Ο εσωτερικός αποκλεισμός της Ευρώπης. Hotspot politics vs. κοσμο-πολιτική Εκτύπωση
Τεύχος 138, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2017


Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ

ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ1

HOTSPOT POLITICS

VS. ΚΟΣΜΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ


του Μιχάλη Μπαρτσίδη



«Πού βαδίζουμε; Κανείς δεν το ξέρει και κανείς δεν είναι σε θέση να ορίσει την οποιαδήποτε στρατηγική για να αντιμετωπίσει έναν κόσμο ολωσδιόλου άγνωστο ως προς τις ουσιαστικές του δομές […] Βρισκόμαστε στο στάδιο που τίποτε δεν επιτρέπει το προανάκρουσμα του μέλλοντος και τη θεμελίωση μιας “νέας ηγεμονίας” για να ενώσει την κατακερματισμένη σε ψευδοεθνικές και νεοζηλωτικές συγκρούσεις ανθρωπότητα», Λουί Αλτουσέρ, «Μακιαβέλλι», στο Φιλοσοφικά: 149, Πολίτης.2


Βρισκόμαστε στο τέλος του 2016, εν μέσω συνεχών διεθνών εξελίξεων που τείνουν προς ανατροπή της μέχρι τούδε ισορροπίας. Το ευρωπαϊκό πεδίο φαίνεται πολύ κρίσιμο για την παγκόσμια κατάσταση και την τροπή που θα πάρουν οι μετασχηματισμοί. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαία μια πιο διεθνική επαφή και αίσθηση των πραγμάτων για την απόκτηση της οποίας παίζουν σημαντικό ρόλο οι στοχαστές.

Το βιβλίο του Ετιέν Μπαλιμπάρ αποτελείται από μια σειρά άρθρων που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης μετά το 2009 μέχρι τον Νοέμβριο του 2015. Το προλογικό στην παρούσα ελληνική έκδοση κείμενό του γράφτηκε μόλις τον Νοέμβριο του 2016. Εκ των πραγμάτων, δεν έχει τη δυνατότητα να ενσωματώσει εκτενώς αναλυτικά ούτε το BREXIT ούτε την εκλογή Trump στις ΗΠΑ, πόσο μάλλον τις αυστριακές εκλογές για Πρόεδρο με το ανακουφιστικό αποτέλεσμα και το ιταλικό δημοψήφισμα. Αυτό δηλώνει ότι πρόκειται για ένα βιβλίο ανοιχτό και όχι συστηματικό, ένα βιβλίο που γράφεται μέσα στη συγκυρία με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται, να λαθεύει ο συγγραφέας στις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις του. Βέβαια ο Μπαλιμπάρ, όπως το συνηθίζει, είναι αρκούντως προσεκτικός και λαμβάνει πολιτική θέση με τρόπο αργό, ζυγιάζει και ξαναζυγιάζει τα πράγματα, τις τάσεις, τις δυνάμεις που αντιμάχονται και τους παράγοντες που επηρεάζουν την πολιτική και ιστορική συγκυρία. Γίνεται μάλιστα ακόμη πιο επιφυλακτικός όταν πρόκειται για ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα όπως η κρίση μιας ολοκλήρωσης. Πρόκειται για την κρίση της πιο σύνθετης πολιτικής δομής που έχει υπάρξει μετά τις αυτοκρατορίες και τα κράτη έθνη. Ουσιαστικά, μια ολοκλήρωση ως διαδικασία συγκρότησης είναι ως τέτοια συνώνυμο της κρίσης. Τα στοιχεία μιας τέτοιας κρίσης όπως η αβεβαιότητα, η πληθώρα των αντιμαχόμενων και αντιρροπούμενων δυνάμεων και παραγόντων, η τριπλή δομή σε υπο-εθνικό/ διεθνικό/ υπερεθνικό επίπεδο όπου αρθρώνονται οι εξελίξεις, όλα αυτά δημιουργούν μια συνθετότητα εντελώς πρωτότυπη ιστορικά, που καθιστά οποιαδήποτε πρόβλεψη εξαιρετικά παρακινδυνευμένη.

Στο παρόν βιβλίο κυριαρχεί η ανάλυση της ΕΕ υπό το φως της εξέλιξης της ελληνικής κρίσης. Ο Γάλλος στοχαστής επισκέφτηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των ετών αυτών, για ομιλίες, διαλέξεις, συζητήσεις. Ο Μπαλιμπάρ δεν είναι ένας φιλόσοφος που είχε επιδείξει κάποιον ακτιβισμό στα χρόνια του αλτερμοντιαλιστικού κινήματος, δεν έτρεχε στους τόπους της αντιπαγκοσμιοποίησης όπου έδιναν ραντεβού τα κινήματα, όπως έκαναν για παράδειγμα ο Βαλερστάιν, ο Σαμίρ Αμίν κ.ά. Το κάνει όμως τώρα με αφορμή την κρίση της Ευρώπης επισκεπτόμενος συχνά το Βερολίνο και την Αθήνα. Ευρωπαιοκεντρικός; Ίσως. Ειδικά η Αθήνα συνιστά το εσωτερικό όριο-εμπόδιο της ενοποίησης και συγχρόνως το εξωτερικό σύνορο της ευρωπαϊκής επικράτειας, ένας ρόλος τόσο μικρός και τόσο μεγάλος, μια αντιφατική δομή στην οποία παίζονται πολλά. Ο συμβολισμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για μας τους Έλληνες. Και άλλοι θεωρητικοί και στοχαστές με μεγάλη επίδραση ασχολήθηκαν με την Ελλάδα ως επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης, όπως ο Χάμπερμας, ο Ούλριχ Μπεκ κ.ά. Αυτό δεν σχετίζεται, βεβαίως, με κάποιο φιλελληνισμό, περί της Ελλάδας ως κοιτίδας του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της δημοκρατίας. Έχει να κάνει με το παρόν και τον τόπο που συμπυκνώθηκαν ιστορικά οι αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αλλά στην περίπτωση του Μπαλιμπάρ, πέραν της συμπάθειας και των ιδιαίτερων δεσμών που διατηρεί με το ελληνικό αριστερό και ευρωπαϊστικό κίνημα, σημαντικό ρόλο παίζει η ιδιαίτερη αντίληψή του για τη συγκρότηση μιας ολοκλήρωσης και συγκεκριμένα της ευρωπαϊκής.

Το πολύπλοκο επιχείρημα του Μπαλιμπάρ χρήζει κάποιας αποκωδικοποίησης. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βρίσκεται σε μια κρίση διαλυτική που την οδηγεί σε ένα τέλος. Ωστόσο το τέλος αυτό είναι η στιγμή για μια αναθεμελίωσή της καθόσον μια ολοκλήρωση είναι μια μη αντιστρεπτή διαδικασία για λόγους θεσμικούς, επιστημολογικούς και ανθρωπολογικούς. Ο μετασχηματισμός των ιδρυτικών αρχών-θεμελίων πρέπει να γίνει με μια κίνηση «εξόδου προς τα μέσα», κυρίως προς τα εσωτερικά όρια της δομής, αφού υπό μια ορισμένη έννοια «δεν υπάρχει ένα έξω» για να αποδημήσει κανείς. Προς τον σκοπό αυτό, όσο και δυσοίωνα να είναι τα πράγματα, πρέπει να ενεργοποιηθούν πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες και κυρίως η δράση των αποκλεισμένων, δηλαδή των παντός είδους Άλλων. Στη Μεσοβασιλεία που ζούμε, λείπει μια ιδέα-οδηγός η οποία, ωστόσο, μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα επινόησης εκ μέρους της πολιτικής, ακόμη και αν αυτή λάβει το χαρακτήρα μιας επανάστασης, μη βίαιης αλλά θεσμικής. Για το σκοπό της κριτικής αποκωδικοποίησης αυτού του επιχειρήματος θα αναφερθούμε σε ορισμένες φιλοσοφικές έννοιες οι οποίες παίζουν κομβικό ρόλο στο έργο του – ακόμη και αν εκείνη του εσωτερικού ορίου την τονίζουμε εμείς – και ειδικά στην ανάλυσή του για τη σημερινή κρίση της Ευρώπης και του κόσμου. Θα πρόκειται, αναγκαστικά, για μια σχηματική επιτομή ορισμένων θεματικών από το έργο του Μπαλιμπάρ αλλά και σε κριτική συνομιλία με αυτό.3


1. Εξωτερικά σύνορα και εσωτερικά όρια


Καταρχήν, ποιες είναι οι σημασίες της έννοιας του εσωτερικού ορίου; Στον πενταετή κύκλο των κινημάτων αξιοπρέπειας και αλληλεγγύης στην Ελλάδα σφυρηλατήθηκαν ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί, ανανεώθηκαν δεσμοί εμπιστοσύνης μέσα σε ένα κλίμα «επιστροφής των παθών» στην πολιτική. Δεν επαληθεύτηκαν οι διάχυτες Κασσάνδρες που προέβλεπαν τη διάλυση των πάντων, τη μιζέρια και τη μελαγχολία. Δεν επικράτησαν τα θλιβερά, σύμφωνα με τον Σπινόζα, πάθη του μίσους, του φθόνου και της ζήλιας, αλλά αναδύθηκαν τα «χαρούμενα», δηλαδή θετικότητα, γενναιοφροσύνη, προσφορά, αγάπη και φιλίες μέσα σε συνθήκες κρίσης. Ο κόσμος επέδειξε τη μέγιστη αρετή της γενναιοφροσύνης με αποκορύφωμα τη στάση του στο προσφυγικό όπου μοιράστηκε όχι ό, τι είχε αλλά ό, τι αγαπούσε, μοιράστηκε δηλαδή μια θετική μνήμη των δεσμών και την προσδοκία ενός ανοιχτού κόσμου. Ήμασταν πολύ τυχεροί και ας ελπίσουμε να παραμείνουμε. Να μην επισυμβεί η «αναστροφή των παθών» και επικρατήσουν τα αρνητικά συναισθήματα, όπως στην Μεσευρώπη και αλλού, όπου κτίζουν τείχη αποκοπής, προστασίας και απομονωτισμού. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το περσινό κίνημα φιλοξενίας και αλληλεγγύης στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης ήταν ένα σπάνιο υπόδειγμα κινήματος πολιτικοηθικής ενδυνάμωσης των υποκειμένων στο πιο εσωτερικό τους όριο, δηλαδή στο πνεύμα και την ψυχή τους. Ακόμη «τρεφόμαστε εξ αυτού» του πλεονάσματος και της παρακαταθήκης, αναμένοντας να κριθεί η μάχη του ελλείμματος και του χρέους.

Η ένταση στο εξωτερικό σύνορο μεταφέρθηκε ως ένταση στα ιδρυτικά θεμέλια της Ένωσης, αυτό που αποκαλούμε «εσωτερικό όριο», εξαπολύοντας μια πρωτοφανή κρίση. Τα γεγονότα εικονογραφούν και δείχνουν τον κρίσιμο αναδιπλασιασμό, χαρακτηριστικό κάθε νεωτερικής συγκρότησης όπου με τρόπο «υπερβατολογικό», το υποκείμενο στρέφεται προς τα μέσα είτε για να εγκλωβιστεί εκεί, είτε να αναζητήσει το ισχυρότερο σημείο ανασύνταξης ώστε να στραφεί προς τα έξω και πέραν των ορίων του. Η προσπάθεια νοούμενη στη σχέση με τον Άλλο συμβάλλει στο να προσδιοριστεί ένα κοινό σημείο αναφοράς. Η διαγώνιος που τέμνει το βαθύ έσω με το έξω και πέραν, το οριζόντιο με το κάθετο, είναι η πολιτική η ίδια, ή καλύτερα ο τόπος της επινόησής της και η γραμμή της διατομικής συγκρότησης μιας ολοκληρωμένης δομής. Η Ελλάδα με τα κινήματα, τις αντιστάσεις, μετέπειτα το κυβερνητικό εγχείρημα «εξέγερσης» και «συνθηκολόγησης» αλλά και το σημείο διέλευσης στη προσφυγική κρίση, επέδειξε μια ανέλπιστη ανανέωση της αλληλεγγύης και του δεσμού. Υπ’ αυτή την έννοια, η Ελλάδα αποτελεί το εσωτερικό σύνορο-όριο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όπου διακυβεύεται η ανανέωση των αρχών και των θεμελίων. Θα συναντήσουμε παρακάτω και άλλες σημασίες του εσωτερικού ορίου, σχεδόν πάντοτε όμως σχετίζεται και παριστάνεται ιστορικά από τις κινήσεις μεταναστών και προσφύγων έξω και μέσα στο χώρο και τους θεσμούς.

Ο Μπαλιμπάρ ανήκει σε εκείνους τους αριστερούς ριζοσπάστες θεωρητικούς και στοχαστές που τάσσονται υπέρ μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδιακής μεταεθνικής μορφής. Και μάλιστα αυτή η θέση, αφού διαμορφώθηκε την επαύριον της πτώσης του τείχους, έκτοτε όχι μόνο δεν έχει εγκαταλειφθεί, όπως θα περίμενε κανείς με βάση την προϊούσα απίσχναση της Ευρώπης ως διαδικασίας και ως ιδεώδους, αλλά ολοένα και περισσότερο εκλεπτύνεται και αναπτύσσεται σε βάθος. Είναι το τέταρτο βιβλίο του για την Ευρώπη. Είχαν προηγηθεί τοNous , citoyens de l Europe ? Les fronti è res , l É tat , le peuple, LaDécouverte 2001. Ακολούθησε το 2003 το Η Ευρώπη, η Αμερική, ο Πόλεμος, Σκέψεις πάνω στην ευρωπαϊκή μεσολάβηση (Δαρδανός, 2005) γραμμένο την περίοδο μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, τον πόλεμο που ακολούθησε και την προσπάθεια εκ μέρους των ΗΠΑ για παγκόσμια ηγεμονία μέσω της ισχύος. Για την Ευρώπη τότε ο Μπαλιμπάρ επιφύλασσε τον ρόλο της «ήπιας ισχύος» σε περιβάλλον παγκοσμιοποίησης και σύμφωνα με τη δική του ορολογία, τον ρόλο του «εξαφανιζόμενου μεσολαβητή». Επίσης, την περίοδο των συζητήσεων για το ευρωσύνταγμα το 2005 δημοσίευσε το Europe , Constitution , Fronti è res, EditionsduPassant. Σε τι οφείλεται αυτή η παράδοξη πορεία εντατικότερης ενασχόλησης με ένα θεσμό η κρίση του οποίου ολοένα και βαθαίνει; Οφείλεται στην πεποίθηση του φιλοσόφου ότι η διαδικασία της ολοκλήρωσης είναι ανεπίστρεπτη/ μη αναστρέψιμη.4

Όπως γράφει στο υπό συζήτηση βιβλίο


«η ερμηνεία αυτή έχει νόημα μόνο αν παραδεχτούμε ότι στη σημερινή Ευρώπη, ούτε λίγο ούτε πολύ, υπάρχει κάτι μη αναστρέψιμο. Το όλο ζήτημα συνίσταται στο να κατανοήσουμε σε ποιο επίπεδο εγγράφεται και τι περιμένουμε από εκεί και πέρα. Φυσικά, γενικά μιλώντας, τίποτα στην ιστορία δεν είναι μη αναστρέψιμο, ακόμη και πράγματα που θεωρούσαμε για πάντα δεδομένα» (κεφ. 14, «Θέσεις για μια άλλη Ευρώπη», σ. 312).


Ο Γάλλος στοχαστής θεωρεί, όπως και πολλοί άλλοι, ότι «εξήντα χρόνια ευρωπαϊκής οικοδόμησης διαμόρφωσαν με τέτοιο τρόπο την κοινωνία και τις χώρες τις ίδιες, που έκαναν αδύνατη την επιστροφή σε μια πρότερη κατάσταση». Η θέση αυτή δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν «αλλαγές αλλιώς» που θα είναι προς το χειρότερο, δηλαδή προς μια κατάσταση χωρίς κοινωνικό και θεσμικό status quo. Η υπερβολική εστίαση σε ελληνικά προβλήματα θολώνει την εικόνα της ίδιας της Ελλάδας ως χώρας στην ΕΕ και στον κόσμο, σε μια πολύ ταραγμένη εποχή. Πρέπει να κοιτάξουμε προς το διεθνές πολιτικό γίγνεσθαι, μετά το BREXIT και την εκλογή Trump στις ΗΠΑ, και να δούμε τι είναι τελικά ο «νέος λαϊκισμός» και πώς θα διαχειριστούμε το γεγονός ότι μέρος της Ακροδεξιάς διαπιστώνει κοινά προβλήματα του status quo, εκφράζοντας ένα αίτημα λαϊκής κυριαρχίας. Το κυρίαρχο πρόβλημα του «νέου λαϊκισμού» είναι ότι ενώ δεν μπορεί να γίνει εύκολα η διάκριση μεταξύ της δεξιάς και αριστερής απόρριψης του status quo, δεν υπάρχει φυσικά και καμιά δυνατότητα συναίνεσης με την Ακροδεξιά στα κοινωνικά ζητήματα. Αυτό το λεπτό ζήτημα μπορεί να απαντηθεί πολιτικά και ιστορικά μόνο σε δι-εθνικό (transnational) και ευρωπαϊκό επίπεδο χωρίς, ωστόσο, να εγκαταλείπουμε το έδαφος της λαϊκής κυριαρχίας, επομένως και όλων των πολιτικών κινημάτων υπεράσπισης της δημοκρατίας. Επιχειρώ να τονίσω αυτό το σημαντικό διακύβευμα έχοντας επίγνωση ότι το ίχνος αυτής της λεπτής «διαφοράς» δεν είναι αρκετά εμφανές. Με αυτή την έννοια, φαίνεται ότι η θέση του Μπαλιμπάρ δεν είναι και τόσο πειστική. Ευλόγως μπορεί να εγερθούν ενστάσεις αν λάβει κανείς υπόψιν τις εξελίξεις προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ωστόσο, το ανεπίστρεπτο της διαδικασίας δεν αποτελεί μια αφελή, οπτιμιστική, πολιτική πεποίθηση του φιλοσόφου, αντιθέτως έχει ως αφετηρία μια επιστημολογική αρχή και ως επέκτασή της μια ανθρωπολογική θέση. Θα πρέπει να εστιάσουμε σε ορισμένες θεματικές για να κατανοήσουμε περιεκτικά την παρέμβαση του Μπαλιμπάρ.


2. Η έννοια της αναθεμελίωσης


Η έννοια αυτή είναι βασική στο φιλοσοφικό έργο του Μπαλιμπάρ και διατρέχει τις επιστημολογικές, ηθικές και πολιτικές πτυχές του. Στο παρόν βιβλίο η έννοια αναφέρεται συχνά, και η χρηστική σημασία που της αποδίδεται είναι η εξής: όταν αναθεμελιώνουμε ένα θεσμό, που βρίσκεται σε γενική κρίση, δεν ξαναπάμε την πορεία του πάλι πίσω από την αρχή αλλά λαμβάνουμε υπόψη ό, τι έχει συμβεί ενσωματώνοντας την εμπειρία αυτή σε μετασχηματισμούς των αρχών και των θεμελίων. Στην ουσία, ιστορικοποιούμε τις ιδρυτικές αρχές.

Αναθεμελίωση (refondation)5 των αρχών (principes) ή αξιών σημαίνει διατήρησή τους μέσα από την εμβάθυνση και μετά από την επαφή με την ιστορία. Υπ’ αυτή την έννοια, κάθε τομή ιστορικοπολιτική όπως η νεωτερικότητα, η επανάσταση ή κάθε τομή επιστημονική, όπως η επιστημονική επανάσταση των Νεύτωνα - Γαλιλαίου, είναι τομές που εγκαινιάζουν μια νέα περίοδο με τίμημα να μην υπάρχει η δυνατότητα να αποτελέσουν οι συνέπειές τους αντικείμενο στοχασμού. Χρησιμοποιούμε εδώ την κοινή μεταφορά της τομής-επανάστασης ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την διπλή αναφορά, πολιτική και επιστημολογική, της έννοιας. Ορισμένα στοιχεία είναι α-νόητα, αδιανόητα (impensés, unthinkable) κατά τη στιγμή της τομής-επανάστασης. Τα στοιχεία αυτά, καθώς η διαδικασία προχωρά επιστρέφουν διαρκώς, καλούν προς αναγνώριση και αναστοχασμό με βάση την εμπειρία που συσσωρεύτηκε εν τω μεταξύ. Και τότε διαπιστώνουμε ότι κάτι είναι ξεπερασμένο ενώ άλλα διατηρούν την αξία και τη χρησιμότητά τους. Η επαναφορά των «αδιανόητων» στο πεδίο του παραστάσιμου ανανεώνει σε βάθος την αρχική τομή χωρίς να εκπίπτει η ανανέωση σε μια απλή προσαρμογή των αρχών-αξιών «στα πράγματα». Μπορούμε να εφαρμόσουμε την αρχή της αναθεμελίωσης και σε διαδικασίες ολοκληρώσεων όπως η παγκοσμιοποίηση ή η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, διαδικασίες θεσμοποίησης στις οποίες, παρόλο που ιδρύουν ή εγκαινιάζουν μια νέα περίοδο και ένα νέο χώρο, η διάσταση της κρίσης είναι συστατική. Επίσης, σκεφτόμαστε την αναθεμελίωση όσον αφορά θεωρίες συστατικά αντιφατικές και σε κρίση, όπως ο μαρξισμός, επιδιώκοντας την ιστορικοποίηση των θεμελιακών εννοιών τους οι οποίες, αναγκαία, είναι εκείνες επίσης που τον οριοθετούν εξωτερικά από άλλες θεωρίες. Η «διόρθωση» της τομής κατ’ ουσίαν σημαίνει νέες πολλαπλές τομές-επαναστάσεις των οποίων η ενότητα διαφοράς και η κοινή δομή χαρακτηρίζεται από μια επαναληπτικότητα. Η επαναληπτικότητα με τη σειρά της επικαθορίζεται από την ιστορία. Στην αναθεμελίωση επανεξετάζεται ο στενός δεσμός που ενώνει τη λογική διαδικασία της διατύπωσης αρχών με την ιστορική διαδικασία.

Το γεγονός ότι μια τομή είναι μη αναστρέψιμη/ανεπίστρεπτη σημαίνει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει-πίσω από εκεί που ξεκίνησε. Μπορεί όμως αυτή ως διαδικασία να επανέλθει για να εμβαθύνει, όπως είπαμε, επανεξετάζοντας τα «αδιανόητα». Η αναδρομή στις αρχικά απόλυτες αρχές ώστε να τις ξανασκεφτούμε δεν γίνεται με τρόπο που κλείνει το χάσμα που άνοιξε η αρχική τομή. Η αναδρομή δεν σημαίνει συντηρητική επιστροφή στο χρονικό πριν αλλά στο βάθος του χρόνου. Πρόκειται για μια ολοκλήρωση που συμπεριλαμβάνει ό, τι έμεινε απέξω, ολοκλήρωση και επανέναρξη συγχρόνως. Η αναδρομή σημαίνει ότι γίνεται επανέναρξη αλλά σε μια κίνηση παράλληλη της προηγούμενης.

Δυο κατάλληλα παραδείγματα: το πρόβλημα της νεωτερικότητας και η θεωρία της σχετικότητας. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση όλων είναι το πρόβλημα της νεωτερικότητας ως τομής και της «άλλης» ή «δεύτερης νεωτερικότητας» ως αναθεμελίωσής της. Η ιδιαίτερη αξία της υπό συζήτηση έννοιας, που υπερβαίνει την τετριμμένη σημασία της επανίδρυσης, αντλείται από τη σύγκρισή της με την επιστημολογική έννοια του «Παραδείγματος» του Τόμας Κουν.6 Εκεί, όταν το ισχύον Παράδειγμα μπαίνει σε κρίση, αντικαθίσταται εξ ολοκλήρου από ένα νέο το οποίο αρχίζει να λειτουργεί πλέον κανονικά χωρίς «επιστροφές». Ο Μπαλιμπάρ, μεταξύ άλλων θεωρητικών, στα επιστημολογικά του έργα δείχνει ότι το μοντέλο αυτό υποβάλλει μια ιστορικιστική υπέρβαση της κρίσης, με άλλα λόγια μια ανανέωση η οποία δεν λαμβάνει υπόψη και δεν ενσωματώνει εννοιολογικά την ίδια την ιστορική εμπειρία και τα γεγονότα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο μοντέλο της «μετα-νεωτερικότητας» με συμμετρική και γραμμική αντικατάσταση των περιόδων. Υπάρχουν, βεβαίως, άλλες αρκετά διαδεδομένες προσεγγίσεις που υποστηρίζουν το μη αναστρέψιμο της νεωτερικότητας και της παγκοσμιοποίησης, όπως όσες στηρίζονται στο βεμπεριανό μοντέλο της τομής παράδοσης/νεωτερικότητας, εκείνες της ορθολογικής επικοινωνίας ή της συστημικής θεωρίας. Φαίνεται καλύτερα τώρα η διαφορά των άλλων συναφών αντιλήψεων περί μη αναστρεψιμότητας με την παρούσα περί αναθεμελίωσης αφού, για παράδειγμα, συχνά στο παρόν βιβλίο ο Μπαλιμπάρ αναφέρεται στη διαφορά με τον Habermas.

Άλλο παράδειγμα από την ιστορία της επιστήμης αποτελεί η ολοκλήρωση της νευτώνειας κλασικής μηχανικής από τη θεωρία της σχετικότητας του Αινστάιν, όπου η δεύτερη γενικεύει και σχετικοποιεί την πρώτη, η οποία ωστόσο συνεχίζει να ισχύει στο πεδίο αναφοράς της. Θα επιστρέψουμε στα δυο αυτά παραδείγματα αμέσως παρακάτω για να αξιοποιήσουμε την παρατήρηση για τα ολοκληρωμένα συστήματα αιτιότητας αντί των γραμμικών.

Αν περάσουμε τώρα στο ηθικό επίπεδο, η αναθεμελίωση σημαίνει οδυνηρό έλεγχο των ιδανικών αλλά όχι εγκατάλειψή τους, πίστη στις αρχές που προκύπτουν από τη ζωή αλλά όχι προσκόλληση σε «καθαρές» και απόλυτες αρχές. Για παράδειγμα στην Ευρώπη (ή ακόμη και στο εγχείρημα της διακυβέρνησης στην Ελλάδα), αναθεμελίωση στην πράξη σημαίνει ανανέωση των συγκεκριμένων ριζοσπαστικών στοιχείων (δημοκρατικός έλεγχος και κριτική της εξουσίας, υπεράσπιση «κοινών αγαθών», υπεράσπιση ατομικών-κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, άνοιγμα στον κόσμο) και, συγχρόνως, απόρριψη της αφηρημένης, υπεροπτικής, «διαφωτιστικής» ή «ιδεοληπτικής» ρητορικής. Ο πραγματισμός είναι αξιόλογη σχεσιακή παράδοση που λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες, τις αντιλαμβάνεται μάλιστα δημιουργικά ως μεταβαλλόμενες σε σχέση με τους δρώντες παράγοντες. Όσοι τον επικαλούνται, όμως, θα πρέπει να μην τον εκφυλίζουν σε μια αντίληψη απλής προσαρμογής στα «πράγματα» και διαχείρισής τους. Εν τέλει, η προσαρμογή αυτή είναι μια τετριμμένη ηθικολογία (κατά τα πρότυπα της «ρητορικής του ψόγου» εναντίον των τεμπέληδων Ελλήνων από τον κύκλο του Wolfgang Schäuble) σε πλήρη αντίθεση με την κληρονομιά της πολιτικής ηθικής, την οποία έχουμε χρέος να συνεχίζουμε να ακολουθούμε. Διαχείριση και ηθικολογία οδηγούν στον «ακροδεξιό λαϊκισμό».


3. Ταύτιση διαλεκτικής του έσω/έξω με την διαλεκτική του ναι/όχι


Μια δεύτερη ομάδα θέσεων του Μπαλιμπάρ, από κοινού με τη μη αντιστρεψιμότητα, σχετίζεται με το πρόβλημα του «έσω/έξω» στο πλαίσιο μιας ολοκλήρωσης. Το πρόβλημα αυτό αποτελεί ένα σταυρικό ζήτημα διαλόγου, αλλά συχνότερα γίνεται πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων με χαρακτηριστικά δίκης προθέσεων και ηθικολογικού στιγματισμού των απόψεων. Οι δυνάμεις της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ επικαλούνται ισχυρά επιχειρήματα όσον αφορά τα αδιέξοδα που εγείρονται εντός της ένωσης, καθώς εντείνονται τα προβλήματα της δημοκρατίας, της επιβολής ισχύος από τα πάνω, της αδυσώπητης λιτότητας, βιοπολιτικής εξουσίας και παραγωγής του «υπό-χρεου ανθρώπου».7 Ωστόσο, δεν έχουν ευνοϊκότερη πορεία μέχρι στιγμής για έναν πολύ σημαντικό λόγο. Δεν αντιλαμβάνονται πόσο δύσκολες συνθήκες παράγει ο συντονισμός δυο διαλεκτικών διαδικασιών: όταν στο δίλημμα του έσω/έξω επικάθεται μια διαλεκτική του όχι/ναι.8 Με απλούστερα λόγια, οι δυνάμεις αυτές αντιλαμβάνονται απόλυτα την αντίσταση ως εξωτερική και μόνο, ταυτίζουν το όχι με το «έξω από την Ευρώπη» λες και είναι συνώνυμα. Απαλείφουν τους άλλους λογικούς συνδυασμούς των τεσσάρων όρων και κυρίως εκείνον με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον: τον συνδυασμό «μέσα και ενάντια» (dentroecontro σύμφωνα με την παράδοση του ιταλικού εργατισμού).

Η αντίληψη αυτή είναι σεβαστή κυρίως επειδή αποτελεί μέρος της μεγάλης παράδοσης της «αρνητικής διαλεκτικής». Η κουλτούρα αυτή – μαρξιστική σε μεγάλο βαθμό – παρουσιάζει ιστορικά πλεόνασμα κριτικής σκέψης, στράτευσης και ιδανικών πλην όμως είναι αναποτελεσματική πολιτικά. Η ίδια παρατήρηση μπορεί να γίνει γενικά στο ζήτημα «μέσα ή έξω» από τους θεσμούς (το κράτος, το κόμμα κλπ). Υπό αυτή την έννοια και μόνο, «δεν υπάρχει ένα έξω» στο οποίο μπορείς να πας, αλλά μια ποικιλία στάσεων: υπέρβαση του απόλυτου χαρακτήρα του δυισμού με μια συνεχή ροή και ώσμωση μεταξύ των δυο πόλων του. Πρακτικά σημαίνει ότι η πολιτική συνίσταται στη δημιουργία «χώρων» επικοινωνίας μεταξύ δυνάμεων, ώστε ερχόμενες αναγκαία σε διάδραση να προσδιορίζουν έμπρακτα μια οριακή σχέση «τόσο κοντά, τόσο μακριά», δηλαδή μια σχέση «μέσα και έξω» από τον κάθε φορά χώρο ή θεσμό αναφοράς.

Ο Μπαλιμπάρ επικαλείται σε αυτό το σημείο τον Μαρτελί που σημειώνει:


«Το να θέλει κανείς να δράσει από το εσωτερικό ενός συστήματος δεν σημαίνει ότι υποκλίνεται μπροστά στα όρια που θέτει το σύστημα […] να λέμε ότι θέλουμε μία άλλη Ευρώπη υπονοεί, με την κυριολεξία του όρου, ότι η σημερινή δεν είναι αποδεκτή επί της ουσίας και ότι πρέπει να απομακρυνθούμε από τη λογική που τη στραγγαλίζει. Να απομακρυνθούμε από αυτή τη λογική, όχι από την Ευρώπη» (σ. 315).


Ο κάθετος δυισμός έσω/έξω εμπλουτίζεται από τον προσδιορισμό μιας οριακής σχέσης «τόσο κοντά, τόσο μακριά». Όπως φαίνεται και στο απόσπασμα, περιγράφεται μια διπλή και αμφίσημη κίνηση: εισχωρούμε για να απομακρυνθούμε και το αντίστροφο. Η περιγραφή αυτή αποδίδει καλά την έννοια του εσωτερικού ορίου. Η κίνηση επί των ορίων που αποτελούν συγχρόνως και τα θεμέλια, υπερβαίνει το όριο-εμπόδιο, επεκτείνεται σε ένα έξω και ό, τι συναντά εκεί το συμπεριλαμβάνει σε μια στροφή προς το εσωτερικό, προς την ανανέωση των θεμελίων. Μια «έξοδος» ως επιστροφή στην ένταση, στον «άλλο» χρόνο.

Ο Μπαλιμπάρ διαπιστώνει ότι «υπάρχουν εδώ δύο είδη εξωτερικού του συστήματος και της λογικής του, εντελώς ετερογενή μεταξύ τους». Προσεγγίζοντας το σκοτεινό σημείο που θα αποτελέσει και τον πυρήνα της πολιτικής του πρότασης, γράφει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός:


«είναι να προκαλέσουμε τη δράση αυτού του «εσωτερικού»-εξωτερικού, που είναι ετερογενές ως προς το σύστημα και τους κανόνες του: να δράσουν, δηλαδή, οι πολίτες που είναι “αποκλεισμένοι ή “αυτοαποκλεισμένοι και των οποίων η σιωπή διασφαλίζει τη λειτουργία των κανόνων»(σ. 317).


Τι ακριβώς βρίσκεται στο εσωτερικό όριο, ποια αθέατη οντότητα είναι αυτή που κρίνει καθοριστικά τη συγκρότηση του όλου;

Θα επαναλάβουμε εδώ9 μια εικόνα ή μια μεταφορά με την οποία θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ανάγλυφα τη χρησιμότητα του πλέγματος εννοιών που χρησιμοποιούμε, δηλαδή το παράδειγμα μιας ευρύτερης ολοκλήρωσης, όπως εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ολοκλήρωση δεν είναι το όλον που σχηματίζεται από το απλό άθροισμα των ατόμων (κράτη και πολίτες τους), αλλά κάτι ανοικτό, ταυτόχρονα αφενός ευρύτερο και αφετέρου βαθύτερο. Συλλαμβάνουμε, επίσης, ένα γίγνεσθαι-ον «διατρεχόμενο από εντάσεις, υφιστάμενο όχι μόνο εν εαυτώ» όπου συσχετίζονται το “λιγότερο από το ένα και υπολειμματικό με το «υπερκορεσμένο, υπεράνω του επιπέδου της ενιαίας μονάδας» (G. Simondon). Ας σκεφτούμε, ως ιστορικό παράδειγμα απλώς, τους μετανάστες (επίσης τους άνεργους χωρίς δικαιώματα, χωρίς ιδιότητες) που δεν αθροίζονται στο όλον ως πολίτες κάποιου κράτους-μέλους, οπότε αποτελούν ένα «υπόλειμμα» που κυκλοφορεί ανάμεσα στα κράτη-έθνη και το οποίο θέτει, από την ύπαρξή του και μόνο, το αίτημα της θεσμικής αναγνώρισης. Το είδος θεσμού στον οποίο το «υπόλειμμα» αυτό μπορεί να αναγνωρίζεται, είναι εκείνο που θα το συμπεριλαμβάνει χωρίς να αποτελεί επανάληψη του θεσμικού μοντέλου των συστατικών κρατών, δηλαδή μια επανάληψη του ιδίου. Επομένως, η συνάθροιση των κρατών (ως ατόμων) σε μια διεθνή (inter-national) ένωση (ως όλον), η οποία αποτελεί μια απλή σχέση και δεν μπορεί να εννοήσει την «αφθονία» πέραν της ενιαίας μονάδας, το «υπόλειμμα» ή την μη ελεγχόμενη διάδραση μεταξύ των μελών της, είναι ανεπαρκής. Η συνθετότερη και εντατικότερη, «υπερ-εθνική ή δι-εθνική» ένωση (trans-national) ομοσπονδιακού τύπου προσφέρει τη δι-ατομική σύνδεση μεταξύ του υπολείμματος, που εντοπίζεται οριζόντια «ανάμεσα στα άτομα», και του νέου ολοκληρωμένου θεσμού. Ο συνδυασμός της οριζόντιας δικτύωσης και της κάθετης ολοκλήρωσης δείχνει κάπως παραστατικά τις δυνατότητες κατανόησης της πραγματικότητας με βάση το σύνθετο μοντέλο της διατομικότητας.

Γενικά, πέραν του ιστορικού παραδείγματος της ολοκλήρωσης που χρησιμοποιούμε εδώ, η «μετα-σταθερή ισορροπία», εγείρει μια διαλεκτική της διάλυσης και της ανασύνθεσης. Η διαλεκτική αυτή είναι κατάλληλη για τη μελέτη δυο διαδικασιών: της συγκρότησης του υποκειμένου και των θεσμών εν σχέσει με την ατομικότητα. Η σχέση του βαθέος έσω και του έξω αναφέρεται στη συγκρότηση του υποκειμένου, συνεπώς, στον νόμο και τον θεσμό. Η εξατομίκευση από το προατομικό και συγχρόνως η ένταξη στο ευρύτερο περιβάλλον αναφέρεται στην ατομικότητα. Πρόκειται για μια έννοια του ατόμου το οποίο δεν πρέπει, αφού δεν είναι δυνατόν, να συλλαμβάνεται ως μια σταθερή κατάσταση παρά ως μια μεταβατική ισορροπία των διαδικασιών παραγωγής του, ισορροπία που αποκαλούμε συνήθως ατομικότητα. Η δι-ατομικότητα δεν είναι παρά η άρθρωση των ανωτέρω δύο διαδικασιών σε ενιαίο μοντέλο, η οντολογική κατηγορία για να αποδώσουμε αυτή τη σχεσιακή λογική, την συν-ύφανση των σχέσεων που διαπερνούν και συγκροτούν τα άτομα. Πρόκειται για μια νέα φιλοσοφική έννοια, τη διατομικότητα με βάση την οποία προσδιορίζουμε μια οντολογία της σχέσης: η δυνατότητα συγκρότησης υποκειμένων συναρτάται από τη σύνθεση και διατήρηση ενός μοντέλου ατομικότητας. Αυτό είναι το νέο που κομίζει το διατομικό πλαίσιο το οποίο διαπνέει το έργο του Μπαλιμπάρ.


4. Αναδρομή χωρίς αντιστροφή;


Μια τομή είναι μη αντιστρέψιμη, όπως είπαμε, καθώς επίσης σημαίνει έξοδο που αποσκοπεί στη συγκρότηση ενός θεσμού. Με άλλα λόγια, είναι μια κίνηση προς τα έσω, «φυγή» προς τα μέσα και όχι «φυγή προς τα εμπρός» αφού η δεύτερη, εξ ορισμού, αποτελεί μια υπέρβαση που αφήνει άλυτα τα προβλήματα. Οι δυο όψεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες ώστε να καθίσταται ορατή η διαφορά τους από τα επικρατούντα ορθολογικά μοντέλα συγκρότησης των θεσμών και υπεράσπισης της νεωτερικότητας και της παγκοσμιοποίησης.

Θα ήθελα να ολοκληρώσω το δεύτερο μέρος του επιχειρήματος περί αντιστρεψιμότητας, όσον αφορά την κρίση στην Ευρώπη, προσθέτοντας ένα στοιχείο που αφορά την αιτιότητα. Σε κάθε σύνθετο μοντέλο σχηματισμού ενός όλου παρατηρούνται δυο ειδών σχέσεις μεταξύ των ατόμων του. Αφενός, σε «οριζόντιο» επίπεδο πλέκονται μη γραμμικές σχέσεις μεταξύ των μελών, παραγωγική δικτυακή λειτουργία, αλληλεπίδραση στον τρόπο και όχι στον εαυτό, γενικά οι δράσεις είναι τροποποιούμενες και τροποποιούσες, σύμφωνα με τη θέση του Φουκώ περί «δράσης επί δράσεων». Αφετέρου, σε μια «κάθετη» διάσταση αυτή καθαυτή της ολοκλήρωσης (integration), νοούνται καταστροφές και μετασχηματισμοί, διάλυση και ανασύνθεση σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον (Global) έτσι ώστε αντί του κλειστού οργανικού Όλου να δομείται ανοιχτό Όλον, όπου δράσεις που εδώ ενσωματώνουν, αλλού να ενσωματώνονται ή «αυτό που είναι μέρος εδώ, αλλού είναι όλον». Αυτά τα δυο είδη μη γραμμικής αιτιότητας μας δείχνουν τον έντονο βαθμό αλληλεξάρτησης εντός ενός ανοιχτού Όλου από το οποίο πράγματι κάθε αποσύνδεση συνιστά ένα ζητούμενο και κυρίως ένα πρωτόγνωρο ενδεχόμενο με πολλά άγνωστα σημεία και ρίσκα.

Αν όμως θα έπρεπε να αποφύγουμε την αναγκαία σχηματικότητα, τότε πρέπει να δούμε με μια ιστορική αναδρομή την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η ΕΕ και το διακύβευμα της μοναδικής ολοκλήρωσης, της μοναδικής «θεσμικής παγκοσμιοποίησης». Και ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στο γεγονός ότι ο ευρωπαϊκός χώρος είναι μοναδικός τόπος ανάδυσης και πειραματισμού του δι-εθνικού (διαφορετικό από το διεθνές) έναντι του εθνικού. Εντούτοις γινόμαστε μάρτυρες της επιστροφής του γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην Ευρώπη και της ενίσχυσης των διμερών σχέσεων. Αυτές οι σχέσεις έχουν αρχίσει να παρακάμπτουν τις μεταπολεμικές πολυμερείς δομές – όπως η Ατλαντική Συμμαχία και, όλο και περισσότερο, η Ευρωπαϊκή Ένωση – που υπήρχαν για πάνω από έξι δεκαετίες οργανώνοντας τις ευρωπαϊκές πολιτικές, την οικονομική συνοχή γύρω από την ένταξη-ολοκλήρωση και την αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Αναλυτές θεωρούν ως πιθανότερη έκβαση, πλέον, μια Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Κρατών παρά μια ομοσπονδιακή μορφή. Το μοντέλο της ολοκλήρωσης βρίσκεται σε μια κρίση συγκλονιστική – ειδικά μετά την προσφυγική «κρίση» – που φαίνεται να παραλύει τις ποικίλες, θεσμικές και μη, λειτουργίες αλληλεπίδρασης και συνεπώς θέτει σε λειτουργία μηχανισμούς αποσπάσεων και διάλυσης.

Μήπως, άραγε, το αθέατο «υπόλοιπο», το μη παραστάσιμο που μένει να αναγνωριστεί ώστε να αλλάξει ο τρόπος της πολιτικής σχέσης και εκπροσώπησης, να αλλάξουν δομικά οι θεσμοί, δεν είναι τόσο «κρίσιμο όριο-κατώφλι» απέναντι στις ωμές δυνάμεις της βίας που απελευθερώνει η ιστορία; Ακόμη και στην Ελλάδα, στο καλύτερο momentum με την αλληλεγγύη που επιδείχτηκε μέσα σε συνθήκες χρέους, με αριστερή διακυβέρνηση και στην κληρονομιά των κινημάτων της τελευταίας δεκαπενταετίας, ακόμη και εδώ το «υπόλοιπο» των προσφύγων που παρέχει άφθονη σημασία στη δομή και στους θεσμούς δεν εντάχθηκε σε αυτούς ώστε να τους αλλάξει. Ως εάν τα hotspots να αποτελούν την εικόνα της παρούσης πολιτικής συνθήκης του «αποκλεισμένου εντός». Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή το «υπόλοιπο» παραμένει απομονωμένο, εκτοπισμένο στα «στρατόπεδα», χωρίς τη δυνατότητα να πάει μπροστά ούτε πίσω, παρά τις προσπάθειες για ένταξη τουλάχιστον των παιδιών στα σχολεία – και κει ακόμη σε ξεχωριστές απογευματινές ζώνες. Ευλόγως εγείρονται εδώ οι ενστάσεις και οι προβληματισμοί πάνω σε αυτή τη «λεπτή διαφορά».

Η κριτική με αφετηρία το γεγονός ότι δεν έχει γίνει ποτέ μια τέτοια «ένταξη που να αλλάζει το θεσμό», αποκαλύπτει, ενδεχομένως, τα όρια της φιλοσοφικο-πολιτικής προσέγγισης που ανασυγκροτείται κριτικά εδώ; Το πραγματολογικό επιχείρημα πλήττει εξ ολοκλήρου τις στρατηγικές και αξιολογικές πτυχές της, επίσης; Βρισκόμαστε, στο τέλος; Και με ποια έννοια του τέλους σκεφτόμαστε την κατάσταση; Με απόλυτο τρόπο ή σχετικό, δηλαδή ως σημείο επανέναρξης μια διαδικασίας και μετασχηματισμού αυτού που γνωρίσαμε; Επιπλέον, μήπως ο κόσμος αλλάζει με δυο εναλλακτικούς τρόπους; Τα ανωτέρω ερωτήματα είναι καταλυτικά και με τον απορητικό τους χαρακτήρα επιβάλλουν μια ανοιχτή συζήτηση. Χωρίς ούτε στιγμή να προκρίνουμε κάποια από τις αντιλήψεις που αναδύονται, μπορούμε να εμβαθύνουμε περαιτέρω σε μια τρίτη πτυχή της αντίληψης του Μπαλιμπάρ που υπερβαίνει τις άλλες δυο, θεσμική και επιστημολογική, που μόλις αναπτύξαμε. Θα δούμε τότε ότι πηγάζει εξ αυτής μια υλιστικά συνεκτικότερη, αριστερή πολιτική τοποθέτηση στην ιστορική συγκυρία.


5. Μετεωρισμοί πριν το τέλος;


Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω μη γραμμικά σχήματα αιτιότητας σε συνδυασμό με την ιστορικό τους «έλεγχο», ο Μπαλιμπάρ θα τολμήσει να γράψει την ακόλουθη προκλητική διατύπωση:


«δεν είναι στην ευχέρεια των ευρωπαϊκών λαών να θέσουν εαυτούς εκτός παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση, ως καθολικό “φαινόμενο”, όχι μόνο οικονομικό αλλά και πολιτικό, πολιτιστικό (καλό είναι να προσθέσουμε και ανθρωπολογικό), είναι μία μη αναστρέψιμη διαδικασία, πολύ ισχυρότερη από αυτήν που ήδη έχω περιγράψει παραπάνω. Και αυτό γιατί δεν είναι μία θεσμική κατασκευή, αλλά ένα νέο στάδιο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτό σημαίνει ότι η “αποσύνδεση” ή η “απο-παγκοσμιοποίηση” είναι κατά πάσα πιθανότητα λανθασμένη ως πρόταση» (σ. 321).


Από την παραπάνω τοποθέτηση προκύπτει το τρίτο πολιτισμικό είδος του επιχειρήματος, που έχει ανθρωπολογική χροιά. Η κρίση της νεωτερικότητας οφείλεται στην ολοκλήρωση και κρίση του κοσμοπολιτικού ιδεώδους του ελεύθερου και αυτόνομου ανθρώπου, του πολιτισμένου ατόμου της μόρφωσης, της δημοκρατίας και της ανεκτικότητας. Και αυτό συμβαίνει εφόσον αυξάνονται οι αποκλεισμοί μέσα σε συνθήκες γενικευμένης επικοινωνίας (παγκοσμιοποίησης). Ζούμε σε μια παράδοξη συνθήκη, την οποία ο Μπαλιμπάρ αποκαλεί «πραγματική καθολικότητα», 10 η οποία δεν σημαίνει πια την προοδευτική εξέλιξη. Το ιδεώδες του κλασικού κοσμοπολιτισμού, δηλαδή του πολιτισμένου ανθρώπου ο οποίος μέσω του Λόγου οδηγείται στην πρόοδο και στην ενωμένη ανθρωπότητα, έχει ξεπεραστεί. Η ολοκλήρωση ως αλληλεξάρτηση έχει ήδη συμβεί, αποτελεί ήδη ένα μείζον γεγονός ανεπανάληπτο και αμετάκλητο. Όλοι επικοινωνούν με όλους λόγω τεχνολογίας, μετακινήσεων και ροών των ανθρώπων, εντούτοις, η ανθρωπότητα είναι αμετάκλητα διηρημένη λόγω των ανισοτήτων και των αποκλεισμών που διαιωνίζονται, ειδικά στις μέρες μας. Συνιστά μια δομική αλλαγή, δηλαδή μια αλλαγή κατά την οποία αλλάζουν όχι τα στοιχεία αλλά οι σχέσεις των στοιχείων του όλου (ή της δομής). Το σημείο είναι κατάλληλο για να διακρίνουμε τη διαφοροποίηση από τη χαμπερμασιανή προσέγγιση του ανολοκλήρωτου ακόμη κοσμοπολιτισμού: η εντατική αλληλεξάρτηση επιτελείται όχι στη βάση μιας ενιαίας και μοναδικής αρχής (ορθολογική επικοινωνία), αλλά μιας σύνθετης και αντιφατικής αρχής (επικοινωνία μέσω λόγου αλλά και παθών) λόγω της οποίας δύο, πλέον, τάσεις εναλλάσσονται διαρκώς ως οι αμοιβαία καθοριστικοί παράγοντες, ανάλογα με τη συγκυρία. Με άλλα λόγια, έχουμε υπερβεί ένα όριο-κατώφλι πέρα από το οποίο δεν υπάρχει μια γραμμική καθοριστική αιτία αλλά μια επικαθοριζόμενη διαδικασία δύο τάσεων. Ο κόσμος αλλάζει αλλά με διαφορετικό τρόπο από ότι αναμενόταν βάση του γραμμικού μοντέλου.

Το εγχείρημα γνωρίζει μια ιστορική αντίφαση: από τη μια, πολύπλοκες και διαφοροποιημένες ακόμη και συγκρουσιακές συνθήκες, από την άλλη παθητικοί δέκτες – δηλαδή υποκείμενα με ολοένα και πιο απλοϊκή αντίληψη του κόσμου. Πού οφείλεται αυτή η παράδοξη και πρωτόγνωρη συνθήκη περιπλοκότητας και αποκλεισμού; Οφείλεται στην κρίση ιδεολογίας-ηγεμονίας-κυριαρχίας (με μαρξιστικούς όρους) ή, με φιλοσοφικό λεξιλόγιο, οφείλεται στο παράδοξο ότι επιτελείται «παγκοσμιοποίηση» χωρίς καθολικό ιδεώδες. Αυτή ακριβώς είναι η επικαιροποιημένη σημασία της γκραμσιανής έννοιας της Μεσοβασιλείας, της μεταβατικής περιόδου όπου «παρατηρούνται νοσηρά φαινόμενα», σημασία ωστόσο που, όπως υποδεικνύει και το αλτουσεριανό motto από το 1985 ακόμη, επεξηγείται εδώ ικανοποιητικότερα. Στην ουσία, η κρίση συνιστά αποτέλεσμα όχι της «παγκοσμιοποίησης» αλλά της κρίσης της ιδεολογίας, της μη δυνατότητας παραγωγής ενός νέου καθολικού ιδεώδους ικανού να αρθρώνει τις πρακτικές και τις δυνάμεις σε ορατό πολιτικό αποτέλεσμα.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν η μόνη που διεπόταν από ένα όραμα, από μια παραγωγική διαδικασία άρθρωσης ενός ιδεώδους κοινωνικοπολιτικής επιμέλειας, κατ’ αναλογίαν προς την «επιμέλεια εαυτού» στον ύστερο Φουκώ, το οποίο ευνοείται από την αποδεκτή και λελογισμένη, την ηθελημένη κανονικοποίηση και πειθαρχία, άρθρωση που έχει ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση των ατομικών υποκειμένων, πολιτειών όσο και ανθρώπων. Οι απεχθείς, αντιδημοκρατικές, βιοπολιτικές όψεις μιας «χωρίς Πνεύμα των καιρών» ηγεσίας που καθηλώνεται στο ένα άκρο του υστερικού μετεωρισμού επιχειρώντας να επικρατήσει με τη «σαγήνη της ισχύος», πλήττει ραγδαία την ευάλωτη ολοκλήρωση. Εδώ χρειάζεται προσοχή για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις. Μιλώντας για κανόνες και πειθαρχία δεν αναφερόμαστε σε εκείνους που αποδέχονται οι άνθρωποι ως «παθητικοί δέκτες» μιας «καταπιεστικής επιβολής» αλλά για την επίγνωση ότι είμαστε αποτέλεσμα των κανόνων που παράγουμε μέσα στις πρακτικές μας. Τότε θα είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε και να αναγνωρίσουμε θεωρητικά την αναγκαιότητα μιας «δευτέρου βαθμού» βαθμίδας την οποία μας παρείχε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, βαθμίδα που απειλείται με κατάρρευση. Πρέπει, λοιπόν, να υπάρχει πάντοτε μια «υπερκείμενη βαθμίδα» αναφοράς, ένας κοινός ορίζοντας προσανατολισμού και κατασκευής εικόνων-παραστάσεων, μια βαθμίδα φαντασίας11 στην οποία όλα όσα συμβαίνουν – οι αλληλεπιδράσεις – σε οριζόντιο επίπεδο να επιτρέπουν μια ισορροπία στην εύθραυστη διαδικασία συγκρότησης-αποσυγκρότησης των υποκειμένων.

Το ιδεώδες της «συμπερίληψης των διαφορών με αξιοπρέπεια, δικαιώματα και πρόοδο», δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα: το σημαντικότερο πλήγμα επήλθε από τη διαχείριση των προσφυγικών κυμάτων με κλείσιμο των συνόρων και ύψωση τειχών, παρά από την πρωτοφανή επίσης ωμότητα στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης. Ευθεία βολή στην εγγενώς ιστορικά και θεσμικά εύθραυστη ολοκλήρωση. Η σκληρότητα, η ωμότητα που επέδειξαν όχι μόνο οι ιθύνοντες αλλά και «λαοί της Ευρώπης», αποκάλυψε την αδυναμία διαχείρισης της κρίσης, και η αδυναμία αυτή οδηγεί στη βία. Η Ευρώπη φαίνεται πιο μικρή: προηγουμένως ικανοποιούσε τις προσδοκίες των διαμενόντων στα εδάφη της αλλά και όσων κινούνταν προς τα εκεί, τώρα πλέον όχι. Δεν βλέπεις από μέσα της τον άπειρο ορίζοντα αλλά το πεπερασμένο και ασφυκτικά κλειστό εσωτερικό. Είναι προφανές ότι υπάρχουν αναλογίες με την κατάρρευση του ιδεώδους και του κράτους στην Σοβιετική Ένωση καθ’ οδόν προς το 1989, του οποίου αντικατάσταση θεωρήθηκε, άλλωστε, το φεντεραλιστικό όραμα της ενωμένης Ευρώπης από δημοκράτες αριστερούς όπως ο Χάμπερμας, ο Νέγκρι, ο Μπαλιμπάρ, ο Κον Μπεντίτ κ.ά. Θα ήταν, ωστόσο, φρόνιμο να προεξοφλείται η επανάληψη της ιστορίας; Ποια είναι τα «πάθη» που κινούν προς την σκοτεινή «αλλαγή του κόσμου»;

Το ανωτέρω παράδοξο «παγκοσμιοποίησης χωρίς (καθολικές) αξίες» οδηγεί τα άτομα και τις ομάδες στη «σαγήνη της ισχύος», στο αίσθημα μιας «παντοδυναμίας του αδυνάμου» λόγω της απειλής κατάρρευσης του κράτους και, τέλος, στη βία και στον πόλεμο. Οι αντιφατικές διαδικασίες και καταστάσεις «διπλού δεσμού», όπως αυτή εδώ, περιγράφουν την συνεχή αιώρηση ανάμεσα στο «ούτε…ούτε», τον μετεωρισμό ανάμεσα σε δυο άκρα χωρίς καμιά ισορροπία. Τα άτομα, οι ομάδες και τα πλήθη είναι εγκλωβισμένα σε μια συνεχή αιώρηση/μετάβαση, ικανά και για το «καλό» και για το «κακό». Μια συνθήκη που ευνοεί την «αναστροφή των παθών» από τα χαρούμενα σε θλιβερά, σύμφωνα με το σπινοζικό μάθημα, τροφοδοτεί ακόμη χειρότερα τις ποικίλες παραστάσεις του τέλους ως Αρμαγεδώνα, εντείνοντας τον «πόλεμο των πολιτισμών» συγχρόνως με την επιστροφή της σωτηρίας των θρησκειών.


6. Η σωτηρία της πολιτικής: επανάσταση στους θεσμούς


Όπως μας έχει δείξει η ιστορική και ανθρώπινη εμπειρία, τα υποκείμενα δεν μπορούν να ζήσουν μετεωρισμένα. Εδώ απαιτείται ψυχραιμία και η πίστη στην πολιτική ως δημιουργό σχέσεων τόσο μέσα από τον ανταγωνισμό και τη σύγκρουση όσο και μέσα από την δημιουργία και την επινόηση θεσμών και χώρων.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε αναδεικνύεται ο «ενδιάμεσος χώρος» ως ο προνομιακός τόπος για την πολιτική. Όταν λέμε ενδιάμεσο αναφερόμαστε σε εκείνο που συλλάβαμε προηγουμένως, όχι ένα «έξω» αλλά το αμφίσημο και αντιφατικό ενιαίο όλον που επιτελείται από δυο εναλλακτικές τάσεις, δηλαδή «μέσα και εναντίον». Αντιμετωπίζουμε ξανά τη «λεπτή διαφορά», που αναφέραμε προηγουμένως, την ανάγκη επιλογής σε μια συνθήκη αμφισημίας, διλήμματος, «διπλού δεσμού». Αν, λοιπόν, διαπιστώνουμε με κάποια διάθεση απολογισμού και όχι «απόλυτου τέλους», ότι η συμπερίληψη δεν έγινε, τότε η άλλη επιλογή που απομένει δεν είναι η από-σταση αλλά η επανά-σταση μέσα. Η επανάσταση μέσα στους θεσμούς σημαίνει ρήξεις στα σημεία εντός του κράτους ώστε να δημιουργηθούν χώροι από την απώθηση του «βαθέος κράτους». Δεν πρόκειται για μια συνολική ανατροπή του ευρωπαϊκού statusquo αλλά για κλονισμούς μεσαίας ισχύος. Η πολιτική ως κοσμο-πολιτική είναι οι δημόσιες δράσεις με τις οποίες εγκαθιστούμε και αναγνωρίζουμε έναν ξένο εξωτερικό παράγοντα στο εσωτερικό κάθε κράτους, όχι με τη δημιουργία μιας παγκόσμιας έννομης τάξης ή μια υπερεθνική αρχής. Η συνύπαρξη στον κοινό κόσμο με εκείνους που δεν είναι του ίδιου κόσμου με μας.12

Με αυτή την επιλογή μπορούμε να λάβουμε ευκρινή θέση στο δύσκολο πρόβλημα οριοθέτησης από τον αναδυόμενο «ακροδεξιό λαϊκισμό»: το δι-εθνικό ή υπερεθνικό πεδίο είναι εκείνο στο οποίο πρέπει να επανεπινοήσουμε τη δημοκρατία και τον έλεγχο. Το εθνικό δεν εξυπηρετεί κάποια λύση καθόσον το άτομο κράτος-έθνος δεν νοείται ως μεμονωμένο. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να νοηθεί η σχέση των ατόμων χωρίς μια παράσταση που τα υπερβαίνει και τα διαπερνά συγχρόνως. Το ίδιο ισχύει και για τα κράτη-έθνη, την αυτόνομη ισχύ των οποίων ορισμένοι φαντασιώνονται και πάλι.

Το δι-εθνικό (και όχι ακριβώς το διεθνές ή το διεθνιστικό) αποτελεί την βαθμίδα διεκδίκησης του κομμουνισμού. Η μεσολαβούσα παράσταση, που θα μπορούσε να αποτελεί ένα διατομικό καθολικό ιδεώδες, διασχίζει τα άτομα αλλά και τα υπερβαίνει οπότε, υπ’ αυτήν την έννοια, εντοπίζεται «ούτε μέσα ούτε έξω» αλλά στο όριό τους, δηλαδή στο «ανάμεσα». Τι υπάρχει σε αυτό τον ενδιάμεσο χώρο: Η πολιτική ή το κεφάλαιο; Η απάντηση είναι ότι υπάρχουν και ανταγωνίζονται συγχρόνως και τα δυο. Οι δικές μας δυνάμεις, οι δυνάμεις της δημοκρατίας και της «ελευθερίας μαζί με τους άλλους» είναι οι δημόσιοι χώροι και τα κοινά που έχουμε καθήκον να υπερασπιζόμαστε, είναι οι σκέψεις και οι δράσεις των μαζών και του πλήθους που μετασχηματίζονται σε μορφές του πολίτη και ιδρύουν θεσμούς. Το «ανάμεσα» αποκτά τη σημασία του από τη σκοπιά της συγκρότησης των υποκειμένων και της διατήρησης των ανθρώπινων ατόμων στην ύπαρξη. Το «ανάμεσα» είναι κίνηση «μέσα-έξω» και όχι ο εσωτερικός αποκλεισμός (hotspot). Αναγνώριση του hotspot, του υπολείμματος μπορεί να γίνει μόνο από υπερ-εθνική μορφή.

Η ολοκλήρωση προσφέρει τη «μετα-σταθερή ισορροπία» ως διαλεκτική αντί του υστερικού μετεωρισμού. Πρώτον, ισορροπία ανάμεσα σε διάλυση-ανασύνθεση, ίδιον άλλωστε όλης της νεωτερικότητας εντός της οποίας ο άνθρωπος ήταν ένα «δυσφορ-όν» (Mal-être). Μια κίνηση μεταξύ του βαθέος έσω και του έξω, του προατομικού και συγχρόνως της ένταξης στο ευρύτερο περιβάλλον, μεταξύ της «ψυχής» και ενός κοινού «Ιδεώδους Εγώ», μεταξύ του νόμου και του θεσμού. Δεύτερον, ισορροπία ανάμεσα σε εκδημοκρατισμό - απο-δημοκρατικοποίηση. Αντί της δημοκρατίας ως εθνικής κυριαρχίας απαιτείται μια πολιτική ενδυνάμωσης «από τα κάτω», αφού η «παντοδυναμία» που επιδείχτηκε από το ευρωπαϊκό κράτος ήταν αδυναμία. Απαιτείται η αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού, αφού ο ολισμός που αυτός ευνοεί είναι αυταρχικός και αντιδημοκρατικός.

Γενικά, προβάλλει η υπεράσπιση της δημοκρατίας ως ενεργητικής ισορροπίας είτε με συγκρούσεις είτε με θεσμική δημιουργία. Το ενιαίο ολοκληρωμένο μοντέλο βασίζεται στο αξίωμα της σύνθετης ισχύος, σύμφωνα με το οποίο η αυτονομία ή η δύναμη του ατόμου δεν ανάγεται-μειώνεται, αλλά αντίθετα επεκτείνεται με τη συγκρότηση του κράτους ή της πολιτικής κοινωνίας. Αλλά και αντιστρόφως, η κυριαρχία ή ισχύς του κράτους/πολιτείας δεν ανάγεται-μειώνεται αλλά επεκτείνεται με την αυξανόμενη αυτονομία των πολιτών. Επίσης, το ίδιο θεώρημα διατυπώνεται και διαφορετικά: «Η απελευθέρωση του ατόμου στην πράξη πολλαπλασιάζει τη συλλογική δύναμη όπως και η συλλογική ελευθερία πολλαπλασιάζει την ατομική δύναμη».

Ακόμα μια προσπάθεια, Ευρωπαίοι πολίτες, πάνω σε μια «λεπτή διαφορά»!


Βιβλιογραφία


Αλτουσέρ, Λουί (1990). Φιλοσοφικά, μτφρ. Άγγελος Ελεφάντης. Αθήνα: Πολίτης.

Bachelard, Gaston (1992). Η ποιητική του χώρου, μτφρ. Ελένη Βέλτσου και Ιωάννα Χατζηνικολή. Αθήνα: Χατζηνικολή.

Balibar, Étienne (1994). Lieux et noms de la vérité. La Tour d’Aigues: Editions de l’Aube

Kuhn, Thomas S.(1997). Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων, επιμ. Β. Κάλφας · μτφρ Γ. Γεωργακόπουλος, Β. Κάλφας. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα.

Lordon, Fréderic (2016). Σκοτώνουν τους Έλληνες, μτφρ. Παναγιώτης Σωτήρης. Αθήνα: Τόπος.

Lordon, Fréderic (2015). Imperium. Structures et affects des corps politiques. Paris: La Fabrique.

Μπαλιμπάρ, Ετιέν (2005). Πολιτική και αλήθεια, μτφρ. Μιχάλης Μπαρτσίδης και Τάσσος Μπέτζελος. Αθήνα: Νήσος.

Μπαλιμπάρ, Ετιέν (2017). Ευρώπη: κρίση και τέλος; Εισαγωγή & επιμ. Μιχάλης Μπαρτσίδης, μτφρ. Γιάννης Ανδρουλιδάκης. Αθήνα: Ταξιδευτής.

Μπαρτσίδης, Μιχάλης (2006). Φιλοσοφία και Πολιτική στο έργο του Étienne Balibar, Τομέας Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (Διδακτορική Διατριβή).

Μπαρτσίδης, Μιχάλης (επιμ.) (2014). Διατομικότητα, Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης, μτφρ. Λουκία Μάνο-Χρηστίδη. Αθήνα: Νήσος

Μπαρτσίδης, Μιχάλης (2017). «Room: η φαντασία (Einbildungskraft) στην τοπική του “εσωτερικού ορίου”», στο Λαδά Σάσα, Κυριακή Τσουκαλά και Κέλλυ Παπαϊωάννου (επιμ.) Χωρικές αφηγήσεις της μνήμης. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Tassin, Étienne (2003). Un monde commun. Pour une cosmo-politique des con flits, Paris: Seuil.


1 Το παρόν δοκίμιο αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη μορφή της «Εισαγωγής» μου ως Επιμελητή στο βιβλίο Ετιέν Μπαλιμπάρ, (2016). Ευρώπη: κρίση και τέλος; /μτφρ. Γιάννης Ανδρουλιδάκης. Αθήνα: Εκδ. Ταξιδευτής. Για τα αποσπάσματα του Μπαλιμπάρ που χρησιμοποιούμε εδώ παραπέμπουμε στην ίδια ελληνική έκδοση. Λόγω της φύσης του κειμένου περιορίζουμε τις βιβλιογραφικές αναφορές στις απολύτως απαραίτητες και ενδεικτικές.

2 Παραθέτουμε το απόσπασμα κυρίως για την εντυπωσιακή ιστορικοφιλοσοφική του ενόραση παρά το γεγονός ότι προέρχεται από τα ύστερα έργα του Αλτουσέρ, τα οποία δεν χαρακτηρίζονται από την εννοιολογική συστηματικότητα του κυρίως έργου του. Η υπογράμμιση είναι δική μας για να τονίσουμε το σημείο δυνατής επανερμηνείας του γνωστού γκραμσιανού αποσπάσματος, όπως ακριβώς θα δούμε ότι μας υποδεικνύει ο Μπαλιμπάρ, πέρα από τη γνωστή ερμηνεία περί Μεσοβασιλείας ως «εποχής των τεράτων» (έκφραση που δεν ανευρίσκεται, άλλωστε, στο κείμενο του Γκράμσι).

3 Αντλούμε από Μπαρτσίδης 2006, όπου μπορεί κανείς να ανατρέξει για αναλυτικότερη παρουσίαση.

4 Αναντίστρεπτη/ μη αναστρέψιμη/ μη αντιστρεπτή: όλες οι σημασίες είναι χρήσιμες και αποδεκτές αλλά καταλληλότερη εδώ κρίνεται εκείνη που συνάδει με την επιστημολογική έννοια του «σημείου μη επιστροφής» (Regnaut).

5 Η έννοια της τομής προέρχεται από το έργο του πατριάρχη της γαλλικής επιστημολογίας Gaston Bachelard αλλά εκείνη της αναθεμελίωσης από τον Γάλλο ιστορικό και φιλόσοφο της επιστήμης Regnaut. Η αναθεμελίωση συνδέεται και σχετικοποιεί εκείνη της τομής, υπό την αλτουσεριανή σημασία, από τον Μπαλιμπάρ σε όλο το ύστερο έργο του, κυρίως στο Balibar 1994.

6 Kuhn 1997.

7 Την καλύτερη εκδοχή του επιχειρήματος αντιπροσωπεύει η θέση του Lordon 2016, ο οποίος υποστηρίζει τη θέση του εναντίον του ευρώ, ενώ συγχρόνως επιχειρηματολογεί με σπινοζικό τρόπο (Lordon 2015), υποδηλώνοντας ότι δεν υπάρχει ένα «έξω από το κράτος» ή καλύτερα ότι το κράτος είναι συνεκτατό με την κοινωνία και την πολιτική.

8 Έργο αναφοράς για την γαλλική φιλοσοφική παράδοση σχετικά με την εν λόγω επιστημολογική προβληματική θεωρείται το Bachelard 1992.

9 Η παράγραφος αυτή είναι σχεδόν αυτούσια μεταφορά (απολύτως θεμιτή καθόσον το παράδειγμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης κρίνεται ως προνομιακή «εφαρμογή» της διατομικής προσέγγισης) από την «Εισαγωγή» μας στον τόμο Μπαρτσίδης 2014: 18.

10 Για την έννοια της «πραγματικής καθολικότητας» βλ. Μπαλιμπάρ 2005: 123-163.

11 Αναλυτικά για την έννοια του εσωτερικού ορίου και μια μετακαντιανή διατομική λειτουργία της φαντασίας βλ. Μπαρτσίδης 2017.

12 Για μια τέτοια σημασία της έννοιας της κοσμο-πολιτικής βλ. Tassin 2003.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή