορίες και Ορθόδοξη Εκκλησία στον 20ό αιώνα: πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικο-νοηματικές σχέσεις υπό καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης, Διατριβή, Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Κοινωνιολογίας 2008

Σ. Γ. Α., «Οργανισμός Κατηχητικών Σχολείων», Εκκλησία Α΄ (1923): 89, 103-105, 110-111, 119-120, 127-128

Σιγανού, Μαρία, «Ιδεολογικές συνιστώσες του θρησκευτικού λόγου στον εμφύλιο πόλεμο: Το παράδειγμα της “Ζωής”», Τα Ιστορικά 25/48 (2008): 103-124

Της Συντάξεως, «“Κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει”», Ελληνοχριστιανική Αγωγή ΚΓ΄ (1970): 129-131

Τρεμπέλα, Π. Ν., Κατηχητική ή Ιστορία και Θεωρία της Κατηχήσεως, Αθήναι: Έκδοσις Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή» 1931




1 Βερναρδάκης- Μαυρής, 1991: 353.

2 Παπαστάθης, 2008: 22-23.

3 Είναι σημαντική η μαρτυρία του Δημητρίου Ιω. Κωνσταντέλου, πρωτοπρ., 1989: 126, ο οποίος αναγνωρίζει ότι «Πολλοί νέοι άνθρωποι που γνώρισα θα είχαν αναμφίβολα γίνει μέλη της κομμουνιστικής κίνησης, εάν δεν είχαν μια δραστήρια Εκκλησία και ζωντανές θρησκευτικές οργανώσεις για να τους τραβήξουν μακριά από την προπαγάνδα που διαπότιζε όλες τις τάξεις των ανθρώπων».

4 «Η Χριστιανική Επανάστασις», 1933: 356.

5 Μάινας 1966: 206.

6 Σιγανού, 2008: 106 «Η ανάδειξη του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος σε κυρίαρχο ιδεολόγημα συσπείρωσης των κυβερνητικών δυνάμεων, επέτρεψε στην κυβερνητική πλευρά να “υιοθετήσει” τη Ζωή ως κύριο εκφραστή της αντικομμουνιστικής ιδεολογίας και στη Ζωή, από την πλευρά της, να ταυτίσει τη δράση της με εκείνη του αναδυόμενου κυβερνητικού δεξιού κράτους».

7 Αγουρίδης, 1983: 23-24 «Η απόπειρα της Μεταξικής Δικτατορίας να χρησιμοποιήσει φανερά τη “Ζωή” για τη μεταρρύθμιση της Εκκλησίας, καθώς και η αντιστασιακή και κοινωνική επικράτηση της Αριστεράς του ΕΑΜ, κατά την περίοδο της Κατοχής, οδήγησε τη “Ζωή” σιγά-σιγά στο χώρο της πολιτικής. Έγινε, τελικά, το αντι-ΕΑΜ. […] Σιγά-σιγά κατάντησε να γίνει ο πνευματικός καθοδηγητής των δεξιών και ακροδεξιών πολιτικών ομάδων της χώρας!».

8 Μπουγάτσος, 1964: στ. 654.

9 Γιανναράς, 19903: 85-86.

10 Γαλίτης, 2007: 533-534.

11 Κωνσταντινίδης, χ.χ.: 958.

12 Μελίτης, 1956: 434.

13 Τα ίδια ακριβώς σχήματα αντίληψης και σκέψης διέπουν και το «Ελληνικόν Φως». Με την ευκαιρία του απολογισμού πέντε ετών από την ίδρυση και τη δράση του, επισημαίνεται ότι «Το “Ελληνικόν Φως” θεμελιούται εις την πίστιν ότι τα υλικά ερείπια της σήμερον είναι συνέπεια της πνευματικής χρεωκοπίας του χθες. Και ότι, αν δεν αναστηλώσωμεν εις την συνείδησιν του Έθνους μας τας αξίας τας οποίας εξερρίζωσε κατά μέγα μέρος ο υλισμός και η άρνησις δεν είναι δυνατόν να έχωμεν μίαν αύριον η οποία θα είναι καλυτέρα από την σήμερον», Σύλλογος το «Ελληνικόν Φως», 1954: 5.

14 Ράμμος, 1980: 11-12.

15 Κολιτσάρας, 1980: 68.

16 Σύλλογος «Το Ελληνικόν Φως», 1949: 206.

17 Αγουρίδης, 1965: 63 «Δυστυχώς οι θεολόγοι του θρησκευτικού κινήματος δεν ημπόρεσαν ούτε να ηγηθούν της προσπαθείας ούτε καν να την ακολουθήσουν».

18 Καραντώνης, 1947: 200-206.

19 Κορναράκης, 1966: στ. 486. Ονομάζεται και με το όνομα «Ιατρική της προσωπικότητος», Γερουλάνος, 1956-β: 75.

20 Γερουλάνος, 1958: 39.

21 Γερουλάνος, 1956-α: 4-5.

22 Γερουλάνος, 1951: 343.

23 Μελίτης, 1947: 34.

24 Μελίτης, 1947: 33.

25 Μελίτης, 1949-α: 3-4.

26 Μελίτης, 1957: 237.

27 Κοτσώνης, 1951: 100.

28 Ζ(ηνάς) Ν(ομικός), 1950: 91.

29 Όπως γράφει ενδεικτικά στο περιοδικό της, «Ηθικός Επανεξοπλισμός», Ζωή ΛΗ΄ (1948): 176, «Μία υπάρχει εις τον τόπον μας βεβαία και μεγάλη ελπίς: ο λαός και ο στρατός. Αυτός έχει στραφή προς τας αληθείας τας χριστιανικάς. Αυτάς κατά μέγα μέρος ασπάζεται, διαρκώς προσοικειώνεται, καθιστά τροφήν του πνευματικήν απαραίτητον. Εις εποχήν δε ταλαιπωριών και αγώνων, αυταί γίνονται ζωή του και κατευθυντήριος πορεία του».

30 Καντιώτης, 1989: 358.

31 Γιανναράς, 1992: 375-376.

32 Περισσότερα για το έργο των στρατιωτικών ιερέων στον εμφυλιακό και μετεμφυλιακό στρατό, στο Αρκάδας, 2015-α: 83-115.

33 «Αμείλικτος Αγών», Ζωή ΛΘ΄ (1949): 216.

34 Κουσουρής, 2014: 59.

35 “Athenian”, 1972: 121.

36 Κάτρης, 1974: 309.

37 Καραγιάννης, 2001: 106.

38 Σακελλαρίου, 2008: 458.

39 Μουστάκης, 1983-β: 122.

40 Μουστάκης, 1983-α: 180.

41 Θεοδώρου, 1983: 97.

42 Ελληνοχριστιανική Αγωγή ΚΓ΄, 1970: 130.

43 Makrides 1988: 167.

44 Makrides, 2004: 160: “In 1940 Zoe ran a total of 494 Sunday Schools country wide, which were attended by approximately 60, 000 male and female students”.

45 Constantelos, rev., 1959: 14: “The total number of Sunday Schools of Greece is 7, 800. The number of pupils, boys and girls, who attend these schools under the direction of ‘Zoe’ amount more than 150, 000”.

46 Gounaris, 2004: 182.

47 Σ. Γ. Α., 1923: 127.

48 Τρεμπέλας, 1931: 159.

49 «Η αποστολή του Κατηχητικού Σχολείου», Ζωή ΚΑ΄ (1931): 32.

50 Ο Κατηχητής, 1949: 193-194.

51 Ματθαιάκης, αρχιμ., 1950: 42 «Παντού τώρα υπάρχουν κατηχητικά σχολεία. Ανθίζουν μέσα εις τας πόλεις, αλλά και εις τα χωρία συγχρόνως. Η φωνή της Εκκλησίας φθάνει παντού και εκεί ακόμη, που λόγω της καταστροφής που εδημιούργησεν ο πόλεμος των συμμοριτών δεν υπάρχει ναός ή ιερεύς, γιατί με τας ομιλίας της από ραδιοφώνου και τα εκκλησιαστικά της φυλλάδια κατορθώνει να επικοινωνεί με όλους τους χριστιανούς της. Μα δεν θα βραδύνη πολύ και θα επαναρχίση το έργον της εκεί όπου ο συμμοριτισμός επέφερε την καταστροφήν».

52 «Εγκύκλιος περί φοιτήσεως των μαθητών εις τα κατηχητικά σχολεία της Εκκλησίας», Εκκλησία ΚΔ΄ (1947): 333.

53 Ηλίας, 1960: 147.

54 Maczewski, 2002: 147.

55 Βέλλας, (1951): 270.

56 Μυτιληναίος, πρωτοπρ., 1936: 264.

57 Μυτιληναίος, 1954: 314.

58 Αναλυτικόν Πρόγραμμα των κατηχητικών σχολείων της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1949.

59 Θεοδώρου, 1965: στ. 458-459.

60 Μυτιληναίος, 1934: 362.

61 «Τα επίσημα “κατηχητικά βοηθήματα”», Εκκλησία ΚΗ΄ (1951): 230.

62 «Τα κατηχητικά βοηθήματα της Αποστολικής Διακονίας», Εκκλησία ΚΘ΄ (1952): 335.

63 Πανώτης, 1965: στ. 232.

64 Αρκάδας, 2011: 150-151.

65 Την εκτεταμένη εξιστόρηση της κατηγορίας και τελικά της αθώωσης ως δωσίλογου του Βασιλείου Εξάρχου, μας παραδίδει ο Δορδανάς, 2011: 212-219.

66 Μπρατσιώτης, 1964: 127.

67 Μυτιληναίος, 1955-α: 162.

68 Μητρ. Ρωγών κ. Καλλινίκου: 33.

69 «Η ολοκλήρωσις της εκδόσεως των κατηχητικών βοηθημάτων», Εκκλησία ΛΘ΄ (1962): 467.

70 Θεοδώρου, 1965: στ. 460 «[…] έκαστος κύκλος μαθημάτων των νέων κατηχητικών βοηθημάτων δεν αναφέρεται εις ωρισμένα τμήματα της δογματικής και ηθικής διδασκαλίας της ημετέρας Εκκλησίας, αλλά περιλαμβάνει κατηχητικήν ύλην διδάσκουσαν εις τους κατηχητόπαιδας των διαφόρων ηλικιών κατά τρόπον ανταποκρινόμενον εις την ψυχικήν και διανοητικήν δεκτικότητα αυτών από ωρισμένης εκάστοτε σκοπιάς τας θεμελιώδεις αληθείας περί της πίστεως, της ιστορίας και της λατρευτικής ζωής της ημετέρας Εκκλησίας […]».

71 Πάνος - Κρουσταλλάκης, 1999: 50.

72 Καστανάς, 1953: 47.

73 Μυτιληναίος, 1950: 144.

74 Ωλοκληρωμέναι Προσωπικότητες 1961: 328.

75 Μελίτης, 1949-α: 99-100 «Και κοντά σ’ αυτά άλλη αδιάκοπη επίθεσις, για να χτυπηθούν τα Κατηχητικά Σχολεία. Δεν έκαναν, βέβαια, κανενός είδους πολιτική τα σχολεία αυτά, επότιζαν όμως τα παιδιά μας με το γάλα της χριστιανικής πίστεως και γι’ αυτό έπρεπε με όλη τη δύναμι να χτυπηθούν από τον κομμουνισμό».

76 Εκκλησία και Κοινωνία, 19502: 34 «Ο κομμουνισμός όμως ιδιαιτέρως, όταν στρέφεται κατά της χριστιανικής θρησκείας, δεικνύει μίσος άνευ προηγουμένου. Δεν παραλείπει ευκαιρίαν και δεν αφίνει τέχνασμα και επινόησιν προκειμένου να ειρωνευθή, να συκοφαντήση, να υβρίση, να πολεμήση είτε με τον λόγον, είτε με την πλέον αγρίαν βίαν τον Χριστιανισμόν. Φροντίζει με κάθε τρόπο να φανατίζη τους οπαδούς του εναντίον της χριστιανικής Εκκλησίας».

77 Εκκλησία και Κοινωνία, 19502: 38-39.

78 Εργάται του Καλού 1962: 126.

79 Καλλίνικος, πρωτοπρ., 1925: 69.

80 Ωλοκληρωμέναι προσωπικότητες 1961: 327 «Το εναντίον του Χριστιανισμού μίσος εξεδηλώθη και εμπράκτως. Πολλαί εκατοντάδες κληρικών εφονεύθησαν. Άλλοι εξορίσθησαν. Πλείστοι των ναών μετεβλήθησαν εις κινηματογράφους, εις σταύλους και εις αντιθρησκευτικά μουσεία. Η αθεΐα εθεσπίσθη ως θεσμός του Κράτους και επιβάλλεται δια των σχολείων, των βιβλιοθηκών, του τύπου, των θεάτρων, των κινηματογράφων. Ακόμη και ειδικαί πανεπιστημιακαί έδραι ιδρύθησαν προς διάδοσιν της αθεΐας».

81 Εκκλησία και Κοινωνία, 19502: 41.

82 Εκκλησία και Κοινωνία, 19502: 95.

83 Χριστιανικός Ανθρωπισμός, 1951: 246.

84 Χριστιανικός Ανθρωπισμός, 1951: 233.

85 Εργάται του καλού, 1962: 131.

86 Χριστιανική Ένωσις Εργαζομένης Νεολαίας, 1958: 101.

87 Χριστιανική Ένωσις Εργαζομένης Νεολαίας, 1958: 101.

88 Το Φως της Αληθείας, 1961: 151.

89 Ο Δρόμος της Ζωής, 1960: 92.

90 Οικοδόμοι Πολιτισμού, 1962: 311.

91 Οικοδόμοι πολιτισμού, 1962: 124-125.

92 Εργάται του καλού, 1962: 137.

93 Ωλοκληρωμέναι Προσωπικότητες, 1961: 320-321.

94 Παντελεήμονος Μπαρδάκου, αρχιμ., 1966: 26 «Αλλά και ως εθνικός παράγων εχαρακτηρίσθη υπό πολλών το Κατηχ. Σχολείον. Διότι, πράγματι, τούτο μεταδίδει εις τους μαθητάς τον παλμόν του έθνους και τα ιδανικά της φυλής. […] Ούτως, ο μαθητής του Κατηχ. Σχολείου αισθάνεται δικαίαν υπερηφάνειαν διότι είναι Έλλην».

95 Είναι ενδεικτικό για την κρισιμότητα του αντικομμμουνισμού ως πτυχής της μετεμφυλιακής ορθόδοξης ταυτότητας, ότι εν έτει 1966, θεωρείται επιβεβελημένο να αναπτύσσονται από τον εκκλησιαστικό άμβωνα αντικομμουνιστικά κηρύγματα, «Έχει λόγον υπάρξεως;», 1966: 746-747 «Βεβαίως, εάν επρόκειτο το αντικομμουνιστικόν κήρυγμα να έχη καθαρώς πολιτικά ελατήρια ή να περιορισθή εις την αντίκρουσιν του κομμουνισμού ως κοινωνικοοικονομικού συστήματος, θα ήτο δυνατόν να έχουν τινές αντιρρήσεις ως προς το δεδικαιολογημένον τοιούτου κηρύγματος, όπερ θα στερήται χριστοκεντρικού, σωτηριολογικού και λειτουργικού χαρακτήρος. Αλλ’ εάν το κήρυγμα περιορισθή εις το να αντικρούση, όταν δοθή ευκαιρία, την κοσμοθεωριακήν διδασκαλίαν του κομμουνισμού, ούσα καθαρώς υλιστική και αθεϊστική, διδάσκει ότι “η θρησκεία είναι το όπιον του λαού” και ότι η χριστιανική λατρευτική ζωή είναι τι εξοβελιστέον, τότε ασφαλώς το κήρυγμα αυτό έχει λόγον υπάρξεως και είναι επιβεβλημένον».

96 «Δια τους “Εθνικόφρονας”», Ζωή ΜΓ΄ (1953): 8.

97 Για τη θεώρηση των κομμουνιστών ως «αντιχρίστων» από την εκκλησιαστική διοίκηση κατά την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδο, Αρκάδας, 2015-β: 130-132.

98 Μυτιληναίος, 1955-β: 129: «Και, επομένως, εν τω έργω του Κατηχητικού Σχολείου δέον να λαμβάνεται υπ’ όψιν, κατά το δυνατόν, η ζωή εκάστου μαθητού προς διόρθωσιν ή συμπλήρωσιν των σημείων εκείνων, άτινα εμφανίζονται ως “εσφαλμένα ή ανικανοποίητα”».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή